JACQUELINE THERESA STEFANOU MARNEROS ν. MAHDI NIKBAKTAN κ.α., Αγωγή αρ.: 4168/13, 14/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A7 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 4168/13 Αίτηση ημερ.: 26/9/13 Μεταξύ: JACQUELINE THERESA STEFANOU MARNEROS Ενάγουσας και
- MAHDI NIKBAKTAN
- FARIBA HAJYI MOHAMMADI ALHORD Εναγομένων -------------------------------------------------- 14/1/2015 Για την Ενάγουσα/Αιτήτρια: κα Ευρυπίδου για Ρ. Ερωτοκρίτου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. (κα Πολυκάρπου για ν' ακούσει απόφαση) Για τους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση: κ. Χρ. Αδάμου (κα Αδάμου για ν' ακούσει απόφαση) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Ενάγουσα στηρίζει την αγωγή της σε ισχυριζόμενη παράβαση εκ μέρους των Εναγομένων γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 23/11/2007, δυνάμει της οποίας πώλησε στους Εναγόμενους την ισόγειο κατοικία, η οποία έχει ανεγερθεί επί του ακινήτου με αρ. Εγγραφής Ε-163, Φ/Σχ. 54/500404, Τεμ. 224, ενορία Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, στη Λεμεσό (στο εξής θα αναφέρεται ως «η ισόγειος κατοικία»). Μεταξύ άλλων θεραπειών αξιώνει την έκδοση διατάγματος, με το οποίο να διατάσσονται οι Εναγόμενοι όπως παραδώσουν ελεύθερη και κενή κατοχή της ισογείου κατοικίας. Με την υπό εξέταση αίτηση της, την οποία καταχώρησε μονομερώς, αξιώνει τις ακόλουθες θεραπείες: «Α) Προσωρινό Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύει στους Εναγόμενους - Καθ' ων η Αίτησις 1 και 2, και/ή υπαλλήλους και/ή τους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους τους και/ή υπηρέτες και/ή αντιπροσώπους και/ή οποιουσδήποτε άλλους οι οποίοι ενεργούν για λογαριασμό τους να παύσουν να επεμβαίνουν ή και/ή συνεχίζουν να επεμβαίνουν παράνομα εντός του ακινήτου με αρ. εγγραφής 5/163 Φ/ΣΧ 54/500404, Τμήμα 5, Τεμάχιο 224, στο οποίο είναι κτισμένη κατοικία 3 υπνοδωματίων η οποία ευρίσκεται στην ενορία Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, στην Λεμεσό, μέχρι αποπεράτωσης της παρούσας αγωγής και/ή σε οποιοδήποτε άλλο χρόνο ήθελεν καθορίσει το Σεβαστό Δικαστήριο. Β) Προσωρινό Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσει τους Εναγομένους - Καθ' ων η Αίτησις 1 και 2 και/ή υπαλλήλους και/ή τους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους των Καθ' ων η Αίτησις ή και υπηρέτες αυτών και/ή οποιαδήποτε άλλα πρόσωπα οι οποίοι ενεργούν για λογαριασμό τους να παραδώσουν ελεύθερη και κενή κατοχή του ακινήτου, με αρ. 5/163 Φ/ΣΧ 54/500404, Τμήμα 5, Τεμάχιο 224, στο οποίο είναι κτισμένη κατοικία 3 υπνοδωματίων, μαζί με τον εξοπλισμό αυτής, η οποία ευρίσκεται στην ενορία Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, στην Λεμεσό, μέχρι περατώσεως της παρούσας αγωγής και/ή σε οποιοδήποτε άλλο χρόνο ήθελε καθορίσει το Σεβαστό Δικαστήριο. Γ) Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσει τους Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2, να παραδώσουν τα κλειδιά στην Ενάγουσα. Δ) Οιανδήποτε άλλην και/ή περαιτέρω θεραπείαν ήθελε θεωρήσει το Σεβαστό Δικαστήριο ως ορθήν, δικαίαν και εύλογη υπό τας περιστάσεις.» Το Δικαστήριο δεν εξέδοσε τα αιτούμενα διατάγματα μονομερώς και ζήτησε όπως η αίτηση επιδοθεί στους Εναγομένους. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης στηρίζεται στην ένορκη δήλωση του πρώην συζύγου της Ενάγουσας, Στέφανου Μαρνέρου. Παραθέτω τα ουσιώδη σημεία της ενόρκου δηλώσεώς του. Ο ίδιος και η Ενάγουσα είναι οι εξ αδιαιρέτου εγγεγραμμένοι συνιδιοκτήτες του ακινήτου, επί του οποίου έχει ανεγερθεί η ισόγειος κατοικία. Στις 23/11/2007 υπεγράφη, μεταξύ της Ενάγουσας και των Εναγομένων, έγγραφο πώλησης του 1/3 μεριδίου του ως άνω περιγραφόμενου ακινήτου, στο οποίο έχει ανεγερθεί η ισόγειος κατοικία, για το συνολικό τίμημα των ΛΚ110.000 ή €188.000, πληρωτέου ως ακολούθως: (α) ΛΚ20.000 ή €34.000 θα καταβαλλόταν κατά την υπογραφή της ως άνω αναφερομένης συμφωνίας. (β) Το υπόλοιπο ποσό των ΛΚ90.000 ή €153.000 θα καταβαλλόταν ταυτόχρονα με την μεταβίβαση του ακινήτου από την Ενάγουσα στους Εναγομένους, αλλά όχι αργότερα από τις 28/12/
- Ήταν όρος της ως άνω συμφωνίας ότι η παράδοση της κατοχής της ισογείου κατοικίας προς τους Εναγομένους θα γινόταν με την πλήρη εξόφληση του συμφωνηθέντος τιμήματος. Οι Εναγόμενοι, παρά το ότι στην ως άνω συμφωνία προβλεπόταν ρητά ότι θα κατέβαλλαν το ποσό των ΛΚ20.000 ή €34.000, ταυτόχρονα με την υπογραφή της ως άνω συμφωνίας, εντούτοις κατέβαλαν μόνο το ποσό των ΛΚ10.000 ή €17.000, λόγω πραγματικής οικονομικής αδυναμίας τους να πληρώσουν ολόκληρο το ποσό των ΛΚ20.000 ή €34.000, υποσχέθηκαν δε να καταβάλουν το υπόλοιπο σε μεταγενέστερη ημερομηνία. Επίσης, παρά το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι δεσμεύτηκαν γραπτώς όπως καταβάλουν το υπόλοιπο ποσό του συμφωνηθέντος τιμήματος μέχρι τις 28/12/2007, ημερομηνία η οποία είχε συμφωνηθεί για εκπλήρωση των υποχρεώσεων των εκατέρωθεν πλευρών, εντούτοις αρνήθηκαν να το καταβάλουν στην Ενάγουσα, παραβιάζοντας κατ' αυτό τον τρόπο από υπαιτιότητα τους την ως άνω αναφερόμενη συμφωνία. Πέραν των πιο πάνω, οι Εναγόμενοι, πριν την εξόφληση του συμφωνηθέντος τιμήματος, εξέφρασαν την επιθυμία στην Ενάγουσα να τους παραδώσει τα κλειδιά της ισογείου κατοικίας για να μπορέσουν να προβούν σε κάποιου είδους μικρή ανακαίνιση της, γεγονός που η Ενάγουσα αποδέχτηκε μέσω των δικηγόρων της. Ήταν κοινώς αντιληπτό και από τους δύο συμβαλλομένους, ότι η Ενάγουσα, με την παράδοση των κλειδιών στους Εναγομένους, δεν παρέδιδε ελεύθερη την κατοχή της ισογείου κατοικίας και πως η παράδοση της κατοχής της προς τους Εναγομένους θα γινόταν μόνο με την εξόφληση του υπολοίπου του συμφωνηθέντος τιμήματος. Αντ' αυτού όμως, οι Εναγόμενοι, ξεγελώντας και παραπλανώντας την Ενάγουσα, εγκαταστάθηκαν παράνομα στην ισόγειο κατοικία χωρίς να καταβάλουν οποιοδήποτε άλλο ποσό από το συμφωνηθέν τίμημα, πέραν των ΛΚ10.000 ή €17.000, το οποίο πληρώθηκε κατά την υπογραφή της συμφωνίας. Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις τόσο της Ενάγουσας όσο και του ιδίου προς τους Εναγομένους όπως παραδώσουν ελεύθερη την κατοχή της ισογείου κατοικίας, αυτοί αρνούνται να συμμορφωθούν και χρησιμοποιούν την ισόγειο κατοικία χωρίς να καταβάλουν το υπόλοιπο του συμφωνηθέντος τιμήματος. Συνεπεία του ότι οι Εναγόμενοι παρέλειψαν να συμμορφωθούν με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, η Ενάγουσα αναγκάστηκε, μέσω των δικηγόρων της, να τερματίσει την ως άνω περιγραφόμενη συμφωνία, με επιστολή ημερομηνίας 25/9/2008, ως επίσης και με εκ νέου δεύτερη επιστολή ημερομηνίας 9/4/2013, η οποία παραδόθηκε στους Εναγομένους μέσω ιδιώτη επιδότη στις 15/7/
- Παρά το ότι οι Εναγόμενοι έλαβαν γνώση των ως άνω επιστολών τερματισμού, εντούτοις αρνούνται αδικαιολόγητα να παραδώσουν ελεύθερη την κατοχή της ισογείου κατοικίας στην Ενάγουσα. Σύμφωνα με έκθεση εκτίμησης, η οποία ετοιμάστηκε για λογαριασμό τους από εγγεγραμμένους εκτιμητές, το εύλογο μηνιαίο αγοραίο ενοίκιο της ισογείου κατοικίας ανέρχεται στο ποσό των €650, το οποίο αξιώνει η Ενάγουσα εναντίον των Εναγομένων. Μετά το χωρισμό του με την Ενάγουσα και προς επίλυση των μεταξύ τους περιουσιακών διαφορών, συνήψε δάνειο επ' ονόματί του, συνολικού ύψους €220.000, εκ των οποίων κατέβαλε προς την Ενάγουσα ποσό ΛΚ50.000 ή €85.430, που αποτελούσε τη δική της συνεισφορά για τη δημιουργία και απόκτηση της ισογείου κατοικίας. Λόγω της μη καταβολής της μηνιαίας δόσης του ως άνω δανείου η τράπεζα προέβηκε στον τερματισμό της συμφωνίας δανείου. Είναι επείγον να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα γιατί υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να μην απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αφού οι Εναγόμενοι είναι αλλοδαποί, δεν έχουν άλλη περιουσία στην Κύπρο και ανά πάσα στιγμή μπορεί να αναχωρήσουν για το εξωτερικό, με αποτέλεσμα η Ενάγουσα να μην μπορεί να αποζημιωθεί σε μεταγενέστερο στάδιο. Οι Εναγόμενοι εναντιώθηκαν στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Με την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης τους προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους ένστασης: Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60 για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των Άρθρων 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
- Η Ενάγουσα δεν αποκάλυψε όλα τα ουσιώδη γεγονότα. Δεν έχει γίνει αποκάλυψη των γεγονότων που σχετίζονται με το κατ' επείγον της αίτησης. Η Ενάγουσα δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Η ένσταση στηρίζεται στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 1, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Στις 11/12/2007 εκδόθηκε, στα πλαίσια της αίτησης περιουσιακών διαφορών με αρ. 67/2003 του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού, διάταγμα με το οποίο η Ενάγουσα, που ήταν η Καθ' ης η Αίτηση στην ως άνω αίτηση, διατάσσετο να μεταβιβάσει και εγγράψει επ' ονόματι του Στέφανου Μαρνέρου, Αιτητή στην ως άνω αίτηση, τα 2/3 μερίδια του ως άνω περιγραφομένου ακινήτου, τα οποία αντιστοιχούν στον πρώτο και δεύτερο όροφο της κατοικίας, η οποία είναι κτισμένη πάνω από την ισόγειο κατοικία, ταυτόχρονα με την εξόφληση της υποθήκης, με την οποία βαρύνετο το συγκεκριμένο ακίνητο, υπ' αρ. 2615/01, προς όφελος της Λαϊκής Τράπεζας, αρ. δανείου 085-12-005491 και του εξ αποφάσεως χρέους του Δημήτρη Γεωργίου, ο οποίος είχε εγγράψει memo επί του πιο πάνω περιγραφόμενου ακινήτου, σε περίπτωση δε που η ίδια η Ενάγουσα εξοφλούσε τα ως άνω ποσά, να επιστρέφοντο στην ίδια από τον Στέφανο Μαρνέρο και ακολούθως να γινόταν η μεταβίβαση από την Ενάγουσα. Η επ' ονόματι του Στέφανου Μαρνέρου μεταβίβαση των 2/3 μεριδίων από την Ενάγουσα, έγινε στις 30/9/2008, γι' αυτό η Ενάγουσα δεν μπορούσε να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις, τις οποίες ανέλαβε δυνάμει της επίδικης συμφωνίας, αφού ολόκληρο το ακίνητο, επί του οποίου έχει ανεγερθεί η ισόγειος κατοικία, ήταν δεσμευμένο με διάταγμα του Δικαστηρίου και επιπλέον βαρύνετο με την ως άνω περιγραφόμενη υποθήκη και το memo. Επιπλέον, ενώ είχε συμφωνηθεί ρητώς ότι η Ενάγουσα θα υπέγραφε τα αναγκαία έγγραφα για υποθήκευση του ως άνω περιγραφομένου ακινήτου, για σκοπούς εξασφάλισης από τους Εναγομένους δανείου από Συνεργατικό Ίδρυμα και/ή Τράπεζα εντούτοις, όταν ο Στέφανος Μαρνέρος κατέστη συνιδιοκτήτης κατά τα 2/3 του ως άνω περιγραφόμενου ακινήτου, αρνείτο να υπογράψει τα έγγραφα για την υποθήκευσή του. Παρά το ότι είχαν εξασφαλίσει δάνειο από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού, για την εξόφληση του υπόλοιπου συμφωνηθέντος τιμήματος των ΛΚ90.000, εντούτοις ουδείς προσήλθε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού για να προβεί στην επ' ονόματι τους μεταβίβαση του ακινήτου. Επειδή η Ενάγουσα δεν μπορούσε να ανταποκριθεί χρονικά στις υποχρεώσεις της απέναντι τους, δυνάμει της επίδικης συμφωνίας πώλησης, μετά την 27/12/2007 που τους παραδόθηκαν τα κλειδιά της ισογείου κατοικίας, τους παραδόθηκε και η κατοχή της για να προβούν στις σχετικές επιδιορθώσεις. Από τότε πληρώνει όλους τους φόρους που βαρύνουν το αγορασθέν ακίνητο. Επίσης, από τότε που έλαβαν κατοχή της ισογείου κατοικίας, πλήρωναν από κοινού με τον Στέφανο Μαρνέρο το ηλεκτρικό ρεύμα, αφού η ανώγειος κατοικία χρησιμοποιείται από αυτόν ως σχολή καράτε, στη συνέχεια δε έβαλαν ξεχωριστούς μετρητές, όπως και υδρομετρητή. Η Ενάγουσα, προφανώς, έχει καταλήξει σε συμφωνία με τον Στέφανο Μαρνέρο, να του παραχωρήσει και το υπόλοιπο 1/3 μερίδιο επί του ως άνω περιγραφομένου ακινήτου, που εξακολουθεί να είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματι της, γι' αυτό και η όλη διαδικασία ουσιαστικά προωθείται από τον Στέφανο Μαρνέρο. Η παρούσα αίτηση βασίζεται επί του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, άρθρα 4
(1), 5
(1)
(2), 9
(1)
(2)
(3), επί του άρθρου 32
(1)
(2)του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ. 1-4, Δ.39 θ. 2, Δ.64 Κ 1-2, επί των Γενικών Αρχών του Νόμου, των Κανόνων της Επιεικείας, της Πρακτικής και της Συμφύτου Εξουσίας των Δικαστηρίων. Στην υπόθεση Cyprus Palestine Plantations Ltd v. Olivier and Co (Cyprus) Ltd, 16 CLR 122 αποφασίστηκε πως το άρθρο 4 του Κεφ. 6 παρέχει δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να εκδίδει παρεμπίπτον διάταγμα όταν αυτό αφορά μόνο το αντικείμενο της αγωγής. Στην υπόθεση ABP Holdings Ltd και άλλοι ν. Κιταλίδης και άλλων (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, λέχθηκε ότι τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 κάνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν14/60 που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Το άρθρο 32 του Ν14/60 δίδει ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει οποιοδήποτε παρεμπίπτον, απαγορευτικό ή προστακτικό διάταγμα, όταν κριθεί δίκαιο ή πρόσφορο, χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Έχει επίσης νομολογηθεί ότι το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο για τα προσωρινά διατάγματα η δε δικονομία ρυθμίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6 και τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς. Στη διαδικασία του Προσωρινού Διατάγματος το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 (Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.ά.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015). Οι αρχές οι οποίες διέπουν την έκδοση ενδιάμεσων παρεμπιπτόντων διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Οδυσσέως ν. Pieris Estates κ.α.,
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Με βάση την πιο πάνω νομολογία οι προϋποθέσεις έκδοσης ενδιάμεσου διατάγματος είναι οι ακόλουθες: α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως επιβάλλον οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση των δικογράφων. β) Πιθανότητα ότι ο Ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία. Επιβάλλεται στον Αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση αλλά σίγουρα κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η προϋπόθεση αυτή συσχετίζεται περισσότερο με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του Ενάγοντα (evidential strength of the case of the plaintiff). γ) Πρέπει να φανεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Περαιτέρω, μετά την ικανοποίηση των προαναφερθεισών προϋποθέσεων το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα ή να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας (Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χατζηβασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152). Θα προχωρήσω στην εξέταση των δύο πρώτων προϋποθέσεων του Άρθρου 32. Εκ προοιμίου θα πρέπει να επισημανθεί ότι το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν θα εξετάσει σχολαστικά τη μαρτυρία με στόχο τη διαπίστωση γεγονότων ή την εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων (Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Από μια αντιπαραβολή των ισχυρισμών, οι οποίοι εμπεριέχονται στις εκατέρωθεν ενόρκους δηλώσεις, προκύπτουν ως αδιαμφισβήτητα γεγονότα τα ακόλουθα: (α) Μεταξύ Ενάγουσας και Εναγομένων είχε συναφθεί γραπτή συμφωνία πώλησης της ισογείου κατοικίας προς τους Εναγομένους, ημερομηνίας 23/11/2007 (στο εξής θα αναφέρεται ως «η σύμβαση»). Αντίγραφο της σύμβασης επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση του Στέφανου Μαρνέρου, η οποία συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση. (β) Δεν είχε πληρωθεί από τους Εναγομένους το ποσό των ΛΚ90.000 ή €153.000 κατά ή μέχρι την ημερομηνία που προβλεπόταν στη σύμβαση, που ήταν η 28/12/
- (γ) Οι Εναγόμενοι σε χρονικό σημείο μετά την ημερομηνία συνομολόγησης της σύμβασης έλαβαν κατοχή της ισογείου κατοικίας, συνεχίζουν δε να έχουν την κατοχή της. Συμφώνως του όρου 11 της σύμβασης, η παράδοση της κατοχής της ισογείου κατοικίας στους Εναγομένους θα γινόταν κατά την πληρωμή του ποσού των ΛΚ90.
- Επίσης, συμφώνως του άρθρου 12 της σύμβασης, η πληρωμή του ως άνω ποσού θα γινόταν ταυτόχρονα με τη μεταβίβαση στους Εναγομένους του 1/3 μεριδίου του ακινήτου επί του οποίου ανηγέρθη η ισόγειος κατοικία (1/6 μερίδιο στον κάθε Εναγόμενο). Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η Ενάγουσα στηρίζει την απαίτηση της σε ισχυριζόμενη παραβίαση της σύμβασης από πλευράς Εναγομένων, συγκεκριμένα της υποχρέωσης τους να πληρώσουν το υπόλοιπο του τιμήματος κατά τον συμφωνηθέντα χρόνο, με αποτέλεσμα να προβεί στον τερματισμό της. Έχοντας κατά νου τα όσα έχουν περιγραφεί πιο πάνω, είμαι ικανοποιημένος ότι η Ενάγουσα έχει αποκαλύψει μια συζητήσιμη υπόθεση. Σε σχέση με την εξέταση της δεύτερης προϋπόθεσης του Άρθρου 32, όπως είναι νομολογημένο, κάποια πρωταρχική έστω αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το Δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς, έστω στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σ' αυτό το στάδιο (Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 1980). Σύμφωνα με ισχυρισμό της ενόρκου δηλώσεως του Στέφανου Μαρνέρου οι Εναγόμενοι, αφού ξεγέλασαν και παραπλάνησαν την Ενάγουσα να τους παραδώσει τα κλειδιά της ισογείου κατοικίας για να προβούν σε κάποιου είδους ανακαίνισή της, εγκαταστάθηκαν παράνομα σ' αυτήν, χωρίς να καταβάλουν οποιοδήποτε άλλο ποσό από το συμφωνηθέν τίμημα, πέραν των ΛΚ10.000 που κατέβαλαν κατά την υπογραφή της σύμβασης. Επισημαίνω ότι στην υπό αναφορά ένορκη δήλωση επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 4 γραπτή βεβαίωση του Εναγόμενου 1 ημερομηνίας 27/12/2007 ότι τα κλειδιά της κατοικίας δόθηκαν με σκοπό την ανακαίνισή της και ότι η κατοχή της ισογείου κατοικίας θα παραδιδόταν κατά την πληρωμή του ποσού των ΛΚ90.
- Επίσης, σύμφωνα με ισχυρισμό της ενόρκου δηλώσεως του, συνεπεία του ότι οι Εναγόμενοι παρέλειψαν να συμμορφωθούν με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, η Ενάγουσα αναγκάστηκε, μέσω των δικηγόρων της, να τερματίσει τη σύμβαση, πρώτα με επιστολή της ημερομηνίας 25/9/2008 και ακολούθως με δεύτερη επιστολή ημερομηνίας 9/4/2013, η οποία επιδόθηκε στους Εναγόμενους στις 15/7/2013, με την οποία τους ζητούσε όπως παραδώσουν ελεύθερη την κατοχή της ισογείου κατοικίας. Όμως, οι Εναγόμενοι αρνούνται αδικαιολόγητα να παραδώσουν την κατοχή της, με αποτέλεσμα να καταστούν παρανόμως επεμβαίνοντες. Από πλευράς του ο Εναγόμενος 1 στη δική του ένορκη δήλωση, η οποία συνοδεύει την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης, δεν αμφισβητεί την παραλαβή των ως άνω αναφερομένων επιστολών τερματισμού. Προβάλλει όμως τον ισχυρισμό ότι σε χρόνο μετά την 27/12/2007 που του παραδόθηκαν τα κλειδιά της ισογείου κατοικίας, τους παραδόθηκε και η κατοχή της, επειδή η Ενάγουσα δεν μπορούσε να ανταποκριθεί χρονικά στις συμβατικές της υποχρεώσεις απέναντι τους, συγκεκριμένα να μεταβιβάσει επ' ονόματι τους το 1/3 μερίδιο του ακινήτου, επί του οποίου είχε ανεγερθεί η κατοικία, παρά το ότι οι ίδιοι είχαν εξασφαλίσει δάνειο και ήταν σε θέση να αποπληρώσουν το υπόλοιπο του τιμήματος. Ας σημειωθεί ότι στην ένορκη δήλωση του επισυνάπτονται αντίγραφα των αποδείξεων πληρωμής τελών και φόρων του ακινήτου προς το Δήμο Λεμεσού και το Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων καθώς και συμπληρωμένα έντυπα του Κτηματολογίου για την επ' ονόματι τους μεταβίβαση και υποθήκευση του 1/3 μεριδίου του ως άνω ακινήτου. Από τότε που έλαβαν την κατοχή της κατοικίας πλήρωναν το ηλεκτρικό ρεύμα από κοινού με τον Στέφανο Μαρνέρο, ο οποίος χρησιμοποιεί την ανώγειο κατοικία, στη συνεχεια δε έβαλαν ξεχωριστούς μετρητές, όπως και υδρομετρητή. Στην ένορκη δήλωση του παραθέτει τους λόγους για τους οποίους δεν μπορούσε να μεταβιβαστεί επ' ονόματι τους το ως άνω ακίνητο, συγκεκριμένα ότι αυτό βαρύνετο με υποθήκη και με memo, επιπλέον δε ήταν δεσμευμένο με διάταγμα του Δικαστηρίου. Ο Στέφανος Μαρνέρος στη συμπληρωματική του ένορκη δήλωση, την οποία καταχώρησε προς απάντηση των ισχυρισμών του Εναγόμενου 1, παραδέχεται ότι υπήρχαν οι ως άνω επιβαρύνσεις επί του ακινήτου, με αποτέλεσμα αυτό να μην μπορεί να μεταβιβαστεί επ' ονόματι των Εναγομένων. Θα πρέπει ακόμα να επισημανθεί ότι δεν σχολιάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο τον ισχυρισμό της ενόρκου δηλώσεως του Εναγόμενου 1 ότι τους είχε παραδοθεί η κατοχή της κατοικίας από την Ενάγουσα, λόγω του ότι η ίδια δεν μπορούσε να ανταποκριθεί χρονικά στις υποχρεώσεις της έναντι των Εναγομένων, συγκεκριμένα να προβεί στη μεταβίβαση του 1/3 μεριδίου επ' ονόματί τους. Ούτε ζητήθηκε η αντεξέταση του Εναγόμενου 1 επί του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεώς του, κατά τρόπο ώστε να αντικρουστούν όλοι οι ως άνω ισχυρισμοί του Εναγόμενου
- Ως αποτέλεσμα, οι ως άνω ισχυρισμοί του Εναγόμενου 1 παρέμειναν ακλόνητοι και δεν μπορούν παρά να γίνουν αποδεκτοί (Αναφορικά με την αίτηση της εταιρείας Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά.
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 1013). Ο Στέφανος Μαρνέρος στη συμπληρωματική του ένορκη δήλωση προβάλλει επίσης τον ισχυρισμό ότι κατ' ουσία ήταν οι ίδιοι οι Εναγόμενοι που ματαίωσαν την μεταβίβαση του ακινήτου, συνεπεία του ότι δεν ανταποκρίθηκαν στην υποχρέωση τους να πληρώσουν στην Ενάγουσα το υπόλοιπο των ΛΚ90.000, με αποτέλεσμα η Ενάγουσα να μην είναι σε θέση να ικανοποιήσει τους πιστωτές της για να άρουν με τη σειρά τους τις επιβαρύνσεις. Συνεπεία της ως άνω παράλειψης των Εναγομένων, αναγκάστηκε να συνάψει ο ίδιος δάνειο για να απαλλάξει το ακίνητο από τις ως άνω επιβαρύνσεις. Από το πρακτικό του Οικογενειακού Δικαστηρίου, ημερομηνίας 11/12/2007, το οποίο είναι επισυνημμένο ως Τεκμήριο στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 1, προκύπτει ότι η υποχρέωση εξόφλησης των ως άνω επιβαρύνσεων επί του ακινήτου βάρυνε το Στέφανο Μαρνέρο, σε περίπτωση δε που τα οφειλόμενα δυνάμει των επιβαρύνσεων ποσά πληρώνονταν από την Ενάγουσα, αυτά θα επιστρέφονταν στην Ενάγουσα από τον Στέφανο Μαρνέρο. Από τα όσα αναφέρονται πιο πάνω καθίσταται φανερό ότι το κατ' ισχυρισμό συναφθέν από τον Στέφανο Μαρνέρο δάνειο προς διευθέτηση των υποχρεώσεων της Ενάγουσας είναι άσχετο με τις υποχρέωσεις της Ενάγουσας έναντι των Εναγομένων, λανθασμένα δε προσπαθεί να συσχετίσει τη μη άρση των επιβαρύνσεων επί του ακινήτου με την υποχρέωση των Εναγομένων να πληρώσουν στην Ενάγουσα το υπόλοιπο του τιμήματος. Θα πρέπει ακόμα να σημειωθεί ότι τέτοιος συσχετισμός δεν προκύπτει ούτε από την ίδια τη σύμβαση. Στο σημείο αυτό θα πρέπει ακόμα να επισημανθεί ότι η Ενάγουσα, σε χρόνο μεταγενέστερο από την ημερομηνία που υποχρεούτο να μεταβιβάσει το 1/3 μερίδιο του ακινήτου επ' ονόματι των Εναγομένων, μεταβίβασε και ενέγραψε επ' ονόματι του Στέφανου Μαρνέρου τα 2/3 μερίδια του ακινήτου, τα οποία αντιστοιχούν στην ανώγειο κατοικία που έχει ανεγερθεί πάνω από την ισόγειο κατοικία, την οποία κατέχουν οι Εναγόμενοι, με βάση την απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού, ημερομηνίας 11/12/2007. Από το μαρτυρικό υλικό που έχει τεθεί ενώπιον μου δεν έχει διαφανεί ότι η Ενάγουσα ήταν σε θέση να μεταβιβάσει το ακίνητο επ' ονόματι των Εναγομένων κατά τον συμφωνηθέντα χρόνο. Έχοντας κατά νου όλα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω καταλήγω ότι η Ενάγουσα, με βάση τη μαρτυρία που παρουσίασε στο Δικαστήριο, απέτυχε να αποκαλύψει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας της αγωγής της. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32, αυτό το οποίο θα πρέπει να επισημάνω είναι ότι στην ένορκη δήλωση του ο Στέφανος Μαρνέρος αναφέρει ότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να μην απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, καθότι οι Εναγόμενοι είναι αλλοδαποί, δεν έχουν άλλη περιουσία στην Κύπρο και ανά πάσα στιγμή μπορεί να αναχωρήσουν για το εξωτερικό. Είμαι της άποψης ότι οι ως άνω αναφορές στην ένορκη δήλωση του αποτελούν γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς, οι οποίοι αναμφίβολα δεν θα μπορούσαν να καταδείξουν ότι υπάρχει κίνδυνος μη ικανοποίησης της απόφασης, η οποία δυνατό να εκδοθεί προς όφελος της Ενάγουσας. Τονίζω ότι η ισχυριζόμενη ζημιά την οποία υφίσταται η Ενάγουσα, σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης της, συνίσταται στην απώλεια του μηνιαίου αγοραίου ενοικίου το οποίο έχει υπολογιστεί από εκτιμητή και καθορίζεται στην έκθεση απαίτησης. Καθίσταται λοιπόν φανερό ότι πρόκειται για ζημιά που μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα, χωρίς να υπάρχει δυσκολία στον υπολογισμό της. Θα πρέπει ακόμα να επισημανθεί ότι, όπως έχει προκύψει από το μαρτυρικό υλικό που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, οι Εναγόμενοι είναι αναγνωρισμένοι πολιτικοί πρόσφυγες, διαμένουν μόνιμα στην Κύπρο, γι' αυτό εξάλλου και δεν ήταν αναγκαία η εξασφάλιση αδείας για εγγραφή του ως άνω ακινήτου επ' ονόματί τους. Η Ενάγουσα, αυτό το οποίο κατ' ουσία ζητά με την υπό εξέταση αίτηση της είναι η έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάσσονται οι Εναγόμενοι να παραδώσουν την κατοχή της ισογείου κατοικίας. Ας σημειωθεί ότι η ίδια θεραπεία επιζητείται και με την αγωγή της. Όπως είναι νομολογημένο, προσωρινά διατάγματα αυτής της φύσης εκδίδονται μόνο στις περιπτώσεις που φανερώνεται μια ασυνήθιστα δυνατή και καθαρή υπόθεση (Shepherd Homes v. Sandham
(1971)Ch. 340 και Τσιερκέζου ν. Dragon Tourist Enterprises Ltd
(2009)1(A) A.A.Δ. 734). Στην υπό εξέταση περίπτωση η Ενάγουσα, με τη μαρτυρία που παρουσίασε, αναμφίβολα δεν έχει αποκαλύψει μια ασυνήθιστα δυνατή και καθαρή υπόθεση εναντίον των Εναγομένων, κατά τρόπο ώστε να δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου προστακτικού διατάγματος. Επιπλέον, η τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων πρακτικά θα ισοδυναμούσε με την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής από αυτό το στάδιο, κάτι το οποίο είναι άκρως ανεπιθύμητο και ασυμβίβαστο με την ανάγκη έκδοσης προσωρινού και μόνο μέτρου (Τσιερκέζου ν. Drakon Tourist Enterprises Ltd (ανωτέρω)). Ένας άλλος εξίσου σημαντικός λόγος, ο οποίος αποκλίνει από την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων είναι η πάροδος πέντε χρόνων από την ημερομηνία της πρώτης επιστολής τερματισμού, η οποία υπενθυμίζω ότι φέρει ημερομηνία 25/8/2008, μέχρι η Ενάγουσα να κινηθεί δικαστικά εναντίον των Εναγομένων. Επισημαίνω ότι δεν προσφέρεται οποιαδήποτε δικαιολογία απο πλευράς Ενάγουσας για την τόσο μεγάλη καθυστέρηση της να προσφύγει στο Δικαστήριο. Όπως είναι νομολογημένο, το επείγον για την παροχή θεραπείας μονομερώς αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσον καταδεικνύεται το κατ' επείγον του αιτήματος δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του Εναγομένου (Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598, 604). Φυσικά, δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι στην υπό εξέταση περίπτωση τα αιτούμενα διατάγματα δεν εκδόθηκαν μονομερώς. Όμως και πάλι η τόσο μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στη λήψη δικαστικών μέτρων διαδραματίζει εξ ίσου σημαντικό ρόλο στη κρίση του Δικαστηρίου για το αν θα παραχωρήσει την αιτούμενη θεραπεία, ο οποίος γέρνει την πλάστιγγα εναντίον της παραχώρησης της αιτούμενης θεραπείας. Η μεγάλη καθυστέρηση της Ενάγουσας να προσφύγει στη δικαιοσύνη είναι συνειφασμένη και με το ισοζύγιο της ευχέρειας, το οποίο επηρεάζει αρνητικά (Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(B) A.Α.Δ. 788). Η κατοχή της ισογείου κατοικίας από τους Εναγόμενους για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα έχει αποκρυσταλλώσει μια de facto κατάσταση, η οποία δύσκολα θα μπορούσε να ανατραπεί με την παραχώρηση της αιτούμενης θεραπείας. Τυχόν ανατροπή του υφιστάμενου status quo θα προκαλούσε πολύ μεγαλύτερη αδικία στους Εναγόμενους, από ότι στην Ενάγουσα. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η ισχυριζόμενη ζημιά την οποία υφίσταται η Ενάγουσα είναι καθορισμένη και επιπλέον η Ενάγουσα έχει ήδη στα χέρια της μέρος από το συμφωνηθέν τίμημα, το οποίο πληρώθηκε από τους Εναγόμενους κατά την υπογραφή της σύμβασης. Φυσικά, δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι το ακριβές ποσό που πληρώθηκε από τους Εναγόμενους τέθηκε υπό αμφισβήτηση, όμως το ζήτημα αυτό δεν μπορεί να επιλυθεί στα στενά πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, αλλά στα πλαίσια της αγωγής. Αντίθετα, η ζημιά που θα υποστούν οι Εναγόμενοι από την τυχόν απώλεια της κατοχής της ισογείου κατοικίας θα είναι κατά πολύ μεγαλύτερη, αφού υπάρχει και ο κίνδυνος να μην μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα. Όμως και ο λόγος ένστασης των Εναγομένων ότι η Ενάγουσα δεν αποκάλυψε όλα τα ουσιώδη γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου, κάθε άλλο παρά ανεδαφικός θα μπορούσε να κριθεί. Χωρίς να διαφεύγει της προσοχής μου ότι η αιτούμενη θεραπεία δεν παραχωρήθη μονομερώς, εντούτοις είμαι της άποψης ότι το δεδομένο αυτό δεν απάλλασσε τον ενόρκως δηλούντα από την υποχρέωση να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη όλων των γεγονότων. Όπως έχει νομολογιακά καθιερωθεί, όταν ένας διάδικος επιζητεί την έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος, έχει την υποχρέωση να θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα εκείνα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία μπορούν να βοηθήσουν το Δικαστήριο να καταλήξει στα ορθά συμπεράσματα. Η υποχρέωση αυτή καθίσταται πιο επιτακτική σε μονομερείς αιτήσεις, αφού το Δικαστήριο δεν έχει άλλη επιλογή παρά να βασιστεί στο περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως του Αιτητή (Τσιερκέζου ν. Dragon Tourist Enterprises Ltd (ανωτέρω)). Όπως έχει διαφανεί, ο Στέφανος Μαρνέρος δεν έχει αποκαλύψει στην αρχική του ένορκη δήλωση ότι το ακίνητο, επί του οποίου έχει ανεγερθεί η ισόγειος κατοικία, ήταν δεσμευμένο με διάταγμα του Δικαστηρίου, ήταν βεβαρυμένο με υποθήκη και memo, με αποτέλεσμα να ήταν αδύνατο να μεταβιβαστεί επ' ονόματι των Εναγομένων κατά τον συμφωνηθέντα χρόνο. Είμαι της άποψης ότι τα ως άνω αναφερόμενα δεδομένα ήταν ουσιώδους σημασίας για την υπόθεση της Ενάγουσας. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να επεξηγήσω πιο πάνω, καταλήγω ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Όσον αφορά τα έξοδα, δεν βλέπω οποιοδήποτε λόγο για απόκλιση από τον γενικό κανόνα ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα. Επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας/Αιτήτριας. Τα έξοδα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. Η αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας/Αιτήτριας, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ........... Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΘΘ/ΑΓ Subject: Civil/Interim Αναφορά: Παρεμπίπτον προστακτικό διάταγμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο