Αναφορικά με την αίτηση του Κυριάκου Φυλακτού, Αρ. Γεν. Αιτ.: 349/13, 17/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A41 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: N. Γεωργιάδη, Ε.Δ. Αρ. Γεν. Αιτ.: 349/13 Αναφορικά με το άρθρο 56 του Περί Συνεργατικών εταιρειών Νόμου του 85 μέχρι 15(Ι) του 2013 Και Αναφορικά με την απόφαση του Υπουργού Εμπορίου Βιομηχανίας και Τουρισμού ημερομηνίας 25/2/2013 επί της ιεραρχικής προσφυγής ημερομηνίας 27/12/2012 την οποία άσκησε η ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΝΩΣΙΣ ΔΙΑΘΕΣΕΩΣ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ (ΣΕΔΙΓΕΠ) ΛΤΔ κατά της απόφασης του Εφόρου της Υπηρεσίας Εποπτείας Συνεργατικών Εταιρειών ημερομηνίας 12/12/2012 να μην επικυρώσει την απόφαση της Επιτροπείας της ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΕΝΩΣΙΣ ΔΙΑΘΕΣΕΩΣ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ (ΣΕΔΙΓΕΠ) ΛΤΔ για απόλυση του Γραμματέα / Γενικού Διευθυντή της, κ. Κυριάκου Φυλακτού και Αναφορικά με την αίτηση του Κυριάκου Φυλακτού, από την Λευκωσία ------------------ Ημερομηνία: 17 Φεβρουαρίου, 2015 Για τον Αιτητή: κα Α. Αχιλλέως για κ. Ρ. Μαππουρίδη και Συνεργάτες Για τον Καθ' ου η Αίτηση 1- Υπουργό Εμπορίου Βιομηχανίας και Τουρισμού: κα Μ. Αλεξάνδρου Για την Καθ' ης η Αίτηση 2 - Συνεργατική Ένωσις Διαθέσεως Γεωργικών Προϊόντων (ΣΕΔΙΓΕΠ) Λτδ: κ. Π. Σπανός Α Π Ο Φ Α Σ Η Αντικείμενο της Αίτησης Σύμφωνα με το άρθρο 56 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου του 1985, Ν.22/1985, όπως τροποποιήθηκε, (ο «Ν.22/1985») οποιοσδήποτε δεν ικανοποιηθεί με απόφαση του Υπουργού Εμπορίας Βιομηχανίας και Τουρισμού που εκδίδεται σε ιεραρχική προσφυγή που ασκήθηκε κατά απόφασης του Εφόρου της Υπηρεσίας Εποπτείας Συνεργατικών Εταιρειών, δύναται να προσφύγει στο Δικαστήριο. Ως «Δικαστήριο» ορίζεται «το Επαρχιακόν Δικαστήριο της Επαρχίας όπου ευρίσκεται η εγγεγραμμένη διεύθυνσης της συνεργατικής εταιρείας», (άρθρο 2, Ν.22/1985). Η παρούσα αίτηση καταχωρίστηκε στα πλαίσια αυτής της νομοθεσίας. Συγκεκριμένα ο Αιτητής με την αίτηση του αιτείται τις ακόλουθες θεραπείες: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να ακυρώνει την απόφαση του Υπουργού Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού ημερομηνίας 25/2/2013 με την οποία έκρινε ότι η απόφαση του Εφόρου της Υπηρεσίας Εποπτείας Συνεργατικών Εταιρειών ημερομηνίας 12/12/2012 να μην επικυρώσει την απόφαση της Επιτροπείας της εταιρείας ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΝΩΣΙΣ ΔΙΑΘΕΣΕΩΣ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ (ΣΕΔΙΓΕΠ) ΛΤΔ η οποία λήφθηκε κατά ή περί την 09/11/2012 για παύση και απόλυση του Αιτητή από την θέση του Γραμματέα / Γενικού Διευθυντή της εταιρείας ΣΕΔΙΓΕΠ Λτδ δεν είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη ούτε και συγκεκριμενοποιεί τις διατάξεις των κανονισμών. Β. Διακήρυξη του Δικαστηρίου ότι ο Υπουργός Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού δεν είχε δικαιοδοσία ή/και αρμοδιότητα ή/και εξουσία να εκδώσει την πιο πάνω απόφαση ή/και απόφαση με την οποία να επικυρώνει την απόφαση της Επιτροπείας της εταιρείας ΣΕΔΙΓΕΠ Λτδ η οποία λήφθηκε κατά ή περί την 09/11/2012 για την παύση ή/και απόλυση του Αιτητή από την θέση του Γραμματέα / Γενικού Διευθυντή της εταιρείας ΣΕΔΙΓΕΠ Λτδ, υποκαθιστώντας τον Έφορο στα καθήκοντα του, καθότι η εν λόγω απόφαση του Υπουργού λήφθηκε καθ' υπέρβαση εξουσίας (ultra vires). Γ. Διακήρυξη του Δικαστηρίου ότι η Αίτηση που υποστήριζε την Ιεραρχική Προσφυγή της ΣΕΔΙΓΕΠ Λτδ προς τον Καθ' ου η Αίτηση ήταν εκπρόθεσμη σύμφωνα με την νομοθεσία καθότι επί της αιτήσεως δεν υπάρχει σφραγίδα από την οποία να προκύπτει η ημερομηνία παραλαβής της από τον Υπουργό Εμπορίου αλλά ούτε και η ημερομηνία καταχώρησης της ενώπιον του Υπουργού. Δ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε κρίνει το Δικαστήριο ως ορθή και πρέπουσα. Ε. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης πλέον Φ.Π.Α.» Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Αιτητή. Όπως ισχυρίζεται, κατά πάντα επίδικο χρόνο και μέχρι τον τερματισμό της εργοδότησης του, εργαζόταν στην Συνεργατική Ένωση Διαθέσεως Γεωργικών Προϊόντων (ΣΕΔΙΓΕΠ) Λτδ (η «ΣΕΔΙΓΕΠ») στη θέση του Γραμματέα/ Γενικού Διευθυντή. Επισυνάπτει ως Τεκμήριο ΚΦ1 αντίγραφο του συμβολαίου εργοδότησης του. Στις 9/11/2012, αφού έγινε ακρόαση στα Γραφεία της ΣΕΔΙΓΕΠ με βάση κατηγορητήριο συνταχθέν την 2/11/2012 (Τεκμ. ΚΦ2) στο οποίο απάντησε γραπτώς στις 7/11/12 (Τεκμ. ΚΦ4), αποφασίστηκε η παύση του από τα καθήκοντα του. Η απόφαση, του κοινοποιήθηκε τηλεφωνικώς, την ίδια μέρα, 2 ώρες μετά τη λήξη της ακροαματικής διαδικασίας και στις 14/11/2012 του επιδόθηκε σχετική επιστολή (Τεκμ. ΚΦ5). Έκτοτε απέχει από τα καθήκοντα του και δεν του επιτρέπεται η προσέλευση στην εργασία του (Τεκμ. ΚΦ5 και ΚΦ6). Αυθαίρετα η ΣΕΔΙΓΕΠ από τις 9/11/2012 δεν του καταβάλλει τους μισθούς και τα ωφελήματα του. Τα παράπονα του σε σχέση με τη διαδικασία που ακολουθήθηκε συνοψίζονται ως ακολούθως: · H σύνθεση του οργάνου εκ μέρους της ΣΕΔΙΓΕΠ ήταν άκυρη αφού κατά παράβαση των κανονισμών της ΣΕΔΙΓΕΠ (Τεκμ. ΚΦ3), ήταν παρών ο εκτελών χρέη Γενικού Διευθυντή/ Γραμματέα της ΣΕΔΙΓΕΠ, κ. Ανδρέας Πυθάρας ο οποίος δεν ήταν ερευνών λειτουργός. · Η απόφαση, που του κοινοποιήθηκε αρχικά τηλεφωνικώς και ακολούθως με επιστολή ημερ. 14/11/12 (Τεκμ. ΚΦ5), του κοινοποιήθηκε χωρίς προηγουμένως να επικυρωθεί από τον Έφορο της Υπηρεσίας Εποπτείας Συνεργατικών Εταιρειών (ο «Έφορος»). Για τις παρατυπίες αυτές ενημερώθηκε τόσο ο Έφορος (επιστολή ημερ. 11/11/2012 - Τεκμ. ΚΦ7), όσο και ο Υπουργός Εμπορίου Βιομηχανίας και Τουρισμού (ο «Υπουργός») (επιστολή ημερ. 21/1/2013 - Τεκμ. ΚΦ8). Ο Έφορος, στις 12/12/2012, αποφάσισε να μην επικυρώσει την απόφαση της ΣΕΔΙΓΕΠ. Με επιστολή του ημερ. 12/12/2012 (Τεκμ. ΚΦ9) προς τον Αιτητή ανέφερε τα ακόλουθα (παραθέτω αυτούσιο το κείμενο): «Αναφορικά με το πιο πάνω θέμα και σε συνέχεια της μέχρι τώρα μεταξύ μας αλληλογραφίας, σας πληροφορώ ότι αφού έχω εξετάσει το όλο θέμα, κρίνω ότι δεν δύναμαι να επικυρώσω την απόφαση της Επιτροπείας της ΣΕΔΙΓΕΠ ΛΤΔ για παύση του Γραμματέα / Διευθυντή». Ασκήθηκε ιεραρχική προσφυγή από πλευράς ΣΕΔΙΓΕΠ (Τεκμ. ΚΦ10 και κοινοποίηση στον Αιτητή Τεκμ. ΚΦ11) στον Υπουργό. Στις 15/2/13, έγινε ακρόαση στην οποία ο δικηγόρος του Αιτητή υπέβαλε υπόμνημα (Τεκμ. ΚΦ12), με το οποίο εξηγούσε τους λόγους για τους οποίους η αρχική διαδικασία ήταν παράνομη, παράτυπη και άκυρη. Στις 25/2/13, ο Υπουργός κοινοποίησε την απόφαση του (Τεκμ. ΚΦ13), με την οποία ακύρωσε την απόφαση του Εφόρου ως μη επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη και επικύρωσε την απόφαση της ΣΕΔΙΓΕΠ. Αναφέρει σχετικά: «.. η ενέργεια του Εφόρου της Υπηρεσίας Εποπτείας Συνεργατικών Εταιρειών να μην επικυρώσει την απόφαση της Επιτροπής της ΣΕΔΙΓΕΠ Λτδ «καθότι οι κατηγορίες που του έχουν προσαχθεί δεν εμπίπτουν στις διατάξεις των εγκεκριμένων Κανονισμών Υπηρεσίας Υπαλλήλων, στο Μέρος VI Πειθαρχικός Κώδικας - Τερματισμός απασχολήσεως που προβλέπουν τις περιπτώσεις παύσης Υπαλλήλου/ Γραμματέα» δεν είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη, ούτε και συγκεκριμενοποιεί τις διατάξεις τις οποίες επικαλείται των Κανονισμών αλλά αυτές απλά αναφέρονται ως γενική αναφορά, κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο (β) του εδαφίου
(1)του άρθρου 26 του περί Των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999 (Ν. 158(Ι)/1999)και σημειώνει ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(2)του άρθρου 28 του ίδιου νόμου, η απλή αναφορά των γενικών όρων του νόμου που μπορούν να τύχουν εφαρμογής σε οποιαδήποτε περίπτωση, δεν αποτελεί επαρκή αιτιολογία.» Η θέση του αιτητή, όπως αυτή εκτίθεται στην παρ. 16 της ένορκης δήλωσης του, είναι ότι η απόφαση του Υπουργού πρέπει να κηρυχθεί άκυρη γιατί: «(α) Οι εξουσίες του «Υπουργού» πηγάζουν και εκπορεύονται από τις ρητές πρόνοιες του Νόμου και των Κανονισμών οι οποίες δεν παρέχουν οποιαδήποτε δυνατότητα ή εξουσία στον «Υπουργό» στα πλαίσια της ιεραρχικής προσφυγής σε αυτόν με βάση τον Νόμο και τους Κανονισμούς να επικυρώσει ή να ακυρώσει την οποιαδήποτε απόφαση επιτροπείας Συνεργατικού Ιδρύματος. Το αντικείμενο της προσφυγής περιορίζεται αυστηρά στην απόφαση του «Εφόρου» την οποία μπορεί να επικυρώσει ή να ακυρώσει, αλλά όχι να την υποκαταστήσει με δική του απόφαση και ως εκ τούτου ενήργησε κατά την λήψη της απόφασης του καθ' υπέρβαση εξουσίας. (β) Η απόφαση του «Εφόρου» ημερομηνίας 12/12/2012 είναι πλήρως και επαρκώς αιτιολογημένη ως φαίνεται από το ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΚΦ13 όπου στην απόφαση του ο «Έφορος» αναφέρει ότι οι κατηγορίες που μου έχουν προσαχθεί «. δεν εμπίπτουν στις διατάξεις των εγκεκριμένων Κανονισμών υπηρεσίας Υπαλλήλων, στο Μέρος VI Πειθαρχικός Κώδικας - Τερματισμός απασχολήσεως που προβλέπουν τις περιπτώσεις παύσης Υπαλλήλου / Γραμματέα» και κατά συνέπεια και δεδομένης αυτής της αναφοράς εξ' ορισμού δεν τίθεται θέμα συγκεκριμενοποίησης των Κανονισμών ή διατάξεων στις οποίες δεν εμπίπτουν οι εν λόγω κατηγορίες. (γ) Ο «Υπουργός» παρά το γεγονός ότι είχε ενώπιον του όλα τα στοιχεία σε σχέση με το παράτυπο της διαδικασίας και το παράνομο της εκτέλεσης παύσης μου, δεν εξέτασε αυτή την πτυχή του θέματος με αποτέλεσμα να ακυρώσει την απόφαση του «Εφόρου» ημερομηνίας 12/12/2012 και να επικυρώσει μια ουσιαστικά παράτυπη, παράνομη και άκυρη διαδικασία». Οι Ενστάσεις της ΣΕΔΙΓΕΠ και του Υπουργού Η αίτηση επιδόθηκε στον Υπουργό και τη ΣΕΔΙΓΕΠ. Καταχώρισαν ξεχωριστές ενστάσεις. Οι λόγοι ένστασης που τροποποιήθηκαν στις 10/2/2014 (ΣΕΔΙΓΕΠ) και 21/5/2014 (Υπουργός) είναι ουσιαστικά πανομοιότυποι. Παραθέτω αυτούς της ΣΕΔΙΓΕΠ που υπερκαλύπτουν αυτούς της ένστασης του Υπουργού: «(α) Το Άρθρο 56
(5)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, επί του οποίου στηρίζεται η Αίτηση του Αιτητή είναι αντισυνταγματικό και συγκρούεται με τις πρόνοιες του Άρθρου 146 του Συντάγματος και, κατά συνέπεια, η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Σύμφωνα με το Άρθρο 146 του Συντάγματος αποκλειστική δικαιοδοσία για να αποφασίζει επί θεμάτων όπως αυτά που εγείρονται διά της Αίτησης του Αιτητή έχει το Ανώτατο Δικαστήριο κατόπιν καταχώρησης σχετικής προσφυγής. (β) Η απόφαση του Υπουργού Εμπορίου, Βιομηχανία και Τουρισμού («ο Υπουργός») αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη και/ή εμπίπτει στα πλαίσια του διοικητικού δικαίου και ως εκ τούτου θα έπρεπε να είχε προσβληθεί διά προσφυγής στο Ανώτατο Δικαστήριο. (γ) Ο Αιτητής εμποδίζεται (is estopped) από του να αξιώνει τις αιτούμενες θεραπείες καθ' ότι δεν προσέβαλε την απόφαση του Υπουργού στο Ανώτατο Δικαστήριο εντός της προθεσμίας των 75 ημερών και, ως εκ τούτου θεωρείται ότι την έχει αποδεχτεί. (δ) Το Επαρχιακό Δικαστήριο εφαρμόζει τις αρχές ερμηνείας εγγράφων και/ή νομοθετημάτων όπως αυτές έχουν καθιερωθεί από την νομολογία και/ή δεν εφαρμόζει τις αρχές του διοικητικού δικαίου επί των οποίων βασίζεται η επιχειρηματολογία του Αιτητή και/ή οι θεραπείες τις οποίες επιζητεί. (ε) Η απόφαση του Υπουργού είναι απόλυτα και/ή επαρκώς αιτιολογημένη και/ή νόμιμη. (στ) Ο Υπουργός είχε το δικαίωμα και/ή την εξουσία και/ή την αρμοδιότητα και/ή την δικαιοδοσία, εφόσον απεδέχθη την προσφυγή και/ή ακύρωσε την απόφαση του Εφόρου, να επικυρώσει την απόφαση της Εταιρείας για παύση του Αιτητή από την θέση του Γραμματέα. (ζ) Ο Υπουργός δυνάμει της άνευ οιουδήποτε περιορισμού εξουσίας που του παρέχει ο Νόμος, έχει το δικαίωμα να αποφασίσει επί της προσφυγής καθ' οιονδήποτε τρόπον κρίνει ορθόν και/ή δίκαιον υπό τις περιστάσεις και/ή δεν περιορίζεται μόνο να επικυρώσει ή να ακυρώσει την απόφαση του Εφόρου. (η) Η προσφυγή της Εταιρείας προς τον Υπουργό ήταν εμπρόθεσμη και/ή κατεχωρήθη νόμιμα και/ή κανονικά και/ή νομότυπα. (θ) Η παρουσία του κ. Πυθάρα κατά την συνάντηση που έγινε στα Γραφεία της Εταιρείας την 9.11.12 και/ή κατά την λήψη της απόφασης απόλυσης και/ή παύσης του Αιτητή ουδόλως επηρεάζει την νομιμότητα της διαδικασίας και/ή της απόφασης. (ι) Εν πάση περιπτώσει, η παρουσία του κ. Πυθάρα κατά την συνάντηση που έγινε στα Γραφεία της Εταιρείας την 9.11.12 και/ή κατά την λήψη της απόφασης απόλυσης και/ή παύσης του Αιτητή δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο εκδίκασης και/ή απόφασης του Δικαστηρίου στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. (κ) Η Εταιρεία επί τη βάσει της απόφασης του Υπουργού, και σύμφωνα με τις υπό του Νόμου και/ή των Θεσμών προβλεπόμενες υποχρεώσεις της ξεκίνησε διαδικασίες για διορισμό νέου Γραμματέα. (λ) Η εξουσία του Εφόρου να «επικυρώνει» την απόφαση της Επιτροπείας για διορισμό ή παύση του Γραμματέα είναι μια απλή τυπική πράξη και ο Έφορος δεν έχει το δικαίωμα και/ή την εξουσία να εξετάσει την ορθότητα της απόφασης επί της ουσίας. (μ) Η διαδικασία και/ή εκτέλεση της απόφασης για παύση του Γραμματέα ήταν απόλυτα νόμιμη. (ν) Η απόφαση του Υπουργού ότι η απόφαση του Εφόρου να μην επικυρώσει την απόφαση της Εταιρείας για παύση του Αιτητή από την θέση του Γραμματέα ήταν αναιτιολόγητη και/ή δεν ήταν επαρκώς αιτιολογημένη ήταν απόλυτα ορθή. (ξ) Διά της καταχώρησης Αίτησης ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών ο Αιτητής απεδέχθη την ισχύ και έννομες συνέπειες της απόφασης για απόλυση του, ως και τον τελικό και μόνιμο τερματισμό των υπηρεσιών του, και ως εκ τούτου εμποδίζεται από του να προωθεί την παρούσα Αίτηση. (ο) Διά της καταχώρησης Αίτησης ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών η υπό εκδίκαση Αίτηση έχει καταστεί άνευ αντικειμένου και/ή αντικανονική και θα πρέπει να τερματισθεί. (π) Συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου, η έγερση δύο ξεχωριστών νομικών διαδικασιών ενώπιον δύο ξεχωριστών Δικαστηρίων, στα πλαίσια των οποίων τα Δικαστήρια καλούνται να αποφασίσουν το ίδιο πράγμα, ήτοι την νομιμότητα της απόλυσης του Αιτητή και ως εκ τούτου η παρούσα διαδικασία δεν είναι δυνατόν να συνεχιστεί. (ρ) Ο Αιτητής δεν παρουσιάζεται στο Δικαστήριο με καθαρά τα χέρια και, ως εκ τούτου, δεν δικαιούται εις τα αιτούμενα διατάγματα και/ή δηλώσεις που αποτελούν θεραπείες του δικαίου της επιείκειας. (σ) Η παρούσα διαδικασία είναι και/ή έχει καταστεί αντικανονική και/ή παράτυπη και/ή παράνομη και/ή καταχρηστική και θα πρέπει να απορριφθεί.» Οι ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την ένσταση της ΣΕΔΙΓΕΠ Η ένσταση της ΣΕΔΙΓΕΠ υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Αντρέα Χριστοφόρου, Προέδρου της Επιτροπείας της ΣΕΔΙΓΕΠ. Στις 12/2/2014, καταχωρίστηκε, κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου, ένορκη δήλωση του κ. Κωνσταντίνου Καψάλη μέλους της Επιτροπείας της ΣΕΔΙΓΕΠ. Η ένορκη δήλωση του Αντρέα Χριστοφόρου Όπως αναφέρει, μετά τη διεξαγωγή εκλογών την 16/11/2011, εξελέγη πρόεδρος της Επιτροπείας της ΣΕΔΙΓΕΠ. Η οικονομική κατάσταση της ήταν άθλια και κινδύνευε να αναγκαστεί να τερματίσει τις δραστηριότητες της. Πέραν της εξασφάλισης πόρων η Επιτροπεία αποφάσισε να ερευνήσει και τους λόγους της οικονομικής κατάρρευσης της ΣΕΔΙΓΕΠ. Στις 15/7/2012, υποβλήθηκε αίτηση στη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα για δάνειο. Στα πλαίσια εξέτασης του αιτήματος ζητήθηκε η παρουσίαση διαφόρων στοιχείων ως επίσης και μελέτη βιωσιμότητας. Κάτω από την επίβλεψη του Αιτητή στάληκαν όλα τα αναγκαία στοιχεία. Στα πλαίσια των ερευνών τους, περιέπεσαν στην αντίληψη τους κάποιες ενέργειες του Αιτητή που ενδεχομένως να ήταν παράτυπες. Αυτό προκάλεσε την αντίδραση του Αιτητή ο οποίος άρχισε να συμπεριφέρεται εχθρικά. Στις αρχές Οκτωβρίου 2012, πληροφορήθηκε από υπάλληλο της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας, τον κ. Ευθύμιο Πανταζή, ότι η αίτηση για δάνειο απορρίφθηκε λόγω επιστολής / ηλεκτρονικού μηνύματος του Αιτητή που στάληκε εν αγνοία της Επιτροπείας. Ο Αιτητής το διέγραψε από τον ηλεκτρονικό του υπολογιστή. Η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα αρνήθηκε να δώσει αντίγραφο. Η Επιτροπεία, μετά από συνεδρία της ημερ. 18/10/12 έθεσε τον Αιτητή σε διαθεσιμότητα μέχρι την 2/11/
- Ακολούθως αυτή παρατάθηκε μέχρι την 9/11/2012 για να καταστεί δυνατή η ανεπηρέαστη διερεύνηση των πιθανολογούμενων παραπτωμάτων, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Πειθαρχικού Κώδικα, Μέρος IV των Κανονισμών Υπηρεσίας Υπαλλήλων (Τεκμ. 1). Διά του δικηγόρου τους κάλεσαν με ηλεκτρονικά μηνύματα ημερ. 19/10/2012 (Τεκμ. 2 και 3) τον δικηγόρο του Αιτητή όπως παραδώσει την επιστολή/ ηλεκτρονικό μήνυμα μέχρι την 22/10/2012 και όπως πληροφορήσει την Επιτροπεία κατά πόσο είχε εισπράξει επίδομα ασθενείας για την περίοδο που απουσίαζε. Ο δικηγόρος του Αιτητή επιβεβαίωσε λήψη (Τεκμ. 4). Στις 19/10/2012 είχαν συνάντηση με τον Έφορο από τον οποίο ζήτησαν αντίγραφο της επιστολής. Ο Έφορος ανέφερε ότι έπρεπε να λάβει νομική συμβουλή. Ανέφερε ότι η επιστολή δεν δικαιολογούσε παύση του Αιτητού και ότι ο ίδιος δεν επρόκειτο να την επικυρώσει. Εντέλει όμως τους απέστειλε στις 24/10/2012 την επιστολή/ ηλεκτρονικό μήνυμα του Αιτητή (Τεκμήριο 5). Ο Αιτητής δεν ανταποκρίθηκε. Η θέση του ενόρκως δηλούντα είναι ότι τα όσα προέβαλε ο Αιτητής στο Τεκμ. 5 είναι ψευδή. Οι θέσεις του επέφεραν την πλήρη ρήξη της σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ εργοδότη και εργοδοτουμένου. Στις 2/11/2012, ως ένας εκ των τριών ερευνώντων λειτουργών που είχαν διοριστεί για διερεύνηση των πιθανολογουμένων παραπτωμάτων του Αιτητή, απέστειλε επιστολή με την οποία τον ενημέρωσε για τα υπό εξέταση αδικήματα (Τεκμ. 6). Έγινε συνάντηση στις 6/11/
- Ο Αιτητής επιφυλάχθηκε να απαντήσει, πράγμα το οποίο έκανε στις 7/11/2012 (Τεκμ. ΚΦ4 στην ένορκη δήλωση του Αιτητή). Στις 8/11/2012 (Τεκμ. 7) κλήθηκε να είναι παρών στη συνεδρία 9/11/
- Στις 9/11/2012 η Επιτροπεία έκρινε ότι ο Αιτητής διέπραξε όλα τα παραπτώματα που αναφέροντο στην επιστολή Τεκμ. 6, πλην αυτών που αναφέρονταν στις παραγράφους (δ) (Ψευδούς δήλωσης στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων) και (λ) (παράνομη χρέωση ανανέωσης mailbox του υιού του). Η έκθεση των ερευνώντων λειτουργών που υιοθετήθηκε, επισυνάπτεται ως Τεκμ.
- Ο Αιτητής κλήθηκε να τοποθετηθεί ή να αναφέρει οποιοδήποτε ελαφρυντικό παράγοντα. Τοποθετήθηκε ο δικηγόρος του, ο Αιτητής υιοθέτησε τα όσα αναφέρθηκαν και αποχώρησαν. Μετά από συνεδρία, η Επιτροπεία αποφάσισε την άμεση απόλυση του. Ο πρόεδρος τον ενημέρωσε τηλεφωνικώς και ακολούθως στις 14/11/2012 του επιδόθηκε και γραπτώς η απόφαση τους (Τεκμ. 9). Ο κ. Πυθάρας έλαβε μέρος ως εκτελών χρέη Γραμματέα και τηρούσε πρακτικά. Δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση ούτε εξέφρασε άποψη. Πάντοτε συμμετέχει ο Γραμματέας στις συνεδρίες. Η παρουσία του δεν ήταν παράτυπη. Την 12/11/2012, η Επιτροπεία ενημέρωσε τον Έφορο για την απόλυση του Αιτητή (Τεκμ. 10). Ο Έφορος με επιστολή ημερ. 15/11/2012, ζήτησε όπως του σταλούν κάποια έγγραφα (Τεκμ. 11). Η ΣΕΔΙΓΕΠ τα έστειλε στις 23/11/2012 και ζήτησε επικύρωση της απόφασης της (Τεκμ. 12). Είναι η θέση του ότι ο Έφορος δεν έχει δικαίωμα εξέτασης της ορθότητας της απόφασης επί της ουσίας. Παραδόξως, ο Έφορος ενημέρωσε πρώτα τον δικηγόρο του Αιτητή και μάλιστα σε συνέχεια προηγούμενης μεταξύ τους αλληλογραφίας. Η Επιτροπεία πληροφορήθηκε την απόφαση με ηλεκτρονικό μήνυμα του δικηγόρου του Αιτητή (Τεκμ. 13) και ακολούθως την επόμενη μέρα έλαβαν την απόφαση του Εφόρου (Τεκμ. 14). Το αιτιολογικό του Εφόρου ήταν ότι οι κατηγορίες που είχαν προσαφθεί στον Αιτητή: «. δεν εμπίπτουν στις διατάξεις των εγκεκριμένων Κανονισμών υπηρεσίας Υπαλλήλων, στο Μέρος VI Πειθαρχικός Κώδικας - Τερματισμός απασχολήσεως που προβλέπουν τις περιπτώσεις παύσης Υπαλλήλου / Γραμματέα». Με αναφορά στο Τεκμ. 1 σελ. 12 και 13, θεωρεί ότι η απόφαση ήταν λανθασμένη και αναιτιολόγητη. Καταχωρίστηκε προσφυγή (Τεκμ. 15), η οποία παραδόθηκε στον Υπουργό στις 27/12/
- Στις 15/12/2012, ο Υπουργός κάλεσε σε απάντηση όλα τα μέρη και στις 25/2/2013 εξέδωσε απόφαση (Τεκμήριο 16). Στηριζόμενη στην απόφαση του Υπουργού η ΣΕΔΙΓΕΠ ξεκίνησε διαδικασίες για διορισμό νέου Γραμματέα. Η αίτηση είναι αβάσιμη. Η ένορκη δήλωση του κ. Κωνσταντίνου Καψάλη Όπως αναφέρει, στις 27/11/2013 επιδόθηκε στη ΣΕΔΙΓΕΠ αίτηση που καταχώρισε ο Αιτητής στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών στις 5/11/2013, ισχυριζόμενος ότι η απόλυση του ήταν παράνομη και/ή αδικαιολόγητη (Τεκμ. 1). Στις 28/1/2014, η ΣΕΔΙΓΕΠ καταχώρισε απάντηση (Τεκμ. 2). Είναι η θέση του, ότι με την αίτηση του ο Αιτητής αποδέχθηκε τον τερματισμό της εργοδότησης του συνεπώς δεν μπορεί να συνεχίζει την παρούσα διαδικασία. Δεν διεκδικεί επαναπρόσληψη αλλά αποζημιώσεις. Δεν μπορεί να προωθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο αίτηση με την οποία προσβάλλει τη νομιμότητα της απόλυσης του και ταυτόχρονα να διεκδικεί στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών Αποζημιώσεις. Συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Η ένορκη δήλωση εκ μέρους του Υπουργού Η ένσταση εκ μέρους του Υπουργού υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. Αντώνη Μελά ο οποίος είναι δικηγόρος, κατέχει τη θέση Κτηματολογικού Λειτουργού Β' και είναι τοποθετημένος με απόσπαση στο Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας στη Λεμεσό. Γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης από ανάγνωση του φακέλου της υπόθεσης και από την ενημέρωση που έτυχε από την δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση, κα Μαρία Αλεξάνδρου. Όπως αναφέρει, στις 9/11/2012 ο Αιτητής ενημερώθηκε τηλεφωνικώς από τον Πρόεδρο της Επιτροπείας για την απόφαση της Επιτροπείας. Στις 14/11/2012, επιδόθηκε στον Αιτητή επιστολή απόλυσης του. Στις 12/11/2012 η Επιτροπεία της ΣΕΔΙΓΕΠ ενημέρωσε τον Έφορο για την απόλυση του Αιτητή. Ο Έφορος με επιστολή ημερ. 15/11/2012, ζήτησε την αποστολή διαφόρων εγγράφων τα οποία του στάληκαν 23/11/
- Στις 12/12/2012, ο Έφορος με επιστολή του κοινοποίησε στον δικηγόρο του Αιτητή την απόφαση του να μην επικυρώσει την απόφαση της ΣΕΔΙΓΕΠ. Παρόμοια επιστολή και ίδιας ημερομηνίας έστειλε και στη ΣΕΔΙΓΕΠ εξηγώντας ότι δεν επικύρωσε την απόφαση καθότι οι κατηγορίες που του είχαν προσαχθεί δεν ενέπιπταν στις διατάξεις των εγκεκριμένων κανονισμών Υπηρεσίας Υπαλλήλων στο Μέρος VI Πειθαρχικός Κώδικας - Τερματισμός απασχολήσεως που προβλέπουν τις περιπτώσεις παύσης Υπαλλήλου - Γραμματέα. Ασκήθηκε Ιεραρχική Προσφυγή, βάσει του άρθρου 56
(1)του Ν.22/85 με επιστολή ημερ. 27/12/2012 (Τεκμ. Α). Η προσφυγή δεν ήταν εκπρόθεσμη αφού παραλήφθηκε από αρμόδια υπάλληλο του Υπουργείου στις 27/12/
- Στις 25/3/2013, ο Υπουργός εξέδωσε απόφαση (Τεκμ. Β) με την οποία ακύρωσε την απόφαση του εφόρου και επικύρωσε αυτή της ΣΕΔΙΓΕΠ. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα η απόφαση του Υπουργού ήταν ορθή. Η Ακρόαση της Αίτησης Οι ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκαν. Οι δικηγόροι των διαδίκων περιορίστηκαν σε αγορεύσεις. Γεγονότα που δεν αμφισβητήθηκαν ή είναι παραδεκτά Διαπιστώνω ότι τα ακόλουθα γεγονότα δεν αμφισβητήθηκαν ή έγιναν παραδεκτά μέσω των ενόρκων δηλώσεων που κατατέθηκαν: · Ο Αιτητής, κατά πάντα επίδικο χρόνο και μέχρι τον τερματισμό της εργοδότησης του εργαζόταν στη ΣΕΔΙΓΕΠ, στη θέση του Γραμματέα/ Γενικού Διευθυντή με συμβόλαιο εργοδότησης. · Στις 9/11/2012, αφού έγινε ακρόαση στα Γραφεία της ΣΕΔΙΓΕΠ με βάση κατηγορητήριο συνταχθέν την 2/11/2012 αποφασίστηκε η παύση του από τα καθήκοντα του. · Η απόφαση, του κοινοποιήθηκε τηλεφωνικώς, την ίδια μέρα, 2 ώρες μετά την λήξη της ακροαματικής διαδικασίας και στις 14/11/2012 του επιδόθηκε σχετική επιστολή. Έκτοτε απέχει από τα καθήκοντα του. · Ο Έφορος στις 12/12/2012, αποφάσισε να μην επικυρώσει την απόφαση της ΣΕΔΙΓΕΠ. Έστειλε σχετική επιστολή στον Αιτητή ημερ. 12/12/2012 και στη ΣΕΔΙΓΕΠ επίσης ημερομηνίας 12/12/
- Το αιτιολογικό του Εφόρου ήταν ότι οι κατηγορίες που είχαν προσαφθεί στον Αιτητή δεν εμπίπτουν στις διατάξεις των εγκεκριμένων Κανονισμών υπηρεσίας Υπαλλήλων, στο Μέρος VI Πειθαρχικός Κώδικας - Τερματισμός απασχολήσεως που προβλέπουν τις περιπτώσεις παύσης Υπαλλήλου / Γραμματέα. · Ασκήθηκε ιεραρχική προσφυγή από πλευράς ΣΕΔΙΓΕΠ στον Υπουργό στις 27/12/
- Η ημερομηνία παραλαβής της αμφισβητείται, όμως από την πλευρά του Υπουργού επιβεβαιώνεται ότι παραλήφθηκε από αρμόδιο υπάλληλο εκείνη την ημερομηνία. Ο ισχυρισμός αυτός δεν αντικρούστηκε. Στις 15/2/13 έγινε ακρόαση. · Στις 25/2/13, ο Υπουργός εξέδωσε και κοινοποίησε την απόφαση του με την οποία ακύρωσε την απόφαση του Εφόρου ως μη επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη και επικύρωσε την απόφαση της ΣΕΔΙΓΕΠ. · Στις 5/11/2013, ο Αιτητής καταχώρισε αίτηση στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών ισχυριζόμενος, μεταξύ άλλων, ότι η απόλυση του ήταν παράνομη και/ή αδικαιολόγητη. Απαιτεί αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση. Το ότι προσέφυγε ο Αιτητής στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών έγινε παραδεκτό στην αγόρευση του δικηγόρου του. Με βάση αυτό το υπόβαθρο γεγονότων θα προχωρήσω να εξετάσω πρώτα τους λόγους ένστασης που αφορούν την αντισυνταγματικότητα του άρθρου 56
(5)του Ν. 22/1985 (Λόγοι ένστασης (α), (β), (γ) της ΣΕΔΙΓΕΠ και Ε(α), (β), (γ) του Υπουργού) και της κατάχρησης με την προώθηση δύο διαδικασιών (Λόγοι ένστασης (ξ), (ο), (π), (σ) της ΣΕΔΙΓΕΠ και (i), (ii), (iii), (iv) του Υπουργού) οι οποίοι δυνατό να κρίνουν και το αποτέλεσμα της αίτησης. Συνταγματικότητα του άρθρου 56
(5)του Ν.22/85 Οι συνήγοροι των Καθ' ων η Αίτηση, εισηγήθηκαν ότι το άρθρο 56
(5)είναι αντισυνταγματικό. Ο συνήγορος της ΣΕΔΙΓΕΠ συγκεκριμένα, με παρέπεμψε σε τέσσερις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Νίκος Λάρκου ν. Δημοκρατίας, Υπ. 397/96, 31/3/1998, Σίκκης ν. Δημοκρατίας
(2002)4Β ΑΑΔ 605, Greek Registrar of the Co-operative Societies v. Nicos A. Nicolaides
(1965)3 CLR 164 και Orphanos v. Commissioner Co-operative Societies
(1983)3 CLR 1369) και σε μια του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού (Αίτηση 438/2011, Αναφορικά με την Αίτηση του Ανδρέα Νικολάου, 13/5/2013), στις οποίες θα αναφερθώ στη συνέχεια. Η θέση του ήταν ότι το άρθρο 56
(5)συγκρούεται με το Άρθρο 146 του Συντάγματος. Η παρούσα περίπτωση δεν είναι περίπτωση στην οποία η διοίκηση ενήργησε στα πλαίσια του ιδιωτικού δικαίου. Από την πλευρά του, ο συνήγορος του Αιτητή, ανέφερε ότι η παρούσα πράξη είναι ιδιωτική, αφού ο Υπουργός ενήργησε ως όργανο αναθεώρησης ιδιωτικής διαφοράς. Σημειώνω ότι οι αρχές σε σχέση με το δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων, όπως αυτές έχουν τεθεί σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Board for Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 CLR 64, Lapertas Fisheries Ltd κ.α. ν. Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 335, Hunter v. Συμβούλιο Εγγραφής Κτηματομεσιτών, Ποιν. Έφ. 14/11/2012, Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας, Υπ. 1480/2011, 11/6/2014), είναι οι ακόλουθες:
- Κάθε νόμος θεωρείται συνταγματικός εκτός αν αποφασισθεί το αντίθετο «πέρα από κάθε λογική αμφιβολία». Καμιά νομοθετική διάταξη δεν κηρύσσεται άκυρη, εκτός αν είναι αντισυνταγματική πέρα από κάθε λογική αμφιβολία.
- Τα δικαστήρια ασχολούνται μόνο με τη συνταγματικότητα των νόμων και όχι με τα κίνητρα, την πολιτική ή τη σοφία τους ή τη συμφωνία τους με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης ή τις θεμελιώδεις αρχές της διακυβέρνησης ή το πνεύμα του Συντάγματος.
- Αν είναι δυνατόν τα δικαστήρια θα ερμηνεύσουν το Νόμο έτσι ώστε να τον εντάξουν μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος.
- Η δικαστική εξουσία δεν επεκτείνεται στην εξέταση αφηρημένων ζητημάτων, με άλλα λόγια τα δικαστήρια δεν αποφασίζουν επί ζητημάτων συνταγματικής φύσεως εκτός αν αυτό είναι απαραίτητο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς.
- Το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια να μην κηρύξει ολόκληρη νομοθετική διάταξη ως αντισυνταγματική αλλά μόνο μέρος της εν λόγω διάταξης, νοουμένου ότι η ενστάσιμη διάταξη, μπορεί να διαχωριστεί από το υπόλοιπο του νόμου. Σύμφωνα με το άρθρο 56: «56.-
(1)Οποιοσδήποτε δεν ικανοποιείται από απόφαση του Εφόρου που εκδίδεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, δύναται εντός προθεσμίας δεκαπέντε
(15)ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης, να την προσβάλει στον Υπουργό με έγγραφη αίτησή του, στην οποία να εκθέτει τους λόγους που την υποστηρίζουν.
(2)Ο Υπουργός εξετάζει την εις αυτόν γενομένην προσφυγήν άνευ υπαιτίου βραδύτητος, αποφασίζει επί ταύτης και κοινοποιεί αμελλητί την απόφασιν αυτού εις τον προσφεύγοντα.
(3)Ο Υπουργός, πριν ή εκδώση την απόφασιν αυτού, δύναται κατά την κρίσιν του να ακούση ή δώση την ευκαιρίαν εις τον προσφεύγοντα όπως υποστηρίξη τους λόγους εφ' ων στηρίζεται η προσφυγή.
(4)Ο Υπουργός δύναται να αναθέση εις λειτουργόν ή επιτροπήν λειτουργών του Υπουργείου του όπως εξετάση ωρισμένα θέματα αναφυόμενα εν τη προσφυγή και υποβάλη εις αυτόν το πόρισμα της τοιαύτης εξετάσεως προ της υπό του Υπουργού εκδόσεως της αποφάσεως αυτού επί της προσφυγής.
(5)Ο μη ικανοποιηθείς εκ της αποφάσεως του Υπουργού δύναται να προσφύγη εις το Δικαστήριον, αλλά μέχρι της υπό του Υπουργού εκδόσεως της αποφάσεως αυτού, εν περιπτώσει προσφυγής εις αυτόν, ή, εν περιπτώσει μη προσφυγής εις αυτόν, μέχρι της παρελεύσεως της εις το εδάφιον
(1)προβλεπομένης προθεσμίας διά την καταχώρισιν προσφυγής, η απόφασις του Εφόρου δεν καθίσταται εκτελεστή.
(6)Ουδέν των εν τω παρόντι άρθρω διαλαμβανομένων επηρεάζει καθ' οιονδήποτε τρόπον οιανδήποτε ενώπιον του δικαστηρίου εκκρεμούσαν κατά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος Νόμου υπόθεσιν.» Στο άρθρο 2 του Ν. 22/1985 ως Δικαστήριο ορίζεται: «"Δικαστήριον" σημαίνει το Επαρχιακόν Δικαστήριον της Επαρχίας όπου ευρίσκεται η εγγεγραμμένη διεύθυνσις της συνεργατικής εταιρείας·» Το άρθρο 146 του Συντάγματος προνοεί τα ακόλουθα: «
- Tο Aνώτατον Συνταγματικόν Δικαστήριον κέκτηται αποκλειστικήν δικαιοδοσίαν να αποφασίζη οριστικώς και αμετακλήτως επί πάσης προσφυγής υποβαλλομένης κατ' αποφάσεως, πράξεως ή παραλείψεως οιουδήποτε οργάνου, αρχής ή προσώπου ασκούντων εκτελεστικήν ή διοικητικήν λειτουργίαν επί τω λόγω ότι αυτή είναι αντίθετος προς τας διατάξεις του Συντάγματος ή τον νόμον ή εγένετο καθ' υπέρβασιν ή κατάχρησιν της εξουσίας της εμπεπιστευμένης εις το όργανον ή την αρχήν ή το πρόσωπον τούτο.
- H προσφυγή ασκείται υπό παντός προσώπου, του οποίου προσεβλήθη ευθέως δια της αποφάσεως, της πράξεως ή της παραλείψεως, ίδιον, ενεστώς έννομον συμφέρον, όπερ κέκτηται τούτο είτε ως άτομον είτε ως μέλος κοινότητός τινος.
- H προσφυγή ασκείται εντός εβδομήκοντα πέντε ημερών από της ημέρας της δημοσιεύσεως της αποφάσεως ή της πράξεως ή, εν περιπτώσει μη δημοσιεύσεως ή εν περιπτώσει παραλείψεως, από της ημέρας καθ' ην η πράξις ή παράλειψις περιήλθεν εις γνώσιν του προσφεύγοντος.
- Eπί τοιαύτης προσφυγής το δικαστήριον δύναται, δια της αποφάσεως αυτού: (α) να επικυρώση, εν όλω ή εν μέρει, την τοιαύτην απόφασιν ή πράξιν ή παράλειψιν ή (β) να κηρύξη την απόφασιν ή την πράξιν, εν όλω ή εν μέρει, άκυρον και εστερημένην οιουδήποτε αποτελέσματος ή (γ) να κηρύξη την παράλειψιν εν όλω ή εν μέρει άκυρον και ό,τι πάν το παραλειφθέν έδει να είχεν εκτελεσθή.
- H κατά την τετάρτην παράγραφον του παρόντος άρθρου απόφασις δεσμεύει παν δικαστήριον, όργανον ή αρχήν εν τη Δημοκρατία, και τα περί ων πρόκειται όργανα, αρχαί ή πρόσωπα υποχρεούνται εις ενεργόν συμμόρφωσιν προς ταύτην.
- Παν πρόσωπον ζημιωθέν εξ αποφάσεως ή πράξεως ή παραλείψεως κηρυχθείσης ακύρου κατά την τετάρτην παράγραφον του παρόντος άρθρου δικαιούται, εφ' όσον η αξίωσις αυτού δεν ικανοποιήθη υπό του περί ου πρόκειται οργάνου, αρχής ή προσώπου, να επιδιώξη δικαστικώς αποζημίωσιν ή άλλην θεραπείαν επί τω τέλει, όπως επιδικασθή εις τούτο δικαία και εύλογος αποζημίωσις καθοριζομένη υπό του δικαστηρίου ή παρασχεθή εις τούτο άλλη δικαία και εύλογος θεραπεία ην το δικαστήριον έχει την εξουσίαν να παράσχη». Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω τις αρχές της νομολογίας, όπως αυτές εξελίχθηκαν σε σχέση με τις Συνεργατικές Εταιρείες. Στην Greek Registrar of the Co-operative Societies v. Nicos A. Nicolaides
(1965)3 CLR 164 (Απόφαση Ολομέλειας), κρίθηκε ότι απόφαση του Εφόρου με βάση το τότε ισχύον νομικό καθεστώς (κανονισμός 89
(1)των περί Συνεργατικών Εταιρειών Κανονισμών, Δ.Ν. ΤΟΜΟΣ Ι, 1954, σελ. 426[1]) για παύση Γραμματέα ήταν διοικητική πράξη που ελεγχόταν δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος. Ο Δ. Munir ανέφερε τα ακόλουθα στη σελ 172: «We agree with the conclusion reached by the learned Judge, and with his reasoning for doing so, "that an act or decision of the Respondent under rule 89, having as its primary object the promotion of a public purpose, being a unilateral authoritative pronouncement and being, also, an instance of governmental control of co-operative societies, is an act or decision in the domain of public law and subject to the competence under Article 146".» Στην εν λόγω απόφαση έγινε αναφορά στην Elias Petrou and others of Karpashia and The New Co-operative Credit Society of Karpashia 3 R.S.C.C. 58, όπου το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο έκρινε ότι οι αποφάσεις Συνεργατικών Εταιρειών ενέπιπταν στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου. Κρίθηκε ότι αποφάσεις των Συνεργατικών Εταιρειών εμπίπτουν στο ιδιωτικό δίκαιο, σε αντίθεση με αυτές του Εφόρου που εμπίπτουν στο δημόσιο γιατί αφορούν εκτελεστική ή διοικητική λειτουργία. Παραπέμπω στη σελ. 169 της απόφασης: «The above authorities cited by learned counsel for Appellant, and particularly the decision of the Supreme Constitutional Court in the case of Elias Petrou and others of Karpashia and The New Co-operative Credit Society of Karpashia (cited supra), might have been more to the point had the case before us been concerned with an act or decision of a co-operative society. In this case, however, the decision which is the subject-matter of this recourse and consequently of this appeal is not the act or decision of a co-operative society but is a decision of the Greek Registrar of Co-operative Societies. The point in issue in this case, therefore, is not the nature or character of a particular act or decision of a co-operative society, as such, but the nature or character of the particular decision in question of the Greek Registrar of Co-operative Societies, which he took, in exercise of 'the powers vested in him by rule 89 of the Co-operative Societies Rules, when he decided to dismiss the Respondent (Applicant in Case No. 241/63) from the office of secretary of the Co-operative Society of the Kyrenia Co-operative Union for the Marketing of Carobs.» Η εν λόγω απόφαση ακολουθήθηκε και στην Orphanos v. Commissioner Co-operative Societies
(1983)3 CLR 1369 (μονομελής σύνθεση - Απόφαση Τριανταφυλλίδη Π), που αφορούσε απόλυση υπαλλήλου του ταμείου προνοίας που είχε συσταθεί δυνάμει του κανονισμού 92 των περί Συνεργατικών Εταιρειών Κανονισμών, Δ.Ν. ΤΟΜΟΣ Ι, 1954, σελ. 426. Ο περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμος, Κεφ. 114 αλλά και οι περί Συνεργατικών Εταιρειών Κανονισμοί, Δ.Ν. ΤΟΜΟΣ Ι, 1954, σελ. 426, έχουν έκτοτε αντικατασταθεί από τον Ν. 22/85 και τους περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς του 1987 (Κ.Δ.Π. 142/87). Ο κ. 48
(4)των περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών του 1987, όπως τροποποιήθηκε από την Κ.Δ.Π. 464/2001, 14/12/2001, προνοεί: «ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ 48. -
(1)..
(4)Ο διορισμός και η παύση του γραμματέα αποφασίζονται από την επιτροπεία και επικυρώνονται από τον Έφορο.» Αντίστοιχη πρόνοια του άρθρου 56 του Ν. 22/85 δεν εντοπίζεται στο Κεφ. 114. Το άρθρο 56 του Ν. 22/85 έτυχε εξέτασης από το Ανώτατο Δικαστήριο. Στην Νίκος Λάρκου ν. Δημοκρατίας, Υπ. 397/96, 31/3/1998 (Απόφαση Δ. Νικολαΐδη - μη δημοσιευθείσα - απόφαση πριν τη θέσπιση του κ. 48
(4)), ο αιτητής κατείχε τη θέση του γραμματέα της ΣΠΕ Κοντέας. Μετά τη διαπίστωση διάφορων ατασθαλιών τέθηκε σε διαθεσιμότητα. Στις 20/11/1987 συστάθηκε από τον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών και Συνεργατικής Ανάπτυξης εξεταστική επιτροπή. Στις 31/12/1987 ο αιτητής υπέβαλε παραίτηση. Η Επιτροπή υπέβαλε στις 25/2/1989 την έκθεσή της, την οποία ο Έφορος Συνεργατικής Ανάπτυξης διαβίβασε με τις απόψεις του στον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Εμπορίου και Βιομηχανίας στις 18/3/1989. Στις 25/5/1994, ο δικηγόρος του αιτητή απέστειλε επιστολή στον Υπουργό Εμπορίου και Βιομηχανίας με την οποία εξέφραζε ορισμένες καταγγελίες εναντίον του προσώπου του Εφόρου Συνεργατικής Ανάπτυξης, αξιώνοντας την πειθαρχική και ποινική του δίωξη, ισχυριζόμενος την επίδειξη προκατάληψης εις βάρος του πελάτη του. Ο Υπουργός, αφού έλαβε τις απόψεις του Εφόρου επί του θέματος, απάντησε με επιστολή του ημερ. 7/7/1994 και απορρίπτοντας τις πιο πάνω κατηγορίες, θεώρησε το θέμα λήξαν. Ο αιτητής επανήλθε στις 11/9/1995 με επιστολή του στον Έφορο παραπονούμενος ότι δεν του δόθηκε η δυνατότητα να εκθέσει τις απόψεις του ενώπιον της εξεταστικής επιτροπής. Ο Έφορος με επιστολή του ημερ. 12/9/1995 τον παρέπεμψε στην επιστολή του Υπουργού ημερ. 7/7/1994 και επανέλαβε ότι θεωρεί το θέμα λήξαν. Στις 27/9/1995, ο αιτητής καταχώρισε με βάση το άρθρο 56
(1)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου του 1985, Ν.22/85, ιεραρχική προσφυγή εναντίον της επιστολής του Εφόρου. Στις 23/2/1996, ο Υπουργός Εμπορίου και Βιομηχανίας τον πληροφόρησε ότι σύμφωνα με γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας δεν μπορούσε να εξετάσει την προσφυγή του γιατί παρήλθε η προθεσμία των 15 ημερών που προβλέπει το άρθρο 56
(1)και γιατί δεν φαίνεται να υπήρχε συγκεκριμένη απόφαση του Εφόρου που να μπορεί να προσβληθεί με ιεραρχική προσφυγή. Εναντίον της απόφασης αυτής ασκήθηκε προσφυγή. Το Δικαστήριο έκανε δεκτή την προσφυγή και ακύρωσε την απόφαση του Υπουργού με το ακόλουθο αιτιολογικό: «Δεν αντιλαμβάνομαι τι ακριβώς εννοείται με τη θέση των καθ΄ ων η αίτηση ότι η προσβαλλόμενη επιστολή δεν συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη γιατί ο αιτητής δεν νομιμοποιείται. Αν εννοεί ότι η εκτελεστότητα της πράξης συνδέεται με το έννομο συμφέρον, δεν νομίζω ότι το επιχείρημα των καθ΄ ων η αίτηση προωθείται καθ΄ οιονδήποτε τρόπο, γιατί σαφώς εκτελεστότητα της πράξης και έννομο συμφέρον είναι έννοιες που δεν επηρεάζουν η μια την άλλη. Περαιτέρω, αναμφίβολα η οποιαδήποτε απόφαση του Υπουργού σε ιεραρχική προσφυγή που ετέθη ενώπιόν του συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη η οποία υπόκειται στην ακυρωτική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το κύριο στοιχείο της έννοιας της εκτελεστής πράξης είναι η άμεση παραγωγή εννόμου αποτελέσματος συνισταμένου στη δημιουργία, τροποποίηση ή κατάλυση νομικής κατάστασης, ήτοι δικαιωμάτων και υποχρεώσεων διοικητικού χαρακτήρα των διοικουμένων (βλέπε Δρ. Δημήτρης Γεωργίου ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου
(1995)3 Α.Α.Δ. 424). Η απόφαση του Υπουργού στην ιεραρχική προσφυγή περιέχει τα πιο πάνω στοιχεία και συνεπώς ο αιτητής έχει κάθε δικαίωμα να την προσβάλει.» Δεν εξετάστηκε ούτε συζητήθηκε η πρόνοια του Ν.22/85 που ορίζει το Επαρχιακό Δικαστήριο ως το αρμόδιο Δικαστήριο. Στην Σίκκης ν. Δημοκρατίας
(2002)4Β ΑΑΔ 605 (Απόφαση Νικολάου Δ.), ο αιτητής προσέβαλε την απόρριψη της ιεραρχικής προσφυγής του από τον Υπουργό Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, κατ' αποφάσεως του Εφόρου Συνεργατικών Εταιρειών, με την οποία είχε απορριφθεί αίτημα του αιτητή για παραπομπή σε διαιτησία, με βάση το άρθρο 52 του Ν.22/85, του ζητήματος της θέσεως του σε διαθεσιμότητα. Η προσφυγή απορρίφθηκε με το ακόλουθο αιτιολογικό σελ. 610 - 612: «Τα όσα αφορούν σε διαιτησία εμπίπτουν στη δικαιοδοσία αστικού Δικαστηρίου. Παρατηρώ όμως και γενικότερα ότι οι ίδιες οι συνεργατικές εταιρείες λειτουργούν στον τομέα του ιδιωτικού δικαίου (Elia Petrou a.o. v. New Co-operative Credit Society of Karpasia, 3 R.S.C.C. 58) ενώ αντιθέτως ο Έφορος Συνεργατικών Εταιρειών και Συνεργατικής Αναπτύξεως είναι διοικητικό όργανο στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως ο Έφορος δεν μπορεί να έχει ρόλο και στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου. Επομένως, για την κατάταξη της κάθε περίπτωσης ιδιαίτερη σημασία έχει η φύση και ο χαρακτηρισμός της λειτουργίας του Εφόρου σε αυτήν. Καθώς υποδείχθηκε στην υπόθεση Greek Registrar of the Co-operative Societies a.o. v. Nicos A. Nicolaides
(1965)3 C.L.R. 164, στη σελ. 170-1: «As pointed out by the learned Judge in his Ruling (at p. 16 of the appeal record) the "same organ may be acting either in the domain of private law or in the domain of public law, depending on the nature of its action". Ultimately, what is the important and decisive factor in this respect is the nature and character of the particular function which is the subject-matter of a recourse.» Θα έλεγα ότι ενόψει της φύσης του τομέα προς τον οποίο το άρθρο 52 απευθύνεται και ρυθμίζει, ο ρόλος που ανατίθεται στον Έφορο δεν εμπίπτει στη σφαίρα δημοσίου δικαίου και επομένως η όποια απόφασή του δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως εκτελεστή διοικητική. Υπάρχει όμως παράλληλα και η πρόνοια στο άρθρο 56 του Νόμου με την οποία παρέχεται δικαίωμα ιεραρχικής προσφυγής στον Υπουργό, και είναι ακριβώς η απόφαση του Υπουργού που προσβάλλεται με την παρούσα προσφυγή. .... Το άρθρο 56 του Νόμου φαίνεται να καλύπτει όλες τις αποφάσεις του Εφόρου, υποδηλώνοντας ίσως ότι τις θεωρεί όλες να ανήκουν στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου και ως εκ τούτου εκτελεστές. Αλλά, όπως υποδείχθηκε από την Ολομέλεια στη Vepro Co. Ltd v. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 666: «Ο νομοθέτης δύναται να προβεί σε ορισμούς συναρτημένους με ό,τι αποβλέπει να αποδόσει σε ένα νομοθέτημα αλλά δεν δύναται να υπαγορεύσει την ερμηνεία στη γενικότερη σφαίρα της κατάταξης εννοιών. Το δεύτερο αποτελεί έργο του Δικαστηρίου.» Ωστόσο ένεκα της λεπτότητας, καθώς την αντιλαμβάνομαι, του εδώ προκύπτοντος θέματος θα προχωρήσω να εξετάσω την περίπτωση και στη βάση ότι επρόκειτο περί εκτελεστής διοικητικής απόφασης. Θα έλεγα λοιπόν, σ' αυτή τη βάση, ότι εξ αντικειμένου δεν ήταν εφικτή κατάληξη άλλη από απορριπτική του αιτήματος για διαιτησία διότι, κατά την άποψή μου, η διαθεσιμότητα αξιωματούχου στην οποία προέβη η ΣΠΕ Αραδίππου - ή ακριβέστερα η «προσωρινή παύσις» σύμφωνα με την ορολογία του Θεσμού 53 των περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών του 1987 (Κ.Δ.Π. 142/87) - δεν αποτελούσε διαφορά εντός της έννοιας του άρθρου 52 του Νόμου, αφού αυτό αφορά μόνο διαφορές αστικής φύσης.» Στην Αναθεωρητική Έφεση Σωκράτης Ορφανού ν. Έφορου Συνεργατικών Εταιρειών και Συνεργατικής Αναπτύξεως
(2005)3 ΑΑΔ 209, αποφασίστηκε πως η απόφαση του Εφόρου να απορρίψει αίτημα υποψηφίου για διορισμό στη θέση Εσωτερικού Ελεγκτή Συνεργατικής Εταιρείας, δεν ενέπιπτε στη σφαίρα του δημοσίου αλλά του ιδιωτικού δικαίου. Η απόφαση δόθηκε στα πλαίσια προσφυγής του αιτητή για απόρριψη αιτήματος του από τον Έφορο για παραπομπή σε διαιτησία της διαφοράς που προέκυψε συνεπεία της μη πρόσληψής του στη θέση Εσωτερικού Ελεγκτή της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Ύψωνα -Λόφου. Κρίθηκε ότι η διαφορά αυτή, εν πάση περιπτώσει, δεν ενέπιπτε στις πρόνοιες του Άρθρου 52 του Νόμου. Στην Αίτηση του Ανδρέα Νικολάου
(2007)1 ΑΑΔ 1117 το Ανώτατο Δικαστήριο (Δ. Ερωτοκρίτου) απέρριψε αίτηση για έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari με την οποία θα ζητείτο η ακύρωση της προσωρινής διαταγής επιβάρυνσης χρημάτων που είχε ο αιτητής σε Τράπεζα ενώ εκκρεμούσε διαιτησία μεταξύ του αιτητή και της Σ.Π.Ε Πολεμιδιών που εξέδωσε ο Έφορος (προφανώς δυνάμει του άρθρου 51). Ο Υπουργός είχε αρνηθεί να εξετάσει ιεραρχική προσφυγή γιατί σύμφωνα με γνωμάτευση που έλαβε από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, δεν έχει δικαιοδοσία να εξετάσει το θέμα. Το Ανώτατο Δικαστήριο, απέρριψε την αίτηση κρίνοντας ότι ο ίδιος ο Νόμος όριζε ότι το επόμενο διάβημα που είχε στη διάθεσή του ο αιτητής ήταν η προσφυγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Η άρνηση του αρμοδίου Υπουργού να εξετάσει την ιεραρχική προσφυγή του αιτητή δεν θεωρήθηκε ότι ισοδυναμούσε με τέτοια εξαιρετική περίσταση ώστε, παρά την ύπαρξη άλλου ένδικου μέσου, να έπρεπε να παραχωρηθεί η αιτούμενη άδεια. Ακολούθως ο ίδιος αιτητής απευθύνθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο για ακύρωση της απόφασης του Υπουργού ότι δεν είχε δικαιοδοσία να προβεί σε εξέταση ιεραρχικής προσφυγής κατ' επίκληση του Άρθρου 56 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου του 1985 (Ν. 22/85). Κρίθηκε πως πράγματι, ο Υπουργός είχε τέτοια δικαιοδοσία και η πρωτόδικη απόφαση επικυρώθηκε κατ' έφεση (βλ. Έφορος Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών ν. Ανδρέα Νικολάου
(2011)1 Α ΑΑΔ 75). Συνεπεία της πιο πάνω απόφασης, ο Υπουργός υποχρεώθηκε να εξετάσει την ουσία της ιεραρχικής προσφυγής. Ο Υπουργός ακύρωσε το διάταγμα και εξέδωσε νέο. Ο αιτητής προσέβαλε αυτή την απόφαση η οποία αποτέλεσε και αντικείμενο εξέτασης από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στην Αίτηση 438/2011, Αναφορικά με την Αίτηση του Ανδρέα Νικολάου, 13/5/2013 (Απόφαση Εφραίμ ΑΕΔ, όπως ήταν τότε). Η απόφαση του Υπουργού ακυρώθηκε. Η συνταγματικότητα της πρόνοιας δεν αποτέλεσε αντικείμενο συζήτησης στις πιο πάνω αποφάσεις. Από το συνδυασμό των προνοιών του άρθρου 56 του Ν. 22/85 και του κ. 48
(4)προκύπτει ότι: (α) Η απόφαση για παύση του γραμματέα λαμβάνεται από την επιτροπεία της συνεργατικής εταιρείας και όχι από τον Έφορο. (β) Η απόφαση της επιτροπείας επικυρώνεται από τον Έφορο. (γ) Η απόφαση του Εφόρου δύναται να προσβληθεί με ιεραρχική προσφυγή στον Υπουργό. Σε αντίθεση, με βάση τον παλαιό κανονισμό 89, ο Έφορος αποφάσιζε την παύση του γραμματέα. Κατά την άποψή μου αυτό αποτελεί ουσιώδη μεταβολή από τον νομοθέτη αφού η αρχική απόφαση λαμβάνεται από την ίδια την Συνεργατική Εταιρεία και όχι τον Έφορο. Η απόφαση μπορεί να επικυρώνεται από τον Έφορο και ακολούθως να ελέγχεται με ιεραρχική προσφυγή στον Υπουργό αυτό όμως δεν μεταβάλλει την αρχική φύση της απόφασης που είναι της ίδιας της Συνεργατικής Εταιρείας. Ως τέτοια, εμπίπτει στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου (βλ. Greek Registrar of the Co-operative Societies v. Nicos A. Nicolaides, ανωτέρω και Elias Petrou and others of Karpashia and The New Co-operative Credit Society of Karpashia, ανωτέρω). Με προβλημάτισε όμως και το εξής. Αν δεχόμουν την επιχειρηματολογία των Καθ' ων η Αίτηση θα τίθετο και το ακόλουθο ερώτημα. Ποιες αποφάσεις σε ιεραρχικές προσφυγές εμπίπτουν στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου και ποιες του δημοσίου; Θα κριθεί το εν λόγω άρθρο αντισυνταγματικό, στην έκταση που το αρμόδιο Δικαστήριο είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο, για θέματα που αφορούν παύση του Γραμματέα αλλά θα παραμένει ανέπαφο σε σχέση με αποφάσεις που αφορούν διατάγματα επιβάρυνσης δυνάμει του άρθρου 51 του ιδίου Νόμου; Αυτή η προσέγγιση θα δημιουργούσε ασάφεια και δεν θα ήταν ορθό να ακολουθηθεί. Δεν έχω ικανοποιηθεί, επομένως, ότι η εν λόγω διάταξη είναι αντισυνταγματική πέρα από κάθε λογική αμφιβολία, ούτε ότι μπορεί να διαχωριστεί από το υπόλοιπο του νόμου. Κατάχρηση της διαδικασίας Όπως ανέφερα, οι Καθ' ων η Αίτηση εγείρουν επίσης θέμα κατάχρησης με την καταχώριση από πλευράς του Αιτητή αίτησης στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Στην Τζεννάρο Περέλλα
(1995)1 ΑΑΔ 217 (απόφαση Δ. Πική), αποφασίστηκε ότι:
(1)Τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν την ίδια εξουσία όπως και τα Αγγλικά, να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεων της δικαστικής διαδικασίας.
(2)Συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας η έγερση ή η προώθηση περισσοτέρων της μιας δικαστικών διαδικασιών για επίτευξη στόχων που μπορούν να επιδιωχθούν με μια.
(3)Η επιδίωξη όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ενδίκων μέσων ελέγχεται από το Δικαστήριο όπως και η πολλαπλότητα των διαδικασιών επίτευξης του ίδιου στόχου. (βλ. επίσης Ελληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 149, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευσταθίου
(2009)2 ΑΑΔ 501, Εμπεδοκλέους (Αρ. 3)
(2009)1 ΑΑΔ 529, Γενικός Εισαγγελέας ν. Tudor
(2011)1 ΑΑΔ 1176 και Αναφορικά με την Αίτηση του Πόλυ Μίτσιγκα, Πολ. Έφεση 208/2013, 13/3/2014) Η επιχειρηματολογία του δικηγόρου του Αιτητή επί του ζητήματος ήταν η ακόλουθη: «Αναφορικά με τον ισχυρισμό των καθ' ων η αίτηση ότι η παρούσα διαδικασία θα πρέπει να τερματισθεί ενόψει της καταχώρησης αίτησης ενώπιον του Δικαστηρίου των Εργατικών Διαφορών κρίνεται η νομιμότητα της απόλυσης του αιτητή από την επιτροπεία ενώ με την παρούσα κρίνεται η νομιμότητα της αναθεώρησης της απόφασης τον Εφόρου και η επικύρωση της απόφασης της επιτροπείας η οποία, ως αναθεωρητική διαδικασία εισέρχεται μόνο στους λόγους επικύρωσης/ακύρωσης της απόφασης και όχι στους λόγους απόλυσης που είναι λόγοι ουσίας. Αν ο αιτητής δεν προσέφευγε στο Δικαστήριο Επίλυσης Εργατικών Διαφορών θα έχανε την προθεσμία προσβολής της απόλυσης του ως παράνομης, ενώ αν επιτύχει στην παρούσα διαδικασία, ο Υπουργός θα υποχρεούται σε επανεξέταση της απόφασης του και το αντικείμενο της απόφασης που προσβάλλεται στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών θα επηρεαστεί μόνο σε περίπτωση που κατά την επανεξέταση, ο Υπουργός εμμείνει στην ακύρωση της απόφασης του Εφόρου. Αν η απόφαση τον Εφόρου επικυρωθεί και πάλιν το αντικείμενο της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών θα εξαρτηθεί από την επανεξέταση που θα πραγματοποιήσει η επιτροπεία της ΣΕΔΙΓΕΠ κατ' εφαρμογή της απόφασης τον Εφόρου η οποία θα αναβιώσει. Επομένως οι δύο διαδικασίες αν και παράλληλες δεν δημιουργούν μεταξύ τους πολλαπλότητα. Είναι για το λόγο αυτό που η διαδικασία ενώπιον τον Εργατικού δεν οδηγήθηκε ακόμα σε ακρόαση. (υπογράμμιση δική μου) Η επιχειρηματολογία του δεν με βρίσκει σύμφωνο. Αντίθετα επιβεβαιώνει την ύπαρξη κατάχρησης, αφού δέχεται ότι σε περίπτωση ακύρωσης της απόφασης του Υπουργού, η διαδικασία στο Δικαστήριο Εργατικών διαφορών θα μείνει άνευ αντικειμένου εκτός εάν ο Υπουργός ακυρώσει εκ νέου την απόφαση του Εφόρου. Αυτό που θα ελεγχθεί στην ουσία και στις δύο διαδικασίες είναι η νομιμότητα του τερματισμού της απασχόλησης του Αιτητή. Ελέγχεται δηλαδή η αρχική απόφαση που λήφθηκε από τη ΣΕΔΙΓΕΠ και η διαδικασία απόλυσης. Ο Αιτητής με την παρούσα αίτηση επιδιώκει ακύρωση της απόφασης απόλυσης του, που θα έχει ως αποτέλεσμα την επαναφορά του στην εργασία του, και από την άλλη με αίτησή του στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών απαιτεί αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση. Η καταχώριση επομένως παράλληλης διαδικασίας στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών συνιστά κατάχρηση. Η παρούσα αίτηση υπο τις περιστάσεις θα πρέπει να απορριφθεί. Κατάληξη Ενόψει της κατάληξης μου δεν κρίνω σκόπιμο να εξετάσω του υπόλοιπους λόγους ένστασης. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα προς όφελος των Καθ' ων η Αίτηση και σε βάρος του Αιτητή, όπως θα αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Ν. Γεωργιάδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other actions/Final Αναφορά: Ακύρωση απόφασης του Υπουργού Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού [1] 89
(1)Notwithstanding anything in these rules contained, the Registrar may by order under his hand remove any member of the committee or council or any officer of the registered society who in his opinion is unfit to discharge the duties of his office". cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο