← Κύπρος

Ειρήνη Γεωργίου ν. Κρατίνου Παπαργυρού κ.α., Αρ. Αγωγής: 809/2013, 13/2/2015

Ειρήνη Γεωργίου ν. Κρατίνου Παπαργυρού κ.α., Αρ. Αγωγής: 809/2013, 13/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A36 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Τ. Κατσικίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 809/2013 Μεταξύ: Ειρήνη Γεωργίου Ενάγουσα και

  1. Κρατίνου Παπαργυρού
  2. Μαρίνος Παπαργυρού
  3. Πάρης Παπαργυρού
  4. Κτηματικές Επιχειρήσεις Κ. Παπαργυρού Λτδ
  5. Α.P. AKAMAS HOLDINGS LTD Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας για έκδοση συνοπτικής απόφασης ημερομηνίας 12.2.2014 13 Φεβρουαρίου, 2015 Για τον Ενάγουσα - Αιτήτρια: κ. Χριστόδουλος Χαραλάμπους για κ.κ. Γιώργος Χαραλαμπίδης & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους 1 - 5 - Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Προδρόμου για κ.κ. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΧΑΤΖΗΣΤΕΡΚΩΤΗΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Με Κλητήριο Ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο κάτω από τη Δ.2, Θ.6 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, η Ενάγουσα αξιώνει από τους Εναγόμενους 1, 2, 3 και 4, αλληλεγγύως και / η κεχωρισμένως, ποσό €27.000,00 με τόκο προς 9% ετησίως επί του ποσού των €27.000,00 από 26.9.2012 μέχρι εξοφλήσεως. Περαιτέρω η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον της Εναγόμενης 5 Εταιρείας, διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/10864 Φ/Σχ. 49/58 τεμ. 241, το όλο μερίδιο, που ευρίσκεται στο χωριό Ασγάτα της Επαρχίας Λεμεσού, δυνάμει της υποθήκης Υ 5170/2012 του Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού ημερομηνίας 27.9.2012, προς ικανοποίηση - εξόφληση του ποσού των €27.000,00, πλέον τόκους και έξοδα, για το οποίο αιτείται την έκδοση απόφασης εναντίον των Εναγομένων 1, 2, 3, και
  6. Την αξίωση της η Ενάγουσα, ως πάντοτε ισχυρίζεται στην Έκθεση Απαίτησης του Ειδικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου, στηρίζει στην υπό του Εναγομένου 1, με την Εγγύηση των Εναγομένων 2, 3 και 4 υπογραφή ενός Γραμματίου Συνήθους Τύπου και/η Γραμματίου και/η Γραπτής Αναγνώρισης Χρέους, το οποίο ο Εναγόμενος 1 εξέδωσε προς όφελος της Ενάγουσας έναντι καλού και νομίμου ανταλλάγματος και με αυτό ανέλαβε την υποχρέωση να της πληρώσει το πιο πάνω αναφερόμενο ποσό των €27.000,00, πλέον τόκους προς 9% ετησίως επί του εν λόγω ποσού από 26.9.2012 μέχρι εξοφλήσεως και εν περιπτώσει λήψεως νομικών διαβημάτων και τα έξοδα της διαδικασίας. Την έκδοση δε διατάγματος δια την πώληση του πιο πάνω αναφερομένου ακινήτου, η Ενάγουσα ζητά δυνάμει της εγγραφής προς όφελος της από την Εναγόμενη 5 Εταιρεία, σαν πρόσθετης εξασφάλισης της πληρωμής του δυνάμει του εν λόγω γραμματίου οφειλομένου ποσού, υποθήκης δυνάμει έγγραφης σύμβασης και δήλωσης υποθήκευσης του εν λόγω ακινήτου υπ' αριθμό Υ 5170/2012, του Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού, ημερομηνίας 27.9.
  7. Στην παρούσα αγωγή, μετά την επίδοση του κλητήριου στούς Εναγόμενους 3, 4 και 5, αυτοί καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης την 4.4.
  8. Εν συνεχεία καταχωρήθηκε από την Ενάγουσα αίτηση για έκδοση απόφασης λόγω μη καταχώρησης υπεράσπισης, η οποία αποσύρθηκε στις 10.9.2013, λόγω του ότι οι Εναγόμενοι 3, 4 και 5, καταχώρησαν την έκθεση υπεράσπισης τους την ίδια ημερομηνία. Ακολούθως μετά το κλείσιμο των δικογράφων μεταξύ Ενάγουσας και Εναγομένων 3, 4 και 5 και συγκεκριμένα στις 27.11.2013, η Ενάγουσα δια των συνηγόρων της υπέβαλε αίτηση ορισμού της υπόθεσης δυνάμει της Δ.
  9. Αυτό είχε σαν επακόλουθο η αγωγή να οριστεί για οδηγίες και για να τοποθετηθούν, η Ενάγουσα και οι Εναγόμενοι 3, 4 και 5, επί των όσων προνοούνται στην Δ.30, για τις 28.11.
  10. Στις 28.11.2013 οι συνήγοροι της Ενάγουσας και των Εναγομένων 3, 4 και 5 εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και ζήτησαν όπως η υπόθεση οριστεί για οδηγίες με σκοπό τον συμβιβασμό με επακόλουθο αυτή να οριστεί στις 28.1.
  11. Μετά την με υποκατάστατο τρόπο επίδοση του κλητηρίου στους Εναγόμενους 1 και 2, κατεχώρησαν και αυτοί στις 27.11.2013, σημείωμα εμφάνισης με τους ίδιους συνήγορους που κατεχώρησαν εμφάνιση και για του Εναγόμενους 3, 4 και
  12. Εν συνεχεία και συγκεκριμένα στις 27.1.2014, οι Εναγόμενοι 1 και 2 κατεχώρησαν την Έκθεση Υπεράσπισης τους. Ακολούθως μετά το κλείσιμο των δικογράφων μεταξύ Ενάγουσας και Εναγομένων 1 και 2 και συγκεκριμένα στις 28.1.2014, η Ενάγουσα δια των συνηγόρων της υπέβαλε αίτηση ορισμού της υπόθεσης δυνάμει της Δ.
  13. Αυτό είχε σαν επακόλουθο η αγωγή να οριστεί για οδηγίες και για να τοποθετηθούν η Ενάγουσα και οι Εναγόμενοι 1 και 2, επί των όσων προνοούνται στην Δ.30, για τις 18.3.
  14. Στις 18.3.2014 οι συνήγοροι της Ενάγουσας και των Εναγομένων 1 έως 5, εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και ζήτησαν όπως εκδοθεί διάταγμα για την ένορκη αποκάλυψη εγγράφων. Με βάση τις δηλώσεις εξεδόθη σχετικό διάταγμα και η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες προς συμμόρφωση με το διάταγμα στις 6.5.
  15. Η Ενάγουσα στις 12.2.14, καταχώρησε την υπό εξέταση αίτηση για την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον όλων των Εναγομένων ως άνωθι αναφέρεται. Η εν λόγω αίτηση ορίστηκε για πρώτη εμφάνιση στις 19.3.2014, όμως επειδή οι διάδικοι εμφανίστηκαν στις 18.3.2014 που ήταν ορισμένη η αγωγή για οδηγίες και για να τοποθετηθούν τα μέρη επί των όσων προνοούνται στην Δ.30, κατόπιν σχετικού αιτήματος και εκ συμφώνου, το Δικαστήριο επιλήφθηκε την ίδια ημερομηνία και της υπό εξέτασης αίτησης αντί στις 19.3.2014 που ήταν ορισμένη. Στις 18.3.2014 οι Εναγόμενοι 1 έως 5, δια του συνηγόρου τους έφεραν ένσταση στην υπό εξέταση αίτηση με επακόλουθο αυτή να οριστεί για οδηγίες την 6.5.2014, με περαιτέρω οδηγίες για καταχώρηση ένστασης από πλευράς των Εναγομένων 1 έως
  16. Οι Εναγόμενοι 1 έως 5 στις 6.5.2014 δια του συνηγόρου τους ζήτησαν περαιτέρω χρόνο για καταχώρηση της ένστασης τους και η υπό εξέταση αίτηση να οριστεί ξανά για οδηγίες, αίτημα στο οποίο δεν υπήρξε ένσταση από τους συνηγόρους της Ενάγουσας - Αιτήτριας με επακόλουθο αυτή να οριστεί στις 18.6.
  17. Ένσταση από πλευράς των Εναγομένων 1 έως 5 καταχωρήθηκε τελικά στις 18.6.2014, οπόταν το Δικαστήριο όρισε την υπό εξέταση αίτηση για ακρόαση στις 8.10.
  18. Στις 8.10.14 και ενόψει της εκκρεμούσας διαδικασίας στην αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης, η αγωγή τέθηκε εκτός πινακίου. Η υπό εξέταση αίτηση ορίστηκε μετά που δηλώθηκε ότι και οι δύο πλευρές δεν επιθυμούσαν να προχωρήσουν σε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων που υποστηρίζουν την αίτηση και ένσταση, για τυχόν διευκρινίσεις επί των γραπτών αγορεύσεων που οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων ετοίμασαν και παρέδωσαν στο Δικαστήριο, για την 30.10.
  19. Στις 30.10.14 κατόπιν που ζητήθηκαν σχετικές διευκρινίσεις από το Δικαστήριο η αίτηση ορίστηκε για περαιτέρω διευκρινίσεις στις 18.11.14 και για να δοθεί η δυνατότητα στους συνηγόρους να παρουσιάσουν στο Δικαστήριο φωτοτυπίες των επικαλούμενων στην γραπτή τους αγόρευση νομικών αυθεντιών και συγγραμμάτων. Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκες Δηλώσεις της Ενάγουσας ημερομηνίας 12.2.2014, του κ. Δημήτρη Λαμπριανίδη και της κας Έλλης Δαλίτου, επίσης της ίδιας ημερομηνίας. Στη Ένορκο δε Δήλωση της Ενάγουσας επισυνάπτεται αριθμός τεκμηρίων - εγγράφων, τα οποία πάντοτε σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, αλλά και των άλλων δύο ενόρκως δηλούντων, στοιχειοθετούν την αξίωση της και δικαιολογούν την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των Εναγομένων 1 έως 5, λόγω του ότι αυτοί δεν έχουν καλή υπεράσπιση. Το τι αναφέρεται στις ενόρκους δηλώσεις της Ενάγουσας, του κ. Δημήτρη Λαμπριανίδη και της κας Έλλης Δαλίτη, εύκολα διαπιστώνεται από το φάκελο της υπόθεσης, έχει ληφθεί υπόψη στο σύνολο του από το Δικαστήριο και δεν κρίνω σκόπιμο να επαναληφθεί στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Εκεί όμως που στην συνέχεια θα κρίνεται αναγκαίο , θα γίνεται αναφορά σε αυτό η μέρος τούτου. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση - Εναγόμενοι 1 έως 5, με την Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης στην αίτηση της Ενάγουσας ημερομηνίας 12.2.14, ήτοι στην υπό εξέταση αίτηση, επικαλούνται τους πιο κάτω λόγους ένστασης:
  20. Η αίτηση είναι ουσία και Νόμω αβάσιμη, αντικανονική, παράτυπη, είναι αντίθετη και παραβιάζει τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης.
  21. Οι ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση δεν πληρούν τις προϋποθέσεις των Δ.18 και 39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και /ή είναι παράτυπες και /ή αντινομικές και αντίθετες με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας .
  22. Οι Εναγόμενοι έχουν καλόπιστη και βάσιμη με βάση τα γεγονότα υπεράσπιση την οποία δικαιούνται να προβάλουν κατά τον δέοντα τρόπο κατά την ακρόαση της αγωγής.
  23. Υπάρχουν πολλοί νομικοί και πραγματικοί λόγοι για τους οποίους καθίσταται αμφίβολο το δικαίωμα της ενάγουσας/αιτήτριας σε απόφαση στην αγωγή.
  24. Υπάρχουν πολλά εγειρόμενα νομικά σημεία, τα οποία θα πρέπει να εξεταστούν μετά που θα δοθεί η απαιτούμενη μαρτυρία, και τα οποία εάν αποδειχτούν βάσιμα καθιστούν παράνομη και/ή ανεφάρμοστη νομικά την επίδικη αξίωση της Ενάγουσας.
  25. Το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως της Αιτήτριας είναι αναληθές και ανακριβές.
  26. Η ένορκη δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση της Αιτήτριας ως επίσης και τα επισυνημμένα τεκμήρια ή το προσκομισθέν μαρτυρικό υλικό δεν είναι νομικά και ουσιαστικά αρκετό για την έκδοση συνοπτικής απόφασης.
  27. Οι καθ΄ων η αίτηση έχουν καλή και γνήσια υπεράσπιση που πρέπει να την προβάλουν πράγμα το οποίο έχουν πράξει εδώ και καιρό.
  28. Δεν τηρείται καμία από τις προϋποθέσεις που θέτει η Διαταγή 18 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας για την έκδοση συνοπτικής απόφασης και/ή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις οι προβλεπόμενες υπό των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ούτως ώστε η Αιτήτρια να δικαιούται στην έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των καθ΄ων η αίτηση.
  29. Παραβιάζονται Συνταγματικά και Ατομικά και Ανθρώπινα δικαιώματα των Καθ' ων η Αίτηση με το να εξαιτείται η αιτήτρια συνοπτικής απόφασης εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση και να επείγονται στην έκδοση της όταν η αγωγή καταχωρήθηκε την 21/2/2013 ενώ τα δικόγραφα συμπληρώθηκαν στις 27/1/2014 και ενώ η αιτήτρια μέσω των δικηγόρων της καταχώρησε αίτηση ορισμού ακροάσεως και ορίστηκε η αγωγή για οδηγίες στις 28/11/2013, και 28/1/2014, όπου δόθηκαν οδηγίες για ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων και από τις δύο πλευρές.
  30. Η Αιτήτρια δεν έχει καλή και καθαρή υπόθεση.
  31. Η Αίτηση είναι αντικανονική, παράτυπη, εκφοβιστική, εκβιαστική και καταχρηστική εφόσον έχει καταχωρηθεί μετά από αίτηση από την αιτήτρια για απόφαση λόγω μη καταχώρισης υπεράσπισης και ενώ η υπεράσπιση των εναγομένων 3, 4 και 5 καταχωρήθηκε την 10/9/2013 και η υπεράσπιση των εναγομένων 1 και 2 στις 13/1/
  32. Η απαίτηση της Αιτήτριας δεν είναι ξεκαθαρισμένη και επομένως δεν δικαιούται σε συνοπτική απόφαση.
  33. Η Αιτήτρια αποκρύπτει ουσιώδη γεγονότα και προσπαθεί να παραπλανήσει.
  34. Οι ενόρκως δηλούντες δεν είναι πρόσωπα τα οποία μπορούν να δηλώνουν ρητά ότι οι Καθ΄ων η Αίτηση δεν έχουν υπεράσπιση στην αγωγή.
  35. Η ενάγουσα / Αιτήτρια καθυστέρησε να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση και/ή ο σκοπός της Ενάγουσας / Αιτήτριας δεν είναι η εξοικονόμηση χρόνου του Δικαστηρίου αλλά η παρούσα αίτηση είναι κακόπιστη και/ή με αυτή επιδιώκονται αλλότριοι σκοποί.
  36. Η Ενάγουσα / Αιτήτρια δεν δικαιούται σε συνοπτική απόφαση.
  37. Η ενάγουσα δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, ενέργησε με κακή πίστη , απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα.
  38. Η αίτηση καταχωρείται καθυστερημένα.
  39. Υπάρχουν πολλά νομικά σημεία τα οποία θα πρέπει να αποφασιστούν μετά που θα ακουστεί η μαρτυρία και τα οποία, αν γίνουν αποδεκτά, θα καταδείξει ότι δεν ευσταθεί η αξίωση της ενάγουσας.
  40. Η αίτηση γίνεται κακόπιστα, καταχρηστικά, καταπιεστικά με μοναδικό σκοπό να στερήσει τους εναγόμενους από το δικαίωμα να υπερασπιστούν .
  41. Η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας του Δικαστηρίου.
  42. Οι καθών η αίτηση έχουν καλήν Υπεράσπιση επί της ουσίας η οποία είναι καλόπιστη και επί νομικών θεμάτων και φαίνεται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του εναγόμενου 1 Κρατίνου Παπαργυρού και στην ένορκη δήλωση του Ανδρέα Παπαργυρού/διευθυντή των εναγομένων 5 και δεν είναι για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης που έχει καταχωρηθεί το σημείωμα εμφάνισης . Για τους πιο πάνω λόγους ζητούν την απόρριψη της αίτησης ως Νόμω και ουσία αβάσιμης, με έξοδα εις βάρος της Ενάγουσας. Η ένσταση των Εναγομένων, υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση ημερομηνίας 18.6.14, του κ. Κρατίνου Παπαργυρού, ο οποίος προέβη στην εν λόγω ένορκο του δήλωση για τον ίδιο προσωπικά, για και εκ μέρους της Εναγόμενης 4 εταιρείας, αλλά και για και εκ μέρους των Εναγομένων 2 και 3 κατόπιν της δέουσας εξουσιοδότησης από αυτούς. Η ένσταση υποστηρίζεται επίσης και από ένορκο δήλωση του κ. Ανδρέα Παπαργυρού ημερομηνίας 18.6.14, στην οποία προέβη εκ μέρους και για λογαριασμό της Εναγόμενης 5, εταιρείας της οποίας είναι ο διευθυντής. Το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων του κ. Κρατίνου Παπαργυρού και του κ. Αντρέα Παπαργυρού, που υποστηρίζουν την ένσταση των Εναγομένων 1 έως 5, εύκολα διαπιστώνεται από το φάκελο της υπόθεσης, έχει ληφθεί υπόψη στο σύνολο του και επίσης δεν κρίνω σκόπιμο να επαναληφθεί στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Εκεί όμως που στην συνέχεια θα κρίνεται αναγκαίο , θα γίνεται αναφορά σε αυτό η μέρος τούτου. Είναι πρόδηλο ότι οι προβαλλόμενοι λόγοι ένστασης αφορούν τόσο στη δικονομική ορθότητα της αίτησης την οποία προσβάλλουν, αλλά και ζητήματα ουσιαστικά ως προς την αξίωση. Επισημαίνω ακόμη ότι εκ των λόγων ένστασης πλείστοι εξ αυτών επικαλύπτουν ο ένας τον άλλον, αφού ουσιαστικά είναι οι ίδιοι και απλώς διατυπώνονται με διαφορετικό λεκτικό η φρασεολογία. Έτσι αυτοί κρίνω ότι ομαδοποιούνται στις εξής κατηγορίες: (α) στην κατηγορία των λόγων που αφορούν την θέση ότι η αίτηση και οι ένορκες δηλώσεις που την υποστηρίζουν, είναι νόμω και ουσία αβάσιμες, παράτυπες, αντικανονικές και αντίθετες με τους σχετικούς Θεσμούς, λόγοι 1, 2, 9 και 15, (β) στην κατηγορία των λόγων που αφορούν την επίκληση κωλύμματος στην καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης, λόγω της καθυστέρησης και στο μη κατάλληλο στάδιο της διαδικασίας καταχώρησης της αίτησης, ήτοι μετά την καταχώρηση υπεράσπισης από τους Εναγομένους και του ορισμού της αγωγής, στοιχεία που δείχνουν ότι αυτή καταχωρήθηκε κακόπιστα και αποτελεί προσπάθεια εξυπηρέτησης αλλότριων σκοπών, λόγοι 12, 16 και 19, (γ) στην κατηγορία των λόγων που αφορούν την θέση ότι οι Εναγόμενοι έχουν καλή υπεράσπιση και γι αυτό θα πρέπει η αγωγή να εκδικασθεί στα πλαίσια κανονικής δίκης επί της ουσίας, λόγοι 3, 4, 5, 6, 7, 8, 11, 13, 17, 20 και 23, (δ) στην κατηγορία των λόγων που αφορούν την θέση και ισχυρισμούς ότι η Ενάγουσα με την υπό εξέταση αίτηση, προσπαθεί να παραπλανήσει το Δικαστήριο, ότι δεν προσήλθε με καθαρά χέρια, ότι αποκρύβει ουσιώδη γεγονότα και ότι με αυτήν με κακή πίστη προσπαθεί να εξυπηρετήσει αλλότριους σκοπούς και ότι η Ενάγουσα κωλύεται και/ή εμποδίζεται από του να διεκδικά συμβατικά δικαιώματα και/ή άλλως συνεπεία εξ΄ υποσχέσεως κωλύματος και/ή κωλύματος λόγω παραστάσεων που προέβαινε προς τους Εναγόμενους, ισχυρισμοί που εμπίπτουν στους λόγους 14, 18, 21 και 22, και (ε) στην κατηγορία των ισχυρισμών που αφορούν την επίκληση του Συνταγματικά κατοχυρωμένου Δικαιώματος των Εναγομένων για να υπερασπίσουν τους εαυτούς τους στα πλαίσια κανονικής δίκης, λόγος
  43. Οι δύο πλευρές στην ακροαματική διαδικασία, ως και άνωθι αναφέρεται, περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις και ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε. Τα όσα οι συνήγοροι των διαδίκων αναφέρουν στις γραπτές τους αγορεύσεις, της Ενάγουσας - αιτήτριας Έγγραφο Γ.Α.1 και των Εναγομένων 1 - 5 - καθ' ων η αίτηση Έγγραφο Γ.Α.2, με τις οποίες αυτοί ουσιαστικά επαναλαμβάνουν τα αναφερόμενα στην αίτηση και ένσταση αντίστοιχα, παραθέτοντας και επικαλούμενοι σχετική νομολογία επί του υπό εξέταση ζητήματος, έχουν ληφθεί υπόψη στο σύνολο τους, εύκολα διαπιστώνονται από το φάκελο του Δικαστηρίου και συνακόλουθα επίσης δεν κρίνω αναγκαίαν την καταγραφή και επανάληψη τους στην παρούσα. Αναφορά στις θέσεις αυτές, θα γίνει κατωτέρω, στο βαθμό που τούτο κρίνεται αναγκαίο. Νομική Πτυχή Η Δ.18 Κ.Θ(α) των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στην οποία στηρίζεται η επίδικη αίτηση έχει ως εξής: «Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2 rule 6 the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend». Σε Ελληνική μετάφραση: «Οπου ο εναγόμενος εμφανίζεται σε κλητήριο ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο σύμφωνα με τη Διαταγή 2 Θεσμός 6 ο ενάγοντας μπορεί, με ένορκη δήλωση που θα κάνει ο ίδιος, ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί και πιστοποιήσει τα γεγονότα και να βεβαιώσει την αιτία της αγωγής και το ποσό που απαιτείται (αν υπάρχει) και να αναφέρει ότι από ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή, να αποταθεί για απόφαση για το ποσό που απαιτείται μαζί με τόκο (αν υπάρχει) ή για ανάκτηση γης (με ή χωρίς ενοίκιο) ή για παράδοση ορισμένου κινητού πράγματος, ανάλογα με την περίπτωση, και τα έξοδα και μπορεί να δοθεί απόφαση υπέρ του ενάγοντα εκτός αν ο εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα είναι ουσιώδη για να του δοθεί δικαίωμα υπεράσπισης». Οι νομολογιακές αρχές που αφορούν την έκδοση συνοπτικής απόφασης έχουν θεμελιωθεί σε πάγια νομολογία, όπου τονίζεται ότι η δικαιοδοσία δυνάμει της Δ.18, ως εξαιρετικό μέτρο, θα πρέπει να ασκείται με μεγάλη προσοχή ώστε να μην αποκλείεται διάδικος να εγείρει οποιαδήποτε υπεράσπιση, την οποία μπορεί πράγματι να έχει. Σκοπός δε της Διαταγής 18, η οποία έλκει την καταγωγή της από την Αγγλική Δ.14, των Θεσμών της Δικαστικής Πρακτικής των Αγγλικών Δικαστηρίων που ίσχυαν μέχρι και την αμέσως προηγούμενη της ανεξαρτησίας της Κυπριακής Δημοκρατίας ημέραν, είναι να δώσει τη δυνατότητα στον ενάγοντα να πάρει συνοπτική απόφαση χωρίς δίκη αν μπορεί να αποδείξει την απαίτηση του καθαρά και αν ο εναγόμενος δεν μπορέσει να προβάλει μια καλόπιστη (bona fide) υπεράσπιση ή να εγείρει ζήτημα κατά της απαίτησης, το οποίο πρέπει να δικαστεί (βλ. Roberts v. Plant

(1985)1 Q.Β. 597 και Robinson & Co. ν. Lynes
(1984)2 Q.B. 577). Στην υπόθεση Jacobs v. Booth's Distillery Co. 85 L.T.R. 262, στην οποίαν σχολιάζεται η Δ.14, αναφέρεται ότι: «People do not seem to understand that the effect of Order XIV, is, that, upon the allegation of the one side or the other, a man is not to be permitted to defend himself in a Court; that his rights are not to be litigated at all. There are some things too plain for argument; and where there were pleas put in simply for the purpose of delay, which only added to the expense, and where it was not in aid of justice that such things should continue, Order XIV was intended to put an end to that state of things, and to prevent such defences from defeating the right of parties by delay, and at the same time causing great loss to plaintiffs who were endeavouring to enforce their rights.» Σε ελεύθερη δε Ελληνική μετάφραση: «Οι άνθρωποι δεν φαίνεται να αντιλαμβάνονται ότι η συνέπεια της Δ.14 είναι πως με τον ισχυρισμό με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, ότι δεν θα πρέπει να επιτραπεί σε κάποιον να υπερασπιστεί τον εαυτό του στο Δικαστήριο, εξυπακούεται ότι δεν δύναται να παρουσιάσει τα δικαιώματά του στη δικαστική διαδικασία καθόλου. Υπάρχουν κάποια πράγματα πολύ απλά για σχολιασμό, και όπου υπάρχει ισχυρισμός ο οποίος τίθεται απλά και μόνο για καθυστέρηση και ο οποίος απλά προσθέτει στην επαύξηση των εξόδων και όπου δεν είναι προς την κατεύθυνση να βοηθήσει τη δικαιοσύνη εάν αφεθεί η διαδικασία να συνεχίσει, η Δ.14 θεσπίστηκε και σκοπό έχει να θέτει τέρμα σε αυτή την κατάσταση πραγμάτων και στο να εμποδίσει τέτοιες υπερασπίσεις από του να επηρεάζουν τα δικαιώματα των μερών με καθυστέρηση και ταυτόχρονα να προκαλούν μεγάλη απώλεια στους Ενάγοντες στην προσπάθεια τους να εφαρμόσουν τα δικαιώματά τους». και στη συνέχεια: «The view which I think ought to be taken of Order XIV is that the tribunal to which the application is made should simply determine, 'is there a triable issue to go before a jury or a court?'. It is not for the tribunal to enter into the merits of the case at all. It ought to make the order only when it can say to the person who opposes the order, 'You have no defence. You could not by general demurrer, if it were a point of law, raise a defence here. We think it is impossible for you to go before any tribunal to determine the question of fact'. We are not expressing any opinion whatever upon the merits of the case.» Σε ελεύθερη δε Ελληνική μετάφραση: «Η άποψη η οποία πρέπει να επικρατεί αναφορικά με τη Δ.14, είναι ότι το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου η αίτηση γίνεται, πρέπει απλά να καθορίσει «υπάρχει ζήτημα αμφισβητούμενο το οποίο θα πρέπει να τεθεί ενώπιον ορκωτού Δικαστηρίου ή Δικαστηρίου;». Δεν επιτρέπεται στο Δικαστήριο να υπεισέρθει στην ουσία της υπόθεσης καθόλου. Πρέπει να εκδώσει το διάταγμα μόνο εάν μπορεί να πει προς το πρόσωπο που ενίσταται στην έκδοση του «δεν έχεις υπεράσπιση. Δεν μπορείς να αντιτείνεις με γενικότητα, εάν υπάρχει νομικό σημείο, εγείροντας μια υπεράσπιση σε αυτό. Πιστεύουμε ότι είναι αδύνατο για εσένα να εμφανιστείς ενώπιον οποιουδήποτε Δικαστηρίου, για να αποφασίσει το ερώτημα επί γεγονότος». Δεν εκφράζουμε οποιαδήποτε γνώμη όποια κι αν είναι, επί της ουσίας της υπόθεσης.» Περαιτέρω, στην υπόθεση Anglo-Italiano Bank v. Wells and Davies, 38 L.T. 197, 199, αναφέρεται ότι: «The order on which this decision is made is most useful order. It is ιintended to prevent a man, clearly entitled to money, from being delayed where there is no fairly arguable defence to be brought forward.» Σε ελεύθερη δε Ελληνική μετάφραση: «Η διαταγή επί της οποίας αυτή η απόφαση έχει δοθεί, είναι πολύ χρήσιμη. Σκοπό έχει να προστατεύσει κάποιον στον οποίον οφείλονται προδήλως χρήματα, από του να καθυστερείται όπου δεν υπάρχει δίκαιη συζητήσιμη υπεράσπιση που να οδηγηθεί προς εκδίκαση». Οι πιο πάνω αποφάσεις και αρχές υιοθετήθηκαν σε σωρείαν αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως στις υποθέσεις Kypros Kyprianides v. Symeon Ioannou
(1966)1 Α.Α.Δ. 265, 269, Hermes Insurance v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, 337-8 και επιβεβαιώθηκαν στην υπόθεση Trans Middle East Trading (TMET) v. Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239, 243-4. Πιο πρόσφατα δε, στην Ανδρονίκου κ.ά. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2007)1 (Β) Α.Α.Δ. 977, 980-1 υιοθετείται απόσπασμα από την Νεάρχου κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου)
(2005)1 (Β) Α.Α.Δ. 818, 824-6 όπου αναφέρεται ότι: «Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18 κκ. 1-5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου.» Ακόμη στην υπόθεση Μεττή ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1(Α) ΑΑΔ 417, έχουν λεχθεί χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι η διαδικασία της συνοπτικής απόφασης είναι κατ' εξαίρεση διαδικασία που παρακάμπτει την κανονική διαδικασία της ακρόασης των αγωγών και αν οι συνθήκες είναι κατάλληλες, αποκλείει τον εναγόμενο από του να αμφισβητήσει την εναντίον του αξίωση. Απόφαση συνεπώς δυνάμει της Δ.18 θα πρέπει να εκδίδεται μόνο όταν υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση με την προβλεπόμενη διαδικασία και αφού το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι δεν υπάρχει πιθανότητα ο εναγόμενος να διαθέτει υπεράσπιση ή ότι δεν έχει αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρούνται ικανά να του παράσχουν το δικαίωμα σε υπεράσπιση, καταγράφοντας συνάμα την κατάληξή του αυτή. Η συμμόρφωση με τις διαδικαστικές προϋποθέσεις της Δ.18 είναι απαραίτητη για την ύπαρξη δικαιοδοσίας. Κατά συνέπεια, εκτός αν ο ενάγων ικανοποιήσει πρώτα τις διαδικαστικές αυτές απαιτήσεις, το δικαστήριο δεν μπορεί να προχωρήσει στην έκδοση συνοπτικής απόφασης.» Σύμφωνα λοιπόν με το κείμενο της Δ.18 Θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, αλλά και τη νομολογία, ο ενάγων σε αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης θα πρέπει πρώτιστα να ικανοποιήσει ότι συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (
  1. i)Το κλητήριο να είναι ειδικώς οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2 Θ.6, (
  2. ii)να έχει καταχωρηθεί σημείωμα εμφανίσεως από τον εναγόμενο, και (iii) η αίτηση να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ενάγοντος ή άλλου προσώπου που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα. Με την ένορκη δήλωση πρέπει να επιβεβαιώνεται η αιτία της αγωγής και το αξιούμενο ποσό και να δηλώνεται η πίστη του ενόρκως δηλούντος ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Επισημαίνεται ότι ενώ σε ενδιάμεσες αιτήσεις, δυνάμει της Δ.39 Θ.2, θεωρούνται επαρκείς δηλώσεις πεποίθησης του ενόρκως δηλούντα ότι πιστεύει τα γεγονότα ως αληθινά, στις αιτήσεις για συνοπτική απόφαση ο ενόρκως δηλών θα πρέπει να έχει δυνάμει της Δ.18 Θ.1(α), προσωπική γνώση των γεγονότων και να μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς αυτά. Απλή δήλωση του ενόρκως δηλούντα ότι μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα δεν αρκεί. Πρέπει να δείξει κάτω από ποιες περιστάσεις απέκτησε γνώση των γεγονότων της υπόθεσης (βλ. Goodwin Barsby Ltd v. Premixco Asphalting Co Ltd
(1985)2 J.S.C 596). Όπως δε αναφέρθηκε στην Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130), η μη ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων στερεί από το Δικαστήριο τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση καθόσον η τήρηση τους σχετίζεται με τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Ακόμη γνώση από έγγραφα συνταγμένα χωρίς τη συμμετοχή του ενόρκως δηλούντα δεν είναι προσωπική, βασίζεται σε πληροφορίες και δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις της Δ.18 (βλ. Δημητρίου Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(1997)1Β Α.Α.Δ. 782 και The Chain Gulf Traders Ltd v. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 1168). Βέβαια καθ' όσον αφορά την αναγκαιότητα επισύναψης εγγράφων ως τεκμηρίων, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η Δ.18, δεν απαιτεί όπως η ένορκος δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης συνοδεύεται από έγγραφα, εκτός εάν επιλέξει ο ίδιος ο αιτητής να αναφερθεί σε αυτά, οπόταν και πρέπει να επισυνάπτονται. Σχετικά είναι τα όσα λέχθηκαν στην Κυριάκου v. Αναστασίου Πολ. Εφ. 230/09 ημερομηνίας 22/1/2013, όπου αναφέρεται ότι: «.η αίτηση για συνοπτική απόφαση δεν είναι αναγκαίο να συνοδεύεται από όλα τα έγγραφα που θα υποστήριζαν την αγωγή εάν διεξαγόταν κανονική δίκη. Η απλή επιβεβαίωση της ίδιας της αξίωσης με αναφορά στην απαίτηση κατά τις επιταγές της Δ.18 θ. 1(α), εξυπακούει τη μη αναγκαιότητα επισύναψης οποιωνδήποτε εγγράφων. Αν όμως ο ίδιος ο ενάγων - αιτητής επιλέξει να αναφερθεί στην ένορκη του δήλωση σε έγγραφα, τότε σύμφωνα με τη Δ.18 θ.2, αυτά θα πρέπει να επισυνάπτονται.» Όταν όμως κριθεί, όπως έχει υποδειχθεί στη νομολογία, τόσο των Αγγλικών Δικαστηρίων από αρκετά χρόνια πρίν, όσο και από την πρόσφατη τοιαύτην, αλλά και την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ότι ο ενάγων με αυστηρή τήρηση και προσήλωση στις τεχνικές διατυπώσεις της Δ.18 Θ.1 έχει ικανοποιήσει τις πιο πάνω προϋποθέσεις, το βάρος μετατίθεται στους ώμους του εναγομένου, ο οποίος για να εξασφαλίσει δικαίωμα υπεράσπισης θα πρέπει να παρουσιάσει λεπτομέρειες που να δείχνουν ότι υπάρχει καλόπιστη υπεράσπιση ή εγείρονται θέματα που πρέπει να εκδικαστούν ή αποκαλύπτονται γεγονότα που κρίνονται αρκετά ώστε να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει υπεράσπιση. Στην υπόθεση Λαζάρου κ.α. v Μακεδόνα
(1999)1 (Β) Α.Α.Δ. 817 επεξηγείται ότι όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση. Βέβαια θα πρέπει να επισημανθεί πως στα πλαίσια αυτά δεν αρκεί ο εναγόμενος να προβεί σε γενική άρνηση της απαίτησης ή σε αόριστους ισχυρισμούς. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση CY.Ε.Μ.S. Co. ν. Central Co-operative Industries
(1982)1 Α.Α.Δ. 897. 905: "... the burden is on the defendant to satisfy the Court that he bona fide has a good defence in the sense that there is a triable issue to be argued before a competent Court ." Σε ελεύθερη δε Ελληνική μετάφραση: «. το βάρος είναι στον Εναγόμενο να ικανοποιήσει το Δικαστήριο καλόπιστα ότι έχει καλή υπεράσπιση με την έννοια ότι υπάρχει ένα ζήτημα το οποίο πρέπει να δοκιμαστεί με την εκδίκαση του ενώπιον αρμοδίου Δικαστηρίου..» Το Δικαστήριο δε στη διαδικασία αυτή, δεν προβαίνει σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών ή σε ευρήματα όσον αφορά την υπεράσπιση του εναγομένου, ως να εκδίκαζε την ουσία της υπόθεσης. Αρκεί να αποκαλυφθεί συζητήσιμο θέμα προς εκδίκαση ώστε να δοθεί άδεια για υπεράσπιση. Αν οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί, όσον απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, δικαιολογούν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης, η αίτηση για συνοπτική απόφαση δεν μπορεί να επιτύχει. Στο ερώτημα δε ως προς το σε τί πρέπει να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ώστε να αρνηθεί στον ενάγοντα απόφαση εδώ και τώρα, απαντά ο Λόρδος Μπλάκμπερν στην απόφασή του στην κλασσική υπόθεση John Wallingford v. The Directors etc. of the Mutual Society [1879-1880] 5 Α.C. (Η.L) 685, 704: "Now I think what we have to see here is, what is that the Judge is to be satisfied of, in order to induce him to refuse to make the order for the plaintiff to sign judgment. If he is satisfied upon the affidavits before him that there really is a defence upon the merits, it is a matter of right, unless there be something very extraordinary (which I can hardly conceive), that the defendant should be able to raise that defence upon the merits, either to the whole or to a part. He may fall far short of satisfying a Judge that there is a defence upon the merits; still he may do so if he discloses such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend. And that, my Lords, raises another question altogether. There may very well be facts brought before the Judge which satisfy him that it is reasonable, sometimes without any terms and sometimes with terms, that the defendant should be able to raise this question, and fight it if he pleases, although the Judge is by no means satisfied that it does amount to a defence upon the merits. I think that when the affidavits are brought forward to raise that defence they must, if I may use the expression, condensed upon particulars. It is not enough to swear, "I say I owe the man nothing". Doubtless, if it was true, that you owed the man nothing, as you swear, that would be a good defence. But that is not enough. You must satisfy the Judge that there is reasonable ground for saying so. So again, if you swear that there was fraud, that will not do. It is difficult to define it, but you must give such an extent of definite facts pointing to the fraud as to satisfy the Judge that those are facts which make it reasonable that you should be allowed to raise that defence. And in like manner as to illegality, and every other defence that might be mentioned.» Σε ελεύθερη δε Ελληνική μετάφραση: «Τώρα νομίζω ότι αυτό που πρέπει να δούμε στο στάδιο αυτό είναι τι είναι εκείνο για το οποίο πρέπει ο Δικαστής να ικανοποιηθεί, έτσι ώστε να τον πείσει να αρνηθεί να εκδώσει το διάταγμα προς όφελος του Ενάγοντα, με την έκδοση απόφασης. Εάν ικανοποιηθεί επί τη βάση των ενώπιον του ευρισκομένων ενόρκων δηλώσεων, ότι υπάρχει πράγματι μια υπεράσπιση επί της ουσίας, είναι ζήτημα δικαιώματος, εκτός δε εάν υπάρχει κάτι εξαιρετικά ασύνηθες (το οποίο με δυσκολία μπορώ να συλλάβω), θα πρέπει να επιτραπεί στον Εναγόμενο να εγείρει αυτή την υπεράσπιση επί της ουσίας, είτε επί του όλου ή μέρους αυτής. Μπορεί (ο Εναγόμενος) να πέσει πολύ πιο κάτω από το επίπεδο ικανοποίησης του Δικαστή ότι έχει υπεράσπιση επί της ουσίας, όμως μπορεί να του επιτραπεί να υπερασπισθεί, εάν αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα τα οποία μπορεί να εκληφθούν ως ικανοποιητικά για να του δώσουν το δικαίωμα αυτό. Και αυτό αδελφοί Δικαστές εγείρει μια άλλη ερώτηση επί όλων των ζητημάτων. Μπορεί κάλλιστα να υπάρχουν γεγονότα που να ικανοποιούν τον δικαστή ότι είναι εύλογο να δοθεί, κάποτε με όρους, κάποτε χωρίς όρους, στον εναγόμενο η άδεια να εγείρει ένα τέτοιο ζήτημα και να υπερασπισθεί, αν το επιθυμεί, αν και ο δικαστής μπορεί να μην έχει ποσώς ικανοποιηθεί ότι αυτό συνιστά υπεράσπιση επί της ουσίας. Νομίζω, ότι όταν τίθενται ενώπιον του δικαστή ένορκες δηλώσεις με σκοπό την αποκάλυψη υπεράσπισης πρέπει, αν μπορώ να χρησιμοποιήσω την έκφραση, να καταφύγεις σε λεπτομέρειες. Δεν είναι αρκετή η δήλωση 'Ισχυρίζομαι, ότι δεν οφείλω τίποτα'. Αναμφίβολα, αν αυτό είναι αλήθεια, ότι, δηλαδή, δεν οφείλεις τίποτα, όπως ορκίζεσαι, είναι καλή υπεράσπιση. Όμως δεν είναι αρκετό. Οφείλεις να ικανοποιήσεις τον δικαστή ότι υπάρχει εύλογη αιτία για να το λες. Και πάλι, αν ορκισθείς ότι υπάρχει δόλος, αυτό από μόνο του δεν είναι αρκετό. Μπορεί να είναι δύσκολο να καθορίσεις τον δόλο, οφείλεις, όμως, να παραθέσεις τέτοια γεγονότα που να τον ευπροσδιορίζουν, ώστε να ικανοποιήσεις τον δικαστή ότι τα γεγονότα αυτά καθιστούν εύλογο να σου επιτραπεί να εγείρεις αυτήν την υπεράσπιση. Το ίδιο ισχύει και για την υπεράσπιση της παρανομίας (illegality) όπως και για οποιαδήποτε άλλη υπεράσπιση που μπορεί να εγερθεί.» Ακόμη στην απόφαση Κυριάκου v. Αναστασίου (ανωτέρω) αναφέρονται τα εξής: «Έχει υποδειχθεί στη N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 1912 και έχει επιβεβαιωθεί εκ νέου στην υπόθεση Sigma Radio T.V. Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 408, ότι το δικαίωμα υπεράσπισης χωρίς όρους δεν «.. ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση διαφορετικά, θα ήταν εύκολο σε σχεδόν κάθε περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς με αποτέλεσμα την αχρήστευση του.». Το τι αναμένεται από ένα εναγόμενο όταν αντιμετωπίζει αίτηση για συνοπτική απόφαση έχει διαχρονικά επιβεβαιωθεί από τη φράση «condescend upon particulars». Στο σύγγραμμα Τhe Annual Practice
(1970)σελ. 127, παρ. 14/3-4/4, αναφέρονται τα εξής: «The defendant´s affidavit must "condescend upon particulars", and should, as far as possible, deal specifically with the plaintiff´s claim and affidavit, and state clearly and concisely what the defence is, and what facts are relied on as supporting it. It should also state whether the defence goes to the whole or part of the claim, and in the latter case it should specify the part. . . ... if a legal objection is raised, the facts and the point of law arising thereon must be clearly stated. Indeed, in all cases, sufficient facts and particulars must be given to show that there is a bona fide defence.» Με άλλα λόγια θα πρέπει ο εναγόμενος, να δώσει τέτοιες λεπτομέρειες με την ένορκη του δήλωση που να καταδεικνύεται το βάσιμο της υπεράσπισης του ή και να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί (βλ. Πολ. Εφεση 27/10 Sensus Gymnasium Ltd κ.α. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ημερ. 4/9/2013). Η απλή αναφορά σε ισχυρισμούς γενικούς και αόριστους στερεί από τον εναγόμενο - καθ' ου η αίτηση, το δικαίωμα να τύχει άδειας από το Δικαστήριο για να καταχωρήσει υπεράσπιση. Στην υπόθεση Trans Middle East Trading (TMET) Ltd v. Abdul Aziz Tlais (ανωτέρω), στην απόφαση του ο Δικαστής Αρτέμης (όπως ήταν τότε), ανέφερε τα ακόλουθα σχετικά στις σελίδες 243-244 της απόφασης: «Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές όσο και τις Αγγλικές αποφάσεις, είναι ότι η συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο Εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη του δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση και ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (βλ. CY.E.M.S Co Ltd v. The Central Co-Operative Co Ltd
(1982)1 C.L.R. 879). Έτσι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπισή του ενώπιον του Δικαστηρίου γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θ΄ αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο.» Επίσης στην J & M Loizides Agencies Ltd. κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Πολ. Εφ. 322/2008 ημερ.14/07/2011, στην οποία επαναδιατυπώθηκαν οι αρχές της νομολογίας αναφέρονται τα ακόλουθα: «Όμως, δεν είναι αρκετό για τον εναγόμενο να αρνείται την οφειλή ή να ισχυρίζεται δόλο ή να παραθέτει μια νομική ένσταση. Η ένορκη δήλωση που καταχωρείται για υποστήριξη της ένστασης πρέπει να δίδει επαρκή γεγονότα και λεπτομέρειες που να δείχνουν ότι έχει καλόπιστη υπεράσπιση (he must condescend upon particulars) (CY.E.M.S. Co. v. General Co-Operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897, σελ. 902-905, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v. Abdul Aziz Thais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239 και Νεάρχου κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ.). Στην υπόθεση Λαζάρου κ.ά. ν. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817 στη σελ. 822 με αναφορά στο σύγγραμμα Supreme Court Practice 1999, 1st Ed., page 174, para 14/4/9, λέχθηκε ότι, «όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση». Η πιο πάνω προσέγγιση συνάδει πλήρως και με τις πρόνοιες του άρθρου 30 του Συντάγματος το οποίο προβλέπει ότι κάθε διάδικος έχει δικαίωμα να προσφύγει στο Δικαστήριο και να προβάλει τις θέσεις του στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας. Σχετική είναι η απόφαση Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd Πολ. Έφεση 11628 ημερ. 23.12.2003, όπου αναφέρονται τα εξής: «Έχουμε τη γνώμη πως θα έπρεπε να δοθεί η ευκαιρία στον εφεσείοντα να παρουσιάσει στο Δικαστήριο τη θέση του. Δεν πρόκειται για περίπτωση απλού υπόλοιπου λογαριασμού, για τον οποίο δεν μπορούσε να προβληθεί οποιαδήποτε υπεράσπιση. Να υποδείξουμε αυτό που έχει λεχθεί πολλές φορές, και αποκτά μεγαλύτερη σημασία σήμερα ενόψει της ορθής αντίληψης που έχει επικρατήσει, ως προς τα δικαιώματα δηλαδή που έχει ο διάδικος βάσει των προνοιών του άρθρου 30 του Συντάγματος μας και τις ανάλογες διατάξεις της Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η συνοπτική διαδικασία που προβλέπεται στη Δ.18 Κ.1(α) πρέπει να περιορίζεται στις περιπτώσεις όπου έκδηλα καταδεικνύεται πως ο εναγόμενος δεν έχει καμιά υπεράσπιση στην εναντίον του αγωγή.» Επανερχόμενος στήν παρούσα υπόθεση, όπως εύκολα διαπιστώνεται από το φάκελο της δικογραφίας, οι δύο πρώτες προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιήσει η Ενάγουσα πληρούνται εφόσον, αφενός το κλητήριο ένταλμα που καταχωρήθηκε στις 21.2.2013 είναι ειδικά οπισθογραφημένο βάσει της Δ.2 Θ.6 και αφετέρου οι Εναγόμενοι, ως άνωθι αναφέρεται, έχουν καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης, οι μεν Εναγόμενοι 3, 4 και 5 στις 4.4.2013, οι δε Εναγόμενοι 1 και 2 στις 27.11.
  1. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση που θα πρέπει να ικανοποιήσει η Ενάγουσα, όπως προκύπτει από την ένορκη της δήλωση, που είναι η μία από τις τρείς που συνοδεύει την αίτηση, αυτή έχει προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης. Πρόσθετα η Ενάγουσα επισυνάπτει το γραμμάτιο που κατά την αξίωση και ισχυρισμούς της, υπόγραψαν οι Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 4 στην παρουσία της και στην παρουσία των άλλων δύο προσώπων που έχουν προβεί σε ενόρκους δηλώσεις προς υποστήριξη της αίτησης, τα οποία μάλιστα υπέγραψαν ως μάρτυρες της υπογραφής του Εναγομένου 1 και των Εναγομένων 2, 3 και
  2. Ακόμη επισυνάπτει σε αυτήν φωτοτυπία της επιταγής που εξέδωσε προς όφελος του Εναγομένου 1 για το ισάξιο ποσό του Γραμματίου που αυτός υπέγραψε τη εγγυήσει των Εναγομένων 2, 3 και 4, στην οποία υπάρχει γραπτή ενυπόγραφη δήλωση του Εναγόμενου 1 ότι το εις αυτήν αναγραφόμενο ποσό το έλαβε ως δάνειο, έντυπα έρευνας που έγινε στο Ηλεκτρονικό Αρχείο που τηρείται από τον Έφορο Εταιρειών, αναφορικά με την νομική υπόσταση και τα δεδομένα των Εναγομένων 4 και 5, καθώς επίσης και το έγγραφο Υποθήκης με αριθμό Υ 5170/12 του Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού, η οποία έχει υπογραφεί από την ίδια και τον μοναδικό διοικητικό σύμβουλο των Εναγομένων 5, με την οποίαν οι Εναγόμενοι 5 ενέγραψαν προς όφελος της προς πρόσθετη εξασφάλιση της πληρωμής του ποσού του επιδίκου Γραμματίου, ενώπιον του αρμοδίου λειτουργού. Σε αυτήν αναφέρει επίσης ότι ολόκληρο το ποσό του γραμματίου, πλέον τους σχετικούς τόκους, κατέστει πληρωτέο και απαιτητό, αποτελεί εκκαθαρισμένη απαίτηση, και παραμένει οφειλόμενο, αφού οι Εναγόμενοι ουδέν ποσό πλήρωσαν έναντι και/η προς εξόφληση του, οι δε Εναγόμενοι ουδεμίαν καλή υπεράσπιση έχουν. Ακόμη τα δύο πρόσωπα που έχουν προβεί στις άλλες δύο ενόρκους δηλώσεις, που επίσης συνοδεύουν την αίτηση της Ενάγουσας, αναφέρουν ρητά ότι όσα εκτίθενται σε αυτές αποτελούν προϊόν προσωπικής τους γνώσης και σε αυτές εκθέτουν τα γεγονότα που έλαβαν χώραν κατά την ημερομηνία υπογραφής του επιδίκου Γραμματίου και/η Γραπτής Αναγνώρισης Χρέους και ότι αυτό υπεγράφη από τον Εναγόμενο 1 και τους Εναγομένους 2, 3 και 4 ως εγγυητές του, στην παρουσία τους στο δικηγορικό γραφείο όπου εργάζονται. Επισημαίνω δε ότι τόσο η Ενάγουσα όσο και οι άλλοι δύο ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκαν καθιστώντας έτσι τους εν λόγω ισχυρισμούς τους, αλλά και τους λοιπούς τοιούτους, αδιαμφισβήτητους. Όπως δε έχει νομολογηθεί στόχος της αντεξέτασης είναι η εύρεση της αλήθειας και η αποκάλυψη του ψεύδους. Παράλειψη αντεξέτασης αφήνει ανοικτή την πόρτα στο Δικαστήριο να θεωρήσει ότι οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί γίνονται παραδεκτοί. Σχετική είναι η απόφαση Philippou General Bonded Warehouse Ltd v. Κώστα Νικολαΐδη
(2006)1 (Β) Α.Α.Δ. 1057, όπου στη σελ.1060-1061 καταγράφονται τα ακόλουθα: «Σύμφωνα με τη νομολογία (βλ., μεταξύ άλλων, A.C.T. Textiles v. Zodhiatis
(1986)1 C.L.R. 89 και Adidas v. Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383), εκεί που ένας μάρτυρας δεν αντεξετάζεται σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του παρέχει στο δικαστήριο διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη αυτή ως αποδοχή των ισχυρισμών του στο σημείο που δεν αντεξετάστηκε. Με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης η κατάληξη του δικαστηρίου ότι η μη αντεξέταση οδηγούσε σε παραδοχή του ισχυρισμού, ήταν εύλογα επιτρεπτή.» (Βλ. επίσης Ντέρεκ Ντάγκλας v. Νότας Ντάγκλας, Έφ.6/2008 και 8/2008, ημερ.11/02/2010 και Πανίκος Σεννέκης ν. Οργανιμού Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακή Πολ. Εφ. 226/08 ημερ. 15/03/2012.) Έν όψει των πιο πάνω εκτεθέντων έχω, στην προκειμένη περίπτωση, ικανοποιηθεί για την τήρηση από την Ενάγουσα των προϋποθέσεων ενεργοποίησης της δικαιοδοσίας έκδοσης συνοπτικής απόφασης. Τούτο διότι τόσο η ίδια όσο και τα άλλα δύο πρόσωπα που προέβηκαν στις ένορκες δηλώσεις προς υποστήριξη της αίτησης της έχω ικανοποιηθεί ότι έχουν προσωπική γνώση των όσων εκτίθενται σε αυτές και πρόσθετα πώς ικανοποιούνται και οι λοιπές προϋποθέσεις του δικαιοδοτικού πλαισίου προς ενεργοποίηση της εξουσίας μου για την περαιτέρω εξέταση της αίτησης. Ακόμη έχω ικανοποιηθεί πώς πληρούνται και οι νομολογιακές αρχές αναφορικά με την επίκληση του περιεχομένου των εγγράφων που έχει επισυνάψει η Ενάγουσα στην Ένορκη Δήλωση της αφού είναι σαφές πώς τόσο η ίδια όσο και οι άλλοι δύο Ενόρκως Δηλούντες είχαν προσωπική συμμετοχή και γνώση στην κατάρτιση τους. Έχοντας η Eνάγουσα ικανοποιήσει τις τρεις απαιτούμενες προϋποθέσεις και ανεξάρτητα από το γεγονός ότι έχουν καταχωρηθεί στο φάκελο του Δικαστηρίου εκθέσεις υπερασπίσεων εκ μέρους των Εναγομένων 3, 4 και 5, στις 10.9.2013 και εκ μέρους των Εναγομένων 1 και 2 στις 27.1.2014, θα πρέπει τώρα να εξεταστεί κατά πόσο οι Eναγόμενοι παρουσιάζουν τέτοια στοιχεία και γεγονότα ώστε αποσείεται το βάρος που έχει μετατεθεί στους ώμους τους, έτσι ώστε να τους δοθεί το δικαίωμα από το Δικαστήριο να υπερασπιστούν στην παρούσα αγωγή στα πλαίσια κανονικής δίκης. Αναφορικά με τους λόγους ένστασης που έχω κατηγοριοποιήσει στην παράγραφο (α) ανωτέρω, εξετάζοντας τον τύπο και το περιεχόμενο τόσο της αίτησης όσο και των ενόρκων δηλώσεων που την υποστηρίζουν, δεν διαπιστώνω ότι έχει εμφιλοχωρήσει ή υπάρχει οποιαδήποτε αντικανονικότητα ή παρατυπία που να προκαλεί παραβίαση των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών αναφορικά με τον τύπο και περιεχόμενο αίτησης για συνοπτική απόφαση. Αυτό βεβαίως σε συνάρτηση και με τα όσα έχω αποφασίσει πιο πάνω σε σχέση με το δικαιοδοτικό πλαίσιο και τήρηση των βασικών προϋποθέσεων που εφαρμόζονται σε αιτήσεις παρόμοιας φύσεως ως η υπό εξέταση. Συνακόλουθα οι λόγοι ένστασης που εκτίθενται στην παράγραφο (α) πιο πάνω, για τους λόγους που έχω αναφέρει έχουν καταστεί έκθετοι σε απόρριψη. Προτού όμως προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της αίτησης και των λόγων ένστασης που την αφορούν, θεωρώ επίσης ορθό να εξετάσω τον ισχυρισμό που προβάλλουν οι καθ' ων η αίτηση ότι η καταχώρηση της αίτησης συνιστά κατάχρηση των Δικαστικών διαδικασιών με δεδομένο ότι αυτή, σύμφωνα πάντα με τους καθ' ων η αίτηση, καταχωρήθηκε μετά την καταχώρηση της έκθεσης υπεράσπισης των Εναγομένων και μετά που έγινε αίτηση ορισμού της αγωγής (βλ. ένας από τους λόγους ένστασης που έχω κατηγοριοποιήσει στην παράγραφο (β) πιο πάνω). Δεν συμφωνώ με την θέση αυτή των Εναγομένων όπως δεν συμφωνώ και με τα όσα εκτίθενται σε σχέση με αυτόν τον λόγο στις ενόρκους δηλώσεις που υποστηρίζουν την ένσταση, αλλά και στην αγόρευση του συνηγόρου τους. Η Δ.18 δεν προνοεί ρητά συγκεκριμένο χρόνο εντός του οποίου πρέπει να καταχωρείται αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης, αλλά περιορίζεται στην αναφορά ότι αυτή καταχωρείται μετά την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης (βλ. Annual Practice
(1958), σελ. 259 κάτω από τον τίτλο «At what Stage of Action»). Προκύπτει όμως ότι είναι επιθυμητό αίτηση της φύσεως που εξετάζεται, να καταχωρείται το συντομότερο, πλην όμως είναι δυνατόν τέτοια αίτηση να καταχωρείται ακόμη και μετά την καταχώριση υπεράσπισης. Σχετικά είναι τα λεχθέντα στην McLardy v. Slateum 24 Q.B.D. 504, στην οποία με παρέπεμψε και ο ευπαίδευτος συνήγορος της αιτήτριας, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «...though it was the intention of the Rules that the application should be made before a defence had been delivered in ordinary course, the plaintiff was not precluded from making it afterwards, but in such an event the onus is cast on the plaintiff of showing why he did not apply sooner.» Σε ελεύθερη Ελληνική μετάφραση: «... Παρόλο που ο σκοπός των θεσμών είναι πως η αίτηση θα πρέπει να γίνεται πριν την καταχώρηση υπεράσπισης στη σύνηθη διαδικασία, ο Ενάγοντας δεν αποκλείεται από του να προχωρήσει στην καταχώρηση αυτής μεταγενέστερα, όμως σε τέτοια περίπτωση το βάρος είναι στον Ενάγοντα να αποδείξει για ποιο λόγο δεν αποτάθηκε νωρίτερα». Επίσης σχετικά είναι και τα λεχθέντα στην υπόθεση Sigma Radio T.V. Ltd ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 408, όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «Ορθά, επίσης, το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τις ήδη καταχωρηθείσες εκθέσεις υπερασπίσεως των εφεσειόντων εφόσον σε αιτήσεις για συνοπτική απόφαση τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη είναι εκείνα που παρατίθενται, με τον ορθό δικονομικά τρόπο, στην αίτηση και στην ένσταση και τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν. Η καταχώρηση υπεράσπισης από ένα εναγόμενο δεν μπορεί να αποστερήσει τον ενάγοντα από το δικαίωμα του να υποβάλει αίτηση για συνοπτική απόφαση, στην κατάλληλη περίπτωση όπως ήταν η προκείμενη.» Συνακόλουθα παρά την καταχώρηση από τους Εναγόμενους στην παρούσα υπόθεση υπεράσπισης, η εξουσία του Δικαστηρίου για εξέταση της αίτησης κάτω από τη Δ.18 Θ.1 παραμένει άθικτη καθότι η καταχώρηση έκθεσης υπεράσπισης, η οποία σημειωτέον ότι κινείται στα ίδια πλαίσια με την ένσταση των καθ΄ ων η αίτηση, δεν αποτελεί καταλυτικό διάβημα, αλλά αλυσιτελές (βλ. Annual Practice
(1958), σελ. 260, Melita Manufacturers Ltd v. Chris Ioannou Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 1238). Αναφορικά δε και σε σχέση με τον ισχυρισμό που προβάλλεται ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί λόγω της αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην καταχώρηση της, χωρίς να δίδεται οποιοσδήποτε λόγος γιατί αυτή καταχωρήθηκε στο στάδιο της διαδικασίας που έχει καταχωρηθεί, δεν αποδέχομαι σύμφωνα και με τα πιο πάνω δια της νομολογίας αναφερθέντα, ότι από μόνη της η συμπεριφορά και τα δικαστικά διαβήματα που έλαβε η Ενάγουσα μέχρι το στάδιο καταχώρησής της υπό εξέταση αίτησης, δημιούργησε οποιοδήποτε κώλυμα και/ή εμπόδιο στην καταχώρηση της. Ακόμη ουδεμία λεπτομέρεια και γεγονότα παραθέτουν οι Εναγόμενοι, αναφορικά με τους ισχυρισμούς που αφορούν την επίκληση σαν λόγους ένστασης της θέσης πώς η Ενάγουσα ενήργησε κακόπιστα και δεν προσήλθε με καθαρά χέρια στο Δικαστήριο, αλλά τα κίνητρα της στην καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης που έγινε τόσο καθυστερημένα, είναι η εξυπηρέτηση αλλότριων σκοπών. Χαρακτηριστικό δε της προχειρότητας με την οποία επικαλούνται τους συγκεκριμένους λόγους ένστασης είναι η μη αναφορά ποιοί είναι οι αλλότριοι σκοποί που επιδιώκει η Ενάγουσα. Αν δε με αυτή τη θέση οι Εναγόμενοι αυτό το οποίο υποστηρίζουν είναι πως οι αλλότριοι σκοποί είναι η προσπάθεια της Ενάγουσας δια την έκδοση απόφασης, σίγουρα ένας τέτοιος ισχυρισμός δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτός. Εν όψει των πιο πάνω, οι λόγοι ένστασης που έχω κατηγοριοποιήσει στην υπό στοιχείο (β) ανωτέρω παράγραφο, έχουν καταστεί έκθετοι σε απόρριψη. Έχοντας αποφασίσει ως ανωτέρω, πρίν προχωρήσω θεωρώ επίσης ορθό να επισημάνω ξανά ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στα γεγονότα της υπόθεσης για να τα κρίνει. Από την νομολογία καθίσταται σαφές ότι κάτι τέτοιο δεν είναι επιτρεπτό στην εξέταση αίτησης για συνοπτική απόφαση . Σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας το Δικαστήριο καλείται να απαντήσει μόνο στο ερώτημα κατά πόσο η προβαλλόμενη υπεράσπιση είναι τέτοια που να δίδει το δικαίωμα στον εναγόμενο να ακουστεί σε σχέση με αυτήν. Ως εκ τούτου η προσέγγιση της ενώπιον μου μαρτυρίας που προκύπτει από τις ενόρκους δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και ένσταση, θα περιοριστεί αυστηρά μέσα στα στενά πλαίσια που καθορίζει η φύση της παρούσας διαδικασίας και με αποκλειστικό σκοπό την απάντηση στο εν λόγω ερώτημα. Από την άλλη όμως, δεν μου διαφεύγουν και τα όσα έχουν αναφερθεί στην υπόθεση J & M Loizides Agencies Ltd. κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας (ανωτέρω): «Τα όσα το πρωτόδικο Δικαστήριο συζήτησε σε κάποια έκταση στο θέμα δεν αντιστρατεύονται την αρχή που επιτάσσει να μην γίνεται αξιολόγηση των αντικρουόμενων θέσεων ως να εκδικαζόταν η αγωγή από το στάδιο της αίτησης για συνοπτική απόφαση. Αυτό ισχύει όπου όντως εγείρονται με επαρκείς λεπτομέρειες ζητήματα που συνηγορούν υπέρ της παροχής άδειας για υπεράσπιση είτε εν όλω, είτε εν μέρει ή και με όρους. Όμως εκεί που οι αιτιάσεις που προβάλλει ο εναγόμενος είναι γενικές και αόριστες και δεν έχουν νόμιμο έρεισμα, οφείλεται η εξέταση τους αν το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι δεν μπορεί να υπάρχει «. a fair or reasonable probability of the defendant´s having a real or bona fide defence»(Banque de Paris et des Pays-Bas (Swisse) SA v. de Naray
(1984)1 Lloyd´s Rep. 21, 23).» Έχοντας λοιπόν κατά νού όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω, θα πρέπει τώρα να εξετάσω κατά πόσο οι Εναγόμενοι επί τη βάση των αρχών της νομολογίας, έχουν παραθέσει τέτοια υπεράσπιση και ισχυρισμούς στην ένσταση τους που είναι ικανοί να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο πώς έχουν καλή υπεράσπιση στην αγωγή επί της ουσίας ή αποκαλύπτουν τέτοια γεγονότα τα οποία μπορούν να θεωρηθούν ικανοποιητικά για να τους παράσχουν το δικαίωμα να ακουστούν στα πλαίσια κανονικής δίκης και ακροαματικής διαδικασίας. Τούτο δε με δεδομένο όπως η νομολογία καθορίζει, ότι το βάρος να δείξουν ότι έχουν καλή υπεράσπιση, πίπτει στους ώμους αυτών. Ενδιαφέρει συνεπώς κατά πρώτο λόγο, το περιεχόμενο της Ενόρκου Δηλώσεως του Εναγομένου 1, ο οποίος προέβηκε σε αυτήν για λογαριασμό του, αλλά και για λογαριασμό των Εναγομένων 2, 3 και 4, αλλά και της ενόρκου δηλώσεως του κ. Ανδρέα Παπαργυρού, διευθυντή των Εναγομένων 5, από τις οποίες θα πρέπει να διαπιστώσω κατά πόσον οι Εναγόμενοι 1 - 5, με ικανοποιούν ότι έχουν καλή υπεράσπιση επί της ουσίας ή κατά πόσον έχουν αποκαλύψει τέτοια γεγονότα τα οποία μπορούν να κριθούν ικανοποιητικά για να τους παράσχουν το δικαίωμα να οδηγηθεί η υπόθεση και η υπεράσπιση την οποίαν έχουν ήδη προβάλει, σε κανονική δίκη. Αυτό δε θα πρέπει να γίνει, ως άνωθι αναφέρεται, χωρίς να κριθεί η αξιοπιστία των ενόρκως δηλούντων. Όπως δε πολύ εύστοχα και περιεκτικά ετέθη το εν λόγω ζήτημα στην υπόθεση Melita Manufacturers Ltd. v. Chris Ioannou Ltd. (ανωτέρω), η συζήτηση αφορά στην ύπαρξη ή μη υπεράσπισης και κατ΄ ανάγκη διεξάγεται σε επίπεδο ισχυρισμών. Ανάμεσα λοιπόν στους λόγους ένστασης που έχω κατηγοριοποιήσει στην υπό στοιχείο (γ) ανωτέρω παράγραφο, στις Ενόρκους Δηλώσεις που την υποστηρίζουν, αλλά και στις υπερασπίσεις τους, οι Εναγόμενοι προβάλλουν την θέση και ισχυρισμούς ότι το εις την έκθεση απαίτησης αναφερόμενο επίδικο γραμμάτιο και/ή γραμμάτιο και/ή γραπτή αναγνώριση χρέους, υπογράφηκε από τον Εναγόμενο 1 ως πρωτοφειλέτη και τους Εναγόμενους 2, 3 και 4 ως εγγυητές, χωρίς να τηρηθούν οι προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 78 του Κεφ.149, και συνακόλουθα αυτό δεν είναι γραμμάτιο συνήθους τύπου ως προνοείται από το εν λόγω άρθρο. Κατ' αρχάς θα πρέπει να επισημάνω ότι δεν έχει ιδιαίτερη σημασία πως το επίδικο αξιόγραφο περιγράφεται διαζευκτικά στην Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση αφού αυτό επισυνάπτεται ως τεκμήριο και είναι παραδεκτό ότι εκτελέστηκε από τον Εναγόμενο 1 τον οποίον εγγυήθηκαν οι Εναγόμενοι 2, 3 και
  1. Ακόμη επισημαίνω πως δεν έχει αμφισβητηθεί, αφού ουδεμία αντεξέταση υπήρξε επί τούτου (βλέπε υπόθεση Philippou General Bonded Warehouse Ltd v. Κώστα Νικολαΐδη ανωτέρω), ότι αυτό έχει υπογραφεί από τον πρωτοφειλέτη στην παρουσία δύο μαρτύρων, για του οποίους ουδεμία αμφισβήτηση η ισχυρισμός ότι δεν ήταν ικανοί προς το συμβάλλεσθαι έχει προβληθεί. Επίσης δεν έχει αμφισβητηθεί ότι οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4, υπέγραψαν την συμφωνία εγγύησης στην παρουσία των ιδίων μαρτύρων. Πρόσθετα όπως ρητά δηλούται από τον ίδιο τον Εναγόμενο 1, το ποσό το οποίο αναφέρεται στο εν λόγω Γραμμάτιο ελήφθει από αυτόν σε μετρητά χρήματα, από την Ενάγουσα. Συνακόλουθα και με δεδομένο ότι δεν δίνονται οποιεσδήποτε λεπτομέρειες από πλευράς των Εναγομένων, γιατί το εν λόγω γραμμάτιο δεν είναι σύμφωνα με τον τύπο και το περιεχόμενο του άρθρου 78 του Κεφ. 149, ως όφειλαν να πράξουν επί τη βάση των όσων και η νομολογία που πιο πάνω παρατίθεται καθορίζει, μελετώντας τόσο το περιεχόμενο όσο και τον τύπο του συγκεκριμένου γραμματίου, διαπιστώνω ότι αυτό έχει καταρτιστεί και είναι σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 78 και 79, του Κεφ. 149 και ως εκ τούτου δεν αποδέχομαι ότι πάσχει από οποιοδήποτε ελάττωμα που να το καθιστά παράτυπο. Συνακόλουθα και αυτός ο ισχυρισμός και λόγος ένστασης κρίνω ότι είναι έκθετος σε απόρριψη. Άλλος λόγος η λόγοι ένστασης και ισχυρισμοί, που προβάλλονται από τους Εναγόμενους στην ένσταση τους και στις Ενόρκους Δηλώσεις που την υποστηρίζουν, αλλά και στις υπερασπίσεις τους, που επίσης εμπίπτουν στην υπό στοιχείο (γ), ανωτέρω παράγραφο όπως τους έχω κατηγοριοποιήσει, είναι ότι το εις την έκθεση απαίτησης αναφερόμενο επίδικο γραμμάτιο συνήθους τύπου και/ή γραμμάτιο και/ή γραπτή αναγνώριση χρέους, είναι άκυρο και/ή ακυρώσιμο καθότι υπογράφηκε υπό συνθήκες ψυχικής πίεσης (undue influence) και / η είναι προϊόν απάτης και / η δόλου και συνακόλουθα δεν παράγει έννομα αποτελέσματα εναντίον των Εναγομένων 1 έως
  2. Ισχυρίζονται επίσης οι Εναγόμενοι, ότι το επίδικο γραμμάτιο καταρτίστηκε άνευ αντιπαροχής και/ή ότι η οποιαδήποτε κατ΄ ισχυρισμό αντιπαροχή που αναγράφεται σε αυτό είναι αναληθής και/ή πλασματική και ότι ουδέποτε καταβλήθηκε από την Ενάγουσα το αναγραφόμενο σε αυτό ποσό. Αυτούς δε τους ισχυρισμούς προβάλλουν με γενικότητα και χωρίς να δίδουν οποιεσδήποτε λεπτομέρειες η γεγονότα που να τους στοιχειοθετούν Ακόμα ισχυρίζονται στην ένσταση και στις υπερασπίσεις τους οι Εναγόμενοι 1 έως 5 ότι, άνευ βλάβης των λοιπών ισχυρισμών τους, η συμφωνία εγγραφής της υποθήκης με αριθμό Υ 5170/12 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού και η εγγραφή της εν λόγω υποθήκης από τους Εναγόμενους 5 προς όφελος της Ενάγουσας, επιτεύχθηκαν συνεπεία εξαναγκασμού ή απάτης και ή υπό περιστάσεις που ανάγονται σε εξαναγκασμό ή απάτη και/ή δόλο και/ή δεν αποτελεί προϊόν νόμιμης συναλλαγής. Πρόσθετα οι Εναγόμενοι 5 ισχυρίζονται ότι η συμφωνία και η δήλωση υποθήκης είναι άκυρη και/ή ακυρώσιμη, καθότι δεν επισυνάφθηκε σε αυτήν κατά την εγγραφή της υποθήκης η εν λόγω συμφωνία και διαζευκτικά σε περίπτωση που ήθελε αποδειχθεί ότι επισυνάφθηκε το εν λόγω έγγραφο υποθήκης, αυτό καταρτίστηκε υπό συνθήκες δόλου και/ή απάτης και/ή ψυχικών πιέσεων και/ή ψευδών παραστάσεων που προέβηκε η Ενάγουσα σε βάρος όλων των Εναγομένων. Ακόμη ο Εναγόμενος 5 ισχυρίζεται ότι η συμφωνία και η δήλωση υποθήκης εμπεριέχει καταχρηστικές ρήτρες και/ή ελλείπει καλή πίστη στη σύναψη της και/ή είναι παράνομη και/ή άκυρη και/ή εξ΄ υπαρχής άκυρη και/ή εικονική και/ή άλλως. Σε σχέση δε με το έγκυρο και νομότυπο της εν λόγω υποθήκης που επισυνάπτει η Ενάγουσα στην Ένορκο της Δήλωση σαν τεκμήριο 4, στο οποίο είχε επισυναφθεί και το επίδικο γραμμάτιο, επίσης δεν παρατίθενται οποιεσδήποτε λεπτομέρειες η γεγονότα ή που εντοπίζεται παραβίαση της σχετικής νομοθεσίας, αφού τόσο ο τύπος, το περιεχόμενο, αλλά οι ιδιότητες και οι υπογραφές των προσώπων που συνέταξαν το εν λόγω έγγραφο δεν αμφισβητούνται με οποιοδήποτε τρόπο. Κρίνω λοιπόν ότι οι ισχυρισμοί περί ακυρότητας ή ακυρώσιμου του επιδίκου γραμματίου και της εν λόγω υποθήκης, είναι παντελώς ανεδαφικοί αφού τίποτα από όσα αναφέρουν ο Εναγόμενος 1 και ο κ. Ανδρέας Παπαργυρού στις Ενόρκους Δηλώσεις τους μπορούν να υποστηρίξουν τέτοια θέση. Ακόμη το ανεδαφικό των εν λόγω ισχυρισμών συνάγεται και από το γεγονός ότι, ενώ γίνεται επίκληση για καταχρηστικές ρήτρες και όρους του εγγράφου υποθήκης, ουδεμία αναφορά γίνεται ποιοι όροι και ρήτρες έχουν αυτά τα στοιχεία η έστω ποία είναι εκείνα τα γεγονότα που το καθιστούν άκυρο και / η παράτυπο. Η γενικότητα και η χωρίς λεπτομέρειες και γεγονότα, παράθεση των πιο πάνω ισχυρισμών και λόγων ένστασης, αλλά και η αντιφατικότητα που πρόδηλα διαπιστώνεται μεταξύ τους, αβίαστα με έχει οδηγήσει στο να αποφασίσω πώς τούτοι όπως και οι λόγοι ένστασης που καλύπτονται από αυτούς, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό ότι συνιστούν καλή και ουσιαστική υπεράσπιση . Συνακόλουθα αυτή μου η κατάληξη οδηγεί αναπόδραστα και στην απόφαση ότι και οι συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης που έχω κατηγοριοποιήσει στην υπό στοιχείο (γ), ανωτέρω παράγραφο, παραμένουν και έχουν καταστεί έκθετοι σε απόρριψη. Ακόμη οι Εναγόμενοι σε πλήρη αντίφαση και διάσταση των όσων πιο πάνω αναφέρονται, αρνούνται διαζευκτικά και άνευ βλάβης των λοιπών ισχυρισμών τους και/ή επικαλούνται στην Ένορκο Δήλωση του Εναγομένου 1, ότι δεν οφείλουν το ποσό του επιδίκου γραμματίου και/ή οποιοδήποτε μέρος αυτού και / η ότι αυτό είναι άκυρο λόγω του ότι ελλείπει νόμιμη αντιπαροχή (ήτοι ισχυρισμοί οι οποίοι καλύπτονται επίσης από τους λόγους ένστασης τους οποίους έχω κατηγοριοποιήσει στην παράγραφο (γ) ανωτέρω). Σε σχέση με αυτούς τους λόγους ένστασης και των όσων αναφέρονται στις ένορκες δηλώσεις προς υποστήριξή τους, πρέπει να επισημάνω ότι ουδεμία αναφορά γίνεται η αμφισβήτηση προβάλλεται, για τη γραπτή ενυπόγραφη δήλωση του Εναγόμενου 1, που περιέχεται στη φωτοτυπία της επιταγής που εξεδόθη για το ισάξιο ποσό των €27.000,00, τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση της Ενάγουσας, με την οποίαν αυτός ρητά δηλώνει ότι το εν λόγω ποσό και επιταγή ελήφθη ως δάνειο από την Ενάγουσα. Παραμένοντος δε του ισχυρισμού της Ενάγουσας και των άλλων δύο προσώπων που έχουν προβεί στις ενόρκους δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση χωρίς αντεξέταση, σε συνδυασμό με τα όσα τα τεκμήρια που επισυνάπτει στην Ένορκο της Δήλωση αναφέρουν, οι ισχυρισμοί του Εναγόμενου 1, ότι δεν έλαβε το ποσό της εν λόγω επιταγής, αλλά και της δυνατότητας που είχε αν όντως δεν την εξαργύρωσε να την επεσύναπτε στην ένορκο του δήλωση, έχουν μείνει έκθετοι σε απόρριψη. Επίσης ο ίδιος ο Εναγόμενος 1 αυτοαναιρείται πλήρως ότι δήθεν δεν υπήρξε νόμιμο αντάλλαγμα ή αντιπαροχή στην υπογραφή του επιδίκου γραμματίου, και με την δήλωση του επί του επιδίκου Γραμματίου. Τούτο διότι δυνάμει των προνοιών του άρθρου 78 του Κεφ.149, το περιεχόμενο Γραμματίου Συνήθους Τύπου, εφόσον κριθεί ότι είναι τέτοιο ως άνωθι έχω αποφασίσει, αποτελεί αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που εκτίθενται σε αυτό. Οι υπερασπίσεις δε που μπορεί να εγερθούν και να συνιστούν επαρκή τοιαύτην, είναι οι καθοριζόμενες στο εδάφιο 2 του άρθρου 80, του Κεφ.149, τις οποίες προβάλλουν μεν οι Εναγόμενοι, μέσω των ισχυρισμών τους στις Ενόρκους Δηλώσεις που συνοδεύουν την ένσταση τους, πλήν όμως για τους λόγους που αναφέρονται ανωτέρω έχω αποφασίσει πώς είναι κι αυτοί έκθετοι σε απόρριψη. Ακόμα και λόγω του ότι, πέραν του γενικού και αόριστου ισχυρισμού ότι ο Εναγόμενος 1 και/ή οι Εναγόμενοι δεν οφείλουν προς την Ενάγουσα το ποσό των €27.000,00, ή οποιοδήποτε μέρος αυτού, χωρίς οποιαδήποτε αναφορά σε γεγονότα ή παράθεση λεπτομερειών εάν και κατά πόσο έχει εξοφληθεί ή καταβληθεί μέρος του εν λόγω ποσού, κρίνω πώς ούτε αυτός ικανοποιεί το επιβαλλόμενο και αναγνωριζόμενο από τη νομολογία μέτρο για ύπαρξη καλής υπεράσπισης. Περαιτέρω και ή διαζευκτικά οι Εναγόμενοι, επίσης σε πλήρη αντίφαση και διάσταση των όσων πιο πάνω αναφέρονται περί της μη εγκυρότητας και/η ακυρότητας και/η ακυρωσίμου του επίδικου Γραμματίου και Υποθήκης, ισχυρίζονται ότι η Ενάγουσα κωλύεται και/ή εμποδίζεται από του να διεκδικά συμβατικά δικαιώματα και/ή άλλως συνεπεία εξ΄ υποσχέσεως κωλύματος και/ή κωλύματος λόγω παραστάσεων που προέβαινε προς τους Εναγόμενους. (Βλ. επίσης εκ των λόγων ένστασης που έχω κατηγοριοποιήσει στην παράγραφο (δ) πιο πάνω). Και για τους λόγους αυτούς ουδεμία λεπτομέρεια και γεγονότα παρατίθενται στις Ενόρκους Δηλώσεις και/ή προβαλλόμενες υπερασπίσεις των Εναγομένων τα οποία, ως όφειλαν, θα έπρεπε να παραθέσουν έτσι ώστε να στοιχειοθετείται ο ισχυρισμός τους ότι η Ενάγουσα εμποδίζεται, είτε λόγω παραστάσεων (promissory estoppel) ή είτε λόγω υποσχέσεων, που προέβαινε προς αυτούς (estoppel by representation), να προωθεί την παρούσα αγωγή και την υπό εξέταση αίτηση. Περαιτέρω, ουδεμία λεπτομέρεια δίδεται ποια είναι εκείνα τα ουσιαστικά γεγονότα που οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι έχει αποκρύψει η Ενάγουσα τα οποία την καθιστούν έκθετη σε προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Ακόμη ουδεμία λεπτομέρεια και γεγονότα παραθέτουν αναφορικά με τους ισχυρισμούς που αφορούν την επίκληση σαν λόγους ένστασης της θέσης πώς η Ενάγουσα ενήργησε κακόπιστα και δεν προσήλθε με καθαρά χέρια στο Δικαστήριο. Ακόμη και σε σχέση με τους λοιπούς λόγους ένστασης που εμπίπτουν στην παράγραφο υπό το στοιχείο (δ) όπως τούς έχω κατηγοριοποιήσει ανωτέρω, ήτοι ότι η αίτηση της Ενάγουσας είναι καταχρηστική, καταπιεστική, νομικά αβάσιμη και έχει ασκηθεί δολίως, κρίνω πώς και αυτοί προβάλλονται γενικά και αόριστα χωρίς να επεξηγείται στην Ένορκη Δήλωση γιατί οι Εναγόμενοι-Καθ' ών η αίτηση θεωρούν ότι η υπό κρίση αίτηση είναι καταχρηστική, κακόπιστη, νομικά αβάσιμη και έχει ασκηθεί δολίως. Αντιθέτως η καταχώρισή αίτησης για συνοπτική απόφαση όχι μόνο επιτρέπεται και θεσμοθετείται από τους σχετικούς Θεσμούς, αλλά και έχει αναγνωριστεί από την νομολογία ως ένα πρόσφορο μέτρο για ανακοπή αχρείαστων καθυστερήσεων που προκύπτουν και δημιουργούνται από την καταχώρηση υπερασπίσεων η ισχυρισμών που δεν αποκαλύπτουν καλή υπεράσπιση η και γεγονότα, που να δικαιολογούν επί τη βάση των αρχών της νομολογίας, σε εκδίκαση με κανονική δίκη μίας υπόθεσης. Αυτό δε χωρίς να γίνεται αποδεκτή η θέση πώς με την εν λόγω Διαταγή παραβιάζονται οποιαδήποτε από το Σύνταγμα προστατευόμενα δικαιώματα ενός εναγομένου. Αντιθέτως με απόλυτη σαφήνεια αναγνωρίζεται πώς η συγκεκριμένη Διαταγή και διαδικασία, προστατεύει το δικαίωμα ενός ενάγοντα στην ταχεία διάγνωση των δικαιωμάτων του από το Δικαστήριο, όπου βεβαίως διαπιστούται πως η καταχώρηση υπεράσπισης αποβλέπει με ασαφείς, γενικούς και αόριστους χωρίς καλή βάση ισχυρισμούς, στο να καθυστερήσει την Δικαστική διαδικασία. Ως εκ των πιό πάνω και οι συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης εκ των όσων έχω κατηγοριοποιήσει στην παράγραφο (δ), καθίστανται έκθετοι σε απόρριψη. Η πιο πάνω δε κατάληξη μου με φέρνει και στην εξέταση του λόγου ένστασης με τον οποίον οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται πώς αν δεν τους δοθεί το δικαίωμα να ακουστούν στα πλαίσια κανονικής δίκης θα παραβιαστούν τα Συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα τους δυνάμει του άρθρου 30 (ήτοι ισχυρισμοί οι οποίοι καλύπτονται από τους λόγους ένστασης τους οποίους έχω κατηγοριοποιήσει στην παράγραφο (ε) ανωτέρω). Και για τον λόγο αυτό, ευκόλως διαπιστούται ότι δεν δίδονται οποιεσδήποτε λεπτομέρειες για το πώς και με ποίον τρόπο θα παραβιασθούν τα δικαιώματα των Εναγομένων, αν και επειδή δεν έχουν αποδείξει πως έχουν καλή υπεράσπιση εκδοθεί απόφαση εναντίον τους. Και αυτός ο λόγος προβλήθηκε γενικά και αόριστα και χωρίς οποιαδήποτε επεξήγηση αφού οι Εναγόμενοι έχουν ήδη προβάλει την Υπεράσπιση τους με την οποίαν, όπως και στις Ενόρκους Δηλώσεις που υποστηρίζουν την ένσταση τους, δεν δίδουν τις αναγκαίες, σύμφωνα με τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς τους, λεπτομέρειες και γεγονότα που να τις καθιστούν «καλή υπεράσπιση» ως η νομολογία αναγνωρίζει. Συνακόλουθα και αυτός ο λόγος ένστασης, έχει παραμείνει μετέωρος και έκθετος σε απόρριψη. Επί τη βάσει λοιπόν των όσων έχω παραθέσει ανωτέρω κρίνω ότι τόσον οι λόγοι ένστασης όσο και ισχυρισμοί και το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που τούς υποστηρίζουν, συνιστούν πρόδηλη προσπάθεια εκμετάλλευσης από τους Εναγόμενους 1 - 5, των δικαστικών διαδικασιών και κατάχρηση του δικαιώματος που δίδεται σε έναν εναγόμενο να προβάλει την υπεράσπισή του. Δεν έχω πειστεί ότι από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την ένσταση, αλλά και από το περιεχόμενο των ιδίων των εκθέσεων υπεράσπισης που έχουν ήδη καταχωρηθεί, συνάγονται τέτοια γεγονότα και νομικά σημεία που δικαιολογούν στο να οδηγηθεί η παρούσα υπόθεση σε κανονική δίκη επί της ουσίας της. Αντιθέτως, είναι πασιφανές πως με την ένορκη δήλωση της Ενάγουσας και τα έγγραφα τα οποία επισυνάπτονται σε αυτήν, όπως και των άλλων δύο προσώπων που υποστηρίζουν την αίτηση, καταδεικνύεται πως οι Εναγόμενοι 1 - 5 ουδεμία καλή υπεράσπιση έχουν έναντι των αδιαμφισβήτητων γεγονότων και περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων. Θα πρέπει δε να επισημάνω ότι μου έχει προκαλέσει αλγεινή εντύπωση η προβολή ισχυρισμών εξαπάτησης, δόλου, απάτης, εκβιασμού, και ψυχολογικής πίεσης στους Εναγόμενους και αυτό χωρίς να κατονομάζονται ποιος, ποιοι και κάτω υπό ποιες συνθήκες ενήργησαν με τον τρόπο αυτό. Ακόμη και ειδικότερα σε σχέση με τους Εναγόμενους 5, χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε λεπτομέρεια ή γεγονότα, αποδίδεται από αυτούς, εμμέσως πλήν σαφώς και σε αρμόδιους καθ' ύλη και καθήκον λειτουργούς του Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού, συμμετοχή τους σε προσπάθεια καταπίεσης, εξαπάτησης και καταδολίευσης τους, κατά την υπογραφή και εγγραφή της υποθήκης του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού με αρ. Υ5170/
  3. Τούτο δε σε πλήρη διάσταση και αντίφαση των όσων ο αρμόδιος λειτουργός και οι ίδιοι αναφέρουν και δηλώνουν στο έγγραφο υποθήκης, ήτοι ότι αυτό υπεγράφη με την ελεύθερη βούληση τους και στην παρουσία του εν λόγω λειτουργού. Έχοντας λοιπόν κατά νου όλα τα πιο πάνω, όλοι οι λόγοι ένστασης των Εναγομένων 1, 2, 3, 4 και 5, οι οποίοι σύμφωνα με τα όσα επεξηγούνται και παρατίθενται πιο πάνω κατέστησαν έκθετοι σε απόρριψη, απορρίπτονται. Στο στάδιο αυτό, κρίνω σκόπιμο να επισημάνω ότι οι Εναγόμενοι 5 δεν έχουν συμβληθεί με την Ενάγουσα ως εγγυητές για την εκπλήρωση και εκτέλεση του επιδίκου γραμματίου, αλλά αυτοί έχουν εγγράψει υπό μορφή πρόσθετης εξασφάλισης για την πληρωμή του, την υποθήκη του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού με αρ. Υ5170/
  4. Αυτό δε το γεγονός δεν τους καθιστά υπόλογους σε έκδοση απόφασης εναντίον τους για την πληρωμή του εν λόγω ποσού, ως εγγυητές αλλά μόνο στην έκδοση διατάγματος δια την εκτέλεση της υποθήκης δια της πωλήσεως του ενυπόθηκου ακινήτου προς ικανοποίηση του λαβείν της Ενάγουσας. Συνακόλουθα η τελική μου κατάληξη είναι πώς η Ενάγουσα έχει αποδείξει και με έχει ικανοποιήσει πώς δικαιούται στις θεραπείες που ζητά με την υπό εξέταση αίτηση. Ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση και διάταγμα προς όφελος της Ενάγουσας ως ακολούθως: Α. Απόφαση προς όφελος της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για το ποσό των €27.000,00, πλέον τόκους ύψους 9% ετησίως επί του ποσού των €27.000,00 από 26.9.2012 μέχρι εξόφλησης. Περαιτέρω επιδικάζονται προς όφελος της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1 - 5 τα έξοδα της παρούσας αγωγής, πλέον ΦΠΑ επί του ποσού των εξόδων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Β. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η πώληση του ενυπόθηκου κτήματος με αρ. εγγραφής 0/10864 Φ/Σ49/58 τεμ. 241 το όλο μερίδιο, ευρισκόμενο στο χωριό Ασγάτα της Επαρχίας Λεμεσού, δυνάμει της υπ' αριθμό Υ 5170/12 υποθήκης του Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού, ημερ. 27.9.2012, προς ικανοποίηση και/ή εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους του Εναγομένου 1, μέχρι του ποσού των €27.000,00 πλέον τόκους και έξοδα. Περαιτέρω διατάσσω όπως οποιοδήποτε υπόλοιπο από την πώληση του πιο πάνω αναφερομένου ενυποθήκου ακινήτου, μετά την αφαίρεση του εξ αποφάσεως χρέους, των τόκων και των εξόδων, επιστραφεί στους Εναγόμενους
  5. (Υπ.) .......... Τ. Κατσικίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim (Αναφορά: Πολιτική Δικονομία - Αίτηση για συνοπτική απόφαση) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.