PATSIAS & MAMMOULOS CONSTRUCTIONS LTD ν. EMINENTLY REAL ESTATE DEVELOPMENT CO LTD, Αγωγή αρ.: 1388/14, 22/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A14 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 1388/14 Αίτηση ημερ.: 24/3/14 Μεταξύ: PATSIAS & MAMMOULOS CONSTRUCTIONS LTD, εκ Λεμεσού Εναγόντων Και EMINENTLY REAL ESTATE DEVELOPMENT CO LTD, εκ Λεμεσού Εναγομένων -------------------------------------------------- 22/1/2015 Για τους Ενάγοντες/Αιτητές: κ. Μ. Μιχαήλ Για τους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση: κα Μ. Φούρναρη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Ενάγοντες, με το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμά τους, αξιώνουν το υπόλοιπο ποσό από οικοδομικές εργασίες τις οποίες εκτέλεσαν προς όφελος των Εναγομένων. Αυθημερόν, με την καταχώριση της αγωγής τους εξασφάλισαν προσωρινό διάταγμα, με το οποίο οι Εναγόμενοι και/ή οι αντιπρόσωποι και/ή διευθυντές τους και/ή οιονδήποτε πρόσωπο εμποδίζονται από το να πωλήσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή αποξενώσουν και/ή υποθηκεύσουν και/ή άλλως πως επιβαρύνουν και/ή διαθέσουν όλο και/ή μέρος του ακινήτου με αρ. Εγγραφής τίτλου 0/15404, Φ/Σχ. 54/30, Τεμάχιο 310, τοποθεσία «Κάμπος», στην Παρεκκλησιά Λεμεσού, μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρων διαταγών του Δικαστηρίου. Η αίτηση, δυνάμει της οποίας εξεδόθη το υπό κρίση διάταγμα, υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του διευθυντή της Ενάγουσας εταιρείας, Μιχάλη Μιχαήλ. Παραθέτω τα βασικά σημεία της ενόρκου δηλώσεως του. Η Ενάγουσα εταιρεία ασχολείται με την ανέγερση κατοικιών και την ανάληψη εργολαβιών. Η Εναγόμενη εταιρεία είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ως άνω περιγραφόμενου ακινήτου (στο εξής θα αναφέρεται ως «το ακίνητο»). Κατά τον Ιούλιο του 2013 η Εναγόμενη προέβηκε σε προσφορές για ανάπτυξη του ακινήτου, με την ανέγερση σε αυτό επτά κατοικιών. Η Ενάγουσα υπέβαλε προσφορά για ανάληψη του έργου και την 31/7/13 παρέλαβε επιστολή από τον Δημήτρη Λακαταμίτη, εκ μέρους του αρχιτεκτονικού γραφείου Λακαταμίτη, οι οποίοι ετοίμασαν τα δελτία ποσοτήτων και τις οδηγίες προς τους προσφοροδότες, ότι η προσφορά της έγινε προκαταρκτικά αποδεκτή. Κατά την 31/7/13 η Ενάγουσα πήρε την κατοχή του ακινήτου και ξεκίνησε τις εργασίες για την κατασκευή των κατοικιών, με βάση τα αρχιτεκτονικά σχέδια, τις τεχνικές μελέτες και τους όρους προσφοράς, υπό την επίβλεψη του αρχιτεκτονικού γραφείου Λακαταμίτη. Η επιθυμία της Ενάγουσας, την οποία συχνά έθετε στην Εναγομένη και στον επιβλέποντα μηχανικό του έργου ήταν ότι θα έπρεπε να υπογράφετο μεταξύ των συμβαλλομένων γραπτή συμφωνία. Παρά το ότι η Εναγομένη αμελούσε και ανέβαλλε την υπογραφή της, εντούτοις οι οικοδομικές εργασίες στο ακίνητο προχωρούσαν κανονικά και σύμφωνα με τα χρονοδιαγράμματα που είχαν συμφωνηθεί μεταξύ των μερών και σύμφωνα με τις οδηγίες του επιβλέποντα μηχανικού. Ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών η Εναγομένη κατέβαλλε διάφορα χρηματικά ποσά στην Ενάγουσα. Συγκεκριμένα, ο επιμετρητής ποσοτήτων του έργου, ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών, εξέδιδε πιστοποιητικό πληρωμής, το οποίο επιβεβαίωνε τις εκτελεσθείσες εργασίες και το οποίο υπογράφετο από τον αρχιτέκτονα του έργου. Με την έκδοση του εν λόγω πιστοποιητικού, η Εναγομένη όφειλε να πληρώνει το ποσό που αφορούσε το κάθε πιστοποιητικό. Με τον τρόπο αυτό εκδόθηκαν πέντε πιστοποιητικά πληρωμής για το συνολικό ποσό των €151.130, το οποίο και πληρώθηκε. Κατά την 13/12/13 εκδόθηκε το πιστοποιητικό πληρωμής αρ. 6 για το ποσό των €36.756, το οποίο και παραδόθηκε στην Εναγομένη για πληρωμή. Παρόλες τις υπενθυμίσεις και οχλήσεις της Ενάγουσας, η Εναγομένη αμελούσε να εξοφλήσει το υπό αναφορά πιστοποιητικό. Λόγω της μη ανταπόκρισης της Εναγομένης, η Ενάγουσα απέστειλε στις 27/12/2013 επιστολή στο αρχιτεκτονικό γραφείο Λακαταμίτη, με την οποία τους ενημέρωνε για τη μη πληρωμή του πιστοποιητικού και επιπλέον δήλωνε ότι αν δεν γινόταν η πληρωμή δεν θα ήταν σε θέση να συνεχίσει τις εργασίες στο ακίνητο μετά την 31/12/
- Την ίδια μέρα στάληκε από εκπροσώπους της Εναγομένης στο αρχιτεκτονικό γραφείο Λακαταμίτη, με κοινοποίηση και στην Ενάγουσα, επιστολή μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, στην οποία γίνονταν κάποιες γενικές αναφορές για τους λόγους της μη πληρωμής του πιστοποιητικού. Στις 30/12/2013 η Ενάγουσα απέστειλε νέα επιστολή στο ως άνω αρχιτεκτονικό γραφείο, με την οποία τους ενημέρωνε ότι λόγω της μη πληρωμής του ως άνω πιστοποιητικού ανέστειλαν τις εργασίες στο ακίνητο και για λόγους ασφάλειας έκλεισαν το εργοτάξιο. Στις 3/1/2014 οι δικηγόροι της Εναγομένης απέστειλαν επιστολή στην Ενάγουσα με την οποία εξέλαβαν την επιστολή της Ενάγουσας ημερομηνίας 30/12/2013 ως επιστολή τερματισμού και έκαμαν αποδεκτό τον κατά τη δική τους άποψη τερματισμό. Στις 7/1/2014 ο δικηγόρος της Ενάγουσας, Μιχάλης Μιχαήλ, απάντησε στην ως άνω επιστολή, επεξηγώντας ότι η Ενάγουσα ουδέποτε τερμάτισε τις υπηρεσίες της, αλλά δεν θα συνέχιζε την εκτέλεση των εργασιών μέχρι την πληρωμή του υπό αναφορά πιστοποιητικού. Ζήτησε δε συνάντηση των δύο πλευρών για επίλυση των προβλημάτων που είχαν δημιουργηθεί. Στις 14/1/2014 στάληκε από το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπούσε την Ενάγουσα επιστολή προς τους δικηγόρους της Εναγομένης, με την οποία επιβεβαιωνόταν το περιεχόμενο της προηγούμενης επιστολής του δικηγόρου Μιχαήλ και προειδοποιούσε ότι αν εντός δέκα ημερών δεν καλείτο η Ενάγουσα να επαναρχίσει τις εργασίες και ταυτόχρονα εξοφληθεί το ως άνω πιστοποιητικό πληρωμής, η Ενάγουσα θα προχωρούσε σε τερματισμό της συμφωνίας και θα ασκούσε όλα τα νόμιμα δικαιώματα της. Στις 25/2/2014 η Εναγομένη έστειλε νέα επιστολή στην Ενάγουσα, μέσω των δικηγόρων της, με την οποία έτασσε ως τελευταία προθεσμία την 28/2/2014 για να παραλάβει η Ενάγουσα τα εργαλεία και τον εξοπλισμό ο οποίος βρισκόταν στο ακίνητο. Στην επιστολή αυτή απάντησε ο δικηγόρος της Ενάγουσας με επιστολή ημερομηνίας 26/2/
- Στη συνέχεια, η Ενάγουσα απευθύνθηκε στον επιμετρητή ποσοτήτων, Παναγιώτη Παναγιώτου, ο οποίος προέβηκε σε εκτίμηση της αξίας των εκτελεσθεισών μέχρι τότε εργασιών στο ακίνητο. Με βάση την υπό αναφορά εκτίμηση, η εκτελεσθείσα εργασία ανήρχετο κατά την 28/2/2014 σε €225.327, πλέον Φ.Π.Α., καθώς επίσης και επιτόπου υλικά αξίας €7.800, πλέον Φ.Π.Α. Από το ως άνω ποσό, η Εναγόμενη πλήρωσε, με βάση τα πιστοποιητικά πληρωμής, 1-5, ποσό €151.
- Οφείλουν δε ποσό €36.756 με βάση το πιστοποιητικό πληρωμής αρ. 6, πλέον €48.526,50 που αφορά εκτελεσθείσες εργασίες και υλικά, οι οποίες δεν περιλαμβάνονται στο πιστοποιητικό αρ
- Η Ενάγουσα, συνεπεία της μη πληρωμής των ως άνω οφειλομένων ποσών από την Εναγομένη, με επιστολή του δικηγόρου της ημερομηνίας 10/3/2014 τερμάτισε τη συμφωνία εργοδότησής της και κάλεσε την Εναγομένη όπως εντός πέντε ημερών τους πληρώσει τα ως άνω οφειλόμενα ποσά, πλέον €32.106, ως η υπολογισμένη απώλεια κέρδους λόγω του τερματισμού. Η Ενάγουσα έχει πωλήσει τις έξι κατοικίες ενώ η έβδομη εναπομείνασα κατοικία είναι επίσης προς πώληση. Με την πώληση ή την κατά άλλο τρόπο αποξένωση των περιουσιακών στοιχείων της Εναγομένης, θα καταστεί δύσκολη η ικανοποίηση της απαίτησης της Ενάγουσας, σε περίπτωση που εκδοθεί απόφαση προς όφελος της. Επιπλέον, η Εναγομένη ελέγχεται από αλλοδαπούς, οι οποίοι δυνητικά με περισσότερη ευκολία θα μπορούσαν να εγκαταλείψουν την εταιρεία. Η Εναγομένη εναντιώθηκε στην οριστικοποίηση του εκδοθέντος διατάγματος. Με την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασής της, προβάλλει τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
- Οι νομοθετικές πρόνοιες, εξουσίες και πρακτική, στην οποία η Ενάγουσα βασίζει την αίτηση της, δεν παρέχει την εξουσία στο Δικαστήριο για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
- Τα γεγονότα που επικαλείται η Ενάγουσα δεν στοιχειοθετούν όλες τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
- Η Ενάγουσα δεν αποκαλύπτει οποιοδήποτε λόγο που να δικαιολογεί το κατεπείγον της αίτησης.
- Δεν υπάρχει πιθανότητα η Ενάγουσα να μην μπορέσει να εισπράξει το λαβείν της σε περίπτωση που εκδοθεί απόφαση προς όφελος της γιατί η Εναγομένη είναι φερέγγυα και δεν έχει αδυναμία πληρωμής.
- Η επιβάρυνση της ακίνητης περιουσίας που έχει ήδη δεσμευτεί από το Δικαστήριο ξεπερνά κατά πολύ το ποσό της απαίτησης της Ενάγουσας.
- Το ζητούμενο διάταγμα έχει επιπτώσεις σε τρίτα πρόσωπα καθώς τα ανεγερθέντα ακίνητα έχουν πωληθεί και η παρεμπόδιση μεταβίβασης αυτών θα έχει μεγαλύτερες οικονομικές επιπτώσεις στην Εναγομένη.
- Η αίτηση είναι κακόπιστη και εκδικητική καθότι γνώριζε η Ενάγουσα τα προβλήματα που αντιμετώπιζε με την Εναγομένη όσον αφορά κατασκευαστικά θέματα και δεν αποκάλυψε την αλήθεια.
- Ουδεμία γραπτή σύμβαση υπεγράφη μεταξύ των διαδίκων, τα δε έγγραφα τα οποία παρουσίασε η Ενάγουσα στην αίτηση της είναι ανυπόγραφα και δεν έχουν νομική υπόσταση. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της αξιωματούχου και γραμματέως της Εναγομένης εταιρείας, CHE LI. Παραθέτω τα βασικά σημεία της ενόρκου δηλώσεως της. Όλες οι υπό ανέγερση κατοικίες έχουν πωληθεί σε τρίτα πρόσωπα. Βάσει των πωλήσεων των ως άνω κατοικιών, το συνολικό ποσό της αξίας του ακινήτου ξεπερνά τα €2.203.
- Η Εναγομένη έχει στην κατοχή της και άλλα ακίνητα, καθότι η αγοραπωλησία ακινήτων εμπίπτει στον κύκλο των εργασιών της. Η προσφορά ανάπτυξης του ακινήτου και τα δελτία ποσοτήτων ουδέποτε έγιναν αποδεκτά, καθώς υπήρχαν διαφωνίες στους όρους τους αναφορικά με τις ποσότητες και τα θέματα που εμπίπτουν σε εξωτερικούς συνεργάτες, όπως ηλεκτρολόγους, πελεκάνους, υδραυλικούς κ.λ. Αυτός ήταν και ο βασικός λόγος που δεν υπεγράφησαν τα δελτία ποσοτήτων. Επιπλέον, ως αναφέρεται στο κείμενό τους, εάν δεν κατοχυρώνονταν με γραπτές τραπεζικές εγγυήσεις αυτά ήταν άκυρα. Η Ενάγουσα εργαζόταν ως ανεξάρτητη εργολήπτης και πληρωνόταν για την εργασία που παρέδιδε, ανάλογα με τα διατακτικά που εκδίδονταν, με περίοδο χάριτος 10 - 15 ημερών από την έκδοση του κάθε διατακτικού. Κατά την έκδοση των πέντε πρώτων διατακτικών η Εναγομένη είχε πληρώσει κανονικά την Ενάγουσα χωρίς καθυστέρηση, παρά το γεγονός ότι υπήρχαν προβλήματα στην κατασκευή του έργου. Συγκεκριμένα, πριν την πληρωμή του πέμπτου πιστοποιητικού η Εναγομένη είχε τις αμφιβολίες της για τη σωστή ανοικοδόμηση των κατοικιών, καθώς εντόπιζε διάφορα προβλήματα τα οποία έχριζαν επίβλεψης και αξιολόγησης. Επιπλέον, θεώρησε ότι τα πιστοποιητικά δεν είχαν γίνει κάτω από σωστές επιμετρήσεις και οι πληρωμές που έκαμε πιθανότατα να ήταν λανθασμένες. Παρόλα αυτά πλήρωσε το πέμπτο διατακτικό και κατ' εκείνο το χρόνο ενημέρωσε την Ενάγουσα ότι επρόκειτο να γίνει επιμέτρηση και αξιολόγηση του έργου. Η Ενάγουσα δυσανασχέτησε με την απόφαση της Εναγομένης και κατά την έκδοση του διατακτικού αρ. 6, γνωρίζοντας ότι υπήρχε το θέμα της ανεξάρτητης έρευνας και αξιολόγησης από ειδικό, προχώρησε απροειδοποίητα στην άρση των εργασιών ανοικοδόμησης, προκαλώντας καθυστέρηση και προβλήματα στο έργο. Η Ενάγουσα με την ενέργεια της να σταματήσει τις εργασίες ανοικοδόμησης προκάλεσε από μόνη της τα προβλήματα, καθώς ήταν γνώστης των προβλημάτων που αντιμετώπιζαν οι οικοδομές. Κατά τον Φεβρουάριο του 2014 ολοκληρώθηκε η γνωμάτευση από εγκεκριμένους εμπειρογνώμονες του ΕΤΕΚ, βάση της οποίας υπάρχει σωρεία κακοτεχνιών στην ανέγερση όλων των κατοικιών του έργου, η αποκατάσταση των οποίων ξεπερνά το ποσό των €31.
- Επιπλέον, ένας εκ των αγοραστών των κατοικιών ζήτησε την επιστροφή του ποσού των €320.000 για την αντιεπαγγελματική συμπεριφορά της κατασκευάστριας εταιρείας. Η Εναγομένη είναι οικονομικά ευκατάστατη και φερέγγυα, σε περίπτωση δε που το Δικαστήριο εκδώσει απόφαση υπέρ της Ενάγουσας, δεν θα υπάρχει δυσκολία να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Επιπλέον, ο διευθυντής της είναι μόνιμος κάτοικος Κύπρου και δεν έχει πρόθεση να μεταναστεύσει ή να αποξενώσει οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο της Εναγομένης. Ως έχει ήδη αναφερθεί, όλες οι ανεγερθείσες κατοικίες έχουν πωληθεί σε τρίτα πρόσωπα και θα πρέπει να μεταβιβαστούν. Τυχόν καθυστέρηση στη μεταβίβασή τους θα δημιουργήσει περισσότερα έξοδα, χρέη και προβλήματα τόσο στην Ενάγουσα όσο και στην Εναγομένη καθώς οι δικαιούχοι των κατοικιών θα κινηθούν με δικαστικά μέτρα εναντίον τους για μεγαλύτερα ποσά τα οποία θα είναι ασύμφορα στην Ενάγουσα. Η παρούσα αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ 1, 2
(2)Θ 8
(1), στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 άρθρο 32, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 Άρθρα 4, 5 και 9 ως και στις εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Cyprus Palestine Plantations Ltd v. Olivier and Co (Cyprus) Ltd, 16 CLR 122 αποφασίστηκε πως το άρθρο 4 του Κεφ. 6 παρέχει δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να εκδίδει παρεμπίπτον διάταγμα όταν αυτό αφορά μόνο το αντικείμενο της αγωγής. Στην υπόθεση ABP Holdings Ltd και άλλοι ν. Κιταλίδης και άλλων (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, λέχθηκε ότι τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 κάνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν14/60 που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Το άρθρο 32 του Ν14/60 δίδει ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει οποιοδήποτε παρεμπίπτον, απαγορευτικό ή προστακτικό διάταγμα, όταν κριθεί δίκαιο ή πρόσφορο, χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Έχει επίσης νομολογηθεί ότι το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο για τα προσωρινά διατάγματα η δε δικονομία ρυθμίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6 και τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς. Στη διαδικασία του Προσωρινού Διατάγματος το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 (Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.ά.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015). Οι αρχές οι οποίες διέπουν την έκδοση ενδιάμεσων παρεμπιπτόντων διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Οδυσσέως ν. Pieris Estates κ.α.,
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Με βάση την πιο πάνω νομολογία οι προϋποθέσεις έκδοσης ενδιάμεσου διατάγματος είναι οι ακόλουθες: α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως επιβάλλον οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση των δικογράφων. β) Πιθανότητα ότι ο Ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία. Επιβάλλεται στον Αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση αλλά σίγουρα κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η προϋπόθεση αυτή συσχετίζεται περισσότερο με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του Ενάγοντα (evidential strength of the case of the plaintiff). γ) Πρέπει να φανεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Περαιτέρω, μετά την ικανοποίηση των προαναφερθεισών προϋποθέσεων το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα ή να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας (Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χατζηβασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152). Εκ προοιμίου θα πρέπει να επισημανθεί ότι το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν θα εξετάσει σχολαστικά τη μαρτυρία με στόχο τη διαπίστωση γεγονότων ή την εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων (Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Πριν προχωρήσω στην εξέταση της συνδρομής των προϋποθέσεων του Άρθρου 32, θεωρώ ορθό να ασχοληθώ με ένα διαδικαστικό ζήτημα, το οποίο εγείρεται στη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου της Ενάγουσας. Όπως αναφέρεται, η ένσταση της Εναγομένης ουσιαστικά δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε μαρτυρία και οι οποιεσδήποτε ένορκες δηλώσεις συνοδεύουν την ένσταση δεν μπορούν να αποτελέσουν βάση στην οποία μπορεί το Δικαστήριο να στηριχθεί για να εξαγάγει οποιαδήποτε συμπεράσματα. Όπως εξειδικεύεται το ζήτημα, στο σώμα της ένστασης αναφέρεται ότι τα γεγονότα επί των οποίων αυτή στηρίζεται εμφαίνονται στην ένορκη δήλωση του Κωνσταντίνου Λοϊζου. Αντίθετα, στην ένσταση επισυνάπτεται μια ένορκη δήλωση κάποιας Μαρίας Παπακώστα, η οποία αναφέρει ότι μετέφρασε την ένορκη δήλωση της CHE LI από τα Ελληνικά στα Αγγλικά και επισυνάπτει ως Τεκμήρια τόσο την ένορκη δήλωση στα Αγγλικά, όσο και την ένορκη δήλωση στα Ελληνικά. Διερωτάται ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας, ποια η ανάγκη μετάφρασης μιας ένορκης δήλωσης από τα Ελληνικά σε οποιαδήποτε άλλη γλώσσα. Επιπλέον δε, πουθενά δεν υπάρχει διαβεβαίωση για την αντίληψη της ενόρκως δηλούσας ως προς το κείμενο που υπέγραψε. Οι παρατηρήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου της Ενάγουσας είναι ορθές. Πράγματι, στο σώμα της ειδοποίησης πρόθεσης ένστασης αναφέρεται ότι η ένσταση στηρίζεται στην ένορκη δήλωση κάποιου Κωνσταντίνου Λοϊζου ο οποίος, όμως, όπως φαίνεται στις επισυνημμένες ένορκες δηλώσεις, δεν έχει καμιά σχέση με τα πρόσωπα που προβαίνουν σε ένορκη δήλωση. Τα πρόσωπα τα οποία προβαίνουν σε ένορκη δήλωση είναι η CHE LI και η Μαρία Παπακώστα, η οποία έχει μεταφράσει την ένορκη δήλωση της από τα Ελληνικά στα Αγγλικά. Το γεγονός όμως ότι στο σώμα της ειδοποίησης πρόθεσης ένστασης αναφέρεται το όνομα λανθασμένου προσώπου ως ενόρκως δηλούντα, δεν καθιστά κατά την άποψη μου τις συνοδεύουσες την ένσταση ένορκες δηλώσεις μη αποδεκτή μαρτυρία. Πρόκειται για τυπικό λάθος το οποίο κατά την άποψή μου δεν επηρεάζει την εγκυρότητα ούτε της ειδοποίησης πρόθεσης ένστασης, ούτε των επισυνημμένων ενόρκων δηλώσεων. Πέραν των πιο πάνω, έχει δημιουργηθεί κάποια σύγχυση σε σχέση με το ποια από τις δύο γλώσσες των ενόρκων δηλώσεων της CHE LI είναι αυτή την οποία γνωρίζει, αφού τόσο το Αγγλικό, όσο και το Ελληνικό κείμενο φέρουν την υπογραφή της. Όμως, ενόψει του ότι, όπως προκύπτει, το ελληνικό κείμενο είναι το πρωτότυπο κείμενο της ενόρκου δηλώσεως της CHE LI, το οποίο μεταφράστηκε από την Μαρία Παπακώστα στα Αγγλικά, θεωρώ ότι αυτό θα πρέπει να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο ως το αυθεντικό κείμενο της ένορκης δήλωσής της. Επιπλέον, το γεγονός ότι η ενόρκως δηλούσα δεν αναφέρει ρητά στην ένορκη δήλωσή της ότι είναι γνώστης της ελληνικής γλώσσας, δεν επηρεάζει κατά την άποψή μου την εγκυρότητα της ενόρκου δηλώσεώς της. Από το όλο περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως της στα Ελληνικά συνάγεται, χωρίς αμφιβολία, ότι το πρόσωπο αυτό είναι γνώστης της ελληνικής γλώσσας. Όπως περιγράφεται στο γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, καθώς και στην ένορκη δήλωση του διευθυντή της Ενάγουσας που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση, η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον της Εναγομένης τρία διαφορετικά ποσά. Το ποσό των €36.756 αξιώνεται με βάση το πιστοποιητικό πληρωμής αρ. 6, ποσό €48.526,50 αξιώνεται για οικοδομικές εργασίες οι οποίες εκτελέστηκαν μετά την έκδοση του ως άνω πιστοποιητικού και €32.106 ως η απώλεια κέρδους συνεπεία του τερματισμού της συμφωνίας εργοδότησης. Με βάση τα όσα αναφέρονται πιο πάνω είμαι ικανοποιημένος ότι η Ενάγουσα έχει καταφέρει να ικανοποιήσει την πρώτη προϋπόθεση του Άρθρου 32. Ειδικά δε όσον αφορά το αξιούμενο, βάσει του πιστοποιητικού πληρωμής, ποσό, όπως υπεδείχθη στην υπόθεση Chr. Petrides Tradelinks Ltd v. Παντελής Κυριάκου & Υιοί Λτδ
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 441, το προσωρινό πιστοποιητικό πληρωμής προσφέρει έγκυρο έρεισμα αξίωσης του ποσού που αναφέρεται σ' αυτό. Στο σημείο αυτό θα πρέπει ακόμα να επισημανθεί ότι η Εναγομένη, στην γραπτή αγόρευση της συνηγόρου της αναφέρει ρητά ότι δεν αμφισβητεί την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Σε σχέση με τη δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου 32, αυτό το οποίο έχω να αναφέρω είναι ότι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση παρουσιάζονται επαρκή στοιχεία για τις πληρωμές που έχουν γίνει από πλευράς Εναγομένης και για τις εργασίες που εξακολουθούν να παραμένουν απλήρωτες, μέρος των οποίων καλύπτεται από το πιστοποιητικό πληρωμής αρ.
- Επισυνάπτεται δε έκθεση του επιμετρητή ποσοτήτων Παναγιώτη Παναγιώτου (Τεκμήριο 19 της ενόρκου δηλώσεως) ο οποίος, μετά τη διαφορά που ανέκυψε μεταξύ των διαδίκων, προέβηκε σε επιτόπου εκτίμηση της εκτελεσθείσας εκ μέρους της Ενάγουσας εργασίας. Η Εναγομένη, από πλευράς της, όπως προκύπτει από το μαρτυρικό υλικό που παρουσίασε, δεν αμφισβητεί τη μη πληρωμή του πιστοποιητικού πληρωμής αρ.
- Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφερθεί ότι όλα τα πιστοποιητικά πληρωμής είχαν εκδοθεί από το αρχιτεκτονικό γραφείο, στο οποίο η Εναγομένη ανέθεσε την ετοιμασία των σχεδίων, μελετών και προσφορών για την ανέγερση του έργου. Αυτό το οποίο προβάλλει η Εναγομένη ως υπεράσπιση είναι η ύπαρξη κακοτεχνιών στις εκτελεσθείσες εργασίες. Επισυνάπτεται δε ως Τεκμήριο τεχνική έκθεση του αρχιτέκτονα/μηχανικού Ανδρέα Ανδρέου. Όμως, η ισχυριζόμενη ύπαρξη κακοτεχνιών δεν είναι ζήτημα το οποίο θα επιλυθεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας αλλά στα πλαίσια της ακρόασης της αγωγής. Ισχυρίζεται επίσης η Εναγομένη, ότι η προσφορά ανάπτυξης του ακινήτου και τα δελτία ποσοτήτων ουδέποτε έγιναν αποδεκτά, καθώς υπήρχαν διαφωνίες στους όρους τους αναφορικά με τις ποσότητες και τα θέματα που εμπίπτουν σε εξωτερικούς συνεργάτες. Το μόνο το οποίο θα ήθελα να αναφέρω, στο στάδιο αυτό, προς σχολιασμό του ζητήματος αυτού είναι ότι η Εναγομένη, όπως υπήρξε αδιαμφισβήτητο, προέβηκε στις πληρωμές των πέντε πρώτων πιστοποιητικών πληρωμής, τα οποία επισημαίνω ότι ετοιμάστηκαν από το αρχιτεκτονικό γραφείο το οποίο είχε διορίσει η ίδια. Προβάλλει ακόμα τη θέση ότι τα δελτία ποσοτήτων, όπως προκύπτει από το κείμενό τους, είναι άκυρα επειδή δεν κατοχυρώνονται με γραπτές τραπεζικές εγγυήσεις. Αυτό το οποίο έχω να αναφέρω είναι ότι δεν έχουν παρουσιαστεί τα δελτία ποσοτήτων, κατά τρόπο ώστε το Δικαστήριο να έχει αντίληψη του περιεχομένου τους. Στην ένορκη δήλωση της CHE LI προβάλλεται επίσης η θέση ότι πάνω στα διατακτικά πληρωμής, τα οποία επισυνάπτονται ως Τεκμήρια στην ένορκη δήλωση του διευθυντή της Ενάγουσας, δεν αναφέρεται το όνομα της Ενάγουσας εταιρείας αλλά το όνομα "Patsias & Mammoulos", χωρίς να παρουσιαστεί οποιαδήποτε μαρτυρία για να συσχετίσει την Ενάγουσα εταιρεία με το ως άνω όνομα. Αυτό το οποίο θα πρέπει να επαναλάβω προς σχολιασμό της ως άνω θέσης είναι ότι όλα τα πιστοποιητικά πληρωμής είχαν εκδοθεί από το αρχιτεκτονικό γραφείο που διόρισε η ίδια η Εναγομένη και τα πέντε από αυτά, όπως υπήρξε αδιαμφισβήτητο, πληρώθηκαν στην Ενάγουσα εταιρεία. Με βάση τα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω, καταλήγω ότι έχει ικανοποιηθεί και η δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου
- Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32, η Ενάγουσα στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη εταιρεία υπέγραψε πωλητήρια έγγραφα και πώλησε τις έξι από τις επτά υπό ανέγερση κατοικίες, ενώ η εναπομείνασα κατοικία είναι επίσης προς πώληση. Με την πώληση ή την κατ' άλλο τρόπο αποξένωση των περιουσιακών στοιχείων της Εναγομένης θα καταστεί δύσκολη η ικανοποίηση της απαίτησης της Ενάγουσας, στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο ικανοποιήσει την απαίτησή της. Προβάλλεται ακόμα ο ισχυρισμός ότι η Εναγομένη ελέγχεται από αλλοδαπούς οι οποίοι δυνητικά, με περισσότερη ευκολία θα μπορούσαν να εγκαταλείψουν την Κύπρο. Από πλευράς της η Εναγομένη στην ένορκη δήλωση, η οποία συνοδεύει την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης της, παραδέχεται ότι έχουν πωληθεί όλες οι υπό ανέγερση κατοικίες και τα αντίστοιχα πωλητήρια έγγραφα έχουν κατατεθεί στο Κτηματολόγιο Λεμεσού. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι δεν θα υπάρχει δυσκολία να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, σε περίπτωση που το Δικαστήριο αποφασίσει ότι οφείλεται το αξιούμενο ποσό, γιατί διεξάγει εργασίες στην Κύπρο, είναι οικονομικά ευκατάστατη και φερέγγυα. Ο διευθυντής της είναι μόνιμος κάτοικος Κύπρου και δεν έχει πρόθεση να μεταναστεύσει ή να αποξενώσει οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο της εταιρείας. Έχει διάφορες περιουσίες καταχωρημένες στο όνομά της, καθιστώντας αδύνατο να μην μπορέσει να αντεπεξέλθει στις υποχρεώσεις της, σε περίπτωση έκδοσης απόφασης εναντίον της. Στη γραπτή αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Εναγομένης προβάλλεται η θέση ότι η Ενάγουσα δεν έχει προσφέρει οποιαδήποτε στοιχεία σε σχέση με την οικονομική ικανότητα της Εναγομένης, από τα οποία να συμπεραίνεται ότι η Εναγομένη είναι αφερέγγυα. Αντίθετα, με την αποδοχή των πληρωμών των διατακτικών αποδεικνύεται ακριβώς το αντίθετο. Επιπλέον, δεν γίνεται νύξη για περαιτέρω περιουσιακά στοιχεία που υπάρχουν στην κατοχή της, ούτε παρουσιάστηκε οποιαδήποτε έρευνα του κτηματολογικού γραφείου προς απόδειξη του αντιθέτου. Η πρώτη μου παρατήρηση σε σχέση με τα όσα αναφέρονται πιο πάνω είναι ότι, όπως είναι νομολογημένο, η εταιρεία έχει δική της νομική οντότητα και υπόσταση, ανεξάρτητη από το ανθρώπινο δυναμικό της (Eros Travel & Tours (Limassol - Paphos) Ltd v. D.E.L. Kirzis Tourist Enterprises Ltd
(1997)1(B) A.A.D. 712, 717). Κατά συνέπεια, είναι αδιάφορο το κατά πόσο ο διευθυντής της είναι μόνιμος κάτοικος Κύπρου ή μπορεί με ευκολία να εγκαταλείψει την Κύπρο. Όσον αφορά τη θέση της Εναγομένης ότι δεν υπάρχει πρόθεση αποξένωσης των περιουσιακών της στοιχείων, θα παραθέσω το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785: «Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μη ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μη ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία (Βλ. Lakatamitis, ανωτέρω, στη σελ.525) .. Όπως δε εξηγήθηκε στην απόφαση του Λοϊζου, Π. στην Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου (Αρ. 1)
(1992)1 Α.Α.Δ. 54 εκδίδεται το διάταγμα 'ώστε να αποφευχθεί τέτοια αποξένωση ως αποτέλεσμα της οποίας να μη μπορεί να ικανοποιηθεί ο ενάγων'. Τα ίδια και στην Τσιολάκκη και άλλη ν. Στυλιανίδη
(1992)1 Α.Α.Δ.
- Όπως αναφέρεται την απόφαση του Πική, Δ., όπως ήταν τότε, στη σελ.785, εκείνο που απαιτείται είναι 'η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος'.» Στην υπό εξέταση υπόθεση η θέση της Εναγομένης ότι είναι ευκατάστατη και φερέγγυα και ότι έχει διάφορες περιουσίες καταχωρημένες στο όνομά της, παρέμεινε μόνο επιφανειακή. Δεν έχουν παρουσιαστεί οποιαδήποτε λεπτομερή στοιχεία από τα οποία να διαφαίνεται η οικονομική της ευρωστία. Κατά την άποψη μου, αυτή είχε το βάρος να παρουσιάσει τέτοια στοιχεία από τα οποία να διαφαίνεται η οικονομική ικανότητά της να ικανοποιήσει οποιαδήποτε απόφαση η οποία ήθελε εκδοθεί εναντίον της. Η γενική και αόριστη αναφορά στην ένορκη δήλωση της CHE LI ότι η Εναγομένη είναι οικονομικά ευκατάστατη και φερέγγυα δεν είναι αρκετή για να καταδείξει την οικονομική της δυνατότητα. Η μόνη περιουσία που έχει διαφανεί ότι είναι εγγεγραμμένη επ' ονόματι της είναι αυτή η οποία έχει δεσμευτεί με το διάταγμα του Δικαστηρίου. Έχοντας δε κατά νουν την παραδοχή της Εναγομένης ότι όλες οι ανεγερθείσες στο δεσμευθέν ακίνητο κατοικίες έχουν πωληθεί σε τρίτα πρόσωπα, καθίσταται πλέον ορατός ο κίνδυνος να μην ικανοποιηθεί η απόφαση η οποία δυνατόν να εκδοθεί υπέρ της Ενάγουσας, σε περίπτωση μεταβίβασης των κατοικιών στους αγοραστές τους. Όσον αφορά τη θέση της γραπτής αγόρευσης της ευπαίδευτης συνηγόρου της Εναγομένης ότι η αποδοχή και πληρωμή των εκδοθέντων διατακτικών αποδεικνύει την οικονομική της ικανότητα, θα ήθελα να υποδείξω ότι, όπως υπήρξε αδιαμφισβήτητο, το τελευταίο πιστοποιητικό πληρωμής που εκδόθηκε παρέμεινε απλήρωτο από την Εναγομένη, αυτός δε ήταν και ο λόγος που η Ενάγουσα ανέστειλε τις εργασίες στο υπό ανέγερση συγκρότημα. Έχοντας κατά νουν όλα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω, καταλήγω ότι υπάρχει ορατός κίνδυνος να μην ικανοποιηθεί η απόφαση, η οποία δυνατόν να εκδοθεί προς όφελος της Ενάγουσας σε περίπτωση άρσης της ισχύος του εκδοθέντος διατάγματος. Όσον αφορά το ισοζύγιο της ευχέρειας και το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να συνεχίσει η ισχύς του εκδοθέντος διατάγματος, η Εναγομένη στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης της ισχυρίζεται ότι όλες οι πωληθείσες κατοικίες θα πρέπει να μεταβιβαστούν επ' ονόματι των αγοραστών κατά ή περί τον Αύγουστο του
- Τυχόν καθυστέρηση των μεταβιβάσεων θα δημιουργήσει περισσότερα έξοδα, χρέη και προβλήματα τόσο στην Εναγομένη, όσο και στην Ενάγουσα καθώς θα κινηθούν με δικαστικά μέτρα εναντίον τους για μεγαλύτερα ποσά, τα οποία θα είναι ασύμφορα και άδικα και δεν θα εξυπηρετούν τις αρχές της δικαιοσύνης. Η θέση της Εναγομένης ότι οι πωληθείσες κατοικίες θα πρέπει να μεταβιβαστούν επ' ονόματι των πωλητών μέχρι τον Αύγουστο του 2014, αντικρούεται από το περιεχόμενο των γραπτών συμφωνιών πώλησης των κατοικιών οι οποίες επισυνάπτονται ως Τεκμήρια στην ένορκη δήλωση της CHE LI. Αυτό το οποίο διαφαίνεται είναι ότι η ενόρκως δηλούσα έχει συγχύσει την ημερομηνία παράδοσης των πωληθεισών κατοικιών με το χρόνο μεταβίβασης τους επ' ονόματι των αγοραστών. Στα υπό αναφορά πωλητήρια έγγραφα καθορίζεται ως ημερομηνία παράδοσης των κατοικιών στους αγοραστές η 31/8/
- Περαιτέρω, όπως ρητά καθορίζεται στο κάθε πωλητήριο έγγραφο, η μεταβίβαση των κατοικιών επ' ονόματι των αγοραστών θα γίνει μόλις εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας για την κάθε κατοικία. Δεν παρουσιάστηκαν ενώπιον μου στοιχεία ότι έχουν ήδη εκδοθεί οι τίτλοι ιδιοκτησίας των κατοικιών και η τυχόν συνέχιση ισχύος του διατάγματος θα έχει ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση μεταβίβασης τους επ' ονόματι των πωλητών και κατ' επέκταση την πρόκληση ζημιών και επιπλέον τον επηρεασμό δικαιωμάτων τρίτων προσώπων, ως είναι η θέση της Εναγομένης. Αντίθετα, η συνέχιση ισχύος του διατάγματος δεν θα επηρεάσει την παράδοση των κατοικιών στους πωλητές, ούτε και την συνέχιση των οικοδομικών εργασιών αποπεράτωσης του όλου έργου. Καθίσταται λοιπόν φανερό ότι η συνέχιση της ισχύος του εκδοθέντος διατάγματος δεν θα επηρεάσει δυσμενώς την Εναγομένη, ούτε θα προκαλέσει οποιαδήποτε αδικία είτε στην ίδια ή σε τρίτα πρόσωπα. Αντίθετα, η άρση ισχύος του διατάγματος και η ανατροπή του status quo ante θα προκαλέσει αδικία στην Ενάγουσα, η οποία δεν θα μπορέσει να ικανοποιήσει την απόφαση η οποία δυνατόν να εκδοθεί προς όφελος της. Προβάλλεται ακόμα από την Ενάγουσα ότι η αξία της δεσμευθείσας περιουσίας είναι δυσανάλογη με την απαίτηση της Ενάγουσας. Όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση της CHE LI, το συνολικό ποσό της αξίας του δεσμευθέντος ακινήτου, βάσει των πωλήσεων των κατοικιών, ξεπερνά το ποσό των €2.203.
- Από πλευράς της η Ενάγουσα δεν έχει αντικρούσει ή αμφισβητήσει τον ως άνω ισχυρισμό της ενόρκου δηλώσεως της CHE LI, με εξασφάλιση αδείας από το Δικαστήριο είτε για καταχώρηση απαντητικής ένορκης δήλωσης, είτε για αντεξέταση της ενόρκως δηλούσας, με αποτέλεσμα αυτός να παραμείνει αναντίλεκτος. (Αναφορικά με την αίτηση της εταιρείας Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 1013). Έχοντας δε κατά νουν ότι το αξιούμενο από την Ενάγουσα ποσό είναι πολύ μικρότερο από την αξία του δεσμευθέντος ακινήτου, όπως αυτή έχει αναβαθμιστεί με την ανέγερση των κατοικιών, θεωρώ ορθό όπως περιορίσω το εκδοθέν διάταγμα στο 1/3 μερίδιο του δεσμευθέντος ακινήτου. Η Εναγομένη, στους λόγους ένστασης της, προβάλλει ότι δεν έχει καταδειχθεί το στοιχείο του κατεπείγοντος, γι' αυτό το εκδοθέν διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί. Όπως συγκεκριμένα ισχυρίζεται στην παράγραφο 16 της ενόρκου δηλώσεως, η Ενάγουσα προχώρησε στην έκδοση του διατάγματος μετά από παρέλευση τριών μηνών χωρίς να προβάλει οποιοδήποτε ουσιώδη λόγο που να αποδεικνύει το κατεπείγον ή άλλες περιστάσεις, οι οποίες θα δικαιολογούσαν την έκδοση του διατάγματος χωρίς ειδοποίηση. Η νομολογία μας καταδεικνύει ότι το κατεπείγον αποτελεί δικαιοδοτικό όρο και μόνο στην περίπτωση που καταδεικνύεται, δικαιολογείται η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του Εναγομένου, παρεκκλίνοντας από την αρχή να ακούονται και τα δύο μέρη πριν τη δικαστική κρίση (Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598, 604). Δεν θα συμφωνούσα με τη θέση της Εναγομένης ότι η Ενάγουσα άφησε να περάσουν άπρακτοι τρεις μήνες μέχρι να προχωρήσει στην καταχώρηση της αγωγής και της υπό εξέταση αίτησης. Όπως προκύπτει από τα πολυάριθμα Τεκμήρια που επισυνάπτονται στις εκατέρωθεν ενόρκους δηλώσεις, της καταχώρησης της αγωγής προηγήθηκε μακρά αλληλογραφία μεταξύ των δύο πλευρών, η οποία ξεκίνησε από τις 27/12/
- Μόλις στις 10/3/2014 η Ενάγουσα προχώρησε στον τερματισμό της συμφωνίας εργοδότησης, τάσσοντας χρόνο πέντε ημερών στην Εναγομένη για εξόφληση των υποχρεώσεων της. Μετά από πάροδο εννιά ημερών από την έλευση άπρακτης της ως άνω προθεσμίας, προχώρησε στη λήψη δικαστικών μέτρων. Έχοντας κατά νουν όλα τα πιο πάνω, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι υπήρξε οποιαδήποτε καθυστέρηση από πλευράς Ενάγουσας στην καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης. Αντίθετα, είμαι ικανοποιημένος ότι στοιχειοθετείται το κατεπείγον της αίτησης, το οποίο δικαιολογεί πλήρως την έκδοση του προσβαλλόμενου διατάγματος μονομερώς. Προβάλλει ακόμα η Εναγομένη ως λόγο ένστασης ότι η Ενάγουσα δεν έχει προβεί σε αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων και περαιτέρω ότι η αίτηση είναι κακόπιστη και εκδικητική καθώς, παρά το ότι η Ενάγουσα γνώριζε τα κατασκευαστικά προβλήματα στις οικοδομές, εντούτοις απέκρυψε την αλήθεια από το Δικαστήριο. Όπως συγκεκριμένα αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης, η Εναγομένη, κατά την πληρωμή του πέμπτου κατά σειρά πιστοποιητικού πληρωμής, είχε ενημερώσει την Ενάγουσα ότι επρόκειτο να γίνει επιμέτρηση και αξιολόγηση των έργων ανοικοδόμησης. Περαιτέρω, στη γραπτή αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Εναγομένης προβάλλεται ότι η Ενάγουσα δεν αποκάλυψε ότι προέβηκε σε παύση των οικοδομικών εργασιών για να ασκήσει πίεση στην Εναγομένη να πληρώσει, γνωρίζοντας ότι τα ακίνητα θα έπρεπε να παραδοθούν τον Αύγουστο του
- Όπως είναι νομολογημένο, όταν ένας διάδικος επιζητεί την έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος, έχει την υποχρέωση να θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα εκείνα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία μπορούν να βοηθήσουν το Δικαστήριο να καταλήξει στα ορθά συμπεράσματα. Η υποχρέωση αυτή καθίσταται πιο επιτακτική σε μονομερείς αιτήσεις (ex parte applications) αφού το Δικαστήριο δεν έχει άλλη επιλογή παρά να βασιστεί στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων του Αιτητή. Έτσι προκύπτει η ανάγκη της πλήρους αποκάλυψης γεγονότων (Τσιερκέζου ν. Dragon Tourist Enterprises Ltd,
(2009)1 A.A.Δ. 734). Δεν θα συμφωνούσα με τη θέση της Εναγομένης ότι υπήρξε απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων από πλευράς Ενάγουσας. Στην ένορκη δήλωση του διευθυντή της Ενάγουσας, η οποία υποστηρίζει την υπό εξέταση αίτηση, γίνεται αναφορά σε επιστολή την οποία απέστειλε η Εναγομένη, τόσο στην Ενάγουσα, όσο και στο αρχιτεκτονικό γραφείο Λακαταμίτη, στην οποία γίνονται κάποιες αναφορές στους λόγους της μη πληρωμής του πιστοποιητικού αρ. 6. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της υπό αναφορά επιστολής, η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο υπ' αρ. 10 στην ένορκη δήλωση του διευθυντή της Ενάγουσας, η Εναγομένη ζήτησε λεπτομερή κατάσταση των εκτελεσθεισών από την Ενάγουσα εργασιών. Αναφερόταν δε ρητά ότι η πληρωμή του πιστοποιητικού αρ.6 θα γινόταν μετά τον υπολογισμό των εργασιών από τον νέο επιμετρητή ποσοτήτων, τον οποίο θα διόριζε η Εναγομένη. Έχοντας κατά νουν όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι η Ενάγουσα δεν έχει αποκρύψει οποιοδήποτε ουσιώδες γεγονός από το Δικαστήριο. Όσον αφορά τη θέση της Εναγομένης ότι η Ενάγουσα είχε ενημερωθεί για τα κατασκευαστικά προβλήματα κατά την πληρωμή του πέμπτου κατά σειρά πιστοποιητικού, αυτό το οποίο έχω να αναφέρω είναι ότι δεν υπάρχει ενώπιον μου οποιοδήποτε στοιχείο, όπως π.χ. κάποια επιστολή της Εναγομένης, ότι είχε ενημερώσει την Ενάγουσα για τα προβλήματα που υπήρχαν στα έργα κατά τον ως άνω χρόνο. Κατά συνέπεια, ο υπό εξέταση ισχυρισμός της Εναγομένης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Αναφορικά με τη θέση της Εναγομένης ότι η Ενάγουσα απέκρυψε από το Δικαστήριο ότι προέβηκε στην παύση των εργασιών για να ασκήσει πίεση στην Εναγομένη, αυτό το οποίο θα ήθελα να αναφέρω είναι ότι πρόκειται καθαρά για ισχυρισμό της Εναγομένης, ο οποίος δεν φαίνεται να βρίσκει έρεισμα στο μαρτυρικό υλικό που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Με βάση τα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω, ούτε αυτός ο λόγος ένστασης μπορεί να επιτύχει. Έχοντας κατά νουν όλα τα πιο πάνω, καταλήγω ότι το εκδοθέν διάταγμα θα πρέπει να οριστικοποιηθεί. Όμως, όπως έχω ήδη αναφέρει, θα πρέπει να περιοριστεί στο 1/3 μερίδιο του δεσμευθέντος ακινήτου. Όσον αφορά τα έξοδα της αίτησης, δεν βλέπω οποιοδήποτε λόγο απόκλισης από το γενικό κανόνα ότι επιδικάζονται υπέρ του επιτυχόντα διάδικου. Το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 24/3/2014 οριστικοποιείται, περιοριζόμενο όμως στο 1/3 μερίδιο του δεσμευθέντος ακινήτου. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ........... Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΘΘ/ΑΓ Subject: Civil/Interim Αναφορά: Προσωρινό διάταγμα δέσμευσης ακινήτου cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο