Αίτηση από την T & A CAR REFINISHES LTD ν. Επί τοις αφορώσι την εταιρεία Α. ΚΑΣΤΡΟΣ ΓΚΑΡΑΖ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αίτηση Αριθμός: 345/2014, 6/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A27 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε. Δ. Αίτηση Αριθμός: 345/2014 Επί τοις αφορώσι την εταιρεία Α. ΚΑΣΤΡΟΣ ΓΚΑΡΑΖ ΛΙΜΙΤΕΔ (ΗΕ 159916) Οδό Κρυστάλλη 10, Κάτω Πολεμίδια, 4152, Λεμεσός. Και Επί τοις αφορώσι των Περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 Αίτηση από την T & A CAR REFINISHES LTD, από την Λεμεσό. ------------------------------------------ Ημερομηνία: 6 Φεβρουαρίου, 2015 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια: κος Ν. Νικήτα, για ν' ακούσει απόφαση κα Παπαγιάννη Για την Καθ΄ής η αίτηση: κος Α. Κωνσταντίνου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Aιτήτρια με την κυρίως αίτηση της αιτείται διάταγμα του Δικαστηρίου «όπως η εταιρεία Α. Κάστρος Γκαράζ Λιμιτεδ διαλυθεί». Την εν λόγω αίτηση υποστηρίζει η ένορκη δήλωση της κας. Άννης Θεοδοσίου η οποία δηλώνει ότι είναι γνώστης των γεγονότων στα οποία αφορά η υπόθεση και η οποία αφού κάνει αναφορά σε συγκεκριμένα γεγονότα επισυνάπτοντας παράλληλα και διάφορα έγγραφα ως τεκμήρια, αιτείται την έκδοση του σχετικού διατάγματος. Στη συνέχεια και αφού η αίτηση επιδόθηκε στην καθ' ης η αίτηση καταχωρήθηκε από την καθ' ης η αίτηση ένσταση, η οποία συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του κ. Αντώνη Κάστρου, ο οποίος για τους λόγους που προβάλλει, αρνείται στην ουσία το βάσιμο της αίτησης και ζητεί την απόρριψη της. Η Αιτήτρια με προφορικό της αίτημα το οποίο υπέβαλε στις 23/01/15 ουσιαστικά αιτείται από το Δικαστήριο αναγνώριση του δικαιώματος της για να καταχωρήσει απαντητική ένορκη δήλωση υπό μορφή «Απάντησης» κατ' αναλογία της καταχώρησης «Απάντησης» στην Υπεράσπιση όταν η διαδικασία αφορά αγωγή. Η καθ' ης η αίτηση προέβαλε ένσταση στο πιο πάνω αίτημα ισχυριζόμενη ότι η καταχώρηση απάντησης στην ένσταση δεν προβλέπεται στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας δηλώνοντας πως δεν επιθυμεί ν' αγορεύσει, η δε Αιτήτρια ζήτησε χρόνο για ν' αγορεύσει υποστηρίζοντας την πιο πάνω θέση της. Κατά την ημερομηνία όπου η Αίτηση ήταν ορισμένη για αγορεύσεις ο κος Νικήτα κατέθεσε γραπτή αγόρευση υποστηρίζοντας το αρχικό αίτημα του και ο κος Κωνσταντίνου εμμένοντας στην αρχική του θέση, ανέφερε ότι δεν προβλέπεται τέτοια διαδικασία. Όπως προκύπτει από την αγόρευση της Αιτήτριας φαίνεται ότι αυτό που επιδιώκει είναι ν' απαντήσει στην ένσταση της καθ ης η αίτηση καταχωρώντας «Απάντηση» υπό τύπου Απάντησης στην Υπεράσπιση ή Απαντητική Ένορκο Δήλωση παραπέμποντας στον Καν. 3 των Περί Εταιρειών Κανονισμών ο οποίος προβλέπει ότι οι δικονομικοί κανόνες που ισχύουν σε πολιτικές αγωγές (ή αν δεν υπάρχει τοπική πρόνοια ακολουθείται η διαδικασία που ισχύει στα Δικαστήρια στην Αγγλία), θα εφαρμόζονται σε σχέση με όλες τις διαδικασίες αιτήσεων που σχετίζονται με τους Περί Εταιρειών Κανονισμούς. Η Αιτήτρια με την γραπτή αγόρευση της κατ' αρχάς παραπέμπει σε πρωτόδικες αποφάσεις οι οποίες αφορούν το κατά πόσο η εκδίκαση τέτοιων αιτήσεων γίνεται επί τη βάση ενόρκων δηλώσεων ή με προφορική μαρτυρία. Περαιτέρω η Αιτήτρια προβάλλει ότι η αίτηση αποτελεί εναρκτήρια αίτηση και κατ' αναλογία είναι ως μια αγωγή στα πλαίσια της οποίας προβλέπεται η καταχώρηση Απάντησης μετά την Υπεράσπιση. Αναφορικά με το ζήτημα που σύμφωνα με τα ανωτέρω θα πρέπει να εξεταστεί, ήτοι το δικαίωμα της Αιτήτριας να καταχωρήσει απαντητική ένορκη δήλωση υπό μορφή «Απάντησης» ως σαν να αφορά Αγωγή, σημειώνω ότι τούτο είναι άμεσα συνυφασμένο με το ζήτημα της διαδικασίας η οποία ακολουθείται για την εκδίκαση της αίτησης εκκαθάρισης, το οποίο με τη σειρά του και ως θα διαφανεί πιο κάτω, συνδέεται με τη φύση του υπό εξέταση αιτήματος της Αιτήτριας. Το άρθρο 213 του περί Εταιρειών Νόμου (Κεφ. 113) ουδεμία αναφορά κάνει στην ακολουθητέα διαδικασία κατά την ακρόαση τέτοιας αίτησης και παρόλο που έχουν θεσπιστεί σχετικοί κανονισμοί για εκκαθαρίσεις, οι Κανονισμοί περί Εταιρειών (Εκκαθαρίσεις), ούτε και αυτοί διαφωτίζουν περί της διαδικασίας που ακολουθείται, εφόσον ο σχετικός κανονισμός 92 των Περί Εταιρειών (Εκκαθαρίσεις) Κανονισμοί προβλέπει μόνο ότι όπου δεν γίνεται πρόνοια σχετικά με θέματα τα οποία εγείρονται σε διαδικασία εκκαθάρισης εφαρμόζονται οι κανονισμοί του Δικαστηρίου οι οποίοι ισχύουν για τις πολιτικές διαδικασίες περιλαμβανομένων των Κανονισμών Πτώχευσης στην έκταση που δεν θα αντίκειται με τους εν λόγω κανονισμούς. Κατ αρχάς να αναφερθεί ότι η αίτηση αποτελεί εναρκτήρια αίτηση, όπως είναι και η θέση της Αιτήτριας. Σχετική είναι η απόφαση Undruzena Beogradska Banka v. Westacre Investment Inc.
(1999)1 Α.Α.Δ. 124 Ως εναρκτήρια αίτηση και εφόσον δεν προβλέπεται στους Κανονισμούς περί Εταιρειών (Εκκαθαρίσεις) αλλά ούτε στους ίδιους τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, ρυθμιστικός των διαβημάτων που μπορεί να ληφθούν, εις ότι αφορά τον τύπο της διαδικασίας σε εναρκτήρια αίτηση ισχύουν και είναι καθοδηγητικά τα όσα λεχθήκαν στην υπόθεση Τραπεζα Κύπρου v. Dynacon
(1998)1 AAΔ 1978: (η αναφορά σε Νόμο εννοεί τον Νόμο περί Διαιτησίας) «Εφόσον δεν εκδοθεί Διαδικαστικός Κανονισμός, ρυθμιστικός των διαβημάτων που μπορεί να ληφθούν βάσει του Νόμου, το Άρθρο 30 του Νόμου καθιστά, τηρουμένων των αναλογιών, τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας εφαρμοστέους για την υποβολή και εκδίκαση αιτημάτων, θεμελιωμένων στις προνοιές του. Η υποβολή αίτησης, βάσει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, διέπεται από τη Δ.48. Η Δ.48 είναι, κατ' εξοχήν, προσαρμοσμένη στην υποβολή ενδιάμεσων αιτήσεων. Όπως προκύπτει από τους τύπους, οι οποίοι θεσμοθετούνται (Τύπος 45, Τύπος 46), η αίτηση υποβάλλεται στο πλαίσιο υφιστάμενης δικαιοδοσίας. Παρέχεται, όμως, η δυνατότητα προσαρμογής της σε εναρκτήρια αίτηση. Γίνεται πρόνοια σ' αυτούς (τύπους) για τον προσδιορισμό της επιζητούμενης θεραπείας και των γεγονότων στα οποία βασίζεται το αίτημα. Το διαδικαστικό μέσο, το οποίο προβλέπουν οι Θεσμοί για την υποβολή της υπεράσπισης επηρεαζομένου προσώπου, όπως ορίζεται από τη Δ.48, θ.4, είναι η ένσταση, η οποία, όπως ρητά καθορίζεται, μπορεί να υποβληθεί από κάθε πρόσωπο, στο οποίο επιδίδεται η αίτηση και το οποίο φέρει ένσταση σ' αυτή.» Επί του προκειμένου θέματος το οποίο εξετάζεται, στην πιο πάνω απόφαση ουδεμία αναφορά γίνεται σε έγγραφο το οποίο ακολουθεί μετά την καταχώρηση ένστασης στα πλαίσια εναρκτήριας αίτησης. Όπως αντιλαμβάνομαι από την αγόρευση της Αιτήτριας, η ίδια υποστηρίζει ότι η αίτηση εκδικάζεται στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν αίτηση και ένσταση αντίστοιχα. Επικαλείται δε τον κ.3 των περί Εταιρειών Κανονισμών και υποστηρίζει ότι εκεί όπου οι εν λόγω κανονισμοί δεν ρυθμίζουν συγκεκριμένο ζήτημα, τότε το Δικαστήριο αντλεί καθοδήγηση από τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς. Σε περίπτωση όμως που το ζήτημα δεν επιλύεται τοιουτοτρόπως, και η επίδικη αίτηση σε αυτή την κατηγορία είναι που εμπίπτει, τότε, υποστηρίζει η Αιτήτρια, ισχύουν οι Αγγλικοί Κανονισμοί. Φαίνεται όμως ότι η Αιτήτρια παραγνωρίζει το γεγονός ότι οι περί Εταιρειών Κανονισμοί έχουν γενική εφαρμογή σε αντίθεση με τους περί Εταιρειών (Εκκαθαρίσεις) Κανονισμούς οι οποίοι ισχύουν ειδικά για της εκκαθαρίσεις και σύμφωνα με τον καν 92 ρητά γίνεται πρόνοια για εφαρμογή των κανονισμών του Δικαστηρίου οι οποίοι ισχύουν για τις πολιτικές διαδικασίες περιλαμβανομένων των Κανονισμών Πτώχευσης. Είναι γεγονός ότι στο αγγλικό νομικό σύστημα η αίτηση εκκαθάρισης εκδικάζεται στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση εκτός εάν το Δικαστήριο δώσει άδεια ώστε να δοθεί προφορική μαρτυρία. Σχετικά είναι τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα του Pennington Company Law, 4η Έκδοση, σελ. 698: «The hearing of a winding up petition is held in open court by one of the judges of the Companies Court. The evidence on the hearing consists of the affidavits filed in support of and against the petition, unless the court permits testimony to be given orally. The affidavit verifying the petition is prima facie proof of the facts alleged by it and suffices to prove the petitioner´s case unless there are affidavits filed in opposition.» Για τα όσα ισχύουν στο δίκαιο μας αναφορικά με την διαδικασία σχετικός είναι ο λόγος της πρωτόδικης απόφασης D.J. Demades & Sons Ltd, ημερομηνίας 28.05.1990, ο οποίος όπου λέχθηκε ότι· ««Μια Εταιρική Αίτηση ακολουθεί, κατά κανόνα, τους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας όταν δεν γίνεται εξειδικευμένη πρόνοια στους περί Εταιρειών (Διάλυσις) Κανονισμούς του 1933-38 (δέστε τον Κανονισμό 92 και την υπόθεση KMC Motors Ltd v. Josephanco Trading and Contracting Company
(1984)1 Α.Α.Δ. 390). Η ιδιαιτερότητα μιας Εταιρικής Αίτησης έγκειται στο μηχανισμό παρουσίασης της με βάση τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, και τους περί Εταιρειών Κανονισμούς του
- Η εκδίκαση γίνεται κατά κανόνα με βάση τα γεγονότα που στηρίζουν την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα, όπως πιστοποιούνται από τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν. Κατά τα άλλα, το δίκαιο της απόδειξης ισχύει όσον αφορά την αποδοχή και αξιολόγηση μαρτυρίας, ιδιαίτερα όταν ζητείται η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων». Η πιο πάνω διαδικασία και λόγος της πιο πάνω πρωτόδικης απόφασης επικυρώθηκε πρόσφατα και από το Ανώτατο Δικαστήριο στα πλαίσια εξέτασης αιτήματος για έκδοση προνομιακού εντάλματος Αναφορικά με την αίτηση του Σάββα Ιωάννη Κασπαρή, Πολ. Αίτ. 206/13, ημερομηνίας 03.12.2013 όπου η Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου, συμφώνησε με το σκεπτικό της απόφασης D.J. Demades & Sons Ltd, ανωτέρω. Περαιτέρω εις την πιο πάνω απόφαση Σάββα Ιωάννη Κασπαρή γίνεται αναφορά στο απόσπασμα του Pennington Company ως πιο πάνω αναφέρεται, όπου γίνεται πρόνοια για την δυνατότητα προσκόμισης προφορικής μαρτυρίας κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η εκδίκαση Αιτήσεων όπως η παρούσα γίνεται κατά κανόνα με βάση γεγονότων που εκτίθενται στις Ένορκες Δηλώσεις οι οποίες συνοδεύουν την Αίτηση και την Ένσταση, εκτός εάν το Δικαστήριο επιτρέψει προφορική μαρτυρία, χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε καταχώρηση Απάντησης ή Απαντητικής Ένορκης Δήλωσης. Επί του προκειμένου αιτήματος της Αιτήτριας, στην Αγγλία με βάση τους Κανονισμούς όπως αυτοί ισχύουν στην Αγγλία προβλέπεται η καταχώρηση Απάντησης σύμφωνα και με το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3rd edition, volume 6, όπου αναφέρεται στην παράγραφο 1054: '
- Αffidavit verifying petition. Every petition must be verified by an affidavit referring thereto, which must be made by the petitioner, or by one of the petitioners, if more that one (h), or may in a proper case be made by his or their solicitor or agent when the latter knows the facts (i). In case the petition is presented by a corporation the affidavit should be made by some director, secretary, or other principal officer thereof(k). The affidavit must be sworn after and filed within four days after the petition is presented (l). Such affidavit is sufficient prima facie evidence of the statements in the petition (m), unless fraud is charged, in which case the facts alleged to constitute fraud must be set out in an affidavit(o). When the petition is presented by the Attorney-General on behalf of the Crown, the affidavit need not be made by the Attorney-General himself, but may be made by any fit and proper person, such as, in an income-tax case, the Solicitor of Inland Revenue(p). Notice of the filing of the statutory affidavit need not be given, but notice should be given of the filing of additional or supplemental affidavits(q). Affidavits in opposition to a petition must be filed within seven days of the date on which the affidavit verifying the petition is filed. Notice of the filing of every affidavit in opposition to such a petition must be given to the petitioner or to his solicitor or London agent on the day on which the affidavit is filed(r). An affidavit in reply to an affidavit filed in opposition to a petition must be filed within three days of the date on which notice of that affidavit is received by the petitioner, or his solicitor or London agent(s)'. Εις ότι αφορά την θέση της Αιτήτριας για εφαρμογή και ερμηνεία που η Αιτήτρια αποδίδει στον καν. 3 των περί Εταιρειών Κανονισμών δεν με βρίσκει σύμφωνη και ούτε αυτή βρίσκει έρεισμα στην υφιστάμενη νομολογία. Επί του προκειμένου υποδεικνύω ότι στην υπόθεση Karaoglanian & Sons Ltd v. Karaoglanian & Another
(1976)12 JSC 1875, 1879, λέχθηκε ότι· «Further we incline to the view that even if we were to hold that r.3 of the Cyprus Companies Rules is the relevant enactment that governs matters pertaining to the service of a winding up petition, this rule does not have the effect of making applicable in Cyprus the English Companies (Winding Up) Rules, 1949. What r.3 of the Cyprus Companies Rules seeks to achieve is to make applicable the Civil Procedure Rules as they apply to civil actions in the absence of a specific provision being made in the Companies Rules regulating any procedural matter. Thus both under the 1933 Rules as well as under the Companies Rules we are driven to the same conclusion, that is, that no room is left for the application of the English Companies (Winding Up) Rules, 1949.» (η έμφαση και υπογράμμιση είναι δική μου) Τα πιο πάνω επίσης επιβεβαιώνονται και στην απόφαση K.M.C. Motors v. Jorephanco Trading
(1984)1 CLR 390 (αν και αφορούσε το θέμα δημοσίευσης της αίτησης), όπου έχουν λεχθεί τα εξής στη σελίδα 397:- The prerequisite of a publication of a notice in a newspaper is one contemplated by the English Companies Winding-up Rules which have no application in Cyprus in this respect, as no such provision exists under our law or the Winding-up Rules. Though such matter is a matter relevant to the service of the petition on all interested parties and in Cyprus it is within the discretion of the Court whether such notice should be published in the newspaper or not, the publication of such notice is normally ordered by the Court as a matter of usual practice." (η έμφαση και υπογράμμιση είναι δικήμου) Τα πιο πάνω επαναληφθήκαν και στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Αίτηση 131/2001, Αναφορικά με την αίτηση της Pan - Aman Hotels Ltd,
(2001)1 Α.Α.Δ. 1962. Αιτήτρια εις ότι αφορά την εφαρμογή των Αγγλικών Κανονισμών παρέπεμψε στην πρωτόδικη απόφαση στην υπόθεση Επί τοις αφορώσι την K.N. Zoo Bar Restaurant Ltd, Αίτηση 470/11, Ε.Δ. Λευκωσίας, απόφαση ημερ. 14/03/2012, Παντελή Ε.Δ. Ο ίδιος όμως Δικαστής σε μεταγενέστερη απόφαση του στην υπόθεση αναφορικά με την Εταιρεία PARPYROS INVESTMENTS LTD, αίτηση 906/14, Ε.Δ. Λευκωσίας, ημερ. 30.05.2014, ανέφερε: «Στην υπόθεση Αναφορικά με την K.N. Zoo Bar Restaurant Ltd, Αίτ. 470/11, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερομηνίας 14.03.2012, είχα την ευκαιρία να πραγματευτώ την υπό κρίση διαδικασία. .....Πρόθεση δεν ήταν η εισήγηση ότι οι εν λόγω κανονισμοί εφαρμόζονται, δίχως άλλο, στη χώρα μας. Πρόθεση ήταν η ανάδειξη της ιστορικής εξέλιξης αυτού του κλάδου του δικαίου, ώστε να διαφανεί πως η διαδικασία που ακολουθείται σε petition, δηλαδή ο περιορισμός τούτης στις ένορκες δηλώσεις...........Με αυτό δεν σημαίνει όμως ότι οι εκάστοτε ισχύοντες κανονισμοί στην Αγγλία τυγχάνουν εφαρμογής και στην Κύπρο, αν και καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί. Τέτοια προέκταση, ατεκμηρίωτη και ανυπόστατη, οδηγεί σε αντινομία εφόσον παρακάμπτει τις εξουσίες του εθνικού κοινοβουλίου, δηλαδή του σώματος που χαίρει λαϊκής βούλησης και βάσει του Συντάγματος έχει αποκλειστική αρμοδιότητα να θεσπίσει νόμο και να εξουσιοδοτήσει άλλο θεσμό ή όργανο για θέσπιση κανονισμών.» Αν και η πιο πάνω απόφαση δεν είναι δεσμευτική προς το παρών Δικαστήριο οφείλω να σημειώσω την σύμφωνη γνώμη μου στα όσα πιο πάνω έχουν λεχθεί από τον αδελφό Δικαστή. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω καταλήγω συνεπώς ότι οι αγγλικοί κανονισμοί δεν τυγχάνουν εφαρμογής στο δίκαιο μας, αν και καθοδήγηση μπορεί ν' αντληθεί και ως εκ τούτου το αίτημα της Αιτήτριας δεν μπορεί να δικαιολογηθεί ή να βρει έρεισμα στους Αγγλικούς Κανονισμούς. Αυτό που έχει ξεκαθαρίσει με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου όπως προκύπτει από τα πιο πάνω είναι ότι όπου οι περί Εταιρειών Κανονισμοί και οι περί Εταιρειών (Εκκαθαρίσεις) Κανονισμοί δεν προβλέπουν διαδικασία ή μέσο που δύναται να χρησιμοποιηθεί, το κενό πληρούται με καταφυγή στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς (βλ. K.M.C. Motors Limited v. Jorephanco Trading And Contracting Company ανωτέρω). Όπου στην προκειμένη περίπτωση ούτε σ' αυτούς βρίσκει έρεισμα το αίτημα της Αιτήτριας εφόσον κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται. Η Αιτήτρια επίσης στην αγόρευση της εγείρει το θέμα κατά πόσο η ένορκη δήλωση είναι δικόγραφο και εντός αυτής της έννοιας στηρίζει το αίτημα της για καταχώρηση Απάντησης υπό τύπου δικογράφου. Στην υπόθεση El Fath Co for International Trade S.A.E v. E.D.T. Shipping Ltd κ.α.
(1992)1Β Α.Α.Δ. 1255, 1270 ρητά αναφέρθηκε ότι η ένορκη δήλωση δεν είναι δικόγραφο. Αυτός, μάλιστα, είναι και ο λόγος δια τον οποίο οι διαζεύξεις δεν έχουν θέση σε ένορκη δήλωση. Η πιο πάνω απόφαση υιοθετήθηκε στην υπόθεση Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1Γ Α.Α.Δ. 2118. Τέλος, παραπομπή οφείλεται και στην απόφαση Hermes Insurance Co. Ltd v. Theodorides
(1983)1 CLR 333, 339, όπου αναφέρθηκε ότι· «In the first place the affidavit is not a pleading where an agreement can be averred in the alternative; the affidavit is the evidence, and in this particular instance the only evidence, on which the trial Judge had to rely.» Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η ένορκη δήλωση δεν αντιμετωπίζεται ως δικόγραφο και διαφωνώ με την θέση της Αιτήτριας ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να ασχοληθεί με το συγκεκριμένο θέμα όπως ζητά με την αγόρευση της εφόσον το θέμα αυτό έχει διασαφηνιστεί από την Νομολογία. Με την αγόρευση της η Αιτήτρια προωθεί την θέση ότι δικαιωματικά μπορεί να καταχωρήσει την Απαντητική Ένορκη Δήλωση υπό μορφή Απάντησης κατ' αναλογία της καταχώρησης Απάντησης στην Υπεράσπιση εξομοιώνοντας έτσι την διαδικασία εκκαθάρισης με την διαδικασία που ακολουθείται σε μια Αγωγή, κάτι τέτοιο βέβαια δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στη Νομολογία ούτε στους Δικονομικούς Κανόνες όπως ισχύουν στο δίκαιο μας. Να σημειωθεί επίσης ότι ακόμα και με βάση τους Αγγλικούς Κανονισμούς όπου προβλέπεται η καταχώρηση Απάντησης δεν γίνεται εξομοίωση τέτοιας Απάντησης με το δικόγραφο της Απάντησης όπως επιχειρεί η Αιτήτρια να πράξει με την επιχειρηματολογία της. Κρίνω σκόπιμο να υποδείξω ότι στα πλαίσια διαδικασίας για εκκαθάριση εταιρείας, η καταχώριση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως δεν είναι άγνωστη στο δίκαιο, κάτι που βεβαίως δεν ζητά η Αιτήτρια. Αυτό άλλωστε ήταν και το αντικείμενο της πρόσφατης απόφασης Αναφορικά με την αίτηση του Σάββα Ιωάννη Κασπαρή, πιο πάνω. Εκεί η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να δώσει άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως κρίθηκε ότι δεν υπερέβαινε την εξουσία του Δικαστηρίου αφήνοντας έτσι ανοιχτό το ενδεχόμενο μιας τέτοιας διαδικασίας. Ακόμα όμως και η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης δεν αποτελεί κεκτημένο δικαίωμα σ' ένα διάδικο αλλά τέτοιο αίτημα υπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση όμως η Αιτήτρια προωθεί το αίτημα της ως σαν να είναι κεκτημένο δικαίωμα της, χωρίς όμως τέτοιο δικαίωμα να βρίσκει έρεισμα στους δικονομικούς κανόνες, εταιρικούς κανονισμούς και νομολογία. Δοθέντος όλων των πιο πάνω, είναι κατανοητό ότι καμία πλευρά στερείται δικαιώματος να ακουστεί, εφόσον η ρύθμιση της διαδικασίας από το Δικαστήριο δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να προσκομιστεί μαρτυρία, υπό την προϋπόθεση πάντα ότι οι ερωτήσεις που θα υποβληθούν θα είναι σχετικές με το επίδικο ζήτημα ή ακόμα και το ενδεχόμενο καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης (βλ Αναφορικά με την αίτηση του Σάββα Ιωάννη Κασπαρή ανωτέρω), ζητήματα βεβαίως τα οποία θα εξεταστούν εάν και εφόσον εγερθούν και αιτιολογηθούν. Ως εκ τούτου, δεν τίθεται θέμα παραβίασης του άρθρου 30 του Συντάγματος ή των Κανόνων της Φυσικής Δικαιοσύνης τα οποία επικαλείται η Αιτήτρια και επομένως ουδεμία αδικία προκαλείται στην πλευρά της Αιτήτριας η οποία δύναται σε μεταγενέστερο στάδιο να θέσει σχετικό αίτημα της για προβολή των θέσεων της το οποίο θα εξεταστεί. Αξίζει να σημειωθεί σ' αυτό το σημείο, όπως προκύπτει από το πρακτικό του Δικαστηρίου ημερ. 30.01.15, ο συνήγορος της Αιτήτριας είχε ερωτηθεί από τον συνήγορο της καθ ης η αίτηση κατά πόσο εννοεί ότι θέλει να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκο δήλωση για να τοποθετηθεί αναλόγως και ο κος Νικήτα ξεκαθάρισε ότι επιμένει στην θέση του για το δικαίωμα του να καταχωρήσει απάντηση στην ένσταση ως σαν η παρούσα διαδικασία ν' αφορά Αγωγή.. Εκτός από τα πιο πάνω πρέπει να αναφερθεί ότι η Αιτήτρια δεν προέβαλε οποιοδήποτε λόγο για να αιτιολογήσει την αναγκαιότητα καταχώρησης Απαντητικής Ένορκης Δήλωσης υπό μορφή Απάντησης κατ' αναλογία της καταχώρησης Απάντησης στην Υπεράσπιση ούτε σε τι αυτή αποσκοπεί για την προώθηση των θέσεων της Αιτήτριας, ούτε διευκρίνισε κατά πόσο η ανάγκη αυτή προκύπτει από τους λόγους ένστασης της καθ ης η αίτηση ή σε τι συγκεκριμένο επιθυμεί να απαντήσει. Επομένως το Δικαστήριο δεν έχει οτιδήποτε ενώπιον του επί του προκειμένου για να εξετάσει κατά πόσο η Αιτήτρια επηρεάζεται με οιοδήποτε τρόπο στην προώθηση των θέσεων της από την μη καταχώρηση Απαντητικής Ένορκης Δήλωσης υπό τον αιτούμενο τύπο . Από τα πιο πάνω καθίσταται σαφές ότι το αίτημα της Αιτήτριας όπως έχει διατυπωθεί και προωθηθεί για καταχώρηση Απαντητικής Ένορκης Δήλωσης υπό μορφή Απάντησης κατ' αναλογία της καταχώρησης Απάντησης στην Υπεράσπιση στα πλαίσια της αίτησης εκκαθάρισης δεν μπορεί παρά να απορριφθεί εφόσον κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται δικονομικά αλλά ούτε παρέχεται τέτοια εξουσία στο Δικαστήριο να επιτρέψει την καταχώρηση Απαντητικής Ένορκης Δήλωσης υπό μορφή Απάντησης κατ' αναλογία της καταχώρησης Απάντησης στην Υπεράσπιση. Επομένως το αίτημα της Αιτήτριας απορρίπτεται. Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας θα είναι στην πορεία σε καμία περίπτωση εναντίον της καθ ης η αίτηση. (Υπ.) .................................. Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο