← Κύπρος

GERLIGTON LTD κ.α. ν. Ευγενία Παρασκευαϊδου κ.α., Aγωγή αρ. 4739/14, 11/2/2015

GERLIGTON LTD κ.α. ν. Ευγενία Παρασκευαϊδου κ.α., Aγωγή αρ. 4739/14, 11/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A31 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Aγωγή αρ. 4739/14 Μεταξύ:

  1. GERLIGTON LTD
  2. MAVLANA INVESTMENT LTD
  3. Dmitry Progorelov
  4. AGENDA DEVELOPMENTS INC
  5. EFTEX CORPORATION
  6. LAVR ESTATES LTD
  7. KROCUS HEIGHTS LTD Εναγόντων/Αιτητών -και-
  8. Ευγενία Παρασκευαϊδου
  9. APL Alexander Promotions Ltd
  10. G.K. Theonell Building and Constructions Ltd
  11. Jermaco Ltd
  12. Elite Developments Limited
  13. Γεώργιος Παρασκευόπουλος
  14. Σοφία Μπουντακίδου
  15. Κορνήλιος Παρασκευόπουλος
  16. Texmart Ltd
  17. Property Investment & Consulting Ltd
  18. Nαντέζντα Ποσναγκίδου
  19. Στέφανος Ποσναγκίδης
  20. Magnifia Grandhill Limited
  21. Παυλίδης και Συνεργάτες, Αρχιτέκτονες και Μηχανικοί
  22. Χρίστου Θεορή Εργοληπτική Εταιρεία Λτδ
  23. S. Koulendros Construction Co Ltd
  24. Belisito Ltd
  25. Έλενα Κωνσταντίνου & Σία Δ.Ε.Π.Ε
  26. Kyprianides, Nicolaou & Economides Ltd Eναγόμενοι/Καθ' ων η αίτηση ---------------------------------- Αίτηση για προσωρινά διατάγματα ημερομηνίας 10.11.2014 και προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 11.11.2014 Ημερομηνία: 11.2.2015 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες/Αιτητές: κ. Χρ. Θεοδώρου για Λ. Παπαφιλίππου & Σία ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση 1, 3, 6,7, 8,11, 12, 13, 15 και 19: κ. Μ. Ιωάννου Για Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση 2: κα Μ. Καραχάννα με κ. Π. Βορκά για Μ. Βορκά & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Εναγόμενη/Καθ' ης η αίτηση 18: κ. Χ. Κογκορόζης EΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο που καταχώρισαν οι ενάγοντες στις 10.11.2014, διεκδικούν από τους εναγόμενους αποζημιώσεις για ζημιές και απώλειες που κατ' ισχυρισμόν έχουν υποστεί από δόλιες και παράνομες ενέργειες των εναγομένων. Τους αποδίδουν, ανάμεσα σε άλλα, επαγγελματική αμέλεια, παράβαση καθήκοντος, απάτη, δόλο, ψευδείς παραστάσεις κ.ά. Την ίδια ημέρα αποτάθηκαν μονομερώς και στις 11.11.2014 εξασφάλισαν προσωρινό διάταγμα με το οποίο διατάχθηκε η αναστολή εκτέλεσης τριών εκ συμφώνου αποφάσεων που εκδόθηκαν υπέρ των εναγομένων 2, 3 και 13 και εις βάρος της ενάγουσας 1, καθώς και διάταγμα απαγόρευσης εκπροσώπησης των εναγόντων από τους εναγόμενους 1, 2, 3, 6, 7, 8, 12 και
  27. Με την αίτηση εζητούντο και άλλα διατάγματα, τα οποία δεν εκδόθηκαν μονομερώς. Η υπόθεση των εναγόντων, όπως προβάλλει μέσα από την ένορκη δήλωση του Alexander Alekseev, διευθυντή της ενάγουσας 1, είναι σε συντομία η ακόλουθη: Ο ενάγων 3 είναι ρώσος υπήκοος και από το 2013 εξασφάλισε κυπριακή υπηκοότητα. Οι ενάγουσες εταιρείες 1, 2 και 4 έως 7 είναι δικών του συμφερόντων. Το έτος 2003 γνώρισε την εναγόμενη 1, η οποία ασχολείτο με αγοραπωλησίες ακινήτων μέσω της εναγόμενης 2 εταιρείας, δικών της συμφερόντων. Ο ενάγων 3 ενδιαφερόταν τότε να αποκτήσει κατοικία στην Κύπρο. Πράγματι με τη διαμεσολάβηση της εναγόμενης 1, αγόρασε ακίνητο στη Λεμεσό στο οποίο ανήγειρε τη συζυγική του κατοικία. Αναπτύχθηκε φιλική και επαγγελματική σχέση μεταξύ τους και ο ενάγων 3 την εμπιστεύθηκε και της ανέθεσε την εξεύρεση ακινήτων για σκοπούς επενδύσεων. Το έτος 2009 η εναγόμενη 1 του πρότεινε την αγορά ακινήτου στην περιοχή Περβόλια στη Γερμασόγεια για σκοπούς ανέγερσης κατοικιών και κτιριακών συγκροτημάτων. Ο ενάγων 3 συμφώνησε και αγόρασε τελικά το ακίνητο, συνολικής έκτασης 7.358 τ.μ., καταβάλλοντας ως τίμημα το ποσό των €5.723.
  28. Συνέστησε τότε την ενάγουσα 1 εταιρεία και ενέγραψε επ' ονόματι της το ακίνητο. Ακολούθως, η εναγόμενη 1 πρότεινε στον ενάγοντα 3 την ανάπτυξη του ακινήτου με την ανέγερση 8 πολυτελών κατοικιών και δυο πολυκατοικιών. Με βάση μελέτη που του παρουσίασε, το συνολικό έργο θα κόστιζε περί τα 11 εκ. ευρώ. Τον είχε διαβεβαιώσει ότι το κόστος για την ανέγερση των κατοικιών δεν θα υπερέβαινε τα €1.600 ανά τ.μ. και για τα διαμερίσματα το ποσό των €1.000 ανά τ.μ. Λόγω της απεριόριστης εμπιστοσύνης που είχε για το πρόσωπο της εναγόμενης 1, της ανέθεσε την επίβλεψη των εργασιών εκτέλεσης του όλου έργου και τον διορισμό αρχιτεκτόνων και εργολάβων καθώς και την προώθηση των πωλήσεων που θα ακολουθούσαν. Την διόρισε μάλιστα διευθύντρια της ενάγουσας
  29. Δεν έγινε οποιαδήποτε γραπτή συμφωνία γι' αυτή τη συνεργασία. Όλα συμφωνήθηκαν στη βάση προφορικής συνεννόησης στην οποία εμπλεκόταν και κάποιο τρίτο άτομο, ονόματι Κωνσταντίνος Λαζαρίδης ο οποίος θα ενεργούσε μαζί με την εναγόμενη 1 στη διεκπεραίωση των εργασιών επίβλεψης και προώθησης του έργου. Στη βάση της ίδιας διευθέτησης συμφωνήθηκε ότι η εναγόμενη 1 και ο Λαζαρίδης θα αμείβονταν για τις υπηρεσίες τους με το 15% (ήτοι 7,5% έκαστος) του καθαρού κέρδους που θα προέκυπτε από την ανάπτυξη του ακινήτου ως ανωτέρω. Η ονομασία που δόθηκε στο έργο ήταν «Tivoli». Οι εργασίες άρχισαν περί το τέλος 2011 και η εναγόμενη 1 διαβεβαίωσε τον ενάγοντα 3 ότι οι οκτώ κατοικίες θα ολοκληρώνονταν εντός δύο ετών και οι πολυκατοικίες εντός τριών ετών, χωρίς να του δώσει λεπτομέρειες για τον εργολάβο του έργου. Λόγω των συχνών απουσιών του ενάγοντα 3 στο εξωτερικό και της μεγάλης εμπιστοσύνης που έτρεφε στο πρόσωπο της εναγομένης 1, δεν παρακολουθούσε την εξέλιξη των εργασιών, γεγονός που εκμεταλλεύθηκε η εναγόμενη 1, εμπλέκοντας στις εργασίες συγγενικά και φιλικά της πρόσωπα, καθώς και εταιρείες δικών της συμφερόντων. Το καλοκαίρι του 2013, ο ενάγων 3 πληροφορήθηκε ότι η εναγόμενη 1 δεν συνεργαζόταν με τον Λαζαρίδη και της ζήτησε το λόγο αλλά εκείνη τον διαβεβαίωσε ότι οι εργασίες του έργου διεξάγονταν κανονικά, χωρίς να του δώσει λεπτομέρειες. Στη συνέχεια ο ενάγων 3, πληροφορήθηκε ότι η εναγόμενη 1 παρουσιαζόταν ως η ιδιοκτήτρια του έργου. Από τον Ιανουάριο 2014, ο ενάγων 3 άρχισε να υποψιάζεται ότι κάτι δεν πήγαινε καλά και ζητούσε επίμονα από την εναγόμενη 1 να τον εφοδιάσει με λεπτομερή οικονομική κατάσταση του έργου αλλά εκείνη τον απέφευγε με διάφορες προφάσεις. Τον Φεβρουάριο του ιδίου έτους

(2014)η εναγόμενη του ζήτησε να στείλει επειγόντως χρήματα για να πληρωθεί Φ.Π.Α. και όταν της ζήτησε λεπτομέρειες του ανέφερε πως οι πληροφορίες που του είχε δώσει ήταν αρκετές και δεν είχε υποχρέωση να τον ενημερώνει. Τότε, ο ενάγων 3 της ζήτησε να του επιστρέψει όλα τα έγγραφα της ενάγουσας 1 αλλά εκείνη αρνήθηκε. Το μόνο που έπραξε ήταν να του δώσει μια γενική πληροφόρηση με ηλεκτρονικό μήνυμα της ημερ. 29.3.2014 (Τεκμήριο 9Α). Τον Απρίλιο του έτους 2014 ο ενάγων ζήτησε τη βοήθεια δικηγόρου και της ζητήθηκε να παραιτηθεί από διευθύντρια αλλά αρνήθηκε. Η αντίδραση της ήταν να συγκαλέσει έκτακτη γενική συνέλευση στις 16.5.2014 με θέμα την ενημέρωση για την πρόοδο των εργασιών του έργου Tivoli. Στις 13.5.2014 λήφθηκε ομόφωνη απόφαση από τους μετόχους της ενάγουσας για παύση της εναγόμενης 1 από τη θέση της διευθύντριας και την ίδια ημέρα κοινοποιήθηκε στον Έφορο η αντικατάσταση της από τον Κωνσταντίνο Λαζαρίδη (Τεκμήρια 11 και 14). Επεξηγείται όμως ότι η ορθή ημερομηνία που λήφθηκε η απόφαση για την παύση της ήταν η 25.6.2014 και όχι η 13.5.2014 και από παραδρομή κοινοποιήθηκε στον Έφορο η αλλαγή από τις 13.5.2014. Αποδίδεται στην εναγόμενη 1 κακοδιαχείριση και προσπάθεια προσπορισμού αθέμιτου και παράνομου οφέλους τόσο για την ίδια και για τα συγγενικά και φιλικά της πρόσωπα (εναγόμενους 6, 7, 8, 11 και 12) καθώς και των εναγομένων εταιρειών δικών της συμφερόντων. Ειδικότερα, της καταλογίζονται, ανάμεσα σε άλλα, τα ακόλουθα: (α) Ανέθεσε στην εναγόμενη 3 τη διαχείριση του έργου και της έδωσε εξουσίες να συνάπτει συμβάσεις με εργολάβους και υπεργολάβους και να προβαίνει σε αγορές οικοδομικών υλικών δια λογαριασμό της ενάγουσας 1 (Τεκμήριο 18). Σημειώνει δε ότι οι μέτοχοι της εναγόμενης 3 είναι οι εναγόμενοι 6 και 8, αδέλφια της εναγόμενης 1 και διευθυντές οι εναγόμενοι 6 και 7. Η εναγόμενη 7 είναι σύζυγος του εναγόμενου 8. Εκτιμάται δε ότι οι εναγόμενοι 6, 7 και 8 είναι πρόσωπα που εκτελούσαν πιστά τις οδηγίες της εναγόμενης 1. (β) Υπέγραψε εκ μέρους της ενάγουσας 1, με την εναγόμενη 3, συμφωνία υπεργολαβίας (Τεκμήριο 21), η οποία μεταξύ άλλων προέβλεπε όπως η ενάγουσα 1 καταβάλει στην εναγόμενη 3 το ποσό των 11 εκ. ευρώ πλέον Φ.Π.Α. Όπως αναφέρει στην ένορκη δήλωση του ο κ. Alexseev, η εναγόμενη 1 ουδέποτε ενημέρωσε τον ενάγοντα 3 για την πιο πάνω συμφωνία. Υποστηρίζει περαιτέρω πως αποκλειστικός σκοπός της συμφωνίας ήταν για να προσποριστούν παράνομα οφέλη τόσο η εναγόμενη 1 όσο και στενά συγγενικά της πρόσωπα και οι εναγόμενες εταιρείες 2 και 3, που ήταν δικών της συμφερόντων. Σημειώνει περαιτέρω πως η εναγόμενη 3 δεν είχε άδεια για εκτέλεση εργοληπτικών εργασιών και κατά συνέπεια οποιαδήποτε ποσά εισπράχθηκαν μολύνονται από παρανομία. (γ) Με βάση συμβάσεις ανέγερσης των οκτώ κατοικιών που υπέγραψε η εναγομένη 3 δια λογαριασμό της ενάγουσας και της εναγόμενης 15 (στη συνέχεια «εταιρεία Θεορή») το κόστος ανέγερσης συμφωνήθηκε στο συνολικό ποσό του €1.475.000. Όπως αναφέρει στην ένορκη δήλωση ο κ. Alexseev ολοκληρώθηκε η ανέγερση των επτά από τις οκτώ κατοικίες και καταβλήθηκε το συνολικό ποσό των €5.665.000 ενώ, με βάση τις συμβάσεις, και για τις οκτώ κατοικίες, το συνολικό κόστος κατασκευής συμφωνήθηκε στο ποσό του €1.475.000. Από τις έρευνες των δικηγόρων των εναγόντων προέκυψε ότι καταβλήθηκε στην εταιρεία "Θεορή" το ποσό του €1.228.805,92 σεντ και καμιά πληροφόρηση δεν έχουν γιατί και σε ποιους καταβλήθηκε το υπόλοιπο ποσό. (δ) Σε σχέση με την ανέγερση των πολυκατοικιών, η εναγόμενη 3 υπέγραψε συμβάσεις υπεργολαβίας με την εναγόμενη 16, έναντι του συνολικού ποσού των €6.943.000, ήτοι €4.179.000 για την ανέγερση της πολυκατοικίας Βlock A και €1.511.277 για την πολυκατοικία Βlock B (Τεκμήρια 29 και 30). Είναι αξιοσημείωτο, επισημαίνει ο ενόρκως δηλών, ότι για την ανέγερση της πολυκατοικίας Βlock B το κόστος ανέγερσης συμφωνήθηκε στο ποσό του €1.511.277 ενώ το κόστος ανέγερσης της κατοικίας υπ' αρ. 8 καθορίστηκε στο ποσό του €1.355.200, στοιχείο που από μόνο του οδηγεί στο συμπέρασμα ότι έγινε υπερτιμολόγηση και υπερχρέωση, εις βάρος των συμφερόντων των εναγόντων. (ε) Ο ενάγων 3 διευθέτησε να σταλούν εκ μέρους της ενάγουσας 1 για τη χρηματοδότηση του έργου, διάφορα χρηματικά ποσά, τα οποία συνολικά ανέρχονται σε €15.612.550, εκ των οποίων ποσό €2.881.448 κατεβλήθη κατευθείαν στην εναγόμενη 5 για την αγορά της γης. Μετά την έναρξη εργασιών ανέγερσης του έργου έγιναν συμβάσεις για πωλήσεις συνολικής αξίας €8.532.000 πλέον ΦΠΑ. Το συνολικό ποσό εισροών, συνεχίζει, που φαίνεται να έλαβε η ενάγουσα 1, ανερχόταν σε €25.207.492 από το οποίο διοχετεύθηκαν παράνομα διάφορα ποσά στους εναγόμενους 1, 3, 4, 5, 9, 10 και 17 που συμποσούνται σε €12.307.336. (στ) Ανέθεσαν, εξηγεί, σε νέους ελεγκτές την διερεύνηση των στοιχείων που παρέλαβαν από τους πρώην ελεγκτές (εναγόμενους 19), επισημαίνοντας ότι αρνήθηκαν να δώσουν δικαιολογητικά για όλες τις πληρωμές που έγιναν και γενικά δεν τους εφοδίασαν με όλα τα έγγραφα που αφορούν το έργο Tivoli. Από την έκθεση που ετοίμασαν οι νέοι ελεγκτές προέκυψαν τα ανωτέρω στη παράγραφο (ε) στοιχεία. (ζ) Εκτός από το πιο πάνω έργο, η ενάγουσα 1 αγόρασε, με προτροπή της εναγόμενης 1 και άλλο ακίνητο με προοπτική την ανάπτυξη του (έργο Malta). Ενώ η συμφωνία για δικαίωμα αγοράς του ακινήτου ήταν για το ποσό των €4 εκ. (Τεκμήριο 103) στα τελικά συμβόλαια (Τεκμήρια 104-106) αναφέρεται τιμή πώλησης για το συνολικό ποσό των €2 εκ. πλέον Φ.Π.Α. Ανέθεσαν στους νέους ελεγκτές τη διερεύνηση των στοιχείων και αυτής της υπόθεσης και από την έκθεση τους (Τεκμήριο 107) προκύπτει ότι οι ενάγουσες 1, 4 και 5 κατέβαλαν για την αγορά των ακινήτων του έργου Malta το συνολικό ποσό των €4.700.338,20 πλέον €69.000 για προμήθειες και στους πωλητές πληρώθηκε το συνολικό ποσό των €2.014.043,60 μόνο. Το υπόλοιπο ποσό, υποστηρίζει ο ενόρκως δηλών, που ανέρχεται σε €2.686.288,60 κατέληξε στην εναγόμενη 4 εταιρεία, συμφερόντων της εναγόμενης 1. Όπως αναφέρει ο ενόρκως δηλών, η εναγόμενη 1, στις 6.6.2014, καταχώρισε αγωγή εναντίον της ενάγουσας 1, του ενάγοντα 3 και του Κ. Λαζαρίδη. Στα πλαίσια της υπό αναφορά αγωγής (υπ' αρ. 2652/14 Τεκμήριο 69) καταχώρισε αίτηση για έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων (Τεκμήριο 70). Στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση που καταχώρισε η εναγόμενη 1, στα πλαίσια της διαδικασίας εκείνης, (Τεκμήριο 75) υποστηρίζει πως το ποσό των €2 εκ. αποτελεί «μαύρο χρήμα» το οποίο διακίνησαν οι ενάγουσες εταιρείες και ο ενάγων 3, ισχυρισμός που απορρίπτεται από τους ενάγοντες. (η) Όταν η εναγόμενη πληροφορήθηκε για την απόφαση της ενάγουσας 1 να απομακρυνθεί από τη θέση της, αντέδρασε καταχωρώντας αγωγές σε συνεννόηση και με τις εναγόμενες εταιρείες 2, 3 και 13 που όπως αναφέρθηκε είναι δικών της συμφερόντων. Ειδικότερα: (
  1. i)Στις 6.6.2014 καταχώρησε την αναφερθείσα πιο πάνω αγωγή (2652/14) με την οποία διεκδικεί αποζημιώσεις από τους ενάγοντες 1 και 3 και τον Κ. Λαζαρίδη, για κατ' ισχυρισμό δόλο, απάτη και παράβαση συμφωνίας. Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, στα πλαίσια της υπό αναφορά αγωγής επεδίωξε ανεπιτυχώς την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Η αίτηση της αποσύρθηκε και απορρίφθηκε από το Δικαστήριο τον Νοέμβριο του 2014. (
  2. ii)Στις 23.5.2014 η εναγόμενη 13 καταχώρισε την υπ' αρ. 2407/14 αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού εναντίον της ενάγουσας 1 και στις 30.6.2014 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση υπέρ της εναγόμενης 13 και εναντίον της ενάγουσας 1 για το ποσό των €800.562 πλέον τόκους και έξοδα (Τεκμήριο 81). Όπως ισχυρίζεται ο ενόρκως δηλών, η απόφαση εκδόθηκε εν αγνοία των μετόχων της ενάγουσας 1, οι οποίοι ουδέποτε ενημερώθηκαν. Από έρευνα που διενήργησαν οι δικηγόροι τους στο φάκελο του Δικαστηρίου, διαπίστωσαν ότι η απόφαση εκδόθηκε μετά από εμφάνιση δικηγόρου εκ μέρους του δικηγορικού γραφείου των εναγόμενων 18, τους οποίους διόρισε η εναγόμενη 1, η οποία ενεργούσε και για την εναγόμενη 13, εφόσον, όπως εξηγεί, η ίδια υπόγραψε το διοριστήριο δικηγόρου ως η μόνη διευθύντρια της εναγόμενης 13. Είναι δε η θέση των εναγόντων ότι η εναγόμενη 1, σε συμπαιγνία με τους εναγόμενους 13 και 18 και με δόλιο τρόπο, αποτάθηκαν και εξασφάλισαν παράνομα απόφαση εναντίον της ενάγουσας 1 και προσπορίστηκαν παράνομα πλεονεκτήματα και οφέλη. Σημειώνεται δε πως η απόφαση εκδόθηκε στις 30.6.2014 ενώ η εναγόμενη 1 είχε ήδη παυθεί και αντικατασταθεί από διευθύντρια της ενάγουσας 1 από τις 26.6.2014. (iii) Στις 15.5.2014 η εναγόμενη 3 καταχώρισε την υπ' αριθμό 2244/14 αγωγή και κατά τον ίδιο πιο πάνω τρόπο εξασφάλισε απόφαση στις 20.6.2014 για το ποσό των €499.915 πλέον τόκους και έξοδα (Τεκμήριο 85). Στην ένορκη δήλωση του κ. Alekseev εξηγείται πως για την ενάγουσα 1 εμφανίστηκε το ίδιο δικηγορικό γραφείο (εναγόμενη 18) και τον τύπο διορισμού δικηγόρου υπόγραψε η εναγόμενη 1. Ουδέποτε, υποστηρίζει, δόθηκαν οδηγίες από τους μετόχους της ενάγουσας 1 προς το δικηγορικό γραφείο της Ελένης Κωνσταντίνου ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο από το γραφείο της να δεχθεί την αναφερθείσα απόφαση. Υποστηρίζει, περαιτέρω, ότι η εναγόμενη 1 σε συμπαιγνία με την εναγόμενη 18 και την εναγόμενη 3 και με δόλιο τρόπο εξασφάλισαν παράνομα την πιο πάνω απόφαση εναντίον της ενάγουσας 1 για να προσποριστούν αθέμιτα οφέλη. (
  3. iv)Στις 20.5.2014 η εναγόμενη 2 καταχώρισε την υπ' αριθμό 2331/14 αγωγή εναντίον της ενάγουσας 1 διεκδικώντας το ποσό του €1.145.000 για κατ' ισχυρισμό προσφερθείσες υπηρεσίες. Εμφανίστηκε και πάλι το ίδιο δικηγορικό γραφείο (εναγόμενη 18), χωρίς εξουσιοδότηση ή οδηγίες από τους διευθυντές ή μετόχους της ενάγουσας 1 και αποδέχθηκε την έκδοση εκ συμφώνου απόφασης υπέρ της εναγομένης 2 για το διεκδικούμενο πιο πάνω ποσό (Τεκμήριο 90). Αναφέρει επίσης πως οι οδηγίες για καταχώριση της αγωγής αλλά και για την αποδοχή της απόφασης δόθηκαν από την εναγόμενη 1, η οποία όπως αναφέρθηκε δεν είχε τέτοιο δικαίωμα αφού παύθηκε από διευθύντρια της ενάγουσας 1 πριν από την έκδοση της απόφασης. (
  4. v)Εκτός από τις πιο πάνω, καταχωρήθηκαν και άλλες αγωγές από αγοραστές κατοικιών ή διαμερισμάτων καθώς και από την εναγόμενη 3 (Τεκμήρια 91, 92 και 93). Περαιτέρω υποβλήθηκαν διάφορες απαιτήσεις εκ μέρους της εναγομένης 1 και εναντίον των εναγομένων μέσω του δικηγορικού γραφείου Μιχαλάκη Κυπριανού (Τεκμήρια 98 έως 100) οι οποίες απορρίφθηκαν από τους εναγόμενους με την επιστολή των δικηγόρων τους (Τεκμήριο 101Α). Οι καθ' ων καταχώρισαν ενστάσεις, υποστηρίζοντας ότι δεν εδικαιολογείτο η έκδοση του προσωρινού διατάγματος και σε κάθε περίπτωση δεν δικαιολογείται η οριστικοποίηση του, ούτε η έκδοση των διαταγμάτων που δεν εκδόθηκαν μονομερώς. Ειδικότερα: α) Η εναγόμενη 1 καταχώρισε ένσταση στις 22.12.2014, υποστηριζόμενη από ένορκες δηλώσεις της Εναγομένης 1 και της κας Ολ. Φέντινα, Μεταφράστριας. β) Η εναγόμενη 2 καταχώρισε την ένσταση της στις 19.12.2014, υποστηριζόμενη από τις ένορκες δηλώσεις του Εναγόμενου 12 και της μεταφράστριας Ολ. Φέντινα. γ) Οι εναγόμενοι 3, 6, 7 και 8 καταχώρισαν κοινή ένσταση στις 19.12.2014 υποστηριζόμενη από τις ένορκες δηλώσεις της εναγομένης 7 και της μεταφράστριας Ολ. Φέντινα. δ) Οι εναγόμενοι 11 και 12 καταχώρισαν τις ενστάσεις τους στις 19.12.2014, υποστηριζόμενες από ένορκες δηλώσεις των ιδίων καθώς και της πιο πάνω μεταφράστριας. ε) Η εναγόμενη 13 καταχώρισε ένσταση στις 22.12.20143, υποστηριζόμενη από ένορκες δηλώσεις της εναγόμενης 1 και της Ολ. Φέντινα. στ) Η εναγομένη 15 καταχώρισε την ένσταση της στις 18.12.2014, υποστηριζόμενη από ένορκη δήλωση του διευθυντή της κ. Χρ. Θεορή. ζ) Η εναγόμενη 18 καταχώρισε την ένσταση της στις 19.12.2014, υποστηριζόμενη από ένορκη δήλωση της κας Ελένης Κωνταντίνου, και τέλος η) Η εναγομένη 19 καταχώρισε την ένσταση της στις 22.12.2014 υποστηριζόμενη από ένορκη δήλωση του κ. Γ. Οικονομίδη. Οι βασικοί λόγοι ένστασης είναι σε γενικές γραμμές παρόμοιοι και θα μπορούσαν να συνοψισθούν ως ακολούθως: α) Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. β) Δεν υπάρχει πιστή μετάφραση από τα Ρωσικά στα Ελληνικά της ένορκης δήλωσης του κ. Al. Alekseev. γ) Ο ενόρκως δηλών (Alekseev) δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων και δεν δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση γιατί δεν ορκίστηκε ο ενάγων 3. δ) Υπάρχει κατάχρηση της διαδικασίας λόγω της έγερσης αγωγής από πολλούς ενάγοντες εναντίον πολλών εναγομένων, με την προβολή διαφορετικών αγώγιμων δικαιωμάτων και διαζευκτικών ισχυρισμών και αξιώσεων. ε) Δεν συντρέχει το στοιχείο του κατεπείγοντος. στ) Το ισοζύγιο της ευχέρειας δεν δικαιολογεί την έκδοση ή την διατήρηση σε ισχύ του εκδοθέντος διατάγματος. ζ) Οι αιτητές απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα με σκοπό την παραπλάνηση του Δικαστηρίου. H εκδοχή των Καθ' ων, με βάση τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν τις εντάσεις τους, είναι σε συντομία η ακόλουθη: 1. Η εναγόμενη 1 υποστηρίζει πως δεν ευσταθούν οι ισχυρισμοί του ενάγοντα 3 ότι δεν τον ενημέρωνε για τις εξελίξεις των εργασιών του έργου. Ενημέρωνε, αναφέρει, τόσο τον ίδιο τον Ενάγοντα 3, όσο και τον οικονομικό του διευθυντή καθώς και τον κ. Λαζαρίδη, καταθέτοντας για το σκοπό αυτό μεταφρασμένα έγγραφα (Τεκμήριο 8) από τα οποία προκύπτει ότι τους κρατούσε πλήρως ενήμερους. Επί πλέον, αναφέρει, του ζητούσε να επισκεφθούν μαζί τους αρχιτέκτονες του έργου και τους λογιστές αλλά εκείνος αρνείτο γιατί, όπως της έλεγε, δεν ήθελε να φαίνεται ότι είχε σχέση με το έργο Tivoli και ότι μετέφερε χρήματα δια μέσω άλλων εταιρειών του. Το γεγονός αυτό το ανέφερε και στους λογιστές της Ενάγουσας 1, σε συνάντηση που είχαν τον Ιούλιο ή Αύγουστο του έτους 2013. Ο λόγος που δεν επιθυμούσε να παρουσιάζεται, είναι γιατί χρησιμοποίησε το έργο Tivoli για ξέπλυμα βρώμικου χρήματος, γεγονός που κατήγγειλε μέσω του δικηγόρου τους, στη ΜΟΚΑΣ, με επιστολές 4.9.2014, 7.10.2014 και 1.12.2014 (Τεκμήριο 9). Το γεγονός αυτό, αναφέρει, το αντιλήφθηκε περί τον Απρίλιο-Μάϊο του έτους 2014 και του ζήτησε εξηγήσεις, οπότε αποφάσισε να την απαλλαγεί από διευθύντρια της ενάγουσας. Αναφέρει, επίσης, ότι κατά την ίδια περίοδο διαπίστωσε πως το έργο δεν ανήκει στον ίδιο αλλά πίσω του κρύβονται άλλα άγνωστα άτομα τα οποία της τηλεφώνησαν και ζητούσαν εξηγήσεις. Αναφέρει, επίσης, πως τον Νοέμβριο 2012, υπόγραψε συμφωνία δανείου, μετά από οδηγίες του ενάγοντα 3, με την οποία η Ενάγουσα 1 συνήψε δάνειο ύψους €12 εκατομμυρίων από κάποια εταιρεία εγγεγραμμένη στις Σεϋχέλλες, δικών του συμφερόντων (Τεκμήριο 6). Το μόνο όμως έμβασμα που έγινε στην ενάγουσα 1 ήταν για το ποσό των €3.383,500 όπως βεβαιώνεται από τα έγγραφα της Τράπεζας, (Τεκμήριο 7). Στη συνέχεια, υποστηρίζει ότι το ακίνητο το οποίο ανεγέρθηκε η συζυγική κατοικία αγοράστηκε από τη σύζυγο του, μέσω της οποίας γνώρισε τον ενάγοντα 3, το έτος 2006 και όχι το έτος 2003, όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση του Alekseev. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του ενάγοντα 3 ότι τον είχε διαβεβαιώσει πως το κόστος δεν θα υπερέβαινε το ποσό των €1.600 ανά τ.μ. για τις κατοικίες και των διαμερισμάτων το ποσό των €1.000, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και προς τούτο παραπέμπει στο Τεκμήριο 51 της αίτησης καθώς και σε σχετική βεβαίωση του Επιμετρητή (Τεκμήριο 13), όπως και σε αλληλογραφία που είχε με τον Ενάγοντα 3 (Τεκμήρια 14 και 15). Σε σχέση με την συμφωνηθείσα αμοιβή, υποστηρίζει ότι συμφώνησε με τον ενάγοντα 3 να πάρει 15% η Εναγόμενη 2 από τα καθαρά κέρδη του έργου, για τούτο και η εναγόμενη 2 καταχώρισε την αγωγή 2331/14 στην οποία εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση για την αμοιβή της. Διερωτάται εν συνεχεία, γιατί δεν κινήθηκε η παρούσα αγωγή και εναντίον του κ. Λαζαρίδη, αφού και εκείνος είχε αναλάβει υποχρέωση να τον ενημερώνει. Η μόνη εξήγηση, υποστηρίζει, είναι πως ο Ενάγων 3 συνωμότησε με τον Λαζαρίδη να την εκδιώξουν από διευθύντρια για να της κλείσουν το στόμα για το ζήτημα της διακίνησης μαύρου χρήματος. Σε σχέση με την κατ' ισχυρισμό καθυστερημένη διεκπεραίωση των εργασιών του έργου, αναφέρει πως οφείλεται σε μετατροπές που έγιναν στα αρχικά σχέδια και στην εκτέλεση επί πλέον εργασιών. Για τις αλλαγές στα σχέδια, αναφέρει, εξασφάλισαν τις υπηρεσίες αρχιτεκτόνων από την Ελλάδα που ήταν έμπειροι σε εξειδικευμένα έργα πολυτελείας, όπως ήταν η επιθυμία του ενάγοντα 3. Ακολούθως δίδει τη δική της εκδοχή για τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες εκδιώχθηκε και αντικαταστάθηκε από διευθύντρια της ενάγουσας 1, υποστηρίζοντας ότι δεν ακολουθήθηκε η ορθή διαδικασία και η αντικατάσταση της ήταν αντισυμβατική, αδικαιολόγητη και εκδικητική. Όσον αφορά την Έκθεση Λεωνίδου (Τεκμήριο 61) υποστηρίζει πως το περιεχόμενο της είναι αυθαίρετο και βασισμένο σε λανθασμένα και ανακριβή δεδομένα. Για την αγορά των ακινήτων που σχετίζονται με το έργο MALTA, αναφέρει ότι παρόλο που στο αγοραπωλητήριο έγγραφο (Τεκμήριο 27) αναφέρεται ως τίμημα αγοράς το ποσό του €1,5 εκατομμυρίου στην πραγματικότητα το ποσό που συμφωνήθηκε ήταν €4 εκατομμύρια, γεγονός που επιμαρτυρείται από τη συμφωνία για δικαίωμα αγοράς (Option) Τεκμήριο 28. Εν τέλει, αναφέρει, αγοράστηκε το ακίνητο και πληρώθηκε το συνολικό ποσό των €4,5 , αφού αγοράστηκαν και άλλα δυο γειτονικά τεμάχια. Με τη συναλλαγή αυτή, υποστηρίζει, διακινήθηκε μαύρο χρήμα από τον ενάγοντα 3 και τον Λαζαρίδη ύψους €2.5 εκατομμύρια, εξηγώντας πως ετοιμάστηκαν για το σκοπό αυτό αγοραπωλητήρια για αγορά δυο διαμερισμάτων, το ένα από τα οποία στη συνέχεια ακυρώθηκε (Τεκμήρια 30 και 31). Το υπόλοιπο μέρος από τα «μαύρα χρήματα», υποστηρίζει, διακινήθηκε μέσω των εναγουσών 4 και 5 εταιρειών. Η εναγόμενη 13 εταιρεία, αναφέρει, ανήκει σε συγκεκριμένη Ουκρανή υπήκοο και η ίδια κατέχει τις μετοχές της ως εμπιστευματοδόχος (Τεκμήριο 38). Όπως αναφέρει η υπό αναφορά εταιρεία και η ιδιοκτήτρια της, κατέβαλαν προς την ενάγουσα 1 το ποσό των €1.301,803 για την αγορά ενός διαμερίσματος (Ρετιρέ). Αγόρασε επίσης και άλλα διαμερίσματα πληρώνοντας διάφορα επιπλέον ποσά. Επειδή δεν είχε ανεγερθεί το συγκρότημα στο οποίο βρισκόταν ένα από τα διαμερίσματα που είχε αγοράσει, για το οποίο, όπως υποστηρίζει, κατέβαλε το συνολικό ποσό των €800.562,00, η εναγόμενη 13, καταχώρισε την αγωγή με αρ. 2407/14, στην οποία εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση στις 30.6.2014. Για όλες τις υποθέσεις στις οποίες εκδόθηκαν εκ συμφώνου αποφάσεις και οι οποίες αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, ήταν ενήμερος ο ενάγων 3 και είχε δώσει τη συγκατάθεση του. Μάλιστα, προσθέτει, είχε ζητήσει χρόνο ενός μηνός για να ξοφλήσει την κάθε υπόθεση, αλλά μέχρι σήμερα δεν έχει πληρώσει οποιοδήποτε ποσό. Υποστηρίζει, περαιτέρω πως ο ενάγων 3, διακινούσε χρήματα της ενάγουσας 1 μέσω των εναγόντων 4 και 5, δικών του συμφερόντων, για να στερήσει από την εναγόμενη 2 τη συμφωνηθείσα αμοιβή της. Η εναγόμενη 1 υποστηρίζει επίσης πως η ένορκη δήλωση του κ. Al. Alekseev δεν έχει μεταφραστεί ορθά και πιστά, γεγονός που επιμαρτυρείται από την ένορκη δήλωση της μεταφράστριας Ολ. Φέντινα. Υποδεικνύει ακόμη πως η Ελληνική ένορκη δήλωση έχει ημερομηνία 10.11.2014 και η Ρωσική υπεγράφη στις 11.11.2014. Υποστηρίζει, τέλος, πως ο ενάγων 3 δεν νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα αγωγή γιατί μεταβίβασε όλες τις μετοχές των εναγουσών εταιρειών σε στενά συγγενικά του πρόσωπα, δυνάμει εμπιστεύματος (Τεκμήριο 4). 2. Η Ολ. Φέντινα στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση της εναγόμενης 1, καθώς και τις ενστάσεις των Εναγομένων 2, 3, 6, 7, 8, 11 και 12, υποστηρίζει πως η Ελληνική μετάφραση της ένορκης δήλωσης του Al. Alekssev δεν αποδίδει ορθά το Ρωσικό κείμενο και παραθέτει για το σκοπό αυτό Πίνακα με τα σημεία στα οποία υπάρχει, κατά την εισήγηση της, λανθασμένη μετάφραση. 3. Η εναγόμενη 2 υποστήριξε πως δεν υπάρχει οτιδήποτε επιλήψιμο στην εκ συμφώνου απόφαση που εκδόθηκε προς όφελος της. Όπως αναφέρει ο εναγόμενος 12, που υπογράφει την ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης, το ποσό για το οποίο εκδόθηκε η απόφαση (Τεκμήριο 90) αφορά την συμφωνηθείσα αμοιβή της Εναγόμενης 2, που ήταν 15% επί του καθαρού κέρδους. Το ποσό του €1.145.000 αποτελεί το 15% από το καθαρό κέρδος επί του συνολικού ποσού των πωλήσεων των ακινήτων της ενάγουσας 1, που ανήλθαν σε €9.969.000. Όπως υποστηρίζει, η εναγόμενη 2 είχε αναλάβει τη διαχείριση και προώθηση των πωλήσεων των ακινήτων της Ενάγουσας και ουδεμία σχέση έχει με τις κατ' ισχυρισμό ζημιές των εναγόντων, αφού δεν είχε αναμειχθεί με την εκτέλεση των εργασιών του έργου TIVOLI. Υποστηρίζει τέλος πως η εναγόμενη 2 δεν έχει τα στοιχεία που της ζητούν οι Ενάγοντες να αποκαλύψει με την αίτηση τους και δεν δικαιολογείται η διατήρηση σε ισχύ του διατάγματος που έχει εκδοθεί εναντίον της. 4. Οι Εναγόμενοι 3, 6, 7 και 8, μέσω της ένορκης δήλωσης της Εναγόμενης 7, υποστήριξαν πως η ενάγουσα 1, με βάση γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 5.10.2011, ανέθεσε στην εναγόμενη 3 την παροχή υπηρεσιών διαχείρισης των εργασιών του έργου. Η συμφωνία, αναφέρει, υπεγράφη στα γραφεία των αρχιτεκτόνων του έργου, οι οποίοι εξέδιδαν τα διατακτικά επ' ονόματι της (Τεκμήριο 3) και η εναγόμενη 3, πλήρωνε, με τη σειρά της, τους εργολάβους και τους υπεργολάβους του έργου. Το τελευταίο διατακτικό, συνεχίζει, που εκδόθηκε στις 12.4.2014, αφορούσε το ποσό των €499.915 (Τεκμήριο 5). Το υπό αναφορά ποσό, αναφέρει, πληρώθηκε από την εναγόμενη 3 στους εργολάβους για λογαριασμό της Ενάγουσας 1, αλλά αυτή παρέλειψε να πληρώσει την εναγόμενη 3. Για το λόγο αυτό καταχωρήθηκε η αγωγή 2244/14 και εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση για το πιο πάνω ποσό με αναστολή εκτέλεσης για ένα μήνα, επειδή οι ενάγοντες υποσχέθηκαν ότι θα πλήρωναν το ποσό στο διάστημα αυτό. Παρέλειψαν, όμως, να το πληρώσουν για τούτο και καταχώρισε memo επί της ακίνητης περιουσίας της ενάγουσας 1, καθώς και ένταλμα κατάσχεσης της κινητής της περιουσίας. Όλοι οι εμπλεκόμενοι με το έργο Tivoli, αναφέρει, γνωρίζουν ότι η εναγόμενη 3 πρόσφερε τις υπηρεσίες της για την διεκπεραίωση των εργασιών του συγκροτήματος. Γνώστης ήταν και ο ενάγων 3, όπως προκύπτει από έγγραφο το ποίο επισυνάπτει ως Τεκμήριο 13. Απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς Alekseev ότι είναι πρόσωπο που εκτελεί πιστά τις οδηγίες της εναγόμενης 1, υποστηρίζει πως η Εναγόμενη 3 είναι δρώσα εταιρεία και διαχειρίστηκε 7 οικοδομικά συγκροτήματα, εκδίδοντας 60 τιμολόγια συνολικού ύψους €13.932,43 και επισυνάπτει προς τούτο σχετική βεβαίωση των Ελεγκτών (Τεκμήριο 16). 5. Οι εναγόμενοι 11 και 12, που τυγχάνουν αδέλφια και εξάδελφοι της εναγόμενης 1, ήταν εργοδοτούμενοι της εναγόμενης 2 εταιρείας. Η εναγόμενοι 11, υποστήριξε πως εργοδοτήθηκε τον Μάρτιο του έτους 2014 και δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη με τα γεγονότα της υπόθεσης. Η μόνη εμπλοκή της, αναφέρει, αφορά την υπογραφή ενός εκχωρητηρίου για ένα διαμέρισμα που είχε αγοραστεί από την CYBARCO, δυνάμει αγοραπωλητηρίου ημερομηνίας 25.11.2007 και το οποίο είχε εγγραφεί επ' ονόματι της επειδή της το είχε ζητήσει η ξαδέλφη της (εναγομένη 1), χωρίς όμως να πληρώσει η ίδια οποιοδήποτε ποσό για την αγορά του. Δεν έλαβε, αναφέρει, οποιοδήποτε ποσό από την εκχώρηση και η σχετική αναφορά στην έκθεση Λεωνίδου ότι εισέπραξε το τίμημα πώλησης (€390.000) είναι ανακριβής. Επρόκειτο εξηγεί, για μια τυπική εγγραφή του διαμερίσματος επ' ονόματι της και ότι έπραξε ήταν μετά από παράκληση της εναγόμενης 1, και ήταν σε γνώση του κ. Λαζαρίδη, ο οποίος είχε καταβάλει κάποια ποσά για το τίμημα αγοράς. Ο εναγόμενος 12 στη δική του ένορκη δήλωση υποστηρίζει πως ο ενάγων 3 ήταν πλήρως ενήμερος για όλα τα θέματα που αφορούσαν την ανέγερση του έργου Tivoli. Όπως αναφέρει ήταν υπάλληλος της εναγόμενης 2 και είχε διάφορες συσκέψεις με τον ενάγοντα 3 και τον Κ. Λαζαρίδη, ο οποίος ήταν επίσης υπάλληλος της εναγόμενης 2. Σε σχέση με το επεισόδιο που έλαβε χώρα το Σεπτέμβριο του έτους 2014 και τις καταγγελίες που έγιναν στην Αστυνομία από τις δυο πλευρές, παραθέτει τη δική του εκδοχή, υποστηρίζοντας ότι τους επιτέθηκαν και τους κτύπησαν ο ενάγων 3 και ο ενόρκως δηλών (Αlekseev). Απορρίπτει όλα όσα του αποδίδουν οι ενάγοντες με την αίτηση τους και επαναλαμβάνει πως ήταν ένας απλός υπάλληλος της εναγόμενης 2 και ενεργούσε σύμφωνα με τις οδηγίες της. 6. Η Εναγόμενη 1 υπογράφει και την ένορκη δήλωση εκ μέρους της εναγόμενης 13, υποστηρίζοντας ότι κατέχει τις μετοχές της ως εμπιστευματοδόχος της Ουκρανής Oksana Veryga, η οποία είχε αγοράσει δυο πολυτελείς επαύλεις του συγκροτήματος Tivoli, έναντι του ποσού των €4,5 εκατομμυρίων. Όπως υποστηρίζει, η εναγόμενη 13 συμφώνησε να αγοράσει ακόμα ένα διαμέρισμα έναντι του ποσού του €1,2 εκατομμυρίων πλέον Φ.Π.Α. για το οποίο κατέβαλε το συνολικό ποσό του 1,301,863. Επειδή, αναφέρει, η πολυκατοικία στην οποία βρισκόταν το υπό αναφορά διαμέρισμα καθυστερούσε να ανεγερθεί, συμφώνησε όπως αφαιρεθεί ποσό €501.301,00 από το πιο πάνω ποσό της πληρωμής της και λογιστεί έναντι αγοράς άλλης κατοικίας. Για το υπόλοιπο ποσό των €800.562,00 καταχώρισε την αγωγή 2407/14, αφού τερμάτισε τη συμφωνία και εξασφάλισε απόφαση η οποία αναστάληκε με το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 11.11.2014. Συνεπώς, καταλήγει, οι ενάγοντες εντελώς αδικαιολόγητα περιέπλεξαν την εναγόμενη 13 στην παρούσα διαδικασία, αφού κανένα αγώγιμο δικαίωμα δεν έχουν εναντίον της. Απλούστατα, αναφέρει, η εναγόμενη 13 αγόρασε τρία ακίνητα από την ενάγουσα 1 και κατέβαλε το συνολικό ποσό των €6.065.562,00, χωρίς να συμπληρωθούν οι εργασίες στο ένα από τα τρία ακίνητα για τούτο και τερμάτισε τη συμφωνία και εξασφάλισε απόφαση για το ποσό που της οφείλει η ενάγουσα 1. 7. Η εναγόμενη 15 (Εργοληπτική Εταιρεία Θεορή), υποστήριξε πως εκτέλεσε, δυνάμει συμφωνιών που υπόγραψε με την εναγόμενη 3, τις εργασίες που ανέλαβε, οι οποίες υπολογίσθηκαν στο συνολικό ποσό των €1.273.248,81. Οι εργασίες της, αναφέρει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ο διευθυντής κ. Χρ. Θεορή, επιβλέπονταν από τους αρχιτέκτονες του έργου (εναγόμενος 14) οι οποίες εξέδιδαν τα πιστοποιητικά πληρωμής. Η εναγόμενη 15, αναφέρει, πληρώθηκε από την εναγόμενη 3 για όλες τις εργασίες που εκτέλεσαν και δεν έχουν να παίρνουν οποιοδήποτε ποσό. Τις εργασίες, καταλήγει, επιθεωρούσε και ο ενάγων 3 ο οποίος επισκεπτόταν το έργο και διερωτάται γιατί κινήθηκε η αγωγή εναντίον της εταιρείας του. 8. Η δικηγόρος Ελένη Κωνσταντίνου, μέτοχος στην εναγόμενη 18 δικηγορική εταιρεία, αναφέρει πως κατάγεται από τη Ρωσία και γνωρίζει τόσο τη Ρωσική, όσο και την Ελληνική γλώσσα. Γνώρισε, αναφέρει, την ενάγουσα 3 και την εναγομένη 1 τον Σεπτέμβριο του έτους 2007 και κατόπιν εντολών του ενάγοντα 3, ετοίμασε εμπίστευμα (Τεκμήριο 1) προς όφελος των τέκνων και της μητέρας του ενάγοντα 3 και άλλων προσώπων που αναφέρονται στο εμπίστευμα (Τεκμήριο 1). Εμπιστευματοδόχοι ορίστηκαν η εναγόμενη 1 και ο κ. Λαζαρίδης και προστάτης ο Al. Alekseev. Με πρόσθετες πράξεις που υπογράφτηκαν από τον ενάγοντα 3 σε μεταγενέστερους χρόνους, προστέθηκαν στην περιουσία του εμπιστεύματος όλες οι μετοχές ιδιοκτησίας του ενάγοντα 3 στις ενάγουσες 1, 2 και 6, καθώς και άλλων εταιρειών, πέραν από τις μετοχές του στην ενάγουσα 7, που είχαν περιληφθεί στο αρχικό εμπίστευμα (βλ. Τεκμήρια 2-5). Είναι με βάση την ιδιότητα της ως εμπιστευματοδόχου, υποστηρίζει, που η εναγόμενη 1 της έδωσε οδηγίες όπως εμφανιστεί στις ανωτέρω αναφερθείσες δικαστικές διαδικασίες δια λογαριασμό της ενάγουσας να δεχθεί την έκδοση αποφάσεων εναντίον της. Υποδεικνύει, επίσης, πως η εναγόμενη 1 ήταν και η διευθύντρια της ενάγουσας 1. Υποστηρίζει περαιτέρω ότι οι οδηγίες της δόθηκαν σε συνάντηση που είχε μαζί της στις 17.6.2014, κατά την οποία η Εναγόμενη 1 μίλησε τηλεφωνικά με τον ενάγοντα 3 και δήλωσε τόσο στην εναγόμενη 1 όσο και προσωπικά στην ίδια ότι αποδεχόταν το χρέος της ενάγουσας και για τις τρεις υποθέσεις και δεν είχε ένσταση στην έκδοση των αποφάσεων. Το μόνο που ζήτησε ο ενάγων 3, αναφέρει, ήταν να δοθεί στην ενάγουσα 1 ένας μήνας προθεσμία για εξόφληση των οφειλών. Κατόπιν των ανωτέρω, προσθέτει, η εναγόμενη 1 υπέγραψε τα σχετικά έντυπα διορισμού δικηγόρου και για τις τρεις υποθέσεις, τα οποία καταχωρήθηκαν στις 18.6.2014. Ακολούθως η ενάγουσα 1, μέσω της εναγόμενης 1, απέστειλε γραπτές εξουσιοδοτήσεις προς την Εναγόμενη 18, εξουσιοδοτώντας την να εμφανιστεί στις τρεις αγωγές και να δεχθεί όπως εκδοθούν εκ συμφώνου αποφάσεις (Τεκμήρια 6, 7 και 8, αντίστοιχα). Ενόψει των ανωτέρω, εμφανίστηκε στις τρεις υποθέσεις και δέχθηκε εκ συμφώνου αποφάσεις, ως οι οδηγίες που έλαβε. Στη συνέχεια έκδωσε τιμολόγιο για τις υπηρεσίες της (Τεκμήριο 9) και το παρέδωσε στην ενάγουσα 1, μέσω της εναγόμενης 1, από την οποία ενημερώθηκε, περί τον Ιούλιο 2014, ότι ο ενάγων 3 μαζί με τον κ. Λαζαρίδη, παράνομα και παράτυπα, την έπαυσαν από διευθύντρια, παραπέμποντας την στον Λαζαρίδη για διευθέτηση του τιμολογίου της. Στις 12.8.2014, συνεχίζει, την επισκέφθηκε ο κ. Λαζαρίδης μαζί με τον ενάγοντα 3 και τον Al. Alekseev και ο Λαζαρίδης της έδωσε επιταγή προς εξόφληση προηγούμενου τιμολογίου της ύψους €3.540 (Τεκμήριο 10) ενώ για το τιμολόγιο που σχετίζεται με τις υπηρεσίες της στις αναφερθείσες τρεις αγωγές, ζήτησε περαιτέρω χρόνο για την εξόφληση του. Το σχετικό τιμολόγιο, προσθέτει, παραμένει μέχρι σήμερα απλήρωτο. Στην ίδια συνάντηση, καταλήγει, ο ενάγων 3 της ανέφερε πως ο λόγος της δικής του παρουσίας ήταν υπό την ιδιότητα του ως εμπιστευματοπάροχος με σκοπό την ακύρωση του εμπιστεύματος, κάτι που δεν μπορούσε να γίνει αφού υπήρχε σχετική πρόνοια στο εμπίστευμα με βάση την οποία δεν ήταν δυνατή η ανάκληση του. Του υπέδειξε, αναφέρει, την πρόνοια και του την εξήγησε στα Ρωσικά, στην παρουσία του κ. Λαζαρίδη ο οποίος, επίσης, γνωρίζει τη Ρωσική γλώσσα. Υποστηρίζει, στη συνέχεια, πως η Γενική Συνέλευση με την οποία παύθηκε η εναγόμενη 1 συγκλήθηκε παράτυπα λόγω της ύπαρξης του εμπιστεύματος. Για τον ίδιο λόγο, αναφέρει, δεν ενομιμοποιούντο οι ενάγοντες 1, 2, 3, 6 και 7 να κινήσουν την παρούσα αγωγή. Η εναγόμενη 18, δεν γνώριζε για τις διαδικασίες παύσης της εναγόμενης 1 και σε κάθε περίπτωση όταν η εναγόμενη 1 της είχε δώσει οδηγίες για να καταχωρίσει εμφάνιση στις αγωγές και να δεχθεί την έκδοση εκ συμφώνου αποφάσεων, δεν είχε παυθεί από διευθύντρια. 9. Ο κ. Γ. Οικονομίδης, διευθυντής των πρώην ελεγκτών της ενάγουσας 1 (εναγόμενη 19) υποστηρίζει ότι εφοδίασαν τους ενάγοντες με όλα τα στοιχεία που τους ζήτησαν. Όπως εξηγεί, όλα τα έγγραφα για τα έτη 2009 και 2010, παραδόθηκαν στην Αστυνομία στις 16.7.2014, επισυνάπτοντας σχετική βεβαίωση (Τεκμήριο 2). Ο λόγος που δεν παραδόθηκαν οι εξελεγμένοι λογαριασμοί της ενάγουσας για το έτος 2013, είναι γιατί ο ενάγων 3 δεν αναγνώρισε την εργασία τους και ανάθεσε σε άλλο ελεγκτικό οίκο (Λεωνίδου) να ξανακάνουν τον έλεγχο και να ετοιμάσουν νέους λογαριασμούς. Υποστηρίζει περαιτέρω, πως όλα τα στοιχεία και έγγραφα που ζήτησαν οι νέοι ελεγκτές των εναγόντων τους δόθηκαν ή τέθηκαν στη διάθεση τους. Εξηγεί, περαιτέρω, την αδυναμία των εναγομένων 18 (λόγω τεχνικών δυσκολιών) για την ετοιμασία του γενικού καθολικού της ενάγουσας 1 και αδικαιολόγητα, όπως υποστηρίζει, καταγγέλθηκαν για το γεγονός αυτό στην Αστυνομία. Όλα τα καθολικά για την ενάγουσα 1, καταλήγει, καθώς και ότι αφορά την Ενάγουσα 1 και το έργο Tivoli, παραδόθηκαν είτε στους ενάγοντες, είτε στους νέους ελεγκτές τους, επισυνάπτοντας σχετικές βεβαιώσεις παράδοσης των ηλεκτρονικών μηνυμάτων που αποστάληκαν (Τεκμήριο 6). Ουδέποτε, κατέληξε, αρνήθηκαν να δώσουν οποιαδήποτε στοιχεία που αφορούσαν τους ενάγοντες ή εταιρείες ιδιοκτησίας του ενάγοντα 3. Με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων με παραπομπές σε συγγράμματα και την πλούσια επί των εγειρομένων ζητημάτων νομολογία. Αναλύοντας τις αρχές ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητών, εισηγήθηκε πως πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις και δικαιολογείται η έκδοση των διαταγμάτων αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal και Mareva που δεν έχουν εκδοθεί μονομερώς. Αναφερόμενος στα γεγονότα, όπως παρουσιάστηκαν με την ένορκη δήλωση του κ. Alekseev, υποστήριξε ότι η εναγόμενη καταχράστηκε την εμπιστοσύνη που της επέδειξε ο ενάγων 3, καθώς και τη θέση της ως διευθύντρια της ενάγουσας 1, διοχετεύοντας τεράστια χρηματικά ποσά σε εταιρείες δικών της συμφερόντων (εναγόμενες 3, 4, 5, 10 και 17) και σε άλλα πρόσωπα, προκαλώντας ζημιές εκατομμυρίων ευρώ στους ενάγοντες. Όσον αφορά το απαγορευτικό διάταγμα εκπροσώπησης των εναγόντων και το διάταγμα αναστολής εκτέλεσης των αποφάσεων, εισηγήθηκε πως πρέπει να οριστικοποιηθούν. Οι εναγόμενοι 1, 2, 3, 7, 13 και 18 προκάλεσαν, όπως εισηγήθηκε, με δόλιο τρόπο την έκδοση των πιο πάνω αναφερομένων εκ συμφώνου αποφάσεων, προκαλώντας στην Ενάγουσα 1 ζημιά συνολικού ύψους €2.445,477,00. Είναι συνεπώς δικαιολογημένο το αίτημα για οριστικοποίηση του διατάγματος αναστολής των αποφάσεων. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των εναγομένων υποστήριξαν πως δεν δικαιολογείται η οριστικοποίηση των διαταγμάτων για όλους τους λόγους που αναπτύχθηκαν στις ενστάσεις τους. Επιγραμματικά υποστήριξαν ότι δεν στοιχειοθετείται υπόθεση εναντίον των εναγομένων και συνεπώς δεν δικαιολογείται η έκδοση οποιουδήποτε από τα αιτούμενα διατάγματα. Όπως ανάφερε ο κ. Μ. Ιωάννου, ο ενάγων 3 θυμήθηκε τέσσερα χρόνια μετά από την ανάθεση στην εναγομένη 1 την διεύθυνση των εργασιών του έργου Tivoli ότι δήθεν τον έκλεψε. Ο λόγος, όπως υποστήριξε, ήταν γιατί έπρεπε να δώσει το 15% της αμοιβής που είχε υποσχεθεί. Υπόδειξε επίσης πως για τα ίδια θέματα ο ενάγων 3 προέβη σε καταγγελία στην αστυνομία, υποβάλλοντας παράπονο ότι οι εναγόμενοι υπεξαίρεσαν συνολικό ποσό €3.289.410,60, ενώ με την αγωγή τους διεκδικούν ποσό πέραν των €14 εκατομμυρίων. Οι συνήγοροι επεσήμαναν την ύπαρξη εμπιστεύματος που εμπόδιζε τον ενάγοντα 3 να συγκαλέσει γενική συνέλευση της ενάγουσας και να παύσουν την εναγόμενη 1 από διευθύντρια καθώς και να κινήσει την παρούσα δικαστική διαδικασία. Υποστήριξαν επίσης πως δεν συνέτρεχε το στοιχείο του κατεπείγοντος, αφού τα γεγονότα που επικαλούνται οι Ενάγοντες, είχαν περιέλθει στην αντίληψη τους από το καλοκαίρι του έτους 2013. Επικαλέστηκαν, περαιτέρω, ότι οι αιτητές απέκρυψαν ουσιώδη στοιχεία, όπως την ύπαρξη του εμπιστεύματος, την πληρωμή τιμολογίου της εναγόμενης 18 για υπηρεσίες που είχε προσφέρει στην ενάγουσα 1 και την επίσκεψη του ενάγοντα 3 στα γραφεία της εναγόμενης 18 τον Αύγουστο του έτους 2014. Περαιτέρω ο συνήγορος της εναγόμενης 18, υποστήριξε πως ο ενάγων 3 ήταν ενήμερος για τις οδηγίες που είχαν δοθεί από την εναγόμενη 1 στην εναγόμενη 18 και έδωσε τη συγκατάθεση του για την έκδοση των αποφάσεων, ζητώντας χρόνο ένα μήνα για να πληρώσει τις αποδεκτές, οφειλές της Ενάγουσας 1. Καμία από τις προϋποθέσεις, κατέληξαν οι συνήγοροι, δεν έχει ικανοποιηθεί και ζήτησαν την ακύρωση των διαταγμάτων και την απόρριψη της αίτησης με έξοδα. Οι αρχές με βάση τις οποίες ασκείται η ευρεία διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, δυνάμει του άρθρου 32 του Ν. 14/60 για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είναι ευρύτατα γνωστές. Καθώς έχει νομολογηθεί, ο αιτητής οφείλει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι: 1. Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, 2. με ορατή πιθανότητα επιτυχίας και 3. εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Οι πιο πάνω προϋποθέσεις αναλύθηκαν και ερμηνεύθηκαν σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. (βλ. ανάμεσα σε άλλες, Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 C.L.R. 557, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015). Πέραν των πιο πάνω προϋποθέσεων το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας. (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χατζηβασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152). Έχει επίσης νομολογηθεί πως στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να προβαίνει σε εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων επί του πραγματικού και νομικού υποβάθρου των επιδίκων θεμάτων (βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Όπως υποδείχθηκε στην T.A. Micrologic Comp. Consult. Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1Γ A.A.Δ.1802, στην ενδιάμεση αυτή διαδικασία για έκδοση προσωρινού διατάγματος εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Έχω εξετάσει την αίτηση υπό το πρίσμα των πιο πάνω νομικών αρχών και έλαβα υπόψη όλα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι έθεσαν με επιμέλεια υπόψη του Δικαστηρίου. Με βάση τη μαρτυρία που παρουσίασαν οι Αιτητές τα παράπονα τους, εστιάζονται σε δύο κατ' εξοχήν κεφάλαια: Α) Στην κατ' ισχυρισμό συνωμοσία της εναγόμενης 1 με τους εναγόμενους 2 - 13 και 17 για να αποσπάσουν με δόλιο τρόπο περιουσιακά στοιχεία των εναγόντων. Πιο συγκεκριμένα, αποδίδεται στην εναγόμενη 1, ότι με δόλιο τρόπο εκμεταλλεύθηκε τη θέση της ως διευθύντρια της ενάγουσας 1 και σε συνεννόηση με τις εναγόμενες εταιρείες, δικών της συμφερόντων, και με τους λοιπούς εναγόμενους, οικειοποιήθηκαν €14 εκατομμύρια περίπου, τα οποία είχαν αποσταλεί από τον Ενάγοντα 3 για να ανεγερθεί το συγκρότημα Tivoli και να αγοραστούν τα ακίνητα για το έργο MALTA. Β) Σε κατ' ισχυρισμό αδικοπραξίες, ήτοι πρόκληση έκδοσης αποφάσεων εις βάρος της ενάγουσας 1 και υπέρ των εναγομένων 2, 3 και 13 για το συνολικό ποσό των €2.445.477,
  1. Με βάση τη θέση των εναγόντων, πρωτεργάτης της κατ' ισχυρισμό συνωμοσίας για εξαπάτηση της ενάγουσας 1 με την έκδοση εκ συμφώνου αποφάσεων φέρεται η εναγόμενη 1 η οποία ενεργούσε υπό την ιδιότητα της ως διευθύντρια της ενάγουσας 1, ενώ ταυτόχρονα, ενεργούσε και δια λογαριασμό των εναγομένων 2, 3 και
  2. Συνεργοί στην αδικοπραξία φέρονται να είναι οι εναγόμενοι 2, 3, 7, 13 και περαιτέρω η εναγόμενη 18 δικηγορική εταιρεία. Αρχίζοντας από το πρώτο κεφάλαιο, η πρώτη παρατήρηση είναι ότι τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση των εναγόντων χρονολογούνται από το έτος 2011, όταν άρχισαν οι εργασίες ανέγερσης του έργου Tivoli. Είναι ορθή η επί του προκειμένου επισήμανση των συνηγόρων των Καθ' ων η Αίτηση, ότι ο Ενάγων 3, με βάση τη δική του εκδοχή, όπως παρουσιάστηκε με την ένορκη δήλωση του Al. Alekseev, άρχισε να υποψιάζεται ότι κάτι δεν πήγαινε καλά από το καλοκαίρι του έτους
  3. Ζητούσε, αναφέρει, ενημέρωση από την εναγόμενη 1 και εκείνη τον απέφευγε. Χωρίς το Δικαστήριο να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού που έχει παρουσιαστεί, δεν μπορεί να παραγνωρίσει ότι ο ενάγων 3, επενδύοντας ένα ποσό που κατ' ισχυρισμό έφθανε τα €25 εκατομμύρια, αδιαφόρησε για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, αφήνοντας την κατάσταση να εξελίσσεται, χωρίς ενημέρωση από την εναγόμενη 1, που είχε τον πλήρη έλεγχο του έργου. Όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση του κ. Alekseev, είχε ενδείξεις ότι η Εναγόμενη 1 δεν διαχειριζόταν καλά το έργο από το καλοκαίρι του έτους
  4. Αξίζει να αναφερθεί ότι το έργο χρηματοδοτείτο από τον ίδιο και είχε δαπανήσει, όπως υποστηρίζει, €14 εκατομμύρια, πέρα από την αρχική κοστολόγηση του έργου. Η θέση του ενάγοντα 3, ότι η εναγόμενη 1 τον κρατούσε στο σκοτάδι παρουσιάζεται ανίσχυρη, δεδομένων των ανωτέρω επισημάνσεων. Ανίσχυρη παρουσιάζεται και η θέση του πως δεν γνώριζε ποιοί ήταν οι εργολάβοι και οι αρχιτέκτονες του έργου. Όσο πολυάσχολος και να ήταν, δεν είναι εύκολο να δεχθεί κανείς, ότι δεν γνώριζε ή δεν ζητούσε να ενημερωθεί για τόσο κεφαλαιώδη ζητήματα ενός έργου της τάξης των €25 εκατομμυρίων (με βάση την εκδοχή του), το οποίο χρηματοδοτείτο αποκλειστικά από τον ίδιο. Με βάση την ένορκη δήλωση του εναγόμενου 12, η οποία δεν έχει αντικρουστεί, ο ενάγων 3 φέρεται να κρατείτο ενήμερος για τις εξελίξεις των εργασιών ανέγερσης του έργου και να επισκεπτόταν το έργο. Ενημερωνόταν επίσης από τον Λαζαρίδη, ο οποίος, όπως αναφέρεται, ήταν υπάλληλος της ενάγουσας
  5. Αξίζει ακόμη να σημειωθεί πως, με βάση τη μαρτυρία, όλα τα διατακτικά πληρωμής απευθύνονταν προς την εναγόμενη 3, η οποία διευθετούσε τις πληρωμές των εργολάβων και υπεργολάβων του έργου. Ανεξάρτητα από τις ανωτέρω εγγενείς αδυναμίες στην εκδοχή των εναγόντων δεν δικαιολογείτο τόση μεγάλη αδράνεια στην καταχώριση της αγωγής και της αίτησης για προσωρινά διατάγματα τέτοιας δραστικής εμβέλειας όπως τα διατάγματα που ζητούνται με τα παρακλητικά Α και Β της αίτησης. Η επιδίωξη ενός προσωρινού διατάγματος τόσο δραστικού όπως τα επίδικα, δεν μπορεί να αποτελεί αυτοσκοπό. Ο αιτητής οφείλει να αποτείνεται στο Δικαστήριο ζητώντας βοήθεια με την παροχή ενδιάμεσης θεραπείας, χωρίς καθυστέρηση. Η ανοχή που επέδειξε ο ενάγων 3 για όλο αυτό το διάστημα, δεν του επέτρεπε να αιτηθεί την έκδοση των διαταγμάτων ως τα παρακλητικά Α και Β. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης, το Δικαστήριο δεν θα ενδιατρίψει περαιτέρω επί των ισχυρισμών των εναγόντων για κατάχρηση και οικειοποίηση περιουσιακών στοιχείων των εναγόντων από τους εναγόμενους. Τα ζητήματα αυτά θα αποφασιστούν στα πλαίσια εκδίκασης της ουσίας της αγωγής, που είναι το κατάλληλο στάδιο για αξιολόγηση της μαρτυρίας. Ενόψει των ανωτέρω, δεν δικαιολογείται η έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων αποκάλυψης και Mareva, ως τα παρακλητικά Α και Β της αίτησης. Τα πιο πάνω δεν ισχύουν σε σχέση με το εκδοθέν διάταγμα αναστολής των εκ συμφώνου αποφάσεων στις τρεις υποθέσεις που αναφέρθηκαν πιο πριν καθώς και για το διάταγμα απαγόρευσης εκπροσώπησης των εναγόντων από τους εναγομένους 1, 2, 3, 6, 7, 8, 12 και
  6. Σε σχέση με αυτή την πτυχή, οι ενάγοντες παρουσιάζουν συζητήσιμη υπόθεση με ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας και έδρασαν ευθύς μόλις ενημερώθηκαν για την έκδοση των αποφάσεων εναντίον της ενάγουσας
  7. Με βάση τα δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι η εναγόμενη 1, ενώ γνώριζε ότι ο ενάγων 3 είχε τροχιοδρομήσει τη διαδικασία παύσης της από διευθύντρια της ενάγουσας 1, μεθόδευσε την έγερση των τριών αγωγών και αφού διόρισε δικηγόρους, ενεργώντας τόσο για τους εναγόμενους, όσο και εκ μέρους και δια λογαριασμό της ενάγουσας 1, τους έδωσε οδηγίες για την έκδοση των αποφάσεων. Είναι φανερό από τα γεγονότα, ότι η εναγόμενη 1, ήταν σε συνεννόηση με τους εναγόμενους 2, 3 και 13 για την έκδοση των αποφάσεων. Δεν είναι δε χωρίς σημασία και το γεγονός ότι οι δύο από τις τρεις αποφάσεις εκδόθηκαν, με οδηγίες της εναγόμενης 1 προς τους δικηγόρους, μετά που έπαυσε να είναι διευθύντρια της ενάγουσας
  8. Χωρίς να παραγνωρίζεται η θέση της εναγόμενης 1 ότι δεν έχει προσωπικά συμφέροντα στην εναγόμενη 13 εταιρεία, παραμένει ως αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η ίδια είχε δώσει τις οδηγίες προς τους δικηγόρους για την έκδοση της απόφασης, τόσο από την πλευρά της εναγόμενης 13 όσο και από την πλευρά της ενάγουσας. Αξίζει επίσης να υποδειχθεί πως η εναγόμενη 1 είχε καταχωρίσει αγωγή εναντίον της ενάγουσας 1, του ενάγοντα 3 και του Λαζαρίδη στις 6.6.2014, ήτοι προτού δώσει τις οδηγίες στην εναγόμενη 18 για να καταχωρίσει εμφάνιση για την ενάγουσα 1 και να δεχθεί την έκδοση των αποφάσεων εναντίον της. Δεν παραγνωρίζονται οι υπερασπίσεις που πρόβαλαν οι εναγόμενοι 2, 3 και 13 με τις ενστάσεις τους ως προς το γνήσιο των αξιώσεων τους εναντίον της ενάγουσας
  9. Σημειώθηκε περαιτέρω ,η θέση της Εναγόμενης 1 που υποστηρίχθηκε και από την Εναγόμενη 18, ότι ο ενάγων 3 ήταν ενήμερος και είχε συγκατατεθεί στην έκδοση των αποφάσεων. Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν αποδυναμώνουν την υπόθεση των εναγόντων, στα πλαίσια εξέτασης των προϋποθέσεων του άρθρου
  10. Όπως έχει υποδειχθεί πιο πριν, δεν είναι κατάλληλο αυτό το στάδιο για ενδελεχή αξιολόγηση της μαρτυρίας και εξαγωγή τελικών ευρημάτων ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης. Ούτε οι ενστάσεις αναφορικά με την προβληθείσα παρατυπία της ένορκης δήλωσης ευσταθούν. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση καταρτίστηκε στις 10.11.2014, ημέρα καταχώρισης της αίτησης και δεν εγείρεται, συνεπώς, ζήτημα αντικανότητας. Δεν ευσταθεί, τέλος η εισήγηση σε σχέση με το πρόβλημα στην μετάφραση της ένορκης δήλωσης από τα Ρωσικά στα Ελληνικά. Πρόκειται για επουσιώδεις παραλείψεις και ασήμαντα λάθη στη μετάφραση που δεν επηρέασαν την ουσία και το νόημα της ένορκης δήλωσης. Σε κάθε περίπτωση τα, κατ' ισχυρισμό, λάθη δεν επηρέασαν με οποιοδήποτε τρόπο τα γεγονότα που σχετίζονται με τα εκδοθέντα διατάγματα. Για όλους τους πιο πάνω λόγους το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα οριστικοποιείται. Η αίτηση όσον αφορά τα παρακλητικά Α και Β αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Σε σχέση με τα έξοδα επιδικάζεται το ½ των εξόδων υπέρ των Αιτητών και εναντίον των Εναγομένων 1, 2, 3, 6, 7, 8, 12, 13 και 18, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και καταβληθούν στο τέλος. Επιδικάζονται επίσης έξοδα υπέρ των Εναγομένων-Καθ' ων η Αίτηση 11, 15 και 19 και εναντίον των Αιτητών-Εναγόντων, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή αλλά να είναι πληρωτέα στο τέλος. (Υπ.) ............ Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Συντηρητικά Διατάγματα / Norwich Pharmacal cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.