← Κύπρος

CHR. KETTIS TRADING CO Limited ν. Συνεργατική Εταιρεία Εσελ-Σπολπ Λτδ, Αρ. Αγωγής 4784/13, 30/1/2015

CHR. KETTIS TRADING CO Limited ν. Συνεργατική Εταιρεία Εσελ-Σπολπ Λτδ, Αρ. Αγωγής 4784/13, 30/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A22 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ:Τ. Κατσικίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 4784/13 Μεταξύ: CHR. KETTIS TRADING CO Limited Εναγόντων και Συνεργατική Εταιρεία Εσελ-Σπολπ Λτδ Εναγομένων Ημερομηνία: 30/1/2015 Αίτηση ημερομηνίας 19/5/2014, για καταχώρηση Συμπληρωματικής Ενόρκου Δηλώσεως Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες/Αιτητές׃ κ. Χρ. Ιωάννου για Α.Ι. Κίτσιος Δ.Ε.Π.Ε Για Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση: κα Ζ. Στυλιανού για κ.κ. Αργεντούλα Ιωάννου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στα πλαίσια αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης ημερομηνίας 12.12.2013, που εκκρεμεί, καταχωρήθηκε στις 19/5/2014 η υπό εξέταση αίτηση με την οποία ζητείται από τους Ενάγοντες׃ (α) η έκδοση διατάγματος και/ή αδείας του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εκ μέρους του καταθέτη της ένορκης δήλωσης ημερ. 12/12/2013, Χριστόφορου Κεττή, που υποστηρίζει την αίτηση της ίδιας ημερομηνίας, σχετικά με τα όσα αναφέρονται στις παραγράφους 2, 3, 4, 5, 9 και 10 έως 15 της ένορκης δήλωσης του κ. Παύλου Αριστείδου, ημερ. 15/4/2014 η οποία συνοδεύει την ένσταση των καθ΄ ων η αίτηση στην αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης, της ίδιας ημερομηνίας. β) Οποιονδήποτε άλλο διάταγμα ήθελε κρίνει εύλογο το Δικαστήριο. γ) Τα έξοδα της αίτησης πλέον Φ.Π.Α (Αρ. Φ.Π.Α 10250702V). Η υπό εξέταση αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.48, K. 1 έως 3 και 4

(1)και
(2). Η αίτηση αυτή συνάντησε την ένσταση των Εναγομένων οι οποίοι και καταχώρησαν σχετική ειδοποίηση ένστασης. Οι λόγοι ένστασης που προβάλλουν οι Εναγόμενοι είναι׃
(1)Η υπό κρίση Αίτηση είναι αβάσιμη, αντινομική, παράτυπη και χωρίς πιθανότητα επιτυχίας και/ή
(2)Η υπό κρίση Αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή η Αίτηση είναι Δικονομικά εσφαλμένη και/ή οι Αιτητές δεν έχουν αναφερθεί περιληπτικά και/ή καθόλου στα γεγονότα τα οποία θέλουν να περιλάβουν στην Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση και/ή δεν έχουν επισυνάψει, ως ενδείκνυται, την προτεινόμενη Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση τους και/ή
(3)Με την υπό κρίση Αίτηση οι Αιτητές δεν αποσκοπούν στην παράθεση οποιονδήποτε νέων γεγονότων με την καταχώρηση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης, αλλά παρά μόνον σκέψεις, συμπεράσματα, ευρήματα και σχολιασμό του περιεχομένου της Ένορκης δήλωσης του κου Παύλου Αριστείδου ημερομηνίας 15/04/2014 και/ή οι Αιτητές με την καταχώρηση της συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης επιθυμούν να προβούν σε επανάληψη θέσεων που περιλαμβάνονται στην Ένορκη Δήλωση του κου Χριστόφορου Κεττή, ημερομηνίας 12/12/2013 που συνοδεύει την Αίτηση τους (για συνοπτική απόφαση), ίδιας ημερομηνίας και/ή
(4)Η υπό κρίση Αίτηση και/ή η Ένορκη Δήλωση που την συνοδεύει δεν τεκμηριώνουν «καλό λόγο» που να επιτρέπει την καταχώρηση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης και/ή
(5)Στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση ο ενόρκως δηλών κύριος Κεττής προβαίνει μόνον σε νομικά επιχειρήματα και επιχειρηματολογία και δεν παρουσιάζει οποιοδήποτε ουσιαστικό ή μη γεγονός για την υπόθεση και/ή
(6)Η προτεινόμενη μαρτυρία, που οι Αιτητές επιθυμούν να παραθέσουν διά της υπό κρίση Αίτησης δεν αποτελεί επιπρόσθετη μαρτυρία και/ή δεν προσθέτει οτιδήποτε στην μαρτυρία που εμφαίνεται στην αρχική Ένορκη Δήλωση του κου Κεττή ημερομηνίας 12/12/2013 και/ή η προτεινόμενη μαρτυρία και/ή σκέψεις καμία σημασία δεν έχει για την εξέταση των λόγων ένστασης που εμφαίνονται στην ειδοποίηση ένστασης των Καθ' ων η Αίτηση - Εναγομένων ημερομηνίας 15/04/2013 και/ή
(7)Οι Αιτητές επιδιώκουν με την συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση την επανάληψη θέσεων τους που προβάλλονται στην αρχική Ένορκη Δήλωση του κου Κεττή ημερομηνίας 12/12/2013 πράγμα που δεν μπορεί να θεωρηθεί «καλός λόγος» σύμφωνα με την Δ.48 Θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και/ή
(8)Τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου οι Αιτητές, με την υπό κρίση Αίτηση πρόκειται για ανεπίτρεπτη διά συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης μαρτυρία και/ή για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των Αιτητών όπως εμφαίνονται στην Ένορκη Δήλωση του κου Κεττή ημερομηνίας 12/12/2013 και/ή
(9)Το Σεβαστό Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του το απαιτούμενο υπόβαθρο για να μπορέσει να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια υπέρ των Αιτητών, και να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης και/ή
(10)Η υπό κρίση Αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασία και/ή
(11)Η ένορκη δήλωση του κου Κεττή, η οποία φαίνεται να στηρίζει και να συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση, δεν μπορεί να αποτελεί πραγματικό υπόβαθρο για τη θεραπεία που ζητείται με την πιο πάνω υπό κρίση Αίτηση και/ή ο κύριος Κεττής στην Ένορκη του Δήλωση, ημερομηνίας 12/12/2013, δεν προβαίνει σε Ένορκη κατάθεση γεγονότων αλλά αγορεύει και/ή
(12)Διαζευκτικά και άνευ επηρεασμού του αμέσως προηγούμενου λόγου Ένστασης, η Ένορκη Δήλωση του κου Κεττή δεν αποκαλύπτει ουσιώδη γεγονότα και/ή έγγραφα και/ή η Ένορκη Δήλωση του κου Κεττή είναι ελλιπής και/ή ελαττωματική και/ή η μαρτυρία που δίδεται με αυτήν δεν μπορεί να γίνει δεκτή από το Δικαστήριο και/ή
(13)Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου και της Νομολογίας για την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος και/ή τα γεγονότα που επιθυμούν οι Αιτητές να εισάγουν με την υπό κρίση Αίτηση ήταν στην γνώση τους πριν την καταχώρηση της Αίτησης τους ημερομηνίας 12/12/2013 και/ή
(14)Η Αίτηση είναι γενική και/ή δεν αναφέρετε καν ποια είναι η προτιθέμενη, διά συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης, μαρτυρία που θα προσκομιστεί και/ή
(15)Οι Αιτητές με την παρούσα Αίτηση προσπαθούν να καταχωρήσουν, διά συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης, ως μαρτυρία εισηγήσεις περί της αξιοπιστίας ή της αληθείας του περιεχομένου της Ένορκης Δήλωσης του κου Αριστείδου, ημερομηνίας 15/04/2014.
(16)Το Σεβαστό Δικαστήριο δεν θα πρέπει να επιτρέψει την ανταλλαγή συμπληρωματικών Ενόρκων Δηλώσεων που περιέχουν λεπτομερή και αντικρουόμενη μαρτυρία και/ή πρέπει να απορρίψει την υπό κρίση Αίτηση αφού η προτιθέμενη για καταχώρηση συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση αφορά διαδικασία αιτήσεως για έκδοση συνοπτικής απόφασης.
(17)Η υπό κρίση Αίτηση είναι αχρείαστη και πρέπει να απορριφθεί αφού σκοπό έχει στο να καλέσει το Σεβαστό Δικαστήριο να εξετάσει και/ή αξιολογήσει αντικρουόμενους ισχυρισμούς των δύο πλευρών και να καταλήξει σε συμπεράσματα ότι η μια πλευρά προέβαλε πιο πειστικούς ισχυρισμούς από την άλλη, σε διαδικασία έκδοσης συνοπτικής απόφασης, πράγμα ανεπίτρεπτο.
(18)Τυχόν επιτυχία της υπό κρίση Αίτησης θα μετατρέψει τη διαδικασία έκδοσης συνοπτικής απόφασης σε δίκη επί της ουσίας. Η Ένσταση βασίζεται επί του Συντάγματος και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.18, Δ.39, Δ.48 θθ 1-4, 8 και 9, Δ.57 Θ.2, Δ.64, επί των Άρθρων 30 και 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, επί των Άρθρων 4, 5, 7 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6 στη διακριτική ευχέρεια, τις συμφυείς εξουσίες και την Πρακτική του Δικαστηρίου. Οι θέσεις και τα επιχειρήματα των διαδίκων προς υποστήριξη της αίτησης και ένστασης, καταγράφονται και προκύπτουν από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις που τις υποστηρίζουν. Συνακόλουθα κρίνω ότι δεν χρειάζεται να καταγραφούν τα όσα αναφέρονται στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και την ένταση, αφού αυτά εύκολα διαπιστώνονται από το φάκελο του Δικαστηρίου και όλα όσα αναφέρονται σε αυτές έχουν μελετηθεί από το Δικαστήριο και είναι υπόψη του. Ακόμη τα όσα οι συνήγοροι των διαδίκων αναφέρουν στις γραπτές τους αγορεύσεις, των Εναγόντων - αιτητών Έγγραφο Γ.Α.1 και των Εναγομένων - καθ' ων η αίτηση Έγγραφο Γ.Α.2, με τις οποίες αυτοί ουσιαστικά επαναλαμβάνουν τα αναφερόμενα στην αίτηση και ένσταση, παραθέτοντας και επικαλούμενοι σχετική νομολογία επί του υπό εξέταση ζητήματος, έχουν ληφθεί υπόψη στο σύνολο τους, εύκολα διαπιστώνονται από το φάκελο του Δικαστηρίου και συνακόλουθα επίσης δεν κρίνω αναγκαίαν την καταγραφή και επανάληψη τους στην παρούσα. Δικαιοδοτική βάση της υπό κρίση αίτησης αποτελεί η Δ.48 Θ. 4
(2)των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, η οποία προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα μπορεί για καλό λόγο να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή τις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39». Η διαμόρφωση του θεσμού αυτού υπό την ως άνω διατύπωση που επήλθε με τον Κανονισμό 3 του 1999 ημερομηνίας 23/12/1999, αποσκοπούσε από τη μία την αποφυγή επέκτασης τυχόν προσαχθείσας προφορικής μαρτυρίας και προς οικονομία χρόνου και από την άλλη να επιτυγχάνεται η παράθεση όλων των αναγκαίων γεγονότων εκδίκασης μίας αίτησης με ελεγχόμενη την καταχώρηση ενόρκων δηλώσεων και αποφυγή την ατέλειωτη ή ανεξήγητη καταχώριση ενόρκων δηλώσεων. Η φιλοσοφία όμως της παλαιάς Διαταγής, όσον αφορά το βάρος απόδειξης ενός γεγονότος που έχει ένας διάδικος, όπου υπάρχει διάσταση ή αμφισβήτηση γεγονότος, όπως τούτο εξηγείται στην Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ κ.α.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453 και την Fashion Box. S.P.A. v. Rerro Fashions Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 1858, δεν έχει αλλάξει με την νέα διαταγή. Στην τελευταία υπόθεση η οποία καταπιάνεται με την παλαιά διαταγή το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν είχε επιτρέψει την προσκόμιση μαρτυρίας ενώ υπήρχαν αμφισβητούμενα γεγονότα. Το Ανώτατο Δικαστήριο με αναφορά στην Vuitton έκρινε ότι έπρεπε να επιτραπεί. Τονίστηκε πως αν υπάρχει διάσταση ως προς τα γεγονότα μεταξύ αιτητή και καθ' ου η αίτηση, ο κάθε ένας από αυτούς θα πρέπει κατά την ακρόαση της αίτησης να είναι έτοιμος να αποδείξει τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται στο βαθμό που έχει το βάρος να τα αποδείξει. Έτσι με την νέα Διαταγή, αντί της προσκόμισης προφορικής μαρτυρίας, στο βαθμό που η συμπληρωματική ένορκη δήλωση επιζητείται για να απαντήσει αμφισβητούμενα γεγονότα, αφού η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται στη βάση των ένορκων δηλώσεων με δυνατότητα αντεξέτασης, επιτρέπεται νοουμένου ότι καταδεικνύεται «καλός λόγος», η έννοια του οποίου είναι ευρεία έτσι ώστε να καθίσταται δυνατή η συμπερίληψη σε αυτόν της κάθε κατάλληλης περίπτωσης όταν αποφασίζεται η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης με την παραχώρηση σχετικής άδειας καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης (βλ. Iacovou Brothers (Constr.) Ltd v. Fashionwise Ltd
(2000)1 ΑΑΔ 1377). Εάν δε θα επιτραπεί ή όχι σε ένα διάδικο να καταχωρήσει τέτοια συμπληρωματική ένορκο δήλωση, είναι ζήτημα που εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση 29/2008, του Φιλοκύπρου Ματθαίου κ.α. για έκδοση Προνομιακού Εντάλματος,
(2008)1 (Α) ΑΑΔ 510, το Ανώτατο δικαστήριο εξετάζοντας το συγκεκριμένο ζήτημα στη σελίδα 514, αναφέρει τα εξής: «Το κατά πόσο θα επιτραπεί σε ένα διάδικο να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε μία αίτηση ενδιάμεσης φύσεως εμπίπτει σαφώς στη διακριτική ευχέρεια του Πρωτόδικου Δικαστηρίου.» Ακόμα στην υπόθεση Α. Messios and Sons Ltd v. Α. Λεωνίδα (αρ. 1)
(2010)1 (Α) ΑΑΔ 195 στην στην σελίδα 199 λέχθηκαν τα εξής: «Μελετήσαμε με προσοχή τα ενώπιον μας στοιχεία υπό το φως των εισηγήσεων των δύο πλευρών. Θεωρούμε ότι η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στο δικαστήριο από τις σχετικές δικονομικές πρόνοιες, είναι ορθό και δίκαιο να ασκηθεί, στην προκειμένη περίπτωση υπέρ των εφεσειόντων - αιτητών. Κατά την εκτίμηση μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες - αιτητές, με τις δυο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος - καθ' ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες - αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων.» Ο «καλός λόγος» είναι επίσης άρρηκτα συνδεδεμένος με το είδος της ενδιάμεσης αίτησης καθώς και με τη φύση των θεραπειών που αυτή επιδιώκει. Αυτός θα πρέπει επίσης να εξετάζεται και σε συνάρτηση με τη σημασία που έχει η προτεινόμενη επιπρόσθετη μαρτυρία για την εκδίκαση της εκάστοτε ενδιάμεσης αίτησης, με την ευχέρεια παρουσίασης της μαρτυρίας αυτής διά των αρχικών ενόρκων δηλώσεων, καθώς και με την ανάγκη αντίκρουσης μαρτυρίας του αντιδίκου. Βεβαίως, η αμφισβήτηση γεγονότων δεν θεμελιώνει, άνευ άλλου τίνος, «καλό λόγο» για την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ώστε να απαντηθούν ισχυρισμοί του αντιδίκου ή να προσαχθεί πρόσθετη μαρτυρία. Από την άλλη σε αιτήσεις παρόμοιας φύσεως ως η υπό εξέταση, το Δικαστήριο πρέπει να έχει υπόψη του τα αναφερθέντα και στην υπόθεση Stavros Georgiou & Son (Scrap Metals) Ltd v. Του Πλοίου Lipa 1 (Γ) ΑΑΔ 1976, ήτοι: «Ο κανόνας καθολικής εφαρμογής, είναι ότι δεν επιτρέπεται η επανόρθωση παράληψης πρωθύστερα έτσι ώστε να μεταβληθεί ή αλλοιωθεί η εικόνα που δόθηκε πρωταρχικά στο Δικαστήριο.» Εν όψει των όσων αναφέρονται πιο πάνω, κρίνω ότι προτού αποφανθώ για το κατά πόσο θα εγκριθεί η αίτηση των Εναγόντων θα πρέπει να εξετάσω την φύση της ενδιάμεσης διαδικασίας στην οποία προέκυψε η αναγκαιότητα σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς των Εναγόντων, για καταχώρηση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως. Σύμφωνα λοιπόν με τα όσα αναφέρονται στην Αίτηση και στην ένορκο δήλωση που την υποστηρίζει του κ. Χριστόφορου Κεττή, Διευθυντή των Εναγόντων - Αιτητών, η συμπληρωματική ένορκος δήλωση για την οποία έχει καταχωρηθεί η υπό κρίση αίτηση, ζητείται να κατατεθεί στα πλαίσια αίτησης για συνοπτική απόφαση που εδράζεται στη Δ.18 Θ.1 (α) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Με την αίτηση για συνοπτική απόφαση η οποία έχει καταχωρηθεί στις 12.12.13, οι Ενάγοντες αιτούνται την έκδοση απόφασης ως οι παράγραφοι Α, Β και Γ, του παρακλητικού της έκθεσης απαίτησης του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος καθότι πάντοτε σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντος, οι Εναγόμενοι δεν έχουν ουδεμία υπεράσπιση. Τούτο δε διότι, η αξίωση των Εναγόντων εδράζεται στο γεγονός ότι οι Εναγόμενοι τους οφείλουν το ποσό των €5.674,73, πλέον τόκους και έξοδα, το οποίο σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς τους, αποτελεί το συνολικό ποσό σε Ευρώ τεσσάρων επιταγών που εκδόθηκαν από τους τελευταίους προς όφελος των Εναγόντων έναντι καλού και νομίμου ανταλλάγματος. Οι Εναγόμενοι στην ειδοποίηση ένστασης που καταχώρησαν στην αίτηση για συνοπτική απόφαση, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει του κ. Παύλου Αριστείδου, αρνούνται το βάσιμο της αξίωσης των Εναγόντων και ισχυρίζονται ότι έχουν καλή και γνήσια υπεράσπιση. Βασικοί και κύριοι ισχυρισμοί τους είναι: α. Ότι η αγωγή είναι πρόωρη, συνιστά κατάχρηση διαδικασίας, αντικανονική χωρίς καλή βάση αγωγής, στοιχεία που καθιστούν και την ίδια την αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης αντικανονική, παράτυπη, αντινομική και αβάσιμη. Τούτο διότι δυνάμει προφορικής συμφωνίας η οποιαδήποτε διαφορά που τυχόν προέκυπτε από την συνεργασία και συναλλαγές μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων, θα έπρεπε να παραπεμφθεί σε Διαιτησία σύμφωνα με το άρθρο 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου στον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών. β. Ότι οι Ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται στην έγερση και προώθηση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και συνακόλουθα της αίτησης για συνοπτική απόφαση, καθότι δεν γνωρίζουν οποιαδήποτε εταιρεία με την επωνυμία της Ενάγουσας εταιρείας και ουδέποτε συνεργάσθηκαν με αυτήν, αλλά συνεργασία είχαν με άλλη εταιρεία, την CHR. KETTIS TRADING Limited. γ. Ότι η παρούσα αγωγή συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας αφού οι Ενάγοντες καταχώρησαν στο Ε.Δ. Λεμεσού και την ποινική υπόθεση αρ. 24554/13 εναντίων των Εναγομένων και άλλων τριών προσώπων για την διάπραξη του ποινικού αδικήματος της έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος, στις κατηγορίες της οποίας περιλαμβάνονται και τα κατ΄ ισχυρισμών αδικήματα που αφορούν την έκδοση των τεσσάρων επιδίκων επιταγών στην παρούσα αγωγή. δ. Ότι το αξιούμενο από τους Ενάγοντες ποσό, δεν οφείλεται και ότι η έκδοση των τεσσάρων επίδικων επιταγών έγινε μέσα στα πλαίσια της συνεργασίας που είχαν οι Εναγόμενοι με την εταιρεία CHR. KETTIS TRADING Limited ως κατ' αρχήν μόνο αναγνώριση χρέους και με συμφωνία όπως οι επιταγές αυτές δεν θα παρουσιάζονταν στην τράπεζα για πληρωμή αλλά θα γινόταν προηγουμένως συνάντηση των εμπλεκομένων για να ελεγχθεί το υπόλοιπο που οι Εναγόμενοι όφειλαν στην εν λόγω εταιρεία και ότι σε περίπτωση διαφωνίας η υπόθεση θα παραπεμπόταν στον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών για επίλυση της διαφοράς ή παραπομπή της σε διαιτησία. Κατά παράβαση όμως των προφορικά συμφωνηθέντων η εν λόγω εταιρεία δεν επικοινώνησε με τους Εναγόμενους προς διευθέτηση συνάντησης, αλλά τους διαβεβαίωνε ότι δεν θα ζητήσει κατάθεση ή εξαργύρωση των επιταγών. Μη τηρώντας τα συμφωνηθέντα, όπως πάντοτε ο ενόρκως δηλών που υποστηρίζει την ένσταση των Εναγομένων κ. Παύλος Αριστείδου, Γραμματέας των Εναγομένων, στην ένσταση του στην αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης ισχυρίζεται, στις 23.10.2013 οι Εναγόμενοι παρέλαβαν από την εν λόγω εταιρεία δύο επιστολές (Τεκμήριο Ε1) στην ένορκη δήλωση που στηρίζει την αίτηση για συνοπτική απόφαση του κ. Χριστόφορου Κεττή και Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ειδοποίηση ένστασης, με τις οποίες οι Εναγόμενοι εκαλούντο όπως εξοφλήσουν τις εν λόγω επιταγές. Στις επιστολές αυτές οι Εναγόμενοι απάντησαν με την επιστολή που επισυνάπτεται σαν Τεκμήριο 3 στην ένσταση τους για έκδοση συνοπτικής απόφασης και τους κάλεσαν να προσέλθουν σε συνάντηση για να προσπαθήσουν να επιλύσουν τη μεταξύ τους διαφορά, η εν λόγω όμως εταιρεία παρέλειψε να το πράξει. Για τους πιο πάνω λόγους είναι η θέση των Εναγομένων ότι οι Ενάγοντες δεν δικαιούνται στην έκδοση απόφασης δυνάμει της Δ.18, των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών και συνακόλουθα θα πρέπει να τους δοθεί άδεια να προβάλουν την υπεράσπιση τους. Ότι συνάγεται από τα όσα εκτίθενται πιο πάνω αλλά και από το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου, την αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης, την υπό εξέταση αίτηση και τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις, ως κύριο και ουσιαστικό στοιχείο προς υποστήριξη του αιτήματος των Εναγόντων - αιτητών, είναι ο ισχυρισμός τους πως οι Εναγόμενοι δυνάμει των επιδίκων επιταγών, τα πρωτότυπα των οποίων επισυνάπτουν στην ένορκη δήλωση που στηρίζει την αίτηση τους για συνοπτική απόφαση, τους οφείλουν συνολικά το συμποσούμενο εξ΄ αυτών, ποσό και ουδεμίαν υπεράσπιση έχουν. Στην ένορκο δήλωση δε που υποστηρίζει την υπό εξέταση αίτηση, οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι με την ένσταση που οι Εναγόμενοι καταχώρησαν στην αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης, έθεσαν διάφορους νέους ισχυρισμούς τους οποίους δεν ήταν δυνατό να προβλέψουν ή να φανταστούν εκ των προτέρων, έτσι ώστε να θέσουν τις θέσεις τους επί αυτών από την αρχή στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση για συνοπτική απόφαση και ότι οι Εναγόμενοι έθεσαν ισχυρισμούς που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα ή δεν αποδίδουν την ακριβή εικόνα των γεγονότων και γι' αυτό θα πρέπει η αιτούμενη άδεια να τους δοθεί. Από το περιεχόμενο δε των ενστάσεων που οι Εναγόμενοι καταχώρησαν, τόσο στην υπό εξέταση αίτηση όσο και στην αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης και τις ένορκες δηλώσεις που τις υποστηρίζουν, αυτό το οποίο συνάγεται είναι η θέση τους πως ουδέποτε συναλλάχτηκαν με τους Ενάγοντες, αλλά με άλλη εταιρεία, την CHR. KETTIS TRADING Limited και επίσης ότι η αγωγή είναι πρόωρη και αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας, αφού η οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ των διαδίκων θα έπρεπε να παραπεμφθεί σε διαιτησία. Ανοίγοντας μία μικρή παρένθεση και σε σχέση με τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται σε αιτήσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης, που κρίνω ότι έχει ιδιαίτερη σημασία σε αιτήσεις παρόμοιας φύσης με την υπό εξέταση, σημαντικά είναι τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Ε. Λαζάρου κ.α. v. Γ. Π. Μακεδόνα
(1999)1 Β, ΑΑΔ
  1. Στην εν λόγω υπόθεση , στην οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο επέτρεψε την καταχώρηση πολυάριθμων συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων σε αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής: «Αναφορικά με τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται για να κριθεί το θέμα, στην υπόθεση Banque de Paris et des Pays-Bas (Suisse) SA v. de Naray [1984] 1 Lloyd's Rep. 21, στη σελ. 23, λέχθηκαν τα ακόλουθα: "It is of course trite law that O.14 proceedings are not decided by weighing the two affidavits. It is also trite that the mere assertion in an affidavit of a given situation which is to be the basis of a defence does not, ipso facto, provide leave to defend; the Court must look at the whole situation and ask itself whether the defendant has satisfied the Court that there is a fair or reasonable probability of the defendants' having a real or bona fide defence." Περαιτέρω, στην Bhogal v. Punjab National Bank v. Punjab National Bank [1988] 2 All E.R. 296 στη σελ. 303 ο Bingham L.J. ανέφερε: "But the correctness of factual assertions such as these cannot be decided on an application for summary judgment unless the assertions are shown to be manifestly false either because of their inherent implausibility or because of their incosistency with the contemporary documents or other compelling evidence." Στην Standard Chartered Bank v. Yaacoub [1990] CA Transcript 699 λέχθηκε ότι: "It is sometimes said that in an application under Ord. 14 the court is bound to accept the assertion of a defendant on affidavit unless it is self-contradictory or inconsistent with other parts of the defendant' s own evidence, and that the court cannot reject an assertion on the simple ground that it is inherently incredible." Ακόμη στο σύγγραμμα The Annual Practice 1956, στο οποίο οι έγκριτοι συγγραφείς ενδιατρίβουν, παραθέτουν σχόλια και νομολογία, αλλά και αναλύουν τους Θεσμούς του Ανωτάτου Αγγλικού Δικαστηρίου ως ίσχυαν τότε, οι οποίοι μέχρι την ημερομηνία κήρυξης της Ανεξαρτησίας της Κυπριακής Δημοκρατίας ως ετροποποιήθησαν εφαρμόζονται και απετέλεσαν επίσης το νομικό κείμενο από το οποίο θεσπίστηκαν οι περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμοί που ακολουθούν και εφαρμόζουν τα Κυπριακά Δικαστήρια, στην σελίδα 175 στην παράγραφο των σχολίων με τον τίτλο Affitavit in Reply, αναφέρονται τα εξής: "The obligation on defendant to 'show cause' by necessary implication, allows the plaintiff to answer the defendant's case" (Davis v. Spence, 1 C.P.D. p. 721, per Brett, L.J.); but it is a discretionary matter to allow it (N. Central Wagon Co. v. N. Wales Wagon Co., 39 L.T. 628; Rotherham v. Priest, 28 W.R. 277). In Girvin v. Grepe, 13 Ch.D.174, Jessel, M.R. considered affidavits in reply admissible on the language of the rule, and according to the Common Law practice under Keating's Act and the Chancery practice on interlocutory injunctions. But the case cannot be tried on affidavits, and if the defendant's affidavit discloses a defence it is generally useless for the plaintiff to file an affidavit in reply, unless he is in a position to exhibit some document clearly demonstrating the untruth of the defendant's affidavit, e.g., a letter from the defendant admitting the debt by promise to pay. See r. 6, (n) "General Principle", infra, p.191." Σε ελεύθερη δε μετάφραση: «Η υποχρέωση του Ενάγοντα να δείξει λόγο με την αναγκαία βαρύτητα, επιτρέπει στον Ενάγοντα να απαντήσει στην υπόθεση του Εναγομένου (Davis v. Spence, 1 C.P.D. p. 721, per Brett, L.J.)∙ Όμως είναι ζήτημα το οποίο εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου αν θα το επιτρέψει ((N. Central Wagon Co. v. N. Wales Wagon Co., 39 L.T. 628; Rotherham v. Priest, 28 W.R. 277). Στην υπόθεση Girvin v. Grepe, 13 Ch.D.174, ο Δικαστής Jessel, M.R εξέτασε απαντητικές ένορκες δηλώσεις αποδεκτές σύμφωνα με το γράμμα του κανονισμού και σύμφωνα με την πρακτική του Κοινοδικαίου κάτω από τον Νόμο Keating's Act και της πρακτικής στη δικαιοδοσία των Δικαστηρίων Chancery, σε ενδιάμεσα διατάγματα. Όμως δεν επιτρέπεται η αγωγή - υπόθεση να δικάζεται με ένορκες δηλώσεις και εάν η ένορκος δήλωση του Εναγόμενου αποκαλύπτει μια υπεράσπιση, είναι γενικά αχρείαστο για τον Ενάγοντα να καταχωρήσει απαντητική ένορκη δήλωση, εκτός εάν είναι σε θέση να παρουσιάσει κάποια έγγραφα εκ των οποίων δεικνύεται με σαφήνεια το αναληθές της ενόρκου δηλώσεως του Εναγόμενου π.χ. μια επιστολή από τον Εναγόμενο με την οποία αυτός παραδέχεται το χρέος του και υπόσχεται να το πληρώσει. Βλέπε επίσης Δ.6 υπό σημείωση "n" "General Principles" κατωτέρω στη σελ.
  2. Τέλος στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Λαζάρου κ.α ν. Μακεδόνα (ανωτέρω), στη σελίδα 822, ο τότε Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Αρτέμης, υιοθέτησε τα όσα εκτίθενται στην ανάλυση και σχόλια επί των Κανονισμών του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας που περιέχονται στο σύγγραμμα Supreme Court Practice, 1999, Τόμος 1 σελ.173 παράγραφος 14/4/7, όπου αναφέρονται τα εξής: «Τέλος, στο Supreme Court Practice 1999, Vol.1 στη σελ. 173, παράγραφος 14/4/7, αναφέρονται τα ακόλουθα: "The plaintiff has long been permitted to answer the defendant's evidence but the case cannot be tried on affidavits, and if the defendant's affidavit discloses a defence based on disputed facts it is generally useless for the plaintiff to reply. The Court is not bound to require documentary evidence from the plaintiff, if by his affidavit in reply he can show that there is no issue to try (Shurmur v. Young [1889] 5 T.L.R, 155, CA) but if he can demonstrate (e.g. by exhibiting contemporary documents) that the evidence of the defendant is not reasonably capable of belief this will prevent leave to defend being given."» Σε ελεύθερη μετάφραση: «Ο Ενάγοντας δια μακρών του έχει δοθεί άδεια να απαντήσει στην μαρτυρία του Εναγόμενου όμως η υπόθεση δεν μπορεί να δικάζεται με ενόρκους δηλώσεις και εάν ο Εναγόμενος με την ένορκο του δήλωση αποκαλύπτει μια υπεράσπιση βασιζόμενη σε αμφισβητούμενα γεγονότα είναι γενικά άχρηστο για τον Ενάγοντα να απαντήσει. Το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαιτήσει έγγραφη μαρτυρία από τον Ενάγοντα, εάν με την απαντητική του ένορκη δήλωση μπορεί να δείξει ότι δεν υπάρχει συζητίσιμο θέμα για να δικαστεί. (Shurmur v. Young [1889] 5 T.L.R, 155, CA), όμως εάν μπορεί να επιδείξει (π.χ. με την παρουσίαση σχετικών εγγράφων απαντητικών) ότι η μαρτυρία του Εναγόμενου δεν είναι εύλογα ικανή για να γίνει πιστευτή, αυτό μπορεί να εμποδίσει στο να δοθεί άδεια για υπεράσπιση». Παραπέμποντας δε στην παράγραφο 14/4/9 στη σελ 179, του ιδίου συγγράμματος, αναφέρει τα εξής στην απόφαση του: «Έχει λεχθεί δικαστικά ότι όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση (δέστε Supreme Court Practice 1999 1st Ed. p. 174, para. 14/4/9).» Με δεδομένη την ιδιάζουσα φύση της διαδικασίας δυνάμει της Δ.18, ως άνωθι αναλύεται, αλλά και του εξαιρετικά επαχθούς για ένα Εναγόμενο αποτελέσματος σε περίπτωση επιτυχούς έκβασης της, κρίνω πώς η υπό εξέταση δια της παρούσας αίτηση θα επηρεάσει και θα παίξει ουσιαστικό ρόλο και στην εξέταση της αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Τούτο διότι η απόφαση αν θα επιτραπεί στους Εναγόμενους να υπερασπιστούν, θα εξαρτηθεί από τα όσα αναφέρονται στις ενόρκους δηλώσεις που ήδη συνοδεύουν την αίτηση για συνοπτική απόφαση και την ένσταση σε αυτήν, αλλά και κατ' ακολουθία στην συμπληρωματικά ζητούμενη προς καταχώρηση από τους Ενάγοντες τοιαύτην, εάν βεβαίως επιτραπεί η καταχώρηση της. Επισημαίνω βεβαίως ότι τόσο οι ισχυρισμοί των Εναγόντων όσο και οι ισχυρισμοί των Εναγομένων και ειδικότερα αν οι Εναγόμενοι έχουν πετύχει να καταδείξουν ότι έχουν καλή υπεράσπιση, θα κριθούν ανάλογα από το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της αίτησης για συνοπτική απόφαση και όχι στην παρούσα αίτηση. Έχοντας λοιπόν υπόψη όλα τα πιο πάνω και ειδικότερα τα όσα έχουν επισημανθεί στην υπόθεση Messios (ανωτέρω), για να επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, η ανάγκη δηλαδή όπως ένας διάδικος απαντήσει σε ισχυρισμούς του άλλου, λαμβανομένων βέβαια υπόψη και των συνεπειών που τυχόν θα υπάρξουν από την μη απάντηση, πρέπει να καταδειχθεί «καλός λόγος» προς τούτο. Είναι γι' αυτό σχετική και η σημασία που μπορεί να έχει η απάντηση του αιτητή δια της καταχώρησης συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως, στο τι και σε ποιο μέρος της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την ένσταση θα δοθεί η τοιαύτη απάντηση. Καίριας λοιπόν σημασίας στο συγκεκριμένο ζήτημα, είναι και τα όσα οι Ενάγοντες- αιτητές σε αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης, ως η υπό εξέταση περίπτωση, προτίθενται να συμπεριλάβουν στην συμπληρωματική ένορκο δήλωση που ζητούν άδεια να καταχωρήσουν, ως απάντηση στα όσα προβάλλουν οι Εναγόμενοι - Καθ΄ ων η αίτηση στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση τους. Έχοντας λοιπόν υπόψη όλα τα ανωτέρω καθώς επίσης τα δικαιώματα των μερών, σε συνάρτηση βέβαια με τα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση, ως αυτά αναφύονται από τις ενόρκους δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση για συνοπτική απόφαση και την ένσταση σε αυτή, κρίνω ότι το αίτημα των Εναγόντων - αιτητών πρέπει να εγκριθεί μερικώς. Τούτο διότι έχω ικανοποιηθεί πως συντρέχουν εκείνες οι προϋποθέσεις που τάσσει η Δ.48 Θ. 4
(2), αλλά και η σχετική νομολογία για καταχώρηση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως σε απάντηση σε μερικές από τις παραγράφους που ζητείται η απάντηση και όχι επί όλων που αναφέρονται στην αίτηση. Και αυτό για τους ακόλουθους λόγους: (Ι). Κατ' αρχάς οι Ενάγοντες με την υπό εξέταση αίτηση τους εξειδικεύουν σε ποιες παραγράφους της ενόρκου δηλώσεως της ένστασης των Εναγομένων στην αίτηση για συνοπτική απόφαση, επιθυμούν να απαντήσουν με τη συμπληρωματική τους ένορκο δήλωση. Συγκεκριμένα επί του περιεχομένου των παραγράφων 2, 3, 4, 5, 9 και 10 έως 15. Περαιτέρω, παρόλο που δεν επισυνάπτουν ως θα ήταν ορθότερο, το περιεχόμενο της συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως που επιθυμούν να καταχωρήσουν σε περίπτωση που εγκριθεί η αίτησή τους, κρίνω ότι οι λόγοι και οι ισχυρισμοί για τους οποίους ζητείται να απαντηθούν και το περιεχόμενο της τοιαύτης απάντησης τους, συγκεκριμενοποιούνται και υποδεικνύονται με σαφήνεια και συνακόλουθα δίδεται στο Δικαστήριο, αλλά και στους Εναγόμενους - Καθ' ων η αίτηση, πλήρης και σαφής εικόνα για το τι θα περιέχει η συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Συνακόλουθα ο λόγος ένστασης που αφορά το συγκεκριμένο ζήτημα απορρίπτεται και γι' αυτό προχωρώ στην περαιτέρω εξέταση σε ποιες από τις πιο πάνω αναφερόμενες παραγράφους δικαιολογείται ότι συντρέχει «καλός λόγος» για να απαντήσουν οι Ενάγοντες. (ΙΙ). Όσο λοιπόν αφορά το περιεχόμενο των παραγράφων 4, 5, 9, 10, 11 και 15 της ένστασης των Εναγομένων στην αίτηση για συνοπτική απόφαση, κρίνω πως είναι τέτοιο που επί τη βάση των όσων αναφέρονται πιο πάνω, αλλά και στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό εξέταση αίτηση, συντρέχει και έχει καταδειχθεί «καλός λόγος» για να δοθεί άδεια στους Ενάγοντες να καταχωρήσουν συμπληρωματική ένορκο δήλωση με την οποία να απαντούν στους ισχυρισμούς αυτούς και την διατύπωση της δικής τους θέσης επί τούτων. Τούτο διότι με δεδομένη την μη αντεξέταση του ενόρκως δηλούντος που υποστηρίζει την υπό εξέταση αίτηση, αφήνει τη θέση αυτού ότι οι ισχυρισμοί που περιέχονται στις παραγράφους 4, 5, 9, 10, 11 και 15, της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την ένσταση στην αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης, ότι για πρώτη φόρα προβάλλονται, αδιαμφισβήτητη. Τούτο εύλογα οδηγεί και στο συμπέρασμα πώς δεν ήταν δυνατό να προβλεφθούν πριν την καταχώρηση της αίτησης για συνοπτική απόφαση και συνακόλουθα αποδέχομαι ότι δεν μπορούσαν να προβληθούν στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση για συνοπτική απόφαση θέσεις σε σχέση με αυτούς, αφού για πρώτη φορά τέθηκαν οι εν λόγω ισχυρισμοί από τους Εναγόμενους με την ένσταση τους. (ΙΙΙ). Όμως το περιεχόμενο των παραγράφων 2, 3,12,13 και 14 της ένστασης, για τις οποίες επίσης ζητείται η καταχώρηση απάντησης υπό τη μορφή συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από τους αιτητές με την υπό εξέταση αίτηση, όπως ευκόλως συνάγεται από τα όσα εκτίθενται στις ένορκες δηλώσεις, αλλά και έκθεση απαίτησης, ήταν γνωστό στους Ενάγοντες εξ υπαρχής και αφότου τους παρεδόθησαν προς εξαργύρωση οι επίδικες επιταγές από τους Εναγόμενους. Συνακόλουθα, είχαν τη δυνατότητα να συμπεριλάβουν στην έκθεση απαίτησης τους αλλά και την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση τους για συνοπτική απόφαση, τη θέση τους αναφορικά με το ζήτημα σε σχέση με το όνομα του δικαιούχου των επιδίκων επιταγών, σε συνάρτηση πάντοτε με το δικό τους όνομα, αλλά και την νομική τους οντότητα. Είχαν ακόμη την δυνατότητα και μετά την καταχώρηση της αγωγής και της έκθεσης απαίτησης τους, με δεδομένο ότι είχαν στην κατοχή τους τις επίδικες επιταγές πριν την καταχώρηση της αίτησης για συνοπτική απόφαση, να προχωρούσαν στις διορθωτικές κινήσεις - διαδικασία, έτσι ώστε να προβάλουν τη θέση και τους δικούς τους ισχυρισμούς σε σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα. Ενόψει όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι οι Ενάγοντες έχουν επιτύχει να καταδείξουν «καλό λόγο» για μερική έγκριση του αιτήματος τους. Συνακόλουθα, δεδομένης της πιο πάνω κατάληξης μου, οι λόγοι ένστασης με αριθμό 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 11, 12, 13, 14 και 15, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί και απορρίπτονται. Όσον αφορά τους λόγους ένστασης με αριθμό 1 και 10 δεν αποδέχομαι επίσης σύμφωνα με τα όσα εκτίθενται ανωτέρω, ότι δικαιολογούν την απόρριψη της υπό εξέταση αίτησης διότι αυτή δεν είναι παράτυπη αφού στηρίζεται και έχει το σωστό νομικό υπόβαθρο και τύπο και περαιτέρω δεν συμφωνώ ότι αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Όσον αφορά τους λόγους ένστασης με αριθμό 16, 17 και 18 επίσης απορρίπτονται καθότι δεν αποδέχομαι πως η έγκριση για καταχώρηση απαντητικής ενόρκου δηλώσεως μερικώς, ως άνωθι αναφέρεται, θα αποβεί εις βάρος της φύσης και μορφής της διαδικασίας για έκδοση συνοπτικής απόφασης, αλλά ούτε και πώς θα μετατρέψει την εν λόγω διαδικασία σε δίκη επί της ουσίας της επίδικης διαφοράς. Συνακόλουθα, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο παραχωρείται άδεια στους Ενάγοντες να καταχωρήσουν συμπληρωματική ένορκο δήλωση εκ μέρους του καταθέτη της ένορκης δήλωσης ημερ. 12.12.2013, κ. Χριστόφορου Κεττή, σε σχέση με τα όσα αναφέρονται στις παραγράφους 4, 5, 9, 10, 11 και 15 της ένορκης δήλωσης του κ. Παύλου Αριστείδου ημερ. 15.4.2014, η οποία συνοδεύει την ένσταση των καθ' ων η αίτηση στην αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των Εναγομένων. Η συμπληρωματική ένορκος δήλωσης να καταχωρηθεί και να επιδοθεί στους δικηγόρους των Εναγομένων εντός δεκατεσσάρων ημερών από σήμερα. Περαιτέρω και ενόψει της επιτυχίας μερικώς της αίτησης, κρίνω υπό τις περιστάσεις ότι δεν θα πρέπει να εκδοθεί οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα και συνακόλουθα δεν εκδίδεται τοιαύτη. (Υπ.) .................. Τάσος Κατσικίδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Civil / interim subject.supplementary affidavit. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.