ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΠΟΛΥΤΕΧΝΙΚΗ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Χ"ΑΝΤΩΝΙΟΥ & ΥΙΟΣ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Αγωγής: 3898/09, 9/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A28 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Ι. Κίτσιου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3898/09 Μεταξύ: ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΠΟΛΥΤΕΧΝΙΚΗ ΛΙΜΙΤΕΔ, από τη Λεμεσό Εναγόντων -και- ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Χ"ΑΝΤΩΝΙΟΥ & ΥΙΟΣ ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγόμενων Ημερομηνία: 09.02.2015 Για τους Ενάγοντες: κα Καραπατάκη για KARAPATAKIS PAVLIDES LLC Για τους Εναγόμενους: κ. Στ. Κ. Στυλιανού (κα Δ. Νικολάου κατά την απόφαση) Α Π Ο Φ Α Σ Η Δικόγραφα:- Η αξίωση των Εναγόντων, εναντίον των Εναγόμενων, είναι για το ποσό των €346.000,00 ως αποζημιώσεις και/ή διαφυγόν κέρδος και απώλεια καθαρών εσόδων και/ή δυνάμει αδικαιολόγητου πλουτισμού, εξ αιτίας παράβασης συμφωνίας. Ειδικότερα, οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι συμφώνησαν προφορικά με τους Εναγόμενους να συνεργαστούν στην ανάληψη ενός οικοδομικού έργου, που η εταιρεία Fiesta Projects Ltd θα ανήγειρε στο χωριό Πύργος της Λεμεσού, στο ακίνητο με αριθμό τεμαχίου
- Συμφωνήθηκε, ισχυρίζονται, ότι η συνεργασία θα ήταν με συμμετοχή 50% από κάθε διάδικο. Το ίδιο ποσοστό είχε συμφωνηθεί και επί του συνολικού κέρδους από την κατασκευή του έργου. Οι Ενάγοντες ακολούθως προέβηκαν σε μελέτη όρων των προσφορών που η εταιρεία Fiesta υπέβαλε, έκαναν μελέτες και συμπλήρωσαν έντυπο προσφοράς το οποίο υποβλήθηκε από τους Εναγόμενους, επειδή αυτοί ήταν αδειούχοι εργολάβοι, προς την εταιρεία Fiesta. Μετά το άνοιγμα των προσφορών, η εταιρεία Fiesta κατακύρωσε την προσφορά στους Εναγόμενους για το ποσό των €2.310.000,00 πλέον Φ.Π.Α. Παρά το ότι υπήρχε πρόθεση των διαδίκων όπως η συμφωνία συνεταιρισμού και/ή συνεργασίας, να πάρει και γραπτή μορφή, και ως εκ τούτου ετοιμάστηκε σχετική συμφωνία, τελικά αυτή δεν υπογράφηκε εξ αιτίας επελθόντων γεγονότων και η συμφωνία παρέμεινε προφορική. Έναντι των προσφερθεισών υπηρεσιών των Εναγόντων, ήτοι χάραξης, τοποθέτησης κατοικιών επί του εδάφους καθώς και εκσκαφής θεμελίων και υψομέτρων, που έγιναν πριν τις καλοκαιρινές διακοπές, οι Εναγόμενοι κατέβαλαν στους Ενάγοντες την 01.08.2008 το ποσό των €11.500,
- Κατά τη διάρκεια όμως των διακοπών του καλοκαιριού στο εξωτερικό, όπου συμμετείχαν οι οικογένειες των δύο διευθυντών των διαδίκων, υπήρξαν παρεξηγήσεις. Οι διακοπές τερματίστηκαν και επέστρεψαν στην Κύπρο. Όταν ο διευθυντής των Εναγόντων πήγε για συνέχιση των εργασιών στο έργο, ο διευθυντής των Εναγόμενων τερμάτισε τη μεταξύ τους συνεργασία και τον κάλεσε να εγκαταλείψει το έργο. Παρά τον παράνομο και αντισυμβατικό τερματισμό της συμφωνίας με τους Ενάγοντες, οι Εναγόμενοι συνέχισαν την κατασκευή του έργου. Εξ αιτίας της αντισυμβατικής συμπεριφοράς των Εναγόμενων, ζητείται το ποσό των €346.000,00, ως αναφέρθηκε. Επιπλέον ζητούνται γενικές αποζημιώσεις, τόκοι και έξοδα. Στην Υπεράσπισή τους οι Εναγόμενοι απορρίπτουν τη δικογραφημένη εκδοχή των Εναγόντων. Ισχυρίζονται ότι περί το Μάιο του 2008 τους προτάθηκε από αρχιτεκτονικό γραφείο όπως υποβάλουν προσφορά για την εκτέλεση εργασιών ανέγερσης ενός οικοδομικού συγκροτήματος, αποτελούμενο από 9 κατοικίες στον Πύργο Λεμεσού. Εξ αιτίας κουμπαριάς που συνδέει τους διευθυντές των διαδίκων και επειδή οι Ενάγοντες δεν είχαν εργασία, τους πρότειναν, εάν επιθυμούσαν, να συνεργαστούν για την εκτέλεση των εργασιών ανέγερσης του εν λόγω συγκροτήματος. Οι Ενάγοντες αποδέχθηκαν την πρόταση και συμφώνησαν να υποβληθεί προσφορά στο συγκεκριμένο αρχιτεκτονικό γραφείο. Η προσφορά υποβλήθηκε από τους Εναγόμενους και το υπολογισθέν κέρδος από την εκτέλεση του έργου ήταν 10%. Ακόμη, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι συμφώνησαν, προφορικά, με τους Ενάγοντες ότι σε περίπτωση που η προσφορά κατακυρωνόταν υπέρ των Εναγόμενων, τότε θα προχωρούσαν σε διαπραγματεύσεις με τους Ενάγοντες για να καθορίσουν τους όρους της συνεργασίας τους και να συνάψουν γραπτή συμφωνία για την ανάληψη και εκτέλεση του έργου από κοινού. Το αρχιτεκτονικό γραφείο, κατακύρωσε την προσφορά των Εναγόμενων και στις 04.07.2008 συνάφθηκε συμφωνία μεταξύ Εναγόμενων με την εταιρεία Fiesta για την ανάληψη και εκτέλεση του έργου για το ποσό των €2.281.030,00 πλέον Φ.Π.Α. Οι Εναγόμενοι πλήρωσαν το ποσό των €2.554,00 για εξασφάλιση συμβολαίου και επίσης πλήρωσαν, στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, το ποσό των €2.954,88 ως αμοιβή και/ή έξοδα για την παραχώρηση τραπεζικής εγγύησης προς την εταιρεία Fiesta. Στις 14.07.2008 οι Εναγόμενοι έλαβαν το ποσό των €114.000,00 από την εταιρεία Fiesta. Περί τις 23.07.2008 οι διευθυντές των διαδίκων επισκέφθηκαν από κοινού το δικηγόρο Χρίστο Ευσταθίου και ανέθεσαν σε αυτόν τη μελέτη και σύνταξη της προτιθέμενης συμφωνίας μεταξύ των δύο εταιρειών - διαδίκων. Παρατίθενται στην Έκθεση Υπεράσπισης συγκεκριμένοι όροι οι οποίοι θα αποτελούσαν τους όρους της προτιθέμενης συμφωνίας. Ετοιμάστηκε γραπτή συμφωνία από τον προαναφερόμενο δικηγόρο η οποία φέρει ημερομηνία 28.07.2008 και οι Εναγόμενοι κατέβαλαν για την αμοιβή του δικηγόρου το ποσό των €2.300,
- Αντίγραφο της προτεινόμενης συμφωνίας παραδόθηκε στο διευθυντή των Εναγόντων ο οποίος επιφυλάχθηκε να τη μελετήσει και να απαντήσει στους Εναγόμενους, ως προς την αποδοχή του περιεχομένου της. Ακολούθως, όντως μεσολάβησαν οι διακοπές του Αυγούστου του 2008, με τις οικογένειες των δύο διευθυντών των διαδίκων. Τα έξοδα όμως των εισιτηρίων της οικογένειας του διευθυντή των Εναγόντων καθώς και αυτοκίνητου ενοικίασης πληρώθηκαν από το διευθυντή των Εναγόμενων. Όσον αφορά το ποσό των €11.500,00, δόθηκε την 01.08.2008 στους Ενάγοντες, με σχετική απόδειξη, αφού ο διευθυντής των Εναγόντων ζήτησε όπως του παραχωρηθεί ως δάνειο, για πραγματοποίηση των διακοπών της οικογένειας του, το οποίο θα επιστρεφόταν μετά τη σύναψη της συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων. Οι Ενάγοντες δεν υπέγραψαν την προτιθέμενη συμφωνία μετά που επέστρεψαν από τις διακοπές, επειδή δεν συμφωνούσαν με το περιεχόμενο και/ή τους όρους αυτής και/ή επειδή αδυνατούσαν να τηρήσουν και/ή εκπληρώσουν κάποιους από τους όρους αυτής, και επειδή, η σύζυγος του διευθυντή των Εναγόντων δεν είχε πρόθεση να υπογράψει ως εγγυήτρια επί της συμφωνίας. Ως εκ τούτου οι Ενάγοντες παράνομα, υπαίτια και αδικαιολόγητα υπαναχώρησαν από τη συμφωνία τους και/ή τερμάτισαν αυτήν. Ακολούθως οι Ενάγοντες κλήθηκαν να επιστρέψουν το ποσό που οι Εναγόμενοι τους δάνεισαν, καθώς και να καταβάλουν το ποσό των €1.150,00 που αντιπροσωπεύει το ήμισυ της αμοιβής του δικηγόρου για τη σύνταξη της προτιθέμενης συμφωνίας. Οι Ενάγοντες δεν κατέβαλαν οποιοδήποτε ποσό. Ακολούθως οι Εναγόμενοι περί τις αρχές Σεπτεμβρίου 2008 προχώρησαν και εκτέλεσαν μέρος του έργου. Το τίμημα δε του εκτελεσθέντος έργου μέχρι σήμερα ανήλθε σε €852.035,
- Εξ αιτίας δυσφημιστικών σχολίων τα οποία διέδιδαν οι Ενάγοντες σε βάρος των Εναγόμενων, η εταιρεία Fiesta σταμάτησε το έργο μέχρι την πρώτη φάση αυτού. Ως αποτέλεσμα, οι Εναγόμενοι απώλεσαν την ευκαιρία να εκτελέσουν τη δεύτερη φάση του έργου και υπέστηκαν απώλεια και/ή ζημιά ύψους €120.000,
- Τέλος, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η αγωγή είναι εκδικητική και καταχωρήθηκε επειδή οι Ενάγοντες αδυνατούσαν να επιστρέψουν τα ποσά των €11.500,00 και €1.150,00, εγείρουν δε Ανταπαίτηση για τα δύο αυτά ποσά καθώς και για το ποσό των €120.000,00 ως απώλεια κέρδους εξ αιτίας δυσφημιστικών σχολίων και/ή δηλώσεων εκ μέρους των Εναγόντων που είχαν αποτέλεσμα τον τερματισμό του έργου από την εταιρεία Fiesta. Με την Απάντηση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση οι Ενάγοντες απορρίπτουν τους ισχυρισμούς των Εναγόμενων. Ισχυρίζονται δε ότι η εκτέλεση της δεύτερης φάσης του έργου δεν προχώρησε επειδή οι Εναγόμενοι καθυστέρησαν να παραδώσουν την πρώτη φάση, αλλά, και επειδή η εταιρεία Fiesta δεν είχε πωλήσει έστω και μία κατοικία για να μπορέσει να προχωρήσει η δεύτερη φάση του έργου, ως ήταν και ο όρος της μεταξύ τους συμφωνίας. Προσαχθείσα μαρτυρία:- Η αγωγή και ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν. Εκ μέρους των Εναγόντων κατέθεσε ένας μάρτυρας (στο εξής Μ.Ε.) και εκ μέρους των Εναγόμενων 5 μάρτυρες (στο εξής Μ.Υ.). Κατά τη διάρκεια της δίκης καταχωρήθηκαν Τεκμήρια ως ακολούθως: Τεκμήριο 1 Γραπτή δήλωση Μ.Ε. - Χριστάκη Νικολάου Τεκμήριο 2 Πιστοποιητικό σύστασης Εναγόντων Τεκμήριο 3 Έγγραφο με τίτλο «Δελτίο Ποσοτήτων». Τεκμήριο 4 ΔΕΛΤΙΟ 1 - ΠΡΟΚΑΤΑΡΚΤΙΚΑ Τεκμήριο 5 ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΟ ΕΓΓΡΑΦΟ Τεκμήριο 6 Τιμολόγιο με αριθμό 0111505 ημερομηνίας 01.08.2008 Τεκμήριο 7 Ένορκη δήλωση επίδοσης με επισυνημμένη επιστολή ημερομηνίας 28.08.2008 Τεκμήριο 8 Επιστολή ημερομηνίας 08.09.2008 Τεκμήριο 9 Εγγυητική επιστολή (αντίγραφο) Τεκμήριο 10 Reproduction statement της Τράπεζας Κύπρου Τεκμήριο 11 Φωτοαντίγραφο επιταγής ημερομηνίας 01.08.2008 για €11.500,00 Τεκμήριο 12 Φωτοαντίγραφο επιταγής ημερομηνίας 03.09.2008 για €10.000,00 M.E. κατέθεσε ο Χριστάκης Νικολάου, διευθυντής των Εναγόντων. Περί τον Ιούνιο του 2008 η εταιρεία Fiesta Projects Ltd ζήτησε προσφορές για ανέγερση ενός συγκροτήματος εννέα κατοικιών στο χωριό Πύργος. Οι Ενάγοντες με τους Εναγόμενους συμφώνησαν προφορικά όπως συνεργαστούν στην ανάληψη του εν λόγω έργου, εξ ημισίας. Έγιναν προς τούτο συναντήσεις με το διευθυντή των Εναγόμενων, στην παρουσία των συζύγων και των δύο. Συμφωνήθηκε ακόμα, η προσφορά, προς την εταιρεία Fiesta, να υποβληθεί από τους Εναγόμενους, οι οποίοι ήταν αδειούχοι εργολάβοι. Ακολούθως, οι Ενάγοντες προέβηκαν στη μελέτη των όρων της προσφοράς της εταιρείας Fiesta. Ο Μ.Ε. έκανε τις σχετικές μελέτες και υπολογισμούς, συμπλήρωσε δε το βιβλίο και έντυπο προσφοράς (Τεκμήριο 3) το οποίο υποβλήθηκε προς την εταιρεία Fiesta. Οι τιμές λήφθηκαν από υπεργολάβους, προμηθευτές, συνεργεία, αρχιτέκτονες και πολιτικούς μηχανικούς. Η εταιρεία Fiesta στις 04.07.2008 κατακύρωσε την προσφορά του έργου στους Εναγόμενους για το ποσό των €2.281.000,00 πλέον Φ.Π.Α. γνωρίζοντας ότι στην εκτέλεση των εργασιών θα συμμετείχαν οι Ενάγοντες και οι Εναγόμενοι εξ ημισίας. Κατά τη διενέργεια των μελετών, για σκοπούς υποβολής της προσφοράς, οι Ενάγοντες, μέσω του Μ.Ε., υπολόγισαν ως κέρδος το ποσό των €693.000,00 στη βάση του 30% επί του συνολικού ποσού του έργου. Παρουσιάστηκε σχετικός κατάλογος (Τεκμήριο 4) των υπολογισμών του κέρδους. Επειδή η εταιρεία Fiesta είχε καταβάλει, πριν τις διακοπές, το ποσό των €131.100,00 περιλαμβανομένου Φ.Π.Α. ως προκαταβολή ο Μ.Ε. πήγε σε κατάστημα της Τράπεζας Κύπρου, στη Μέσα Γειτονιά, με το διευθυντή των Εναγόμενων όπου ανοίχθηκε λογαριασμός στο όνομα των Εναγόμενων προκειμένου να καταχωρούνται όλα τα ποσά που θα εισπράττονταν αλλά και να γίνονται οι διάφορες πληρωμές για σκοπούς του έργου. Στη συνέχεια, ο Μ.Ε. διευθύνοντας τις εργασίες με τους Εναγόμενους, προέβηκαν στη χάραξη, τοποθέτηση όλων των κατοικιών επί του εδάφους, συνέδεσε το εργοτάξιο με παροχή νερού και άρχισαν οι εκσκαφές των θεμελίων και υψόμετρων, εργασίες οι οποίες πριν τις καλοκαιρινές διακοπές είχαν εκτελεστεί κατά το 80%. Έναντι των προσφερθεισών υπηρεσιών, και στα πλαίσια της συνεργασίας, οι Εναγόμενοι κατέβαλαν στους Ενάγοντες, την 01.08.2008, το ποσό των €11.500,00 στη βάση τιμολογίου (Τεκμήριο 6). Η πληρωμή έγινε από το λογαριασμό που ανοίχθηκε στην Τράπεζα Κύπρου και την ίδια ημέρα ο διευθυντής των Εναγόμενων, από τον ίδιο λογαριασμό, εισέπραξε το ποσό των €10.000,
- Προκειμένου η προφορική συμφωνία συνεργασίας να πάρει γραπτή μορφή, οι Εναγόμενοι ετοίμασαν σχετική γραπτή συμφωνία που αντικατόπτριζε το περιεχόμενο της προφορικής συμφωνίας. Ο Μ.Ε. κατέθεσε ως Τεκμήριο 5 την εν λόγω γραπτή συμφωνία με ημερομηνία 28.07.
- Από τις 29.07.2008 ο Μ.Ε. έδωσε αντίγραφο της συμφωνίας στο δικηγόρο του για παρατηρήσεις. Ουσιαστικά, ως προς το περιεχόμενο της συμφωνίας, δεν υπήρχαν ουσιώδεις διαφορές μεταξύ των διευθυντών των διαδίκων. Ο Μ.Ε. ζήτησε από το διευθυντή των Εναγόμενων να πάνε στο δικηγόρο του (Καραπατάκη), που ήταν και γνωστός του, για να τελειώσουν τη συμφωνία. Αυτός του είπε «άφης τα και εμείς θα πάμε διακοπές και όταν θα έρθουμε υπογράφουμε τη συμφωνία». Τελικά η γραπτή συμφωνία δεν υπογράφτηκε λόγω επελθόντων γεγονότων και, ως εκ τούτου, η συμφωνία των διαδίκων παρέμεινε προφορική. Ακολούθησαν οι κοινές καλοκαιρινές διακοπές, στο εξωτερικό, των οικογενειών των διευθυντών των διαδίκων. Κατά τη διάρκεια των διακοπών, υπήρξε παρεξήγηση μεταξύ του Μ.Ε. και του διευθυντή των Εναγόμενων. Επέστρεψαν στην Κύπρο χωρίς να υπάρχει συνομιλία μεταξύ τους. Όταν στις 25.08.2008 ο Μ.Ε. μετέβηκε στο εργοτάξιο του έργου, ο διευθυντής των Εναγόμενων του ανέφερε, τηλεφωνικώς, ότι τερματίζεται η συνεργασία των διαδίκων και τον κάλεσε να εγκαταλείψει το χώρο εργασίας, πράγμα το οποίο έπραξε. Παρ' ότι οι Εναγόμενοι κλήθηκαν με επιστολή του δικηγόρου των Εναγόντων (Τεκμήριο 7) για συνέχιση της συνεργασίας δεν ανταποκρίθηκαν θετικά. Ο τερματισμός της συνεργασίας εκ μέρους των Εναγόμενων ήταν αντισυμβατικός. Οι Ενάγοντες έχουν ζημιωθεί από την απώλεια εισοδήματος, κέρδους και απασχόλησης του προσωπικού τους ενώ οι Εναγόμενοι έχουν καρπωθεί παράνομα και άδικα το κέρδος που αναλογούσε στους Ενάγοντες το οποίο θα προερχόταν από τη συνεργασία. Η ζημιά υπολογίστηκε από το μάρτυρα στο ποσό των €346.000,00 ήτοι στη βάση του 50% του συνολικού υπολογιζόμενου από το έργο κέρδους, ήτοι €693.000,
- Μετά τον αντισυμβατικό τερματισμό της συμφωνίας, οι Εναγόμενοι εκτέλεσαν το έργο μέχρι την πρώτη φάση και έλαβαν το ποσό των €852.000,
- Το υπόλοιπο έργο δεν έγινε ακόμη, όχι επειδή αυτός έκανε οποιοδήποτε δυσφημιστικό σχόλιο για τους Εναγόμενους, ως αυτοί ισχυρίζονται, αλλά λόγω καθυστερήσεων και ευθύνης των τελευταίων. Ως εκ τούτου, κατά το Μ.Ε., η Ανταπαίτηση των Εναγόμενων είναι αβάσιμη. Ουδέποτε οι Ενάγοντες τερμάτισαν τη συμφωνία που υπήρξε μεταξύ των διαδίκων. Ο λόγος τερματισμού από τους Εναγόμενους ήταν η παρεξήγηση που επήλθε στις διακοπές. Το κέρδος από την εκτελεσθείσα εργασία στο έργο δεν ήταν σε ποσοστό 10%, όπως ισχυρίζονται οι Εναγόμενοι, αλλά σε 30%, αφού αυτό είναι το ποσοστό που υπολόγισε ο Μ.Ε. κατά την ετοιμασία της προσφοράς. Όσον αφορά στην αμοιβή του δικηγόρου, ο Μ.Ε. ανέφερε ότι δεν συμφώνησε να πληρώσει το ½ αυτής. Μ.Υ.1 κατέθεσε ο Παναγιώτης Γελαδάκης. Είναι τοπογράφος, μηχανικός, μέλος του Ε.Τ.Ε.Κ., απόφοιτος της πολυτεχνικής σχολής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Ο διευθυντής των Εναγόμενων και ο αρχιτέκτονας Μαρίνος Λοιζίδης του πρότειναν, αν επιθυμούσε, να κάνει διαχωρισμό της γης και οριοθέτηση στο τεμάχιο 277 στο χωριό Πύργος της Λεμεσού, και αυτός αποδέχτηκε. Προέβηκε σε εργασίες ψηφιοποίησης των αρχιτεκτονικών σχεδίων που προϋπήρχαν, εξωτερική οριοθέτηση του τεμαχίου, πρωτίστως με αίτηση στο Κτηματολόγιο Λεμεσού, αποτύπωση και υψομέτρηση της υφιστάμενης κατάστασης, τροφοδότηση των ευρημάτων και τοποθέτηση τους επί του εδάφους. Στην πορεία δόθηκαν σχέδια στον αρχιτέκτονα για τις πορείες των πεζοδρομίων και των κτιρίων. Κατά τη διάρκεια των εκσκαφών χανόταν η τοπογραφική εργασία και γι' αυτό ξαναγινόταν καινούρια. Ακολούθησε μελέτη μηκοτομών οριζοντιογραφίας από τα δημόσια έργα. Για τις εργασίες αυτές υπάρχουν χειρόγραφες σημειώσεις του, στο αρχείο του, τις οποίες όμως δεν παρουσίασε. Οι εργασίες άρχισαν στις 21.07.2008 και η τελευταία τοπογραφική εργασία που έκανε ήταν στις 02.02.2011 όταν κλήθηκε από την ΑΗΚ και στις 11.12.
- Η πληρωμή του έγινε από τον ιδιοκτήτη του τεμαχίου και από τον αρχιτέκτονα του έργου, Μ. Λοιζίδη καθώς και από τον διευθυντή των Εναγόμενων. Μ.Υ.2 κατέθεσε ο δικηγόρος Χρίστος Ευσταθίου. Διατηρεί δικό του γραφείο από το 2005 στη Λεμεσό. Ως ανέφερε, κάποιος φίλος του τον συνέστησε στον Οδυσσέα Χ"Αντωνίου, διευθυντή των Εναγόμενων, ο οποίος αρχές Ιουλίου του 2008 επικοινώνησε μαζί του και του ανέφερε πως ενδιαφερόταν για ετοιμασία συμφωνίας, με εταιρεία κάποιου φίλου και κουμπάρου του, για ένα έργο που η εταιρεία του ανέλαβε, για να συνεργαστούν από κοινού για το έργο. Ο Μ.Υ.2 ανέφερε ότι έπρεπε να γίνει ένα προκαταρκτικό σχέδιο και αν συμφωνήσουν να ακολουθήσουν οι υπογραφές. Δύο τρεις μέρες αργότερα τον επισκέφθηκαν στο γραφείο του οι διευθυντές των δύο διάδικων εταιρειών. Εκεί ο διευθυντής των Εναγόμενων του ανέφερε ότι οι Εναγόμενοι είχαν κάνει συμφωνία με την εταιρεία Fiesta για ένα οικοδομικό έργο και επειδή ο φίλος και κουμπάρος του - διευθυντής των Εναγόντων - δεν είχε δουλειές, προσφέρθηκε να τον βοηθήσει και ο τελευταίος ήταν πρόθυμος να εισέλθουν σε συζητήσεις για να αναλάβουν το έργο από κοινού 50% με 50%, τόσο ως προς τα θέματα των υποχρεώσεων αλλά όσο και στα ωφελήματα από το έργο. Ο Μ.Υ.2 αντιλήφθηκε τι ήθελαν οι δύο διευθυντές και ρώτησε για τα στοιχεία των εταιρειών τους, όπως ισολογισμούς, εξελεγμένους λογαριασμούς και για την περιουσία που υπήρχε στο όνομα των εταιρειών. Ο διευθυντής των Εναγόμενων του ανέφερε ότι είχε τα εν λόγω στοιχεία, ενώ ο διευθυντής των Εναγόντων του είπε ότι δεν υπήρχαν εξελεγμένοι λογαριασμοί ή περιουσία επ' ονόματι των Εναγόντων. Ενόψει αυτού, ο μάρτυρας ανέφερε ότι θα ήταν σωστό να υπάρχουν εγγυήσεις και από τις δύο πλευρές, για την τήρηση των υποχρεώσεων προς την εταιρεία Fiesta. Επειδή χρειαζόταν κάποια εγγύηση ως προς το αξιόχρεο των Εναγόντων, ρώτησε το διευθυντή τους, αν μπορούσε, ο ίδιος ή άλλο πρόσωπο, να δώσει προσωπική εγγύηση. Ο διευθυντής των Εναγόντων έδωσε τα στοιχεία της ταυτότητας του καθώς και τα στοιχεία της συζύγου του, και ανέφερε ότι η σύζυγος του είχε περιουσία και ήταν καλός εγγυητής. Είπε ακόμη ο Μ.Υ.2, ότι και οι δύο διευθυντές ζήτησαν όπως οι πληρωμές γίνονται από τους Εναγόμενους για σκοπούς λογιστικών, διότι αυτοί φαίνονταν στη συμφωνία με τη Fiesta. Τους ανέφερε ότι αυτά που συζητήθηκαν θα γράφονταν σε ένα σχέδιο συμφωνίας και θα το έβλεπαν πριν προχωρήσουν στην υπογραφή. Θα χρειαζόταν και αυτός μία εβδομάδα για να μελετήσει το συμβόλαιο που υπογράφτηκε με τη Fiesta και θα επανέρχονταν για τυχόν αλλαγές στη συμφωνία. Περί το τέλος Ιουλίου ο Μ.Υ.2 τηλεφώνησε στον διευθυντή των Εναγόμενων και του ανέφερε ότι ήταν έτοιμο το σχέδιο της συμφωνίας. Ο τελευταίος πήγε στο γραφείο του και παρέλαβε το έγγραφο για να το μελετήσει. Ο Μ.Υ.2 αφού πληρώθηκε για την ετοιμασία της συμφωνίας, του εξέδωσε απόδειξη. Σε εκείνο το στάδιο ο διευθυντής των Εναγόμενων του ανέφερε ότι θα πήγαιναν διακοπές με τον κουμπάρο του, διευθυντή των Εναγόντων, ο οποίος με τη σειρά του θα παρουσίαζε τη συμφωνία που ετοιμάστηκε σε άλλο δικηγόρο για να του δώσει συμβουλή. Περί τις 20 με 21 Αυγούστου ο Μ.Υ.2 πήρε τηλέφωνο τον διευθυντή των Εναγόμενων και τον ρώτησε αν είδαν τη συμφωνία και αν θα υπάρχουν αλλαγές. Ο τελευταίος του ανέφερε ότι δεν θα προχωρούσε η συμφωνία και πως υπήρξε αντιπαράθεση μεταξύ των διαδίκων διότι η σύζυγος του διευθυντή των Εναγόντων ήταν αρνητική να υπογράψει ως εγγυήτρια. Μια βδομάδα αργότερα, ο διευθυντής των Εναγόμενων του τηλεφώνησε και του ανέφερε ότι πήρε επιστολή από το δικηγόρο των Εναγόντων. Αναγνώρισε την επιστολή, Τεκμήριο 7, εξεπλάγηκε όμως όταν την είδε, καθότι σε αυτή γινόταν αναφορά για εργοδότηση του διευθυντή των Εναγόντων, μέσα από τη συνεργασία, για περίοδο δύο χρόνων. Κάτι τέτοιο δεν είχε συζητηθεί κατά τη συνάντηση που αυτός είχε με τους διευθυντές των δύο εταιρειών. Τότε είναι που συνέστησε στο διευθυντή των Εναγόμενων πως θα ήταν καλά να ετοιμαστεί απαντητική επιστολή. Επειδή όμως ήταν εμπλεκόμενος στις διαπραγματεύσεις, ενδεχομένως να κινούνταν αγωγή, οπότε αυτός δεν μπορούσε να τον εκπροσωπήσει και του έκανε λόγο για νέο δικηγόρο. Μ.Υ. 3 κατέθεσε ο Νικόλας Θεοδώρου, είναι καλουψιής από το
- Το 1997 έκανε δική του επιχείρηση. Γνωρίζει και τους δύο διευθυντές των διαδίκων αφού είχε συνεργασία μαζί τους στο παρελθόν, πριν το
- Οι εργασίες καλουπιών, στο έργο που γίνεται στον Πύργο Λεμεσού, του ανατέθηκαν από το διευθυντή των Εναγόμενων με τον οποίο καθόρισαν από κοινού τις τιμές. Αυτό έγινε περί τον Ιούνιο του
- Ως εξήγησε, το έργο χωρίζεται σε δύο φάσεις και μέχρι στιγμής αυτός ολοκλήρωσε τις εργασίες για την πρώτη φάση, η οποία περιλαμβάνει τέσσερα σπίτια και κάποιες περιφράξεις για το υπόλοιπο οικόπεδο. Αυτός άρχισε εργασία στο έργο τον Ιούλιο του 2008 τοποθετώντας υψόμετρα, χαράξεις για να γίνουν οι εκσκαφές και μετά τα καλούπια. Εργάστηκε με ένα υπάλληλο του, εκεί εργάστηκε και ο διευθυντής των Εναγόμενων και ένας χωρομέτρης, επίσης με έναν υπάλληλο τους, για τις οριοθετήσεις. Μετά από αυτά τα προκαταρκτικά, ο Μ.Υ.3 ξεκίνησε να κάνει τα καλούπια για κάθε σπίτι ξεχωριστά. Αυτό έγινε μετά τις άδειες του Αυγούστου του
- Η παρουσία του στο έργο ήταν καθημερινή. Κατά την εκτέλεση του έργου προέκυψαν προβλήματα με το ηλεκτρικό ρεύμα και στην αρχή χρησιμοποιήθηκε μεγάλη γεννήτρια από τον εργολάβο, εννοώντας τον διευθυντή των Εναγόμενων, ο οποίος μάλιστα παραπονιόταν ότι η γεννήτρια έκαιγε μεγάλη ποσότητα πετρελαίου. Κατά τις εκσκαφές για τις πισίνες υπήρχαν βράχοι που έπρεπε να σπάσουν με τρακτέρ και πιστόλες. Επίσης ένα μεγάλο τοιχίο στράβωσε και το ξαναέφτιαξε. Τέλος του 2009 με αρχές του 2010 τελείωσε η τέταρτη κατοικία αλλά υπήρχαν οι περιφράξεις των υπόλοιπων κατοικιών. Στο διάστημα που εργάστηκε στο έργο δεν συνάντησε εκεί το διευθυντή των Εναγόντων, παρά μόνο μία φορά, πριν τις άδειες του Αυγούστου του 2008, όταν ο τελευταίος πέρασε από εκεί κοστουμαρισμένος, μίλησαν για λίγα λεπτά και έφυγε. Τον συνάντησε ξανά σε ένα καφενείο για καφέ για να τα πούν. Ήταν καλοκαίρι του
- Ο μάρτυρας ρώτησε το διευθυντή των Εναγόντων τι συνέβηκε με το διευθυντή των Εναγόμενων. Αντάλλαξαν κάποιες κουβέντες για το θέμα. Ο διευθυντής των Εναγόντων του είπε ότι θα τον χρειαζόταν στο Δικαστήριο και αυτός του απάντησε «εγώ μαλακίες δεν θα πω. Αυτός προσπάθησε να σε βοηθήσει και εσύ προσπαθείς να του τα πιάσεις από την τσέπη». M.Y.4 κατέθεσε η Μαρία Μαρκιτανή διευθύντρια καταστήματος της Τράπεζας Κύπρου, στη Μέσα Γειτονιά. Ανέφερε ότι στις 16.07.2008 ανοίχθηκε λογαριασμός, με βιβλιάριο επιταγών, στο όνομα των Εναγόμενων. Αναγνώρισε το Τεκμήριο 10 ως κατάσταση λογαριασμού αναφορικά με τον προαναφερόμενο λογαριασμό ο οποίος χρεώθηκε, την 01.08.2008, με το ποσό των €11.500,00 με δικαιούχο τον Χριστάκη Νικολάου (διευθυντή Εναγόντων) και στις 08.09.2008 με €10.000,00, δικαιούχος ήταν κάποια τρίτη εταιρεία. Μ.Υ.5 κατέθεσε ο Παύλος Λυμπουρής. Του ανατέθηκε η θέση του υπεύθυνου και διευθυντή για τις εργασίες που γίνονταν στο επίδικο έργο, στον Πύργο Λεμεσού. Τα καθήκοντα αυτά του ανατέθηκαν από την εταιρεία Fiesta μέσω του David Nixon, ιδιοκτήτη της εταιρείας. Η χρηματοδότηση του έργου έγινε από την πρώην Λαϊκή Τράπεζα. Συνάντησε για πρώτη φορά το διευθυντή των Εναγόμενων στο γραφείο του Μαρίνου Λοϊζίδη, αρχιτέκτονα της εταιρείας Fiesta. Είχε υποβληθεί προσφορά για το έργο, από τους Εναγόμενους, προς την εταιρεία Fiesta, και έγινε αποδεκτή. Ως εκ τούτου, υπογράφτηκε γραπτή συμφωνία για την εκτέλεση του έργου που αφορά 9 κατοικίες. Το έργο χωριζόταν σε δύο φάσεις. Οι εργασίες άρχισαν τον Ιούλιο του
- Αρχικά ο τοπογράφος έβαλε τα οροθέσια και κάποιος Λάμπρος, έκανε τις πρώτες χωματουργικές εργασίες. Ο Μ.Υ.5 βρισκόταν καθημερινά στο χώρο του έργου από τις 7:30 με 8:00 π.μ. μέχρι τις 4:00 έως 5:00 το απόγευμα, κάποιες φορές μέχρι και τις 7:00 το βράδυ. Μέσα στα καθήκοντα του ήταν να προβαίνει σε επίβλεψη για το πώς προχωρούσε το έργο και καθημερινά ενημέρωνε τον David Nixon ο οποίος ήταν στην Αγγλία. Τους Ενάγοντες δεν τους γνωρίζει αλλά ούτε και το διευθυντή τους, Χριστάκη Νικολάου. Οι πληρωμές για το έργο γίνονταν από την εταιρεία Fiesta προς τους Εναγόμενους, αφού προηγουμένως ο διευθυντής τους έβγαζε διατακτικό το οποίο ο μάρτυρας έπαιρνε στον αρχιτέκτονα Μ. Λοϊζίδη και αν αυτός ενέκρινε το διατακτικό, τότε ο μάρτυρας το έπαιρνε στη Λαϊκή Τράπεζα. Ακολούθως η τράπεζα, έστελλε δικό της αρχιτέκτονα για έλεγχο των εργασιών, και αν αυτές ανταποκρίνονταν στο διατακτικό, πλήρωνε με επιταγές της εταιρείας Fiesta οι οποίες υπογράφονταν από την Joanna Hoad και τον David Nixon. Η πρώτη φάση του έργου αν και προχωρημένη δεν έχει ολοκληρωθεί λόγω της οικονομική κρίσης. Αναφέρθηκε στο γεγονός ότι υπήρξαν κατά τη διάρκεια των εργασιών δυσκολίες και προβλήματα τα οποία αντιμετωπίστηκαν. Επίσης υπήρξαν επιπλέον εργασίες από τις συμφωνηθείσες. Η εταιρεία Fiesta δεν είχε ακόμη λογαριαστεί με τους Εναγόμενους επειδή δεν τελείωσε το έργο. Ούτε είναι γνωστό τι θα γίνει μ' αυτό καθότι, η εταιρεία Fiesta είναι στα recoveries της Λαϊκής Τράπεζας και δεν είναι γνωστό αν θα εκποιηθεί το έργο. Μέσα από τις αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι ανέπτυξαν τις θέσεις και τα επιχειρήματα των διαδίκων, αντλώντας στοιχεία αφενός από τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί, αφετέρου από τη νομολογία που διέπει τα επίδικα θέματα. Οι θέσεις παραμένουν εκ διαμέτρου αντίθετες. Καταληκτική θέση των Εναγόντων είναι πως, και αν ακόμη δεν μπορεί να δοθεί αποζημίωση στη βάση του ποσού που κατακυρώθηκε το έργο, μπορεί να δοθεί αποζημίωση στη βάση του ποσού που εισπράχθηκε από τους Εναγόμενους, για το μέρος του έργου που έχει εκτελεσθεί. Όσον αφορά στην Ανταπαίτηση, η θέση των Εναγόντων είναι πως καμία αξιόπιστη μαρτυρία έχει προσαχθεί για την απόδειξή της, και ως εκ τούτου θα πρέπει να απορριφθεί. Από την πλευρά τους οι Εναγόμενοι εμμένουν στη θέση ότι δεν συνάφθηκε προφορική συμφωνία, και πως, η μη υπογραφή γραπτής συμφωνίας οφειλόταν αφ' ενός στην αδυναμία των Εναγόντων να συμμορφωθούν με τους όρους αυτής, αφετέρου, με την αδυναμία τους να εκτελέσουν τις εργασίες στο επίδικο έργο. Κατ' επέκταση, δεν υπάρχει η δικαιολογητική βάση για επιδίκαση αποζημιώσεων υπό τη μορφή διαφυγόντος κέρδους ή απώλειας εσόδων, κάτι που όφειλαν ούτως ή άλλως να αποδείξουν αυστηρά οι Ενάγοντες και όμως απέτυχαν. Αξιολόγηση μαρτυρίας:- Κατά την ακροαματική διαδικασία, το Δικαστήριο είχε την ευχέρεια και παρακολούθησε με κάθε δυνατή προσοχή τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια τη στάση τους στο εδώλιο του μάρτυρα καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνιφασμό με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων που κατατέθηκαν στη δίκη, το Δικαστήριο θα προβεί στην αξιολόγηση τους. Ο Μ.Ε. άφησε καλή εικόνα ως μάρτυρας γεγονότων. Κατέθεσε με πολύ απλό και αφηγηματικό τρόπο. Δεν διαπιστώνονται στοιχεία υπεκφυγής στις απαντήσεις του. Ούτε εντοπίζεται κάποια ουσιώδης αντίφαση ή άλλο κλονιστικό στοιχείο στην αξιοπιστία του, παρά τη μακροσκελή αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε. Άφησε θετική εικόνα και το Δικαστήριο τον κρίνει αξιόπιστο. Επιπλέον, η εκδοχή του υποστηρίζεται και ενισχύεται, ειδικότερα, ως προς τη σύναψη προφορικής συμφωνίας για συνεργασία της εταιρείας του - Ενάγοντες - με τους Εναγόμενους για την κατασκευή του επίδικου έργου στο χωριό Πύργος της Λεμεσού από τα ακόλουθα: α. Η ύπαρξη του Τεκμηρίου 3 το οποίο συνιστά το δελτίο ποσοτήτων για τις εργασίες που θα γίνονταν για το έργο. Πρόκειται για ένα πολυσέλιδο και λεπτομερές έγγραφο το οποίο φέρει ημερομηνία Μαΐου 2008, και οι λεπτομέρειες των εργασιών δεν θα μπορούσαν λογικά να εξασφαλιστούν από τον Μ.Ε. εάν δεν του παραχωρούνταν τέτοια στοιχεία από τους Εναγόμενους. Ούτε του υποβλήθηκε ότι τα εξασφάλισε με κάποιο παράνομο ή αθέμητο τρόπο. β. Δεν είναι λογικό ο Μ.Ε. να καθόταν να ετοιμάσει τέτοιο έγγραφο εάν δεν υπήρχε το υπόβαθρο της προφορικής συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων για την ανέγερση του έργου. Σημειώνεται πως, από πλευράς της Υπεράσπισης, δεν υπάρχει άρνηση ότι το Τεκμήριο 3 ετοιμάστηκε από το Μ.Ε., προβάλλει όμως τη θέση ότι οι τιμές καθορίστηκαν από τους δύο διευθυντές των διαδίκων και όχι μόνο από το Μ.Ε. γ. Η πληρωμή των €11.500,00 με το τιμολόγιο - Τεκμήριο 6 -, στα πλαίσια της προφορικής συμφωνίας για συνεργασία των διαδίκων στην ανέγερση του έργου. Εδώ υπενθυμίζεται ότι υποβλήθηκε στο μάρτυρα ότι το ποσό αυτό δόθηκε ως δάνειο. Το Δικαστήριο αδυνατεί να αντιληφθεί πως συσχετίζεται η χρέωση Φ.Π.Α., επί του Τεκμηρίου 6, για παραχωρηθέν δάνειο. Ουδείς κατέθεσε εκ μέρους της Υπεράσπισης περί παραχώρησης δανείου, και ως εκ τούτου η σχετική υποβολή παραμένει μετέωρη και υποκείμενη σε απόρριψη. Επιπρόσθετα, επισημαίνεται ότι στην επιστολή του δικηγόρου των Εναγόμενων, ημερομηνίας 08.09.2008 - Τεκμήριο 8 -, παρότι γίνεται αναφορά περί του ποσού των €11.500,00, όχι μόνο δεν προβάλλεται η θέση ότι επρόκειτο για δάνειο, αλλά αντίθετα προβάλλεται η θέση, η οποία είναι και αντίθετη με τα δικόγραφα, ήτοι πως αφορούσε αμοιβή για υπηρεσίες που παρασχέθηκαν στους Εναγόμενους. Ταυτόχρονα, μέσα από την αναφορά των Εναγόμενων επί του Τεκμηρίου 8, προκύπτει ότι από εκείνο το αρχικό στάδιο, της ρήξης στη σχέση των διαδίκων, γίνεται αποδεκτό από τους Εναγόμενους ότι οι Ενάγοντες παρείχαν κάποιες υπηρεσίες, γεγονός που συνάδει και ενισχύει την εκδοχή του Μ.Ε. δ. Ο Μ.Ε. ήταν μαζί με το διευθυντή των Εναγόμενων, τόσο στην τράπεζα που ανοίχθηκε λογαριασμός στο όνομα των Εναγόμενων για να κατατεθούν τα πρώτα χρήματα που δόθηκαν από την εταιρεία Fiesta, όσο και νωρίτερα, κατά την αγορά συμβολαίου το οποίο θα υπογραφόταν με την εταιρεία Fiesta. Η εν λόγω μαρτυρία παρέμεινε ουσιαστικά αναντίκρουστη αφού, ουδείς κατέθεσε από την υπεράσπιση περί του αντιθέτου. ε. Η μαρτυρία που παρουσιάστηκε από πλευράς Υπεράσπισης, δεν αντιμάχεται ευθέως τα όσα ο Μ.Ε. κατέθεσε περί της προφορικής συμφωνίας. Περισσότερο αφορούν σε εργασίες οι οποίες έγιναν μετά τις 25.08.2008, οπότε ο Μ.Ε. τοποθετεί τη διακοπή της συνεργασίας από τους Εναγόμενους, πλην βέβαια των όσων κατατέθηκαν από το Μ.Υ.3 ο οποίος δεν κρίνεται αξιόπιστος για τους λόγους που θα εξηγηθούν αργότερα. Ο Μ.Υ. 1 είναι το πρόσωπο το οποίο κατέθεσε ότι προέβηκε στις τοπογραφικές και άλλες συναφείς εργασίες στο επίδικο έργο. Άφησε καλή εντύπωση, ήταν σταθερός στη μαρτυρία του και ως τέτοιος παρέμεινε και στο στάδιο της αντεξέτασης. Δεν παραγνωρίζεται το γεγονός ότι πρόκειται για άτομο το οποίο εργάστηκε στο επίδικο έργο και πληρώθηκε, για την εργασία που διεξήγαγε, τόσο από την ιδιοκτήτρια του έργου αλλά και από τους Εναγόμενους. Ωστόσο, αυτό το γεγονός από μόνο του, χωρίς την παρείσφρηση στοιχείων τα οποία να προβληματίσουν το Δικαστήριο για την αξιοπιστία του, έχει ουδέτερη σημασία. Δεν εντοπίζονται κλονιστικά της αξιοπιστίας του στοιχεία. Κρίνεται αξιόπιστος. Ο Μ.Υ.2 είναι δικηγόρος ο οποίος επίσης άφησε καλή εντύπωση. Τα όσα κατέθεσε συνάδουν με τη λογική του περιεχομένου της συμφωνίας την οποία ετοίμασε - Τεκμήριο 5 - που ως επαγγελματίας επιχείρησε, αφενός μεν να συζεύξει τις προθέσεις των δύο διαδίκων, αφετέρου, να εξασφαλίσει και την εφαρμογή της συμφωνίας. Θα πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στο βαθμό που αυτή αφορά γεγονότα για τα οποία είχε προσωπική γνώση και δεν προέρχεται από εξ ακοής μαρτυρία. Μια τέτοια περίπτωση, είναι η μαρτυρία του ότι ο διευθυντής των Εναγόμενων του ανέφερε πως ο λόγος που δεν υπογράφηκε η γραπτή συμφωνία ήταν επειδή δεν υπέγραφε ως εγγυήτρια η σύζυγος του Μ.Ε.. Ο λόγος που δεν γίνεται αποδεκτή είναι επειδή τέτοια μαρτυρία δεν μπορεί να έχει βαρύτητα, ως εξ ακοής, όταν ο ίδιος ο διευθυντής των Εναγόμενων δεν κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου για ένα τόσο σημαντικό στην υπόθεση θέμα, όπως και για άλλα βέβαια. Η Μ.Υ.4 κρίνεται αξιόπιστη, χωρίς οποιοδήποτε ενδοιασμό. Πρόκειται για τραπεζική υπάλληλο, η οποία κατέθεσε για το άνοιγμα, περί τον Ιούλιο του 2008, και την κίνηση τραπεζικού λογαριασμού στο όνομα των Εναγόμενων. Η μαρτυρία της επιβεβαιώνεται από τα Τεκμήρια 10, 11 και 12 τα οποία κατέθεσε. Η αντεξέταση της ήταν συντομότατη και είχε καθαρά διευκρινιστικό χαρακτήρα και όχι αμφισβήτησης των λεγομένων της. Αξιόπιστος κρίνεται και ο Μ.Υ.
- Πρόκειται για το άτομο το οποίο είχε την ευθύνη και τον έλεγχο της προόδου των εργασιών στην ανοικοδόμηση του επίδικου έργου. Υπήρξε αρκετά επεξηγηματικός και διαφωτιστικός στη μαρτυρία του, η οποία πρόβαλε, ενώπιον του Δικαστηρίου σαφής, αυθόρμητη και χωρίς περιστροφές ή υπεκφυγές. Άφησε θετική εντύπωση και ελλείψει κλονιστικών στοιχείων, κρίνεται αξιόπιστος και η μαρτυρία του αποδεκτή. Όσον αφορά το Μ.Υ.3, το Δικαστήριο διατηρεί επιφυλάξεις για την αλήθεια όλων των λεγομένων του, κυρίως στα κρίσιμα γεγονότα που χρονικά άπτονται της παρουσίας του στο χώρο του επίδικου έργου και συμπίπτουν με την παρουσία του Μ.Ε. στον ίδιο χώρο. Μαρτύρησε προς τούτο ότι από τον Ιούλιο του 2008 μετέβηκε στο επίδικο έργο και εκεί ξεκίνησε να βάζει υψόμετρα, χαράξεις για εκσκαφές, χωρίς όμως να εξηγήσει πώς αυτές οι εργασίες σχετίζονται με την ειδικότητα του ως καλουψιής που είναι, αφετέρου αυτή την εργασία μαρτύρησε πως την έκανε ο Μ.Υ.1 χωρίς να τον αναμείξει. Επίσης, ουσιώδης μαρτυρία του, ήταν εξ' ακοής, σχετιζόμενη με τους λόγους που δεν προχώρησε η σύναψη γραπτής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων. Τους λόγους τους γνώριζε με βάση τα όσα του είπε ο διευθυντής των Εναγόμενων, ο οποίος δεν κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Η εντύπωση που δόθηκε, παρόλο που φαίνεται να ήταν γνωστός και με τους δύο διευθυντές των διάδικων εταιρειών, είναι πως επιχείρησε να βοηθήσει τους Εναγόμενους, προφανώς λόγω και της σχέσης του μαζί τους, ως καλουψιής στο επίδικο έργο όπου ακόμη υπάρχουν εκκρεμότητες στην πληρωμή του. Ευρήματα:- Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και αποδεκτή μαρτυρία, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι τα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα, που διέπουν την παρούσα υπόθεση και τα οποία αποτελούν ευρήματα, έχουν ως θα παρατεθούν στη συνέχεια. Οι Ενάγοντες είναι εταιρεία η οποία ασχολείται με οικοδομικές εργασίες. Οι Εναγόμενοι είναι εταιρεία επίσης ασχολούμενη με οικοδομικές εργασίες, ήταν προς τούτο, κατά τον ουσιώδη χρόνο για την αγωγή, αδειούχος εργολάβος. Οι διευθυντές των δύο εταιρειών - Χριστάκης Νικολάου (Μ.Ε.) και Οδυσσέας Χ"Αντωνίου αντίστοιχα - ήταν φίλοι και κουμπάροι. Μεταξύ των δύο εταιρειών, περί το Μάιο αρχές Ιουνίου 2008, συνάφθηκε προφορική συμφωνία για την ανάληψη ανέγερσης ενός έργου, αποτελούμενο από εννέα κατοικίες στο χωριό Πύργος της Λεμεσού, επί του Τεμαχίου
- Ετοιμάστηκε σχετική προσφορά προς την εταιρεία Fiesta που ήταν ο ιδιοκτήτης του έργου. Στις 04.07.2008 το έργο κατακυρώθηκε στους Εναγόμενους, στο όνομα των οποίων υποβλήθηκε η προσφορά. Είχε δε συμφωνηθεί όπως οι Ενάγοντες και οι Εναγόμενοι θα συμμετείχαν εξ ημισίας καθώς και ότι οι Ενάγοντες θα αναλάμβαναν το οικοδομικό μέρος και οι Εναγόμενοι το διαχειριστικό. Με την παρουσία του διευθυντή των Εναγόντων, το μήνα Ιούλιο, διενεργήθηκαν προκαταρκτικές εργασίες, στο ακίνητο όπου θα ανεγειρόταν το έργο, σχετιζόμενες με εκσκαφές και χωματουργικά. Πρόθεση των διάδικων εταιρειών, ήταν να ακολουθήσει και γραπτή συμφωνία. Προς τούτο έγινε επίσκεψη των διευθυντών τους στο δικηγόρο Χρίστο Ευσταθίου, ο οποίος αφού κατέγραψε τις προθέσεις τους, συνέταξε προσχέδιο συμφωνίας - Τεκμήριο
- Το παρέδωσε τέλη Ιουλίου του 2008, στο διευθυντή των Εναγόμενων ο οποίος με τη σειρά του παρέδωσε αντίγραφο στο διευθυντή των Εναγόντων, προκειμένου να το δώσει σε δικό του δικηγόρο για να το μελετήσει και να γίνουν τυχόν προσθήκες ή διαφοροποιήσεις. Στη βάση της προφορικής συμφωνίας, παρότι μόνο μέρος της εργασίας είχε γίνει, ως προς τα προκαταρκτικά στάδια του έργου, και παρότι δεν είχε ακόμη υπογραφεί η γραπτή συμφωνία, την 01.08.2008 έγινε ανάληψη ποσού €11.500,00 από τραπεζικό λογαριασμό ο οποίος ανοίχθηκε στο όνομα των Εναγόμενων και δόθηκε στο διευθυντή των Εναγόντων - Μ.Ε. ως πληρωμή για υπηρεσίες και εκδόθηκε από αυτόν τιμολόγιο - Τεκμήριο
- Επίσης, σύμφωνα με στοιχεία που προκύπτουν από το Τεκμήριο 10, ποσό €10.000,00 αποσύρθηκε από τον ίδιο λογαριασμό προς χρήση από τους Εναγόμενους. Ακολούθησαν οι άδειες του καλοκαιριού για το μήνα Αύγουστο του 2008 και οι οικογένειες των διευθυντών των διάδικων μετέβηκαν στο εξωτερικό για διακοπές. Κατά τις διακοπές υπήρξε κάποια παρεξήγηση μεταξύ των δύο διευθυντών. Όταν επέστρεψαν από τις διακοπές, ο Μ.Ε., περί τις 25.08.2008 πήγε στο εργοτάξιο του επίδικου έργου για συνέχιση εργασιών, όμως ο διευθυντής των Εναγόμενων του τηλεφώνησε να εγκαταλείψει το εργοτάξιο και πως η συνεργασία τους δεν θα προχωρούσε. Αυτό έπραξε. Ακολούθησε διαμαρτυρία από πλευράς Εναγόντων, μέσω επιστολής των δικηγόρων τους - Τεκμήριο 7 - με την οποία, μεταξύ άλλων, οι Εναγόμενοι κλήθηκαν να συνεχίσουν τη συνεργασία καθότι η συμπεριφορά τους συνιστούσε αντισυμβατική ενέργεια και τερματισμό της συμφωνίας από υπαιτιότητα τους. Δεν υπήρξε θετική ανταπόκριση, αλλά απαντητική επιστολή - Τεκμήριο 8 -, από τον τότε δικηγόρο των Εναγόμενων, Χρίστο Ευσταθίου (Μ.Υ.2), με την οποία δεν γινόταν αποδεκτό ότι συνάφθηκε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, παρά μόνο γίνονταν συζητήσεις προς τούτο οι οποίες δεν ευόδωσαν, εξ υπαιτιότητας των Εναγόντων, οι οποίοι δεν συμφώνησαν με ουσιώδεις όρους και αρνήθηκαν να υπογράψουν. Νομική πτυχή:- Η παρούσα υπόθεση είναι πολιτική, η απόσειση του βάρους απόδειξης θα κριθεί με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Επιπλέον, το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους Ενάγοντες, να αποδείξουν, τους ισχυρισμούς οι οποίοι περιλαμβάνονται στην Έκθεση Απαίτησης, καθώς, και στους Εναγόμενους να αποδείξουν τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στην Υπεράσπιση και Ανταξίωσή τους. Η απόσειση του βάρους απόδειξης θα αποτιμηθεί υπό το φως της παραδεκτής μαρτυρίας και όχι του παραδεκτού της μαρτυρίας, υπό το πρίσμα πάντοτε του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου διευκρινίζεται και τονίζεται πως η απόσειση του βάρους απόδειξης συναρτάται αποκλειστικά με τη μαρτυρία η οποία κρίνεται αξιόπιστη. Στο άρθρο 10 του Κεφ. 149 προβλέπονται τα ακόλουθα: «10.-
(1)Συμβάσεις είναι όλες οι συμφωνίες οι οποίες καταρτίζονται με την ελεύθερη συναίνεση μερών ικανών προς το συμβάλλεσθαι, για νόμιμη αντιπαροχή και νόμιμο σκοπό, οι οποίες δεν χαρακτηρίζονται ρητά από το Νόμο αυτό ως άκυρες~ τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, οι συμβάσεις δύνανται να καταρτίζονται γραπτά, ή προφορικά, ή μερικώς γραπτά και μερικώς προφορικά, ή δύνανται να συνάγονται από τη συμπεριφορά των μερών.
(2)Καμία από τις διατάξεις που περιλαμβάνονται στο Νόμο αυτό δεν επηρεάζει Νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία και ο οποίος δεν καταργείται ρητά από το Νόμο αυτό, με τον οποίο απαιτείται όπως οποιαδήποτε σύμβαση καταρτιστεί γραπτώς ή στην παρουσία μαρτύρων, ή την ισχύ οποιουδήποτε Νόμου που αφορά την καταχώριση εγγράφων.» Βασική αρχή στο δίκαιο των συμβάσεων υπαγορεύει πως η πρόθεση των διαδίκων αναφορικά με τη δημιουργία νομικών σχέσεων είναι ουσιαστικό κριτήριο, εν τούτοις όπου υπάρχουν έγγραφες συμφωνίες η πρόθεση αυτή συνάγεται και εξάγεται από τις συμφωνίες αυτές. Έχοντας κατά νου τη μορφή που έχει η απαίτηση των εναγόντων αλλά και τους ισχυρισμούς της Υπεράσπισης, τόσο μέσα από τα δικόγραφα αλλά και μέσα από τη μαρτυρία και τις εισηγήσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων, κρίνεται ορθό στο στάδιο αυτό όπως γίνουν κάποιες χρήσιμες αναφορές στις νομικές αρχές που διέπουν τη δημιουργία νομικής σχέσης. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Σολωμού Οικονόμου κ.α. ν. Γ. Ττοφινή κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 436, το άρθρο 29 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 σκοπό είχε την εισαγωγή του κανόνα του κοινοδικαίου ότι νομική ισχύ έχουν μόνο οι συμφωνίες οι όροι των οποίων είναι βέβαιοι. Αν και η υπόθεση αφορούσε γραπτή συμφωνία, ο ίδιος κανόνας ισχύει και όταν γίνεται επίκληση προφορικής συμφωνίας. Τα στοιχεία μιας έγκυρης συμφωνίας θα πρέπει να είναι τα ακόλουθα: (α) Σύμπτωση της διάνοιας των συμβαλλομένων μερών. (β) Εύλογη βεβαιότητα των όρων της συμφωνίας και διατύπωση των όρων με σαφήνεια. (γ) Η συμφωνία πρέπει να συνοδεύεται με πρόθεση των συμβαλλομένων μερών για δημιουργία νομικής δέσμευσης. (δ) Να υπάρχει αντάλλαγμα το οποίο να πηγάζει από την υπόσχεση, εκτός και αν πρόκειται για δωρεά. Συμπεράσματα Δικαστηρίου:- Λαμβάνοντας υπόψη τα ευρήματα και τη νομική πτυχή, κρίνεται ότι οι Ενάγοντες απέδειξαν τη σύναψη έγκυρης προφορικής συμφωνίας με τους Εναγόμενους, για συνεργασία στην ανέγερση του επίδικου έργου εξ ημισίας τόσο στη συμμετοχή όσο και τα κέρδη. Ήταν ξεκάθαρα κοινή πρόθεση τους για δημιουργία νομικής δέσμευσης. Το αντάλλαγμα ήταν το οικονομικό κέρδος που οι διάδικοι θα αποκόμιζαν. Το γεγονός ότι συνάφθηκε προφορική συμφωνία, με κοινή πρόθεση αυτή να έπαιρνε και γραπτή μορφή, έστω και αν τελικά δεν υπογράφτηκε γραπτή συμφωνία, ουδόλως επηρεάζει το κύρος της προφορικής συμφωνίας. Παρατηρείται ότι καμία δικογραφημένη θέση υπάρχει, εκ μέρους των Εναγόμενων, ότι η εγκυρότητα, ή η ισχύς ή η χρονική διάρκεια της προφορικής συμφωνίας τελούσε υπό την αίρεση της σύναψης γραπτής συμφωνίας. Φαίνεται πως λόγω της εμπιστοσύνης που υπήρχε μεταξύ των διευθυντών των διαδίκων (κουμπάροι, και ο Μ.Ε. βάφτισε παιδί του διευθυντή των Εναγόμενων), η προφορική συμφωνία άρχισε να υλοποιείται πριν γίνει επίσκεψη σε δικηγόρο (Μ.Υ.2) για σύνταξη γραπτού κειμένου. Έγιναν, ως εκ τούτου, κάποιες προκαταρκτικές εργασίες από πλευράς Εναγόντων, έστω σε μικρό βαθμό σχετικά με χωματουργικά και υψόμετρα, και πληρωμή χρημάτων €11.500,00 σ' αυτούς. Φαίνεται ακόμη πως, και αυτή είναι η περίπτωση, η πρόθεση για γραπτή συμφωνία αποσκοπούσε σε εξασφάλιση των διαδίκων σε περίπτωση που κάτι δεν πήγαινε καλά. Σημειώνεται άλλωστε πως όσον αφορά λεπτομέρειες για τη συμμετοχή ή τη συνδρομή ενός εκάστου των διαδίκων, κατά τη συνεργασία τους, δεν υπάρχουν στο γραπτό κείμενο σε μεγαλύτερο βαθμό απ' ότι συμφωνήθηκαν προφορικά. Υπενθυμίζεται ότι από πλευράς Εναγόμενων δεν προβλήθηκε θέση ότι δεν αποδέχονταν το Τεκμήριο 5 επειδή δεν συμφωνούσαν με κάποιον όρο του, αλλά ισχυρίζονται ότι είναι οι Ενάγοντες που δεν μπορούσαν να συμμορφωθούν με όρους αυτού, και ειδικότερα, πως (α) οι Ενάγοντες δεν διέθεταν εξελεγμένους λογαριασμούς και (β) η σύζυγος του διευθυντή των Εναγόντων δεν υπόγραφε ως εγγυήτρια. Όσον αφορά το (α) θέμα κρίνεται ότι πρόκειται για θέση που κατασκευάστηκε από τους Εναγόμενους στην πορεία και όχι στοιχείο το οποίο αποτέλεσε λόγο για τη μη συνέχιση της συνεργασίας. Εφόσον επικαλούνται τη διακοπή της συνεργασίας στη βάση αυτού του λόγου, λογικό και αναμενόμενο θα ήταν να υπήρχε τέτοιος όρος έστω στο προσχέδιο της γραπτής συμφωνίας - Τεκμήριο
- Επισημαίνεται πως καμία μαρτυρία εκ μέρους των Εναγόμενων τέθηκε προς αυτήν την κατεύθυνση, και κυρίως από το δικηγόρο που συνέταξε το προσχέδιο αφού άκουσε πρώτα τις θέσεις και προθέσεις των διευθυντών των διαδίκων. Άλλωστε, προέκυψε ξεκάθαρα ενώπιον του Δικαστηρίου από τη μαρτυρία του Μ.Υ.2, πως το γεγονός της μη ύπαρξης εξελεγμένων λογαριασμών και οικονομικών καταστάσεων, εκ μέρους των Εναγόντων, ξεκαθαρίστηκε από το διευθυντή τους και είναι γι' αυτό το λόγο προφανώς που στο προσχέδιο τέθηκαν προσωπικές εγγυήσεις από τον Μ.Ε. και τη σύζυγο του. Όσον αφορά το (β) θέμα, επίσης λογικό και αναμενόμενο θα ήταν να υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία ότι η σύζυγος του διευθυντή των Εναγόντων κλήθηκε, είτε προφορικά είτε γραπτώς, για να υπογράψει και επειδή αρνήθηκε δεν μπορούσε να προχωρήσει η γραπτή συμφωνία. Τούτο σε συνιφασμό πάντοτε με το γεγονός ότι κατά την προφορική συμφωνία δεν συμφωνήθηκαν θέματα προσωπικών εγγυήσεων. Επισημαίνεται ακόμη πως στην επιστολή, που οι Εναγόμενοι μέσω του δικηγόρου τους - Τεκμήριο 8 - απαντούν στην επιστολή που στάληκε σ' αυτούς από τους δικηγόρους των Εναγόντων, γίνεται γενική και αόριστη αναφορά πως οι Ενάγοντες δεν συμφώνησαν με ουσιώδεις όρους του προσχεδίου και αρνήθηκαν να προβούν στη σύναψη ή την υπογραφή της συμφωνίας. Καμία όμως ειδική αναφορά γίνεται σχετικά με τα δύο πιο πάνω θέματα. Επισημαίνεται τέλος, ως επισφράγιση των πιο πάνω, και το γεγονός ότι ο άμεσα εμπλεκόμενος και γνώστης των καθοριστικών γεγονότων για τη σύναψη ή όχι προφορικής συμφωνίας, αλλά και τους λόγους μη σύναψης γραπτής μαρτυρίας, ήτοι ο διευθυντής των Εναγόμενων, δεν κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Κατ' επέκταση κρίνεται ότι η θέση της Υπεράσπισης πως η μη σύναψη συμφωνίας οφειλόταν σε αιτία που αφορά τους Ενάγοντες παρέμεινε, ενώπιον του Δικαστηρίου, μετέωρη. Ως τέτοια, ενόψει της μη κατάθεσης από το διευθυντή των Εναγόμενων, παρέμεινε και η θέση ότι δεν συνάφθηκε προφορική μαρτυρία. Έχει ήδη εξηγηθεί γιατί το Δικαστήριο κατέληξε ότι υπήρξε προφορική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων. Περαιτέρω, με βάση τα προλεγόμενα κρίνεται δικαιολογημένο το συμπέρασμα ότι οι Εναγόμενοι τερμάτισαν αναίτια τη συνεργασία των διαδίκων, όπως αυτή άρχισε στη βάση της προφορικής συμφωνίας, χωρίς επίκληση παραβίασης συγκεκριμένου όρου αυτής από πλευράς των Εναγόντων. Προβάλλει αποδεκτή η θέση του Μ.Ε. ότι αιτία της διακοπής της συνεργασίας, στη βάση της προφορικής συμφωνίας, ήταν η παρεξήγηση που επήλθε μεταξύ του και του διευθυντή των Εναγόμενων, κατά τις διακοπές του Αυγούστου του 2008 στο εξωτερικό. Αυτή ήταν και η μόνη ουσιαστικά εκδοχή που ενώπιον του Δικαστηρίου υποστηρίχθηκε με μαρτυρία η οποία κρίθηκε αξιόπιστη. Καθίσταται πλέον αναγκαίος ο καθορισμός αποζημιώσεων προς όφελος των Εναγόντων, ως αναίτιων, στον τερματισμό της προφορικής συμφωνίας. Η αξίωση των Εναγόντων είναι για διαφυγόν κέρδος και/ή απώλεια καθαρών εσόδων και/ή βάση αδικαιολόγητου πλουτισμού. Η συνήγορος τους, μέσα από τις αγορεύσεις, εισηγείται, αντιλαμβανόμενη προφανώς τη δυσκολία ικανοποίησης της αξίωσης των Εναγόντων λόγω μη ολοκλήρωσης του έργου, πως το Δικαστήριο μπορεί διαζευκτικά να επιδικάσει αποζημιώσεις στη βάση του ποσού που εισπράχθηκε για το μέρος του έργου που έχει εκτελεστεί για το ½ του ποσοστού 30% που ήταν το κέρδος και των δύο διαδίκων, ήτοι €852.035,00 x 30% διά
- Το άρθρο 73 του Κεφ. 149 προνοεί τα ακόλουθα: «73.-
(1)Σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης, ο συμβαλλόμενος που ζημιώνεται από την εν λόγω παράβαση έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο, για τη ζημιά ή απώλεια που υπέστη συνεπεία αυτής, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνήπτετο η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης. Καμιά αποζημίωση δεν καταβάλλεται για απομακρυσμένη και έμμεση απώλεια ή ζημιά που προξενήθηκε συνεπεία παράβασης της σύμβασης.
(2)Το πρόσωπο το οποίο ζημιώνεται από τη μη εκπλήρωση υποχρέωσης που προσομοιάζει με τις συμβατικές, δικαιούται να λάβει από τον υπαίτιο την ίδια αποζημίωση, ωσάν να επρόκειτο για παράβαση σύμβασης.
(3)Κατά τον υπολογισμό της απώλειας ή της ζημιάς που προέκυψε από την παράβαση της σύμβασης, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα μέσα τα οποία υπήρχαν για θεραπεία της δυσχέρειας η οποία προκλήθηκε συνεπεία της μη εκτέλεσης της σύμβασης.» Κρίνεται χρήσιμο να γίνει, σε αυτό το στάδιο, υπενθύμιση των νομολογιακών αρχών που διέπουν τον καθορισμό επιδίκασης αποζημιώσεων στη βάση διαφυγόντος κέρδους. Παρατίθεται στη συνέχεια σχετικό απόσπασμα από την υπόθεση Ανδρέας Χ"Κυπρή κ.α ν. Sanifix Agencies Ltd κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 447: «(α) Τελικός στόχος των αποζημιώσεων για παράβαση σύμβασης είναι η τοποθέτηση του ανυπαίτιου στη θέση στην οποία θα βρισκόταν αν εκπληρώνονταν οι συμβατικές υποχρεώσεις που αναλήφθηκαν. Στην προκειμένη περίπτωση, οι διάδικοι είχαν ρητά συμφωνήσει ότι η μελλοντική τύχη του ακινήτου, δηλαδή κατά πόσο θα συμπληρωνόταν με την ανέγερση επιπρόσθετων ορόφων, ή θα επωλείτο στην κατάσταση που βρισκόταν, εξαρτιόταν από νέα απόφαση και συμφωνία των μερών, και κατά συνέπεια ήταν ανεπίτρεπτη η επιδίκαση αποζημιώσεων για διαφυγόν κέρδος, με βάση την υπόθεση ότι η οικοδομή θα συμπληρωνόταν με την ανέγερση επτά ορόφων. (β) Εφόσον ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν είχε προσαχθεί οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία σχετικά με τις αποζημιώσεις, εκτός από την μαρτυρία για το ισχυριζόμενο διαφυγόν κέρδος, δεν μπορούσαν να επιδικασθούν για την παράβαση συμβολαίου αποζημιώσεις άλλες από ονομαστικές αποζημιώσεις». Για τους λόγους που εξηγούνται στη συνέχεια κρίνεται ότι οι Ενάγοντες δεν απέδειξαν ότι δικαιούνται το ποσό των ΛΚ346.000,00 που αξιώνουν ως διαφυγόν κέρδος. Οι Eνάγοντες, το ποσό αυτό (ΛΚ346.000,00), το υπολόγισαν στη βάση της προσφοράς επί του συνολικού κόστους του έργου. Όπως ξεκαθαρίστηκε όμως η εκτέλεση της β' φάσης του έργου τελούσε υπό την προϋπόθεση πώλησης τουλάχιστον μίας κατοικίας από την α' φάση. Ενώπιον δε του Δικαστηρίου διαπιστώθηκε ότι ούτε η α' φάση έχει ολοκληρωθεί αλλά ούτε και πωλήθηκε έστω μία κατοικία αυτής ώστε να προχωρήσει η β΄ φάση του έργου. Ως εκ τούτου, πολύ δε περισσότερο δεν στοιχειοθετείται η αξίωση για απώλεια καθαρών εσόδων. Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ζημιά για διαφυγόν κέρδος στη βάση του 30% των εισπράξεων του ποσού των €852.035,00 (το ποσό είναι παραδεκτό από παράγραφο 24 της Υπεράσπισης) από τους Εναγόμενους για το μέρος του έργου που έχει εκτελεστεί για την α' φάση. Η ανάλογη εισήγηση της συνηγόρου των Εναγόντων απορρίπτεται. Πρώτιστα διαπιστώνεται ότι το δικογραφημένο ποσοστό 30% ως κέρδος, δια το ½ που εισηγούνται οι Ενάγοντες, όπως διαφάνηκε μέσα από τη μαρτυρία του Μ.Ε., έχει κλονιστεί αφού το ποσοστό κέρδους, για κάποιες εργασίες ήταν διαφορετικό, ο Μ.Ε. μίλησε δε και για 40% σε κάποιες περιπτώσεις. Επομένως η σταθερή εκδοχή όπως είναι δικογραφημένη έχει αλλοιωθεί. Επιπρόσθετα όμως των πιο πάνω, δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία αν υπολογίστηκε, με βάση την προσφορά, Τεκμήριο 3, είτε το κόστος της α' φάσης του έργου είτε το κόστος των εργασιών στο βαθμό που το έργο εκτελέστηκε για την α' φάση. Από το Τεκμήριο 3 δεν προκύπτουν στοιχεία τα οποία να επιτρέπουν στο Δικαστήριο να προβεί σε δικούς του απλούς υπολογισμούς και να καθορίσει το ακριβές διαφυγόν κέρδος. Ακόμη υπενθυμίζεται πως ο Μ.Ε. αποδέκτηκε κατά τη μαρτυρία του ότι από το ποσό της προσφοράς θα αφαιρούνταν κάποια ποσά από το κέρδος, όπως φορολογίες και άλλα έξοδα, εφόσον θα συμμετείχε στο έργο. Συνεπώς δεν επρόκειτο για καθαρό και συγκεκριμένο κέρδος. Ούτως ή άλλως, η μαρτυρία του Μ.Ε. στράφηκε προς την κατεύθυνση της απώλειας κέρδους στη βάση του ποσού που θα κόστιζε ολόκληρο το έργο και όχι στη βάση του ποσού που εισπράχθηκε από τους Εναγόμενους στο βαθμό που εκτελέστηκε μέχρι σήμερα το έργο. Ενόψει όλων των πιο πάνω, κρίνεται πως οι Ενάγοντες δεν απέδειξαν με ακρίβεια τη ζημιά τους. Παραμένει, ως εκ τούτου, το ερώτημα τι νομιμοποιείται το Δικαστήριο να επιδικάσει στους Ενάγοντες ως αποζημιώσεις. Κατά τη θέση του Δικαστηρίου, η απάντηση προκύπτει μέσα από την υπόθεση A. PANAYIDES CONTRACTING LIMITED v. M & M FRANGOS ENGINEERING & CONTRACTING LTD
(2012)1(B) A.Α.Δ. 1136, όπου δόθηκε προσφορά από υπεργολάβο στη βάση προφορικής συμφωνίας, κατακυρώθηκε το έργο στον εργολάβο, ο οποίος όμως επέλεξε να κάνει το έργο με άλλο υπεργολάβο. Γίνεται στην εν λόγω απόφαση εκτενής και αναλυτική παράθεση των αρχών που πρέπει να διέπουν τον καθορισμό αποζημιώσεων σε τέτοιες περιπτώσεις. Εν τέλει, το εφετείο, εφόσον έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε επ' ακριβώς η ζημιά του υπεργολάβου, έλαβε υπόψη την αγγλική νομολογία και καθόρισε το απολεσθέν κέρδος. Παρατίθεται σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση: «Παραμένει, υπό το φως των διαπιστωθέντων ως άνω προβλημάτων απόδειξης της ζημιάς που υπέστησαν οι εφεσίβλητοι και της λανθασμένης επ΄ αυτού προσέγγισης του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ο καθορισμός της αποζημίωσης. Έχει λεχθεί στην υπόθεση Biggin v. Permanite
(1951)1 K.B. 422, ότι το Δικαστήριο πρέπει να κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί στον υπολογισμό των αποζημιώσεων στην περίπτωση όπου δεν δίνεται επακριβής μαρτυρία για τις ζημιές. Το ότι είναι αδύνατο να υπολογισθεί με ακρίβεια η αποζημίωση, δεν πρέπει να παρεμβάλλει εμπόδιο στην απόδοση αποζημιώσεων εφόσον βεβαίως ο ενάγων αποδεικνύει το υπαρκτό του δικαιώματος του για αποζημίωση. Όπως δηλώθηκε και στην υπόθεση Chaplin v. Hicks
(1911)Q.B. 786: «No one suggested that, because there is no market there are no damages. In such a case the jury must do their best they can and it may be that the amount of their verdict will really be a matter of quesswork.» Εξηγείται δε και στον Ogus: The Law of Damages, σελ. 82, ότι κατά το τέλος του 19ου αιώνα αναγνωρίστηκε ότι στις περιπτώσεις όπου είναι δύσκολη ή αδύνατη η απόδειξη των αποζημιώσεων, το γεγονός δεν θα πρέπει να δικαιώνει το υπαίτιο μέρος. Στην υπόθεση Simpson v. London and North Western Rail Co
(1876)1 Q.B.D. 274, όπου ήταν αδύνατο να αποδειχθεί επακριβώς η απώλεια πελατείας ενόψει της μη έγκαιρης παράδοσης από τον εναγόμενο αγαθών προς τον ενάγοντα, ο οποίος θα τα εμπορευόταν σε γεωργική έκθεση, η ένσταση ότι η απώλεια κέρδους ήταν αδύνατον να υπολογισθεί με ακρίβεια, απαντήθηκε ως εξής: «a sufficient answer is that it must be assumed that the plaintiff would make some profit.» Υπό το φως των ανωτέρω, καθορίζεται το απωλεσθέν κέρδος στο 5%, λαμβάνοντας υπόψη τη μικρή μείωση στα κέρδη του 2001, τη μη παραγγελία οποιουδήποτε αγαθού, μηχανήματος ή προϊόντος από τους εφεσίβλητους, και το γεγονός ότι η κερδοφορία της εταιρείας των εφεσιβλήτων δεν επηρεάστηκε από το 2002 κ.ε. Άλλωστε και οι ίδιοι οι εφεσείοντες καθόρισαν στη μαρτυρία τους το ποσοστό κέρδους, μέχρι 5%.» Κατ΄ ανάλογο τρόπο κρίνεται ότι τα γεγονότα που βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου, δικαιολογούν την επιδίκαση αποζημίωσης προς όφελος των Εναγόντων. Δεν παραγνωρίζεται το γεγονός ότι οι Ενάγοντες δεν παρουσίασαν εξελεγμένους λογαριασμούς ούτως ώστε να προκύπτει ζημιά. Η εξήγηση που δόθηκε, και ήταν από την αρχή κατά την προσπάθεια ετοιμασίας γραπτής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, είναι πως δεν υπήρχαν τέτοιοι λογαριασμοί από τους Ενάγοντες. Το γεγονός όμως δεν αποκλείει ή εμποδίζει το Δικαστήριο να επιδικάσει συγκεκριμένο ποσό. Τούτο, λαμβάνοντας υπόψη ότι οι Ενάγοντες κατά την περίοδο της συνεργασίας με τους Εναγόμενους, στη βάση της προφορικής συμφωνίας, δεν είχαν άλλη εργασία. Άλλωστε, ήταν η θέση των Εναγόμενων ότι η συνεργασία, στη βάση βέβαια γραπτής συμφωνίας, θα γινόταν για να βοηθηθούν οι Ενάγοντες που δεν είχαν δουλειές. Επίσης οι Εναγόμενοι υπέβαλλαν στο Μ.Ε. κατά τη δίκη ότι οι Ενάγοντες ουσιαστικά ήταν αδρανής εταιρεία και γι' αυτό δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν στην εκτέλεση του έργου. Επομένως, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για πιθανό κέρδος εκ μέρους των Εναγόντων από άλλη εργασία ή εργολαβία, και ως εκ τούτου η μη παρουσίαση εξελεγμένων λογαριασμών έχει ουδέτερη σημασία. Συνακόλουθα με όλα τα πιο πάνω, αλλά και στη βάση των όσων αποφασίστηκαν στην υπόθεση PANAYIDES (ανωτέρω), το Δικαστήριο κρίνει ότι ως εύλογο ποσοστό κέρδους για τους Ενάγοντες θα ήταν τουλάχιστο το 5%. Αυτό επειδή οι Εναγόμενοι αποδέχονται στην Υπεράσπιση τους (βλέπε παράγραφος 8), ότι το προϋπολογισθέν κέρδος από τη συνεργασία θα ήταν 10%. Το ότι δεν συνάφθηκε γραπτή συμφωνία δεν διαφοροποιείται αυτό το ποσοστό. Επομένως, εφόσον το κέρδος θα ήταν εξ ημισίας, το 5% για τους Ενάγοντες αποτελεί εύλογο και δίκαιο ποσοστό. Παρότι ο Μ.Ε. κατέθεσε πως, πέραν από το κέρδος στις κατασκευαστικές εργασίες, θα υπήρχε και ένα μικρό κέρδος από τις υπεργολαβίες, αυτό δεν καθορίστηκε σε ποσοστό. Στο παρόν στάδιο επισημαίνεται πως, και αν ακόμα κρινόταν αξιόπιστος ο Μ.Υ.3, το αποτέλεσμα της απόφασης του Δικαστηρίου θα ήταν το ίδιο καθότι στην υπόθεση PANAYIDES (ανωτέρω) ουδεμία παροχή υπηρεσιών προσφέρθηκε και όμως επιδικάστηκε απώλεια κέρδους. Κατ' επέκταση, με βάση το ποσό των €852.035,00 που εισπράχθηκε για το έργο στο βαθμό που αυτό εκτελέστηκε, επί 5% προκύπτει το ποσό των €42.601,75. Από αυτό όμως το ποσό, είναι δίκαιο να αφαιρεθεί το ποσό των €11.500,00 (εφόσον κρίθηκε ότι δεν αφορούσε δάνειο από τους Εναγόμενους) που οι Ενάγοντες πληρώθηκαν στην αρχή της συνεργασίας. Ως εκ τούτου προκύπτει το ποσό των €31.101,75. Όσον αφορά στην Ανταπαίτηση, κρίνεται ότι αυτή είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Ζητείται απόφαση για τρία συγκεκριμένα ποσά (α) €120.000,00, (β) €11.500,00 και (γ) €1.150,00. Για το (α) ποσό καμία μαρτυρία προσάχθηκε. Για το (β) ποσό έχει ήδη απορριφθεί η θέση πως δόθηκε ως δάνειο προς τους Ενάγοντες. Ουδείς άλλωστε κατέθεσε εκ μέρους των Εναγόμενων για πληρωμή τέτοιου ποσού ως δάνειο, ως εκ τούτου η ανάλογη δικογραφημένη θέση τους παρέμεινε ανυποστήρικτη στη δίκη. Όσον αφορά το (γ) ποσό, επίσης καμία μαρτυρία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι συμφωνήθηκε όπως η αμοιβή του δικηγόρου (Μ.Υ.2), για τη σύνταξη γραπτής συμφωνίας, καταβληθεί εξ ημισίας από τους διάδικους. Ο Μ.Υ.2 όταν ρωτήθηκε από ποιον θα πληρωνόταν, απάντησε πως έπρεπε να πληρωθεί για την εργασία του από κάποιον. Αυτό όμως δεν εξυπακούει ότι έπρεπε να πληρωθεί και από τους δύο. Φάνηκε άλλωστε ότι είναι ο διευθυντής των Εναγόμενων που εισηγήθηκε να πάνε στον συγκεκριμένο δικηγόρο, ο δε Μ.Ε. δεν τον γνώριζε πριν. Ούτε και υπήρξε μαρτυρία πως όταν ο διευθυντής των Εναγόμενων πλήρωσε τον Μ.Υ.2, πλήρωνε και το ½ εκ μέρους των Εναγόντων. Συνακόλουθα με όλα τα πιο πάνω, εκδίδεται απόφαση, στην αγωγή προς όφελος των Εναγόντων και εναντίον των Εναγόμενων: (α) για το ποσό των €31.101,75 πλέον νόμιμο τόκο μέχρι εξόφλησης, και (β) για τα δικηγορικά έξοδα πλέον Φ.Π.Α. όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται. Λόγω της συνεκδίκασης με την αγωγή, δεν επιδικάζονται έξοδα στην Ανταπαίτηση. ΄ (Υπ.) ............... Δ. Ι. Κίτσιος, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΔ Subject: Civil/Other Action/Final Αναφορά: Συμβάσεις - Συμφωνία για συνεργασία - Τερματισμός - Απώλεια κέρδους cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο