← Κύπρος

IKOS CIF LTD ν. Martin Coward κ.α., Aγωγή Αρ. 5467/09, 25/2/2015

IKOS CIF LTD ν. Martin Coward κ.α., Aγωγή Αρ. 5467/09, 25/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A46 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Aγωγή Αρ. 5467/09 Μεταξύ: ΙΚOS CIF LIMITED, από τη Λεμεσό Εναγόντων και ΜARTIN COWARD, από το Μονακό Εναγομένου --------------------- Και όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερομηνίας 6.5.2011 Μεταξύ: IKOS CIF LTD Εναγόντων -και-

  1. Martin Coward
  2. George Dowdye
  3. David Anthony Francis Burns
  4. Eric Westphal
  5. Hans Drescher
  6. Vincent Pfister
  7. Sam Gover
  8. Peter Ho
  9. Simon Jones
  10. Dan Bower
  11. Nathalie Pratico
  12. Zoe Efford
  13. Marmidons (Cyprus) Ltd Εναγομένων -------------------------- Αίτηση ημερ. 26.3.2014 για ακύρωση του προσωρινού διατάγματος 25 Φεβρουαρίου 2015 Για εναγόμενο-αιτητή: κ. Γ. Τριανταφυλλίδης με κ. Θ. Οικονόμου Για ενάγοντες-καθ' ων η αίτηση: κ. Π. Πολυβίου με κ. Γ. Μίτλεττον ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα καταχώρισε την πιο πάνω αγωγή εναντίον του εναγομένου στις 23.12.2009 και την ίδια ημέρα εξασφάλισε προσωρινό διάταγμα, το οποίο κατέστη απόλυτο στις 15.7.
  14. Με την εξεταζόμενη αίτηση, ο αιτητής επιδιώκει την ακύρωση του υπό αναφοράν προσωρινού διατάγματος, λόγω της κατ' ισχυρισμόν αδράνειας της καθ' ης να προωθήσει την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής. Οι λόγοι επί των οποίων στηρίζεται το αίτημα εκτίθενται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, η οποία υπογράφεται από τον κ. Α. Ρήγα, δικηγόρο στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον αιτητή. Στις παραγράφους 2 μέχρι 10 παραθέτει συνοπτικά την πορεία της αγωγής, δίνοντας έμφαση στα διαβήματα της αιτήτριας για προσθήκη δώδεκα νέων εναγομένων καθώς και για τροποποίηση της οπισθογράφησης του κλητηρίου και της Έκθεσης Απαίτησης. Όπως αναφέρει, αφού εγκρίθηκε με τη συγκατάθεση του αιτητή το αίτημα της ενάγουσας για την προσθήκη των δώδεκα νέων εναγομένων, στις 25.5.2011 καταχωρίστηκε τροποποιημένο κλητήριο το οποίο επιδόθηκε σε πέντε μόνο από τους νέους εναγόμενους που προστέθηκαν. Μέχρι και σήμερα, προσθέτει, δεν έχει επιδοθεί το τροποποιημένο κλητήριο στους εναγόμενους 2, 3, 7, 8, 9, 10 και
  15. Ακολούθως, αναφέρει, η ενάγουσα καταχώρισε δυο αιτήσεις για τροποποίηση της οπισθογράφησης του κλητηρίου και της Έκθεσης Απαίτησης (6.7.2012 και 19.12.2012, αντίστοιχα) οι οποίες απορρίφθηκαν με την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 12.7.
  16. Τονίζονται εν συνεχεία οι διαπιστώσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην απόφαση του ημερομηνίας 20.3.2014, με την οποία απέρριψε την έφεση της ενάγουσας εναντίον της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκαν οι αιτήσεις για τροποποίηση. Παρατίθεται αυτούσιο το περιεχόμενο της παραγράφου 11 της ένορκης δήλωσης του κ. Ρήγα, στην οποία καταγράφονται οι σχετικές διαπιστώσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στις oποίες δόθηκε ιδιαίτερη βαρύτητα από το συνήγορο του εναγόμενου. Έχει ως ακολούθως: «Το Ανώτατο Δικαστήριο απορρίπτοντας τις εφέσεις αποφάσισε ότι οι καθ' ων η αίτηση ήσαν ένοχοι υπέρμετρης καθυστέρησης στην καταχώρηση των δύο αιτήσεων τροποποίησης και ότι στην παρούσα υπόθεση «το συμφέρον της δικαιοσύνης δεν θα ήταν συμβατό με την παροχή άδειας για την τροποποίηση, λόγω των ιδίων των δεδομένων της υπόθεσης, τα οποία επιμαρτυρούν κίνδυνο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς στην αντίδικη πλευρά». Περαιτέρω το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι «Όπως, όμως, είναι παραδεκτό, εδώ και τρία περίπου χρόνια βρίσκεται σε ισχύ διάταγμα εναντίον του Εφεσίβλητου 1, το οποίο, ως απόλυτο, επηρεάζει τα δικαιώματά του μέχρι περάτωσης της αγωγής. Η καθυστέρηση που δημιουργείται, και το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι σε μεγάλο αριθμό εφεσιβλήτων δεν επιτεύχθηκε μέχρι σήμερα επίδοση της αγωγής, έχει ως αποτέλεσμα την παράταση ισχύος του εκδοθέντος διατάγματος και, συνακόλουθα, τη συνέχιση επηρεασμού των δικαιωμάτων του Εφεσίβλητου
  17. Είναι αχρείαστο να υπενθυμίσουμε ότι η έκδοση διαταγμάτων προσωρινής φύσης έχει ως μόνο λόγο τη διατήρηση της κατάστασης μέχρις ότου κριθούν τελεσίδικα οι διαφορές των διαδίκων. Κρίση που πρέπει να ολοκληρώνεται το συντομότερο δυνατό, ούτως ώστε να διασφαλίζονται τα συνταγματικά δικαιώματα των επηρεαζόμενων.» Η καθ' ης καταχώρισε ένσταση, υποστηρίζοντας πως η αίτηση είναι αβάσιμη και αδικαιολόγητη για τους ακόλουθους λόγους: Η Αίτηση είναι δικονομικά εσφαλμένη και/ή ανυπόστατη και/ή αντινομική και/ή δεν υποστηρίζεται από οποιοδήποτε κανόνα Πολιτικής Δικονομίας και/ή οποιοδήποτε νόμο ή αρχή της νομολογίας. Το Δικαστήριο στερείται εξουσίας να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα. Η Αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και πρέπει να απορριφθεί ως τέτοια. Η Αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και/ή αστήρικτη. Η Αίτηση δεν υποστηρίζεται από πραγματικά γεγονότα και/ή η ένορκη δήλωση που την συνοδεύει είναι ανεπαρκής. Ο Αιτητής κωλύεται και/ή εμποδίζεται εκ της συμπεριφοράς του να προωθήσει την Αίτηση. Το Διάταγμα ημερομηνίας 23.12.2009 κατέστη εκ συμφώνου απόλυτο στις 15.7.2010 και ως εκ τούτου ο Αιτητής δεν δύναται και/ή δεν νομιμοποιείται να εγείρει την ακύρωση και/ή τον παραμερισμό του. Ο Αιτητής δεν νομιμοποιείται να εγείρει ζήτημα καθυστέρησης και/ή παράβασης των δικαιωμάτων του αφού δεν έχει καταχωρήσει υπεράσπιση και/ή είναι ένοχος υπέρμετρης καθυστέρησης. Ο μοναδικός λόγος που καταχωρήθηκε η Αίτηση είναι για να επιτευχθεί καθυστέρηση και/ή παρακώλυση της διαδικασίας. Ο Αιτητής έχει παραβεί τις πρόνοιες του διατάγματος ημερομηνίας 23.12.2009 το ποίο κατέστη απόλυτο στις 15.7.2010 και ως εκ τούτου δεν νομιμοποιείται και/ή κωλύεται και/ή εμποδίζεται να προωθήσει την υπό κρίση αίτηση. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση ο διευθυντής της ενάγουσας κ. Γ. Κωνσταντινίδης αναφέρει πως το προσωρινό διάταγμα έχει εγγραφεί σε αλλοδαπές δικαιοδοσίες (Ελλάδα και Ηνωμένο Βασίλειο), παρά τις ενστάσεις που καταχώρισε ο εναγόμενος. Υποδεικνύει, επίσης, πως ο εναγόμενος παραλείπει να καταχωρίσει την Υπεράσπιση του και παραθέτει λεπτομερές χρονικό της αγωγής (Παράρτημα Α) στο οποίο περιέχονται όλα τα δικονομικά διαβήματα που έχουν ληφθεί από τους διαδίκους, από την έγερση της αγωγής μέχρι τις 22.5.2014, ημερομηνία που καταχωρίστηκε η ένσταση. Παρενθετικά σημειώνεται πως η Έκθεση Υπεράσπισης του εναγόμενου καταχωρίστηκε στις 17.9.
  18. Με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι ανέπτυξαν με πολλή επιμέλεια τις θέσεις και εισηγήσεις των διαδίκων, με παραπομπές σε συγγράμματα και νομολογία. Ο κ. Τριανταφυλλίδης παρέπεμψε στην πλούσια επί του εγειρόμενου θέματος νομολογία, με βάση την οποία τα Δικαστήρια διατηρούν σύμφυτη εξουσία να ακυρώνουν προσωρινά διατάγματα στις περιπτώσεις όπου διαπιστώνεται παράλειψη προώθησης της υπόθεσης από το διάδικο που έχει εξασφαλίσει προσωρινή θεραπεία (Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ κ.α.

(1992)1 Α.Α.Δ. 1453, T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 A.A.Δ. 1802, Κίτσιος κ.α. ν. A.C. Kitsios Motors Ltd κ.α.
(2010)1 Α.Α.Δ. 1262, Όξυνος κ.α. ν. Μαρίας Ρόλη Λου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1066 κ.α.). Αναφερόμενος στα γεγονότα, όπως εμφαίνονται στο φάκελο της υπόθεσης και συνοψίζονται στην αίτηση, υπόδειξε πως η ενάγουσα, αφού εξασφάλισε το προσωρινό διάταγμα, το οποίο κατέστη απόλυτο στις 15.7.2010, καταχώρισαν την αίτηση για προσθήκη των 12 νέων διαδίκων στις 23.5.2010, η οποία εγκρίθηκε στις 6.5.2011. Έκτοτε, υποστήριξε, η ενάγουσα επέδειξε πλήρη αδράνεια στην προώθηση της αγωγής, αφού: α) Στις 25.5.2011, καταχώρισε τροποποιημένο κλητήριο στο οποίο συμπεριέλαβε τους δώδεκα εναγόμενους, χωρίς όμως να λάβει τα αναγκαία διαβήματα για να το επιδώσει σε όλους τους νέους διαδίκους. Ειδικότερα, αναφέρει πως στους εναγόμενους 2, 3, 7, 8, 9, 10 και 12, το κλητήριο δεν επιδόθηκε και δεν λήφθηκαν οποιαδήποτε μέτρα για το σκοπό αυτό. β) Στις 6.7.2012, ήτοι δεκατέσσερις μήνες μετά την έκδοση του διατάγματος για προσθήκη των δώδεκα νέων εναγομένων, η ενάγουσα καταχώρισε αίτηση για τροποποίηση της οπισθογράφησης και στις 19.12.2012 (δηλαδή είκοσι μήνες μετά από την έκδοση του υπό αναφορά διατάγματος) καταχώρισε αίτηση για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης. γ) Οι ως άνω αιτήσεις εκδικάστηκαν και απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο. Την ίδια τύχη είχε και η έφεση που καταχώρισε η ενάγουσα εναντίον της πρωτόδικης απόφασης, λόγω της καθυστέρησης η οποία, όπως διαπιστώθηκε από το Εφετείο, επηρεάζει δυσμενώς τα συμφέροντα του αιτητή, λόγω ακριβώς της ύπαρξης του επίδικου προσωρινού διατάγματος. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγόμενου, έκαμε εκτενή αναφορά στην πιο πάνω Εφετειακή απόφαση (βλ. IKOS CIF LTD v. Martin Coward κ.α., Π.Ε. αρ. 173/2013 και 138/2013, ημερομηνίας 20.3.2014), υποστηρίζοντας ότι οι διαπιστώσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, για δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων του εναγόμενου 1, λόγω της παρατεταμένης καθυστέρησης στην προώθηση και ολοκλήρωση της όλης δικαστικής διαδικασίας, δεσμεύουν το παρόν Δικαστήριο. Στην δική του εμπεριστατωμένη αγόρευση, ο ευπαίδευτος συνήγορος της ενάγουσας υπόδειξε πως στην κρινόμενη υπόθεση συντρέχουν ειδικοί λόγοι και ιδιαίτερες περιστάσεις που δικαιολογούν όπως διαφοροποιηθεί η προσέγγιση του Δικαστηρίου από τη γνωστή νομολογία την οποία επικαλέστηκε ο κ. Τριανταφυλλίδης. Εν πρώτοις, υπέδειξε, δεν πρόκειται για ένα προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς και εξακολουθεί να ισχύει αλλά για διάταγμα το οποίο κατέστη εκ συμφώνου απόλυτο, με ισχύ μέχρι την εκδίκαση της αγωγής. Κατά δεύτερο λόγο, το διάταγμα κατέστη απόλυτο εκ συμφώνου και ο αιτητής εμποδίζεται να επιδιώκει την ακύρωση του. Όπως υποστήριξε, η ενάγουσα, στηριζόμενη στο γεγονός ότι ο εναγόμενος συμφώνησε όπως το διάταγμα καταστεί απόλυτο, απέσυρε ανεπιφύλακτα όλες τις υπόλοιπες θεραπείες της αίτησης ημερομηνίας 23.12.2009 και ικανοποίησε το αίτημα του αιτητή για να του επιτραπεί να καταθέσει ενώπιον των Αγγλικών Δικαστηρίων, υπό τους όρους που αναφέρθηκαν στο διάταγμα. Εισηγήθηκε περαιτέρω πως ένα διάταγμα που εκδίδεται εκ συμφώνου (consent order) δεν μπορεί να παραμεριστεί παρά μόνο στις περιπτώσεις όπου εξασφαλίστηκε με δόλο, παραπλάνηση ή με κάποιο άλλο μεμπτό τρόπο. Στην κρινόμενη υπόθεση, εισηγήθηκε, τα μέρη συμφώνησαν όπως το διάταγμα καταστεί απόλυτο, χωρίς να προβάλλεται ισχυρισμός για μεμπτή συμπεριφορά εκ μέρους της ενάγουσας. Παραπέμποντας σε Αγγλική, κυρίως, νομολογία (Purcell v. F.C. Trigell Ltd
(1971)1 QB 358 και Chanel Ltd v. F.W. Woolworth & Co Ltd
(1981)1 WLR 485) εισηγήθηκε πως δεν μπορεί να παραμεριστεί το επίδικο διάταγμα γιατί δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος για ακύρωση του εκ συμφώνου διατάγματος. Όσον αφορά το ζήτημα της καθυστέρησης, ο ευπαίδευτος συνήγορος αναφέρθηκε στο ιστορικό της υπόθεσης, όπως προκύπτει μέσα από το φάκελο και το Παράτημα Α στην ένσταση, υποστηρίζοντας πως η καθυστέρηση δεν οφείλεται στην ενάγουσα αλλά κατά κύριο λόγο στον αιτητή. Επεσήμανε, επί του προκειμένου, πως ο αιτητής καταχώρισε την Υπεράσπιση του μόλις τον Σεπτέμβριο του έτους 2014 και αυτό μετά που η ενάγουσα καταχώρισε αίτηση για απόφαση, λόγω της παράλειψης του να καταχωρίσει Υπεράσπιση. Η ενάγουσα, αναφέρει, είχε καταχωρίσει την Έκθεση Απαίτησης της από τις 8.7.2010 και εάν ο εναγόμενος ενδιαφερόταν ειλικρινά για τη σύντομη εκδίκαση της υπόθεσης ή εάν τον ενοχλούσε η ύπαρξη του διατάγματος θα φρόντιζε να καταχωρούσε έγκαιρα την Υπεράσπιση του, ώστε να εκδικαζόταν η αγωγή. Υπόδειξε, επίσης την εκκρεμότητα των αιτήσεων παρακοής, υποστηρίζοντας πως τυχόν αποδοχή της αίτησης θα ισοδυναμούσε με επιβράβευση του εναγόμενου για την ανυπακοή του. Σε κάθε περίπτωση, κατέληξε ο συνήγορος, δεν δικαιολογείται η αίτηση γιατί το διάταγμα δεν προκαλεί βλάβη στα συμφέροντα του εναγόμενου, λόγω της φύσης και του περιεχομένου του. Απαγορεύει απλά στον εναγόμενο να μη δημοσιεύσει εμπιστευτικές πληροφορίες και ηλεκτρονικά προγράμματα που ανήκουν στην ενάγουσα και δεν είναι τέτοιας δραστικής εμβέλειας ώστε να δύναται να προκαλέσει οποιαδήποτε δυσχέρεια ή ζημιές στον εναγόμενο. Δεν αμφισβητείται από την πλευρά της ενάγουσας η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου να παρεμβαίνει, με κατάλληλες διαταγές, εκεί όπου διαπιστώνει κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Μια τέτοια περίπτωση, όπως έχει πάγια νομολογηθεί, είναι η εξασφάλιση ενός προσωρινού διατάγματος και η παράλειψη του διαδίκου να προωθήσει την εκδίκαση της αγωγής, επαναπαυόμενος στα οφέλη που απολαμβάνει από το διάταγμα. Η εξασφάλιση, όμως, μιας προσωρινής θεραπείας δεν αποτελεί αυτοσκοπό. Παρέχεται μια προσωρινή θεραπεία με την προοπτική εξασφάλισης ανάλογης θεραπείας κατά τη δίκη, δεδομένης της αντικειμενικής αδυναμίας εκδίκασης της ουσίας της αγωγής στο πρώιμο στάδιο εξέτασης της αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Όπως, πολύ εύστοχα υποδείχθηκε στην T.A Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsfort Corporation (πιο πάνω), στη σελ. 1808: «Μακρά και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της υπόθεσης, με μετατόπιση του κύριου βάρους στην εξασφάλιση και διατήρηση ενδιάμεσης θεραπείας ώστε να φαίνεται πια αυτή να μοιάζει σαν αυτοσκοπός στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων ενάγοντος, αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας.» (Βλ. επίσης Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ, Rousounides & Soteriou Trading Ltd κ.α. ν. ΚΟΤ
(2002)1 Α.Α.Δ. 1274, Όξυνος ν. Λου (πιο πάνω) κ.α.). Έχω εξετάσει την αίτηση υπό το πρίσμα των πιο πάνω νομικών αρχών, σε συνάρτηση με τις περιστάσεις που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και έχω συνεκτιμήσει όλα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι έθεσαν με επιμέλεια υπόψη του Δικαστηρίου με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους. Θεωρώ ότι η παρούσα περίπτωση, εντάσσεται στις εξαιρετικές εκείνες περιπτώσεις, όπου δικαιολογείται η ακύρωση του διατάγματος, για τους ακόλουθους λόγους: A) Η ενάγουσα παρέλειψε να προωθήσει την υπόθεση και δεν επέδειξε τη δέουσα σπουδή ώστε να τροχιοδρομηθεί η εκδίκαση της ουσίας της αγωγής. Ειδικότερα: α) Με βάση τα στοιχεία του φακέλου η ενάγουσα αποτάθηκε μονομερώς και εξασφάλισε προσωρινό διάταγμα στις 23.12.2009, το οποίο έχει καταστεί (εκ συμφώνου) απόλυτο στις 15.7.2010, με κάποιες διαφοροποιήσεις (βλ. Τεκμήρια 1 και 2 στην αίτηση). β) Η Έκθεση Απαίτησης κατεχωρήθη στις 8.7.2010. γ) Η ενάγουσα καταχώρισε τρεις αιτήσεις παρακοής. Την πρώτη στις 2.6.2010, τη δεύτερη στις 10.9.2010 και την Τρίτη στις 11.10.2010. Η τελευταία αποσύρθηκε στις 23.1.2012 ενώ οι άλλες δυο βρίσκονται ακόμη σε εκκρεμότητα. Όπως προκύπτει από το φάκελο, προγραμματίστηκαν σε διάφορους χρόνους για ακρόαση αλλά δεν εκδικάσθηκαν μέχρι σήμερα. Ένας από τους λόγους της καθυστέρησης ήταν η καταχώριση πολιτικής αίτησης από τον εναγόμενο και στη συνέχεια πολιτικής έφεσης από την ενάγουσα, σε σχέση με οδηγίες που είχαν δοθεί από το Δικαστήριο στα πλαίσια της αίτησης παρακοής ημερομηνίας 2.6.2010. (Βλ. Αναφορικά με την Πολιτική Αίτηση του Martin Coward, Πολιτική Έφεση Αρ. 105/2012 ημερομηνίας 23.5.2013). δ) Ενδιαμέσως, η ενάγουσα επεχείρησε ανεπιτυχώς να τροποποιήσει την οπισθογράφηση του κλητηρίου και την Έκθεση Απαίτησης. Ειδικότερα, αφού εξασφάλισε διάταγμα προσθήκης δώδεκα νέων εναγομένων στις 25.5.2011, κατεχώρισε αίτηση για τροποποίηση της οπισθογράφησης στις 6.7.2012 καθώς και δεύτερη αίτηση, στις 19.12.2012, για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης. Οι υπό αναφοράν αιτήσεις απορρίφθηκαν πρωτόδικα (στις 12.6.2013) όσο και κατ' έφεση, με την αναφερθείσα πιο πάνω απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 20.3.2014. ε) Η παρούσα αίτηση καταχωρίστηκε στις 26.3.2014. στ) Στις 17.4.2014, η ενάγουσα καταχώρισε ειδοποίηση διακοπής της αγωγής σε σχέση με τους εναγόμενους 2 - 13. ζ) Ο εναγόμενος καταχώρισε Έκθεση Υπεράσπισης στις 17.9.2014 αφού είχε προηγηθεί αίτηση της ενάγουσας για απόφαση (ημερ. 20.5.2014) λόγω της παράλειψης του να καταχωρίσει Υπεράσπιση. η) Αξίζει να αναφερθεί ότι τους τελευταίους δέκα πέντε μήνες και ειδικότερα από τον Σεπτέμβριο του έτους 2013 που ανέλαβε την υπόθεση το Δικαστήριο με την παρούσα σύνθεση, απασχόλησαν το Δικαστήριο διάφορες αιτήσεις που αφορούν διαδικαστικά ζητήματα στις δύο εκκρεμούσες αιτήσεις παρακοής. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι εκδόθηκαν ενδιάμεσες αποφάσεις σχετιζόμενες με αιτήσεις για ρύθμιση της διαδικασίας εκδίκασης των αιτήσεων παρακοής, όπως:
  1. i)αίτηση της ενάγουσας για να κληθεί ο εναγόμενος να παραστεί στην ακρόαση της αίτησης παρακοής (βλ. ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 17.12.2013).
  2. ii)Αίτηση του εναγομένου για αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα στην αίτηση παρακοής (βλ. ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 6.3.2014). iii) Αίτηση ενάγουσας για έκδοση bench warrant εναντίον του εναγομένου (βλ. ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 13.3.2014).
  3. iv)Αιτήσεις ενάγουσας για καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων προς υποστήριξη των αιτήσεων παρακοής (βλ. ενδιάμεσες αποφάσεις ημερομηνίας 24.7.2014). Είναι φανερό από το πιο πάνω ιστορικό ότι η ενάγουσα προσέδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα και ενδιαφέρθηκε πρωτίστως για την προώθηση των αιτήσεων παρακοής με σκοπό την τιμωρία του εναγόμενου, λόγω της κατ' ισχυρισμόν παραβίασης του προσωρινού διατάγματος, παρά για την εκδίκαση της αγωγής. θ) Χωρίς να παραγνωρίζεται η μεγάλη καθυστέρηση από την πλευρά του ενάγοντα να καταχωρίσει την Υπεράσπιση του (καταχωρίστηκε μόλις τον περασμένο Σεπτέμβριο), η ενάγουσα δεν είναι άμοιρη ευθυνών για την καθυστέρηση. Όφειλε να είχε λάβει έγκαιρα τα δέοντα διαδικαστικά διαβήματα ώστε να τροχιοδρομηθεί η εκδίκαση της αγωγής και όχι να καταχωρίσει την αίτηση για απόφαση τον Μάιο του έτους 2014, ήτοι τέσσερα σχεδόν χρόνια μετά από την καταχώριση της Έκθεσης Απαίτησης της. Σημειώνεται δε, ότι η αίτηση για απόφαση κατεχωρήθη μετά από την καταχώριση της παρούσας αίτησης του εναγομένου, με την οποία ζητά την ακύρωση του προσωρινού διατάγματος. ι) Αξίζει τέλος να αναφερθεί ότι μέχρι την ημέρα της καταχώρισης της εξεταζόμενης αίτησης (26.3.2014) η αγωγή βρισκόταν σε πολύ αρχικά στάδια, εφόσον δεν είχε επιδοθεί σε επτά από τους εναγόμενους που είχαν προστεθεί και δεν είχε καταχωριστεί η Υπεράσπιση του εναγόμενου καθώς και των εναγομένων στους οποίους είχε επιδοθεί η αγωγή και είχαν καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης. Η ενάγουσα δεν είχε λάβει τα δικονομικά διαβήματα που της προσφέρονταν για να καταστεί δυνατή η επίδοση της αγωγής σε όλους τους εναγόμενους, αλλά και για να επισπευσθεί η καταχώριση της Υπεράσπισης από τους λοιπούς εναγόμενους. κ) Ακολούθησε, βεβαίως, η διακοπή της αγωγής σε σχέση με τους εναγόμενους 2-13, αλλά μέχρι και σήμερα ακόμη, η αγωγή δεν είναι έτοιμη για να προγραμματιστεί για ακρόαση, αφού δεν έχει καταχωριστεί Απάντηση στην Υπεράσπιση ή αίτηση για ορισμό, προκειμένου να δοθούν οι αναγκαίες οδηγίες από το Δικαστήριο για αποκάλυψη εγγράφων, τυχόν δήλωση παραδεκτών γεγονότων ή εγγράφων κ.α. Το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει το γεγονός ότι έγινε πρόσφατη αλλαγή στους δικηγόρους που εκπροσωπούν την ενάγουσα, όπως είχε γίνει και στο παρελθόν, αλλά αυτό δεν θα μπορούσε να δικαιολογήσει την διαπιστωθείσα καθυστέρηση. Παραμένει ως γεγονός ότι το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε στις 23.12.2009 και έγινε εκ συμφώνου απόλυτο στις 15.7.2010, εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ, χωρίς να διαφαίνεται προοπτική εκδίκασης της αγωγής στο σύντομο μέλλον. Β) Η διαπιστωθείσα ανωτέρω ολιγωρία από πλευράς ενάγουσας στην προώθηση της αγωγής, έχει επισημανθεί και από το Ανώτατο Δικαστήριο στην αναφερθείσα απόφαση του ημερομηνίας 20.3.2014. Επισημάνθηκε, περαιτέρω, ότι η καθυστέρηση επηρεάζει δυσμενώς τα συμφέροντα του αιτητή, λόγω της ύπαρξης του προσωρινού διατάγματος. Ο κ. Πολυβίου, εισηγήθηκε πως τα όσα σχετικά ειπώθηκαν από το Εφετείο στην υπόθεση εκείνη λέχθηκαν εν παρόδω και δεν αποτελούν το λόγο της απόφασης σε σχέση με το επίδικο ζήτημα της έφεσης, που αφορούσε την ορθότητα της απόφασης με την οποία απορρίφθηκαν οι αιτήσεις της ενάγουσας για τροποποίηση της οπισθογράφησης και της Έκθεσης Απαίτησης. Είναι ορθή η παρατήρηση του συνηγόρου ότι το αντικείμενο της αναφερθείσας απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν ήταν το ίδιο με την παρούσα αίτηση. Παρόλα αυτά, οι εύστοχες επισημάνσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, προέκυπταν ως λογική συνέπεια της όλης συμπεριφοράς της ενάγουσας και της καθυστέρησης στην καταχώριση των αιτήσεων για τροποποίηση. Η διαπιστωθείσα καθυστέρηση επιδρά, κατά λογική συνέπεια, και στην καθυστέρηση προώθησης της αγωγής, που είναι το ζητούμενο σ' αυτή τη διαδικασία. Υπό αυτή την έννοια, οι επισημάνσεις του Εφετείου ως προς τον παράγοντα καθυστέρηση, είναι δεσμευτικές για το παρόν Δικαστήριο. Σε κάθε περίπτωση, το παρόν Δικαστήριο έχει το ίδιο διαπιστώσει την καθυστέρηση, από τα πιο πάνω αδιαμφισβήτητα γεγονότα, όπως προκύπτουν από τα στοιχεία του φακέλου. Επισημάνθηκε, επίσης, από το Ανώτατο Δικαστήριο, ότι η παράταση ισχύος του διατάγματος επηρεάζει δυσμενώς τα συμφέροντα του εναγομένου. Η εισήγηση του συνηγόρου της ενάγουσας ότι το διάταγμα δεν επηρεάζει τα συμφέροντα του εναγόμενου, επειδή το διάταγμα απαγορεύει στον εναγόμενο να αποκαλύπτει πληροφορίες και έγγραφα που ανήκουν στην ενάγουσα, δεν είναι βάσιμη. Αρκεί να υποδειχθεί, ότι ο εναγόμενος αντιμετώπισε και συνεχίζει να αντιμετωπίζει αιτήσεις παρακοής για κατ' ισχυρισμόν παραβιάσεις του διατάγματος, ενώ δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο καταχώρισης περαιτέρω, παρόμοιων, αιτήσεων. Δεν μπορεί συνεπώς να λεχθεί ότι δεν επηρεάζονται δυσμενώς τα συμφέροντα του εναγόμενου από τη συνέχιση ισχύος του διατάγματος. Γ) Έγινε εισήγηση πως δεν δικαιολογείται η ακύρωση του διατάγματος γιατί πρόκειται για απόλυτο διάταγμα που ισχύει μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής και το οποίο εκδόθηκε εκ συμφώνου. Στην εξεταζόμενη περίπτωση δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι αρχές που με πολλή, ομολογουμένως, επιμέλεια ανέπτυξε ο συνήγορος της ενάγουσας, για τους εξής δυο λόγους: Πρώτον, γιατί ο εναγόμενος, αποδεχόμενος την έκδοση του διατάγματος, επεφύλαξε το δικαίωμα του να αποταθεί, καθ' οιονδήποτε χρόνο, στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή ακύρωση του διατάγματος (βλ. σχετικό πρακτικό, Τεκμήριο 2 στην αίτηση). Κατά δεύτερο λόγο, η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου για παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαστικών διαδικασιών, είναι ευρεία και καλύπτει κάθε μορφή κατάχρησης. Δεν μπορεί συνεπώς, να αποκλειστεί επειδή ένα προσωρινό διάταγμα κατέστη απόλυτο εκ συμφώνου, όπως συνέβη στην παρούσα υπόθεση. Δεν εμποδίζεται, επομένως ο εναγόμενος να επιδιώξει την ακύρωση του διατάγματος, εφόσον ο λόγος που επικαλείται συναρτάται με την καθυστέρηση προώθησης της αγωγής, που ισοδυναμεί με κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας την οποία, επαναλαμβάνω, έχει διαπιστώσει το Δικαστήριο. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω ότι η ενάγουσα δεν έχει επιδείξει τη δέουσα σπουδή για την προώθηση της αγωγής. Επαναπαύθηκε στην έκδοση του προσωρινού διατάγματος και επικέντρωσε τις προσπάθειες της στην προώθηση των αιτήσεων παρακοής, χωρίς να ενδιαφερθεί πραγματικά για την εκδίκαση της αγωγής. Το πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα που έχει διαρρεύσει, (4 ½ χρόνια από την ημερομηνία που έχει καταστεί απόλυτο το προσωρινό διάταγμα) σε συνάρτηση με την διαπιστωθείσα αδράνεια της ενάγουσας να προωθήσει την αγωγή, ισοδυναμεί με κατάχρηση της διαδικασίας και θεωρώ ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για την ακύρωση του προσωρινού διατάγματος. Η αίτηση, κατά συνέπεια επιτυγχάνει και εκδίδεται διάταγμα ως το Παρακλητικό Α της αίτησης, με έξοδα υπέρ του εναγόμενου-αιτητή και εις βάρους της ενάγουσας-καθ' ης η αίτηση, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή αλλά να είναι πληρωτέα στο τέλος. (Υπ.) ............. Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Αίτηση για ακύρωση προσωρινού διατάγματος cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.