Εργοληπτική Εταιρεία Γιαννάκης Γ. Συμεού & Υιοί Λτδ ν. Δημήτρης Χριστοφίδης κ.α., Αγωγή Αρ. 5274/12, 12/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A34 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 5274/12 Μεταξύ: Εργοληπτική Εταιρεία Γιαννάκης Γ. Συμεού & Υιοί Λτδ Εναγόντων και
- Δημήτρης Χριστοφίδης
- Μαρίνα Χριστοφορίδου Eναγομένων Και όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος ημερομ. 15/3/2013 Αγωγή Αρ. 5274/12 Μεταξύ: Εργοληπτική Εταιρεία Γιαννάκης Γ. Συμεού & Υιοί Λτδ Εναγόντων Και
- Δημήτρης Χριστοφίδης
- Μαρίνα Χριστοφίδου Eναγομένων Ημερομηνία: 12/2/2015 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενους/Αιτητές ׃ κ. Λ. Κωστακόπουλος Για Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση ׃ κα Στυλιανού ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με αίτηση τους ημερομηνίας 30/4/2013 οι εναγόμενοι/αιτητές επιδιώκουν την έκδοση διατάγματος με το οποίο «να παραμερίζεται και/ή απορρίπτεται η αγωγή και/ή να αναστέλλεται η δικαστική διαδικασία, λόγω ύπαρξης πρόνοιας διαιτησίας σε συμφωνία για εκτέλεση εργασιών για ανέγερση οικοδομής και/ή λόγω κατάχρησης της διαδικασίας». H αίτηση αυτή συνάντησε την ένσταση των εναγόντων/καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι και καταχώρησαν σχετική ειδοποίηση ένστασης. Οι θέσεις και τα επιχειρήματα των διαδίκων, καταγράφονται και προκύπτουν από την αίτηση, την ένσταση και τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις που τις στηρίζουν, καθώς επίσης και από τις γραπτές αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων τους, γι' αυτό και δεν θεωρώ σκόπιμο να τα παραθέσω. Στο στάδιο αυτό και πριν προχωρήσω να εξετάσω την ουσία της αίτησης, χρήσιμο θεωρώ να παραθέσω το σύντομο ιστορικό της παρούσας υπόθεσης. Κλητήριο ειδικά οπισθογραφημένο καταχωρήθηκε στις 19/11/2012 εναντίον του Δημήτρη Χριστοφίδη και της Μαρίνας Χριστοφορίδου. Ακολούθησε την 1/2/2013 η καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης υπό διαμαρτυρία εκ μέρους του Δημήτρη Χριστοφίδη και της Μαρίνας Χριστοφίδου. Στις 7/2/2013 οι ενάγοντες καταχώρησαν αίτηση τροποποίησης με την οποία ζητούσαν διάταγμα τροποποίησης του τίτλου της αγωγής με την αντικατάσταση του ονόματος της Μαρίνας Χριστοφορίδου με το όνομα της Μαρίνας Χριστοφίδου. Στα πλαίσια της αίτησης αυτής, δικηγόρος από το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους εναγομένους εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 15/3/2013 και αποδέχθηκε την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Ακολούθησε στις 30/4/2013 η καταχώρηση της υπό κρίσης αίτησης και της ειδοποίησης ένστασης. Στα πλαίσια της υπό κρίσης αίτησης, οι εναγόμενοι με άλλη ενδιάμεση αίτηση τους ημερομηνίας 15/1/2014, ζήτησαν και εξασφάλισαν μετά από ακροαματική διαδικασία, άδεια του Δικαστηρίου να καταχωρήσουν συμπληρωματική ένορκη δήλωση, κάτι που έπραξαν στις 23/6/
- Δικαιοδοτικό βάθρο της αίτησης αποτελεί το άρθρο 8 του Περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4 το οποίο παρέχει το δικαίωμα σε διάδικο που δεσμεύεται από ρήτρα διαιτησίας σε σύμβαση, να αποταθεί στο Δικαστήριο και να ζητήσει την αναστολή δικαστικής διαδικασίας που εκκρεμεί, κάτω βέβαια από κάποιες προϋποθέσεις. Προνοεί συγκεκριμένα τα ακόλουθα: «
- Αν οποιοσδήποτε συμβαλλόμενος σε συνυποσχετικό ή οποιοδήποτε πρόσωπο που προβάλλει αξίωση μέσω του ή βάσει οδηγιών του, αρχίζει οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον Δικαστηρίου κατά οποιουδήποτε άλλου προσώπου που είναι συμβαλλόμενος στο συνυποσχετικό ή κατά οποιουδήποτε προσώπου που προβάλλει αξίωση μέσω ή βάσει οδηγιών του, αναφορικά με οποιοδήποτε από τα θέματα που συμφωνήθηκε να παραπεμφθούν σε διαιτησία, τότε οποιοσδήποτε από τους διαδίκους στην εν λόγω διαδικασία δύναται οποτεδήποτε μετά την εμφάνιση, και πριν παραδώσει οποιεσδήποτε γραπτές προτάσεις ή προβεί σε οποιοδήποτε άλλο στάδιο της διαδικασίας, να αποταθεί στο Δικαστήριο για αναστολή της διαδικασίας και το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα για αναστολή της διαδικασίας αν ικανοποιηθεί ότι δεν υπάρχει λόγος που να δικαιολογεί τη μη παραπομπή του θέματος σε διαιτησία σύμφωνα με το συνυποσχετικό και ότι ο αιτητής ήταν, όταν άρχισε η διαδικασία, και εξακολουθεί να είναι έτοιμος και πρόθυμος να πράξει οτιδήποτε το αναγκαίο για την κανονική διεξαγωγή της διαιτησίας». Ως συνυποσχετικό, καθορίζεται στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του Κεφ. 4, γραπτή συμφωνία για την υποβολή υφιστάμενων ή μελλοντικών διαφορών σε διαιτησία είτε κατονομάζεται ο διαιτητής είτε όχι. Στην υπόθεση Προoδευτική Aσφαλιστική Eταιρεία Λτδ v. Κουρουκλίδη κ.α. 2002
(1)(Β) ΑΑΔ 1374 λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά ׃ «Το θέμα διέπεται από το άρθρο 8 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, που προνοεί ότι αν συμβαλλόμενος σε γραπτή συμφωνία για παραπομπή διαφορών σε διαιτησία αρχίζει οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία εναντίον οιουδήποτε άλλου συμβαλλόμενου μέρους, αναφορικά με οιονδήποτε θέμα έχει συμφωνηθεί να παραπέμπεται σε διαιτησία, οιοσδήποτε διάδικος δύναται, οποτεδήποτε μετά την καταχώρηση εμφάνισης και προ της καταχώρησης οποιουδήποτε δικόγραφου ή πριν από τη λήψη οποιουδήποτε άλλου διαβήματος στη διαδικασία, να αποταθεί για αναστολή της διαδικασίας και το δικαστήριο, αν ικανοποιηθεί ότι υπάρχει ικανοποιητικός λόγος γιατί το θέμα δεν θα έπρεπε να παραπεμφθεί σύμφωνα με τη συμφωνία σε διαιτησία και ότι ο αιτητής, κατά την έναρξη της δικαστικής διαδικασίας, ήταν και εξακολουθεί να είναι έτοιμος και πρόθυμος να πράξει οτιδήποτε το αναγκαίο για την κανονική διεξαγωγή της διαιτησίας, μπορεί να εκδόσει διάταγμα αναστολής της διαδικασίας». Αποτελεί λόγο ένστασης ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί καθότι καταχωρήθηκε πολύ καθυστερημένα και μετά που οι εναγόμενοι έλαβαν διάβημα στη διαδικασία. Και αυτό γιατί εμφανίσθηκαν σε αίτηση τροποποίησης που καταχώρησαν οι ενάγοντες χωρίς καμία επιφύλαξη και αποδέχθηκαν την έκδοση διατάγματος τροποποίησης. Πρέπει λοιπόν πρώτιστα να εξετασθούν οι συνέπειες της ενέργειας αυτής των εναγομένων και εάν η εμφάνιση τους στην αίτηση τροποποίησης συνιστά διάβημα στη διαδικασία, αφού αν αυτό ισχύει και οι εναγόμενοι έχουν αφήσει την αγωγή να προχωρήσει, τότε το Δικαστήριο δεν έχει διακριτική ευχέρεια να αναστείλει διαδικασία (βλ. Russell on Arbitration, 20η έκδοση σελ. 172). Όπως αναφέρεται στο ίδιο σύγγραμμα στην 22η έκδοση, σελ. 296, «Where the other party wishes to have the dispute referred to arbitration he must apply without delay to the court for a stay of the proceedings brought in breach of the agreement to arbitrate». Αναφορικά με το τι αποτελεί νέο βήμα στη διαδικασία και σύμφωνα με τον Odgers on Pleading and Practice 21η έκδοση, σελ. 174: «A "step in the proceedings" in section 4 of the Arbitration Act, 1950, means some application to the court by summons or motion, and does not include an application by letter or notice from one party to another, or by correspondence between their respective solicitors. Therefore, merely writing to the plaintiff for further time to plead will not preclude the defendant from applying under this section.» Στο σύγγραμμα Stroud´s Judicial Dictionary 3η έκδοση, τόμος 4, σελ. 2862, αναφέρονται επίσης τα ακόλουθα: «An application to the court by a defendant for an extension of the time for delivering defence is a "step in the proceedings" within Arbitration Act, 1889» Στην υπόθεση Ford´s Hotel Co. Ltd v. Bartlett
(1896)AC1 αποφασίστηκε ότι αίτηση για παράταση του χρόνου καταχώρησης Υπεράσπισης, είναι διάβημα στην διαδικασία κάτω από τις πρόνοιες του άρθρου 4 του Arbitration Act
(1889). Στην υπόθεση Vector Onega A.G. v. Του πλοίου M/V Grivas κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1, το Δικαστήριο απέρριψε αίτηση με την οποία ζητείτο η αναστολή της διαδικασίας, λόγω ρήτρας διαιτησίας που υπήρχε σε γραπτή συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για το λόγο και μόνο γιατί η αίτηση έγινε μετά τη διενέργεια νέων βημάτων στη διαδικασία. Το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν έχει διακριτική ευχέρεια να αναστείλει τη διαδικασία όταν ο εναγόμενος είχε αφήσει την αγωγή να προχωρήσει (βλέπε επίσης Russel on Arbitration, 20η Έκδοση, σελ. 163-178). Λέχθηκαν στην υπόθεση αυτή τα ακόλουθα: «....... Όπως αναφέρεται στον Russell on Arbitration, (ανωτέρω) στη σελ. 172, το Δικαστήριο δεν έχει διακριτική ευχέρεια να αναστείλει διαδικασία αν ο εναγόμενος αφήνει την αγωγή να προχωρήσει. Αναφορικά με το τι αποτελεί νέο βήμα στη διαδικασία, λέχθηκαν τα ακόλουθα στην υπόθεση Ives and Barker v. Willans [1894] 2 Ch. 478 στη σελ. 484: 'The authorities show that a step in the proceedings means something in the nature of an application to the court, and not mere talk between solicitors and solicitors' clerks nor the writing of letters but the taking of some step, such as taking out a summons or something of that kind, which is, in a technical sense, a step in the proceedings." Περιπτώσεις όπου έχει θεωρηθεί ότι είχαν ληφθεί νέα βήματα στη διαδικασία αναφέρονται στο πιο πάνω σύγγραμμα και μεταξύ αυτών και οι ακόλουθες: Εμφάνιση ενώπιον δικαστού και αίτημα για άδεια για καταχώρηση υπεράσπισης (Pitchers Ltd v. Plaza (Queensbury) Ltd [1940] 1 All E.R. 151) και εμφάνιση του εναγομένου στην ακρόαση αίτησης για οδηγίες με βάση την οποία εκδίδεται διάταγμα για παράταση του χρόνου για καταχώρηση έκθεσης υπεράσπισης (Ford's Hotel Co. Ltd v. Bartlett [1896] A.C 1)». Στην εξεταζόμενη περίπτωση οι εναγόμενοι δεν καταχώρησαν οι ίδιοι οποιαδήποτε αίτηση στο Δικαστήριο. Αίτηση και συγκεκριμένα αίτηση τροποποίησης, καταχωρήθηκε από την άλλη πλευρά, την πλευρά των εναγόντων. Οι εναγόμενοι όμως εμφανίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου στην αίτηση αυτή και αποδέχθηκαν την έκδοση διατάγματος τροποποίησης του τίτλου της αγωγής, ζήτησαν μάλιστα και τα έξοδα τους, αφήνοντας με τον τρόπο αυτό την αγωγή να προχωρήσει. Και η εμφάνιση τους αυτή έγινε χωρίς καμία εκ μέρους τους επιφύλαξη και χωρίς οτιδήποτε σχετικό να αναφερθεί κατά την εμφάνιση τους αυτή. Αξίζει στο σημείο αυτό να επισημανθεί ότι σε μεταγενέστερο στάδιο της έκδοσης του διατάγματος τροποποίησης και συγκεκριμένα στις 11/6/2013 όταν η υπό κρίση αίτηση ήταν ορισμένη για πρώτη φορά, ο ευπαίδευτος συνήγορος που εμφανίσθηκε για τους εναγομένους ζήτησε και σημειώθηκε στο πρακτικό του Δικαστηρίου ότι η εμφάνιση του γινόταν υπό διαμαρτυρία λόγω της ύπαρξης ρήτρας διαιτησίας. Έχοντας υπόψη τις πρόνοιες του άρθρου 8 του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ.4, ότι ο διάδικος που εξαιτείται την αναστολή θα πρέπει να υποβάλει την αίτηση μετά την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης και πριν την παράδοση οποιασδήποτε δικογραφίας ή και της εκ μέρους του λήψης οποιωνδήποτε άλλων διαβημάτων στη διαδικασία, θεωρώ ότι η εμφάνιση των εναγομένων στην αίτηση τροποποίησης που καταχωρήθηκε εκ μέρους των εναγόντων, χωρίς καμία επιφύλαξη, συνιστά λήψη διαβήματος στην διαδικασία που αποκλείει τους ενάγοντες να ζητούν αναστολή της διαδικασίας. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου η τύχη της αίτησης είναι προδιαγεγραμμένη. Κρίνεται όμως ότι ακόμα και στην περίπτωση αποτυχίας του συγκεκριμένου λόγου ένστασης, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου δεν θα έπρεπε να ασκηθεί υπέρ των εναγομένων. Και αυτό για τους ακόλουθους λόγους. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του όρου 36
(1)της γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 25/2/2008 τον οποίο επικαλούνται οι εναγόμενοι, οποιαδήποτε διαφορά ήθελε προκύψει, εξαιρουμένης διαφοράς που σχετίζεται με θέματα συνυφασμένα με φόρο προστιθέμενης αξίας, θα υποβάλλεται προς επίλυση στον αρχιτέκτονα. Σε περίπτωση δε διαφωνίας οποιουδήποτε εμπλεκομένου προσώπου με την απόφαση αυτή του αρχιτέκτονα, τότε το ενδιαφερόμενο μέρος θα δικαιούται να αξιώσει την παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία. Υπάρχει δηλαδή στην περίπτωση μας γραπτή συμφωνία που αποτελεί συνυποσχετικό σύμφωνα με το Νόμο και υπάρχει σε αυτήν πρόνοια για παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία. Όμως η αγωγή η οποία έχει καταχωρηθεί εναντίον δύο εναγομένων και με την οποία αξιώνεται ποσό Ε 31.894.20= ως υπόλοιπο από εκτελεσθείσες εργασίες, βασίζεται σε δύο, σύμφωνα με τους ενάγοντες συμφωνίες. Μίας γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 25/2/2008 και μίας προφορικής. Όπως οι ενάγοντες δικογραφούν, η γραπτή συμφωνία υπογράφηκε μεταξύ «των εναγόντων και του εναγομένου αρ. 1 προσωπικά και/ή ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της εναγομένης αρ. 2 και/ή μεταξύ των εναγόντων και/ή των εναγομένων, ο εναγόμενος αρ. 1 και/ή η εναγόμενη αρ. 2 και/ή οι εναγόμενοι ανέθεσαν στους ενάγοντες την ανέγερση μίας κατοικίας δικής τους και/ή της εναγόμενης αρ. 2 και/ή συνιδιοκτησίας και των δύο...». Σε σχέση δε με την ισχυριζόμενη προφορική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, ισχυρίζονται ότι κατά την εκτέλεση των εργασιών κατασκευής της επίδικης κατοικίας συμφωνήθηκε όπως οι ενάγοντες προχωρήσουν στην εκτέλεση άλλων επιπρόσθετων από τις αρχικά συμφωνηθείσες εργασίες. Προκύπτει λοιπόν ότι η γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 25/2/2008 στην οποία υπάρχει η πρόνοια για παραπομπή οποιασδήποτε διαφοράς σε διαιτησία, δεν είναι η μοναδική συμφωνία στην οποία οι ενάγοντες εδράζουν την αξίωση τους. Και αυτό γιατί επιπρόσθετα με αυτήν στην οποία υπάρχει πράγματι ο όρος αυτός, οι ενάγοντες επικαλούνται και δεύτερη προφορική συμφωνία για εκτέλεση πρόσθετων εργασιών. Από τη στιγμή λοιπόν που η επίμαχη ρήτρα διαιτησίας περιέχεται μόνο στη γραπτή συμφωνία, τυχόν αναστολή θα επηρέαζε μέρος μόνο των αξιώσεων των εναγόντων. Και αυτό παρόλο που όπως διαφαίνεται τα γεγονότα που αφορούν τις δύο αυτές συμφωνίες είναι μεταξύ τους και συνυφασμένα και αλληλένδετα και γι' αυτό θα ήταν ανεπιθύμητο να διαχωρισθούν, αφού τούτο θα οδηγούσε σε κατακερματισμό της διαδικασίας και δημιουργία αχρείαστων εξόδων, ενώ ακόμα θα δημιουργούσε τον κίνδυνο τα ίδια γεγονότα να ακουσθούν δύο φορές. Η αίτηση παραμένει έκθετη σε απόρριψη για ένα ακόμα λόγο. Όπως προκύπτει από τους εκατέρωθεν προβαλλόμενους ισχυρισμούς, υπάρχει διάσταση ως προς την εμπλοκή του εναγομένου 1 στην όλη υπόθεση. Και αυτό γιατί από τη μια οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι ο εναγόμενος 1 έχει προσωπική εμπλοκή και ευθύνη, από την άλλη οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι αυτό δεν ευσταθεί, καθότι ο εναγόμενος 1 ενεργούσε μόνο ως αντιπρόσωπος και για λογαριασμό της συζύγου του εναγομένης 2. Σύμφωνα με το άρθρο 8 του Κεφ.4, το Δικαστήριο για να εκδώσει διάταγμα για αναστολή της διαδικασίας θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι ο αιτητής ήταν, όταν άρχισε η διαδικασία και εξακολουθεί να είναι, έτοιμος και πρόθυμος να πράξει οτιδήποτε το αναγκαίο για την κανονική διεξαγωγή της διαιτησίας. Αυτό όμως δεν συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση στην οποία ο εναγόμενος 1, σε καμία περίπτωση δεν δηλώνει ότι ήταν και εξακολουθεί να είναι έτοιμος να πράξει οτιδήποτε αναγκαίο για την κανονική διεξαγωγή της διαιτησίας. Τέτοια ετοιμότητα δηλώνεται ότι υπάρχει μόνο εκ μέρους της εναγομένης 2, κάτι το οποίο όμως δεν είναι αρκετό αφού η αγωγή στρέφεται εναντίον και των δύο εναγομένων, οι οποίοι μάλιστα από κοινού και όπως εμφαίνεται από το αιτητικό της αίτησης επιδιώκουν την αιτούμενη θεραπεία (βλ. επίσης Προoδευτική Aσφαλιστική Eταιρεία Λτδ v. Κουρουκλίδη κ.α. πιο πάνω). Εφόσον λοιπόν ο εναγόμενος 1 δεν εκφράζει την ετοιμότητα του να πράξει οτιδήποτε αναγκαίο για κανονική διεξαγωγή της διαδικασίας, δεν υπάρχει οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου στο οποίο αυτό θα μπορούσε να βασισθεί για να ικανοποιηθεί ότι συντρέχει η απαραίτητη αυτή προϋπόθεση που τίθεται από το Νόμο και να εκδώσει έτσι διάταγμα για αναστολή της διαδικασίας. Ούτε θα ήταν δυνατό να διαταχθεί αναστολή μόνο για την εναγόμενη 2, γιατί τούτο θα οδηγούσε και πάλι σε κατακερματισμό της διαδικασίας, πράγμα ανεπιθύμητο. Είναι λοιπόν και για το λόγο αυτό η αίτηση καταδικασμένη σε αποτυχία. Ενόψει όλων των πιο πάνω, θεωρώ αχρείαστο να εξετάσω ένα προς ένα και τους λοιπούς λόγους της ένστασης. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγόντων/καθ' ων η αίτηση και εναντίον των εναγομένων 1 και 2/αιτητών όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και τα οποία να είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ................ Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής civil/interim subject: anastoli diadikasias cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο