ZEMELIA ENTERPRISES LTD κ.α. ν. ALM TELECOM SERVICES κ.α., Αρ. Αγωγής 3513/14, 16/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A9 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 3513/14 Μεταξύ:
- ZEMELIA ENTERPRISES LTD.
- REFORMATIO LIMITED
- DENIS YARTSEV Εναγόντων και
- ALM TELECOM SERVICES
- DUSANKA LOUKAIDOU
- A.L. METALCHEM LIMITED Εναγομένων ------------------------- Αίτηση ημ. 7.8.2014 για προσωρινά διατάγματα 16.1.2015 Για τους ενάγοντες/αιτητές: κα Μακρή για κ. Ν. Κληρίδη Για τις εναγόμενες/καθ' ων: κ. Θ. Χριστοδούλου για Χρύσης Δημητριάδης & Σία ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα που καταχώρισαν οι ενάγοντες στις 7.8.2014, διεκδικούν από τις εναγόμενες γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για κατ' ισχυρισμόν παράνομη οικειοποίηση περιουσιακών στοιχείων των εναγόντων από τις εναγόμενες. Μετά από μονομερή αίτηση των εναγόντων της ίδιας ημερομηνίας, το Δικαστήριο εξέδωσε στις 11.8.2014, παρεμπίπτοντα διατάγματα τύπου mareva, με τα οποία δεσμεύθηκαν οι τραπεζικοί λογαριασμοί των εναγομένων, μέχρι ποσού €582,
- Με την αίτηση εζητούντο και άλλες θεραπείες καθώς και διατάγματα αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal, τα οποία δεν εκδόθηκαν μονομερώς και δόθηκαν οδηγίες για να επιδοθούν στις εναγόμενες. Οι καθ' ων καταχώρισαν ένσταση, υποστηρίζοντας ότι οι ενάγοντες παραπλάνησαν το Δικαστήριο και σε κάθε περίπτωση δεν δικαιολογείται η συνέχιση ισχύος του εκδοθέντος διατάγματος ούτε η χορήγηση οποιασδήποτε από τις αιτούμενες θεραπείες. Η υπόθεση των εναγόντων, όπως προκύπτει μέσα από την ένορκη δήλωση του ενάγοντα 3, είναι, σε γενικές γραμμές, η ακόλουθη: Η ενάγουσα (στη συνέχεια «Ζemelia»), ιδιοκτησίας του ενάγοντα 3, είναι ιδιοκτήτρια αυτόματων μηχανών καρτοκινητής τηλεφωνίας τις οποίες έχει εγκαταστήσει, από το έτος 2011, σε διάφορα σημεία στην Κύπρο, προσφέροντας υπηρεσίες πίστωσης λογαριασμών κινητής τηλεφωνίας, σε συνεργασία με τις εταιρείες παροχής τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών CYTA, MTN και PRIMETEL. Η κύρια δραστηριότητα της σχετίζεται με παροχή υπηρεσιών σε ρώσους τουρίστες που επισκέπτονται την Κύπρο, μέσω συνεργασίας με τη ρωσική εταιρεία DENGI ONLINE, η οποία τους παρέχει τη δυνατότητα να πιστώνει τους λογαριασμούς καρτοκινητής τηλεφωνίας από τις ρωσικές εταιρείες με τις οποίες συνεργάζονται. Όπως εξηγεί στην ένορκη του δήλωση ο Ενάγων 3, από την δραστηριότητα της αυτή, η ενάγουσα έχει κέρδη που προκύπτουν από τη διαφορά της τιμής πώλησης του χρόνου ομιλίας στους πελάτες της, μέσω των αυτόματων μηχανών που έχει εγκαταστήσει στην Κύπρο, από την μειωμένη τιμή του χρόνου ομιλίας, την οποία προμηθεύεται από τους πιο πάνω παροχείς (MTN, CYTA και PRIMETEL). Αναφέρει στη συνέχεια ότι το έτος 2012, σε συνεργασία με δύο άλλες εταιρείες συνέστησαν την εταιρεία KRONOS WHC, μέσω της οποίας συνέχισαν να διεξάγονται οι εργασίες της Ζemelia, η οποία συμμετείχε σε ποσοστό 50% στη νέα εταιρεία. Όσον αφορά τη συνεργασία και τις διαφορές που προέκυψαν με τις εναγόμενες αναφέρει, σε συντομία, τα ακόλουθα: Η εναγόμενη 1, ιδιοκτησίας κάποιου Predrag Bulajic, παρέχει παρόμοιες υπηρεσίες με τη Ζemelia, μέσω διαφορετικής τεχνολογίας. Σε συνάντηση που είχε μαζί του, τον Νοέμβριο, του έτους 2013, του προτάθηκε από τον K. Bulajic να συνεργαστούν και μετά από συζητήσεις, κατέληξαν στην υπογραφή έξι συμφωνιών (Τεκμήρια 12-17). Οι υπό αναφοράν συμφωνίες προνοούσαν, ανάμεσα σε άλλα, την παράδοση 150 μηχανών πίστωσης από την εταιρεία Ζemelia στην εναγόμενη 1 και την χρήση τους από την τελευταία, με αντάλλαγμα την καταβολή στη Ζemelia ποσοστού 0,5% από τα συνολικά ποσά που θα εισπράττονταν. Προνοούσαν επίσης την αγορά από την Ζemelia του 50% των μετοχών της εναγόμενης 1, έναντι του ποσού των €100.
- Αργότερα, αναφέρει, διαπιστώθηκε πως εξαπατήθηκε από την εναγόμενη 2, διευθύντρια των εναγομένων 1 και 3, υπογράφοντας τις συμφωνίες χωρίς προηγουμένως να λάβει νομική συμβουλή και χωρίς να μπορεί να αναγνώσει το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 12-15, αφού καταρτίστηκαν στην Αγγλική γλώσσα την οποία δεν κατανοούσε. Κατά το χρόνο παράδοσης των αυτόματων μηχανών, αναφέρει στη συνέχεια, υπήρχε εντός των μηχανών χρηματικό ποσό ύψους €369.167, το οποίο η εναγόμενη 1, είχε αναλάβει να επιστρέψει στην ενάγουσα 1 εντός ενός μηνός, από την ημερομηνία παράδοσης των μηχανών, πράγμα που ουδέποτε έπραξε. Στις 26.6.2014, η εναγόμενη 2 διέκοψε τη σύνδεση του server της εναγόμενης με τον server της Ζemelia και στις 30.6.2014 η εναγόμενη 1 απέλυσε τους τρεις συνεργάτες του (Γ. Ζαχαρίου, Στ. Κωνσταντίνου και Ν. Παπαδόπουλο) τους οποίους είχε προσλάβει με βάση τις αναφερθείσες συμφωνίες. Παρόλο, υποστηρίζει, που οι εναγόμενοι παραιτήθηκαν από τη χρήση των μηχανών πίστωσης της Ζemelia δεν τους παρέδωσαν τα κλειδιά των μηχανών και αρνούνται να τους τα επιστρέψουν. Από την ημέρα που άρχισε η συνεργασία τους, καταλήγει, μέχρι την ημερομηνία διακοπής της, η εναγόμενη 1 είχε την αποκλειστική διαχείριση των μηχανών και επωφελήθηκε όλα τα κέρδη τα οποία υπολογίζει στο ποσό των €213.177,
- Οι εναγόμενες καταχώρισαν ένσταση, υποστηριζόμενη από μακροσκελή ένορκη δήλωση της εναγόμενης 2, η οποία αναφέρει, ανάμεσα σε άλλα, τα ακόλουθα: (α) Οι ενάγοντες δεν παρουσίασαν ορθά τα γεγονότα της υπόθεσης και σκοπίμως, απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα ώστε να επιτύχουν το σκοπό τους, με την έκδοση των διαταγμάτων στην απουσία τους. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι η ενάγουσα 1 δεν ήταν μέρος των συμφωνιών και προστέθηκε απλά και μόνο για να δικαιολογήσει την αξίωση που έχει εναντίον της η εταιρεία KRONOS WHC, για παράνομη οικειοποίηση χρημάτων. Προς επιβεβαίωση της θέσης αυτής παραπέμπει στις συμφωνίες Τεκμήρια 12-17, στις οποίες συμβαλλόμενα μέρη είναι οι εναγόμενες 1 και 3 και η ενάγουσα
- Επισυνάπτει, επίσης, επιστολή του δικηγόρου των συνεταίρων της ενάγουσας 1, στην εταιρεία KRONOS WHC (Τεκμήριο 6 στην ένσταση) στην οποία προβάλλεται η θέση ότι η ενάγουσα 1, οικειοποιήθηκε ποσό ύψους €550.
- (β) Ουδέποτε, υποστηρίζει, παραδόθηκαν οι μηχανές από την ενάγουσα 2 στην εναγόμενη
- Οι μηχανές παρέμειναν εγκατεστημένες στα διάφορα περίπτερα και πρόσβαση είχαν μόνο οι συνεργάτες του ενάγοντα 3 και ειδικότερα ο κ. Γ. Ζαχαρίου ο οποίος, ακολουθώντας μια καθορισμένη διαδικασία την οποία περιγράφει, έπαιρνε τα χρήματα από τις μηχανές και τα κατάθετε στο λογαριασμό που διατηρούσε η ενάγουσα 2 με την εναγόμενη 1, προκειμένου να προπληρώνεται η αγορά χρόνου ομιλίας. Αυτή ήταν η συνεργασία που αναπτύχθηκε κατά την επίδικη περίοδο μεταξύ της ενάγουσας 2 και της εναγόμενης 1 και οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του ενάγοντα 3 είναι αναληθείς. Ο λόγος που δεν υλοποιήθηκε η συμφωνία για τη συμμετοχή της ενάγουσας 2 στην εναγόμενη 1, είναι επειδή παρέλειψε να καταβάλει το ποσό των €100.000 για την αγορά του 50% των μετοχών της εναγόμενης 1, ως η συμφωνία Τεκμήριο 16 στην αίτηση. Ο ενάγων 3, στην ένορκη του δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, παραλείπει να αναφέρει το πιο πάνω ουσιώδες γεγονός. Υποδεικνύει, επί του προκειμένου, την παράλειψη του ενόρκως δηλούντα να αποκαλύψει το γεγονός ότι τον Ιούνιο του έτους 2014, ζητούσε παράταση για την πληρωμή του ποσού των €100.000, όπως επιμαρτυρείται από το τηλεμήνυμα του ημερομηνίας 23.6.2014, Τεκμήριο 16 στην ένσταση. Πώς είναι δυνατόν, διερωτάται η ενόρκως δηλούσα, να ευσταθεί η θέση των εναγόντων ότι οι εναγόμενοι οικειοποιήθηκαν ποσό €369.167 το οποίο βρισκόταν, δήθεν, στις μηχανές τη στιγμή που τον Ιούνιο του έτους 2014 (4 μήνες μετά την υποτιθέμενη προφορική συμφωνία για την επιστροφή του ποσού από τους εναγόμενους στους ενάγοντες) ο ενάγων 3 ζητούσε παράταση του χρόνου πληρωμής των €100.000 για τη συμμετοχή του στο μετοχικό κεφάλαιο της εναγόμενης 1; (γ) Οι ενάγοντες εντελώς παραπλανητικά, αναφέρει στη συνέχεια, και χωρίς να παραθέσουν στοιχεία, υποστηρίζουν ότι οι εναγόμενοι είχαν κέρδη ύψους €213.177,84 διεκδικώντας μερίδιο από τα κέρδη. Υποδεικνύει, συναφώς ότι η εναγόμενη 2, παραλείποντας να καταβάλει το ποσό των €100.000, πράγμα που επιμελώς απέκρυψε, παράμεινε απλός πελάτης της εναγόμενης 1 και σήμερα είναι οφειλέτης της εναγόμενης 1 για το ποσό των €15.784,56 με βάση κατάσταση λογαριασμού την οποία επισυνάπτει ως Τεκμήριο 9 και σχετική επιβεβαίωση από τους εξωτερικούς ελεγκτές της εναγόμενης 1, Τεκμήριο
- Ο ενάγων 3, υποδεικνύει, παραπλανώντας το Δικαστήριο και ως προς την πτυχή αυτή, παρέλειψε να αποκαλύψει σχετικό τηλεμήνυμα της ημερομηνίας 24.6.2014 με το οποίο πληροφορούσε τον Γ. Ζαχαρίου ότι η ενάγουσα 2, όφειλε στην ενάγουσα ποσό €14.
- (δ) Οι εναγόμενοι δεν είχαν πρόσβαση και δεν μπορούσαν να διακόψουν το server της ενάγουσας
- Απλά, αναφέρει, στις 25.6.2014 διέκοψαν τις πωλήσεις προς την ενάγουσα 2, λόγω της απότομης αύξησης του υπολοίπου της, χωρίς να καταθέσουν τα ποσά που ήταν απαραίτητα για την προπληρωμή του χρόνου που είχαν αγοράσει. (ε) Οι ενάγοντες, αναφέρει εν συνεχεία, έδρασαν με σχέδιο για να πλήξουν την εναγόμενη 1 και να αποκτήσουν αθέμιτο όφελος εις βάρος της. Η πρόθεση τους αυτή επιμαρτυρείται από το γεγονός ότι στις 22.6.2014 η ενάγουσα 2, αγόρασε με πίστωση μεγάλο χρόνο ομιλίας τον οποίο δεν διοχέτευσαν για χρήση στις μηχανές τους. Με αυτό τον τρόπο, επισημαίνει, το υπόλοιπο του λογαριασμού της αυξήθηκε απότομα, όπως φαίνεται στα Τεκμήρια 9, 17 και
- Η πιο πάνω κίνηση των εναγόντων, είχε στόχο να πλήξει ανταγωνιστικά την εναγόμενη 1, αφού με την αγορά μεγάλου χρόνου δεν της άφησε απόθεμα και όταν σταμάτησε η συνεργασία τους, οι ενάγοντες συνέχισαν κανονικά τις εργασίες τους, εις βάρος της εναγόμενης 1, η οποία δεν είχε απόθεμα για να διαθέτει στους πελάτες της. (στ) Η έκδοση του επίδικου διατάγματος, καταλήγει, είχε καταστροφικές συνέπειες για την εναγόμενη 1, αφού με τη δέσμευση των λογαριασμών της, δεν έχει πλέον τη δυνατότητα να προμηθεύεται από τους παροχείς υπηρεσιών χρόνο ομιλίας. Επισυνάπτει προς τούτο ηλεκτρονικά μηνύματα από πελάτες της εναγόμενης 1 (Τεκμήρια 26 και 27) για τερματισμό της συνεργασίας τους. Αναφέρει, περαιτέρω, πως η εναγόμενη 1 υποχρεώθηκε να τερματίσει την εργοδότηση των υπαλλήλων της (Τεκμήριο 28) οι οποίοι αποτάθηκαν για λήψη ανεργειακών επιδομάτων (Τεκμήριο 29). Οι ενάγοντες, αντίθετα, συνεχίζουν απρόσκοπτα τις εργασίες τους, επωφελούμενοι και από τους πελάτες της εναγόμενης 1, οι οποίοι διέκοψαν τη συνεργασία τους με αυτήν, όπως φαίνεται από τα Τεκμήρια 17, 18 και 21-
- Κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου καταχωρίστηκαν συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις από τον κ. Γ. Ζαχαρίου, για την πλευρά των εναγόντων και τον κ. Ν. Διονυσίου για την πλευρά των εναγομένων. Ο πρώτος αναφέρει πως στο παρελθόν υπήρξε επαγγελματικός συνεργάτης του ενάγοντα 3 ενώ κατά τους ουσιώδεις χρόνους ήταν εργοδοτούμενος της εναγόμενης
- Προϊσταμένη του, αναφέρει, ήταν η εναγόμενη 2 στην οποία λογοδοτούσε επί καθημερινής βάσης. Δέχεται ότι η ενάγουσα 2 προαγόραζε χρόνο ομιλίας καρτοκινητής τηλεφωνίας από την εναγόμενη 1 και το μεταπωλούσε στις μηχανές της στην ίδια τιμή που το αγόραζε από την εναγόμενη
- Όλες όμως οι εισπράξεις από τα μηχανήματα γίνονταν από υπαλλήλους της εναγόμενης 1, με τη δική του καθοδήγηση, κατόπιν εντολών της προϊσταμένης του, εναγόμενης
- Όλα τα χρήματα από τις εισπράξεις, προσθέτει, παραδίδονταν στην εναγόμενη 1 ή γινόταν κατάθεση στον τραπεζικό της λογαριασμό. Τον έλεγχο των μηχανών, τον είχαν οι εναγόμενοι και ο server ήταν επίσης υπό τον έλεγχο τους αφού είχε μεταφερθεί στα γραφεία τους. Δέχεται, επίσης, πως δόθηκε κάποιο ποσό από τις εισπράξεις στον εναγόμενο 3, αλλά αυτό έγινε από την εναγόμενη 2 και όχι από τον ίδιο. Ο ίδιος, αναφέρει, λειτουργούσε πάντοτε κατόπιν εντολών της εναγόμενης 2, δια λογαριασμόν της εναγόμενης 1 της οποίας ήταν υπάλληλος. Η διακοπή του server, καταλήγει, και των πωλήσεων από την εναγόμενη 1 δεν εδικαιολογείτο, εφόσον η ενάγουσα αγόραζε καθημερινά χρόνο ομιλίας από τις εναγόμενες και το υπόλοιπο της ήταν πάντοτε πιστωτικό. Μετά από τη διακοπή του server, οι ενάγοντες υποχρεώθηκαν να αγοράζουν χρόνο ομιλίας κατευθείαν από τους παροχείς υπηρεσιών και συνέχισαν τη λειτουργία τους με αυτό τον τρόπο αλλά δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν τη μέθοδο που πρόσφερε η συνεργασία που είχαν με την εναγόμενη
- Στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Ν. Διονυσίου, υπεύθυνου πληροφορικής της εναγόμενης 1, αναφέρονται, επιγραμματικά, τα ακόλουθα: Ο Γ. Ζαχαρίου παρουσιάζει τον εαυτό του ως κανονικό υπάλληλο της εναγόμενης 1 ενώ στην πραγματικότητα ήταν και εξακολουθούσε να είναι συνεργάτης του ενάγοντα
- Όπως εξηγεί, εργοδοτήθηκε τυπικά από την εναγόμενη 1, με την προοπτική της συνεργασίας της ενάγουσας 2 και της εναγόμενης 1, η οποία εν τέλει δεν υλοποιήθηκε αφού δεν καταβλήθηκε το ποσό που συμφωνήθηκε για την αγορά των μετοχών. Υποδεικνύει δε πως ο κ. Ζαχαρίου είναι Δικοικητικός Σύμβουλος και γραμματέας της εναγόμενης 1 (Zemelia). Ο κ. Ζαχαρίου, προσθέτει, δεν ήταν υπεύθυνος για τη διαχείριση του συστήματος της εναγόμενης
- Διαχειριζόταν μόνο το σύστημα των εναγόντων (WHC) και οι εντολές που έδινε αφορούσαν μόνο τις μηχανές των εναγόντων. Στην πραγματικότητα, αναφέρει, ο κ. Ζαχαρίου ενημέρωνε την εναγόμενη 2 για το ποσό που εισέπρατταν και κατάθεταν στον λογαριασμό της εναγόμενης 1, ώστε να αγοράζει χρόνο ομιλίας από τους παροχείς υπηρεσιών και να τον μεταπωλεί στην ενάγουσα. Τον έλεγχο των μηχανών των εναγόντων τον είχαν πάντοτε οι ενάγοντες, γεγονός που επιμαρτυρείται από τα τεκμήρια και την αλληλογραφία που αντάλλαξε ο κ. Ζαχαρίου με την εναγόμενη 2 (Τεκμήρια 11, 12 και 13). Οι εναγόμενοι, υπογραμμίζει, δεν είχαν πρόσβαση στις μηχανές των εναγόντων γι' αυτό και η εναγόμενη 2 ζητούσε συνεχώς ενημέρωση από τον κ. Ζαχαρίου. Το μόνο πρόσωπο, υποστηρίζει, που απέκτησε πρόσβαση στο server της ενάγουσας 2, ήταν ο ίδιος και τούτο από τον Απρίλιο του έτους 2014, όταν μεταφέρθηκε ο server στα γραφεία των εναγομένων και η μοναδική του δυνατότητα ήταν να βλέπει τις πωλήσεις από τις μηχανές των εναγόντων. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι, με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων, με παραπομπές στην πλούσια επί των εγειρομένων ζητημάτων νομολογία. Ο συνήγορος των εναγόντων υπεραμύνθηκε της ορθότητας έκδοσης του διατάγματος και εισηγήθηκε πως δικαιολογείται όπως οριστικοποιηθεί. Με βάση τη μαρτυρία και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν, υποστήριξε, διαφαίνεται ότι οι ενάγοντες 1 και 2 είχαν τον έλεγχο λειτουργίας των μηχανών και διαχειρίζονταν όλες τις εισπράξεις, μέσω εντολών που έδινε στους υπαλλήλους της εναγόμενης 1, η εναγόμενη
- Η διακοπή του server των μηχανών από την εναγόμενη 2 ήταν, κατά το συνήγορο, αδικαιολόγητη, καθόσον το πρόβλημα εισπράξεων που παρουσιάστηκε τη χρονική εκείνη περίοδο ήταν μεμονωμένο και παροδικό. Επρόκειτο, για εκδικητική κίνηση που προκάλεσε ανυπολόγιστες ζημιές στους ενάγοντες. Καταλήγοντας ο συνήγορος, εισηγήθηκε πως με τη μαρτυρία που παρουσίασαν οι αιτήτριες ικανοποιούνται όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60 και θα πρέπει το Δικαστήριο να οριστικοποιήσει το προσωρινό διάταγμα που έχει εκδοθεί μονομερώς. Ο συνήγορος των εναγομένων υποστήριξε με τη σειρά του πως δεν εδικαιολογείτο η έκδοση των διαταγμάτων και σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να ακυρωθούν για τους ακόλουθους, κυρίως, λόγους: (α) Οι ενάγοντες παραπλάνησαν το Δικαστήριο παρασιωπώντας ουσιώδη γεγονότα και παρουσιάζοντας μια εντελώς ψεύτικη εικόνα για τη συνεργασία των διαδίκων και για τα γεγονότα που έλαβαν χώρα. (β) Η ενάγουσα 2, επεσήμανε, ήταν ένας απλός πελάτης της εναγόμενης 1 που αγόραζε χρόνο ομιλίας, τον οποίο όφειλε να προπληρώνει, με βάση τη συμφωνία τους. Από τη στιγμή που η ενάγουσα 2 δεν κατέβαλε το ποσό των €100.000 και δεν έγινε μέτοχος στην εναγόμενη 1, δεν υλοποιήθηκαν οι υπόλοιπες συμφωνίες των διαδίκων. (γ) Ο ισχυρισμός ότι οι εναγόμενοι οικειοποιήθηκαν ποσό ύψους €369.167 το οποίο βρισκόταν, δήθεν, στις μηχανές, είναι αναληθής και δεν υποστηρίζεται από οποιοδήποτε μαρτυρικό υλικό. Οι εναγόμενοι, υπόδειξε, ουδέποτε είχαν τον έλεγχο των μηχανών της ενάγουσας και ουδέποτε εισέπραξαν το κατ' ισχυρισμόν ή οποιοδήποτε άλλο ποσό. (δ) Οι ενάγοντες αποτάθηκαν στο Δικαστήριο με μεγάλη καθυστέρηση και δεν εδικαιολογείτο η έκδοση του διατάγματος. Υπόδειξε επί του προκειμένου, πως με βάση τους ισχυρισμούς τους, οι εναγόμενοι όφειλαν να τους επιστρέψουν το ποσό των €369.167, από τον Φεβρουάριο του έτους 2014, ενώ καταχώρισαν την αγωγή και την επίδικη αίτηση τον Αύγουστο του έτους 2014, ήτοι μετά πάροδο έξι μηνών. (ε) Με βάση τα αδιαμφισβήτητα δεδομένα της υπόθεσης, οι ενάγοντες απέτυχαν να καταδείξουν συζητήσιμη υπόθεση εναντίον των εναγομένων και δεν διαφαίνεται προοπτική επιτυχίας της αγωγής τους. Διαφάνηκε επίσης πως οι ενάγοντες συνεχίζουν τις δραστηριότητες τους σε αντίθεση με την εναγόμενη 1 η οποία καταστράφηκε οικονομικά και έπαυσε να λειτουργεί, όπως καταδεικνύεται από τα Τεκμήρια που παρουσίασε η εναγόμενη
- Οι αρχές με βάση τις οποίες ασκείται η ευρεία διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, δυνάμει του άρθρου 32 του Ν. 14/60 για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είναι ευρύτατα γνωστές. Καθώς έχει νομολογηθεί, ο αιτητής οφείλει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι:
- Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση,
- με ορατή πιθανότητα επιτυχίας και
- εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Οι πιο πάνω προϋποθέσεις αναλύθηκαν και ερμηνεύθηκαν σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. (βλ. ανάμεσα σε άλλες, Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 C.L.R. 557, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015). Πέραν των πιο πάνω προϋποθέσεων το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας. (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χατζηβασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152). Έχει επίσης νομολογηθεί πως στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να προβαίνει σε εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων επί του πραγματικού και νομικού υποβάθρου των επιδίκων θεμάτων (βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Στην παρούσα υπόθεση προέχει η εξέταση της θέσης των εναγομένων για απόκρυψη, αφού εάν κριθεί βάσιμη η εισήγηση το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς υπόκειται σε απόρριψη. Αποτελεί αξίωμα, πολύ καλά θεμελιωμένο από τη νομολογία μας, πως όταν ένας αιτητής απευθύνεται μονομερώς στο Δικαστήριο, επιδιώκοντας θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου του, οφείλει να αποκαλύψει πλήρως όλα τα ουσιώδη γεγονότα που θα μπορούσαν να επιδράσουν στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για τη χορήγηση της θεραπείας που επιδιώκεται. Όπως επισημανθηκε στην υπόθεση Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Ltd κ.α.
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 597, η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Η διαπίστωση ότι η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων, συνιστά εξ' αντικειμένου ουσιώδες στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, οδηγεί στην ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος χωρίς να απαιτείται να καταδειχθεί πρόθεση εξαπάτησης του Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρήστου
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 598, The Timberland Co of U.S.A. v. Evans & Sons κ.α.
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 1179, Rybolovlev κ.α. ν. Rybolovleva
(2010)1(A) A.A.Δ. 82). Τα παράπονα των εναγομένων για παραπλάνηση του Δικαστηρίου από τους ενάγοντες κρίνονται βάσιμα. Ο εναγόμενος 3, απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης τα οποία όφειλε να έχει θέσει υπόψη του Δικαστηρίου. Ειδικότερα: (α) Παρέλειψε να αναφερθεί στα παράπονα και στις αξιώσεις των συνεταίρων του στην εταιρεία Kronos WHC για οικειοποίηση ποσού €550.000 καθώς και την αξίωση του για ποσό €1.000.
- Παρέλειψε προς τούτο να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου την αλληλογραφία που ανταλλάγηκε και ειδικότερα τα Τεκμήρια 6, 7 και
- Οι επί του προκειμένου ισχυρισμοί των εναγόντων ότι οι εναγόμενοι όφειλαν να αποδώσουν το ποσό των €369.167 το οποίο, κατ' ισχυρισμόν, υπήρχε εντός των μηχανών, όταν παραδόθηκαν στην εναγόμενη 1, κρίνεται παραπλανητική, δεδομένης της πιο πάνω αλληλογραφίας. Οι ενάγοντες όφειλαν να αποκαλύψουν τα πιο πάνω γεγονότα και για ένα επιπρόσθετο λόγο. Με βάση την επιστολή του δικηγόρου των πρώην συνεταίρων της ZΕMELIA Τεκμήριο 6, είχε διαπιστωθεί ότι οι ενάγοντες οικειοποιήθηκαν ποσό πέραν των €60.000 προτού ακόμη «παραδοθούν» οι μηχανές στην εναγόμενη
- Όπως αναφέρεται στην υπό αναφοράν επιστολή, ο ενάγων 3 είχε οικειοποιηθεί παράνομα ποσό ύψους €62.187,68 τον Αύγουστο του έτους 2013, ενώ αρχές Ιανουαρίου 2014 διαπιστώθηκε ότι η εναγόμενη 1, οικειοποιήθηκε περαιτέρω ποσό ύψους €350.
- Αξίζει να αναφερθεί ότι οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι παρέδωσαν τις μηχανές στην εναγόμενη 1 στις 2.1.
- (β) Απέκρυψε το γεγονός ότι ο λόγος που δεν υλοποιήθηκε η συμφωνία για συμμετοχή της ενάγουσας 2 στο μετοχικό κεφάλαιο της εναγόμενης 1, ήταν η παράλειψη των εναγόντων να καταβάλουν το ποσό των €100.000 για την αγορά 50.000 μετοχών της εναγόμενης
- Απέκρυψε επίσης, την επιστολή του ημερομηνίας 23.6.2014 (Τεκμήριο 16 στην ένσταση) με την οποία επιβεβαιώνεται η συμφωνία για παράταση του χρόνου πληρωμής των €100.
- Το ζήτημα αυτό αποτελεί την ουσιαστικότερη ίσως, πτυχή της υπόθεσης, εφόσον οι εναγόμενοι διατείνονται πως, ενόψει της μη καταβολής του ποσού των €100.000, η ενάγουσα 2 δεν απέκτησε τις μετοχές των εναγομένων 2 και δεν εδικαιούτο κατά συνέπεια να έχει λόγο στη διαχείριση της εναγόμενης
- Με απλά λόγια δεν υλοποιήθηκαν οι συμφωνίες τους και η συνεργασία περιορίστηκε στην πώληση από την εναγόμενη 1 στην ενάγουσα 2, χρόνου ομιλίας, με προπληρωμές, κατά τα διαλαμβανόμενα στη συμφωνία Τεκμήριο 15 στην ένσταση, ήτοι τη συμφωνία για προπληρωμένες υπηρεσίες (agreement on prepaid services). Κρίνεται, επομένως, πως οι ενάγοντες όφειλαν να θέσουν με σαφήνεια τη θέση τους ως προς τη πτυχή αυτή και όχι να παρακάμψουν το ζήτημα, παραλείποντας να αναφερθούν στην αδυναμία ή παράλειψη της ενάγουσας 2 να πληρώσει το ποσό, με ασαφείς και συγκεχυμένες αναφορές. Υποδεικνύεται συναφώς πως ο ενάγων 3 υποστήριξε ότι δεν κατανόησε το νόημα των συμφωνιών και ότι δεν είχε νομική συμβουλή κατά το χρόνο υπογραφής τους λόγω πιέσεων και παραπλανητικών δηλώσεων από την εναγόμενη
- Κρίνεται, περαιτέρω, ορθή η θέση των εναγομένων πως η παράλειψη της ενάγουσας 2 να πληρώσει το ποσό των €100.000 για τη συμμετοχή της στο κεφάλαιο της εναγόμενης 2 και η παράκληση του ενάγοντα 3 για παράταση της προθεσμίας πληρωμής, δεν είναι ασύνδετα με τον ισχυρισμό των εναγόντων ότι οι εναγόμενοι ανέλαβαν να τους επιστρέψουν το ποσό των €369.167, που κατ' ισχυρισμόν υπήρχε στις μηχανές. Εν τοιαύτη περιπτώσει γιατί δεν ζήτησαν συμψηφισμό του ποσού των €100.000 με την κατ' ισχυρισμόν οφειλή των εναγομένων; (γ) Δεν αποκάλυψε το γεγονός ότι κατά τον χρόνο της διακοπής της συνεργασίας τους (24.6.2014), η εναγόμενη 1, απαιτούσε από την ενάγουσα 2, την καταβολή ποσών για κάλυψη των αγορών χρόνου ομιλίας. Απέκρυψε προς τούτο τα τηλεμηνύματα της εναγόμενης 2 ημερομηνίας 23 και 24.6.2014, Τεκμήρια 19 και 20, αντίστοιχα. Οι ενάγοντες όφειλαν να θέσουν εξ' αρχής τα προβλήματα ρευστότητας που αντιμετώπιζαν για την πληρωμή του χρόνου ομιλίας που είχαν αγοράσει τις τελευταίες ημέρες πριν από την διακοπή της συνεργασίας, ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του την ορθή εικόνα. Ενόψει των ανωτέρω, καταλήγω ότι οι ενάγοντες δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, ως όφειλαν, και αυτή η διαπίστωση είναι αρκετή για την ακύρωση των προσωρινών διαταγμάτων που έχουν εκδοθεί μονομερώς. Θα απέρριπτα όμως την αίτηση και θα ακύρωνα τα διατάγματα που εκδόθηκαν και για τους ακόλουθους λόγους:
- Οι αιτητές αποτάθηκαν στο Δικαστήριο με υπέρμετρη καθυστέρηση. Όπως αναφέρει στην ένορκη δήλωση του ο ενάγων 3, οι εναγόμενοι ανέλαβαν να τους επιστρέψουν το ποσό των €369.167, που κατ' ισχυρισμόν εισέπραξαν από τις μηχανές τους, εντός ενός μηνός από τον χρόνο της παράδοσης των μηχανών στην εναγόμενη 1, τον οποίο καθόρισε στις 2.1.
- Ουδεμία γραπτή απαίτηση ή άλλο σχετικό στοιχείο κατατέθηκε που να υποστηρίζει το ενδιαφέρον των εναγόντων για την είσπραξη του ποσού αυτού, παρά μόνο με την παρούσα αγωγή και την επίδικη αίτηση που καταχωρίστηκε έξι μήνες μετά την ημερομηνία που οι εναγόμενοι θα έπρεπε, κατ' ισχυρισμόν, να τους επιστρέψουν το, όχι ευκαταφρόνητο, ποσό των €369.
- Είναι πάγια νομολογιακή αρχή ότι το κατεπείγον συνιστά δικαιοδοτικό όρο για την έκδοση διατάγματος επί μονομερούς αιτήσεως. Στην υπόθεση Resola Cyprus Ltd. ν. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598, στη σελίδα 604, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από τον θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση.» (βλ. επίσης Χριστοδούλου ν. Vraets (ανωτέρω), Zein κ.α. ν. Παράσχου Κ. Καμπανέλλας Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 606 και Έλενας Αμβροσιάδου ν. Μartin Coward κ.α. Εφέσεις αρ. 3/2011 και 4/2011 ημερομηνίας 15.1.2013). Ενόψει της αναφερθείσας καθυστέρησης, το διάταγμα που εκδόθηκε στη βάση της μονομερούς αίτησης της αιτήτριας θα πρέπει να ακυρωθεί.
- Οι ενάγοντες αποδέχθηκαν, εν τέλει, τη θέση των εναγομένων ότι η σχέση της ενάγουσας 2 με την εναγόμενη 1 ήταν πελατειακή αφού αγόραζε χρόνο ομιλίας καρτοκινητής τηλεφωνίας και διατηρούσε λογαριασμό με την εναγόμενη 1, ο οποίος θα έπρεπε να παρουσιάζει πιστωτικό υπόλοιπο (βλ. συμπληρωματική ένορκη δήλωση Γ. Ζαχαρίου). Η παραδοχή αυτή συνάδει με την εκδοχή των εναγομένων, ότι δηλαδή η ενάγουσα 2 ήταν ένας απλός πελάτης της εναγόμενης 1, εφόσον δεν πληρώθηκε το ποσό των €100.000 από την ενάγουσα 2 και δεν υλοποιήθηκαν οι υπόλοιπες συμφωνίες τους. Με το πιο πάνω δεδομένο, η υπόθεση των εναγόντων για αποζημιώσεις ή για απόδοση κερδών από την όλη συνεργασία, παρουσιάζεται ανίσχυρη. Αδυναμίες παρουσιάζει και η βασική τους αξίωση, για επιστροφή του ποσού που κατ' ισχυρισμόν οικειοποιήθηκαν οι εναγόμενοι, για τους λόγους που έχουν αναφερθεί πιο πάνω. Αξίζει να αναφερθεί πως ο Γ. Ζαχαρίου, στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του, δεν υποστήριξε πως υπήρχαν χρήματα στις μηχανές κατά τον χρόνο παράδοσης τα οποία οικειοποιήθηκαν οι εναγόμενοι. Είναι δε αποδεκτό πως όλες οι εισπράξεις διενεργούντο από, ή υπό την επίβλεψη του Γ. Ζαχαρίου. Ενόψει των ανωτέρω εγγενών αδυναμιών, όπως προκύπτουν μέσα από τα δεδομένα της υπόθεσης, κρίνω πως δεν θα εδικαιολογείτο η διατήρηση σε ισχύ των δραστικότατων διαταγμάτων, τα οποία παρέλυσαν τις δραστηριότητες των εναγομένων.
- Αλλά και επί του ισοζυγίου της ευχέρειας θα ακύρωνα τα διατάγματα αφού η πλάστιγγα γέρνει σαφώς υπέρ των εναγομένων. Η έκδοση των διαταγμάτων οδήγησε στην αναστολή των εργασιών των εναγομένων 1 και 3 ενώ οι ενάγοντες εξακολουθούν να προσφέρουν τις ίδιες υπηρεσίες και να ασκούν τις ίδιες δραστηριότητες τις οποίες ασκούσαν πριν από τη συνεργασία που είχαν με την εναγόμενη
- Αναφορικά με τα αιτούμενα διατάγματα αποκάλυψης, φαίνεται ότι έχουν εγκαταλειφθεί αφού δεν προωθήθηκαν με την αγόρευση του συνηγόρου των εναγόντων. Σε κάθε περίπτωση δεν δικαιολογείται η έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, ενόψει και των πιο πάνω επισημάνσεων. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται και τα εκδοθέντα διατάγματα ακυρώνονται. Τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων και εις βάρος των εναγόντων. (Υπ.) ............. Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΛ Subject: Civil/Other Action/Interim Αναφορά: Προσωρινά Διατάγματα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο