← Κύπρος

EFSTATHIOS CH. CONSTANTINIDES LTD κ.α. ν. ΑΝΔΡΕΑ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗ, Αρ. Αγωγής: 1249/08, 26/1/2015

EFSTATHIOS CH. CONSTANTINIDES LTD κ.α. ν. ΑΝΔΡΕΑ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗ, Αρ. Αγωγής: 1249/08, 26/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A17 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: N. Γεωργιάδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1249/08 ΜΕΤΑΞΥ:

  1. EFSTATHIOS CH. CONSTANTINIDES LTD
  2. ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγόντων και ΑΝΔΡΕΑ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗ Εναγομένου ------------------ Ημερομηνία: 26 Ιανουαρίου, 2015 Για τους Ενάγοντες: κ. Αριστείδου Για τον Εναγόμενο: κ. Χρυσάνθου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (Βάρος Απόδειξης - Ισχυρισμός για αναπόφευκτο ατύχημα- Κατά πόσο αντιστρέφεται το βάρος απόδειξης) Με την απαίτηση τους οι Ενάγοντες απαιτούν από τον Εναγόμενο αποζημιώσεις συνεπεία δυστυχήματος που έγινε κατά ή περί την 14/2/2006, που, όπως ισχυρίζονται, προκλήθηκε από αμέλεια του Εναγομένου. Η Ενάγουσα 1 ενάγει ως η ιδιοκτήτρια του οχήματος που υπέστη ζημιές και η Ενάγουσα 2 ως η ασφαλιστική εταιρεία που παρείχε ασφαλιστική κάλυψη στην Ενάγουσα
  3. Οι λεπτομέρειες αμέλειας αναφέρονται στην παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαίτησης, δεν κρίνω όμως σκόπιμο να τις παραθέσω. Με την υπεράσπιση του ο Εναγόμενος δέχεται ότι επεσυνέβη το εν λόγω δυστύχημα, αρνείται όμως αμέλεια και προβάλλει υπεράσπιση αναπόφευκτου ατυχήματος. Συγκεκριμένα στις παραγράφους 7 και 8 λέγει τα ακόλουθα: «
  4. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο, ενώ οδηγούσε το αυτοκίνητο του επί της οδού Πατριάρχου Φωτίου με δυτική κατεύθυνση, πλησίον της διασταύρωσης της με τον 3ο δρόμο της περιοχής Π. Πολεμιδιών, υπέστη καρδιακό επεισόδιο και/ή ανακοπή καρδιάς, με αποτέλεσμα να χάσει τις αισθήσεις του και/ή τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, το οποίο κινήθηκε ανεξέλεγκτα και εισήλθε στη διασταύρωση όπου συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Πανίκος Ονουφρίου.
  5. Περαιτέρω ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι δεν υπέχει οποιαδήποτε ευθύνη για το επίδικο δυστύχημα και/ή ότι τούτο ήταν αναπόφευκτο δυστύχημα (inevitable accident).» Στην απάντηση τους οι Ενάγοντες αρνούνται τους εν λόγω ισχυρισμούς. Στις 23/9/2013, δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι οι ζημιές των Εναγόντων ανέρχονται στο ποσό των €7600 επί πλήρους ευθύνης. Ακολούθως στις 18/12/2014, ημερομηνία κατά την οποία η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση, δηλώθηκαν τα εξής παραδεκτά γεγονότα (παραθέτω αυτούσιο το πρακτικό): «κ. Χρυσάνθου: Έχουμε τα εξής παραδεκτά γεγονότα: Ο ενάγων 1 ήταν ιδιοκτήτης του οχήματος με αρ. εγγραφής KKR 937 και ο εναγόμενος του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής EXA
  6. Κατά ή περί την 14/2/06 ο εναγόμενος οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής EXA 018 δυτικά από την οδό Πατριάρχου Φωτίου και το όχημα του ενάγοντα 1 με οδηγό τον Πανίκο Ονησιφόρου οδηγείτο βόρεια στο 3ον δρόμο, περιοχή Π. Πολεμιδιών. Ο εναγόμενος φθάνοντας στην συμβολή των πιο πάνω δρόμων παρέλειψε να σταματήσει σε σήμα αλτ και εξήλθε στο 3ον δρόμο, περιοχή Π. Πολεμιδιών με αποτέλεσμα να ανακόψει την πορεία και να συγκρουστεί με το όχημα KKR
  7. Το όχημα με αρ. εγγραφής ΚΚR937 υπέστηκε ζημιές συνολικής αξίας €7,
  8. Παραμένει ως επίδικο θέμα ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι πριν να συμβεί το επίδικο δυστύχημα και ο λόγος για τον οποίο παρέλειψε να σταματήσει στο σήμα αλτ και εξήλθε στο 3ον δρόμο της περιοχής Π. Πολεμιδιών ήταν ότι είχε υποστεί ανακοπή καρδίας (καρδιακή προσβολή). Θα καταθέσουμε επίσης το ακόλουθο έγγραφο για την αλήθεια του περιεχομένου του που είναι το συμμετρικό σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος το οποίο ετοιμάστηκε από τον αστυφύλακα 4079 Σ. Τρύφωνος, εξεταστή του επίδικου δυστυχήματος. κ. Αριστείδου: Συμφωνώ.» Φωτοαντίγραφο του συμμετρικού σχεδιαγράμματος της σκηνής του δυστυχήματος κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  9. Στη συνέχεια ο συνήγορος των Εναγόντων δήλωσε τα ακόλουθα: «κ. Αριστείδου: Ενόψει της παρούσας εξέλιξης θα φέρω μόνο ένα μάρτυρα, τον οδηγό του οχήματος που είναι ο Πανίκος Ονησιφόρου για να καταθέσει ως προς κάποια ζητήματα που παραμένουν ανοιχτά σχετικά με το προκληθέν δυστύχημα. Σήμερα έχω μόνο τον αστυνομικό επομένως θα ζητήσω να οριστεί σε άλλη ημερομηνία. Δυστυχώς ούτε αύριο θα είναι δυνατόν να φέρω τον οδηγό λόγω του ότι είχα άλλο προγραμματισμένο μάρτυρα.» Η υπόθεση παρέμεινε για συνέχιση στις 15/1/
  10. Στις 15/1/2015 ο κ. Αριστείδου στηριζόμενος στα παραδεκτά γεγονότα, εισηγήθηκε ότι το βάρος απόδειξης πλέον το έφερε ο Εναγόμενος ο οποίος επικαλείται την υπεράσπιση του αναπόφευκτου ατυχήματος. Ο δικηγόρος του Εναγομένου διαφώνησε και το Δικαστήριο ζήτησε από τους δικηγόρους να αγορεύσουν. Η επιχειρηματολογία του συνηγόρου των Εναγόντων ήταν η ακόλουθη: · Το βάρος απόδειξης, σύμφωνα με τη νομολογία, έχει μετακινηθεί στον Εναγόμενο, (βλ. Πανταζής κ.α. ν Θεμιστοκλέους

(2006)1Β ΑΑΔ 898, Χρυσάνθου ν Φραντζή
(2010)1Β ΑΑΔ 1295, Παυλή κ.α. ν Αβραάμ
(2000)1Α ΑΑΔ 220, Theodoulou ν Pelopidha
(1981)1 CLR 230, G. Kasinos Constructions Ltd ν Christodoulides
(1987)1 CLR 6). · Σύμφωνα με τη Δ.33, Θ.7[1] θα πρέπει να αρχίσει την υπόθεση η πλευρά του Εναγομένου και ακολούθως οι Ενάγοντες να προσκομίσουν τη δική τους μαρτυρία. Εισηγήθηκε δηλαδή ότι δεν τίθεται θέμα να κλείσουν οι Ενάγοντες την υπόθεση τους. Η διαδικασία πρέπει να αρχίσει με τη μαρτυρία του Εναγομένου και να ακολουθήσει αυτή των Εναγόντων. · Χωρίς να ακουστεί η πλευρά του Εναγομένου θα είναι αδύνατο για τον Ενάγοντα να απαντήσει στους ισχυρισμούς του Εναγομένου. Δεν τίθεται σε δυσμενέστερη θέση η πλευρά του Εναγομένου. Ο συνήγορος του Εναγομένου αντέτεινε τα ακόλουθα: · Το νομικό βάρος απόδειξης το έχει ο διάδικος που εγείρει την αγωγή, δηλαδή οι Ενάγοντες. Ο Εναγόμενος έχει το βάρος απόδειξης τυχόν Ανταπαίτησης. Υπεράσπιση σε καμία απολύτως περίπτωση δεν αντιστρέφει το βάρος της απόδειξης. · Για να μπορέσει ο Εναγόμενος να παρουσιάσει μάρτυρες πρέπει πρώτα οι Ενάγοντες να κλείσουν την υπόθεση τους (βλ. Βασιλιτσιά
(1995)1 ΑΑΔ 1119). Στην απόφαση Χρυσάνθου ν Φραντζή, ανωτέρω, ο Δ. Ναθαναήλ ανέφερε τα ακόλουθα σε σχέση με το βάρος που πρέπει να αποσείσει εναγόμενος που ισχυρίζεται αναπόφευκτο ατύχημα, στις σελ. 1307 - 1308: «Στο σύγγραμμα του Charlesworth & Percy on Negligence 7η έκδ., αναφέρονται τα εξής στη σελ. 198, παρ. 3-86, σε σχέση με το βάρος απόδειξης που πρέπει να αποσείσει ο εναγόμενος που επικαλείται το αναπόφευκτο ατύχημα: «The burden of proof of inevitable accident is upon the person setting it up, namely the defendant. The burden rests on the defendants to show inevitable accident. To sustain that the defendants must do one or other of two things. They must either show what was the cause of the accident, and show that the result of that cause was inevitable; or they must show all the possible causes, one or other of which produced the effect, and must further show with regard to every one of these possible causes that the result could not have been avoided. Unless they do one or other of these two things, it does not appear to me that they have shown inevitable accident.» (η έμφαση προστέθηκε). Η πιο πάνω θέση έχει γίνει δεκτή και ακολουθηθεί στην Κύπρο, σε σειρά υποθέσεων όπως τις Theodoulou v. Pelopidha
(1981)1 C.L.R. 230, Καμέρης v. Σουλή
(1990)1 Α.Α.Δ. 880, Socratous v. Loizou and another
(1988)1 C.L.R. 299 και The Tunnel Portland Cement Co. Ltd v. The Prince Line Limited and another
(1963)2 C.L.R. 181 κ.ά.» Αυτό όμως που πρέπει να επισημανθεί είναι ότι η πιο πάνω απόφαση (αλλά και αυτές στις οποίες παραπέμπει), αναφέρονται στο αποδεικτικό βάρος (evidential burden) και όχι στο νομικό βάρος απόδειξης (legal/formal burden). Το νομικό βάρος το φέρει ο ενάγων κατά τη διάρκεια όλης της δίκης. Στην Καμέρης v. Σούλη
(1990)1 ΑΑΔ 880 ο Δ. Αρτεμίδης, όπως ήταν τότε, ανέφερε τα ακόλουθα στη σελ. 884: «Η ειδική αναφορά σε "αναπόφευκτο δυστύχημα", δεν διαφοροποιεί τις νομικές αρχές που εφαρμόζονται όταν αιτία της αγωγής είναι η αμέλεια. Υποδεικνύει όμως τα στοιχεία της μαρτυρίας που έχει την ευθύνη να προσκομίσει ο εναγόμενος για να αποδείξει τον ισχυρισμό του για αναπόφευκτο δυστύχημα. Αυτός δε ο ισχυρισμός ουσιαστικά ισοδυναμεί με άρνηση για αμέλεια με την εισήγηση ότι δεν μπορούσε να αποφευχθεί το δυστύχημα με την επίδειξη της δέουσας επιμέλειας και προσοχής από τον μέσο άνθρωπο.» Στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, 18th ed, 2000, στη σελ. 155 παρ. 3-124, επιβεβαιώνεται αυτή η θέση. Αναφέρεται σχετικά: 'A plea of inevitable accident then functions as a form of defence in that the defendant is required to adduce some evidence which might explain how the accident could have happened without fault on his part, although, strictly, the burden of proof remains with the claimant throughout' Στο εν λόγω σύγγραμμα γίνεται και αναφορά στην Ng Chun Pui v. Lee Chuen Tat [1988] R.T.R. 298 (Απόφαση Privy Council). Η υπόθεση αφορούσε τροχαίο ατύχημα. Οδηγός φορτηγού προσέκρουσε σε μικρό λεωφορείο που ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση προκαλώντας το θάνατο σε ένα εκ των επιβατών και τον τραυματισμό άλλων. Ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστή έγιναν παραδεκτά γεγονότα και κατατέθηκε και σχέδιο της αστυνομίας στο οποίο φαινόταν ότι το εν λόγω φορτηγό βρισκόταν στην λανθασμένη λωρίδα πορείας. Οι ενάγοντες δεν προσκόμισαν άλλη προφορική μαρτυρία. Ο εναγόμενος ακολούθως, παρουσίασε μαρτυρία ισχυριζόμενος ότι ο λόγος που έγινε το δυστύχημα ήταν γιατί τρίτος οδηγός (που δεν εντοπίστηκε και δεν ήταν διάδικος), ανέκοψε την πορεία του. Επειδή οι ενάγοντες στηρίζονταν στο res ipsa loquitur, ο πρωτόδικος Δικαστής έκρινε ότι ο εναγόμενος έφερε το βάρος να αποδείξει ότι δεν ήταν αμελής. Με βάση τα ενώπιον του γεγονότα δεν δέχθηκε ότι ο εναγόμενος απέσεισε το βάρος απόδειξης και εξέδωσε απόφαση εναντίον του. Η εν λόγω απόφαση ανατράπηκε κατ' έφεση και η απόφαση του εφετείου επικυρώθηκε και από το Privy Council. Στην εν λόγω απόφαση τέθηκε κατά τρόπο ξεκάθαρο ότι το βάρος απόδειξης αμέλειας φέρει κατά τη διάρκεια όλης της δίκης ο ενάγων. Ο Λόρδος Griffiths ανέφερε μεταξύ άλλων τα ακόλουθα (σελ 3 [2]): 'The judge however was of the view that, despite those findings of fact, because the plaintiffs had originally relied upon the doctrine of res ipsa Ioquitur, the burden of disproving negligence remained upon the defendants and they had failed to discharge it. In their Lordships' opinion this shows a misunderstanding of the so-called doctrine of res ipsa Ioquitur, which is no more than the use of a latin maxim to describe a state of the evidence from which it is proper to draw an inference of negligence. Although it has been said in a number of cases, it is misleading to talk of the burden of proof shifting to the defendant in a res ipsa Ioquitur situation. The burden of proving negligence rests throughout the case on the plaintiff. (υπογράμμιση δική μου) Στην εν λόγω απόφαση γίνεται αναφορά και στην Henderson v. Henry E. Jenkins & Sons and Evans [1970] A.C. 282[3]. Στην υπόθεση εκείνη ο εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι το δυστύχημα προκλήθηκε λόγω διάβρωσης του μηχανισμού των φρένων, ελάττωμα το οποίο δεν μπορούσε να γνωρίζει. Ο Λόρδος Pearson ανέφερε τα ακόλουθα στην σελ 301:- "In an action for negligence the plaintiff must allege, and has the burden of proving, that the accident was caused by negligence on the part of the defendants. That is the issue throughout the trial, and in giving judgment at the end of the trial the judge has to decide whether he is satisfied on a balance of probabilities that the accident was caused by negligence on the part of the defendants, and if he is not so satisfied the plaintiff's action fails. The formal burden of proof does not shift. But if in the course of the trial there is proved a set of facts which raises a prima facie inference that the accident was caused by negligence on the part of the defendants, the issue will be decided in the plaintiff's favour unless the defendants by their evidence provide some answer which is adequate to displace the prima facie inference. In this situation there is said to be an evidential burden of proof resting on the defendants. I have some doubts whether it is strictly correct to use the expression 'burden of proof' with this meaning, as there is a risk of it being confused with the formal burden of proof, but it is a familiar and convenient usage." (υπογράμμιση δική μου). Η αναφορά σε βάρος απόδειξης στη Δ.33, Θ.7 αφορά το νομικό βάρος και όχι το αποδεικτικό βάρος. Στην προκειμένη περίπτωση έχουν τεθεί συγκεκριμένα παραδεκτά γεγονότα και έγγραφο. Εναπόκειται στους Ενάγοντες είτε να προσκομίσουν περαιτέρω μαρτυρία ή να κλείσουν την υπόθεσή τους οπότε και ο Εναγόμενος θα μπορεί να παρουσιάσει τη δική του μαρτυρία. Αν με τα γεγονότα όπως έχουν τεθεί προκύπτει εκ πρώτης όψεως ευθύνη του Εναγομένου δεν σημαίνει ότι αλλάζει και η σειρά παρουσίασης της μαρτυρίας στην ακρόαση. Επομένως, η θέση του συνήγορου του Εναγομένου με βρίσκει σύμφωνο. Η σειρά παρουσίασης μαρτύρων δεν αλλάζει. Ο συνήγορος των Εναγόντων οφείλει να παρουσιάσει πρώτος τη μαρτυρία της υπόθεσης του σύμφωνα με τη Δ.33, Θ.7 (ii) (a) και ακολούθως, αν το επιθυμεί, ο συνήγορος του Εναγομένου. (Υπ.) ............... Ν. Γεωργιάδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Interim/Evidence/Burden of Proof Αναφορά: Αστικά/Ενδιάμεση/Απόδειξη/Βάρος Απόδειξης [1] 7. The proceedings at the trial shall be as follows :-(The party on whom the burden of proof lies is called in this Rule "the first party", and the other party is called "the second party".) (i) Where the issues between the parties involve legal points only and the parties state that no evidence is being adduced, the first party may address the Court, then the second party may do likewise, and finally the first party may reply. (ii) In other cases- (a) The first party may open his case and adduce his evidence; after he has done so, the second party shall be asked whether he intends to adduce evidence and if he states that he does not so intend, then the first party may address the Court for the purpose of summing up the evidence; and finally the second party may address the Court. If the second party states that he does intend to call evidence, then this party may open his case and adduce his evidence and after he has done so, he may sum up the evidence, and finally the first party may reply. (b) The first party may not adduce evidence in reply except by leave of the Court. If he desires to adduce such evidence, he must ask for leave immediately after the second party's evidence is concluded. If such leave is granted, the second party's summing up shall be postponed until after the evidence in reply is heard. (c) When the first party has replied, or, if he has no right to reply, when the second party has addressed the Court, the case shall be closed, unless the Court directs either party to adduce further evidence or itself calls any witness. [2] Το απόσπασμα είναι από τη μη εκδομένη απόφαση όπως αυτή έχει αναρτηθεί στο BAILII http://www.bailii.org/cgi-bin/markup.cgi?doc=/uk/cases/UKPC/1988/1988_7.html&query=CHUEN&method=boolean [3] Βλ. επίσης [1968] 3 All E.R. 756, αναφορά σε αυτήν την απόφαση γίνεται και στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Καμέρης v. Σούλη
(1990)1 ΑΑΔ 880. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.