Ανδρέας Κυριάκου ν. Eurolife Ltd, Αρ. Αγωγής: 3621/08, 28/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A18 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 3621/08 Μεταξύ: Ανδρέας Κυριάκου, από την Λεμεσό Ενάγων και Eurolife Ltd, από την Λευκωσία Εναγόμενος Ημερομηνία: 28.1.15 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Ζ. Νικολαϊδης για κκ. Ν. Ε. Νεοκλέους ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη: κα Α. Λιβέρα για κκ Χρυσαφίνη και Πολυβίου (για να ακούσει την απόφαση ο κ. Ντ. Μαστορούδης) .............. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή ο Ενάγων αξιώνει, μεταξύ άλλων, αποζημιώσεις για ζημιές τις οποίες υπέστη λόγω ισχυριζόμενης παράβασης ασφαλιστηρίου συμβολαίου από μέρους της Εναγόμενης. Συγκεκριμένα και όπως προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης του οι θέσεις του είναι οι ακόλουθες: Κατά πάντα ουσιώδη για την αγωγή χρόνο ο Ενάγων ήταν ασφαλισμένος στην Εναγόμενη βάση του ασφαλιστικού σχεδίου Mortgage Plan, από τώρα και στο εξής «το ασφαλιστήριο», με αριθμό συμβολαίου 90/0072318 για την περίοδο από 28.5.98 μέχρι 28.5.18 με ασφαλισμένο το ποσό των Λ.Κ.48.000,00 σεντ το οποίο ο Ενάγων είχε δανεισθεί από την Τράπεζα Κύπρου με επιτόκιο 8% (παράγραφος 1 της Έκθεσης Απαίτησης). Κατά ή περί τις 24.11.02 ο Ενάγων ενεπλάκη σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα, από τώρα και στο εξής «το τροχαίο δυστύχημα», συνεπεία του οποίου τραυματίσθηκε σοβαρά (παράγραφος 4 της Έκθεσης Απαίτησης). Από την ημέρα εκείνη κατέστη μόνιμα και/ή ολικά ανίκανος για εργασία σύμφωνα με τις πρόνοιες του ασφαλιστηρίου και εξακολουθεί να είναι έτσι μέχρι και σήμερα. Πριν το τροχαίο δυστύχημα ο Ενάγων ασκούσε το επάγγελμα του φωτογράφου και βιντεογράφου (παράγραφος 5 της Έκθεσης Απαίτησης). Τρεις περίπου μήνες μετά το τροχαίο δυστύχημα και συγκεκριμένα κατά ή περί τον Μάρτιο του 2003 η Εναγόμενη άρχισε να καταβάλει στον Ενάγοντα και/ή να εφαρμόζει προς όφελός του τα ωφελήματα που προνοούνται στο ασφαλιστήριο σε περίπτωση ολικής ανικανότητας. Με επιστολή της, όμως, ημερομηνίας 21.11.03 η Εναγόμενη διέκοψε την καταβολή των ωφελημάτων αυτών στον Ενάγοντα επικαλούμενη αστυνομική έκθεση σύμφωνα με την οποία ο Ενάγων κατά τον χρόνο του τροχαίου δυστυχήματος βρισκόταν υπό την επήρεια αλκοόλης (παράγραφος 6 της Έκθεσης Απαίτησης). Ως αποτέλεσμα ο Ενάγων αναγκάσθηκε να συνεχίσει να πληρώνει το ποσό του ασφαλίστρου ύψους Λ.Κ.153,60 σεντ μηνιαίως καθώς και το ποσό των τόκων του δανείου ύψους Λ.Κ.312,82 σεντ από τις 21.11.03 μέχρι και σήμερα, δηλαδή, για 58 μήνες, ήτοι το συνολικό ποσό των Λ.Κ.27.052,36 σεντ (Ευρώ 46.221,70 σεντ) (παράγραφος 7 της Έκθεσης Απαίτησης). Είναι η θέση του Ενάγοντα ότι η διακοπή της καταβολής των ωφελημάτων από την Εναγόμενη έγινε κατά παράβαση των όρων του ασφαλιστηρίου αφού συν τοις άλλοις ο Ενάγων κατά τον χρόνο του επίδικου δυστυχήματος δεν ήταν υπό την επήρεια αλκοόλης και/ή σε κατάσταση μέθης (παράγραφος 8 της Έκθεσης Απαίτησης). Γι' αυτό και ο Ενάγων αξιώνει εναντίον της Εναγόμενης τις ακόλουθες θεραπείες: Ποσό ύψους Ευρώ 46.221,70 σεντ ως οφειλόμενο δυνάμει σύμβασης και/ή για αθέμιτο πλουτισμό και/ή ως ειδικές αποζημιώσεις Γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις για συνέχιση της μηνιαίας χρέωσης του Ενάγοντα του ποσού των Λ.Κ.466,42 σεντ (Ευρώ 796,93 σεντ) από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής μέχρι την έκδοση της απόφασης και/ή μέχρι την επανέναρξη πληρωμής των ωφελημάτων από την Εναγόμενη προς τον Ενάγοντα Δήλωση και/ή απόφαση του Δικαστηρίου που να υποχρεώνει την Εναγόμενη να δίνει και/ή να εφαρμόζει τα ωφελήματα προς όφελος του Ενάγοντα μέχρι την ημερομηνία λήξης του ασφαλιστηρίου στις 28.5.
- Αξιώνει, επίσης, νόμιμο τόκο, έξοδα και ΦΠΑ. Με την τροποποιημένη Υπεράσπιση της η οποία καταχωρήθηκε στις 18.12.13, από τώρα και στο εξής «η Υπεράσπιση», η Εναγόμενη εγείρει προδικαστική ένσταση. Με την προδικαστική της ένσταση η Εναγόμενη προβάλλει την θέση ότι ο Ενάγων κωλύεται (is estopped) να καταχωρεί την παρούσα αγωγή καθότι αυτή καταχωρήθηκε 5 χρόνια μετά την απορριπτική απάντηση της Εναγόμενης ημερομηνίας 21.11.03 και, επομένως, με μεγάλη καθυστέρηση και κατά κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Άνευ βλάβης της πιο πάνω προδικαστικής ένστασης η Εναγόμενη προβάλει προς υπεράσπισή της τις ακόλουθες θέσεις: η Εναγόμενη παραδέχεται την πρώτη παράγραφο της Έκθεσης Απαίτησης πλην του ότι το επιτόκιο που θα επιβαλλόταν στο ασφαλισμένο ποσό ήταν 8% η Εναγόμενη παραδέχεται τις παραγράφους 2 και 3 της Έκθεσης Απαίτησης αφού σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν την σύνταξη δικογράφων τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα που εκτίθενται σε αυτές η Εναγόμενη δεν τους αρνείται. Ό,τι δε μόνο αναφέρεται στην παράγραφο 4 της Υπεράσπισης σε σχέση με αυτές είναι ότι τα ωφελήματα που πιθανόν να δικαιούται ο Ενάγων δυνάμει του ασφαλιστηρίου σε περίπτωση ολικής ανικανότητας υπόκεινται στις εξαιρέσεις οι οποίες απαριθμούνται στον όρο 3.6(γ) του ασφαλιστηρίου από την παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαίτησης η Εναγόμενη παραδέχεται μόνο ότι ο Ενάγων ενεπλάκη στο τροχαίο δυστύχημα. Αρνείται τους λοιπούς ισχυρισμούς καθώς και τις λεπτομέρειες σωματικών βλαβών που εκτίθενται στην εν λόγω παράγραφο η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι το τροχαίο δυστύχημα και οι οποιεσδήποτε σωματικές βλάβες που τυχόν υπέστη ο Ενάγων προκλήθηκαν λόγω του ότι ο Ενάγων κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλ πέρα του επιτρεπτού ορίου και συγκεκριμένα με 120 αντί 90 mg κατά παράβαση του Νόμου 174/86, άρθρο
- Ως εκ τούτου η οποιαδήποτε ανικανότητα του Ενάγοντα προήλθε έμμεσα ή άμεσα από μέθη (παράγραφος 6 της Υπεράσπισης). Την ίδια θέση η Εναγόμενη επαναλαμβάνει με την παράγραφο 9 της Υπεράσπισης η Εναγόμενη αρνείται την παράγραφο 5 της Έκθεσης Απαίτησης και καλεί τον Ενάγοντα να αποδείξει ότι συνεπεία του τροχαίου δυστυχήματος κατέστη από την ημέρα εκείνη και εξακολουθεί μέχρι σήμερα να είναι μόνιμα και ολικά ανίκανος για εργασία σύμφωνα με τις πρόνοιες του ασφαλιστηρίου η Εναγόμενη παραδέχεται την παράγραφο 6 της Έκθεσης Απαίτησης. Σημειώνει, όμως, ότι κανένα ωφέλημα δεν πληρώνεται σε σχέση με ανικανότητα που προήλθε άμεσα ή έμμεσα από μέθη σύμφωνα με τον όρο 3.6(γ) του ασφαλιστηρίου η Εναγόμενη αρνείται τις παραγράφους 7 και 8 της Έκθεσης Απαίτησης. Τέλος, η Εναγόμενη αρνείται τις θεραπείες που ο Ενάγων αξιώνει με την αγωγή. Υπό το φως όλων των πιο πάνω η Εναγόμενη ζητά απόρριψη της αγωγής με έξοδα υπέρ της και εναντίον του Ενάγοντα. Κρίνω σκόπιμο ευθύς εξ' αρχής να αναφέρω ότι η αγωγή είναι έκθετη σε απόρριψη λόγω μη συνένωσης αναγκαίου διαδίκου. Και εξηγώ. Μεταξύ άλλων εγγράφων που κατέθεσε ο Ενάγων είναι και η συμφωνία δανείου που συνομολογήθηκε στις 2.6.98 μεταξύ του ιδίου και της Τράπεζας Κύπρου Λτδ - Τεκμήριο
- Είναι στην βάση του εγγράφου αυτού που σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης αλλά και την μαρτυρία του ο Ενάγων έλαβε από την Τράπεζα το ποσό των Λ.Κ.48.000,00 σεντ υπό μορφή δανείου και είναι με αυτό το δάνειο που το επίδικο ασφαλιστικό συμβόλαιο είναι συνδεδεμένο. Σύμφωνα με τον όρο 6 του Τεκμηρίου 1 ο Ενάγων για επιπρόσθετη εξασφάλιση του δανείου με το Τεκμήριο 1 εκχώρησε προς την Τράπεζα «προς τον σκοπό συνεχούς εξασφάλισης οποιονδήποτε ποσό χρημάτων συμπεριλαμβανομένων κερδών και/ή φιλοδωρημάτων (bonuses) που δυνατόν να καταστούν πληρωτέα σε μένα δυνάμει συμβολαίου ασφάλειας ζωής με την Ασφαλιστική Εταιρεία Eurolife Ltd αρ. MRT 72318 ημερ. 28/05/98 το οποίο έχω παραδώσει στην Τράπεζα κατάλληλα οπισθογραφημένο». Ο ίδιος όρος προνοεί, επίσης, ότι η εκχώρηση του προς την Τράπεζα καλύπτει, επίσης, και οποιαδήποτε άλλα δικαιώματά του που τυχόν απορρέουν ή θα απορρέουν από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο ή άλλου ή άλλων τυχόν ασφαλιστηρίων που δυνατόν να το αντικαταστήσουν. Το ερώτημα που εγείρεται και που κατά την κρίση μου το Δικαστήριο δύναται αυτεπαγγέλτως να εξετάσει είναι αν κατά πόσο ο Ενάγων εν' όψει της πιο πάνω εκχώρησης μπορούσε να εγείρει την παρούσα αγωγή μόνος του και υπό την προσωπική του ιδιότητα και χωρίς να είναι διάδικος και η Τράπεζα ως εκδοχέας. Σημειώνεται ότι αναφορά επί του προκειμένου γίνεται και από την ευπαίδευτη συνήγορο της Υπεράσπισης, αν και, ακροθιγώς, θα πρέπει να λεχθεί, με την τελική της αγόρευση. Στην υπόθεση Ανδρέα Λουκά ν. Eurolife Ltd
(2009)1 ΑΑΔ 1524, στην οποία με παρέπεμψε η ευπαίδευτη συνήγορος της Υπεράσπισης, οι εναγόμενοι / εφεσίβλητοι εξέδωσαν ασφαλιστικό συμβόλαιο τιτλοφορούμενο «Mortgage Plan» προς όφελος του ενάγοντα / εφεσείοντα. Αποτελούσε κοινό έδαφος ότι το ασφαλιστικό συμβόλαιο είχε εκδοθεί «σε συνδυασμό με παροχή σχετικού στεγαστικού δανείου με σκοπό την αποπληρωμή του δανείου στη λήξη του. Το Mortgage Plan είχε εκδοθεί για προκαθορισμένη διάρκεια, στη λήξη της οποίας καταβάλλετο η αξία εξαγοράς. Παρεχόταν, επίσης, ασφαλιστική προστασία από τον κίνδυνο του θανάτου και τον κίνδυνο της ολικής ανικανότητας για οποιαδήποτε εργασία έναντι αμοιβής ή κέρδους. Τα ωφελήματα του ασφαλιστικού συμβολαίου είχαν εκχωρηθεί απολύτως στην Τράπεζα Κύπρου Λτδ, που παρέσχε το στεγαστικό δάνειο στον εφεσείοντα. Ήταν, επίσης, παραδεκτό ότι μετά την έκδοση του πιο πάνω ασφαλιστηρίου εγγράφου και εκκρεμούσης της οφειλής του εφεσείοντα για αποπληρωμή του στεγαστικού δανείου αυτός υπέστη ατύχημα ως αποτέλεσμα του οποίου έχασε το ένα του μάτι. Υπήρξε διαφωνία κατά πόσο η ανικανότητα που προέκυψε καλυπτόταν από το ασφαλιστικό συμβόλαιο. Οι εφεσίβλητοι αρνήθηκαν την πληρωμή οποιουδήποτε ωφελήματος. Σε σχέση με την πιο πάνω διαφορά ο εφεσείων καταχώρησε αγωγή εναντίον των εφεσίβλητων. Οι εφεσίβλητοι ήγειραν προδικαστική ένσταση και, περαιτέρω, αμφισβήτησαν την υποχρέωση να πληρώσουν οποιοδήποτε ωφέλημα. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχθηκε ως βάσιμη την προδικαστική ένσταση. Η προδικαστική ένσταση εδράζετο στην εισήγηση πως ο εφεσείων-ενάγων στερείτο του δικαιώματος να εγείρει προσωπικά την αγωγή, αφού όλα τα δικαιώματά του, που προέκυπταν από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, τα είχε εκχωρήσει προς την Τράπεζα Κύπρου Λτδ για το σκοπό εξασφάλισης του δανείου που είχε πάρει και το οποίο ανερχόταν στο ποσό των Λ.Κ.80.000,00 σεντ. Το πρωτόδικο Δικαστήριο προχώρησε και εξέτασε και την ουσία της υπόθεσης καταλήγοντας και πάλι πως δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις που απαιτούνταν με βάση το ασφαλιστικό συμβόλαιο για πληρωμή οποιουδήποτε ωφελήματος για μόνιμη ολική ανικανότητα εργασίας. Με έφεσή του ο εφεσείων αμφισβήτησε την ορθότητα όλων των πιο πάνω συμπερασμάτων του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα στις σελίδες 1528-1531: «Θα προχωρήσουμε να εξετάσουμε πρώτα την ορθότητα της κατάληξης αναφορικά με τη δεύτερη προδικαστική ένσταση, που όπως υποδείξαμε, αφορά το δικαίωμα του εφεσείοντα να εγείρει ο ίδιος την αγωγή. Το έγγραφο που περιέχει την εκχώρηση των ωφελημάτων που δυνατόν να προκύψουν από το ασφαλιστικό συμβόλαιο προς όφελος του εφεσείοντα, είναι το τεκμήριο 2 και συγκεκριμένα ο όρος 6 του συμβολαίου, όπου, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι «με το έγγραφο αυτό εκχωρώ προς την τράπεζα προς το σκοπό συνεχούς εξασφάλισης οποιοδήποτε ποσό χρημάτων συμπεριλαμβανομένων κερδών και/ή φιλοδωρημάτων (BONUSES) που δυνατόν να καταστούν πληρωτέα σε μένα δυνάμει συμβολαίου ασφάλειας ζωής με την ασφαλιστική εταιρεία EUROLIFE LTD . . .». Τίθεται έτσι, βασικά, θέμα αναφορικά με τις αρχές που διέπουν την εκχώρηση (assignment). Το δίκαιο που εφαρμόζεται επί του προκειμένου στην Κύπρο εξηγήθηκε πολύ περιεκτικά στην απόφαση του Πλήρους Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, στην υπόθεση Χριστόπουλου v. Γενικού Εισαγγελέα, Αγωγή Αρ. 2617/73, ημερ. 16.6.90, όπου στη σελ. 8 της απόφασης, ο Κωνσταντινίδης, Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε), αναφέρει τα ακόλουθα, τα οποία υιοθετούμε πλήρως: «Για να αποφύγουμε να επιβαρύνουμε αυτή την απόφαση με υπερβολική αναφορά στις επιμέρους υποθέσεις, θα συνοψίσουμε εκείνα που είναι χρήσιμο να λεχθούν για τις ανάγκες της υπόθεσης αυτής όπως τα αντιλαμβανόμαστε από τη μελέτη της νομολογίας και την ανάλυση των σχετικών αρχών από τη βιβλιογραφία. (Βλ. σχετικά Halsbury's Laws of England, 4η Εκδ., τόμος 6, σελ. 7, παρ. 9 κ.ε.π., Cheshire and Fifoot's Law of Contract, 9η Εκδ. σελ. 493 κ.ε.π., Chitty on Contracts, 25η Εκδ., τόμος 1, σελ. 692 κ.ε.π. και Hanbury on Modern Equity, 6η Εκδ., σελ. 81 κ.ε.π.) Είναι ορθό ότι η ρίζα της εκχώρησης βρίσκεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας. Το δίκαιο της επιείκειας παράκαμψε την άκαμπτη ρύθμιση του θέματος της δυνατότητας εκχώρησης από το Κοινοδίκαιο σύμφωνα με το οποίο, με ορισμένες εξαιρέσεις που δεν μας αφορούν, δεν ήταν επιτρεπτή η εκχώρηση δικαιωμάτων. Στην Αγγλία, πρώτα με το άρθρο 25
(6)του Supreme Court of Judicature Act 1873 και στη συνέχεια με το άρθρο 136
(1)του Law of Property Act 1925, υπό τον όρο της τήρησης ορισμένων προϋποθέσεων αναγνωρίστηκε νομοθετικά η δυνατότητα εκχώρησης «αντικειμένων αγωγής» (choses in action). Είναι νομολογιακά θεμελιωμένο όμως ότι η νομοθετική ρύθμιση ούτε περιόρισε ούτε διεύρυνε τις δυνατότητες εκχώρησης όπως τις αναγνωρίζει το δίκαιο της επιείκειας. Η νομοθετική ρύθμιση δεν διαφοροποίησε την ουσία αλλά πρόσφερε μηχανισμό για άμεση διεκδίκηση δικαιωμάτων από την εκχώρηση χωρίς την ανάγκη σύμπραξης του εκχωρητή. Κατά το δίκαιο της επιείκειας εκτός αν η εκχώρηση ήταν απόλυτη και όχι μερική και εκτός αν αφορούσε αντικείμενο αγωγής αναγνωρισμένο όχι από το νόμο (legal choses in action) αλλά από το ίδιο το δίκαιο της επιείκειας (equitable choses in action), ο εκδοχέας δεν ενομιμοποιείτο να διεκδικήσει από την αγωγή δικαιώματα από την εκχώρηση, στο δικό του όνομα. Όφειλε να συνενώσει και τον εκχωρητή ως διάδικο. Τώρα, εφόσον τηρηθούν οι προϋποθέσεις του Νόμου, (Η εκχώρηση να είναι απόλυτη, να είναι έγγραφη και γι' αυτή να έχει δοθεί γραπτή ειδοποίηση στον οφειλέτη), ο εκδοχέας νομιμοποιείται να καταχωρίσει την αγωγή στο όνομα του και να διεκδικήσει αυτοδίκαια τα δικαιώματα από την εκχώρηση χωρίς να χρειάζεται να συνενώσει τον εκχωρητή. Ο Αγγλικός νόμος δεν ισχύει, βέβαια, εδώ και είναι ορθό ότι στην Κύπρο η εκχώρηση διέπεται από τις αρχές του δικαίου της επιείκειας. (Βλ. Chrysostomou v. Chalkousi & Sons
(1978)1 C.L.R. 10 και Markidou v. Kiliaris and Another
(1983)1 C.L.R. 392). Προσθέτουμε ότι και στην Αγγλία εξακολουθεί να ισχύει το δίκαιο της επιείκειας παράλληλα με τη νομοθετική ρύθμιση του θέματος. Είναι θεμελιωμένο πως εκχώρηση που δεν πληροί τις προϋποθέσεις του νόμου μπορεί κάλλιστα να είναι έγκυρη κατά το δίκαιο της επιείκειας.» Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε από το Εφετείο στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Χριστόπουλου
(1994)1 Α.Α.Δ. 479, όπου λέχθηκαν και τα ακόλουθα στη σελ. 487: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά αποφάσισε ότι ο εκδοχέας νομιμοποιείται να καταχωρίσει την αγωγή στο όνομα του και να διεκδικήσει αυτοδίκαια τα δικαιώματα από την εκχώρηση, χωρίς να χρειάζεται να συνενώσει τον εκχωρητή - [βλ. Chrysostomou v. Chalkousi & sons
(1978)1 C.L.R. 10 και Markidou v. Kiliaris and Another
(1983)1 C.L.R. 392]. Στην υπόθεση Weddell v. J. A. Pearce & Major [1987] 3 All E.R. 624, αποφασίστηκε ότι ο εκδοχέας έχει locus standi ως ενάγοντας και η μη συνένωση του εκχωρητή δεν καθιστούσε την αγωγή άκυρη. Εν πάση περιπτώσει, παρόλο ότι η συνένωση του εκχωρητή είναι επιθυμητή, η μη συνένωση του δεν καθιστά τη διαδικασία άκυρη. Αν το Δικαστήριο κρίνει ότι η παρουσία του είναι αναγκαία, μπορεί να συνενωθεί με βάση τη Διαταγή 9, Θεσμό 10.» Προκύπτει από τα πιο πάνω πως σε τέτοια περίπτωση δικαίωμα αγωγής έχει απευθείας ο εκδοχέας ως ενάγοντας, το ακριβές όμως ερώτημα που μας απασχολεί εδώ είναι κατά πόσο τέτοιο δικαίωμα έχει παράλληλα και από μόνος του ο εκχωρητής. Οι έρευνες μας, μας οδήγησαν στην υπόθεση Three Rivers D.C. v. Bank of England [1995] 4 All E.R. 312, όπου κρίθηκε το θέμα σε περίπτωση όπου ο εκχωρητής ήγειρε την αγωγή χωρίς συνένωση σε αυτή και χωρίς τη ρητή συγκατάθεση του εκδοχέα. Στην υπόθεση εκείνη αποφασίστηκαν τα πιο κάτω: «Where there was an agreement to assign a legal chose, in equity the assignee became the owner and controller of the legal chose and was entitled to sue for the recovery of the chose, although as a matter of practice he was normally required by the court to join the assignor either as plaintiff or, if he refused to give his consent, as defendant. However (Staughton L.J. dissenting), where the assignor whished to sue and it was known that there had been an assignment the court required the assignee to be joined and would not permit the assignor to maintain the action in the absence of the assignee. The assignor was entitled to sue as trustee for the assignee if the assignee so wished, but in that event he was required to reveal his representative capacity . . ." Σε ελεύθερη μετάφραση: «Όπου υπάρχει συμφωνία εκχώρησης νομικού δικαιώματος αγωγής, σύμφωνα με το δίκαιο της επιείκειας ο εκδοχέας καθίσταται ο δικαιούχος και ελέγχων του δικαιώματος αγωγής και δικαιούται να ενάγει με βάση το δικαίωμα αυτό, παρόλο ότι, ως θέμα πρακτικής, κανονικά θα απαιτηθεί από το Δικαστήριο να συνενώσει τον εκχωρητή είτε ως ενάγοντα είτε, εάν αρνείται να δώσει την συγκατάθεσή του, ως εναγόμενο. Εντούτοις, όπου ο εκχωρητής επιθυμεί να καταχωρήσει αγωγή, όπου είναι γνωστό ότι υπήρξε εκχώρηση, το Δικαστήριο ζητά όπως ο εκδοχέας συνενωθεί και δεν επιτρέπει στον εκχωρητή να συντηρεί την αγωγή στην απουσία του εκδοχέα. Ο εκχωρητής δικαιούται να ενάγει ως εμπιστευματοδόχος του εκδοχέα εάν τούτο επιθυμεί ο εκδοχέας, αλλά σε τέτοια περίπτωση πρέπει να αποκαλύπτει την εκπροσωπευτική του ιδιότητα ...» Όλα τα πιο πάνω είναι καθοδηγητικά και στην υπό κρίση υπόθεση, αφού και εδώ το θέμα αφορούσε «νομικό αντικείμενο αγωγής» (legal chose in action). Ο εφεσείων-εκχωρητής ενήγαγε προσωπικά, χωρίς να έχει συνενώσει και τον εκδοχέα ως διάδικο, που, φυσιολογικά και νομικά είχε τον πρώτο λόγο στη διαδικασία λόγω της εκχώρησης. Πουθενά δε δεν φαίνεται να τον είχε εξουσιοδοτήσει ο εκδοχέας να τον εκπροσωπεί ως εμπιστευματοδόχος του. Με βάση τις πιο πάνω αρχές, καταλήγουμε πως ο εφεσείων-ενάγων δεν είχε δικαίωμα αγωγής προσωπικά εναντίον των εφεσίβλητων-εναγομένων εκτός αν συνένωνε και τον εκδοχέα ή αν ενεργούσε κατ' εντολήν του και ως εκ τούτου η αγωγή του θα έπρεπε να είχε απορριφθεί γι' αυτό το λόγο. Εν όψει της κατάληξής μας, δεν χρειάζεται να εξετάσουμε ούτε την πρώτη προδικαστική ένσταση, αλλά ούτε και την ουσία της υπόθεσης, που αφορά το κατά πόσο υπήρξε, λόγω του ατυχήματος, μόνιμη ολική ανικανότητα, με βάση την οποία θα υποχρεωνόταν η ασφαλιστική εταιρεία να καταβάλει τα προνοούμενα ωφελήματα». Εν πρώτοις, από τα πιο πάνω καθίσταται αντιληπτό ότι τα γεγονότα της πιο πάνω υπόθεσης, τουλάχιστον, στον βαθμό και την έκταση που ενδιαφέρει για να αποφασισθεί το υπό συζήτηση θέμα είναι τα ίδια με τα γεγονότα της παρούσης αγωγής. Οι εφεσίβλητοι στην υπόθεση Ανδρέα Λουκά ν. Eurolife Ltd
(2009)1 ΑΑΔ 1524, που τυγχάνει να είναι οι ίδιοι με την Εναγόμενη, εξέδωσαν ασφαλιστικό συμβόλαιο τύπου «Mortgage Plan» σε συνδυασμό με την παροχή στεγαστικού δανείου με σκοπό την αποπληρωμή του δανείου στην λήξη του όπως ακριβώς και στην υπό εξέταση περίπτωση σύμφωνα με το Τεκμήριο 1, το ασφαλιστήριο - Τεκμήριο 3 - αλλά και την μαρτυρία της ΜΥ
- Παρεχόταν, επίσης, ασφαλιστική προστασία από τον κίνδυνο της ολικής ανικανότητας για οποιαδήποτε εργασία έναντι αμοιβής ή κέρδους, όπως ακριβώς και στην υπό εξέταση περίπτωση σύμφωνα με τον όρο 3.6(α) και (β) του Τεκμηρίου
- Επίσης, τα ωφελήματα του ασφαλιστικού συμβολαίου είχαν εκχωρηθεί απολύτως στην Τράπεζα Κύπρου Λτδ, που παρέσχε το στεγαστικό δάνειο στον εφεσείοντα, όπως ακριβώς και στην υπό εξέταση περίπτωση. Μετά την έκδοση του πιο πάνω ασφαλιστηρίου εγγράφου και εκκρεμούσης της οφειλής του εφεσείοντα για αποπληρωμή του στεγαστικού δανείου αυτός υπέστη ατύχημα συνεπεία του οποίου, ως ισχυριζόταν, είχε καταστεί ολικά ανίκανος για εργασία και διεκδικούσε το ωφέλημα ανικανότητας όπως ακριβώς και στην υπό εξέταση περίπτωση. Επίσης, ο όρος του εγγράφου εκχώρησης των ωφελημάτων που δυνατόν να προκύψουν από το ασφαλιστικό συμβόλαιο προς όφελος του εφεσείοντα είναι πανομοιότυπος με τον όρο 6 του Τεκμηρίου
- Υπό το φως των πιο πάνω και των αρχών που διέπουν το θέμα της εκχώρησης όπως αυτές αναλύονται διεξοδικά στο απόσπασμα που πιο πάνω παρατέθηκε από την απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Ανδρέα Λουκά ν. Eurolife Ltd
(2009)1 ΑΑΔ 1524, προκύπτει ότι ο Ενάγων δεν δικαιούτο να εγείρει από μόνος του την αγωγή. Ένεκα της εκχώρησης δικαιούχος νομικού δικαιώματος αγωγής είναι στην υπό εξέταση περίπτωση η Τράπεζα Κύπρου Λτδ και όχι ο Ενάγων. Η Τράπεζα είναι, επίσης, το πρόσωπο που δύναται να ελέγχει το δικαίωμα αγωγής και να ενάγει με βάση αυτό. Η συντήρηση της αγωγής από τον εκχωρητή, στην προκείμενη περίπτωση, τον Ενάγοντα, στην απουσία και χωρίς την συνένωση ως διαδίκου του εκδοχέα, ήτοι της Τράπεζας, δεν είναι επιτρεπτή. Ο Ενάγων ενήγαγε προσωπικά την Εναγόμενη χωρίς να συνενώσει και την Τράπεζα ως διάδικο που φυσιολογικά και νομικά είχε τον πρώτο λόγο στη διαδικασία λόγω της εκχώρησης. Επίσης, πουθενά δεν φαίνεται η Τράπεζα να είχε εξουσιοδοτήσει τον Ενάγοντα να την εκπροσωπήσει ως εμπιστευματοδόχο της. Η έγερση αγωγής από τον Ενάγοντα θα ήταν επιτρεπτή μόνο αν στην αγωγή συνενωνόταν ως διάδικος και η Τράπεζα ή αν ο Ενάγων ενεργούσε κατ' εντολή της Τράπεζας. Ο Ενάγων δεν έχει απευθείας δικαίωμα στην έγερση της παρούσας αγωγής και, επομένως, στερείται locus standi να την εγείρει. Η αγωγή για τον λόγο αυτό δεν μπορεί να έχει παρά απορριπτική κατάληξη. Με το θέμα της μη συνένωσης αναγκαίου διαδίκου που έχει ως αποτέλεσμα η αγωγή να θεωρείται απορριπτέα καταπιάνεται αριθμός αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου που κυρίως έχουν να κάνουν με υποθέσεις που έχουν ως αγώγιμο δικαίωμα την εχθρική κατοχή. Η αναφορά είναι σχετική καθότι συν τοις άλλοις αναδεικνύει την εξουσία του Δικαστηρίου να εξετάσει αυτεπάγγελτα το θέμα και αυτεπάγγελτα να απορρίψει την αγωγή λόγω μη συνένωσης του αναγκαίου διαδίκου. Είναι σαφώς νομολογημένο ότι σε αγωγές για αναγνώριση ιδιοκτησίας δυνάμει εχθρικής κατοχής πρέπει να συνενώνονται ως διάδικοι όλα τα πρόσωπα εναντίον των οποίων ασκήθηκε η ισχυριζόμενη εχθρική κατοχή. Στην υπόθεση Σάββας Ιωάννου Τιτσινίδης ν. Μουνιβέρ Ρεσιάτ
(1993)1 ΑΑΔ 429 το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή επί της ουσίας αφού προηγουμένως προέβη σε αξιολόγηση της ενώπιόν του δοθείσας μαρτυρίας. Έκρινε, επίσης, ότι συνέτρεχε επιπρόσθετος λόγος για την απόρριψη της αγωγής. Και συγκεκριμένα η απουσία από την διαδικασία του προσώπου έναντι του οποίου κατ' ισχυρισμό του εφεσείοντα είχε ασκηθεί εχθρική κατοχή αναφορικά με τα 6/7 του επίδικου τεμαχίου, ήτοι των διαδόχων του προσώπου στο όνομα του οποίου το επίδικο κτήμα ήταν καταχωρημένο. Με την αγωγή δεν επιδιωκόταν μόνο η έκδοση διατάγματος για την παρεμπόδιση εισόδου της εφεσίβλητης στο κτήμα αλλά και διαταγή για την έκδοση τίτλου επ' ονόματι του εφεσείοντα. Διαταγή αυτής της φύσης θα μπορούσε να εκδοθεί μόνο στο πλαίσιο αγωγής εναντίον όλων των προσώπων κατά των οποίων ασκήθηκε εχθρική κατοχή, δηλαδή τόσο της εφεσίβλητης της οποίας η ιδιοκτησία περιοριζόταν στο 1/7, όσο και του ιδιοκτήτη των 6/7. Στις σελίδες 435 - 436 της απόφασης λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι γεγονός ότι στην υπόθεση Μιχαήλ Χ"Δαυίδ ν. Χ"Δαυίδ και Άλλης
(1992)1 Α.Α.Δ. 1176], αφήνεται η εντύπωση ότι η συνένωση ως εναγομένου του προσώπου που κατά νόμο φαίνεται να παραγράφηκαν τα δικαιώματα του σύμφωνα με τις έγγραφες προτάσεις, δεν είναι απαραίτητη. Οι παρατηρήσεις του δικαστηρίου δεν ήταν απαραίτητες για τη λύση της διαφοράς σ' εκείνη την υπόθεση, όπου αγωγή και ανταπαίτηση για την απόκτηση ιδιοκτησίας λόγω εχθρικής κατοχής απορρίφθηκαν ως ανυπόστατες. Ήταν παραδεκτό ότι ο προηγούμενος ιδιοκτήτης είχε πωλήσει το κτήμα και αποξενωθεί από κάθε δικαίωμα ιδιοκτησίας. Οι σχετικές παρατηρήσεις του δικαστηρίου είναι αλληλένδετες με τη διαπίστωση ότι η συνένωση προσώπου ως διαδίκου συναρτάται με τα επίδικα θέματα όπως αυτά προσδιορίζονται στις έγγραφες προτάσεις. Η απόφαση εξάλλου στη HadjiPetrou ν. Petsoloukas
(1985)1 C.L.R. 83, δεν αμβλύνει την υποχρέωση για συνένωση στην αγωγή παντός προσώπου εναντίον του οποίου επιδιώκεται αναγνώριση ιδιοκτησίας λόγω εχθρικής κατοχής. Η σημασία της υπόθεσης εκείνης έγκειται στις συνέπειες της καταχώρησης κτήματος στο όνομα προσώπου για σκοπούς φορολογίας και ότι αυτή δε συνιστά τεκμήριο ιδιοκτησίας. Ο ορισμός του όρου "εχθρική κατοχή" στο ΚΕΦ. 224, δεν αφήνει αμφιβολία ότι αυτή ασκείται εναντίον προσώπου το οποίο δικαιούται στην κατοχή του κτήματος. Οι κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης επιβάλλουν την παροχή ευκαιρίας ν' ακουστεί κάθε πρόσωπο του οποίου τα δικαιώματα προσβάλλονται ή είναι ενδεχόμενο να επηρεαστούν από δικαστική απόφαση. Η παρουσία του προσώπου ή προσώπων εναντίον των οποίων ασκήθηκε η εχθρική κατοχή τόσο για το 1/7 όσο και για τα 6/7, ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για την τιτλοποίηση του κτήματος στο όνομα του εφεσείοντα. Επομένως η αγωγή του εφεσείοντα ήταν εκ προοιμίου καταδικασμένη σε αποτυχία». Στην υπόθεση Δόμνα Νικόλα Χριστοδούλου ν. Αθηναίδος Ιωάννου Χριστοδούλου
(1998)1 ΑΑΔ 579 με αγωγή της εναντίον της εφεσίβλητης / εναγομένης 1 και της εναγομένης 2 η εφεσείουσα αξίωσε την εγγραφή επ' ονόματί της τεμαχίου έκτασης 9 στρεμμάτων και 2 προσταθιών με εικοσιοκτώ χαρουπιές και μια ελιά, στο χωρίο Σούνι-Ζανατζιά. Στην πορεία της αγωγής η εναγόμενη 2 απεβίωσε και η απαίτηση εναντίον της αποσύρθηκε. Το επίδικο κτήμα είχε αρχικά εγγραφεί το 1969 επ' ονόματι της πρώην εναγομένης 2 η οποία το πώλησε το 1990 στην εφεσίβλητη, στο όνομα της οποίας μεταβιβάσθηκε. Η εφεσείουσα ισχυρίστηκε ότι το κτήμα της ανήκε δυνάμει δωρεάς και/ή προίκας που της έδωσε ο θετός της πατέρας κατά το 1935 και/ή δυνάμει από μέρους της εχθρικής κατοχής. Ισχυρίσθηκε, επίσης, ότι η εφεσίβλητη δεν απέκτησε επί του κτήματος δικαίωμα που να υπερίσχυε. Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέφρασε ενδοιασμό ως προς το κατά πόσο το θέμα εχθρικής κατοχής θα μπορούσε να εξετασθεί στην απουσία της πρώην εναγομένης 2 και μετά τον θάνατο της, των αντιπροσώπων της. Αναφορικά με την ουσία της υπόθεσης το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η εφεσείουσα δεν απέδειξε δικαίωμα στο κτήμα δυνάμει είτε εχθρικής κατοχής είτε άλλως πως και ότι εν όψει των συνθηκών πρόκτησης του κτήματος από την εφεσίβλητη θα υπερίσχυε εν πάση περιπτώσει η επ' ονόματι της εγγραφή του κτήματος. Απέρριψε ως εκ τούτου την αγωγή. Οι καταλήξεις του Δικαστηρίου και στους δύο τομείς αμφισβητήθηκαν κατ' έφεση. Πριν από την συζήτηση της ουσίας το Εφετείο έθεσε προς εξέταση το κατά πόσο η αγωγή θα μπορούσε να είχε προωθηθεί εν όψει της εν τέλει απουσίας, ως διαδίκου, του διαχειριστή της περιουσίας της πρώην εναγομένης 2. Ο συνήγορος της εφεσείουσας εισηγήθηκε ότι το ισχυριζόμενο δικαίωμα περί εχθρικής κατοχής μπορούσε να προωθηθεί μόνο εναντίον της εφεσίβλητης ως του προσώπου που τώρα εμφανίζεται να έχει αποκλειστικό συμφέρον στο κτήμα και πρόσθεσε προς επίρρωση την άποψη ότι δεν θα μπορούσε να είχε ζητηθεί εναντίον της πρώην εγγεγραμμένης ως ιδιοκτήτριας οποιαδήποτε θεραπεία εφόσον εκείνη δεν διατηρούσε πλέον σχέση με το κτήμα. Ο συνήγορος εξήγησε συναφώς ότι η αναφορά στην πρώην εναγόμενη 2 χρησιμότητα είχε μόνο για να τεθεί στο Δικαστήριο το ιστορικό της υπόθεσης. Επιπλέον, τόνισε ότι εγειρόταν πέρα από το θέμα εχθρικής κατοχής και θέμα δωρεάς ή προίκας. Το Εφετείο σημείωσε ότι και το θέμα δωρεάς ή προίκας αφορούσε άμεσα την πρώην ιδιοκτήτρια το ίδιο όπως και το θέμα εχθρικής κατοχής. Ο συνήγορος της εφεσίβλητης υποστήριξε ενώπιον του Εφετείου ότι η αγωγή δεν μπορούσε να προχωρήσει ενόψει της απουσίας αναγκαίου διαδίκου και κάλεσε το Εφετείο να ενεργήσει στη βάση της Δ.35, θ. 8 για να δώσει τέλος στην υπόθεση παρόλο που το ζήτημα δεν είχε τεθεί με λόγο έφεσης. Το Εφετείο απέρριψε την έφεση. Στην σελίδα 583 της απόφασης φαίνεται το σκεπτικό του Εφετείου: «Αδυνατούμε να αντιληφθούμε το πώς θα ήταν δυνατό να εξεταστεί θέμα ισχυριζόμενης εχθρικής κατοχής, δωρεάς ή προίκας όταν δεν ήταν διάδικος το πρόσωπο εναντίον του οποίου στρεφόταν η ουσία της αξίωσης, εδώ η πρώην εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια. Το ότι το εν λόγω πρόσωπο είχε μεταβιβάσει το κτήμα δεν μετέβαλλε εν προκειμένω την κατάσταση διότι το αντικείμενο συνέχιζε να είναι το προ της μεταβίβασης καθεστώς κυριότητας. Η εφεσίβλητη, εναντίον της οποίας προωθήθηκε η αγωγή, ήταν ξένη προς εκείνη τη διαφορά στις όποιες εκφάνσεις. Ούτε και συμμεριζόμαστε την άποψη ότι η πρώην εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια, ως πωλήτρια, δεν είχε συμφέρον στην αγωγή δεδομένου ότι τυχόν παραμερισμός της υφιστάμενης εγγραφής θα αντανακλούσε άμεσα και σε εκείνη. Η αναγκαιότητα συνένωσης "όλων των προσώπων κατά των οποίων ασκήθηκε εχθρική κατοχή" υπογραμμίστηκε ιδιαίτερα στην Τιτσινίδης ν. Ρεσιάτ
(1993)1 Α.Α.Δ. 429 (στις σελ. 434-5) στην οποία εξηγήθηκαν η Χ"Δαυίδ ν. Χ"Δαυίδ και άλλης
(1992)1 Α.Α.Δ. 1176 και HadjiPetrou v. Petsoloukas
(1985)1 C.L.R. 83. Η διαπίστωση στην οποία έχουμε προβεί καθιστά χωρίς νόημα την εξέταση των λόγων ουσίας της έφεσης γιατί δεν θα μπορούσε να οδηγήσει σε θετικό για την εφεσείουσα αποτέλεσμα. Η Δ.35 θ. 8 παρέχει στο Εφετείο ευρεία εξουσία να εκδίδει οποιαδήποτε διαταγή που θα έπρεπε να είχε εκδοθεί ή που η υπόθεση απαιτεί και αυτό ανεξάρτητα από τους λόγους έφεσης και προς όφελος ποίου επενεργεί: βλ. την Χρ. Κληρίδη κ.ά. ν. Κ. Λ. Κρέντου,
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 432». Από τις πιο πάνω αποφάσεις παρατηρούνται τα ακόλουθα: (α) ευθύνη για την συνένωση των αναγκαίων στην αγωγή διαδίκων φέρει αποκλειστικά ο ενάγων, (β) σε καμία από τις πιο πάνω υποθέσεις δεν είχε εγερθεί το ζήτημα της μη συνένωσης αναγκαίου διαδίκου με σχετική δικογράφηση στην Έκθεση Υπεράσπισης και (γ) η προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να εξετάσει αυτεπάγγελτα ζήτημα μη συνένωσης αναγκαίου διαδίκου και για τον λόγο αυτό να απορρίψει την αγωγή επικροτήθηκε από το Εφετείο. Στην δεύτερη, μάλιστα, υπόθεση που πιο πάνω μνημονεύεται το ζήτημα ηγέρθη από το ίδιο το Εφετείο αυτεπάγγελτα. Σε περίπτωση, όμως, που η πιο πάνω κρίση μου ήθελε σε δευτεροβάθμιο στάδιο κριθεί λανθασμένη θα προχωρήσω να εξετάσω την υπόθεση επί της ουσίας ώστε να αποφευχθεί τυχόν διαταγή για επανεκδίκαση. Για την πλευρά του Ενάγοντα κατέθεσαν ο Ενάγων και η ιατρός Ανδρούλα Μαλικίδου (ΜΕ 2). Για την πλευρά της Εναγόμενης κατέθεσαν η Μαρία Ιωαννίδου (ΜΕ 1), ο ιατρός Χριστόδουλος Μέσης (ΜΥ 2), η Ελεάνα Σπυρή (ΜΥ 3), η Κατερίνα Κονάρη (ΜΥ 4) και ο Υπαστυνόμος Αιμίλιος Καφάς (ΜΥ 5). Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή όλους τους μάρτυρες ενόσω έδιναν μαρτυρία ενώπιόν μου και είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τόσο τον τρόπο με τον οποίο αυτοί απάντησαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους τέθηκαν όσο και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Κατ' αρχή, θα πρέπει να λεχθεί ότι η παρούσα υπόθεση ως πολιτική τοιαύτη κρίνεται επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων και ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου είτε μερικώς (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου
(1988)1 ΑΑΔ 263 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207). Λέχθηκε, επίσης, ότι η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (Βλ. Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454). Πρώτος κατέθεσε ο Ενάγων. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του ο Ενάγων κατέθεσε αφού προηγουμένως υιοθέτησε το περιεχόμενό της γραπτή του δήλωση - Τεκμήριο Α - ως μέρος της κυρίως εξέτασής του σύμφωνα με την δυνατότητα που παρέχεται προς αυτή την κατεύθυνση από το άρθρο 25 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του ο Ενάγων κατέθεσε, επίσης, αριθμό εγγράφων τα οποία σημειώθηκαν από το Δικαστήριο ως τεκμήρια. Ακολούθως, αντεξετάσθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο της Εναγόμενης. Ο Ενάγων στην γραπτή του δήλωση αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Γεννήθηκε στις 20.4.75 και πριν το τροχαίο δυστύχημα ασκούσε το επάγγελμα του φωτογράφου με την μητέρα του. Συνεπεία του τροχαίου δυστυχήματος ο ίδιος τραυματίσθηκε σοβαρά. Επίσης, ένας εκ των επιβαινόντων, ο Γιάννης Γιάκουμος, έχασε την ζωή του και ένας δεύτερος επιβαίνων, ο Νίκος Ταντής, τραυματίσθηκε. Πριν το τροχαίο δυστύχημα ο Ενάγων ήταν υγιέστατος. Ασκούσε το επάγγελμα του φωτογράφου από το
- Στον Στρατό υπηρέτησε στους Καταδρομείς και ήταν άνθρωπος με πολλά χόμπι, όπως το κολύμπι και τα ταξίδια. Συνεπεία, όμως, του τροχαίου δυστυχήματος η ζωή του άλλαξε ριζικά. Υπέστη σοβαρή κρανιοεγκεφαλική κάκωση και για τρεις μήνες βρισκόταν σε κωματώδη κατάσταση στον αναπνευστήρα στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Αρχές του Μάρτη του 2003 άρχισε νοσηλεία στο Μέλαθρο Αγωνιστών ΕΟΚΑ, η οποία διήρκησε έξι περίπου μήνες. Ο Ενάγων αντιμετωπίζει τα ακόλουθα προβλήματα: πρόβλημα συγκέντρωσης, είναι αγχώδης, με το παραμικρό νευριάζει και είναι σε κατάθλιψη δυσκολία στην βάδιση και έλλειψη σταθερότητας και ισορροπίας. Την ίδια έλλειψη σταθερότητας έχει και στα χέρια του πρόβλημα στην άρθρωση λέξεων. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω χρειάζεται συνεχή φροντίδα και βοήθεια ακόμα και για απλές δουλειές, όπως για να μεταφέρει ένα ποτήρι νερό. Επίσης, δεν μπορεί να γράψει κανονικά. Δεν έχει σταθερότητα στα χέρια και τα πόδια, στερείται ισορροπίας και ως εκ τούτου δεν μπορεί ούτε να φωτογραφήσει, ούτε να βιντεογραφήσει. Κατέστη από την ημέρα του δυστυχήματος μόνιμα και ολικά ανίκανος για την εργασία του φωτογράφου και του βιντεογράφου αλλά και για οποιαδήποτε άλλη εργασία. Κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ασφαλισμένος στην Εναγόμενη βάση του ασφαλιστικού σχεδίου Mortgage Plan με αριθμό συμβολαίου 90/0072318 για την περίοδο από 28.5.98 μέχρι 28.5.18 με ασφαλισμένο το ποσό των Λ.Κ.48.000,00 σεντ - Ευρώ 82.012,87 σεντ - το οποίο είχε δανεισθεί από την Τράπεζα Κύπρου. Το ποσό του δανείου συμφωνήθηκε να επιβαρύνεται με επιτόκιο προς 8%. Ο σκοπός του δανείου ήταν η αγορά του καταστήματος όπου στεγάζεται το φωτογραφείο. Τρεις περίπου μήνες μετά το τροχαίο δυστύχημα, ήτοι περί τον Μάρτιο του 2003, η Εναγόμενη άρχισε να δίνει στον Ενάγοντα και να εφαρμόζει προς όφελός του τα ωφελήματα που περιγράφονται στο ασφαλιστήριο. Με επιστολή της, όμως, ημερομηνίας 21.11.03 η Εναγόμενη διέκοψε τα ωφελήματα αυτά επικαλούμενη αστυνομική έκθεση σύμφωνα με την οποία κατά τον χρόνο του τροχαίου δυστυχήματος ο Ενάγων βρισκόταν υπό επήρεια αλκοόλης. Ως αποτέλεσμα της διακοπής των ωφελημάτων ο Ενάγων αναγκάσθηκε να συνεχίσει να πληρώνει με αυτόματη αποκοπή από τον λογαριασμό του τόσο το ποσό του ασφαλίστρου, ήτοι Λ.Κ.153,60 σεντ - Ευρώ 267,57 σεντ - όσο και το ποσό των τόκων του δανείου, ήτοι Λ.Κ.312,82 σεντ - Ευρώ 534,48 σεντ - από τις 21.11.03 μέχρι σήμερα, ήτοι για 84 μήνες, ήτοι το συνολικό ποσό των Λ.Κ.39.179,28 σεντ - Ευρώ 66.941,77 σεντ. Συνεπεία του τροχαίου δυστυχήματος σχηματίσθηκε εναντίον του Ενάγοντα η ποινική υπόθεση με αριθμό 17077/04 στην οποία ο Ενάγων αντιμετώπιζε 4 κατηγορίες: (α) πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης, (β) οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος υπό την επήρεια αλκοόλης, (γ) οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς ζώνη ασφαλείας και (δ) οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος με ταχύτητα δυνάμενη να θέσει σε κίνδυνο ανθρώπινη ζωή. Ο Ενάγων παραδέχθηκε την πρώτη και τρίτη κατηγορία, ενώ την δεύτερη και τρίτη κατηγορία η Κατηγορούσα Αρχή τις απέσυρε στις 2.11.06 με αποτέλεσμα στις τελευταίες κατηγορίες να αθωωθεί. Εν πάση περιπτώσει στις 24.11.02 δεν οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλ. Η διακοπή των ωφελημάτων έγινε κατά παράβαση των όρων του ασφαλιστικού συμβολαίου. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του ο Ενάγων υποστήριξε διά ζώσης τα ακόλουθα: Σήμερα δεν ασχολείται με οτιδήποτε αφού δεν μπορεί καθόλου να εργασθεί και συντηρείται από επίδομα ανικανότητας που λαμβάνει από τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Όταν συνήλθε από το κώμα του πήρε ενάμισι χρόνο για να επανεύρει την κανονική επικοινωνία με το περιβάλλον. Επίσης, μετά το τροχαίο δυστύχημα η μητέρα του τα είχε χαμένα καθότι δεν γνώριζε αν ο υιός της θα ζούσε ή όχι. Εξ' ου και η καθυστέρηση στην καταχώρηση της αγωγής. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του ο Ενάγων κατέθεσε τα ακόλουθα έγγραφα τα οποία σημειώθηκαν από το Δικαστήριο ως τεκμήρια: Συμφωνία δανείου με την Τράπεζα Κύπρου Λτδ για το ποσό των Λ.Κ.48.000,00 σεντ - Τεκμήριο 1 Βεβαίωση από το Μέλαθρο Αγωνιστών της ΕΟΚΑ ημερομηνίας 3.6.03 - Τεκμήριο
- Σύμφωνα με το εν λόγω τεκμήριο, το οποίο υπογράφεται από τον ειδικό φυσίατρο Σάββα Μήλλιο, ο Ενάγων νοσηλεύθηκε στο Τμήμα Αποκατάστασης του Μελάθρου όπου ακολουθούσε πρόγραμμα αποκατάστασης μετά από βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση λόγω τροχαίου ατυχήματος. Ο Ενάγων αδυνατούσε να αυτοεξυπηρετηθεί και να μετακινηθεί από μόνος του. Για τις μεταφορές του χρειαζόταν αναπηρικό αμαξίδιο Ασφαλιστήριο συμβόλαιο (Mortgage Plan) με την Eurolife με αριθμό 90/0072318 - Τεκμήριο 3 Βεβαίωση από το Μέλαθρο Αγωνιστών της ΕΟΚΑ ημερομηνίας 8.10.13 - Τεκμήριο
- Σύμφωνα με το εν λόγω τεκμήριο, το οποίο υπογράφεται από την φυσίατρο, Ιφιγένεια Αθηνοδώρου, ο Ενάγων νοσηλεύθηκε στην Μονάδα Αποκατάστασης του Μελάθρου επιδοτούμενος του κράτους από τις 12.3.03 μέχρι τις 31.7.
- Ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα συνεπεία του οποίου υπέστη σοβαρή κρανιοεγκεφαλική κάκωση. Παρουσίαζε αριστερή ημιπληγία, διπλοποία, και αφασικές διαταραχές (διαταραχές ομιλίας). Ακολούθησε πρόγραμμα αποκατάστασης ως εσωτερικός ασθενής μέχρι τις 31.7.03 και συνέχισε μετά την έξοδό του το πρόγραμμα αποκατάστασης Βεβαίωση από το Πρότυπο Κέντρο Θεραπειών «Πανδέκτης» ημερομηνίας 3.10.13 - Τεκμήριο
- Σύμφωνα με το εν λόγω τεκμήριο, το οποίο υπογράφεται από τον Ονησίφορο Χ΄΄Ονησιφόρου, κινησιολόγο ειδικό στην αποκατάσταση (μετεγχειρητική και μετατραυματική), ο Ενάγων επισκέπτεται το πρότυπο κέντρο θεραπειών «Πανδέκτης» τρεις φορές την εβδομάδα από τον Ιανουάριο του 2005 μετά από τροχαίο δυστύχημα που είχε στις 24.11.02 και το οποίο του προκάλεσε σοβαρή κρανιοεγκεφαλική κάκωση με διάγνωση αριστερή ημιπάρεση. Ως αποτέλεσμα έχει αστάθεια στις κινήσεις και μειωμένη ισορροπία κατά την διάρκεια της βάδισης η οποία οφείλεται κυρίως στην έντονη υπερτονία των δικεφάλων και γαστροκνήμιων μυών στα κάτω άκρα καθώς και αδυναμία στον κορμό. Έντυπο Υ.Κ.Ε. 73 των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας - Τεκμήριο
- Ιατρικό Πιστοποιητικό του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού ημερομηνίας 25.10.05 - Τεκμήριο 7 Ιατρική Βεβαίωση της Νευρολογικής Κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού ημερομηνίας 9.1.12 - Τεκμήριο 8 Ιατρική Βεβαίωση της Νευρολογικής Κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού ημερομηνίας 8.10.13 - Τεκμήριο 9 Έντυπο Υ.Κ.Α. 366 των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων - Τεκμήριο 10 Ιστορικό Πληρωμών στην Eurolife - Τεκμήριο 11 Έγγραφο της Τράπεζας Κύπρου με τίτλο «Υπόλοιπα Λογαριασμού (Πληροφοριακή Κατάσταση)» - Τεκμήριο 12 Έγγραφο της Eurolife με τίτλο «Κατάσταση Ασφαλιστηρίου» - Τεκμήριο 13 Επιστολή της Eurolife ημερομηνίας 21.11.03 - Τεκμήριο 14 Κατηγορητήριο στην ποινική υπόθεση με αριθμό 17077/04 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού - Τεκμήριο 15 Απόφαση (Ποινή) στην ποινική υπόθεση με αριθμό 17077/04 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού - Τεκμήριο
- Αναφορά στο περιεχόμενο των Τεκμηρίων 6-10 γίνεται κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της ΜΕ
- Κατά την αντεξέταση ο Ενάγων υποστήριξε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Τελείωσε το σχολείο σε ηλικία 17 ετών και, ακολούθως, κατατάγηκε στον Στρατό. Στην συνέχεια σπούδασε φωτογράφος στην Αγγλία και Γερμανία. Επέστρεψε στην Κύπρο σε ηλικία 23-24 ετών και εργαζόταν στο φωτογραφείο που διευθύνουν οι γονείς του ως φωτογράφος και βιντεογράφος. Μεταξύ άλλων, έβγαζε φωτογραφίες σε γάμους και βαφτίσια. Μετά το τροχαίο δυστύχημα δεν μπορούσε και εξακολουθεί μέχρι σήμερα να μην μπορεί να εργάζεται ως φωτογράφος και βιντεογράφος. Έχει ζαλάδες και πρωτίστως δεν μπορεί να συγκεντρωθεί. Έχει, επίσης, αστάθεια σε βαθμό που ακόμα και ένα ποτήρι νερό δεν μπορεί να μεταφέρει χωρίς να χυθεί το νερό. Η κοινωνική του ζωή μετά το τροχαίο δυστύχημα είναι εντελώς αρνητική όπως την χαρακτήρισε. Έχασε τα πάντα περιλαμβανομένων και των φίλων του. Πριν 3-4 χρόνια, όμως, αρραβωνιάσθηκε. Κατά την αντεξέταση η Υπεράσπιση με αφορμή τον χρόνο που παρήλθε, αφενός, από το τροχαίο δυστύχημα, αφετέρου, από την διακοπή των ωφελημάτων από την Εναγόμενη μέχρι την καταχώρηση της αγωγής αμφισβήτησε το γνήσιο της αγωγής υποβάλλοντας στον Ενάγοντα ότι η καταχώρηση της αγωγής δεν ήταν παρά προϊόν δεύτερης σκέψης του και αυτό γιατί γνώριζε ότι δεν κατέστη μόνιμα και ολικά ανίκανος μετά το τροχαίο δυστύχημα και, επομένως, ότι δεν είχε καλό αγώγιμο δικαίωμα. Ο Ενάγων αρνήθηκε την θέση της Υπεράσπισης και εις απάντηση πρόβαλε την θέση ότι η κατάσταση της υγείας του μετά το τροχαίο δυστύχημα ήταν πολύ άσχημη. Συγκεκριμένα ήταν σε κώμα και παρέμεινε στον αναπνευστήρα για 3 μήνες και οι πιθανότητες να ζήσει ήταν 10% σύμφωνα με τους ιατρούς. Περιγράφοντας δε την κατάσταση της υγείας του μετά το τροχαίο δυστύχημα ανέφερε ενδεικτικά ότι ήταν «του θανατά». Επίσης, στον ενάμισι χρόνο είχε συνέλθει και μετά από πολλές φυσιοθεραπείες. Από την άλλη, πρωταρχικό μέλημα των γονέων του ήταν να τον σώσουν και όχι, όπως από την πιο πάνω δήλωση προκύπτει, να προβούν αμέσως σε καταχώρηση αγωγής. Η Υπεράσπιση αμφισβήτησε, επίσης, ότι ο Ενάγων συνεπεία του τροχαίου δυστυχήματος υπέστη τραυματισμό της έκτασης και της σοβαρότητας που ο Ενάγων υπέδειξε με την μαρτυρία του. Υπεβλήθη, επίσης, στον Ενάγοντα ότι οι σωματικές βλάβες που ισχυρίζεται ότι υπέστη από το τροχαίο δυστύχημα είναι υπερβολικές, ότι δεν είναι μόνιμα και ολικά ανίκανος για εργασία και ότι η οποιαδήποτε ανικανότητα που έχει δεν τον εμποδίζει να εργάζεται ή να απασχολείται στο οικογενειακό φωτογραφείο με απλούστερες ενασχολήσεις. Ο Ενάγων αρνήθηκε όλες τις πιο πάνω υποβολές επιμένοντας στις θέσεις του και ειδικότερα στο ότι τα κατάλοιπα που του άφησε το τροχαίο δυστύχημα του στερούν την οποιαδήποτε δυνατότητα να ασχολείται είτε με ουσιαστική εργασία είτε με οτιδήποτε απλούστερο και τον κατέστησαν μόνιμα και ολικά ανίκανο για εργασία. Κρίνω ευθύς εξ' αρχής σκόπιμο να αναφέρω ότι η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε σοβαρά τους τραυματισμούς τους οποίους υπέστη ο Ενάγων συνεπεία του τροχαίου δυστυχήματος, αφού από ό,τι επί του προκειμένου υποβλήθηκε στον Ενάγοντα από την Υπεράσπιση και υποδείχθηκε στην αμέσως προηγούμενη παράγραφο καταδεικνύεται ότι η Υπεράσπιση δεν ήταν σε θέση να προβάλει συγκεκριμένη θέση ως προς το τι συνίσταντο οι τραυματισμοί αυτοί και ποιας έκτασης και σοβαρότητας ήταν. Συναφώς και αναφορικά με τις σωματικές βλάβες που ο Ενάγων υπέδειξε με την μαρτυρία του η Υπεράσπιση αρκέσθηκε σε γενικόλογες και αόριστες υποβολές του τύπου ότι αυτές είναι υπερβολικές. Υπό το φως των πιο πάνω προκύπτει ότι οι εν λόγω υποβολές στερούνταν ουσιαστικού ερείσματος, αφού συν τοις άλλοις και ο ιατρός Μέσης ο οποίος κλήθηκε ως μόνος εμπειρογνώμονας από την Υπεράσπιση αναγνώρισε ότι ο Ενάγων συνεπεία του τροχαίου δυστυχήματος υπέστη μια σοβαρή κρανιοεγκεφαλική κάκωση από την οποία προήλθε στον Ενάγοντα σοβαρή εγκεφαλική βλάβη, κάτι το οποίο καταμαρτυρείται σύμφωνα με την μαρτυρία του εν λόγω ιατρού και ορθά κατά την κρίση μου από το γεγονός και μόνο ότι ο Ενάγων παρέμεινε στον αναπνευστήρα για αρκετό χρονικό διάστημα - τρεις μήνες - και, ακολούθως, υπεβλήθη σε πολύμηνη φυσιοθεραπεία-αποκατάσταση στο Μέλαθρο Αγωνιστών ΕΟΚΑ. Χωρίς ουσιαστικό έρεισμα ήταν, επίσης, η θέση ότι ο Ενάγων είναι σε θέση να εκτελεί ουσιαστική εργασία, ήτοι με πλήρες ωράριο και πλήρη καθήκοντα, αφού και ο εμπειρογνώμονας της Υπεράσπισης, ιατρός Μέσης, ΜΥ 2, είναι της άποψης ότι τέτοια εργασία ο Ενάγων δεν μπορεί και δεν θα μπορεί να εκτελεί για το υπόλοιπο της ζωής του. Αποτελεί, όμως, θέση της Υπεράσπισης ότι ο Ενάγων δεν κατέστη συνεπεία του τροχαίου δυστυχήματος μόνιμα και ολικά ανίκανος για εργασία, θέση στην οποία υποβόσκει η θέση ότι τα κατάλοιπα του τροχαίου δυστυχήματος δεν είναι αυτά που υπέδειξε με την μαρτυρία του ο Ενάγων και η ιατρός Μαλικίδου (ΜΕ 2) και η οποία εναρμονίζεται με την μαρτυρία του ιατρού Μέση (ΜΥ 2), η οποία σε γενικές γραμμές είναι ότι η κατάσταση του Ενάγοντα από το 2005 παρουσίασε θεαματική βελτίωση, ότι σήμερα ο Ενάγων δεν παρουσιάζει τα σοβαρά εκείνα νευρολογικά προβλήματα που παρουσίαζε το 2005 και ότι μπορεί να βοηθά με απλούστερες ενασχολήσεις στο οικογενειακό φωτογραφείο, δήλωση η οποία ως εκ των θέσεων της Υπεράσπισης οι οποίες προβλήθηκαν και προωθήθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία αλλά και ως εκ της τελικής αγόρευσης της ευπαίδευτης συνηγόρου της Υπεράσπισης προκύπτει ερμηνεύεται ότι ο Ενάγων είναι ικανός για εργασία εντός της έννοιας του σχετικού όρου του ασφαλιστηρίου. Σχετική είναι και η υποβολή που τέθηκε στον Ενάγοντα από την Υπεράσπιση ότι η σημερινή του κατάσταση είναι πολύ καλύτερη από αυτήν που ο Ενάγων προσπάθησε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο. Τα πιο πάνω, όπως ποια είναι τα κατάλοιπα από το τροχαίο δυστύχημα και ποια επίδραση έχουν στην ικανότητα του Ενάγοντα για εργασία, είναι ζητήματα τα οποία θα πρέπει να απασχολήσουν το Δικαστήριο και να αποφασισθούν. Μέσα από την συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, τον τρόπο και το ύφος με το οποίο απαντούσε στις διάφορες ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν ο Ενάγων μου ενέπνευσε την πεποίθηση ότι αναφορικά με τα ουσιώδη ζητήματα της υπόθεσης κατέθεσε την αλήθεια. Η αλήθεια της μαρτυρίας του επιβεβαιώνεται από την μαρτυρία της ιατρού Μαλικίδου, ΜΕ 2, με την οποία, αξίζει να σημειωθεί, ως προς την ικανότητα του Ενάγοντα για εργασία συνάδει απόλυτα η μαρτυρία του ιατρού Μέση, ΜΥ
- Κάποια δε σημεία από την μαρτυρία του Ενάγοντα που δεν αποδέχομαι δεν είναι ουσιώδη και, κατ' επέκταση, δεν είναι ικανά να κλονίσουν την εν γένει αξιοπιστία του και την καλή εντύπωση που σχημάτισα γι' αυτόν ως μάρτυρα της αλήθειας. Δεν μου διαφεύγει ότι κατά την αντεξέταση ο Ενάγων δήλωσε ότι δεν είναι σε θέση να παρακολουθήσει δικαστική διαδικασία. Κάτι το οποίο διαψεύδεται, αφενός, από την προσκομισθείσα εκατέρωθεν των πλευρών ιατρική μαρτυρία, ήτοι των ιατρών Μαλικίδου και Μέση, ΜΕ 2 και ΜΥ 2 αντίστοιχα, αφετέρου, από την ίδια την ακροαματική διαδικασία που έλαβε χώρα και από την οποία διεφάνη περίτρανα ότι ο Ενάγων δύναται να παρακολουθήσει δικαστική διαδικασία. Δεν μου διαφεύγει, επίσης, ότι σε κάποιες ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν από την ευπαίδευτη συνήγορο της Υπεράσπισης ο Ενάγων δεν απαντούσε επικαλούμενος έλλειψη μνήμης για τα γεγονότα στα οποία αυτές αναφέρονταν. Μέσα, όμως, από τον τρόπο με τον οποίο απαντούσε στις ερωτήσεις αυτές και τις απαντήσεις που έδινε όταν η Υπεράσπιση κάποιες φορές επανερχόταν στο ίδιο ή παρεμφερές θέμα, αλλά και από το γεγονός ότι αναφορικά και με άλλα γεγονότα είχε μνήμη η εντύπωση που σχημάτισα ήταν ότι η επίκληση από μέρους του Ενάγοντα της έλλειψης μνήμης δεν ήταν γνήσια και αυτό παρά το ότι - και δεν μου διαφεύγει - τόσο σύμφωνα με την ΜΕ 2 όσο και τον ΜΥ 2 ο Ενάγων παρουσιάζει ως απότοκο του τροχαίου δυστυχήματος έλλειψη μνήμης. Με τις πιο πάνω διαπιστώσεις μου δεν θεωρώ ότι παρεμβαίνω στην ιατρική μαρτυρία. Άλλωστε, σύμφωνα με αυτήν ο Ενάγων δεν απώλεσε την μνήμη του. Παρουσιάζει μόνο έλλειψη μνήμης. Κρίνω δε ότι από την υπό του Ενάγοντα δοθείσα μαρτυρία προκύπτει με ενάργεια ότι αναφορικά με τα θέματα για τα οποία ρωτήθηκε και επικαλέσθηκε την έλλειψη μνήμης, όπως, για παράδειγμα, πού βρισκόταν αμέσως πριν το τροχαίο δυστύχημα ή αν του τροχαίου δυστυχήματος είχε προηγηθεί βραδινή έξοδος, ο Ενάγων είχε μνήμη πλην όμως απέφευγε να απαντήσει. Αν και θα πρέπει να σημειωθεί ότι αναφορικά με κάποια άλλα ένεκα του μεγάλου χρόνου που παρήλθε δέχομαι ότι ο Ενάγων ειλικρινά δεν θυμόταν να απαντήσει. Όπως όταν ρωτήθηκε πότε υπέβαλε την απαίτησή του στην Εναγόμενη ή αν υπέβαλε αυτή ένα χρόνο μετά το τροχαίο δυστύχημα. Δεν μου διαφεύγει, επίσης, ότι ο Ενάγων σε κάποιες ερωτήσεις της Υπεράσπισης δήλωνε ότι δεν καταλάβαινε, όπως όταν ρωτήθηκε αν η Εναγόμενη απέρριψε την απαίτησή του με την επιστολή - Τεκμήριο 14 - προδήλως, η Υπεράσπιση αναφερόταν στην διακοπή της παροχής ωφελήματος. Δεν μπορώ να δεχθώ ότι ο Ενάγων δεν αντιλαμβανόταν θέματα όπως το πιο πάνω. Αφού και σε σχέση με το παράδειγμα που μόλις πιο πάνω αναφέρθηκε όταν του επιδείχθηκε το Τεκμήριο 14 ο Ενάγων το αναγνώρισε. Σε ερώτηση δε αν ήταν με την επιστολή εκείνη που η Εναγόμενη απέρριψε την απαίτησή του ο Ενάγων απάντησε καταφατικά. Ήταν πρόδηλο ότι η επίκληση έλλειψης αντίληψης ήταν δηλωτική της απροθυμίας ή της προσπάθειας του Ενάγοντα να αποφύγει να απαντήσει. Πάντως, μου έκανε εντύπωση το γεγονός ότι όταν του υποβλήθηκε από την Υπεράσπιση ότι η καταχώρηση της αγωγής ήταν προϊόν δεύτερης σκέψης στην βάση του ότι αυτή έλαβε χώρα 6 περίπου χρόνια μετά το τροχαίο δυστύχημα ο Ενάγων έσπευσε να διορθώσει την ευπαίδευτη συνήγορο υποδεικνύοντάς της ότι σε προγενέστερο στάδιο και, αξίζει να σημειωθεί, ενώ είχε μεσολαβήσει σειρά ερωτήσεων από την μια υποβολή στην άλλη, η εν λόγω συνήγορος του είχε θέση την ίδια υποβολή με την μόνη διαφορά ότι η βάση της τελευταίας υποβολής ήταν ότι η αγωγή καταχωρήθηκε 5 και όχι 6 χρόνια μετά το τροχαίο δυστύχημα. Δεν θεωρώ σκόπιμο να αναφέρω και άλλα σημεία από την μαρτυρία του Ενάγοντα εκτός από εκείνα που ήδη έχω πιο πάνω αναφέρει. Αφενός, γιατί η πιο πάνω περιγραφείσα στάση του Ενάγοντα δεν στάθηκε εμπόδιο στο να αποκρυσταλλωθούν τα επίδικα ζητήματα και να δώσει ο Ενάγων την εκδοχή του αναφορικά με αυτά, αφετέρου, γιατί αυτή δεν κλονίζει την καλή εντύπωση που μου προξένησε και την εν γένει αξιοπιστία του αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης που είναι, μεταξύ άλλων, ότι συνεπεία του τροχαίου δυστυχήματος δεν μπορεί να εργασθεί ως φωτογράφος ή βιντεογράφος και ότι τα κατάλοιπα που του άφησε το τροχαίο δυστύχημα του αποστερούν την ικανότητα να εργασθεί σε οποιαδήποτε άλλη εργασία με πλήρες ωράριο και πλήρη καθήκοντα, θέση η αλήθεια της οποίας επιβεβαιώνεται τόσο από την μαρτυρία της ιατρού Μαλικίδου (ΜΕ 2) που ο ίδιος κάλεσε όσο και από την μαρτυρία του εμπειρογνώμονα που κάλεσε η πλευρά της Υπεράσπισης, ιατρού Μέση (ΜΥ 2). Αυτά είναι το πρόβλημα που αντιμετωπίζει με την συγκέντρωση, η αγχώδης καταθλιπτική συνδρομή - χαρακτηριστικά υποστήριξε ότι είναι αγχώδης, με το παραμικρό νευριάζει και είναι σε κατάθλιψη - η δυσκολία στη βάδιση, η έλλειψη σταθερότητας στα άνω και κάτω άκρα, η μείωση στην ισορροπία και το πρόβλημα στην άρθρωση των λέξεων, δυσαρθρία όπως την χαρακτήρισαν και οι δύο ιατροί, κατάλοιπα τα οποία αναγνώρισε και με την μαρτυρία της επιβεβαίωσε η ιατρός Μαλικίδου (ΜΕ 2). Ο ιατρός Μέσης (ΜΥ 2) δεν διαπίστωσε πρόβλημα συγκέντρωσης ή αγχώδη καταθλιπτική συνδρομή. Με τους πιο πάνω ισχυρισμούς, όμως, του ιατρού Μέση καταπιάνομαι κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του και όπως θα καταδειχθεί αυτοί δεν είναι αποδεκτοί. Συνακόλουθα από την μαρτυρία του Ενάγοντα δέχομαι, μεταξύ άλλων, ότι στις 24.11.02 και ενώ οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΗΧΒ 791 ενεπλάκη σε τροχαίο δυστύχημα το οποίο άφησε στον Ενάγοντα ως κατάλοιπα αυτά τα οποία ο Ενάγων ανέφερε στην μαρτυρία του και ότι συνεπεία αυτών των κατάλοιπων αυτός κατέστη από την ημερομηνία του τροχαίου δυστυχήματος ανίκανος και θα είναι εφ' όρου ζωής ανίκανος να ασκεί το επάγγελμα του φωτογράφου και βιντεογράφου ή οποιοδήποτε άλλο επάγγελμα με πλήρη καθήκοντα και πλήρες ωράριο. Δέχομαι, επίσης, ότι ένεκα της κατάστασης στην οποία περιήλθε η υγεία του μετά το τροχαίο δυστύχημα ο Ενάγων από τότε και μέχρι σήμερα χρειάζεται συνεχή φροντίδα και βοήθεια και θα χρειάζεται φροντίδα και βοήθεια για το υπόλοιπο της ζωής του, κάτι το οποίο είναι επίσης, αποδεκτό τόσο από την ιατρό Μαλικίδου (ΜΕ 2) όσο και από τον ιατρό Μέση (ΜΥ 2). Από την μαρτυρία του Ενάγοντα συνάγεται με ενάργεια ότι θέση του είναι ότι αυτός δεν δύναται να επιδοθεί σε καμία απασχόληση ή ενασχόληση, κάτι, όμως, το οποίο δεν συνάδει ούτε με την μαρτυρία της ΜΕ 2 αλλά ούτε και με την μαρτυρία του ΜΥ
- Σύμφωνα με την ΜΕ 2 ο Ενάγων δύναται να εκτελεί περιοριστικής φύσεως και διάρκειας εργασίας στο οικογενειακό φωτογραφείο, όπως να ασχολείται με μεγεθύνσεις και μοντάζ, αν και, για λίγη ώρα και πάντοτε υπό την επίβλεψη του διευθύνοντα, ενώ σύμφωνα με τον ΜΥ 2 ο Ενάγων δύναται να βοηθά σε κάποιες απλές ενασχολήσεις στο οικογενειακό φωτογραφείο και για μερικές μόνο ώρες, όπως να είναι στην υποδοχή, να αντικαθιστά άλλους στην υποδοχή που θα απουσιάζουν για λίγο διάστημα, να παίρνει μηνύματα και να κανονίζει ραντεβού. Τώρα αν τα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν από τους δύο πιο πάνω ιατρούς σημαίνουν ότι ο Ενάγων συνεπεία του τροχαίου δυστυχήματος δεν κατέστη μόνιμα και ολικά ανίκανος για εργασία εντός της έννοιας του ασφαλιστηρίου είναι κάτι που θα εξετασθεί αν και όχι στο στάδιο τούτο της απόφασης. Αναφορικά με τα υπό του Ενάγοντα κατατεθέντα έγγραφα σημειώνονται τα ακόλουθα. Σημειώνεται ευθύς εξ' αρχής ότι εκτός σε σχέση με το Τεκμήριο 6 καμία ένσταση δεν υπήρξε από την Υπεράσπιση στην κατάθεση των εγγράφων που σημειώθηκαν ως Τεκμήρια 1-5 και 7-
- Επίσης, αν και η Υπεράσπιση επιφύλαξε το δικαίωμα να αντεξετάσει επί του περιεχομένου κάποιων από τα έγγραφα τα οποία κατατέθηκαν από τον Ενάγοντα σε καμία αντεξέταση δεν υπέβαλε τον Ενάγοντα επί του περιεχομένου των εγγράφων εκείνων αλλά και οποιουδήποτε άλλου εγγράφου που κατατέθηκε από αυτόν. Ούτε επί του περιεχομένου του Τεκμηρίου 6 αντεξέτασε τον Ενάγοντα η Υπεράσπιση. Καμία απολύτως υποβολή δεν τέθηκε στον Ενάγοντα από την Υπεράσπιση προς την κατεύθυνση ότι το περιεχόμενο του πιο πάνω εγγράφου ή των υπόλοιπων υπό αυτού κατατεθέντων εγγράφων δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Είναι νομολογημένη αρχή ότι παράλειψη αντεξέτασης πάνω σε ένα ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δύναται να εκληφθεί ως αποδοχή της μαρτυρίας του (Βλ. Phipson on Evidence, 12η Έκδοση, παράγραφος 1593, σελίδα 687 και Δημήτρης Ζαχαρίου ν. Ανδρονίκης Δ. Ζαχαρίου
(1993)1 ΑΑΔ 159). Υπό το φως των πιο πάνω δέχομαι το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 2, 4 και 5 έστω και αν δεν παρουσιάσθηκαν από την πλευρά του Ενάγοντα οι συντάξαντες αυτών. Άλλωστε, και αυτό είναι σημαντικό να σημειωθεί, αυτά συνάδουν με την εικόνα του Ενάγοντα όπως αυτή παρουσιάσθηκε από την ιατρό Μαλικίδου, ΜΕ 2, αλλά και με την μαρτυρία τόσο του ιδίου του Ενάγοντα όσο και των ιατρών Μαλικίδου και Μέση, πράγμα που αποτελεί επιπρόσθετο λόγο για την αποδοχή τους. Σε σχέση με το Τεκμήριο 2 αναφέρονται τα ακόλουθα. Ότι ο Ενάγων κατά την ημερομηνία σύνταξης του εν λόγω τεκμηρίου νοσηλευόταν στο Τμήμα Αποκατάστασης του Μελάθρου επιβεβαιώνεται από την μαρτυρία του ίδιου του Ενάγοντα. Ότι ο Ενάγων υπέστη συνεπεία του τροχαίου δυστυχήματος βαρεία κρανιοεγκεφαλική κάκωση επιβεβαιώνεται από την μαρτυρία των ιατρών Μαλικίδου και Μέση αλλά και από το γεγονός και μόνο ότι σύμφωνα με τον Ενάγοντα ο τελευταίος βρισκόταν σε κώμα και στον αναπνευστήρα για περίοδο τριών περίπου μηνών. Σημειώνεται ότι η ίδια δήλωση περιέχεται και στα Τεκμήρια 4 και
- Με την μαρτυρία του ο Ενάγων επιβεβαίωσε, επίσης, ότι στο Μέλαθρο αυτός ακολουθούσε πρόγραμμα αποκατάστασης. Με τα κατάλοιπα δε που παρουσιάζει 11 και πλέον χρόνια μετά το τροχαίο δυστύχημα, όπως αυτά υποδείχθηκαν από την ιατρό Μαλικίδου, ΜΕ 2, και κυρίως την σπαστικό-ατακτική συνδρομή θεωρώ ασφαλές να δεχθώ ότι έξι μήνες μετά το τροχαίο δυστύχημα ο Ενάγων δεν μπορούσε να αυτοεξυπηρετηθεί ή να μετακινηθεί από μόνος του και ότι για τις μεταφορές του χρειαζόταν αναπηρικό αμαξίδιο. Επίσης, το ότι σύμφωνα με το Τεκμήριο 4 μετά το τροχαίο δυστύχημα ο Ενάγων παρουσίαζε αριστερή ημιπληγία και αφασικές διαταραχές (διαταραχές ομιλίας) συνάδει με τα μόνιμα κατάλοιπα που διαπίστωσαν οι ιατροί Μαλικίδου (ΜΕ 2) και Μέσης (ΜΥ 2). Ότι νοσηλεύθηκε στο Μέλαθρο από τον Μάρτιο του 2003 μέχρι τον Ιούλιο του ιδίου έτους συνάδει με την μαρτυρία του ίδιου του Ενάγοντα σύμφωνα με την οποία αφού παρήλθαν τρεις μήνες κατά τους οποίους βρισκόταν σε κωματώδη κατάσταση στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού ακολούθως άρχισε νοσηλεία στο Μέλαθρο η οποία διήρκησε έξι μήνες. Τέλος, σε σχέση με το Τεκμήριο 5 αναφέρονται τα ακόλουθα. Το ότι ο Ενάγων υποβάλλεται αδιάκοπα σε φυσιοθεραπεία επιβεβαιώνεται από την μαρτυρία της ιατρού Μαλικίδου, ΜΕ
- Μάλιστα η εν λόγω μάρτυρας με την μαρτυρία της υποστήριξε ότι αν ο Ενάγων σταματήσει την φυσιοθεραπεία η κατάστασή του θα χειροτερεύσει. Τέλος, το ότι ο Ενάγων έχει αστάθεια στις κινήσεις και μειωμένη ισορροπία κατά την διάρκεια της βάδισης και αδυναμία στον κορμό επιβεβαιώνεται τόσο από την μαρτυρία της ιατρού Μαλικίδου, ΜΕ 2, όσο και από την μαρτυρία του ιατρού Μέση, ΜΥ
- Και από την μαρτυρία του ίδιου του Ενάγοντα. Αναφορικά με τα Τεκμήρια 7-9 σημειώνονται τα ακόλουθα. Τα εν λόγω τεκμήρια αναγνωρίσθηκαν συν τοις άλλοις από την ΜΕ 2 ως έγγραφα εκδοθέντα από την ίδια. Με την μαρτυρία της δε η ΜΕ 2 επεξήγησε το περιεχόμενο τους και την σημασία των όσων σε αυτά αναφέρονται στην υγεία του Ενάγοντα και την εν γένει ικανότητά του για εργασία. Αναφορικά με τα Τεκμήρια 6 και 10 η ΜΕ 2 τα αναγνώρισε ως έγγραφα τα οποία είχαν παραδοθεί στην ίδια από τον Ενάγοντα και τα οποία συμπλήρωσε η ίδια για να παραδοθούν στους αποστολείς τους. Με την μαρτυρία της δε η ΜΕ 2 επιβεβαίωσε τα όσα αυτή γραπτώς αναφέρει στα εν λόγω τεκμήρια. Επίσης, τα όσα η ΜΕ 2 αναφέρει στα εν λόγω τεκμήρια συνάδουν με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 7-9 τα οποία, επίσης, εξέδωσε η ίδια ως ανωτέρω αναφέρεται. Υπό το φως όλων των πιο πάνω δέχομαι το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 6-
- Αναφορικά με τα Τεκμήρια 15 και 16 δέχομαι ότι αυτά είναι το κατηγορητήριο που σχηματίσθηκε εναντίον του Ενάγοντα στην ποινική υπόθεση με αριθμό 17077/04 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και η ποινή που επιβλήθηκε στον Ενάγοντα από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στα πλαίσια της πιο πάνω ποινικής υπόθεσης αντίστοιχα. Σημειώνεται ότι η ποινή κατατέθηκε και από την πλευρά της Υπεράσπισης και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
- Το Τεκμήριο 1 είναι σύμφωνα με τον Ενάγοντα η συμφωνία δανείου η οποία συνομολογήθηκε μεταξύ του Ενάγοντα και της Τράπεζας Κύπρου Λτδ. Σύμφωνα με τον όρο 1 του εν λόγω τεκμηρίου ο Ενάγων στις 28.5.18 χρωστεί να πληρώσει σε διαταγή της Τράπεζας Κύπρου Λτδ το ποσό των Λ.Κ.48.000,00 σεντ το οποίο έχει λάβει σε μετρητά. Σύμφωνα με τον όρο 3 ο Ενάγων υποχρεούται να καταβάλλει κάθε μήνα τους δεδουλευμένους τόκους, κάτι το οποίο δέχθηκε και η ΜΥ 2 ως υποχρέωση του Ενάγοντα και επιβεβαιώνεται από το ασφαλιστήριο - Τεκμήριο
- Σύμφωνα με τον όρο 4 το πιο πάνω δάνειο χορηγήθηκε στον Ενάγοντα, μεταξύ άλλων, για σκοπούς αγοράς κτηρίων, κάτι το οποίο, επίσης, δέχθηκε η ΜΥ
- Σύμφωνα με τον όρο 6 διά του εν λόγω τεκμηρίου ο Ενάγων για σκοπούς επιπρόσθετης εξασφάλισης του πιο πάνω δανείου εκχώρησε στην Τράπεζα Κύπρου Λτδ «προς τον σκοπό συνεχούς εξασφάλισης οποιονδήποτε ποσό χρημάτων συμπεριλαμβανομένων κερδών και/ή φιλοδωρημάτων (BONUSES) που δυνατόν να καταστούν πληρωτέα σε μένα δυνάμει συμβολαίου ασφάλειας ζωής με την Ασφαλιστική Εταιρεία Eurolife Ltd αρ. MRT 72318 ημερ. 28/05/98 το οποίο έχω παραδώσει στην Τράπεζα κατάλληλα οπισθογραφημένο». Σημειώνεται ότι το ασφαλιστήριο - Τεκμήριο 3 - φέρει αριθμό MRT
- Τέλος, σύμφωνα με την επιφύλαξη του όρου 6 ο Ενάγων υποχρεούται να πληρώνει χωρίς καθυστέρηση όλα τα ασφάλιστρα κατά την ημερομηνία που αυτά είναι πληρωτέα, κάτι το οποίο, επίσης, δέχθηκε η ΜΥ 2 ως υποχρέωση του Ενάγοντα και καταμαρτυρείται από το Τεκμήριο
- Θα πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι το πιο πάνω έγγραφο δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Επίσης, το ότι ο Ενάγων έκανε δάνειο ύψους Λ.Κ.48.000,00 σεντ από την Τράπεζα Κύπρου και ότι το εν λόγω ποσό ήταν ασφαλισμένο με το πιο πάνω ασφαλιστήριο είναι παραδεκτό με την παράγραφο 3 της Υπεράσπισης. Υπό το φως όλων των πιο πάνω προκύπτει και ως εκ τούτου δέχομαι ότι το Τεκμήριο 1 είναι η συμφωνία δανείου η οποία συνομολογήθηκε μεταξύ του Ενάγοντα και της Τράπεζας Κύπρου και η οποία είναι συνδεδεμένη με το ασφαλιστήριο. Ό,τι με την παράγραφο 3 της Υπεράσπισης αμφισβητείται είναι το ύψος του συμφωνηθέντος επιτοκίου. Από τον όρο 2 του Τεκμηρίου 1 προκύπτει ευκρινώς και ως εκ τούτου δέχομαι τον υπό του Ενάγοντα προβληθέντα ισχυρισμό ότι το επιτόκιο με το οποίο συμφωνήθηκε να χρεώνεται το ποσό του δανείου ήταν 8% ετησίως. Δέχομαι, επίσης, ότι το Τεκμήριο 3 είναι το επίδικο ασφαλιστήριο συμβόλαιο το οποίο υπεγράφη από τον Ενάγοντα και εκ μέρους της Εναγόμενης, κάτι το οποίο είναι παραδεκτό με την παράγραφο 3 της Υπεράσπισης και αποδεκτό από την ΜΥ 3 με την παράγραφο 2 της γραπτής της δήλωσης - Τεκμήριο 20 - στην οποία και ενδεικτικά η εν λόγω μάρτυρας αναφέρει ότι το ασφαλιστήριο συμβόλαιο που ο Ενάγων διατηρούσε με την Εναγόμενη είναι αυτό που είχε ήδη κατατεθεί στην διαδικασία και σημειωθεί από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο
- Στο εν λόγω τεκμήριο κατονομάζεται ως ασφαλισμένος/ιδιοκτήτης ο Ενάγων, και αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: (α) η ημερομηνία έναρξης και λήξης του ασφαλιστηρίου είναι η 28.5.1998 και 28.5.2018 αντίστοιχα, (β) το ασφαλισμένο ποσό είναι Λ.Κ.48.000,00 σεντ, (γ) το μηνιαίο ασφάλιστρο ανέρχεται σε Λ.Κ.153,60 σεντ και το ετήσιο σε Λ.Κ.1.843,25 σεντ, (δ) ο δανειστής του ποσού των Λ.Κ.48.000,00 σεντ είναι η Τράπεζα Κύπρου και (ε) σε περίπτωση ολικής ανικανότητας υπάρχει απαλλαγή από οποιαδήποτε πληρωμή ασφαλίστρου και των τόκων του δανείου. Δέχομαι, επίσης, ότι το Τεκμήριο 14 είναι η επιστολή με την οποία η Εναγόμενη ενημέρωσε τον Ενάγοντα ότι τερμάτιζε την παροχή του ωφελήματος. Η εν λόγω επιστολή είναι παραδεκτή με την Υπεράσπιση και αποδεκτή από την ΜΥ 3 με την παράγραφο 8 της γραπτής της δήλωσης - Τεκμήριο 20 - στην οποία και ενδεικτικά η εν λόγω μάρτυρας αναφέρει ότι η επιστολή ημερομηνίας 21.11.03 με την οποία η Εναγόμενη διέκοψε την καταβολή του ωφελήματος είναι αυτή που είχε ήδη κατατεθεί στην διαδικασία και σημειωθεί από το Δικαστήριο ως Τεκμήριο
- Το Τεκμήριο 11 είναι ιστορικό πληρωμών ασφαλίστρου εκδοθέν από την Εναγόμενη. Σε αυτό καταδεικνύονται οι πληρωμές του ασφαλίστρου από τις 28.5.1998, ημερομηνία έναρξης της ισχύος του ασφαλιστηρίου, μέχρι το τέλος του έτους
- Από το εν λόγω τεκμήριο προκύπτει ότι το ασφάλιστρο ύψους Λ.Κ.153,60 σεντ πληρωνόταν από τις 28.5.98 και ανελλιπώς την 28η ημέρα κάθε επόμενου μήνα μέχρι και την 28.12.
- Ούτε η γνησιότητα, αλλά ούτε και το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση. Μάλιστα, κατά την αντεξέταση του Ενάγοντα η Υπεράσπιση έσπευσε να οικοδομήσει επί του εν λόγω τεκμηρίου ζητώντας από τον Ενάγοντα να διευκρινίσει ότι το πιο πάνω τεκμήριο καταμαρτυρεί την πληρωμή του ασφαλίστρου για την περίοδο στην οποία αυτό αναφέρεται και όχι πέραν αυτής. Επίσης το ότι τα ασφάλιστρα καταβάλλονται ανελλιπώς μέχρι σήμερα υποστήριξε με την μαρτυρία της και η ΜΥ
- Συνεπώς δέχομαι ότι το ασφάλιστρο ύψους Λ.Κ.153,60 σεντ ή Ευρώ 262,44 σεντ και όχι Ευρώ 267,57 σεντ ως ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι είναι η ορθή αντιστοιχία μεταξύ Κυπριακής Λίρας και Ευρώ καταβάλλονταν από τις 28.5.1998 και ανελλιπώς την 28η ημέρα κάθε επόμενου μήνα μέχρι και την 28.12.
- Δέχομαι, επίσης, ότι μετά την διακοπή του ωφελήματος από την Εναγόμενη το ποσό του ασφαλίστρου καταβάλλονταν από τον Ενάγοντα και συγκεκριμένα από τις 28.11.03 και την 28η ημέρα κάθε μήνα ανελλιπώς μέχρι και την 28.8.08, που είναι η τελευταία δόση που προηγήθηκε της καταχώρησης της αγωγής η οποία έλαβε χώρα στις 16.9.08, ήτοι για 58, ως ακριβώς αναφέρεται στην παράγραφο 7 της Έκθεσης Απαίτησης, συναπτούς μήνες. Στην παράγραφο 6 της γραπτής του δήλωσης ο Ενάγων αναφέρει, επίσης, ότι συνέχισε να πληρώνει το ποσό του ασφαλίστρου «από τις 21.11.03 μέχρι σήμερα, δηλαδή, για 84 μήνες». Οι δόσεις «μέχρι σήμερα» λογικά εκλαμβάνονται ότι είναι οι δόσεις μέχρι την 11.9.13, ημερομηνία της κατάθεσης της γραπτής δήλωσης του Ενάγοντα στο Δικαστήριο, και που περιλαμβάνουν και την δόση της 28.8.
- Οι δόσεις, όμως, από τις 28.11.03 μέχρι τις 28.8.13 δεν είναι 84 όπως ο Ενάγων αναφέρει στην παράγραφο 6 της γραπτής του δήλωσης. Αυτές συμποσούνται σε
- Είναι οι δόσεις του Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου για το έτος 2003, ήτοι 2 δόσεις για το έτος 2003, 108 δόσεις για τα έτη 2004-2007 και 8 δόσεις για το έτος 2008 μέχρι την καταχώρηση της αγωγής. Επίσης, το συνολικό ποσό που στην πιο πάνω παράγραφο ισχυρίζεται ο Ενάγων ότι κατέβαλε για ασφάλιστρα και τόκους δεν συνάδουν με χρονική περίοδο 84 μηνών. Παρά τα πιο πάνω και την ρητή αναφορά του Ενάγοντα σε πληρωμή ασφαλίστρου για 84 μόνο μήνες δέχομαι ότι ο Ενάγων καταβάλλει τα ασφάλιστρα από τις 28.11.03 και ανελλιπώς μέχρι σήμερα ως σε άλλο σημείο της παραγράφου 6 της γραπτής του δήλωσης, επίσης, αναφέρει ως ανωτέρω υποδείχθηκε. Και αυτό γιατί είναι αποδεκτό από την Υπεράσπιση ότι ο Ενάγων κατέβαλλε και καταβάλλει το ασφάλιστρο ανελλιπώς μέχρι και σήμερα. Ενδεικτική επί του προκειμένου είναι η μαρτυρία της ΜΥ 2, η οποία, μεταξύ άλλων, κατέθεσε ότι τα ασφάλιστρα καταβάλλονται στην Εναγόμενη. Για τον λόγο, όμως, που πιο πάνω αναφέρθηκε δεν δέχομαι ότι μέχρι την κατάθεση της γραπτής του δήλωσης στο Δικαστήριο ο Ενάγων κατέβαλε το συνολικό ποσό των Ευρώ 66.941,77 σεντ για τόκους και ασφάλιστρα. Αναφορικά με τον ισχυρισμό του Ενάγοντα για την πληρωμή των τόκων του δανείου αναφέρονται τα ακόλουθα. Όπως ενωρίτερα αναφέρθηκε αποτελεί θέση του Ενάγοντα ότι καταβάλλει τους τόκους του δανείου από τις 21.11.03 και κάθε μήνα ανελλιπώς μέχρι σήμερα. Μέχρι δε την καταχώρηση της αγωγής το συνολικό ποσό των τόκων που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του θα πρέπει να κατέβαλε ανέρχονται σε Ευρώ 30.999,84 σεντ, ήτοι 58 μήνες Χ Ευρώ 534,48 σεντ. Κατ' αρχή, η μαρτυρία και μόνο του Ενάγοντα δεν κρίνεται επαρκής για απόδειξη του ποσού των Ευρώ 30.999,84 σεντ που με την Έκθεση Απαίτησης αξιώνεται υπό την μορφή ειδικών αποζημιώσεων καθώς και της πληρωμής του. Είναι σαφώς νομολογημένη αρχή ότι οι ειδικές ζημίες πρέπει να αποδεικνύονται με αυστηρότητα. Αποδοχή της μαρτυρίας του Ενάγοντα επί του προκειμένου θα σήμαινε ότι το ζήτημα της απόδειξης των ειδικών ζημιών θα περιοριζόταν σε θέμα αξιοπιστίας και μόνο, πράγμα που δεν συνάδει με την νομολογιακή επιταγή για αυστηρή απόδειξη. Εκτός δε από τον δικό του ισχυρισμό ο Ενάγων καμία άλλη μαρτυρία δεν παρουσίασε που να αποδεικνύει το ύψος των τόκων και την πληρωμή τους. Η απόδειξη ειδικών ζημιών κινείται μέσα σε αυστηρά πλαίσια. Είναι καθιερωμένη αρχή ότι οι ειδικές αποζημιώσεις πρέπει να καταγράφονται στις έγγραφες προτάσεις με λεπτομέρεια και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα. Η Νομολογία επιβάλλει σε διάδικο την υποχρέωση να αποδεικνύει την ζημία του με θετική μαρτυρία (Βλ. Ελισάβετ Ηρακλέους ν. Ρένου Πίτρου
(1994)1 ΑΑΔ 239, Ανδρέας Σπύρου ν. Άριστου Χ΄΄ Χαραλάμπους
(1989)1Ε ΑΑΔ 298, Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου
(1992)1 ΑΑΔ 168, Θεμιστοκλέους ν. Παρασκευά
(1992)1 ΑΑΔ 498, Aloupou and Another v. Hadjigeorghiou and Another
(1984)1 CLR 475 και Mc Gregor on Damages, 15η έκδοση, παράγραφος 23, σελ. 15). Στην υπόθεση Κούνουνα κ.α. ν. Κώστας Κυριάκου & Υιός Λτδ κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ 2126 έγινε αναφορά στο πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Λόρδου Goddard στην Αγγλική υπόθεση Bonham-Carter v. Hyde Park Hotel Ltd
(1948)64 TLR 177, 178: «Plaintiffs must understand that if they bring actions for damages it is for them to prove their damage; it is not enough to write down the particulars and, so to speak, throw them at the head of the court, saying "this is what I have lost, I ask you to give me these damages". They have to prove it». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Οι ενάγοντες πρέπει να αντιληφθούν, ότι όταν κινούν αγωγές για αποζημιώσεις εναπόκειται σε αυτούς να αποδεικνύουν την ζημία τους. Δεν είναι αρκετό να εκθέτουν (στα δικόγραφά τους) τις λεπτομέρειες (ζημιών) και να ρίχνουν το βάρος, ας το πούμε έτσι, στο Δικαστήριο λέγοντας "αυτό είναι που έχω ζημιωθεί, ζητώ να μου επιδικάσεις αυτές τις ζημίες". Οφείλουν να τις αποδεικνύουν». Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι ο Ενάγων δεν απέδειξε με την απαιτούμενη από την Νομολογία αυστηρότητα, αφενός, ότι κατέβαλε τόκους, αφετέρου, το ύψος αυτών. Και όχι μόνο. Ο ισχυρισμός του περί του ύψους των τόκων υπό το φως του Τεκμηρίου 22 κρίνεται αναληθής. Τα πιστοποιητικά τόκων για τα έτη 2003 μέχρι 2008 που αποτελούν μέρος του πιο πάνω τεκμηρίου αναδεικνύουν μικρότερο ποσό τόκου ως μηνιαίως οφειλόμενου. Συγκεκριμένα και σύμφωνα με το Τεκμήριο 22 οι χρεωστικοί τόκοι ήταν ως ακολούθως: για το έτος 2003 Λ.Κ.2.917,30 σεντ, ποσό που αναλογεί με Λ.Κ. 243,10 σεντ τον μήνα για το έτος 2004 Λ.Κ.3.124,53 σεντ, ποσό που αναλογεί με Λ.Κ. 260.37 σεντ τον μήνα για το έτος 2005 Λ.Κ.2.870,42 σεντ, ποσό που αναλογεί με Λ.Κ. 239,20 σεντ τον μήνα για το έτος 2006 Λ.Κ.2.642,62 σεντ, ποσό που αναλογεί με Λ.Κ. 220,21 σεντ τον μήνα για το έτος 2007 Λ.Κ.2.655,42 σεντ, ποσό που αναλογεί με Λ.Κ. 221,28 σεντ τον μήνα και για το έτος 2008 Ευρώ 4.002,71, ποσό που αναλογεί με Ευρώ 333,56 σεντ τον μήνα. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι οι τόκοι από της διακοπής της παροχής του ωφελήματος μέχρι την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής είναι: για το έτος 2003 Λ.Κ.486,20 σεντ ή Ευρώ 830,72 σεντ, για τα έτη 2004 έως 2007 συμπεριλαμβανομένων και των δύο ετών Λ.Κ.11.292,99 σεντ ή Ευρώ 19.295,22 σεντ και για τις 8 δόσεις από τον Ιανουάριο του 2008 μέχρι και τον Αύγουστο του 2008 Ευρώ 2.668,48 σεντ, ήτοι το συνολικό ποσό των Ευρώ 22.794,42 σεντ. Προκύπτει, επίσης, από τα πιο πάνω ότι ο τόκος δεν είναι σταθερό ποσό όπως ορθά υποστήριξε με την μαρτυρία της και η ΜΥ
- Η μείωση οφείλεται, προδήλως, στο ότι δόσεις του δανείου πληρώνονταν κανονικά, όπως η ΜΥ 3 υποστήριξε, πράγμα που είχε ως επίπτωση την μείωση του τόκου ανά έτος. Η ΜΥ 3 απέδωσε αυτό και σε τυχόν μεταβολή του επιτοκίου από την Τράπεζα. Επί τούτου δεν μπορώ να εκφέρω οποιαδήποτε κρίση αφ' ης στιγμής κανένα σχετικό στοιχείο δεν τέθηκε ενώπιόν μου. Το Τεκμήριο 13 είναι μια επιστολή που είναι συνταγμένη σε επιστολόχαρτο της Εναγόμενης πλην όμως είναι ανυπόγραφη. Μέρος, όμως, του εν λόγω εγγράφου συνάδει με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 11 αφού μέχρι τις 14.11.07, που είναι η ημερομηνία που το υπό συζήτηση έγγραφο φέρει, το συνολικό ποσό των πληρωθέντων ασφαλίστρων ανέρχεται από ό,τι σε αυτό καταμαρτυρείται σε Λ.Κ.17.510,40 σεντ - Ευρώ 29.918,29 σεντ - όπως ακριβώς προκύπτει κατόπιν υπολογισμού μέχρι και την δόση της 28.10.07 και από το Τεκμήριο
- Έτσι το περιεχόμενο της πρώτης σελίδας του εν λόγω τεκμηρίου είναι αποδεκτό. Όχι, όμως, και το περιεχόμενο της δεύτερης το οποίο συν τοις άλλοις δεν αναλύθηκε, ούτε επεξηγήθηκε. Η πρώτη σελίδα του Τεκμηρίου 12 δείχνει το υπόλοιπο λογαριασμού του δανείου κατά την 19.5.
- Το περιεχόμενο της εν λόγω σελίδας είναι αποδεκτό. Όχι, όμως, και αυτό της δεύτερης σελίδας. Αυτό ούτε αναλύθηκε, ούτε επεξηγήθηκε από τον Ενάγοντα και από την όψη του δεν δύναται να εξαχθεί οτιδήποτε με ασφάλεια. Στην γραπτή του δήλωση ο Ενάγων ισχυρίσθηκε ότι παραδέχθηκε την πρώτη και την τρίτη κατηγορία, ενώ την δεύτερη και την τρίτη κατηγορία η Κατηγορούσα Αρχή τις απέσυρε στις 2.11.06 με αποτέλεσμα στις τελευταίες αυτές κατηγορίες να αθωωθεί. Από το Τεκμήριο 16 προκύπτει πράγματι ότι ο Ενάγων είχε παραδεχθεί την πρώτη και τρίτη κατηγορία. Προκύπτει, επίσης, ότι στην πρώτη κατηγορία του επιβλήθηκε ποινή, ενώ στην τρίτη κατηγορία καμία ποινή δεν επιβλήθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. Συνεπώς, δεν μπορώ να αποδεχθώ τον ισχυρισμό του Ενάγοντα ότι η τρίτη κατηγορία αποσύρθηκε και ότι σε αυτήν ο Ενάγων αθωώθηκε. Ό,τι δέχομαι είναι ότι ο Ενάγων είχε βρεθεί ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής στην τρίτη κατηγορία και ότι το ποινικό Δικαστήριο δεν του είχε επιβάλει οποιαδήποτε ποινή στην κατηγορία αυτή. Σε σχέση με την δεύτερη κατηγορία αναφέρονται τα ακόλουθα. Από την ποινή - Τεκμήριο 16 - προκύπτει ότι η δεύτερη κατηγορία για κάποιο λόγο δεν υφίστατο κατά τον χρόνο έκδοσης και απαγγελίας της ποινής, αφού από την ποινή προκύπτει ότι το Δικαστήριο δεν ασχολήθηκε καθόλου με την δεύτερη κατηγορία και καμία αναφορά δεν έκανε σε αυτήν. Μια κατηγορία δεν υφίσταται όταν αποσύρεται από την Κατηγορούσα Αρχή με άδεια του Δικαστηρίου ή όταν διακόπτεται με άδεια του Γενικού Εισαγγελέα. Στην δεύτερη περίπτωση ο κατηγορούμενος δεν αθωώνεται αλλά απαλλάσσεται της κατηγορίας οπότε και δύναται να επανακατηγορηθεί για την ίδια κατηγορία. Στην πρώτη περίπτωση αθωώνεται μόνο όταν η κατηγορία αποσύρεται αφότου ο κατηγορούμενος απάντησε με μη παραδοχή. Από τον συνδυασμό των Τεκμηρίων 16 και 17 - το Τεκμήριο 17 κατατέθηκε από την ΜΥ 1 - προκύπτει ως εύλογο συμπέρασμα ότι η δεύτερη κατηγορία είτε αποσύρθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή με άδεια του Δικαστηρίου, είτε διακόπηκε από την Κατηγορούσα Αρχή με άδεια του Γενικού Εισαγγελέα. Αφ' ης στιγμής όπως από το Τεκμήριο 17 προκύπτει ο Ενάγων αρχικά την αντιμετώπιζε, ενώ όπως από το Τεκμήριο 16 προκύπτει, στο στάδιο της ποινής δεν την αντιμετώπιζε πλέον. Δεν μου διαφεύγει η θέση της Υπεράσπισης η οποία ήταν προς την κατεύθυνση ότι η δεύτερη κατηγορία αποσύρθηκε σε μεταγενέστερο στάδιο και αφότου αυτή στοιχειοθετήθηκε εκ πρώτης όψεως. Ο Ενάγων δεν ήταν σε θέση να απαντήσει στην πιο πάνω θέση η οποία τέθηκε σε αυτόν από την Υπεράσπιση. Προδήλως, γιατί δεν αντιλαμβανόταν νομικές ορολογίες και έννοιες. Πάντως, με μια υποβολή της Υπεράσπισης και στην απουσία σχετικής αποδεκτής μαρτυρίας, όπως θα ήταν το σχετικό πρακτικό του Δικαστηρίου, δεν μπορώ να δεχθώ και, μάλιστα, με ασφάλεια είτε ότι η δεύτερη κατηγορία αποσύρθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή με άδεια του Δικαστηρίου, είτε ότι αυτή αποσύρθηκε στο στάδιο που επικαλέσθηκε η Υπεράσπιση και όπως με την αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Υπεράσπισης διασαφηνίσθηκε αφότου το Δικαστήριο συμπέρανε ότι στην βάση της όψης του ενώπιόν του μαρτυρικού υλικού η εν λόγω κατηγορία στοιχειοθετείτο - Τεκμήριο
- Δεν μου διαφεύγει ότι η υποβολή της Υπεράσπισης συνάδει με τον ισχυρισμό του Ενάγοντα περί αθώωσής του στην δεύτερη κατηγορία. Όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε απόσυρση κατηγορίας στο στάδιο που επικαλέσθηκε η Υπεράσπιση και έγινε αντιληπτό από το Δικαστήριο συνεπάγεται αθώωση. Η θέση, όμως, της Υπεράσπισης ότι η κατηγορία αυτή απεσύρθη στο στάδιο που η Υπεράσπιση επικαλέσθηκε και που σε αυτήν υποβόσκει ότι η απόσυρση έγινε μετά από μη παραδοχή του Ενάγοντα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Καθότι στην απουσία νομικά αποδεκτής μαρτυρίας το Δικαστήριο δεν μπορεί να εκλάβει και, μάλιστα, με ασφάλεια ότι αυτό ήταν που είπε το Δικαστήριο όταν έδωσε την άδεια να αποσυρθεί η κατηγορία, ότι, δηλαδή, αθώωσε τον Ενάγοντα. Αλλά ούτε και ο ισχυρισμός του Ενάγοντα περί αθώωσής του στην δεύτερη κατηγορία κρίνεται πειστικός, αφ' ης στιγμής και αναφορικά με την τρίτη κατηγορία θέση του ήταν ότι και σε αυτήν την κατηγορία είχε αθωωθεί, θέση η οποία διαψεύδεται από το Τεκμήριο 16 που ο ίδιος ο Ενάγων κατέθεσε. Ως εκ τούτου το μόνο που υπό το φως του ενώπιόν μου μαρτυρικού υλικού μπορώ να δεχθώ και δέχομαι είναι ότι ο Ενάγων αρχικά αντιμετώπιζε την δεύτερη κατηγορία, αλλά ότι κατά τον χρόνο που επιβλήθηκε η ποινή η εν λόγω κατηγορία δεν υφίστατο. Σημειώνεται το εξής σημαντικό. Όπως ευκρινώς προκύπτει από το Τεκμήριο 15 ό,τι με την δεύτερη κατηγορία καταλογίζεται στον Ενάγοντα δεν είναι ότι κατά τις 24.11.02 αυτός οδηγούσε μηχανοκίνητο όχημα υπό την επήρεια αλκοόλης, αλλά ότι οδηγούσε μηχανοκίνητο όχημα ενώ είχε καταναλώσει τέτοια ποσότητα αλκοόλης, η αναλογία της οποίας υπερέβαινε στο αίμα του το καθορισθέν όριο, συγκεκριμένα ότι περιείχε 120 εκατομμυριοστά του γραμμαρίου αλκοόλης εις 100 χιλιοστά του λίτρου αίματος αντί 90 χιλιοστά του γραμμαρίου. Συνεπώς, δεν δέχομαι τον ισχυρισμό του Ενάγοντα ότι στην ποινική υπόθεση με αριθμό 17077/04 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ο Ενάγων αντιμετώπιζε, μεταξύ άλλων, την κατηγορία της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος υπό την επήρεια αλκοόλης. Αυτός αντιμετώπιζε την κατηγορία που αναφέρεται ως δεύτερη κατηγορία επί του Τεκμηρίου
- Κατά την αντεξέταση επιστήθηκε η προσοχή του Ενάγοντα στο Τεκμήριο 4 όπου και αναφέρεται ότι ο Ενάγων νοσηλεύθηκε στο Μέλαθρο Αγωνιστών από τον Μάρτιο του 2003 μέχρι τον Ιούλιο του
- Στην πραγματικότητα ό,τι επί του προκειμένου το εν λόγω τεκμήριο αναφέρει είναι ότι ο Ενάγων νοσηλεύθηκε στο εν λόγω ίδρυμα από 12.3.03 μέχρι 31.7.03, ήτοι για περίοδο πέραν των 4½ μηνών, και όχι για περίοδο 4 μηνών όπως η Υπεράσπιση υπέδειξε στον Ενάγοντα. Η πιο πάνω διευκρίνιση από την Υπεράσπιση, προδήλως, σκοπούσε στο να κλονίσει τον ισχυρισμό του Ενάγοντα ο οποίος εκτίθεται στην γραπτή του δήλωση και σύμφωνα με την οποία η νοσηλεία του στο εν λόγω μέλαθρο διήρκησε 6 μήνες και όχι 4 ή 4½. Κρίνω πως η σύγχυση προκλήθηκε από το γεγονός ότι ο Ενάγων στην γραπτή του δήλωση αναφέρει για έναρξη νοσηλείας και όχι για έναρξη θεραπείας. Η λέξη «νοσηλεία» υποδηλοί εισαγωγή σε ένα θεραπευτικό ίδρυμα και ενόσω διαρκεί η παραμονή σε αυτό υποβολή σε παρακολούθηση ή και θεραπεία. Η φράση δε «άρχισε νοσηλεία» δεν είναι κατατοπιστική του τι ακριβώς με αυτήν υποδηλώνεται και δεν διασαφηνίζεται με αυτήν αν αυτό που πραγματικά εννοείται είναι η έναρξη της εισαγωγής ή η έναρξη της θεραπείας. Πάντως, σύμφωνα με το Τεκμήριο 4 μετά την έξοδό του από το Μέλαθρο τον Ιούλιο του 2003 ο Ενάγων συνέχισε το πρόγραμμα αποκατάστασης ως εξωτερικός ασθενής. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι ό,τι, προδήλως, εννοούσε ο Ενάγων με την πιο πάνω φράση είναι ότι ό,τι διήρκησε έξι μήνες ήταν η θεραπεία στην οποία υπεβλήθη στο Μέλαθρο και όχι η διάρκεια της περιόδου που νοσηλεύθηκε σε αυτό. Δέχομαι, επομένως, ότι ο Ενάγων νοσηλεύθηκε στο Μέλαθρο Αγωνιστών από τον Μάρτιο του 2003 μέχρι τον Ιούλιο του 2003, ότι μετά την έξοδό του από το Μέλαθρο τον Ιούλιο του 2003 ο Ενάγων συνέχισε την θεραπεία αποκατάστασης ως εξωτερικός ασθενής και ότι η θεραπεία αυτή διήρκησε συνολικά έξι μήνες. Πάντως, και υπό το φως των όσων έχουν ανωτέρω αναφερθεί για την αξιοπιστία του Ενάγοντα και την καλή εντύπωση που μου δημιούργησε ως μάρτυρας δεν θεωρώ ότι η χρήση της φράσης «άρχισε νοσηλεία» προβλήθηκε από τον Ενάγοντα εκ του πονηρού με σκοπό αυτός να καταδείξει ότι νοσηλεύθηκε περισσότερο χρόνο από ό,τι στην πραγματικότητα. Αφού, άλλωστε, η περίοδος νοσηλείας καταμαρτυρείται ευκρινώς από το Τεκμήριο 4 το οποίο ο ίδιος κατέθεσε. Κρίνω δε πως μάλλον οφείλεται σε παραδρομή. Εκτός από τα σημεία εκείνα από την μαρτυρία του Ενάγοντα που δεν αποδέχομαι όλη η υπόλοιπη μαρτυρία του είναι αποδεκτή. Με την εξής επισήμανση. Ο ισχυρισμός του ότι ως εκ του τροχαίου δυστυχήματος κατέστη μόνιμα και ολικά ανίκανος για εργασία εντός της έννοιας του ασφαλιστηρίου θα κριθεί στο τέλος. Δεύτερη μάρτυρας για τον Ενάγοντα κατέθεσε η Ανδρούλα Μαλικίδου. Ένεκα της σημασίας της ιατρικής μαρτυρίας στην υπόθεση κρίνω σκόπιμο να παραθέσω την μαρτυρία της μάρτυρος με λεπτομέρεια. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής της η μάρτυρας υποστήριξε τα ακόλουθα. Είναι Βοηθός Διευθύντρια της Νευρολογικής Κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού. Γνωρίζει τον Ενάγοντα ως ασθενή της και συγκεκριμένα από τις επισκέψεις του στα Εξωτερικά Ιατρεία της Νευρολογικής Κλινικής του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού στα οποία και προσερχόταν για εξέταση. Η μάρτυρας αναγνώρισε το Τεκμήριο 7 το οποίο εκδόθηκε από την ίδια στις 25.10.
- Στο εν λόγω τεκμήριο η μάρτυρας σημειώνει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Ο Ενάγων τον Νοέμβριο του 2002 νοσηλεύθηκε στην Νευροχειρουργική Κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας με σοβαρή κρανιοεγκεφαλική κάκωση. Για εβδομάδες βρισκόταν σε κωματώδη κατάσταση στον αναπνευστήρα. Μετά από μακρόχρονες θεραπείες σε κέντρο αποκατάστασης - Μέλαθρον Αγωνιστών Παλώδειας - παρουσιάζει σαν κατάλοιπο μετατραυματικό ψυχοοργανικό σύνδρομο που συνίσταται στα εξής: σύνδρομο μετωπιαίου λοβού το οποίο περιλαμβάνει αλλαγές προσωπικότητας, προβλήματα συμπεριφοράς, ευερεθιστικότητα και αγχώδη καταθλιπτική συνδρομή έκπτωση των νοητικών λειτουργιών κυρίως της συγκέντρωσης και πρόσφατης μνήμης δυσάρθροια και κινητικό έλλειμμα, ήτοι σπαστικό-ατακτική συνδρομή με δυσκολία στη βάδιση. Βρίσκεται υπό συνεχή παρακολούθηση από νευρολόγους και λαμβάνει αγχολική, αντικαταθλιπτική θεραπεία, σπασμολυτικά και άλλα. Χρήζει συνεχούς φροντίδας και συνοδείας από άλλο άτομο. Η κατάστασή του δεν του επιτρέπει να παρευρεθεί για να παρακολουθήσει ή να μαρτυρήσει στο Δικαστήριο. Διά ζώσης η μάρτυρας υποστήριξε ότι συνέχισε να παρακολουθεί τον Ενάγοντα και μετά την έκδοση του πιο πάνω πιστοποιητικού. Αναγνώρισε, επίσης, το Τεκμήριο 8 το οποίο φέρει ημερομηνία 9.1.12 και εξήγησε ότι το πιο πάνω πιστοποιητικό το εξέδωσε όταν ο Ενάγων έλαβε κλήση να παρουσιασθεί στο Στρατό. Το περιεχόμενο του εν λόγω τεκμηρίου είναι πανομοιότυπο με αυτό του Τεκμηρίου 7 με την μόνη διαφορά ότι στο τέλος αναφέρεται ότι η κατάσταση του Ενάγοντα δεν του επιτρέπει να υπηρετεί ως έφεδρος στην Εθνική Φρουρά. Ο λόγος που το περιεχόμενο των δύο πιο πάνω πιστοποιητικών είναι το ίδιο είναι γιατί και τα δύο πιστοποιητικά αναφέρονται σε μόνιμα κατάλοιπα. Η μάρτυρας αναγνώρισε, επίσης, το Τεκμήριο
- Όπως ευκρινώς από αυτό προκύπτει το πρώτο μέρος του εν λόγω τεκμηρίου με τίτλο «Προς Ιατρό» συμπληρώθηκε από λειτουργό των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας και με αυτό ζητείται η γνώμη του αρμόδιου ιατρού στο αίτημα του Ενάγοντα για παροχή δημοσίου βοηθήματος με τον ισχυρισμό ότι είναι ανίκανος για εργασία λόγω ασθενείας/αναπηρίας. Κατά την αντεξέτασή της η μάρτυρας επιβεβαίωσε ότι αυτή είναι η διαδικασία που ακολουθείται σε περιπτώσεις αιτημάτων αυτής της φύσης. Η μάρτυρας στις 14.2.13 προσυπόγραψε το πιο πάνω έγγραφο υποδεικνύοντας τα κατάλοιπα που αναφέρονται στα Τεκμήρια 7 και 8 και σημειώνοντας, μεταξύ άλλων, ότι ο Ενάγων είναι μόνιμα ανίκανος για εργασία. Διά ζώσης διευκρίνισε ότι ο Ενάγων είναι ανίκανος για εργασία με πλήρες ωράριο και πλήρη καθήκοντα. Υποστήριξε, όμως, ότι είναι ικανός για κάποιου είδους εργασία με μειωμένο ωράριο, γιατί κουράζεται εύκολα, και νοουμένου ότι είναι υπό επίβλεψη. Αναφορικά με το επάγγελμα του βιντεογράφου αναγνώρισε ότι ο Ενάγων δεν μπορεί να ανταποκριθεί καθότι δεν δύναται να κρατά την βιντεοκάμερα σε γάμους ή σε βαφτίσια λόγω της σπαστικοατακτικής συνδρομής η οποία είναι κινητικό έλλειμμα και συνεπεία του οποίου ο Ενάγων αντιμετωπίζει κινητικό πρόβλημα. Ούτε το επάγγελμα του φωτογράφου μπορεί να εκτελεί ο Ενάγων. Μπορεί, όμως, να εκτελεί καθιστική εργασία που να μην απαιτεί παρατεταμένη απασχόληση γιατί κουράζεται εύκολα. Έτσι, μπορεί να απασχολείται στο οικογενειακό φωτογραφείο με τον ηλεκτρονικό υπολογιστή για σκοπούς μοντάζ και μεγεθύνσεων, πλην όμως όχι για πολύ καθότι το νοητικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει καθιστά τον Ενάγοντα αδύναμο να συγκεντρωθεί για πολλή ώρα. Πρέπει να κάνει διαλείμματα και, ακολούθως, να επανέρχεται. Σε πλήρη εργασία ο Ενάγων δεν μπορεί να αποδώσει. Για άλλου είδους καθιστική εργασία η μάρτυρας δεν μπορούσε να γνωρίζει καθότι ο Ενάγων θα πρέπει να εκπαιδευτεί πρώτα, πράγμα που η μάρτυρας αναγνώρισε ότι ένεκα των μόνιμων κατάλοιπων είναι δύσκολο. Δεν απέκλεισε, όμως, και το πιο πάνω ενδεχόμενο αφού, επίσης, υποστήριξε ότι, όπως και να έχει, ο Ενάγων πρέπει πρώτα να δοκιμάσει για να μπορεί η ίδια να πει. Σε ερώτηση κατά την κυρίως εξέταση αν ο Ενάγων μπορεί, για παράδειγμα, να εργάζεται σαν απλός ταμίας σε περίπτερο η μάρτυρας απάντησε καταφατικά. Υποστήριξε, όμως, ότι δεν είναι σε θέση και δεν μπορεί να λειτουργεί ή να διαχειρίζεται περίπτερο, όπως να κάνει παραγγελίες, και να εργάζεται συνεχές οκτάωρο. Παρατεταμένη εργασία δεν μπορεί να κάνει ο Ενάγων γιατί κουράζεται εύκολα. Επίσης, δεν μπορεί να συγκεντρωθεί για πολλή ώρα και αναπόφευκτα θα κάνει λάθος. Θα αρχίσει τότε να εκνευρίζεται, να φωνάζει και να κάνει φασαρία. Η μάρτυρας αναγνώρισε, επίσης, το Τεκμήριο 9 το οποίο φέρει ημερομηνία 8.10.
- Το περιεχόμενό του είναι πανομοιότυπο με αυτό των Τεκμηρίων 7 και 8, πράγμα που, σύμφωνα με την μάρτυρα καταδεικνύει ότι η κατάσταση του Ενάγοντα έχει παραμείνει η ίδια. Στο Τεκμήριο 9 αναφέρεται, επίσης, ότι εκτός από φροντίδα και συνοδεία από άλλο άτομο ο Ενάγων χρήζει και συνεχούς φυσιοθεραπείας. Εξήγησε ότι ο λόγος που ο Ενάγων χρήζει συνεχούς φροντίδας και συνοδείας από άλλο άτομο είναι γιατί, πρώτο, λόγω της αστάθειας που παρουσιάζει χρειάζεται κάποιον να τον στηρίζει για να μην πέφτει κάτω. Η σπαστικοατακτική συνδρομή είναι κινητικό πρόβλημα και εκδηλώνεται με αστάθεια και αταξία στην βάδιση και, δεύτερο, λόγω της νοητικής του κατάστασης. Ξεχνά και έχει αποπροσανατολισμό. Δεν μπορεί να συγκεντρωθεί πολλή ώρα. Με το ελάχιστο, επίσης, γίνεται ευερέθιστος. Μπορεί να γίνει και επιθετικός. Ο Ενάγων παρουσιάζει προβλήματα συμπεριφοράς. Είναι απρόβλεπτος στην συμπεριφορά του και ευέξαπτος και γι' αυτό χρειάζεται επίβλεψη. Για τον λόγο αυτό του χορηγούνται κατευναστικά φάρμακα. Τα προβλήματα στην συμπεριφορά του Ενάγοντα συνιστούν νευρολογικά κατάλοιπα και εντάσσονται στο φάσμα του συνδρόμου του μετωπιαίου λοβού. Υπάρχει ελπίδα για καλυτέρευση της κατάστασης του Ενάγοντα νοουμένου ότι συνεχίζει την φυσιοθεραπεία. Αν σταματήσει την φυσιοθεραπεία θα χειροτερεύσει. Η διαφορά, όμως, που θα επέλθει με τυχόν καλυτέρευση θα είναι ελάχιστη. Ο Ενάγων θα χρειάζεται συνεχή φροντίδα για το υπόλοιπο της ζωής του. Φυσιολογικό άτομο δεν θα μπορέσει να γίνει ποτέ καθότι υπάρχει οργανικό υπόβαθρο. Είναι ανίκανος και θα είναι ανίκανος για το υπόλοιπο της ζωής του για πλήρη εργασία. Η μάρτυρας κατά την αντεξέταση ανέφερε τα ακόλουθα. Άρχισε να εργάζεται στο δημόσιο το έτος
- Υπηρέτησε αρχικά στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας και από το έτος 2001 εργάζεται στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Τον Ενάγοντα τον εξέτασε για πρώτη φορά μετά την νοσηλεία του στο Μέλαθρον Αγωνιστών οπότε και ο Ενάγων παρουσίασε στην μάρτυρα διάφορα πιστοποιητικά από νευροχειρουργούς. Ο Ενάγων στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού εξετάζεται πάντοτε από την μάρτυρα. Η μάρτυρας εξέτασε τον Ενάγοντα αρκετές φορές μέχρι σήμερα καθότι ο τελευταίος παρακολουθείται από την μάρτυρα επί τακτικής βάσεως και τουλάχιστον κάθε εξάμηνο. Βρίσκεται υπό θεραπευτική αγωγή και λαμβάνει φάρμακα τα οποία του συντακογραφεί η μάρτυρας. Για την νοσηλεία του Ενάγοντα στο Μέλαθρον Αγωνιστών η μάρτυρας γνωρίζει από όσα της έχει αναφέρει ο Ενάγων αλλά και από τα πιστοποιητικά των ιατρών που είχαν υπό την φροντίδα τους τον Ενάγοντα τα οποία και ο τελευταίος, όπως προαναφέρθηκε, της παρουσίασε. Η ίδια συνέταξε το Τεκμήριο
- Κατά την ημερομηνία σύνταξης του Τεκμηρίου 7 ο Ενάγων ήταν άσχημα. Όταν στο Τεκμήριο 7 λέει ότι ο Ενάγων βρίσκεται υπό συνεχή παρακολούθηση από νευρολόγους αναφέρεται στον εαυτό της και μόνο. Ο Ενάγων βρίσκεται υπό τακτική παρακολούθηση από την ίδια μέχρι και σήμερα αφού του γράφει φάρμακα. Ο Ενάγων λαμβάνει μέχρι και σήμερα αγχολυτικό για το άγχος, αντικαταθλιπτικό για την κατάθλιψη και σπασμολυτικό για το κινητικό του πρόβλημα. Λαμβάνει, επίσης, και παυσίπονα για το στομάχι καθότι το στομάχι του ενοχλείται από τα άλλα φάρμακα που λαμβάνονται. Αυτά τα φάρμακα ο Ενάγων τα λαμβάνει τουλάχιστον από τον καιρό που τον έχει αναλάβει η μάρτυρας. Τα σπασμολυτικά θα τα παίρνει εφ' όρου ζωής. Αναφορικά με τα αντικαταθλιπτικά το φάρμακο αλλάζει ανάλογα με τις διακυμάνσεις και τα συμπτώματα τα οποία και αυξομειώνονται. Το Τεκμήριο 8, επίσης, συντάχθηκε από την μάρτυρα όταν ο Ενάγων κλήθηκε από την Εθνική Φρουρά για να υπηρετήσει. Από την σύνταξη του Τεκμηρίου 7 μέχρι την σύνταξη του Τεκμηρίου 8 σημειώθηκε καλυτέρευση, αλλά τα ουσιώδη προβλήματα παραμένουν ένεκα των μόνιμων κατάλοιπων, όπως το ότι ο Ενάγων ξεχνά και σε σχέση με την κατάθλιψη παρατηρούνται μεταπτώσεις. Ο βαθμός των προβλημάτων που ο Ενάγων αντιμετωπίζει παραμένει μεγάλος με αποτέλεσμα να εξακολουθεί να είναι ανίκανος για πλήρη εργασία, να υπηρετήσει στο Στρατό και να φροντίζει μόνος του τον εαυτό του. Γι' αυτό και η μάρτυρας δεν σημείωσε οτιδήποτε περί καλυτέρευσης επί του Τεκμηρίου
- Διότι αν και υπήρξε καλυτέρευση αυτή δεν ήταν σημαντική για να αξίζει να αναφερθεί στο Τεκμήριο
- Η μάρτυρας συνέταξε, επίσης, και το Τεκμήριο
- Μεταξύ της σύνταξης του Τεκμηρίου 8 και της σύνταξης του Τεκμηρίου 9 δεν υπήρξε επιδείνωση, αλλά καλυτέρευση. Η καλυτέρευση ήταν, όμως, ανεπαίσθητη. Το Τεκμήριο 6 της το παρέδωσε ο Ενάγων για να το συμπληρώσει η ίδια αφού πρώτα συμπλήρωσε το μέρος με τίτλο «Προς Ιατρό» η αρμόδια κοινωνική λειτουργός, η οποία το παρέδωσε στον Ενάγοντα. Η μάρτυρας αναγνώρισε, επίσης, το Τεκμήριο
- Είναι έντυπο των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων του Υπουργείου Εργασίας. Της παραδόθηκε από τον Ενάγοντα και το συμπλήρωσε η ίδια στις 23.9.
- Στο εν λόγω τεκμήριο η μάρτυρας σημειώνει, μεταξύ άλλων, ότι ο Ενάγων βρίσκεται υπό την παρακολούθησή της από το έτος 2004, ότι ο Ενάγων είναι ανίκανος για την άσκηση του επαγγέλματος του φωτογράφου, ότι η πρόβλεψή της είναι ότι θα παραμείνει μόνιμα ανίκανος για την άσκηση του επαγγέλματος του, ότι ο Ενάγων δεν μπορεί να ασκεί οποιοδήποτε άλλο επάγγελμα και, τέλος, ότι είναι ανίκανος να εργασθεί και να αυτοεξυπηρετηθεί. Χορηγήθηκε για να θεωρηθεί ο Ενάγων «medically unfit», όπως ενδεικτικά ανέφερε, ώστε να μπορεί να λαμβάνει επίδομα ανικανότητας. Διευκρίνισε ότι δηλώνοντας ότι ο Ενάγων είναι ανίκανος για την άσκηση του επαγγέλματος του φωτογράφου εννοούσε ότι αυτή η ανικανότητα άρχισε από την ημέρα του τραυματισμού του και όχι από τότε που η ίδια άρχισε να τον παρακολουθεί. Η πρόβλεψή της ότι θα παραμείνει μόνιμα ανίκανος για την άσκηση του επαγγέλματος του φωτογράφου βασίζεται στα μόνιμα κατάλοιπα. Ο Ενάγων δεν θα είναι ποτέ σε θέση να κρατά την βιντεοκάμερα και να τρέχει μέσα σε βαφτίσια και γάμους. Η κατάσταση του Ενάγοντα σήμερα είναι σταθερή και η βελτίωση που σημείωσε από την αρχή του τραυματισμού μέχρι σήμερα είναι πολύ μεγάλη αν αναλογισθεί κανείς, σύμφωνα με την μάρτυρα, ότι αμέσως μετά το τροχαίο δυστύχημα έπεσε σε κώμα. Από εκεί και πέρα η όποια βελτίωση σημείωσε ο Ενάγων ήταν ανεπαίσθητη, γι' αυτό και δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά περί καλυτέρευσης επί των Τεκμηρίων 8 και 9 ή περί ικανότητας για πλήρη εργασία. Άλλωστε, τα κατάλοιπα είναι μόνιμα. Η κατάθλιψη εξακολουθεί να υφίσταται με εξάρσεις και υφέσεις. Όμως, η συμβίωση με την αρραβωνιαστικιά του καλυτέρευσε τον Ενάγοντα από ψυχολογικής άποψης. Επίσης, χρήζει μέχρι και σήμερα συνεχούς επίβλεψης και φροντίδας καθότι ξεχνά. Όπως, για παράδειγμα, ξεχνά να παίρνει τα φάρμακά του καθώς και άλλα πράγματα. Για παράδειγμα, μπορεί να αφήσει στο σπίτι την φωτιά αναμμένη με κίνδυνο την ζωή του. Δεν είναι άτομο στο οποίο μπορείς να έχεις εμπιστοσύνη ότι θα τα κάνει όλα όπως πρέπει. Αναγκαία είναι, επίσης, και η συνοδεία από άλλο άτομο. Η φυσιοθεραπεία είναι, επίσης, αναγκαία μέχρι και σήμερα. Όπως και η χρήση σπασμολυτικών και αγχολυτικών. Δέχθηκε, όμως, ότι μπορεί να βοηθά στο οικογενειακό φωτογραφείο σε απλούστερες ενασχολήσεις. Και πρόσθεσε ότι η εργασιοθεραπεία, η ενασχόλησή του με κάτι υπό την επίβλεψη οικείου προσώπου που να τον πονά ώστε να μπορεί να τον ανέχεται είναι προς όφελός του. Αν αφεθεί αμέριμνος η κατάστασή του θα επιδεινωθεί. Ο εργοδότης του θα πρέπει να τον πονά και να τον αγαπά για να μπορεί να τον ανέχεται. Και αυτό γιατί ο Ενάγων αναπόφευκτα θα κάνει λάθος σε αυτό που θα του ανατεθεί με επακόλουθο την αντίδραση του Ενάγοντα, ίσως, και την δημιουργία φασαρίας από μέρους του. Η μάρτυρας υποστήριξε, επίσης, ότι η διαχείριση περιπτέρου, όπως, για παράδειγμα, να ανατρέχει στον υπολογιστή για να δει αν ένα προϊόν λείπει και, αν ναι, ακολούθως, να το παραγγείλει, να παραλαμβάνει προϊόντα και να ελέγχει ποσότητες θα τον δυσκολέψει. Σε αυτό θα συμβάλει, επίσης, το ότι δεν έχει κάνει ξανά αυτή την δουλειά. Αναγνώρισε, επίσης, ότι ακόμα και σαν απλός ταμίας θα σημειωθούν προβλήματα. Ο Ενάγων σε κάποια στιγμή μοιραία θα κάνει κάποιο λάθος με τα λεφτά του ταμείου με αποτέλεσμα την απώλεια χρημάτων. Σε αυτή την περίπτωση εξαρτάται από το πόσο ανεκτικός είναι ο εργοδότης. Χρειάζεται, όμως, και επίβλεψη από τον εργοδότη. Σε υποβολή ότι το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 6-10 είναι υπερβολικό η μάρτυρας αντέτεινε ότι είναι πεπεισμένη ότι τα εν λόγω τεκμήρια αντανακλούν την πραγματικότητα. Σε υποβολή ότι ο Ενάγων δεν ήταν μόνιμα και ολικά ανίκανος είτε το 2005, είτε το 2012, είτε το 2013, αλλά ούτε και σήμερα η μάρτυρας επέμεινε στα όσα είχε ήδη υποστηρίξει. Είναι σαφώς νομολογημένο ότι η ιατρική μαρτυρία πρέπει να αξιολογείται στη βάση των αρχών που διέπει την προσέγγιση της μαρτυρίας ειδικών. Οι αρχές αυτές προδιαγράφονται με μεγάλη σαφήνεια στην υπόθεση Σπύρου ν. Χ΄΄Χαραλάμπους
(1989)1 ΑΑΔ 298, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Δεν είναι σπάνιο φαινόμενο να δίδεται συγκρουόμενη ιατρική γνώμη ή μαρτυρία στο Δικαστήριο σε υποθέσεις της φύσης αυτής. Με την πρόοδο της επιστήμης τα Δικαστήρια δέχονται μαρτυρία εμπειρογνωμόνων και χρησιμοποιούν την εξειδικευμένη γνώση τους για να καταλήξουν σε ορθές αποφάσεις. Το καθήκον των μαρτύρων αυτών είναι να δώσουν στο Δικαστή τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να μπορέσει να σχηματίσει γνώμη για την ανεξαρτησία της κρίσης τους και να καταλήξει ορθά στα ευρήματα των γεγονότων από την ενώπιόν του μαρτυρία. Κατά κανόνα, η ιατρική μαρτυρία, όπως και άλλη μαρτυρία εμπειρογνώμονα, θεωρείται ότι είναι μαρτυρία ανεξάρτητου μάρτυρα (R v. Lanfear
(1968)1 All E R 683, Andreas Anastassiades v. The Republic
(1977)2 CLR 97, Kyriacos Nicola Kouppis v. The Republic
(1977)2 CLR 361) ............................... Παρόλο ότι η συμπεριφορά των ιατρών μαρτύρων δεν είναι τόσο μεγάλης σπουδαιότητας, όσο είναι η συμπεριφορά των κοινών μαρτύρων, είναι, όμως, ουσιώδης για τον σκοπό της αξιολόγησης της μαρτυρίας τους (Joyce v. Yeomans
(1981)2 All E R 21))». Η ΜΕ 2 είναι η θεράπων ιατρός του Ενάγοντα. Παρακολουθεί τον Ενάγοντα από της εξόδου του από το Μέλαθρο Αγωνιστών και από τότε και ανά εξάμηνο στα Εξωτερικά Ιατρεία του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού. Επίσης, η πρώτη της ιατρική έκθεση - Τεκμήριο 7 - χρονολογείται από το έτος
- Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι η μάρτυρας είναι το πλέον αρμόδιο πρόσωπο για να καταθέσει για την κατάσταση της υγείας του Ενάγοντα από του τραυματισμού του μέχρι σήμερα και για την οποιαδήποτε τυχόν πρόοδο ή βελτίωση στην υγεία του. Η μάρτυρας μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Μέσα από το περιεχόμενο της μαρτυρίας της και δη τα επιστημονικά κριτήρια τα οποία παρέθεσε στο Δικαστήριο έχω πεισθεί για την ανεξαρτησία της κρίσης της με αποτέλεσμα να μπορώ να βασισθώ σε αυτήν για να καταλήξω σε ασφαλή ευρήματα. Πέραν τούτου η μάρτυρας ήταν σαφής και θετική στην μαρτυρία της. Ήταν, επίσης, σταθερή και δεν κλονίσθηκε παρά την μακρά αντεξέταση στην οποία υπεβλήθη από την ευπαίδευτη συνήγορο της Υπεράσπισης. Σημειώνεται ότι η διάγνωση και τα ευρήματα της μάρτυρος δεν αμφισβητήθηκαν σοβαρά από την Υπεράσπιση, αφού ό,τι επί του προκειμένου τέθηκε στην μάρτυρα ήταν γενικόλογες υποβολές του τύπου ότι το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 7-9 είναι υπερβολικό χωρίς η Υπεράσπιση να είναι σε θέση να προβάλει ή να αναδείξει συγκεκριμένη θέση. Δεν έχω τον παραμικρό ενδοιασμό για την ορθότητα της διάγνωσης της μάρτυρος καθώς και για τα συμπεράσματα ή τις εκτιμήσεις της για την κατάσταση της υγείας του Ενάγοντα. Συνακόλουθα και εκτός από ένα σημείο από την μαρτυρία της που δεν δέχομαι και το οποίο υποδεικνύεται παρακάτω η μαρτυρία της είναι αποδεκτή στην ολότητά της. Προεξάρχον σημείο από την μαρτυρία της μάρτυρος είναι ότι η κατάσταση της υγείας του Ενάγοντα από τον τραυματισμό του μέχρι και σήμερα, η οποία, σύμφωνα με την μάρτυρα, τον καθιστά ανίκανο να εκτελεί εργασία με πλήρη καθήκοντα και πλήρες ωράριο οφείλεται πρωτίστως στο μετατραυματικό ψυχοοργανικό σύνδρομο το οποίο προέκυψε ως απόρροια του τροχαίου δυστυχήματος. Αυτό συνίσταται στο σύνδρομο του μετωπιαίου λοβού, την έκπτωση των νοητικών λειτουργιών, την δυσαρθρία και το κινητικό έλλειμμα. Όπως ενδεικτικά εξήγησε τα πιο πάνω αποτελούν μόνιμα κατάλοιπα και συνάμα το οργανικό υπόβαθρο για το ότι ο Ενάγων μετά το δυστύχημα κατέστη ανίκανος για εκτέλεση εργασίας με τα πιο πάνω χαρακτηριστικά. Εξήγησε, περαιτέρω, ότι ο λόγος που ο Ενάγων δεν μπορεί να εκτελεί και να ανταποκριθεί σε κανονική και παρατεταμένη εργασία, ήτοι επί οκτάωρης βάσεως, είναι κυρίως το νοητικό του πρόβλημα το οποίο και τον εμποδίζει να συγκεντρώνεται ή να παραμένει συγκεντρωμένος για πολλή ώρα καθώς και τα προβλήματα συμπεριφοράς που παρουσιάζει και τα οποία είναι απόρροια του συνδρόμου του μετωπιαίου λοβού, όπως ευερεθιστότητα και αγχώδη καταθλιπτική συνδρομή. Είναι ενδεικτικό το ότι σύμφωνα με την μάρτυρα ο Ενάγων λάμβανε και εξακολουθεί μέχρι σήμερα να λαμβάνει αγχολυτικό για το άγχος και αντικαταθλιπτικό για την κατάθλιψη. Αν και σημείωσε ότι τα συμπτώματα της κατάθλιψης άλλοτε είναι σε έξαρση και άλλοτε σε ύφεση και το φάρμακο διαφοροποιείται ανάλογα. Ένεκα του προβλήματος συγκέντρωσης ο Ενάγων κουράζεται εύκολα και θα πρέπει να κάνει διαλείμματα. Επίσης, κατά την εκτέλεση της όποιας εργασίας, ακόμα και αυτής που η μάρτυρας υπέδειξε με την μαρτυρία της ότι ο Ενάγων μπορεί να κάνει, ο Ενάγων αναπόφευκτα θα κάνει λάθη. Σε αυτό θα συμβάλλει και το ότι ο Ενάγων ξεχνά. Αυτή είναι μια άλλη έκφανση, όπως υπέδειξε, της έκπτωσης των νοητικών λειτουργιών. Τότε, θα αρχίσει να εκνευρίζεται, να φωνάζει και να κάνει φασαρία καθότι, όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε και η μάρτυρας εξήγησε, ο Ενάγων παρουσιάζει και προβλήματα συμπεριφοράς. Είναι ευέξαπτος και με το παραμικρό γίνεται ευερέθιστος. Κάποτε μπορεί να γίνει και επιθετικός. Αυτό είναι απόκοτο, όπως η μάρτυρας εξήγησε, του συνδρόμου του μετωπιαίου λοβού το οποίο είναι μόνιμο κατάλοιπο. Εξ' ου και η θέση της ότι ακόμα και κατά την απασχόληση που η μάρτυρας υπέδειξε ότι ο Ενάγων μπορεί να κάνει ο τελευταίος χρήζει επίβλεψης από τον εργοδότη. Για την εκτέλεση δε της εργασίας του φωτογράφου και βιντεογράφου ο Ενάγων εμποδίζεται, επίσης, σύμφωνα με την μάρτυρα, από το κινητικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει το οποίο προέρχεται από κινητικό έλλειμμα και το οποίο είναι απότοκο της σπαστικοατακτικής συνδρομής. Για τους λόγους που εξήγησε η μάρτυρας και που πιο πάνω αναφέρονται και οι οποίοι πηγάζουν από την διάγνωσή της ως προς την κατάσταση στην οποία περιήλθε η υγεία του Ενάγοντα μετά το τροχαίο δυστύχημα δέχομαι ότι από την ημέρα του τροχαίου δυστυχήματος ο Ενάγων κατέστη ανίκανος να εκτελεί το επάγγελμα που εκτελούσε πριν το δυστύχημα, ήτοι αυτό του φωτογράφου και βιντεογράφου, και κατέστη και θα εξακολουθεί για το υπόλοιπο της ζωής του να είναι ανίκανος για εργασία με πλήρη καθήκοντα και πλήρες ωράριο. Σημειώνεται, επίσης, το εξής σημαντικό. Με τις πιο πάνω διαπιστώσεις της μάρτυρος συμφώνησε και ο ΜΥ
- Η μάρτυρας υποστήριξε, επίσης, ότι ο Ενάγων χρήζει συνεχούς φροντίδας στην καθημερινή του ζωή και θα χρήζει τέτοιας για το υπόλοιπο της ζωής του. Λέγοντας «συνεχή» φροντίδα η μάρτυρας δεν εννοούσε φροντίδα επί 24ώρου βάσεως, όπως έθεσε το θέμα τούτο ο ιατρός Μέσης, ΜΥ
- Προδήλως, εννοούσε και αυτό είναι κάτι που προκύπτει ευκρινώς από την μαρτυρία της ότι ένεκα των κινητικών προβλημάτων, του προβλήματος με την συγκέντρωση και την μνήμη και των προβλημάτων συμπεριφοράς ο Ενάγων θα χρειάζεται στήριξη από τρίτον εφ' όρου ζωής. Υπεδείχθησαν τα ακόλουθα. Αναφορικά με τα κινητικά προβλήματα η μάρτυρας υπέδειξε ότι λόγω της αστάθειας και της αταξίας στη βάδιση που παρουσιάζει ο Ενάγων θα χρειάζεται κάποιον να τον στηρίζει για να μην πέφτει κάτω. Αναφορικά με την μνήμη η μάρτυρας υπέδειξε χαρακτηριστικά ότι ο Ενάγων έχει αποπροσανατολισμό και ξεχνάει βασικά πράγματα, όπως να λαμβάνει τα φάρμακά του. Μπορεί, ακόμα και την φωτιά να αφήσει αναμμένη στο σπίτι. Αναφορικά με τα προβλήματα συμπεριφοράς η μάρτυρας υπέδειξε χαρακτηριστικά ότι ο Ενάγων είναι απρόβλεπτος στην συμπεριφορά του και ευέξαπτος. Με το ελάχιστο, επίσης, γίνεται ευερέθιστος. Μπορεί να γίνει και επιθετικός. Πάσχει από άγχος και κατάθλιψη. Γι' αυτό και του χορηγούνται κατευναστικά φάρμακα. Η υπό της μάρτυρος υποδεικνυόμενη ανάγκη του Ενάγοντα για συνεχή φροντίδα αναδύεται ως εκ των μόνιμων κατάλοιπων φυσικό επακόλουθο. Δέχομαι, λοιπόν, ότι ο Ενάγων χρειάζεται και θα χρειάζεται για το υπόλοιπο της ζωής του φροντίδα από τρίτο. Σημειώνεται, όμως, τούτο. Βλέποντας τον Ενάγοντα να περπατά μέσα στην αίθουσα, να εισέρχεται εντός του εδωλίου του μάρτυρα και να εξέρχεται από αυτό δεν διαπίστωσα τέτοια αστάθεια στη βάδιση ώστε να μπορεί να λεχθεί ότι κινδυνεύει ή ότι διατρέχει άμεσο κίνδυνο να πέσει κάτω. Αναμφίβολα το κινητικό πρόβλημα από το οποίο και πάσχει είναι σοβαρό. Η αστάθεια και η αταξία στη βάδιση είναι εμφανέστατες και προκαλούν εμφανές και σοβαρό πρόβλημα στη βάδιση. Δεν είναι, όμως, τέτοιες ώστε ο Ενάγων να κινδυνεύει ή να κινδυνεύει ανά πάσα στιγμή να πέσει κάτω. Συνεπώς, δεν μπορώ να δεχθώ ότι χρειάζεται κάποιος τρίτος για να βοηθά τον Ενάγοντα στο περπάτημα ώστε να μην πέφτει κάτω. Αναμφίβολα, όμως, η παρουσία τρίτου είναι απαραίτητη σε περιπτώσεις κινδύνου καθότι με τα πιο πάνω σοβαρότατα μειονεκτήματα στη βάδιση ο Ενάγων δεν θα μπορεί να αντιδρά άμεσα στον κίνδυνο ώστε να μπορεί να τον αποφύγει. Επίσης, η μάρτυρας δεν μου έδωσε την εντύπωση ότι προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να βοηθήσει τον Ενάγοντα εις βάρος της αλήθειας. Γι' αυτό δεν διατηρώ οποιαδήποτε αμφιβολία. Ενδεικτικό τούτου κρίνω πως είναι το γεγονός ότι δεν απέκρυψε από το Δικαστήριο ότι ο Ενάγων είναι ικανός να απασχολείται σε απλές ενασχολήσεις, όπως μεγεθύνσεις και μοντάζ φωτογραφιών, αν και για λίγη ώρα ένεκα του προβλήματος συγκέντρωσης και πάντοτε υπό την επίβλεψη των οικείων του στο οικογενειακό φωτογραφείο ένεκα των προβλημάτων συμπεριφοράς που παρουσιάζει. Δεν μου διαφεύγει ότι κατά την κυρίως εξέτασή της η μάρτυρας δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο ο Ενάγων να μπορεί να εκτελεί και άλλες καθιστικές εργασίες. Ήταν, όμως, επιφυλακτική αναφορικά με αυτή της την δήλωση, αφού, μεταξύ άλλων, υποστήριξε ότι πρώτα ο Ενάγων θα πρέπει να δοκιμάσει και, ακολούθως, η ίδια να είναι σε θέση να πει. Η μάρτυρας μπορεί να μην απέκλεισε το υπό συζήτηση ενδεχόμενο, και αυτό στα πλαίσια της φιλαλήθειάς της, αυτό, όμως, που συνάγεται από την μαρτυρία της και, μάλιστα, ευκρινώς, είναι ότι στην πραγματικότητα δεν είναι της ισχυρής γνώμης ότι ο Ενάγων μπορεί να αποδώσει σε άλλες απλές ενασχολήσεις εκτός από αυτές που υπέδειξε στο οικογενειακό φωτογραφείο κι' αυτό γιατί, αφενός, δεν θα είναι εύκολο για τον Ενάγοντα εν' όψει της εν γένει κατάστασης της υγείας του να μπορεί να δεχθεί και να προσαρμοσθεί σε κάτι το καινούργιο, όπως ενδεικτικά ανέφερε, αφετέρου, γιατί ένεκα της έκπτωσης των νοητικών λειτουργιών, αλλά και των προβλημάτων συμπεριφοράς που παρουσιάζει ο Ενάγων θα βρίσκεται πάντα σε μειονεκτική θέση στην ελεύθερη αγορά. Γι' αυτό και ενώ αρχικά υποστήριξε ότι ο Ενάγων μπορεί να αποδώσει σε καθήκοντα απλού ταμία περιπτέρου, στην αντεξέταση υπέδειξε τα σημεία εκείνα στα οποία ως εκ των υστέρων διεφάνη βάσιζε την επιφυλακτικότητά της για να δηλώσει ότι και εκεί θα υπάρξουν προβλήματα τα οποία θα καθιστούν τον Ενάγοντα σε μειονεκτική, όπως ενωρίτερα αναφέρθηκε, θέση στην ελεύθερη αγορά. Η μειονεκτικότητα θα έγκειται στο ότι ο Ενάγων θα πρέπει να βρει εργοδότη που να τον ανέχεται. Να τον ανέχεται καθότι ο Ενάγων δεν θα είναι σε θέση να συγκεντρώνεται για πολλή ώρα και θα πρέπει να κάνει διαλείμματα κατά την εργασία, δεν θα είναι σε θέση να εργάζεται πλήρες ωράριο, θα παρουσιάζει προβλήματα συμπεριφοράς και ένεκα των προβλημάτων μνήμης και συγκέντρωσης δεν θα μπορεί να αποδώσει αποτελεσματικά. Σε σχέση με το τελευταίο η μάρτυρας κατά την αντεξέταση υπέδειξε ότι και στην θέση του απλού ταμία σε περίπτερο ο Ενάγων ένεκα των προβλημάτων συγκέντρωσης και μνήμης που παρουσιάζει αναπόφευκτα θα κάνει λάθη με αποτέλεσμα να απολέσει χρήματα. Γι' αυτό και ο εργοδότης που θα βρει θα πρέπει να είναι άτομο που να τον πονά και να τον αγαπά για να μπορεί και να τον ανέχεται. Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, που η μάρτυρας ανέφερε ότι μόνο σε απασχόληση στο οικογενειακό φωτογραφείο μπορεί να επιδοθεί ο Ενάγων και όχι οπουδήποτε αλλού. Προδήλως, γιατί θεωρεί, όπως, άλλωστε, είναι λογικό, πολύ απομακρυσμένο το ενδεχόμενο να βρεθεί εργοδότης που να συγκεντρώνει τα πιο πάνω στοιχεία και που να αρκείται σε εργασία περιοριστικής φύσεως και διάρκειας από υπάλληλό του, τα οποία ομολογουμένως εκφεύγουν και μάλιστα κατά πολύ από τις προσδοκίες του συνήθη εργοδότη, σε αντίθεση με το οικογενειακό περιβάλλον το οποίο συμπονά τον Ενάγοντα, τον καταλαβαίνει και μπορεί να είναι ανεκτικό μαζί του τόσο όσο αφορά την συμπεριφορά του όσο και τις περιορισμένες ικανότητες και απόδοσή του. Και στο οικογενειακό φωτογραφείο θα δημιουργεί προβλήματα ο Ενάγων σύμφωνα με την μάρτυρα. Σε περίπτωση, για παράδειγμα, που ο υπολογιστής «μαγκώσει», όπως η μάρτυρας ενδεικτικά υπέδειξε, ο Ενάγων θα εκνευρισθεί και θα αρχίσει να φωνάζει. Επειδή, όμως, το περιβάλλον στο οικογενειακό φωτογραφείο είναι υποστηρικτικό και ανεκτικό οι πιο πάνω αντιδράσεις του Ενάγοντα δεν θα επηρεάσουν την συνέχιση της απασχόλησής του εκεί. Κρίνω ότι οι εξηγήσεις που η μάρτυρας έδωσε προς αιτιολόγηση της εν γένει θέσης της ότι ο Ενάγων είναι ανίκανος για εργασία με πλήρη καθήκοντα και πλήρες ωράριο, αλλά και για το ότι στην ελεύθερη αγορά θα μειονεκτεί σε τέτοιο βαθμό ώστε το ενδεχόμενο να εξεύρει εργασία σε περιβάλλον άλλο από το οικογενειακό είναι πολύ απομακρυσμένο είναι άκρως τεκμηριωμένες και πειστικές. Υπό το φως των πιο πάνω και με εξαίρεση το μοναδικό σημείο από την μαρτυρία της που δεν αποδέχθηκα και που πιο πάνω υποδείχθηκε όλη η υπόλοιπη μαρτυρία της μάρτυρος είναι αποδεκτή. Πρώτος μάρτυρας για την Υπεράσπιση κατέθεσε η Μαρία Ιωαννίδου, Πρωτοκολλητής στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής της η μάρτυρας ανέφερε ότι υπό την πιο πάνω ιδιότητά της έχει στην κατοχή της τους φακέλους των ποινικών υποθέσεων μεταξύ των οποίων και του φακέλου της ποινικής υπόθεσης με αριθμό 17077/04 η οποία σχηματίσθηκε εναντίον του Ενάγοντα. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής της η μάρτυρας κατέθεσε από τον φάκελο της πιο πάνω υπόθεσης χωρίς να προβληθεί ένσταση από την πλευρά του Ενάγοντα δύο αποφάσεις οι οποίες εκδόθηκαν από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στις 22.6.06 και 30.11.
- Οι εν λόγω αποφάσεις σημειώθηκαν από το Δικαστήριο ως Τεκμήρια 17 και 18 αντίστοιχα. Το Τεκμήριο 17 είναι απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού η οποία ως εκ του περιεχομένου της προκύπτει εκδόθηκε με αφορμή αίτημα που υποβλήθηκε εκ μέρους της Υπεράσπισης στην πιο πάνω υπόθεση για εξέταση της ικανότητας του Ενάγοντα - κατηγορούμενου στην πιο πάνω ποινική υπόθεση - να παρακολουθήσει την δίκη. Στα πλαίσια της πιο πάνω απόφασης το Δικαστήριο απάλλαξε τον Ενάγοντα από την τέταρτη κατηγορία αφού προηγουμένως αποφάσισε ότι η διαθέσιμη εναντίον του Ενάγοντα μαρτυρία δεν στοιχειοθετούσε το εν λόγω αδίκημα και αναφορικά με τις τρεις υπόλοιπες κατηγορίες και ενεργώντας στην βάση των εξουσιών που παρέχονται στο Δικαστήριο από το άρθρο 70 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, όπως τροποποιήθηκε, αποφάσισε να διατάξει έρευνα αναφορικά με την ικανότητα του Ενάγοντα να παρακολουθήσει την δικαστική διαδικασία διατάσσοντας προ τούτο όπως ο Ενάγων εξετασθεί από κυβερνητικό ψυχίατρο αφού προηγουμένως ικανοποιήθηκε ότι στην βάση του ενώπιόν του μαρτυρικού και αποδεικτικού υλικού εύλογα στοιχειοθετούνταν τα αδικήματα των τριών πρώτων κατηγοριών που ο Ενάγων αντιμετώπιζε στην πιο πάνω υπόθεση. Το Τεκμήριο 18 είναι η ποινή που επιβλήθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στον Ενάγοντα στην πρώτη κατηγορία που αντιμετώπιζε, ήτοι της συνεπεία του τροχαίου δυστυχήματος πρόκλησης θανάτου του Γιάννου Γιάκουμου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε. Από την εν λόγω ποινή προκύπτει ότι ο Ενάγων είχε παραδεχθεί την πιο πάνω κατηγορία καθώς και την κατηγορία της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος χωρίς να είναι προσδεδεμένος με ζώνη ασφαλείας (τρίτη κατηγορία). Με την πιο πάνω απόφασή του το Δικαστήριο επέβαλε στον Ενάγοντα στην πρώτη κατηγορία ποινή προστίμου Λ.Κ.1.000,00 σεντ και αποστέρησε από αυτόν το δικαίωμα να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 12 μηνών. Για το αδίκημα της τρίτης κατηγορίας το Δικαστήριο δεν επέβαλε ποινή. Επιδικάσθηκαν, επίσης, εναντίον του Ενάγοντα Λ.Κ.30,00 σεντ έξοδα της διαδικασίας. Η μάρτυρας δεν αντεξετάσθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Ενάγοντα. Δέχομαι ότι η μάρτυρας υπό την ιδιότητα της ως Πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού έχει στην κατοχή της τον φάκελο της ποινικής υπόθεσης με αριθμό 17077/04 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και ότι τα έγγραφα τα οποία κατέθεσε και σημειώθηκαν από το Δικαστήριο ως τεκμήρια βρίσκονταν εντός του εν λόγω φακέλου. Αξίζει να σημειωθεί ότι η πλευρά του Ενάγοντα δεν αμφισβήτησε την μαρτυρία της μάρτυρος, η οποία ως εκ τούτου παρέμεινε αναντίλεκτη. Όσον αφορά την αποδεικτική αξία του Τεκμηρίου 17 έχω να αναφέρω τα ακόλουθα. Η Υπεράσπιση κατά την ακροαματική διαδικασία προώθησε την δικογραφημένη της θέση ότι κατά τον χρόνο του τροχαίου δυστυχήματος ο Ενάγων οδηγούσε υπό την επήρεια μέθης. Η κρίση, όμως, του Δικαστηρίου στην πιο πάνω ποινική υπόθεση σύμφωνα με την οποία το ενώπιόν του παρουσιασθέν μαρτυρικό υλικό στοιχειοθετούσε την δεύτερη κατηγορία δεν αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία. Κατ' αρχή, πρόκειται περί απόφασης η οποία εκδόθηκε σε μια υπόθεση στην οποία δεν υπάρχει ταυτοσημία διαδίκων με την παρούσα υπόθεση. Επίσης, δεν είναι απόφαση επί της ουσίας, αλλά απόφαση η οποία εκδόθηκε στην βάση της όψης και μόνο του μαρτυρικού υλικού της Αστυνομίας για να αποφασίσει το Δικαστήριο αν θα διέτασσε την διεξαγωγή έρευνας για να διαπιστωθεί η ικανότητα του Ενάγοντα να παρακολουθήσει την δικαστική διαδικασία. Υπό το φως των πιο πάνω η πιο πάνω απόφαση δεν είναι δεσμευτική για το παρόν Δικαστήριο. Στο Αγγλικό σύγγραμμα The Modern Law of Evidence, Adrian Keane, 4η έκδοση, σελίδα 19 αναφέρεται ότι ο κλασσικός ορισμός της σχετικότητας (relevance) περιέχεται στο άρθρο 1 του Stephen's Digest of the Law of Evidence, 12η έκδοση σύμφωνα με το οποίο ο πιο πάνω όρος σημαίνει ότι: «any two facts to which it is applied are so related to each other that according to the common course of events one either taken by itself or in connection with other facts proves or renders probable the past, present or future existence or non- existence of the other». Απλούστερος ορισμός του όρου δόθηκε από τον Λόρδο Simon of Glaisdale στην υπόθεση DPP v. Kilbourne
(1973)AC 729. Λέχθηκε ότι μαρτυρία είναι σχετική αν λογικά τείνει να αποδείξει (prove) ή να αναιρέσει (disprove) κάποιο ζήτημα το οποίο χρειάζεται απόδειξη. Είναι η μαρτυρία που καθιστά το ζήτημα που χρειάζεται απόδειξη περισσότερο ή λιγότερο πιθανό. Ένα εκ των επίδικων ζητημάτων στην παρούσα διαδικασία είναι αν κατά τον χρόνο του τροχαίου δυστυχήματος ο Ενάγων οδηγούσε υπό την επήρεια μέθης και όχι αν η ποσότητα της αλκοόλης στο αίμα του υπερέβαινε το καθορισθέν από τον Νόμο όριο που είναι ό,τι η δεύτερη κατηγορία αφορά. Όπως και πιο κάτω υποδεικνύεται το ότι κάποιος οδηγεί με ποσότητα αλκοόλης στο αίμα του η οποία υπερβαίνει το καθορισθέν από τον Νόμο όριο δεν σημαίνει ότι οδηγεί και υπό την επήρεια μέθης. Πιο κάτω και συγκεκριμένα στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας της ΜΥ 3 υποδεικνύεται, επίσης, ότι άλλο είναι το αδίκημα που διαπράττεται κατά παράβαση του άρθρου 5 του Περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου, Νόμος 174/86, όπως τροποποιήθηκε, και άλλο το αδίκημα που διαπράττεται κατά παράβαση του άρθρου 9
(1)του Περί Μηχανοκίνητων και Τροχαίας Κίνησης Νόμου, Ν. 86/1972, όπως τροποποιήθηκε. Επομένως, η κρίση του ποινικού Δικαστηρίου ότι το ενώπιόν του παρουσιασθέν μαρτυρικό υλικό δικαιολογούσε την διεξαγωγή της προαναφερόμενης έρευνας καθότι στην όψη του στοιχειοθετούνταν η δεύτερη κατηγορία δεν αποτελεί μαρτυρία η οποία λογικά τείνει να αποδείξει (prove) ή να αναιρέσει (disprove) κάποιο ζήτημα το οποίο χρειάζεται απόδειξη στα πλαίσια της παρούσης υπόθεσης ή μαρτυρία η οποία καθιστά κάποιο ζήτημα που χρειάζεται απόδειξη στα πλαίσια της παρούσης υπόθεσης περισσότερο ή λιγότερο πιθανό και, επομένως, σχετική μαρτυρία. Αποκλείεται, επομένως, και ως άσχετη μαρτυρία. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνεται ότι το Τεκμήριο 17 είναι άνευ αποδεικτικής αξίας για τους σκοπούς της παρούσης υπόθεσης. Όσον αφορά την αποδεικτική αξία του Τεκμηρίου 18 έχω να αναφέρω τα ακόλουθα. Στο εν λόγω τεκμήριο γίνεται αναφορά, μεταξύ άλλων, στα γεγονότα επί των οποίων το Δικαστήριο βασίσθηκε για να κρίνει και αποφασίσει επί της συμπεριφοράς που επέδειξε ο Ενάγων κατά το τροχαίο δυστύχημα και, κατ' επέκταση, να επιβάλει την αρμόζουσα σύμφωνα με αυτό ποινή. Αν η Υπεράσπιση με την παρουσίαση της πιο πάνω απόφασης σκοπούσε να καταδείξει αυτά τα γεγονότα θεωρώ ότι η παρουσίαση της απόφασης δεν είναι ο ενδεδειγμένος για τον σκοπό αυτό τρόπος. Η απόδειξη των γεγονότων που εκτέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή και έγιναν αποδεκτά από τον Ενάγοντα κρίνω πως θα μπορούσαν να αποδειχθούν με αποστενογράφηση του πρακτικού που τηρήθηκε πιστοποιημένου από τον Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου. Με την μέθοδο που ακολουθήθηκε από την Υπεράσπιση δεν διασφαλίζεται η ορθή μεταφορά των γεγονότων καθότι το ενδεχόμενο να εμφιλοχώρησε σφάλμα στην μεταφορά τους από το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να αποκλεισθεί. Υπό το φως των πιο πάνω δεν μπορώ να αποδεχθώ ότι τα γεγονότα που περιβάλλουν την διάπραξη του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας είναι αυτά που εκτίθενται στο Τεκμήριο 18. Κατά δεύτερο, δεν μου διαφεύγει ότι μαρτυρία για καταδίκη μετά από παραδοχή είναι αποδεκτή σε πολιτική διαδικασία ως μαρτυρία ενοχής (evidence of guilt) (Βλ. Αναστασία Στυλιανού ν. Ρούλας Νικολάου
(2000)1 ΑΑΔ 434 και Hollington v. Hewthorn [1943] 2 All E.R. 35). Στην κρινόμενη, όμως, περίπτωση η συμπεριφορά που επέδειξε ο Ενάγων κατά την οδήγηση ως αποτέλεσμα της οποίας ήταν να λάβει χώρα το τροχαίο δυστύχημα και, κατ' επέκταση, η αμέλειά του δεν είναι σχετικό με τα επίδικα ζητήματα. Ό,τι με την Υπεράσπισή της η Εναγόμενη προβάλει ως εξαίρεση είναι την μέθη και όχι άλλες παραβάσεις του Νόμου, κάτι το οποίο καθορίσθηκε και με ενδιάμεσες αποφάσεις του Δικαστηρίου σε σχετικά ζητήματα που τέθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία ως αποτέλεσμα των οποίων η Υπεράσπιση εμποδίστηκε να αντεξετάσει τον Ενάγοντα προς την πιο πάνω κατεύθυνση. Τίθεται, όμως, ζήτημα αν ο Ενάγων κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε υπό την επήρεια μέθης. Δεν θεωρώ, όμως, ότι τα όσα παρατίθενται ως γεγονότα στο Τεκμήριο 18 είναι σχετικά με το επίδικο ζήτημα της μέθης. Ο τρόπος με τον οποίο επισυνέβη το τροχαίο δυστύχημα και η πορεία που διέγραψε το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Ενάγων δεν συνηγορούν απαραίτητα και δίχως άλλο με μέθη ούτε και αποτελούν γεγονότα τα οποία τείνουν να αποδείξουν μέθη. Ο τρόπος με τον οποίο επισυνέβη το τροχαίο δυστύχημα και η πορεία που διέγραψε το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Ενάγων όσο θα μπορούσαν να είχαν λάβει χώρα οδηγώντας ο Ενάγων υπό την επήρεια μέθης άλλο τόσο θα μπορούσαν να είχαν λάβει χώρα και οδηγώντας χωρίς αυτός να τελεί υπό τέτοια επήρεια. Συνεπώς, και αν ακόμα το Τεκμήριο 18 αποτελούσε μαρτυρία αποδεκτή των γεγονότων που εκτέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή τα γεγονότα αυτά δεν θα κρίνονταν σχετικά για τους σκοπούς της παρούσης υπόθεσης. Δεύτερος μάρτυρας για την Υπεράσπιση κατέθεσε ο ιατρός Χριστόδουλος Μέσης. Ο εν λόγω μάρτυρας είναι νευρολόγος ψυχίατρος και εργάζεται στον ιδιωτικό τομέα. Τον Ενάγοντα τον εξέτασε δύο φορές. Η πρώτη ήταν στις 29.3.12 και η δεύτερη στις 2.4.
- Κατά την πρώτη επίσκεψη ο Ενάγων συνοδευόταν από την μητέρα του, ενώ στην δεύτερη η εξέταση έλαβε χώρα χωρίς την παρουσία τρίτου. Αναγνώρισε το Τεκμήριο 19 ως την ιατρική έκθεση που ετοίμασε ο ίδιος στις 3.4.12 και δήλωσε ότι συμφωνούσε με το περιεχόμενό του το οποίο και υιοθέτησε. Στην ιατρική του έκθεση ο μάρτυρας κάνει αναφορά και στο ιστορικό του Ενάγοντα το οποίο διαπίστωσε μέσα από ιατρικές εκθέσεις που, όπως αναφέρει, είχε υπόψη του κατά την σύνταξη της δικής του έκθεσης και συγκεκριμένα ιατρικές εκθέσεις των ιατρών Α. Μαλικίδου, Μ. Πρωτοπαπά και Ηλ. Γεωργίου. Είχε, επίσης, υπόψη αξονικές τομογραφίες που έγιναν όπως και πάλι αναφέρει στην ιατρική του έκθεση στις 24.11.02, 27.11.02 και 3.12.
- Κατά την κυρίως εξέτασή του ο μάρτυρας ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Ο Ενάγων κατά τον χρόνο που εξετάσθηκε από τον μάρτυρα είχε σημειώσει θεαματική βελτίωση. Και αυτό γιατί μέχρι το 2005 οι ιατρικές εκθέσεις μιλούσαν για ένα άτομο με σοβαρά νευρολογικά προβλήματα ο οποίος χρειαζόταν υποστήριξη και βοήθεια από τρίτο 24 ώρες το 24ωρο. Κατά την εξέταση είχε κάποια κατάλοιπα, όμως, στην επικοινωνία ο Ενάγων δεν αντιμετώπιζε οποιοδήποτε πρόβλημα. Ήταν πλήρως κατανοητά αυτά που έλεγε και αυτό γιατί η δυσαρθρία, από την οποία πάσχει, δεν έχει να κάνει με το περιεχόμενο της κουβέντας, αλλά με την καθαρότητα και τον ρυθμό με τον οποίο κάποιος μιλά. Ήταν, επίσης, πλήρως συνεργάσιμος και σε καλή διάθεση και αυτά που έλεγε ήταν κατανοητά. Κατά τις δύο εξετάσεις δεν παρουσίαζε συμπτώματα του συνδρόμου του μετωπιαίου λοβού, αφού δεν υπήρχε κάποια εμφανής συναισθηματική αστάθεια όπως μελαγχολία, μανιακή ή ψυχωτική εικόνα ή εμφανής αγχώδης διαταραχή. Παρόλο που η μητέρα του ανέφερε ότι στο σπίτι ο Ενάγων παρουσίαζε κάποιες αγχώδεις διαταραχές για τις οποίες λάμβανε αγχολυτικά φάρμακα. Πάντως, δεν αναφέρθηκε ότι λαμβάνει φάρμακα για κατάθλιψη. Επίσης, δεν παρουσίαζε έλλειψη συγκέντρωσης, ούτε έλλειψη στην παρακολούθηση και κατανόηση στα όσα ο μάρτυρας τον ρωτούσε. Τέλος, οι απαντήσεις του ήταν στοχευμένες. Σύμφωνα με τον μάρτυρα τα κατάλοιπα που ο Ενάγων παρουσίαζε κατά τις δύο εξετάσεις ήταν τα ακόλουθα: δυσαρθρία βάδιση με σπαστική χωλότητα στο αριστερό κάτω άκρο για την οποία ο Ενάγων λαμβάνει μυοχαλαρωτικό φάρμακο. Ειδικότερα, παρατηρείται ελαφρά σπαστική αδυναμία αριστερά με αυξημένα τενόντια αντανακλαστικά ελαφρά αταξία στην κίνηση στη δεξιά μεριά του σώματος και σπαστική ημιπάρεση, δηλαδή, κίνηση που δεν έχει τον σωστό ρυθμό και δυσκολία στη μνήμη αναφορικά με ημερομηνίες και παρόμοιες πληροφορίες, πράγμα που καταμαρτυρεί νοητική έκπτωση. Σημειώνεται ότι η δυσαρθρία και τα κινητικά προβλήματα που και ο ίδιος διαπίστωσε ότι υπάρχουν συνάδουν με τις διαπιστώσεις που επί των ιδίων θεμάτων η ΜΕ 2 επισήμανε. Καταληκτικά ο μάρτυρας υποστήριξε ότι ο Ενάγων υπέστη μια σοβαρή κρανιοεγκεφαλική κάκωση ως αποτέλεσμα της οποίας δεν μπορεί να ασκεί το επάγγελμα που ασκούσε πριν το τροχαίο δυστύχημα, ήτοι αυτό του φωτογράφου, αλλά ούτε και οποιαδήποτε άλλη εργασία και αυτό πλέον μπορεί να θεωρηθεί μόνιμο. Ωστόσο, μπορεί να επιδοθεί σε μερική απασχόληση στο φωτογραφείο με την υποστήριξη της οικογένειάς του σε κάποιες απλές ενασχολήσεις για μερικές ώρες, όπως να είναι στην υποδοχή ή να αντικαθιστά άλλους στην υποδοχή που θα απουσιάζουν για λίγο διάστημα, να παίρνει μηνύματα και να κανονίζει ραντεβού. Η γνώμη του είναι ότι ο Ενάγων δεν χρειάζεται κάποιον να βρίσκεται δίπλα του 24 ώρες το 24ωρο και να του «κρατά το χέρι». Στην γνώμη του αυτή συνέβαλε το ότι η τελευταία εξέταση έλαβε χώρα στην απουσία οποιουδήποτε τρίτου που να τον συνοδεύει, αν και ο μάρτυρας δεν γνώριζε κατά πόσο στο ιατρείο ο Ενάγων είχε μεταφερθεί από οποιονδήποτε τρίτο, πράγμα που δείχνει κάποιο βαθμό ανεξαρτητοποίησης, αλλά και η κοινωνικοποίηση που καταμαρτυρείται από το γεγονός του αρραβώνα του. Σίγουρα, όμως, θα χρειάζεται βοήθεια στην καθημερινή προσωπική του φροντίδα. Επίσης, κατά τον χρόνο που τον εξέτασε δεν διαπίστωσε ότι δεν ήταν σε θέση να παρακολουθήσει δικαστική διαδικασία. Δεν είναι, όμως, σε θέση να υπηρετήσει στην Εθνική Φρουρά. Κατά την αντεξέταση και ερωτηθείς ευθέως αν ο Ενάγων είναι ικανός για εργασία στην ελεύθερη αγορά σε αντίθεση μέσα σε ένα περιβάλλον που να τον συμπονά και να είναι ανεκτικό μαζί του, όπως είναι το οικογενειακό φωτογραφείο, που από συμπόνια τον βοηθά για να μην νιώθει άχρηστος, ο μάρτυρας απάντησε αρνητικά. Όμως, στο φωτογραφείο της μητέρας του και με την ανάλογη υποστήριξη ο Ενάγων θα μπορούσε να κάνει αυτά που κατά την κυρίως εξέτασή του ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο Ενάγων μπορούσε να κ