← Κύπρος

ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΩΣΑΪΚΩΝ ΜΑ.ΜΙ.ΠΑ. ΛΤΔ ν. ALLAN VELIGALOUSKAYA ή άλλως ALLA VELIKOLOUJSKAIΑ, Αρ. Αγωγής: 133/2009, 13/2/2015

ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΩΣΑΪΚΩΝ ΜΑ.ΜΙ.ΠΑ. ΛΤΔ ν. ALLAN VELIGALOUSKAYA ή άλλως ALLA VELIKOLOUJSKAIΑ, Αρ. Αγωγής: 133/2009, 13/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A37 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 133/2009 Μεταξύ: ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΩΣΑΪΚΩΝ ΜΑ.ΜΙ.ΠΑ. ΛΤΔ, από τη Λεμεσό Εναγόντων και ALLAN VELIGALOUSKAYA, από τη Λεμεσό Εναγόμενης Και ως έχει τροποποιηθεί δυνάμει διατάγματος ημερομηνίας 13.2.2009 Μεταξύ: ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΩΣΑΪΚΩΝ ΜΑ.ΜΙ.ΠΑ. ΛΤΔ, από τη Λεμεσό Εναγόντων και ALLAN VELIGALOUSKAYA ή άλλως ALLA VELIKOLOUJSKAIΑ , από τη Λεμεσό Εναγόμενης ........... ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 13.2.2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντες: κα Μιχαηλίδου Για εναγόμενη: κ. Χριστοδούλου Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αξίωση των ενάγοντων εναντίον της εναγόμενης είναι για το ποσό των €28.611,56 (£16.745,60). Το ποσό αυτό αντιπροσωπεύει την αξία οικοδομικών υλικών τα οποία πώλησαν στην εναγόμενη στη Λεμεσό «επί πιστώσει, και/ή υπόλοιπο λογαριασμού επί πιστώσει και/ή βάσει τιμολογίου,..» (βλ. το παρακλητικό της έκθεσης απαίτησης). Τα ουσιαστικά γεγονότα που συνθέτουν την παραπάνω αξίωση περικλείονται στις παραγράφους 3 μέχρι 6 της έκθεσης απαίτησης, το περιεχόμενο των οποίων ακολουθεί αυτούσιο: «

  1. Οι Ενάγοντες κατά ή περί τα έτη 2005 - 2007 στη Λεμεσό, βάσει σύμβασης πώλησης και/ή γραπτής και/ή προφορικής συμφωνίας και/ή προσφοράς και αποδοχής και/ή διαφορετικά, μεταξύ αυτών και της Εναγόμενης κατ' εντολή, με την παράκληση και σύμφωνα με τις οδηγίες της Εναγόμενης, πώλησαν επί πιστώσει προς την Εναγόμενη οικοδομικά υλικά και παρέδωσαν και τοποθέτησαν κατ' εντολή της Εναγόμενης, στην Εναγόμενη και/ή στους αντιπροσώπους και/ή στους υπηρέτες της, και/ή στην οικία της Εναγόμενης στη Λεμεσό και οι Ενάγοντες εξέδιδαν τα τιμολόγια επί πιστώσει και/ή δελτία παραλαβής για τα πωληθέντα προϊόντα, τα οποία η Εναγόμενη και/ή οι αντιπρόσωποι και/ή οι υπηρέτες της αποδέχτηκε και υπέγραψε και τηρούσαν κατάσταση λογαριασμού επί πιστώσει στην οποίαν χρέωναν την αξία των εκδοθέντων τιμολογίων για την πώληση οικοδομικών υλικών και πίστωναν οποιοδήποτε ποσό πλήρωνε έναντι του πιο πάνω λογαριασμού της Εναγόμενης.
  2. Η Εναγόμενη πριν την παραλαβή των οικοδομικών υλικών επιθεώρησε, ενέκρινε και έλεγξε και έκανε επιλογή των οικοδομικών υλικών της ποιότητας και του είδους τους τα οποία βρήκε της απολύτου αρεσκείας της και οι Ενάγοντες παρέδωσαν προς την Εναγόμενη, τα συγκεκριμένα υλικά που επέλεξε η Εναγόμενη με τον πιο πάνω περιγραφόμενο τρόπο.
  3. Ο αναφερόμενος λογαριασμός επί πιστώσει την 10/08/07 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγόμενης ποσού €28.611,56 (Λ.Κ.16.745,60) σεντ. Οι Ενάγοντες επιφυλάσσονται να δώσουν κατά την ακρόαση της υπόθεσης λεπτομέρειες της κατάστασης λογαριασμού και/ή των εκδοθέντων τιμολογίων.
  4. Οι Ενάγοντες αξίωσαν επανειλημμένα από την Εναγόμενη την πληρωμή του πιο πάνω οφειλόμενου ποσού των €28.611,56 (Λ.Κ.16.745,60) σεντ, προφορικά και γραπτά και ειδικότερα με επιστολή του Δικηγόρου τους ημερομηνίας 18/12/08, αλλά η Εναγόμενη παρέλειψε και/ή αρνήθηκε και/ή αμέλησε να πληρώσει το οφειλόμενο ή οποιονδήποτε άλλο ποσό και έτσι αυτό οφείλεται ακόμη ολόκληρο από την Εναγόμενη προς τους Ενάγοντες.» Η εκδοχή της εναγόμενης σ' όλες τις παραπάνω θέσεις και ισχυρισμούς των εναγόντων σύμφωνα με την τροποποιημένη υπεράσπισή της είναι η εξής: Παραδέχεται ότι οι ενάγοντες κατά τα έτη 2005 - 2007 της πώλησαν μάρμαρα, κεραμικά, είδη υγιεινής και αξεσουάρ. Παραδέχεται ακόμη ότι αφού επισκέφθηκε τον εκθεσιακό τους χώρο και επιθεώρησε τα παραπάνω προϊόντα τους, η επιλογή τους από την ίδια έγινε βάσει δείγματος. Ωστόσο αρνείται ότι όλα τα προϊόντα που οι ενάγοντες αποδείξουν ότι της παρέδωσαν ήταν σύμφωνα με την επιλογή της ή το δείγμα και ισχυρίζεται ότι αριθμός αυτών ήταν χαμηλότερης ποιότητας και/ή αξίας από το δείγμα για το οποίο συμφώνησε να πληρώσει τη συμφωνηθείσα τιμή. Εκτός του ότι τα υλικά που της παραδόθηκαν δεν ήταν εκείνα που είχε επιλέξει, περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι η ποιότητα των εργασιών και/ή της τοποθέτησης των υλικών ήταν χαμηλή και/ή κακή και/ή υποδεέστερη εκείνης που οι ενάγοντες υποσχέθηκαν και/ή ανέλαβαν και/ή είχαν καθήκον να εκτελέσουν. Έχει ξοφλήσει πλήρως τους ενάγοντες για τις όποιες εργασίες και/ή υπηρεσίες τους και/ή για τα οικοδομικά υλικά που της παρέδωσαν. Περαιτέρω και άνευ βλάβης ισχυρίζεται ότι αυτοί την υπερχρέωσαν ενώ της παρέδωσαν πολύ μικρότερη ποσότητα οικοδομικών υλικών από εκείνη που οι ισχυρίζονται ότι της παρέδωσαν και το ποσό που απαιτούν είναι εξογκωμένο. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά και/ή άνευ βλάβης ισχυρίζεται ότι εξέδωσε και τους παρέδωσε δύο επιταγές, συνολικής αξίας €3.417,20, για τις οποίες, παρ' όλες τις οχλήσεις της αρνήθηκαν και εξακολουθούν να αρνούνται να εκδώσουν απόδειξη προς όφελός της. Άνευ βλάβης των πιο πάνω ισχυρίζεται ότι διαμαρτυρήθηκε επανειλημμένα σ' αυτούς και προέβηκε σε παραστάσεις, τόσο για την ποιότητα των υλικών όσο και για την ποιότητα των υπηρεσιών τους, οι οποίοι καμιά σημασία έχουν δώσει και δεν ανταποκρίθηκαν παρά μόνο αξιώνουν ετσιθελικά και εντελώς αδικαιολόγητα από την ίδια χρηματικό ποσό το οποίο δε δικαιούνται. Εν πάση περιπτώσει, τους πληρώθηκε το συνολικό ποσό των £12.000,
  5. Οι ενάγοντες απαντώντας στους παραπάνω ισχυρισμούς και θέσεις της εναγόμενης ισχυρίζονται τα εξής: Τα οικοδομικά υλικά που της παραδόθηκαν είναι αυτά τα οποία επιθεώρησε, ενέκρινε και επέλεξε η ίδια. Τα μάρμαρα, κεραμικά, είδη υγιεινής και αξεσουάρ που της παράδωσαν ήταν της ίδιας καλής ποιότητας και/ή αξίας με εκείνα που επέλεξε. Άνευ βλάβης και/ή διαζευκτικά ισχυρίζονται ότι η εναγόμενη ήταν αρκετά απαιτητική και συχνά άλλαζε γνώμη ως προς την ποιότητα των εμπορευμάτων που ήθελε να εγκαταστήσει στο υποστατικό. Ειδικότερα, μετά την αρχική προσφορά που της παρέδωσαν, τους ζητούσε προφορικά και/ή άλλως να αλλάξουν την ποιότητα των μαρμάρων και/ή κεραμικών και ειδών υγιεινής και/ή αξεσουάρ και να τα αντικαταστήσουν με άλλη ποιότητα η οποία τις πλείστες φορές ήταν μεγαλύτερης αξίας. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς της για την ποιότητα των εργασιών και/ή της τοποθέτησης των μαρμάρων και/ή κεραμικών και/ή ειδών υγιεινής και αξεσουάρ είναι η θέση τους ότι έγινε κυρίως από τους αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους που προσέλαβε η ίδια και ως εκ τούτου αυτοί δε φέρουν καμιά ευθύνη για τυχόν κακοτεχνίες ή χαμηλής ποιότητας εργασίες που αφορούν την τοποθέτηση των προαναφερόμενων εμπορευμάτων. Η ποιότητα των οικοδομικών υλικών που της παρέδωσαν, ήταν εκείνη ακριβώς που αυτή είχε παραγγείλει. Ουδέποτε παραπονέθηκε για την ποσότητα και ποιότητα των υλικών που της παραδόθηκαν και οι περί αντιθέτου ισχυρισμοί της αναφέρονται για πρώτη φορά, καθαρά εκδικητικά καθώς και για τη δημιουργία εντυπώσεων σε βάρος τους. Το μόνο ποσό που πληρώθηκε έναντι των οφειλών της είναι το ποσό των £10.000,00, με αποτέλεσμα να παραμένει υπόλοιπο μέχρι σήμερα, το συνολικό ποσό των £16.745,60 (€28.611,56). Οι λόγοι για τους οποίους προηγήθηκε εκτενής αναφορά στους δικογραφημένους ισχυρισμούς των διαδίκων, θα διαφανούν αργότερα. Στο σημείο αυτό θεωρώ σκόπιμο να επισημάνω ότι, προτού αρχίσει η ακρόαση της υπόθεσης, οι ακόλουθοι ισχυρισμοί των εναγόντων, με ρητή δήλωση της ευπαίδευτης δικηγόρου της εναγόμενης έγιναν παραδεκτοί από αυτή: Περί τα έτη 2005 - 2007, οι ενάγοντες πώλησαν στην εναγόμενη και τοποθέτησαν στην οικία της οικοδομικά υλικά (παράγραφος 3 της έκθεσης απαίτησης). Πριν από την παραλαβή των οικοδομικών υλικών, η εναγόμενη έκαμε την επιλογή τους τα οποία επιθεώρησε και ενέκρινε (παράγραφος 4 της έκθεσης απαίτησης). Ο εκ των διευθυντών των εναγόντων, Χαράλαμπος Χαραλάμπους (Μ.Ε.1) και η Άντρη Τόκα (Μ.Ε.2) είναι οι δύο μάρτυρες που κατάθεσαν στη δίκη για την υπόθεση των εναγόντων. Από την άλλη, μαρτυρία υπέρ της εναγόμενης (Μ.Υ.1) εκτός από την ίδια έδωσε και ο εκτιμητής/επιμετρητής ποσοτήτων Ανδρέας Πολυκάρπου (Μ.Υ.2). Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά και στη μαρτυρία - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Προτού υπεισέλθω σ' αυτό καθ' αυτό το έργο αξιολόγησης της μαρτυρίας όσων κατάθεσαν κατά την ακρόαση της αγωγής θεωρώ αναγκαίο να επισημάνω τα εξής: Καθώς έχει νομοληγηθεί (βλ. Βραχίμη ν. Κουλουμπρή

(1992)1 Α.Α.Δ. 836: «Η δικογραφία συνιστά το θεμέλιο της δίκης και αποτελεί το αποκλειστικό μέσο για τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων. Η σημασία των εγγράφων προτάσεων συνοψίζεται στο απόσπασμα που ακολουθεί από την απόφαση Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd) (Πολιτική Έφεση 7367, αποφασίστηκε στις 14/1/90 και θα δημοσιευτεί στους τόμους
(1990)1 Α.Α.Δ.): «Οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία· δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει. Ο επακριβής προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαιϊκο μας σύστημα και απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του. Η δίκη δρομολογείται, όπως επιγραμματικά ανάφερε ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Βασιλειάδης στην υπόθεση Homeros Th. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R., 180, (βλέπε επίσης Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R., 134) κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και η δίκη διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τραίνο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής». Βλέπε και τη Νεοφύτου κ.ά. ν. Γερακιώτη
(2010)1 Α.Α.Δ. 25, όπου με αναφορά στην προηγούμενη υπόθεση υποδεικνύεται ότι ένα Δικαστήριο δεν μπορεί να επεκτείνεται στην εξέταση άλλων θεμάτων έξω από και σε διάσταση με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς καθώς και τη Χ'' Μάρκου ν. Widehorizon (Capital Market) Ltd
(2010)1 A.A.Δ. 108, στην οποία επαναλαμβάνεται η πάγια και καλά καθιερωμένη αρχή, ότι, μαρτυρία η οποία εκφεύγει από το περιεχόμενο των εγγράφων προτάσεων δε λαμβάνεται υπόψη, αφού η δίκη τροχοδρομείται αυστηρά στη βάση των ισχυρισμών που περιέχονται στα δικόγραφα. Αυτό δε, όπως συνάγεται από τη Βαριάνου ν. Βορκά
(2010)1 Α.Α.Δ. 1541, ισχύει ακόμη και στην περίπτωση που τέτοια μαρτυρία εισάγεται χωρίς ένσταση. Έχοντας υπόψη όλες τις παραπάνω αρχές το πρώτο που διαπιστώνω είναι ότι, κατά τη δίκη υπήρξε θεμελιακή, θα έλεγα, απόκλιση, εκ μέρους και των δυο πλευρών αναφορικά με ουσιώδη θέματα της υπόθεσης που καλούμαι να επιλύσω. Το γεγονός αυτό, που ασφαλώς αποτελεί απαράδεκτη εκτροπή από τα δικονομικά θέσμια (σύμφωνα πάντοτε με τις προαναφερθείσες νομολογιακές αρχές) θα έχει επιπτώσεις, όχι τόσο επί της αξιοπιστίας των μαρτύρων, όσο, κυρίως, για σκοπούς στοιχειοθέτησης της υπόθεσης κάθε πλευράς και ιδιαίτερα των εναγόντων που έχουν και το βάρος απόδειξης της υπόθεσής τους εναντίον της εναγόμενης. Απ' εκεί και πέρα είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή και τους δύο μάρτυρες των εναγόντων καθώς και την εναγόμενη ενώ κατάθεταν ενόρκως ενώπιόν μου. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης, ενώ, ειδικά για το διευθυντή των εναγόντων καθώς και την εναγόμενη, ασφαλώς λαμβάνω σοβαρά υπόψη και προσωπικό συμφέρον που και οι δύο έχουν από την έκβαση της υπόθεσης. Ομολογώ ότι η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία και των δύο μαρτύρων που κατάθεσαν για την υπόθεση των εναγόντων καθώς και της εναγόμενης είναι αρνητική. Και οι τρεις υπέπεσαν σε σοβαρές αντιφάσεις, κάθε άλλο παρά σταθεροί και θετικοί ήσαν στις θέσεις τους αναφορικά με καίριας σημασίας θέματα που περιβάλλουν την υπόθεση, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις, από τις απαντήσεις τους σε διάφορες ερωτήσεις που τους υποβλήθηκαν, ήταν τελείως ξεκάθαρο, ότι, τα όσα ανάφεραν υπό μορφή απάντησης αποτελούσαν προϊόν υποθέσεων που έκαναν απλώς για να δώσουν κάποια απάντηση στην ερώτηση, παρά της γνώσης τους, έστω και εξ ακοής, αναφορικά με το γεγονός ή γεγονότα που κατά περίπτωση αφορούσε η ερώτηση. Απ' εκεί και πέρα είναι και το γεγονός, ότι προέβαλαν διάφορους ισχυρισμούς που παρέμειναν ατεκμηρίωτοι, είτε ακόμη που δεν υποβλήθηκαν στην άλλη πλευρά, για να της δοθεί η ευκαιρία, αν μη τι άλλο, να σχολιάσει. Τέλος, για να επαναλάβω, αρκετοί από τους ισχυρισμούς και θέσεις που προέβαλαν, ιδιαίτερα ο διευθυντής των εναγόντων καθώς και η εναγόμενη δεν καλύπτονται από τα δικόγραφα, είτε ακόμη συγκρούονται με αυτά. Ακολουθούν μερικά παραδείγματα από τη μαρτυρία και των τριών, τα οποία αιτιολογούν επαρκώς, πιστεύω, όλες τις παραπάνω διαπιστώσεις μου. Ειδικότερα: Ο εκ των διευθυντών των εναγόντων, Χαράλαμπος Χαραλάμπους (Μ.Ε.1), για σκοπούς κυρίως εξέτασης υιοθέτησε ως μέρος της το περιεχόμενο γραπτής κατάθεσης (τεκμήριο 1), ενώ απάντησε και σε διάφορες ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν από την ευπαίδευτη δικηγόρο των εναγόντων. Στη γραπτή του κατάθεση, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: Τον Οκτώβρη του 2004, η εναγόμενη μαζί με τους συνεργάτες της επισκέφθηκε τις εγκαταστάσεις των εναγόντων στη Λεμεσό με σκοπό την αγορά από αυτούς διάφορων οικοδομικών υλικών, για οικοδομή την οποία έκτιζε και αφού είδε διάφορα υλικά ζήτησε σχετική προσφορά. Οι ενάγοντες ετοίμασαν και της παρέδωσαν προσφορά με βάση τις επιλογές και οδηγίες της. Αυτή αποδέχθηκε την προσφορά και οι ενάγοντες, βάσει σύμβασης πώλησης, της αρχικής προσφοράς και των οδηγιών της καθώς και των αντιπροσώπων της, της πωλούσαν επί πιστώσει διάφορα οικοδομικά υλικά, γρανίτες και μάρμαρα. Μετά την τοποθέτηση των υλικών με βάση τις οδηγίες της, ετοίμασαν επιμέτρηση μέρους της εκτελεσθείσας εργασίας. Ακολουθούν τα σχόλιά μου: Ουσιώδης χρόνος σύμφωνα με την αγωγή είναι τα έτη 2005 - 2007 και όχι το 2004 που ανάφερε ο μάρτυρας, ενώ, ο ισχυρισμός του ότι οι ενάγοντες μετά την τοποθέτηση των υλικών με βάση της οδηγίες της εναγόμενης ετοίμασαν επιμέτρηση μέρους της εκτελεσθείσας εργασίας δεν είναι δικογραφημένος. Τέλος, ο ισχυρισμός του ότι οι ενάγοντες τοποθέτησαν τα υλικά βάσει οδηγιών της εναγόμενης συγκρούεται με την απάντηση που έδωσε στην πρώτη, κιόλας, ερώτηση που του υποβλήθηκε από τη δικηγόρο των εναγόντων. «Εσείς είχατε σχέση με τοποθέτηση υλικών και εμπορευμάτων;» ήταν η ερώτηση. Και η απάντησή του: «Καμιά σχέση. Μόνο με τον πάγκο και τον τοίχο της κουζίνας.» Ο τρόπος και η πρακτική της συναλλαγής - όπως αναφέρει ο μάρτυρας στην παράγραφο 6 της κατάθεσής του - ήταν να ετοιμάζουν οι ενάγοντες τα διάφορα υλικά τμηματικά, να τα παραδίδουν στην οικοδομή της εναγόμενης με σχετικό δελτίο αποστολής και αφού παραλαμβάνονταν τα υλικά, οι ενάγοντες να εξέδιδαν σχετικό τιμολόγιο επί πιστώσει. Όσα υλικά δε χρησιμοποιούνταν ή στέλλονταν για επιλογή μετά την επιστροφή τους από την εναγόμενη, οι ενάγοντες θα εξέδιδαν πιστωτική σημείωση. Οι ενάγοντες θα τηρούσαν κατάσταση λογαριασμού στην οποία θα χρέωναν τα τιμολόγια επί πιστώσει και θα πίστωναν τις πληρωμές της εναγόμενης και την αξία των επιστραφέντων υλικών. Κατά την αντεξέταση του μάρτυρα προέκυψε ότι, σχεδόν, για όλους τους παραπάνω ισχυρισμούς του, υπόθεση είναι που έκανε παρά καταγραφή γεγονότων τα οποία γνωρίζει προσωπικά ο ίδιος, είτε ακόμη, έστω κάποιος άλλος τον οποίο να κατονομάζει, κυρίως όμως προέκυψε ότι τα διάφορα οικοδομικά υλικά που αποτελούν το αντικείμενο των επίδικων συναλλαγών μεταξύ των διαδίκων αφορούν σε δύο κατοικίες και όχι μία, όπως είναι η δικογραφημένη θέση των εναγόντων και όπως αναφέρει ο μάρτυρας στη γραπτή του κατάθεση. Και το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: δεδομένου ότι η βάση της αγωγής των εναγόντων που προωθήθηκε κατά τη δίκη είναι οφειλόμενο υπόλοιπο δυνάμει κατάστασης λογαριασμού επί πιστώσει (αυτό ισχυρίζεται και η ευπαίδευτη δικηγόρος των εναγόντων στη σελίδα 22 της γραπτής αγόρευσής της) διερωτώμαι πώς μπορούν οι ενάγοντες που δικογραφικά ισχυρίζονται ότι το κατ' ισχυρισμό τους χρεωστικό υπόλοιπο της εναγόμενης - βάσει του λογαριασμού επί πιστώσει που τηρούσαν για τις διάφορες συναλλαγές τους που είχαν μαζί της - είναι σε σχέση με τα διάφορα υλικά που της πώλησαν, παρέδωσαν και τοποθέτησαν στην οικία της, με τη μαρτυρία του διευθυντή τους, να ισχυρίζονται ότι όλα αυτά, επομένως και το χρεωστικό υπόλοιπο της εναγόμενης αφορούν σε δύο κατοικίες της. Έπειτα, ο ισχυρισμός του μάρτυρα ότι οι ενάγοντες παρέδιδαν τμηματικά τα διάφορα υλικά στην οικοδομή της εναγόμενης με σχετικό δελτίο αποστολής και αφού παραλαμβάνονταν τα υλικά, οι ενάγοντες εξέδιδαν σχετικό τιμολόγιο επί πιστώσει είναι τουλάχιστον ανακριβής, αφού, αρκετά από τα επίδικα τιμολόγια δε συνοδεύονται από δελτίο αποστολής (βλ. το τεκμήριο 22, για το ποσό των £1.004,24, το οποίο μάλιστα είναι και ανυπόγραφο εκ μέρους του παραλήπτη, το τεκμήριο 47, για το ποσό των £747,73, που επίσης είναι ανυπόγραφο εκ μέρους του παραλήπτη, το τεκμήριο 55, για το ποσό των £437,63, επίσης ανυπόγραφο εκ μέρους του παραλήπτη, το τιμολόγιο με αριθμό 18944, για το ποσό των £14,90 - μέρος του τεκμηρίου 56 - κι αυτό ανυπόγραφο εκ μέρους του παραλήπτη και τέλος, το τεκμήριο 64, για το ποσό των £1.922,17). Σύμφωνα πάντοτε με το μάρτυρα και τη γραπτή του κατάθεση (βλ. την παράγραφο 8), όπως φαίνεται και από την κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 4), η εναγόμενη παράγγειλε και παρέλαβε υλικά, αξίας £32.657,90 από τα οποία επέστρεψε με πιστωτικά σημειώματα υλικά, αξίας £3.434,05 και πλήρωσε έναντι του λογαριασμού το συνολικό ποσό των £10.000,00, με αποτέλεσμα ο λογαριασμός επί πιστώσει, στις 15.9.2005 να έχει οφειλόμενο υπόλοιπο, το ποσό των £19.747,
  1. Σύμφωνα τώρα με τη δεύτερη κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 77) στην οποία φαίνονται οι ίδιες εγγραφές που φαίνονται και στην κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 4), με πιστωμένο ακόμη ένα σημείωμα για επιστραφέντα εμπορεύματα, ημερομηνίας 10.8.2007, αξίας £3.001,50, το οφειλόμενο υπόλοιπο είναι £16.745,60 (€28.611,56). Παρατηρώ τα εξής: Εκτός του ότι ο μάρτυρας, ουδεμία προσωπική ανάμειξη, εμπλοκή ή γνώση είχε είτε κατά την ετοιμασία των δύο καταστάσεων λογαριασμού είτε για οποιοδήποτε στοιχείο είναι καταχωρημένο σ' αυτές, στο περιεχόμενο των οποίων οι ενάγοντες επιδιώκουν να θεμελιώσουν την αξίωσή τους εναντίον της εναγόμενης είναι και το γεγονός, ότι, ο μάρτυρας, στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, αλλά και κατά την αντεξέτασή του επιχείρησε να με πείσει ότι ποσό £2.000,00 που κατέβαλε η εναγόμενη στους ενάγοντες με δύο επιταγές, έναντι του επίδικου λογαριασμού της, αν και κατατέθηκε σε προσωπικό του λογαριασμό, εντούτοις λογίστηκε έναντι του χρέους της εναγόμενης προς τους ενάγοντες, διευκρινίζοντας ότι, εκ λάθους δήθεν, στο λογαριασμό της εναγόμενης καταχωρήθηκε ως επιστροφή εμπορευμάτων. Συγκεκριμένα, με αναφορά στο τεκμήριο 77, κληθείς από την ευπαίδευτη δικηγόρο των εναγόντων να εξηγήσει την καταχώρηση ημερομηνίας 22.3.2005, σύμφωνα με την οποία το ποσό των £2.300,00 αναφέρεται ως επιστροφή εμπορευμάτων (το ίδιο αναφέρεται και στην κατάσταση λογαριασμού - τεκμήριο 4 - ) ισχυρίστηκε ότι έγινε λάθος από το λογιστήριο. Συγκεκριμένα, όπως είπε, αντί να βγάλουν απόδειξη έναντι λογαριασμού έβγαλαν πιστωτική σημείωση που αφαιρέθηκε από το λογαριασμό της εναγόμενης. Το ποσό αυτό, πρόσθεσε, πληρώθηκε με επιταγές. Αντεξεταζόμενος επανέλαβε περίπου τα ίδια και στην ερώτηση πώς και πότε αντιλήφθηκαν ότι έγινε το συγκεκριμένο λάθος απάντησε ως εξής: «Μετά, όταν κάνανε έλεγχο και είδαμε ότι έγινε λάθος από απόδειξη πληρωμής έγινε credit note.» Ωστόσο, δε θυμόταν πότε ακριβώς έγινε αντιληπτό το λάθος. Απαντώντας σε διάφορες άλλες ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν για το ίδιο θέμα, μεταξύ άλλων ανάφερε και τα εξής: Η πληρωμή που έγινε - με επιταγή - ήταν για £2.000,00 και έγινε credit note £2.300,
  2. Η σχετική διαφορά είναι το Φ.Π.Α £300,
  3. Το πόσο παράλογο, συν τοις άλλοις είναι το τελευταίο που ανάφερε ο μάρτυρας καταφαίνεται και από αυτά που ισχυρίστηκε στη συνέχεια. Συγκεκριμένα, όταν του υποδείχθηκε από την κα Χριστοδουλίδου το τεκμήριο 39 με τίτλο "credit return", ημερομηνίας 22.3.2005 και για το ποσό των £2.300,00 από το οποίο προκύπτει ότι στις 22.3.2005 υπήρξε πράγματι επιστροφή εμπορευμάτων, συνολικής αξίας £2.300,00 και κλήθηκε να πει γιατί εκδόθηκε από τους ενάγοντες το σχετικό σημείωμα, εάν, όπως ήταν η θέση του, το λογιστήριο των εναγόντων, εκ λάθους καταχώρησε στις καταστάσεις λογαριασμού το ποσό των £2.000,00 που εναγόμενη πλήρωσε έναντι του χρέους της, ως επιστροφή εμπορευμάτων ισχυρίστηκε ότι και αυτό (δηλαδή το τεκμήριο 39) γράφτηκε κατά λάθος από το λογιστήριο. Η δεινή θέση στην οποία βρέθηκε υπό το βάρος της αντεξέτασης στην οποία υποβλήθηκε συναφώς με το θέμα καταφαίνεται από την απάντησή του στην επόμενη ερώτηση που του έγινε («Πώς ήξεραν στο λογιστήριο τα εμπορεύματα και τα κατέγραψαν;»). Και η απάντησή του: «Δυστυχώς γίνονται και αυτά τα λάθη ορισμένες φορές, γι' αυτό κάνουμε του ελέγχους μετά.» Έχω τη γνώμη, πως, όχι άδικα του υποβλήθηκε στη συνέχεια ότι ψεύδεται και τούτο, επειδή γνώριζε τον ισχυρισμό της εναγόμενης πως είχε πληρώσει με δύο επιταγές (τεκμήρια 78 και 79) το ποσό των £2.000,00 το οποίο ουδέποτε πιστώθηκε στο λογαριασμό της. Βασικά, ο μάρτυρας, ούτε λίγο ούτε πολύ αυτό που ισχυρίζεται και θέλει να γίνει πιστευτός είναι το εξής: το ποσό των £2.000,00 που η εναγόμενη κατέβαλε στους ενάγοντες στις 22.3.2005, έναντι του επίδικου λογαριασμού της, με τις δύο επιταγές των £1.000,00 (οι οποίες, παρεμπιπτόντως εκδόθηκαν στο όνομα του μάρτυρα - και όχι των εναγόντων - και κατατέθηκαν σε προσωπικό του λογαριασμό) εκ λάθους δεν καταχωρήθηκε στη σχετική κατάσταση λογαριασμού που οι ενάγοντες τηρούσαν για τις επίδικες συναλλαγές τους με την εναγόμενη. Παρόλα αυτά, το ποσό των επιταγών, εν τέλει λογίστηκε έναντι του χρέους της εναγόμενης και πιστώθηκε στο λογαριασμό της, αφού η σχετική σημείωση επιστροφής εμπορευμάτων (τεκμήριο 39), συνολικής αξίας £2.300,00, εκ λάθους εκδόθηκε. Περαιτέρω δε, μολονότι εκδόθηκε για μεγαλύτερο ποσό και σ' αυτή αναγράφονται συγκεκριμένα προϊόντα που έχουν επιστραφεί, κατά το μάρτυρα πάντοτε, αυτό δεν ισχύει. Αποτελεί και αυτό ακόμη ένα λάθος του λογιστηρίου των εναγόντων. Η ευκολία με την οποία ο διευθυντής των εναγόντων κατέφυγε στο ψεύδος προκειμένου να αιτιολογήσει το γεγονός, ότι, το ποσό των £2.000,00 που κατέβαλε η εναγόμενη προς τους ενάγοντες έναντι του χρέους της, αντί να πιστωθεί στο λογαριασμό που τηρούσαν γι' αυτή οι τελευταίοι κατέληξε σε προσωπικό του λογαριασμό είναι εκπληκτική. Ιδιαίτερα το γεγονός, ότι, στην προσπάθειά του να γίνει πιστευτός έφθασε στο σημείο να ισχυρίζεται ότι εκ λάθους οι ενάγοντες εξέδωσαν τη σημείωση επιστροφής εμπορευμάτων στην οποία αναφέρονται συγκεκριμένα εμπορεύματα που επιστράφηκαν, συνολικής αξίας £2.300,00 πλήττει καίρια την αξιοπιστία του ως μάρτυρα και τον εκθέτει ως εντελώς αναξιόπιστο μάρτυρα. Ούτε και μου διαφεύγει ότι οι ενάγοντες, με την απάντησή τους στην υπεράσπιση της εναγόμενης αρνούνται και απορρίπτουν το περιεχόμενο της παραγράφου 8 της υπεράσπισης, με την οποία, η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι εξέδωσε και παρέδωσε δύο επιταγές, συνολικής αξίας €3.417,20 (£2.000,00) καταλογίζοντας στους ενάγοντες ότι αρνήθηκαν να εκδώσουν σχετική απόδειξη. Αναφορικά με τον ισχυρισμό του ότι το τεκμήριο 3 είναι επιμετρήσεις που έχουν γίνει στο σπίτι για τα εμπορεύματα που έχουν παραδώσει περιορίζομαι να πως τα εξής: ο μάρτυρας, εκτός του ότι αργότερα ισχυρίστηκε ότι τα διάφορα οικοδομικά υλικά που πώλησαν και παρέδωσαν στην εναγόμενη ήταν για δύο κατοικίες και όχι μία, όπως είναι και δικογραφημένη θέση των εναγόντων, ούτε και ήταν σε θέση να αναλύσει και επεξηγήσει το σχετικό έγγραφο, που ειρήσθω εν παρόδω, δεν έχει ετοιμαστεί από τον ίδιο. Αυτός, ουδεμία ανάμειξη είχε κατά την ετοιμασία του μα ούτε και γνωρίζει προσωπικά για οτιδήποτε περιέχεται σ' αυτό, το οποίο αποτελείται από 12 κόλλες και περιέχει σωρεία χειρόγραφων σημειώσεων, άγνωστο ποιος τις έχει θέσει και που εν πάση περιπτώσει, από το περιεχόμενό του, δεν μπορεί να εξαχθεί κανένα συμπέρασμα σε σχέση με οποιοδήποτε θέμα της υπόθεσης. Με μια φράση, το εν λόγω έγγραφο υπέχει μηδενικής αποδεικτικής αξίας. Όσα ακολουθούν είναι από την αντεξέταση του μάρτυρα. Κληθείς να εξηγήσει γιατί ανάμεσα στα διάφορα τιμολόγια - τεκμήρια υπάρχουν κάποια στα οποία δεν επισυνάπτεται σχετικό δελτίο αποστολής ισχυρίστηκε ότι ίσως μερικά τιμολόγια να πήγαιναν απευθείας στον ιδιοκτήτη, ίσως και να έχουν χαθεί με την πάροδο του χρόνου. Πέραν από το προφανές, που είναι η υπόθεση την οποία έκανε επί του προκειμένου ο μάρτυρας είναι και το γεγονός, ότι, ο παραπάνω ισχυρισμός του συγκρούεται με τον ισχυρισμό του της παραγράφου 6 της γραπτής του κατάθεσης, σύμφωνα με τον οποίο, τα διάφορα υλικά παραδίδονταν στην οικοδομή της εναγόμενης τμηματικά με σχετικό δελτίο αποστολής και αφού παραλαμβάνονταν, οι ενάγοντες εξέδιδαν σχετικό τιμολόγιο. Η ευκολία με την οποία ο μάρτυρας μετακινιόταν από τη μια θέση στην άλλη και υπέπιπτε συνεχώς σε αντιφάσεις καταφαίνεται και από την απάντησή του στην υποβολή ότι τα δελτία παραλαβής (αποστολής μάλλον ήθελε να πει η συνήγορος), με εξαίρεση λίγα από αυτά, δεν υπογράφτηκαν ποτέ, είτε από την εναγόμενη είτε από νόμιμο αντιπρόσωπό της. Η απάντησή του ακολουθεί αυτούσια: «Έχω παραδώσει και ό, τι έχω παραδώσει έχουν βγει δελτία αποστολής και τιμολόγια και μάλιστα όλα δεν είχαν καμιά αμφισβήτηση από τους ίδιους.» Το γεγονός ότι αριθμός τιμολόγιων που έχουν κατατεθεί δε συνοδεύονται από σχετικό δελτίο αποστολής σε συνδυασμό και με το επίσης γεγονός, ότι, αρκετά τιμολόγια καθώς και δελτία αποστολής δεν είναι υπογεγραμμένα από τον παραλήπτη αναδεικνύουν το μέγεθος της αντίφασης στην οποία υπέπεσε ο μάρτυρας. Την ίδια ώρα, τα δύο αυτά γεγονότα το φέρνουν σε σύγκρουση και με την πραγματική μαρτυρία - που είναι τα σχετικά τιμολόγια και δελτία αποστολής - , με ό, τι αυτό συνεπάγεται σε επίπεδο επιπτώσεων επί της αξιοπιστίας του, πέραν από την αποδεικτική αξία της πραγματικής μαρτυρίας, γενικά ως θέμα αρχής. Ερωτηθείς γιατί οι δύο επιταγές (τεκμήρια 78 και 79, ανωτέρω) έχουν ως κομιστή τον ίδιο και όχι τους ενάγοντες ισχυρίστηκε ότι το όνομα στις επιταγές το έχει γράψει η κόρη του και τις κατάθεσε στο λογαριασμό του. Απαντώντας στην επόμενη ερώτηση που του υποβλήθηκε ισχυρίστηκε ότι ίδιος είπε στην κόρη του να μπουν στο λογαριασμό του οι επιταγές, επειδή έτσι ήθελε να γίνει. Ερωτηθείς στη συνέχεια εάν σε σχέση με τις υπόλοιπες πληρωμές υπήρξε και άλλη φορά που εκδόθηκαν επιταγές στο όνομά του, «Μπορεί στο όνομά μου μπορεί στην εταιρεία.» απάντησε. Όχι μόνο δε δικογραφείται κάτι ανάλογο από τους ενάγοντες, αλλά και ο ίδιος, στη γραπτή του κατάθεση και συγκεκριμένα στην παράγραφο 6 και πάλιν ισχυρίζεται ότι η πρακτική που ακολουθούσαν οι ενάγοντες για τις επίδικες συναλλαγές τους με την εναγόμενη ήταν να πιστώνουν τις διάφορες πληρωμές της, στην κατάσταση λογαριασμού που τηρούσαν. Πέραν από την προφανή αντίφαση ανακύπτει και το εξής, καίριας σημασίας ερώτημα: δεδομένης της έμμεσης ομολογίας του διευθυντή των εναγόντων ότι μπορεί να υπήρξαν και άλλες φορές που η εναγόμενη εξέδωσε επιταγή στο όνομά του έναντι των οφειλών της προς τους ενάγοντες σε συνδυασμό και με το γεγονός, ότι, αυτή, ουδέποτε αποδέχθηκε το κατ' ισχυρισμό των εναγόντων χρεωστικό υπόλοιπο που δεικνύει η κατάσταση λογαριασμού που οι ενάγοντες τηρούσαν για τις μεταξύ τους επίδικες συναλλαγές και δοσοληψίες (ούτε με τα δικόγραφά τους ισχυρίζονται κάτι τέτοιο) διερωτώμαι ειλικρινά, πώς μπορώ να θεωρήσω ως ορθό, αληθινό και πραγματικά οφειλόμενο το ποσό που δεικνύει η επίδικη κατάσταση λογαριασμού, την οποία ετοίμασαν μονομερώς οι ενάγοντες, τη στιγμή που δεν αποκλείεται η εναγόμενη να προέβη και σε διάφορες άλλες πληρωμές σ' αυτούς με επιταγή ή επιταγές, οι οποίες, ωστόσο, επειδή έτσι ήθελε ο διευθυντής τους εκδόθηκαν και πάλιν στο όνομά του και κατατέθηκαν σε προσωπικό του λογαριασμό, αντί να εκδοθούν και κυρίως να κατατεθούν στον επίδικο λογαριασμό της εναγόμενης και να λογιστούν έναντι του χρέους της προς τους ενάγοντες; Σε συνέχεια των προηγούμενων, ο ισχυρισμός του μάρτυρα, ότι η πληρωμή με τις δύο επιταγές έγινε στην εταιρεία (δηλαδή στους ενάγοντες) και όχι στο όνομά του αποτελεί νέα κραυγαλέα αντίφαση στην οποία υπέπεσε. Είναι ολοφάνερο ότι ο μάρτυρας, πολύ γρήγορα έχει ξεχάσει ότι μερικά μόλις δευτερόλεπτα προηγουμένως, όχι απλώς ομολόγησε ότι οι δύο επιταγές κατατέθηκαν σε προσωπικό του λογαριασμού, αλλά, και με κάπως, αυστηρό, θα έλεγα ύφος ισχυρίστηκε ότι αυτό έγινε επειδή αυτός είπε να γίνει και επειδή έτσι ήθελε να γίνει. Ο ισχυρισμός του πως όταν βρέθηκε τελευταία φορά με την εναγόμενη καθώς και το σύζυγο της, τους εξήγησε το λάθος που είχε γίνει με τις δύο επιταγές οπότε και έδωσε στον τελευταίο το τιμολόγιο - τεκμήριο 39 - ο οποίος το υπόγραψε τον αφήνει πολλαπλά εκτεθειμένο. Καταρχήν, αυτό που είπε το φέρνει σε σύγκρουση με το περιεχόμενο του υπό αναφορά τεκμηρίου, επί του οποίου υπάρχει υπογραφή μόνο στη θέση του εκδότη. Ακολούθως είναι και το γεγονός, ότι, ουδέποτε υποβλήθηκε κάτι ανάλογο στην εναγόμενη, για να της δοθεί η ευκαιρία, τουλάχιστον να σχολιάσει. Έπειτα, δεν αντιλαμβάνομαι προς τι η ανάγκη για υπογραφή του τεκμηρίου 39, είτε από την εναγόμενη είτε από το σύζυγό της, τη στιγμή που υποτίθεται ότι το εν λόγω έγγραφο εκδόθηκε εκ λάθους, που με απλά λόγια σημαίνει ότι, ουδέποτε έγινε επιστροφή των υλικών που αναφέρονται σ' αυτό. Ο ισχυρισμός του ότι η εναγόμενη έλεγε ότι θα πήγαινε στο εργοστάσιο να τους ξοφλήσει συγκρούεται με το περιεχόμενο της παραγράφου 6 της έκθεσης απαίτησης, με την οποία οι ενάγοντες ισχυρίζονται ακριβώς το αντίθετο. Συγκεκριμένα, ότι αξίωσαν επανειλημμένα από την εναγόμενη πληρωμή του ποσού που τους οφείλει, η οποία ωστόσο παρέλειψε και/ή αρνήθηκε και/ή αμέλησε να συμμορφωθεί. Τέλος, ο ισχυρισμός του ότι η επιμέτρηση (τεκμήριο 3) ετοιμάστηκε για να ελέγξει τα εμπορεύματα που πήγαν στην οικία στην Εκάλη, διερωτώμαι τι νόημα μπορεί να έχει τη στιγμή που ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να επεξηγήσει έστω και ένα από τα διάφορα στοιχεία που περικλείονται στο έγγραφο, το οποίο, για να επαναλάβω, ούτε ετοιμάστηκε από τον ίδιο μα ούτε και φέρει οπουδήποτε την υπογραφή του. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ προκειμένου να αναδείξω το μέγεθος της αναξιοπιστίας του διευθυντή των εναγόντων ως μάρτυρα, του οποίου η μαρτυρία, επί της ουσίας - και αυτή ασφαλώς αφορά στο κατ' ισχυρισμό των εναγόντων χρεωστικό υπόλοιπο της εναγόμενης, δυνάμει της κατάστασης λογαριασμού επί πιστώσει που τηρούσαν γι' αυτή και τις μεταξύ τους επίδικες συναλλαγές - απορρίπτεται ως αναξιόπιστη και ψευδής. Υπεισέρχομαι τώρα και σε μέρος όσων ανάφερε η Άντρη Τόκα (Μ.Ε.2), η οποία όπως είπε (χωρίς να έχει αμφισβητηθεί από την εναγόμενη) στον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν στο λογιστήριο των εναγόντων. Στην κυρίως εξέταση, μεταξύ άλλων ισχυρίστηκε τα εξής: Γνωρίζει την εναγόμενη η οποία κάθε πρωί πηγαίνοντας στο γραφείο ήταν εκεί και έπινε τον καφέ της, οπότε γνωρίζει όλα τα θέματα που την αφορούσαν. Ερωτηθείσα πότε εκδίδονται τα τιμολόγια απάντησε ως εξής: «Αφού έλθουν στο λογιστήριο τα δελτία αποστολής μετά που γίνεται η παράδοση εμπορευμάτων. Αυτό μπορεί να γίνει σε διάστημα μίας μέρας, μίας βδομάδας ανάλογα με το φόρτο εργασίας. Υπάρχουν και περιπτώσεις λίγες όπου μπορεί να εκδοθεί αμέσως το τιμολόγιο, χωρίς να εκδοθεί δελτίο αποστολής. Σ' αυτές τις περιπτώσεις, ο πελάτης παραλαμβάνει αμέσως το εμπόρευμα του από το εργοστάσιο.» Στην ερώτηση, «Επομένως, για να τιμολογηθούν εμπορεύματα πρέπει να έχουν ήδη παραληφθεί;» «Φυσικά. Τα δελτία αποστολής είναι πάντοτε υπογραμμένα.» ήταν η απάντηση. Εκτός του ότι 8 από τα επίδικα δελτία αποστολής δεν είναι υπογραμμένα από τον φερόμενο παραλήπτη των εμπορευμάτων είναι και ο γεγονός, ότι, ο διευθυντής των εναγόντων, ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι η εναγόμενη παράλαβε οποτεδήποτε εμπορεύματα από το εργοστάσιο. Στη γραπτή του κατάθεση ισχυρίζεται ότι τα διάφορα υλικά παραδίδονταν τμηματικά στην οικοδομή της εναγόμενης, ενώ, αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι τα διάφορα εμπορεύματα που κατασκεύαζαν για την εναγόμενη τα παραλάμβαναν οι αντιπρόσωποί της, ένας σε κάθε σπίτι. Οι δύο πρώτες αντιφάσεις στις οποίες υπέπεσε η μάρτυρας και μάλιστα εντελώς αβίαστα - στο στάδιο της κυρίως εξέτασης - αποτελούν ήδη γεγονός. Υπεισέρχομαι τώρα και σε μέρος όσων ανάφερε αντεξεταζόμενη. Ειδικότερα: Ερωτηθείσα εάν από τότε που ξεκίνησε η συνεργασία της εναγόμενης με τους ενάγοντες, η ίδια είχε αποκλειστικά το χειρισμό του λογαριασμού της εναγόμενης, «Είμαστε δύο άτομα στο λογιστήριο. Υπάρχουν τιμολόγια που εξέδωσα εγώ και άλλα που εξέδωσε η συνάδελφος.» απάντησε. Αν προστεθεί και η κόρη του διευθυντή των εναγόντων, η οποία, τουλάχιστον σε μία περίπτωση, δύο επιταγές που παράδωσε η εναγόμενη για το συνολικό ποσό των £2.000,00, της κατάθεσε στον προσωπικό λογαριασμό του πατέρα της κατόπιν οδηγιών του και όχι στο λογαριασμό που τηρούσαν οι ενάγοντες επ' ονόματι της εναγόμενης, για τις μεταξύ τους, επίδικες δοσοληψίες και συναλλαγές γίνεται εύκολα κατανοητό, πόσο «ασφαλές» είναι να αποδεχθώ και θεωρήσω ως οφειλόμενο από την εναγόμενη προς τους ενάγοντες, το αναγραφόμενο στην επίδικη κατάσταση λογαριασμού χρεωστικό υπόλοιπό της προς τους ενάγοντες. Η προσπάθειά της να καλύψει το διευθυντή των εναγόντων, συναφώς με την εκδοχή του για την πληρωμή από την εναγόμενη με τις δύο επιταγές, του ποσού των £2.000,00 το οποίο, αντί να καταχωρηθεί στην κατάσταση λογαριασμού ως πληρωμή, εκ λάθος δήθεν καταχωρήθηκε ως επιστροφή εμπορευμάτων για το συνολικό ποσό των £2.300,00 εκθέτει και την ίδια ως αναξιόπιστη μάρτυρα, ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη η έμμεση ομολογία της, ότι, μολονότι είχε την ευθύνη μαζί με ακόμη ένα άτομο στο νευραλγικό πόστο του λογιστηρίου των εναγόντων επέτρεπαν στην κόρη του διευθυντή των εναγόντων - την οποία μάλιστα χαρακτήρισε μικρή - να έχει πρόσβαση στο λογιστήριο και στην προκειμένη περίπτωση να προβαίνει σε καταχωρήσεις στο λογαριασμό της εναγόμενης. Με αυτό δεδομένο, τίθεται το ερώτημα ποιος μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο, το συγκεκριμένο λάθος που έγινε από τη μικρή κόρη του διευθυντή των εναγόντων, να μην ήταν και το μόνο που έγινε αλλά, να έχουν γίνει και άλλα, ενδεχομένως ακόμη πιο σοβαρά; Κανείς είναι η απάντηση. Φυσικά, ότι η μάρτυρας δεν εννοούσε αυτά που είπε περί λάθους και ότι τα είπε απλώς για να ενισχύσει και επιβεβαιώσει τον αναληθή ισχυρισμό του διευθυντή των εναγόντων αποδεικνύεται και από αυτά που ανάφερε στη συνέχεια συναφώς με το θέμα. Όταν της υποδείχθηκε πως, δεδομένου του ισχυρισμού της ότι πρόκειται περί λάθους, το γεγονός ότι το ποσό των £2.000,00 που πλήρωσε η εναγόμενη, στην κατάσταση λογαριασμού καταχωρήθηκε ως επιστροφή εμπορευμάτων συμφώνησε πως, όταν εντοπίστηκε το λάθος, το ποσό αυτό, θα έπρεπε να εμφαίνεται στην κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 4) και να αναγράφεται ως απόδειξη και όχι επιστροφή εμπορευμάτων. Όταν όμως της ζητήθηκε να εξηγήσει για ποιο λόγο, ενώ η πληρωμή από τη εναγόμενη ήταν για το ποσό των £2.000,00, μετά τον εντοπισμό του λάθους πιστώθηκε ο λογαριασμός της με £2.300,00, «Αυτό είναι προς όφελος της πελάτισσας σας. Από τη στιγμή που έγινε το λάθος και ήταν και το Φ.Π.Α θεωρώ ότι ήταν υπέρ της πελάτισσάς σας.» ήταν μέρος της απάντησής της. Διερωτώμαι ειλικρινά πόσο σοβαρή μπορεί να θεωρηθεί η διαχείριση των λογιστικών και γενικότερα των οικονομικών υποθέσεων των εναγόντων, τη στιγμή που, ενώ εισέπραξαν το ποσό των £2.000,00 έναντι του χρέους κάποιου πελάτη τους ισχυρίζονται ότι, εκ λάθους αρχικά καταχώρησαν στο λογαριασμό του πελάτη μεγαλύτερο ποσό υπό μορφή επιστροφής εμπορευμάτων διατηρώντας, ωστόσο, τη σχετική - λάθος καταχώρηση και μετά τη διαπίστωση του λάθους, επειδή δήθεν αυτό ήταν προς όφελος του πελάτη. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ, παρά μόνο να πω τούτο∙ εάν η μάρτυρας καθώς και ο διευθυντής των εναγόντων ήθελαν να γίνουν πιστευτοί γύρω από το θέμα, αυτό που όφειλαν να κάνουν ήταν να διορθώσουν την κατάσταση λογαριασμού στο σχετικό μέρος, κάτι που όχι μόνο δεν έκαναν αλλά, αντίθετα και οι δύο επέμεναν να αποδίδουν διαφορετική ερμηνεία στο περιεχόμενο του τεκμηρίου 4, έναντι εκείνης που κατά λογική και πραγματική ερμηνεία προκύπτει στην προκειμένη περίπτωση, την οποία επαναλαμβάνω. Ενώ παρέλειψαν να καταχωρήσουν το ποσό των £2.000,00 που η εναγόμενη κατέβαλε έναντι του χρέους της, την ίδια ώρα επιχειρούν να με πείσουν πως δεν επιστράφηκαν από αυτή τα εμπορεύματα, συνολικής αξίας £2.300,00, τα οποία αναφέρονται αναλυτικά στο τεκμήριο 39 και για τα οποία, σχετική καταχώρηση έχει γίνει και στις δύο καταστάσεις λογαριασμού που οι ενάγοντες έχουν ετοιμάσει και που με δική τους πρωτοβουλία έχουν γίνει τεκμήρια στην υπόθεση. Εκεί όπου πραγματικά τα έχασε η μάρτυρας, ήταν όταν κλήθηκε να εξηγήσει γιατί στην πιστωτική σημείωση επιστροφής προϊόντων (τεκμήριο 39) αναγράφονται συγκεκριμένα προϊόντα που έχουν επιστραφεί αφού πρόκειται περί λάθους η σχετική καταχώρηση στις καταστάσεις λογαριασμού και υποτίθεται πως κάτι τέτοιο δεν είχε γίνει. Ακολουθεί αυτούσια η απάντησή της: «Σε επιστροφή εμπορευμάτων, βασικά έγινε ένα λάθος από το λογιστήριο, τούτο ήταν το λάθος που είχαμε κάνει και σε πιστωτική σημείωση δεν μπορεί να μην γράφει τίποτε όταν είναι επιστροφή εμπορευμάτων.» Αυτό που αντιλαμβάνομαι από την απάντηση της είναι το εξής: επειδή έγινε το κατ' ισχυρισμό και αυτής λάθος, η πιστωτική σημείωση επιστροφής εμπορευμάτων κατασκευάστηκε εκ του μη όντως εκ μέρους τους, για να διορθωθεί το λάθος. Το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι αυτό αποτελεί λογιστική αλχημεία. Η απάντηση της μάρτυρος στην υποβολή, ότι κανένα λάθος έγινε και ότι επιστράφηκαν τα εμπορεύματα και ορθά εκδόθηκε η πιστωτική σημείωση - τεκμήριο 39 - είναι αποκαλυπτική της σύγχυσης από την οποία κυριεύθηκε η μάρτυρας, υπό το βάρος της αντεξέτασης στην οποία υποβλήθηκε συναφώς με το θέμα. Ακολουθεί και αυτή αυτούσια. «Εγώ θα σημειώσω μόνο ότι αν η διαφορά μας με αυτή την κυρία που μας χρωστά 5 χρόνια είναι £2.000,00, ας μας δώσει τα υπόλοιπα και τους τόκους και χαλάλι της.» Φυσικά, ουδέποτε αναφέρθηκε στο υπόλοιπο που είχε υπόψη της και αυτό αποτελεί ακόμη ένα στοιχείο δηλωτικό της αδυναμίας της υπόθεσης των εναγόντων, δεδομένου ότι (για να επαναλάβω) βάση της αγωγής τους είναι χρεωστικό υπόλοιπο δυνάμει κατάστασης λογαριασμού επί πιστώσει, την οποία, ωστόσο, κανένας από τους δύο μάρτυρές τους, αισθάνθηκε την ανάγκη να αναλύσει και επεξηγήσει για σκοπούς τεκμηρίωσης του αναφερόμενου σ' αυτή χρεωστικού υπολοίπου της εναγόμενης. Ο ισχυρισμός της ότι το τιμολόγιο - τεκμήριο 47 - συνοδεύεται από δελτίο αποστολής το οποίο κάπου έχει παραπέσει τη φέρνει σε αντίθεση με τον ισχυρισμό της κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης ότι υπάρχουν λίγες περιπτώσεις που μπορεί να εκδοθεί αμέσως τιμολόγιο, χωρίς να εκδοθεί δελτίο αποστολής και συγκεκριμένα, όταν ο πελάτης παραλαμβάνει αμέσως το εμπόρευμά του από το εργοστάσιο. Φυσικά, δεν μπορώ παραβλέψω και την ευκολία με την οποία η μάρτυρας αιτιολόγησε το γεγονός που της υποβλήθηκε αν και δεν εξήγησε πώς γνωρίζει ότι εκδόθηκε δελτίο παραλαβής συναφώς με τα εμπορεύματα που αναφέρονται στο τιμολόγιο - τεκμήριο 47 - το οποίο, όπως είπε κάπου έχει παραπέσει. Τέλος, η ομολογία της ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει αν παραδόθηκαν τα επίδικα προϊόντα, κάτι για το οποίο, όπως είπε υποθέτει ότι παραλήφθηκαν αποδομεί περαιτέρω την ούτως ή άλλως διάτρητη υπόθεση των εναγόντων, ενώ την ίδια ώρα αναδεικνύει ότι, ενδεχομένως, βάσιμα της υποβλήθηκε ότι επί της κατάστασης λογαριασμού - τεκμήριο 4 - υπάρχουν χρεώσεις οι οποίες δεν έπρεπε να χρεωθούν στο λογαριασμό της εναγόμενης, αλλά στο λογαριασμό άλλων προσώπων. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ για να εξηγήσω τους λόγους για τους οποίους θεωρώ πως ούτε και σ' αυτής τη μαρτυρία μπορώ να βασιστώ προκειμένου να καταλήξω σε συμπέρασμα ότι η εναγόμενη οφείλει στους ενάγοντες οποιοδήποτε ποσό, είτε βάσει κατάστασης λογαριασμού επί πιστώσει που τηρούσαν αυτοί για τις μεταξύ τους επίδικες συναλλαγές, είτε βάσει τιμολογίου, είτε δυνάμει οποιαδήποτε άλλης βάσης. Θεωρώ την εναγόμενη Alla Velikoluzhskaya (Μ.Υ.1) εντελώς αναξιόπιστη ως μάρτυρα. Πλείστα όσα αναφέρει στη γραπτή κατάθεσή της (τεκμήριο 82 Α η μετάφρασή της στα ελληνικά) το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης, είτε δεν καλύπτονται από τα δικόγραφά της είτε δεν έχουν υποβληθεί στους δύο μάρτυρες των εναγόντων και ιδιαίτερα στο διευθυντή τους για να τους δοθεί η ευκαιρία να τοποθετηθούν και αυτοί είτε τέλος συμβαίνουν και τα δύο. Μάλιστα, στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, με το που της υποδείχθηκε από τη δικηγόρο της το τιμολόγιο (τεκμήριο 64) και προτού της υποβληθεί οποιαδήποτε ερώτηση, έφθασε στο σημείο να αμφισβητεί την υπογραφή της σ' αυτό, τη στιγμή που στο στάδιο αντεξέτασης του διευθυντή των εναγόντων, όταν αυτός ανάφερε ότι το συγκεκριμένο έγγραφο υπογράφτηκε από το σύζυγό της, του υποβλήθηκε ότι υπογράφτηκε από την ίδια. Ο ισχυρισμός της ότι τα προβλήματά της με τους ενάγοντες ξεκίνησαν τον Ιούνιο με Ιούλιο του 2004 συγκρούεται με την παραδοχή της δικηγόρου της, ημερομηνίας 29.10.2013, η οποία, με αναφορά στο περιεχόμενο της παραγράφου 3 της έκθεσης απαίτησης παραδέχθηκε ότι περί τα έτη 2005 - 2007 οι ενάγοντες πώλησαν στην εναγόμενη και τοποθέτησαν στην οικία της οικοδομικά υλικά. Ο ισχυρισμός της ότι όχι απλώς δεν οφείλει κανένα ποσό στους ενάγοντες, αλλά, εκείνοι είναι που της χρωστούν χρήματα είναι εκπληκτικός, ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη, ότι, εκτός του ότι δεν έχει καταχωρήσει ανταπαίτηση εναντίον των εναγόντων - μα ούτε και θεωρώ σοβαρή τη δικαιολογία που πρόβαλε για αυτή την παράλειψή της - είναι και το γεγονός, ότι, το βάθρο επί του οποίου επιχείρησε να οικοδομήσει τον εν λόγω ισχυρισμό της κατάρρευσε εμφαντικά κατά τρόπο που, θα έλεγα, συντρίβει την αξιοπιστία της, συνολικά, ως μάρτυρα. Ο ισχυρισμός της ότι ο λόγος για τον οποίο δεν καταχώρησε ανταπαίτηση εναντίον των εναγόντων με την οποία να ζητά από αυτούς το ποσό που της χρωστούν είναι γιατί γνώριζε ότι αυτό το ποσό δε θα της πληρωθεί ασφαλώς και στερείται σοβαρότητας. Απ' εκεί και πέρα, όπως αναφέρει στην παράγραφο 43 της γραπτής κατάθεσής της είχε την ευκαιρία να διεξέλθει τα τιμολόγια με τα επισυνημμένα δελτία παραλαβής που κατατέθηκαν ως τεκμήρια 5 μέχρι 75 και είναι σε θέση να επιβεβαιώσει ότι τα μόνα εμπορεύματα που πράγματι της έχουν παραδοθεί και βρίσκονται εγκατεστημένα στην οικία της και για τα οποία εκδόθηκαν τιμολόγια στη βάση δελτίων παραλαβής που φέρουν την υπογραφή της ή την υπογραφή του Ευάγγελου Ευαγγέλου είναι τα εμπορεύματα που αναφέρονται σε 21 συγκεκριμένα τιμολόγια (τα οποία αναφέρονται.). Με βάση τα πιο πάνω δεδομένα ισχυρίζεται στην επόμενη παράγραφο, δεδομένου ότι έχει προβεί σε πληρωμές προς τους ενάγοντες, συμποσούμενες στο ποσό των £12.000,00 και ο λογαριασμός που διατηρούσε μαζί τους πιστώθηκε με το επιπλέον ποσό των £6.435,55, κανένα ποσό δεν οφείλει στους ενάγοντες. Παρόλα αυτά, αντεξεταζόμενη αναγνώρισε την υπογραφή του Ευάγγελου Ευαγγέλου που όπως είπε ήταν ο νόμιμος αντιπρόσωπός της να παραλαμβάνει εμπορεύματα, σε άλλα 7 δελτία αποστολής, τα οποία, ωστόσο, δεν περιλαμβάνονται σε όσα λεπτομερώς παραθέτει στην παράγραφο 43 της γραπτής της κατάθεσης, σύμφωνα με την οποία αφορούν σε εμπορεύματα που είναι σε θέση να επιβεβαιώσει ότι της έχουν παραδοθεί και είναι εγκατεστημένα στην οικία της. Το μέγεθος της αντίφασης είναι ολοφάνερο. Μολονότι θα μπορούσα να συνεχίσω επειδή θεωρώ αρκετά όλα τα παραπάνω παραδείγματα προκειμένου να αναδείξω το μέγεθος της αναξιοπιστίας και αυτής ως μάρτυρος, μένω ως εδώ. Η μαρτυρία του εκτιμητή/επιμετρητή ποσοτήτων Ανδρέα Πολυκάρπου (Μ.Υ2) παρέμεινε αναντίλεκτη. Ωστόσο, επειδή εξ αντικειμένου δεν μπορεί να διαδραματίσει κανένα ρόλο για σκοπούς στοιχειοθέτησης της εκδοχής είτε των εναγόντων είτε της εναγόμενης και επίλυσης οποιουδήποτε επίδικου θέματος της υπόθεσης θεωρώ περιττό να επεκταθώ. Δεδομένης της κρίσης μου επί της αξιοπιστίας των δύο μαρτύρων που κατάθεσαν για την υπόθεση των εναγόντων καθώς και της εναγόμενης που είναι και οι βασικοί μάρτυρες της υπόθεσης, οι οποίοι, για όλους τους λόγους που έχουν αναφερθεί κρίθηκαν αναξιόπιστοι μάρτυρες, επί της ουσίας όσων ανάφεραν, τα μόνα γεγονότα που με ασφάλεια μπορώ να πω ότι έλαβαν χώρα στο ουσιώδη χρόνο είναι τα εξής: Οι ενάγοντες, στον ουσιώδη χρόνο, μεταξύ άλλων ασχολούνταν με την πώληση μαρμάρων, γρανιτών και υλικών οικοδομής. Κατά τον ίδιο χρόνο, η εναγόμενη ήταν πελάτισσά τους. Μεταξύ των ετών 2005 - 2007, οι ενάγοντες πώλησαν διάφορα οικοδομικά υλικά στην εναγόμενη τα οποία τοποθέτησαν σε οικία της στη Λεμεσό. Πριν από την παραλαβή των οικοδομικών υλικών, η εναγόμενη προέβαινε σε επιλογή, επιθεώρηση και έγκρισή τους. Οι ενάγοντες για τις επίδικες συναλλαγές και δοσοληψίες τους με την εναγόμενη τηρούσαν κατάσταση λογαριασμού επί πιστώσει (τεκμήρια 4 και 77) στην οποία καταχωρούσαν διάφορα στοιχεία τα οποία, ωστόσο, κατά την ακρόαση της υπόθεσης, για όλους τους λόγους που έχουν αναφερθεί στο πλαίσιο αξιολόγησης της μαρτυρίας του εκ των διευθυντών τους καθώς και της εκ των υπευθύνων του λογιστηρίου τους απότυχαν να τεκμηριώσουν με θετικό τρόπο την ορθότητα, αλήθεια και ακρίβεια, με αποτέλεσμα, το ποσό που εμφαίνεται ως οφειλόμενο από την εναγόμενη, να μην μπορεί να θεωρηθεί άνευ άλλου ως ορθό και πραγματικά οφειλόμενο από αυτή. Και οι δύο καταστάσεις λογαριασμού ετοιμάστηκαν μονομερώς από τους ενάγοντες και δεν έχει αποδειχθεί ότι η εναγόμενη αποδέχθηκε το αναφερόμενο είτε στη μια είτε στην άλλη κατ' ισχυρισμό τους οφειλόμενο υπόλοιπο. Ούτε και ισχυρίζονται κάτι τέτοιο οι ενάγοντες με τα δικόγραφά τους. Υπεισέρχομαι τώρα στη νομική πτυχή της υπόθεσης. Καθώς ήδη έχει αναφερθεί η βάση της αγωγής των εναγόντων είναι οφειλόμενο υπόλοιπο δυνάμει κατάστασης λογαριασμού επί πιστώσει. Όπως επισημαίνεται στην υπόθεση D & G Products Ltd v, Premixco Asphalting Company Limited
(1999)1 Α.Α.Δ. 263, η απλή δήλωση περί χρέους της άλλης πλευράς, χωρίς οτιδήποτε που να το εξηγεί για να το θεμελιώσει, μοιάζει με απλό ισχυρισμό και στερείται αποδεικτικής αξίας. Το ότι τέτοια δήλωση περιέχεται σε έγγραφο δε μεταβάλλει τη φυσιογνωμία της μαρτυρίας. Η γενική αναφορά σε υπόλοιπο, αναγόμενο στο παρελθόν δεν αποδεικνύει το αντίστοιχο μέρος της αξίωσης, ακόμη και στην απουσία μαρτυρίας από την άλλη πλευρά. Περαιτέρω, σύμφωνα με την υπόθεση A. L. Mantovani & Sons Ltd v. Christis Travel & Tourism Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 156, η στοιχειοθέτηση απαίτησης βασισμένης σε εκκαθαρισμένο λογαριασμό και τα κριτήρια για την απόδειξή της είναι διαφορετικά απ' ό, τι ισχύει με απαίτηση που αφορά σε υπόλοιπο λογαριασμού, όπου ο ενάγων έχει το βάρος απόδειξης του χρέους. Και τούτο, επειδή οι λογαριασμοί εμπορευόμενου δεν αποτελούν αφ' εαυτών απόδειξη των γεγονότων που καταγράφουν τα οποία πρέπει να αποδειχθούν. Καθ' όλα σχετικά είναι και όσα ακολουθούν από την απόφαση στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης κ.ά. ν. Ρέινμποου Πλήτσιηγκ & Ντάιγκ Κο Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 610, από την οποία προκύπτει ότι ο παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός μπορεί να αποτελέσει αυτοτελή αιτία αγωγής: «Παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός (account stated) σημαίνει συμφωνία μεταξύ των μερών σύμφωνα με την οποία όλα τα στοιχεία του λογαριασμού καθώς και το υπόλοιπο είναι ορθά, συνδυασμένη με υπόσχεση ρητή ή εξυπακουόμενη να πληρωθεί το υπόλοιπο. Επενεργεί ως νέα σύμβαση χωρίς να είναι αναγκαία νέα αντιπαροχή και ο ενάγοντας, του οποίου η αιτία αγωγής είναι ο παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός, δεν είναι υποχρεωμένος να δικογραφήσει και να αποδείξει καθένα από τα στοιχεία του εκκαθαρισμένου λογαριασμού ξεχωριστά. Η συμφωνία των μερών ότι το υπόλοιπο είναι ορθό μπορεί να συναχθεί και από την παράδοση της κατάστασης λογαριασμού και την παράλειψη του χρεώστη να ενστεί για τα ποσά του λογαριασμού, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Βέβαια το τί συνιστά εύλογο χρονικό διάστημα είναι ζήτημα πραγματικό και νομικό στην κάθε περίπτωση». Παρατηρώ τα εξής: Καθώς ήδη έχει αναφερθεί οι ενάγοντες που βασίζουν την αξίωσή τους εναντίον της εναγόμενης στον επίδικο λογαριασμό επί πιστώσει που τηρούσαν για τις συναλλαγές τους που είχαν μαζί της, απέτυχαν να αποδείξουν πλείστα όσα γεγονότα καταγράφονται σ' αυτό. Και αυτό, όχι μόνο επειδή και οι δύο μάρτυρές τους κρίθηκαν αναξιόπιστοι, αλλά και για τον επιπλέον λόγο ότι προέκυψε από τη μαρτυρία τους πως δεν ήταν γνώστες σημαντικών γεγονότων και στοιχείων που περιέχονται στις δύο καταστάσεις λογαριασμού που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, για σκοπούς θεμελίωσης της αξίωσης των εναγόντων. Στις εν λόγω καταστάσεις (τεκμήρια 4 και 77) περιέχονται στοιχεία θεμελιακά της επίδικης αξίωσης των εναγόντων, τα οποία και οι δύο μάρτυρές τους δεν ήταν σε θέση να στοιχειοθετήσουν είτε από προσωπική γνώση που είχαν γι' αυτά, είτε ακόμη, έστω με εξ ακοής μαρτυρία. Για παράδειγμα υπάρχουν χρεώσεις δυνάμει τιμολογίων τα οποία, είτε είναι ανυπόγραφα από τον παραλήπτη των εμπορευμάτων είτε ακόμη κι αν είναι υπογραμμένα δεν έχει αποδειχθεί ότι είναι υπογραμμένα είτε από την εναγόμενη είτε από κάποιο άλλο εξουσιοδοτημένο από αυτή πρόσωπο και το ίδιο συμβαίνει και με αρκετά δελτία αποστολής εμπορευμάτων, χωρίς να μου διαφεύγει ότι αριθμός τιμολογίων δεν συνοδεύονται από δελτίο αποστολής. Ακόμη, τόσο ο διευθυντής των εναγόντων όσο και η εκ των υπευθύνων στο λογιστήριό τους δεν ήταν σε θέση να δηλώσουν με θετικό τρόπο ότι τα εμπορεύματα που αναφέρονται στα επίδικα τιμολόγια καθώς και στα σχετικά δελτία αποστολής - όπου υπάρχουν - παραδόθηκαν στην εναγόμενη ή παραλήφθηκαν από αυτή και σε τέτοια περίπτωση, εάν τοποθετήθηκαν στην επίδικη κατοικία της. Περαιτέρω, υπάρχει μία πληρωμή της εναγόμενης για το ποσό των £2.000,00, που αποδειγμένα δεν έχει καταχωρηθεί στον επίδικο λογαριασμό που τηρούσαν οι ενάγοντες για τις μεταξύ τους δοσοληψίες και συναλλαγές, η οποία, ούτε στις δύο καταστάσεις λογαριασμού, τις οποίες επικαλούνται οι ενάγοντες, για σκοπούς στοιχειοθέτησης της υπόθεσής τους έχει καταχωρηθεί. Πέραν αυτού, οι δύο μάρτυρες των εναγόντων, βασικά, ούτε καν επιχείρησαν να αναλύσουν και επεξηγήσουν το περιεχόμενο των εν λόγω καταστάσεων λογαριασμού, χωρίς να μου διαφεύγει και η ομολογία τους ότι για τις επίδικες συναλλαγές μεταξύ των διαδίκων και τις πληρωμές στις οποίες προέβαινε η εναγόμενη είχε ανάμειξη ακόμη και η μικρή κόρη του διευθυντή των εναγόντων, αγνώστου ηλικίας κατά τον ουσιώδη χρόνο, ενώ, το άλλο άτομο που μαζί με τη Μ.Ε.2 είχαν την ευθύνη του λογιστηρίου των εναγόντων και χειρίζονταν το λογαριασμό της εναγόμενης δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ως μάρτυρας. Το τελευταίο ισχύει και για τους υπαλλήλους των εναγόντων που παρέδιδαν κατά καιρούς τα επίδικα εμπορεύματα στην εναγόμενη. Σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι η εναγόμενη ουδέποτε αναγνώρισε ότι οφείλει το κατ' ισχυρισμό των εναγόντων ποσό που αναγράφεται στις επίδικες καταστάσεις λογαριασμού, η αξίωση των εναγόντων που βασίζεται σε κατάσταση λογαριασμού και όχι σε παραδεδεγμένο ή εκκαθαρισμένο λογαριασμό, ο οποίος μπορεί να αποτελέσει αυτοτελή αιτία αγωγής είναι έκθετη σε απόρριψη. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της εναγόμενης και σε βάρος των εναγόντων, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) . ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ Subject: Civil/Other Actions /Final Αναφορά: Πολιτική - σύμβαση πώλησης εμπορευμάτων επί πιστώσει - οφειλόμενο υπόλοιπο δυνάμει κατάστασης λογαριασμού /παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.