← Κύπρος

ΚΕΔΙΦΑΠ Λτδ ν. Φαρμακεία Μόρφω Κοτζιαμάνη Λτδ, Αρ. Αγωγής 5186/13, 30/1/2015

ΚΕΔΙΦΑΠ Λτδ ν. Φαρμακεία Μόρφω Κοτζιαμάνη Λτδ, Αρ. Αγωγής 5186/13, 30/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A23 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 5186/13 Μεταξύ: ΚΕΔΙΦΑΠ Λτδ Εναγόντων και Φαρμακεία Μόρφω Κοτζιαμάνη Λτδ Εναγομένων Ημερομηνία: 30/1/2015 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες/Αιτητές׃ κ. Α. Ερωτοκρίτου μαζί με κα Ψαρά (για την απαγγελία της απόφασης ο κ. Ι. Γιορδαμλής) Για Εναγόμενους/Καθ΄ων η Αίτηση: κ. Α. Αργυρού (για την απαγγελία της απόφασης η κα Νεάγκου) Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για έκδοση της παρούσας απόφασης αποτέλεσε η αίτηση που καταχώρησαν οι ενάγοντες/αιτητές στις 12/12/2013 για έκδοση συνοπτικής απόφασης και την οποία υποστηρίζει ένορκος δήλωση του Νεόφυτου Αυξεντίου, οικονομικού διευθυντή των εναγόντων. Αναφέρεται στην ένορκο αυτή δήλωση ότι οι εναγόμενοι/καθ' ων η αίτηση, οφείλουν στους ενάγοντες το ποσό των Ε42.700.80= και δεν έχουν υπεράσπιση στην αγωγή. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των εναγόντων το ποσό αυτό, αποτελεί υπόλοιπο που εξακολουθεί να οφείλεται από τους εναγομένους στα πλαίσια συνεργασίας που οι διάδικοι είχαν μεταξύ τους, δυνάμει γραπτής συμφωνίας προμήθειας προϊόντων ημερομηνίας 4/7/2011, σύμφωνα με την οποία οι ενάγοντες προμήθευαν στους εναγομένους ιατροφαρμακευτικά και/ή άλλα προϊόντα επί πιστώσει και για αυτά εξέδιδαν τιμολόγια και τηρούσαν τρεχούμενο λογαριασμό στον οποίο οι εναγόμενοι χρεώνονταν το ισόποσο των τιμολογίων, ενώ τα διάφορα ποσά που οι τελευταίοι κατέβαλλαν, πιστώνονταν σε αυτόν. Στα πλαίσια του συνόλου της μεταξύ τους συνεργασίας, οι ενάγοντες προμήθευσαν στους εναγομένους προϊόντα συνολικής αξίας Ε352.594.57=. Οι εναγόμενοι πλήρωσαν στους ενάγοντες το ποσό των Ε293.707.09= και το ποσό αυτό πιστώθηκε στο λογαριασμό τους, στον οποίο επίσης πιστώθηκε ποσό Ε16.186.68= το οποίο αντιπροσωπεύει πιστωτικές σημειώσεις/επιστροφές. Ως αποτέλεσμα παραμένει μέχρι σήμερα οφειλόμενο το αξιούμενο ποσό των Ε42.700.80=. Για τους πιο πάνω λόγους και επειδή οι εναγόμενοι δεν έχουν καταχωρήσει Έκθεση Υπεράσπισης, οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι η αίτηση θα πρέπει να εγκριθεί, καθότι οι εναγόμενοι με την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης απλώς προσπαθούν να καθυστερήσουν την πληρωμή του οφειλόμενου ποσού. Η αίτηση συνάντησε την ένσταση των εναγομένων οι οποίοι και καταχώρησαν σχετική ειδοποίηση ένστασης, η οποία υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση του Ανδρέα Ηροδότου, ενός εκ των διευθυντών της εναγόμενης εταιρείας. Σε αντίθεση με τα όσα οι ενάγοντες προβάλλουν, οι εναγόμενοι, αρνούνται το βάσιμο της αξίωσης των εναγόντων και ισχυρίζονται ότι έχουν καλή υπεράσπιση και εκθέτουν την πρακτική που ακολουθείτο κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους και ήταν η ακόλουθη. Αφού γινόταν η παραγγελία από τους εναγόμενους, ακολουθούσε η παράδοση των προϊόντων στο φαρμακείο τους μέσα σε κιβώτιο στο οποίο τίθετο και τιμολόγιο για την αξία των εμπορευμάτων. Κάθε τέλος του μήνα οι ενάγοντες ζητούσαν από τους εναγομένους όπως εκδώσουν και τους παραδώσουν επιταγές στο όνομα τους για ποσό το οποίο οι ίδιοι οι ενάγοντες καθόριζαν. Έτσι οι εναγόμενοι εξέδιδαν και παρέδιδαν προς τους ενάγοντες επιταγές είτε έναντι των τιμολογίων, είτε έναντι του λογαριασμού. Είναι επίσης ισχυρισμός τους ότι ποτέ κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους δεν είχαν την ευκαιρία να αμφισβητήσουν τον λογαριασμό, γιατί οι ενάγοντες δεν τους απέστελλαν μηνιαίες καταστάσεις αυτού έτσι ώστε να έχουν τη δυνατότητα να το πράξουν. Οι εναγόμενοι αμφισβητούν το ποσό που αξιώνεται και ισχυρίζονται ότι σύμφωνα με τα δικά τους λογιστικά βιβλία αγόρασαν και παρέλαβαν από τους ενάγοντες προϊόντα συνολικής αξίας Ε352.644.34= και όχι Ε352.594.57= όπως δηλώνουν οι ενάγοντες. Είναι όμως η θέση τους ότι έναντι των αγορών αυτών πλήρωσαν ποσό Ε305.223.07= και όχι Ε293.707.09= όπως είναι η θέση των εναγόντων. Επιπρόσθετα λέγουν ότι η αξία των προϊόντων που επεστράφησαν ανέρχεται στο ποσό των Ε18.376.58= και όχι στο ποσό των Ε16.186.68=. Υποστηρίζουν ακόμα ότι από το αξιούμενο ως χρεωστικό υπόλοιπο ποσό, θα πρέπει να αφαιρεθούν και διάφορα άλλα ποσά τα οποία αναλυτικά εκτίθενται στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ειδοποίηση ένστασης. Είναι ακόμα θέση τους ότι δεν έχουν παραλάβει κάποια προϊόντα για τα οποία όμως οι ενάγοντες έχουν προβεί σε χρεώσεις και ότι οι τελευταίοι παρέλειψαν να τους δώσουν κάποιες προσφορές οι οποίες παρέχονται σύμφωνα με τη γενική πρακτική που επικρατεί στο χώρο της λειτουργίας φαρμακείων και φαρμακαποθηκών και για το λόγο αυτό την αξία τους θα αξιώσουν με Ανταπαίτηση που θα καταχωρήσουν. Όπως ισχυρίζονται περαιτέρω, λόγω διαφόρων προβλημάτων που προέκυψαν στη μεταξύ τους συνεργασία και τα οποία σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους οφείλονται σε υπαιτιότητα των εναγόντων, οι εναγόμενοι κατά τον Σεπτέμβριο του 2013 ζήτησαν όπως τερματιστεί η μεταξύ τους συνεργασία. Για τους πιο πάνω λόγους οι εναγόμενοι εισηγούνται ότι θα πρέπει να τους δοθεί άδεια να προβάλουν την υπεράσπιση τους. Όπως προκύπτει από την καταχωρηθείσα Έκθεση Απαίτησης, την αίτηση για συνοπτική απόφαση, την ειδοποίηση ένστασης και τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις, η ουσία της διαφοράς έγκειται στο ύψος του οφειλόμενου υπολοίπου από συνεργασία που είχαν οι διάδικοι μεταξύ τους. Από τη μια οι ενάγοντες επιδιώκουν την έκδοση συνοπτικής απόφασης λόγω της ύπαρξης οφειλόμενου υπολοίπου που προσδιορίζουν στο ποσό των Ε42.700.80= και το οποίο σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους ουδέποτε στο παρελθόν είχε αμφισβητηθεί ουσιαστικά από τους εναγόμενους, πλην μόνο μιας αόριστης αναφοράς σε ηλεκτρονικό μήνυμα των δικηγόρων των εναγομένων προς τους δικηγόρους των εναγόντων και από την άλλη οι εναγόμενοι ενώ δέχονται την ύπαρξη της συνεργασίας αυτής, αμφισβητούν το ύψος του ποσού που αξιώνεται ως υπόλοιπο. Η ακροαματική διαδικασία περιορίσθηκε σε αγορεύσεις, ενώ αίτηση που καταχωρήθηκε από τους ενάγοντες για να τους δοθεί άδεια να καταχωρήσουν συμπληρωματική ένορκη δήλωση απορρίφθηκε με προηγούμενη ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου. Οι θέσεις και τα επιχειρήματα των διαδίκων, καταγράφονται και προκύπτουν αναλυτικά από την αίτηση, την ένσταση και τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις που τις υποστηρίζουν, καθώς επίσης και από τις γραπτές αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων τους, γι' αυτό και δεν θεωρώ απαραίτητο να τα παραθέσω. Η αίτηση για συνοπτική απόφαση εδράζεται στη Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και οι αρχές που διέπουν το ζήτημα, έχουν πολύ καλά νομολογηθεί (βλ. Νεάρχου και άλλου ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου)

(2005)1 Α.Α.Δ 818, Ιωάννης Ανδρονίκου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ.
(2007)1 Α.Α.Δ. 977 και Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Πέγειας v. CAA Travel Media Ltd.,
(2008)1Β ΑΑΔ 837). Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Μάρκος Νικολάου Λτδ v. Adamko Constructions Ltd,
(2005)1Α Α.Α.Δ 376 : «Η Διαταγή 18, οι πρόνοιες της οποίας αποτέλεσαν τη νομική βάση της διαδικασίας, παρέχει στον ενάγοντα την ευχέρεια να λάβει απόφαση γρήγορα και χωρίς να προηγηθεί η εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Ο αποκλεισμός προβολής υπεράσπισης από τον εναγόμενο, κατά παράκαμψη της συνηθισμένης διαδικασίας που προβλέπεται στους θεσμούς, καθιστά επιτακτική την ανάγκη όπως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης γίνεται με πολλή φειδώ και με βάση τα καθορισμένα κριτήρια. Στην Παναγιώτης Ζερβός v. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1 Α.Α.Δ. 1968, λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Να υποδείξουμε αυτό που έχει λεχθεί πολλές φορές, και αποκτά μεγαλύτερη σημασία σήμερα ενόψει της ορθής αντίληψης που έχει επικρατήσει, ως προς τα δικαιώματα δηλαδή που έχει ο διάδικος βάσει των προνοιών του άρθρου 30 του συντάγματος μας και τις ανάλογες διατάξεις της Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η συνοπτική διαδικασία που προβλέπεται στη Δ.18, Κ1(α) πρέπει να περιορίζεται στις περιπτώσεις όπου έκδηλα καταδεικνύεται πως ο εναγόμενος δεν έχει καμιά υπεράσπιση στην εναντίον του αγωγή.» Η δυνατότητα δηλαδή για έκδοση συνοπτικής απόφασης, πρέπει να αντικρίζεται και μέσα από το πρίσμα των προνοιών του άρθρου 30 του Συντάγματος, όπου ορίζεται ότι κάθε διάδικος έχει δικαίωμα να προσφύγει στο Δικαστήριο και να προβάλει τις θέσεις και τα επιχειρήματα του στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας, καθώς επίσης και των διατάξεων της Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Στο Annual Practice του 1958, σελ. 24, αναφέρεται ότι δεν εκδίδεται συνοπτική απόφαση όπου προκύπτει σοβαρή διαφωνία ως προς τα γεγονότα και το Νόμο. Κανένας εναγόμενος δεν πρέπει να αποκλείεται να προβάλει την υπεράσπιση του εκτός εάν πράγματι είναι πολύ καθαρό ότι δεν έχει υπόθεση στην υπό συζήτηση αγωγή. Όπως δε αναφέρεται και στο Annual Practice του 1967 στη σελ. 121: «Η εξουσία για έκδοση συνοπτικής απόφασης, δυνάμει της Δ.14, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει εύλογη αμφιβολία ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε απόφαση και όπου είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπισθεί απλώς και μόνο για λόγους καθυστέρησης (Jones v. Stones
(1984)A.C. 122). Αποτελεί γενική αρχή ότι όταν ο εναγόμενος αποδεικνύει ότι έχει μια καλόπιστη υπεράσπιση, πρέπει να του δοθεί άδεια να υπερασπισθεί (Saw v. Hakin, 5 T.L.R, 72, Ironclad, etc., Co. V. Gardner, 4 T.L.R 18, Ward v. Plumbley, 6 T.L.R 198, Yorkshire Banking Co. V. Beatson, 4 C.P.D 213, Ray v. Banker, 4 ExD. 279). Οι ενάγοντες έχουν την υποχρέωση να ικανοποιήσουν τις προϋποθέσεις που τίθενται από τη Δ.18 Θ. 1 (α) και αυτές πρέπει να εξετάζονται με αυστηρότητα και απόλυτη σχολαστικότητα. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι οι ακόλουθες. (α) Το κλητήριο ένταλμα να είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2 Θ.6, (β) ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση, (γ) να έχει καταχωρηθεί από τον ενάγοντα ή για τον ενάγοντα ένορκος δήλωση με βάση τον καθορισμένο τύπο, δηλαδή να υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση του ίδιου του ενάγοντα ή άλλου προσώπου το οποίο να μπορεί να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα, να επιβεβαιώνει την αιτία αγωγής και να δηλώνεται ότι όπως ο ενόρκως δηλών πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Η τήρηση των πιο πάνω προϋποθέσεων σχετίζεται με την ίδια τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και η μη ικανοποίηση τους στερεί από το Δικαστήριο τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση (βλ. Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, 135). Εφόσον οι πιο πάνω προϋποθέσεις ικανοποιηθούν, τότε το βάρος μετατίθεται στον εναγόμενο να αποδείξει ότι έχει υπεράσπιση επί της ουσίας (defence on the merits) και να αποκαλύψει τέτοια λεπτομερή γεγονότα (disclose such facts), ώστε να του δοθεί η δυνατότητα να προβάλει την υπεράσπιση του. Σε σχέση με την υπεράσπιση που πρέπει να αποκαλυφθεί ότι υπάρχει, λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά στην Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Πέγειας ν. CAA Travel Media Ltd,
(2008)1Β Α.Α.Δ 837, «Όπως, ορθά, παρατήρησε το πρωτόδικο δικαστήριο η υπεράσπιση θα έπρεπε να αποκαλύπτεται ενόρκως, όχι υπό μορφή γενικών και αόριστων ισχυρισμών αλλά με παράθεση λεπτομερειών της υπεράσπισης ώστε να υποστηρίζεται το βάσιμο της προβολής της. Διαζευκτικά οι εναγόμενοι-εφεσείοντες θα έπρεπε να αποκαλύψουν τέτοια γεγονότα που να τους δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστούν, ή τουλάχιστον να δείξουν ότι η υπεράσπιση τους μπορεί τουλάχιστον να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης (Δέστε: Αυγουστή κ.ά. ν. Πίριλλου
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 5 και Λαζάρου ν. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817)». Με βάση όλα τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η υπό κρίση αίτηση πληροί όλες τις προϋποθέσεις και τα κριτήρια που τίθενται από τη Δ.18 και από τη νομολογία, ώστε να διαφανεί κατά πόσο μπορεί να ενεργοποιηθεί η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης και στην περίπτωση που διαφανεί ότι αυτά συντρέχουν, τότε να εξετασθεί εάν οι εναγόμενοι πέτυχαν να καταδείξουν ότι έχουν καλή υπεράσπιση επί της ουσίας ή έχουν αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που είναι ικανοποιητικά για να τους δοθεί το δικαίωμα υπεράσπισης. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν αμφισβητήθηκε από τους εναγομένους και είναι πρόδηλο ότι πληρούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18 Θ.1 ότι δηλαδή, το κλητήριο ένταλμα είναι ειδικά οπισθογραφημένο και ότι οι εναγόμενοι έχουν καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης. Αποτελεί όμως λόγο ένστασης ότι το πρόσωπο που ορκίζεται την ένορκο δήλωση που στηρίζει την αίτηση και το οποίο αναφέρει ότι όπως πιστεύει οι εναγόμενοι δεν έχουν καλή υπεράσπιση, δεν έχει προσωπική και/ή θετική γνώση των γεγονότων και δεν μπορεί να ορκισθεί θετικά ως προς αυτά. Ως αποτέλεσμα του λόγου αυτού ένστασης, εκ διαμέτρου αντίθετες υπήρξαν οι θέσεις των διαδίκων, οι οποίοι και προέβαλαν ο καθένας τα δικά του επιχειρήματα. Όπως έχει νομολογηθεί η τήρηση της πιο πάνω προϋπόθεσης, όπως βέβαια και των λοιπών, σχετίζεται με τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και η μη ικανοποίηση της, στερεί από το Δικαστήριο τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση (βλ. Stavrinides πιο πάνω). Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Α. Δημητρίου Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) ΑΑΔ 782 «..... κατά πόσο ένα πρόσωπο είναι σε θέση να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα, εντός της έννοιας της Δ.18 θ.1, πρέπει να κρίνεται με βάση τα γεγονότα και περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης. Πολύ σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η φύση της αξίωσης». Ως προς τον τρόπο που πρέπει να εξετάζεται η επάρκεια μιας τέτοιας ένορκης δήλωσης όταν γίνεται για εταιρεία, είναι και τα ακόλουθα, όπως αναφέρθηκαν στην ίδια και πάλι απόφαση. «Στην κρινόμενη περίπτωση η ενάγουσα είναι εταιρεία. Δεν μπορεί να ορκισθεί. Κάποιος πρέπει να ορκισθεί στη θέση της. Σύμφωνα, όμως, με ρητή επιταγή του πιο πάνω θεσμού πρέπει να είναι πρόσωπο που είναι σε θέση να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα. Η ένορκη δήλωση δεν μπορεί να γίνει από πρόσωπο το οποίο καταθέτει με βάση τα όσα πληροφορείται και πιστεύει. Ο θ.2 της Δ.39, η οποία διέπει τα του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων προβλέπει ότι οι ένορκες δηλώσεις πρέπει να περιορίζονται στα γεγονότα τα οποία ο μάρτυρας είναι σε θέση να αποδείξει με βάση τη δική του γνώση. Ένορκες δηλώσεις που βασίζονται πάνω στα όσα ο μάρτυρας πληροφορείται και πιστεύει, επιτρέπονται μόνο στις περιπτώσεις ενδιάμεσων αιτήσεων (Βλ. Stavrinides (πιο πάνω), σελ. 137). Στην Lagos ν. Grunwaldt [1910] 1 Κ.Β. 41, η ένορκη δήλωση έγινε από δικηγόρο ο οποίος ήταν συνέταιρος στο δικηγορικό οίκο που αντιπροσώπευε τον ενάγοντα. Το Εφετείο αποδοκίμασε με αυστηρή γλώσσα τις ένορκες δηλώσεις που βασίζονται πάνω στην πεποίθηση και πληροφορίες του ωμόσαντος. Στη σελ. 48 της απόφασης επισημαίνονται τα πιο κάτω: "It is obvious on reading this affidavit that the deponent knows nothing whatever personally, and can only swear to the best of his information and belief. The procedure under Order XIV isspecial... . when I bear in mind the summary proceedings which are founded upon this order, it seems to me that it is most important that the admission of such affidavits by solicitorsshould not be allowed." Σε ελληνική μετάφραση: "Είναι πρόδηλο από την ανάγνωση της ένορκης δήλωσης ότι ο ωμόσας δεν γνωρίζει τίποτε προσωπικώς, και μπορεί να ορκισθεί από όσα καλύτερα πληροφορείται και πιστεύει. Η διαδικασία δυνάμει της Δ.14 είναι πολύ εξειδικευμένη ... έχοντας υπόψη τη συνοπτική διαδικασία που βασίζεται πάνω στη Δ.14 μου φαίνεται ότι είναι υψίστης σημασίας ότι δεν πρέπει να επιτρέπεται η κατάθεση τέτοιων ενόρκων δηλώσεων από δικηγόρους." Στην Symon & Co. (πιο πάνω) οι ένορκες δηλώσεις έγιναν από τον Διευθυντή της ενάγουσας εταιρείας με βάση πεποίθηση που σχημάτισε και πληροφορίες που πήρε από πρόσωπα των οποίων δεν δόθηκαν τα ονόματα. Τονίσθηκε (βλ. σελ. 264) ότι αν δεν υπάρχει συμμόρφωση με τα όσα προβλέπονται από την Δ.14 θ.1 σε σχέση με την ένορκη δήλωση δεν υπάρχει δικαιοδοσία για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Πρέπει απαραιτήτως να ικανοποιείται ο όρος που θέτει η Δ. 14 θ.1. Το πρόσωπο που ορκίζεται πρέπει να είναι σε θέση να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα. Το ζήτημα τέθηκε ως πιο κάτω στη σελ. 266: "It is sufficient to say that the facts essential for the purpose of verifying the cause of action are not here stated on affidavit by a person who can swear positively to them, but by a personwho can only vouch information and belief with respect to them; moreover his belief appears to be founded upon information which does not commend itself to me as beingsatisfactory." Σε ελληνική μετάφραση: "Είναι αρκετό να ειπωθεί ότι τα γεγονότα που είναι απαραίτητα για την επαλήθευση της αιτίας της αγωγής δεν έχουν τεθεί με ένορκη δήλωση από πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά για αυτά, αλλά από πρόσωπο το οποίο επικαλείται πληροφορίες και πεποίθηση σε σχέση με αυτά. Περιπλέον η πεποίθηση του φαίνεται να βασίζεται πάνω σε πληροφορίες οι οποίες δεν μου δίνουν την εντύπωση ότι είναι ικανοποιητικές." Η παράθεση της νομολογίας δεν θα ήταν πλήρης αν δεν γινόταν αναφορά στην Pathe FreresCinema Limited v. United Electric Theatres Limited [1914] 3 K.B. 1253, στην οποία η ένορκη δήλωση από υπάλληλο της ενάγουσας εταιρείας, ο οποίος δήλωσε ότι τα γεγονότα βρίσκοντο εντός της προσωπικής γνώσης του, κρίθηκε ικανοποιητική». Το ίδιο ζήτημα αποτέλεσε επίσης αντικείμενο εξέτασης στην Κ. Σπηταλιώτης v. Liberty Life Insurance Ltd
(2004)1 ΑΑΔ 1113, στην οποία και λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Σε αίτηση για συνοπτική απόφαση σύμφωνα με τις πρόνοιες της Διαταγής 18, η ένορκη δήλωση μπορεί να υπογραφεί από τον ενάγοντα που έχει προσωπική γνώση των γεγονότων ή από πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα (orby any other person who can swear positively to the facts). Σε περιπτώσεις εταιρειών ή τραπεζικών οργανισμών η ένορκη δήλωση βασίζεται σε δηλώσεις αξιωματούχων που έχουν αποκτήσει, σύμφωνα με τα καθήκοντα που εκτελούν, τις αναγκαίες γνώσεις για να προβούν στην απαραίτητη ένορκη δήλωση. Όπως ορθά σημειώνεται από το πρωτόδικο Δικαστήριο "από τη στιγμή που ο οργανισμός εξουσιοδοτεί το συγκεκριμένο άτομο να ορκιστεί επί της επαλήθευσης της απαίτησης από τη θέση που του έχει εμπιστευθεί εργοδοτώντας τον, σημαίνει ότι ικανοποιείται το κριτήριο της θετικής γνώσης". Πρέπει λοιπόν να εξετασθεί εάν ο Αυξεντίου είναι πρόσωπο που μπορεί να ορκίζεται θετικά ως προς τα γεγονότα που προβάλλει στην ένορκο του δήλωση. Όπως αναφέρει, γνωρίζει «πλήρως και άμεσα» τα γεγονότα της υπόθεσης, λόγω της ιδιότητας του ως οικονομικός διευθυντής των εναγόντων. Όμως η ιδιότητα του αυτή και χωρίς οτιδήποτε άλλο που να το υποδηλοί, δεν εξυπακούει αυτόματα την θετική του γνώση για οποιοδήποτε γεγονός. Όπως προκύπτει από την ένορκο του δήλωση, ενώ αναφέρει ότι γνωρίζει πλήρως και άμεσα τα γεγονότα για τα οποία ορκίζεται, βασιζόμενος επίσης στις νομικές συμβουλές που έλαβε από δικηγόρο των εναγόντων, δεν αποκαλύπτει από που αντλεί την άμεση αυτή γνώση την οποία ισχυρίζεται ότι έχει και δεν προσδιορίζει την πηγή της γνώσης του. Αποφεύγει επιμελώς να αναφέρει ρητά ότι τα όσα αναφέρει προέρχονται από προσωπική του γνώση και αρκείται μόνο να αναφέρει με τρόπο γενικόλογο και αόριστο ότι γνωρίζει «πλήρως και άμεσα» τα γεγονότα. Παραλείπει όμως να αναφέρει εάν είχε οποιαδήποτε προσωπική ανάμιξη στην κατάρτιση της συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, εάν είχε εμπλακεί σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο στη συνεργασία που υπήρξε μεταξύ των διαδίκων, εάν γνωρίζει προσωπικά οτιδήποτε για τις παραγγελίες, την έκδοση των τιμολογίων, την παράδοση και επιστροφή των εμπορευμάτων, τις χρεώσεις και πιστώσεις στον λογαριασμό, εάν είχε οποιαδήποτε εμπλοκή στην κατάρτιση, τήρηση ή έλεγχο του λογαριασμού ή σε οτιδήποτε άλλο. Ενδεικτική είναι και η φρασεολογία που χρησιμοποιεί λέγοντας σε πολλές περιπτώσεις ότι «εξ' όσων καλά γνωρίζω και πιστεύω». Σε καμία όμως περίπτωση δεν συγκεκριμενοποιεί πως γνωρίζει και γιατί πιστεύει. Όλες οι πιο πάνω παραλείψεις με οδηγούν στην κατάληξη ότι αυτός δεν είναι πρόσωπο που μπορούσε να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα. Και αυτό χωρίς να μου διαφεύγει η πιο πάνω αναφορά του ότι γνωρίζει πλήρως και άμεσα τα γεγονότα και ότι πρόκειται περί εταιρείας, η οποία βέβαια δεν μπορεί να ορκιστεί, αλλά κάποιος άλλος πρέπει να το κάμει εκ μέρους της. Σε τέτοιες όμως περιπτώσεις, όπου δηλαδή πρόκειται για εταιρεία, οφείλει ο ενόρκως δηλών να τοποθετεί την ένορκη δήλωση μέσα στα πλαίσια του κανόνα και να συμμορφώνεται προς τις απαιτήσεις του κανόνα, κάτι το οποίο ο ενόρκως δηλών στη συγκεκριμένη περίπτωση παρέλειψε να πράξει. Κατ' ακολουθία της κατάληξης μου αυτής κρίνεται ότι δεν έχει ικανοποιηθεί η δικαιοδοτικής φύσης προϋπόθεση της υπογραφής της ένορκης δήλωσης από πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα και για το λόγο αυτό το Δικαστήριο στερείται τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση. Για την περίπτωση όμως που κριθεί ότι λανθάνομαι θεωρώ χρήσιμο να προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο οι εναγόμενοι έχουν πετύχει να αποδείξουν ότι έχουν ουσιαστική υπεράσπιση. Όπως προκύπτει από την καταχωρηθείσα Έκθεση Απαίτησης, την αίτηση για συνοπτική απόφαση και την ένορκο δήλωση που την στηρίζει, οι ενάγοντες επιδιώκουν την έκδοση συνοπτικής απόφασης λόγω της παράλειψης των εναγομένων να ξοφλήσουν το ποσό που οι ενάγοντες αξιώνουν. Από την άλλη οι εναγόμενοι δέχονται ότι πράγματι υπάρχει κάποιο οφειλόμενο υπόλοιπο, αμφισβητούν όμως το ύψος του. Αμφισβήτηση και διαφωνία υπάρχει επίσης και για πολλά άλλα θέματα. Ως προς την αξία των προϊόντων που οι ενάγοντες παρέδωσαν στους εναγομένους, αναφέρουν μάλιστα οι εναγόμενοι μεγαλύτερη αξία από αυτήν που ισχυρίζονται οι ενάγοντες, ως προς το χρηματικό ποσό που πλήρωσαν στους ενάγοντες έναντι των αγορών, ως προς την αξία των προϊόντων που επεστράφησαν. Πέραν όλων των πιο πάνω, υποστηρίζουν ακόμα οι εναγόμενοι ότι, από το αξιούμενο ως χρεωστικό υπόλοιπο θα πρέπει να αφαιρεθούν και διάφορα άλλα ποσά τα οποία αναλυτικά εκτίθενται στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ειδοποίηση ένστασης. Είναι ακόμα θέση τους ότι δεν έχουν παραλάβει κάποια προϊόντα για τα οποία όμως οι ενάγοντες έχουν προβεί σε χρεώσεις και ότι οι τελευταίοι παρέλειψαν να τους δώσουν κάποιες προσφορές οι οποίες παρέχονται σύμφωνα με τη γενική πρακτική που επικρατεί στο χώρο της λειτουργίας φαρμακείων και φαρμακαποθηκών και για το λόγο αυτό την αξία τους θα αξιώσουν με Ανταπαίτηση που θα καταχωρήσουν. Όπως αναφέρεται και στο Annual Practice του 1958, σελ. 24, πιο πάνω, δεν εκδίδεται συνοπτική απόφαση εκεί όπου προκύπτει σοβαρή διαφωνία ως προς τα γεγονότα. Και τέτοια διαφωνία υπάρχει έντονη στην παρούσα υπόθεση αφού από τη μια οι ενάγοντες επιδιώκουν την έκδοση συνοπτικής απόφασης αναφέροντας μόνο ότι οι εναγόμενοι παραλείπουν να της ξοφλήσουν το αξιούμενο υπόλοιπο, ενώ οι τελευταίοι στην αντίπερα όχθη ισχυρίζονται ότι το ποσό που οφείλουν είναι μικρότερο, παραλείποντας πάντως να το προσδιορίσουν επακριβώς, κάτι όμως που πρέπει να λεχθεί δεν είχαν υποχρέωση να πράξουν (βλ. Ανδρονίκου κ.α.v. Τράπεζας Κύπρου
(2007)1 (Β) ΑΑΔ 977). Στην The Chain Gulf Traders Ltd κ.α. v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ
(1997)1 (Β) ΑΑΔ 1168, αναφέρθηκε ότι : «Οι εφεσείοντες υποστήριξαν πως η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου προς αυτή την κατεύθυνση ήταν εσφαλμένη και παρέπεμψαν στις σελ. 193 και 197 τουAnnual Practice του 1954. Αναφέρονται εκεί αποφάσεις (βλ. και τις σελ. 265 και 269 της έκδοσης του 1958) σύμφωνα με τις οποίες, σε σχέση με λογαριασμούς, πρέπει να χορηγείται άδεια για υπεράσπιση όταν υπάρχει εύλογη αιτία για έρευνα προς εξακρίβωση του οφειλόμενου ποσού και, επίσης, όταν εγγυητής δεν αποδέχεται το χρέος και δεν φαίνεται πως απλώς επιδιώκει καθυστέρηση. Ας σημειωθεί ότι οι εφεσείοντες αμφισβητούν την αξίωση, αφού όπως εξήγησαν, δεν ήταν σε θέση να την επιβεβαιώσουν. Και αναφέρθηκαν σε έκταση σε όσα θεωρούσαν ότι έδειχναν πως γνησίως διεκδικούσαν άδεια για υπεράσπιση, με τα οποία όμως δεν ασχολήθηκε, κάτω από το πιο πάνω πρίσμα, το πρωτόδικο Δικαστήριο αφού έκρινε πως λόγοι όπως οι προβληθέντες, δεν δικαιολογούσαν την παροχή άδειας για υπεράσπιση». Έτσι και στην εξεταζόμενη περίπτωση έχει διαφανεί ότι οι εναγόμενοι πραγματικά αμφισβητητούν το ύψος της αξίωσης και δεν επιδιώκουν απλώς να καθυστερήσουν την εκδίκαση της υπόθεσης. Έχουν θέσει λεπτομερή γεγονότα τα οποία είναι ουσιαστικής σημασίας για την υπόθεση και αποκαλύπτουν ότι υπάρχει συζητήσιμο θέμα το οποίο δεν θα επέτρεπε στο στάδιο αυτό την έκδοση συνοπτικής απόφασης για το αξιούμενο ποσό, αλλά θα έπρεπε να τους δοθεί η δυνατότητα να ακουσθούν και να προβάλουν τους ισχυρισμούς τους. Οι ισχυρισμοί που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αποκαλύπτουν ότι υπάρχει εύλογη αιτία που καθιστά αναγκαία την έρευνα προς εξακρίβωση του οφειλομένου ποσού (βλ. σελ. 193 και 197 του Annual Practice του 1954 και τις σελ. 265 και 269 της έκδοσης του 1958, πιο πάνω). Κάλεσε το Δικαστήριο ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγόντων να εκδώσει συνοπτική απόφαση αν όχι για ολόκληρο το ποσό της απαίτησης, τουλάχιστον για το μέρος εκείνο το οποίο σύμφωνα με τη θέση του οι εναγόμενοι παραδέχονται. Και τούτο ασκώντας την εξουσία που του παρέχει η Δ.18 Θ.4 (βλ. Γεωργίου Αγαθαγγέλου Γεωργίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1 (Α) ΑΑΔ 274). Όπως προκύπτει από τις εκατέρωθεν κατατεθείσες ένορκες δηλώσεις, οι ισχυρισμοί που έχουν τεθεί από τους διαδίκους σε σχέση με το ύψος των δοσοληψιών που είχαν μεταξύ τους, τις πληρωμές που έγιναν κ.λ.π., διαφέρουν και οι διαφορές που εντοπίζονται αναφέρονται πιο πάνω. Παρόλο που διαφαίνεται ότι όντως υπάρχει υπόλοιπο που οφείλεται, το ύψος αυτού δεν προκύπτει με καθαρότητα, έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να εκδώσει συνοπτική απόφαση, ούτε για μέρος της απαίτησης. Οι εκ διαμέτρου αντίθετοι ισχυρισμοί που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να καταλήξει στο ύψος του ποσού που πραγματικά οφείλεται έτσι ώστε να εκδώσει στο στάδιο αυτό συνοπτική απόφαση, έστω και για μέρος της απαίτησης. Και αυτό για τον απλούστατο λόγο ότι τίποτε απολύτως δεν είναι ξεκάθαρο. Ούτε το ύψος των συναλλαγών, ούτε το ύψος του ποσού που πραγματικά καταβλήθηκε, ούτε αυτό που θα έπρεπε σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των εναγομένων να αφαιρεθεί. Ούτε μπορεί το Δικαστήριο να προβεί σε οποιοδήποτε υπολογισμό, αφού τα στοιχεία που έχουν τεθεί είναι πολύ ρευστά και όχι σαφή και συγκεκριμένα λόγω των αντιφατικών θέσεων που υπάρχουν ως προς το ύψος των συναλλαγών που διενεργήθηκαν, ως προς τα ποσά που πληρώθηκαν ως προς τα ποσά που έπρεπε να αφαιρεθούν κ.λ.π.. Δεν υπάρχει ξεκάθαρη παραδοχή για οφειλή συγκεκριμένου ποσού έτσι ώστε να πρέπει να εξετασθεί κατά πόσον μπορεί να εκδοθεί συνοπτική απόφαση για το ποσό αυτό. Και τούτου λαμβανομένου ιδιαίτερα υπόψη του γεγονότος ότι ούτε καν το ύψος των συναλλαγών που έγιναν μεταξύ των διαδίκων δεν είναι κοινά αποδεκτό. Ως αποτέλεσμα δεν υπάρχει ούτε καν το κύριο αυτό στοιχείο ως δεδομένο έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορούσε να βασισθεί σε αυτό, με αποτέλεσμα ο οποιοσδήποτε υπολογισμός στον οποίο επιχειρούσε το Δικαστήριο να προχωρήσει θα βασιζόταν σε ανασφαλή στοιχεία. Με βάση τα πιο πάνω κρίνεται ότι υπάρχει εύλογη αιτία για έρευνα προς εξακρίβωση του οφειλομένου ποσού. Όπως προκύπτει από όλα τα πιο πάνω η αίτηση θα έχει απορριπτική κατάληξη. Ενόψει δε αυτής κρίνεται ότι δεν είναι αναγκαία η εξέταση οποιουδήποτε άλλου ζητήματος. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση και εναντίον των εναγόντων/ αιτητών όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και τα οποία να καταβληθούν στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. Η Έκθεση Υπεράσπισης να καταχωρηθεί εντός 20 ημερών από σήμερα. Κατά τα λοιπά να ακολουθηθούν οι Θεσμοί. (Υπ.) ......... ..... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής civil/ interim subject.. sinoptiki apofasi cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.