← Κύπρος

BESTBINARY DEAL LTD ν. SERGEY TYULENEV, Αγωγή αρ.: 4301/14, 20/2/2015

BESTBINARY DEAL LTD ν. SERGEY TYULENEV, Αγωγή αρ.: 4301/14, 20/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A44 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 4301/14 Αίτηση ημερ. 10/10/14 Μεταξύ: BESTBINARY DEAL LTD, εκ Λάρνακας Εναγόντων και SERGEY TYULENEV, εκ Λεμεσού Εναγομένου -------------------------------------------------- 20/2/2015 Για τους Ενάγοντες/Αιτητές: κ. Μ. Μιχαηλίδης Για τον Εναγόμενο/Καθ' ου η Αίτηση: κ. Π. Φιλίππου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Ενάγοντες, με το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής τους, αξιώνουν εναντίον του Εναγομένου ποσό εκ €240.000 λόγω ισχυριζόμενης παράβασης συμφωνίας και/ή για αιτία λήξασα και ουδέποτε επακολουθήσασα και/ή ως ποσό καταβληθέν αχρεωστήτως. Με βάση ενδιάμεση αίτηση τους, την οποία καταχώρησαν αυθημερόν με την αγωγή τους, οι Ενάγοντες εξασφάλισαν διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο απαγορεύει στον Εναγόμενο και/ή αντιπροσώπους αυτού από του να προβούν σε ανάληψη ποσού μέχρι €240.000, από τον λογαριασμό με αρ. 03420103912800, της Τράπεζας Κύπρου Λτδ, ή οιονδήποτε λογαριασμό τον οποίο ο Εναγόμενος έχει με την Τράπεζα Κύπρου Λτδ και/ή από οιονδήποτε άλλο τραπεζικό λογαριασμό ο Εναγόμενος κατέχει ή είναι δικαιούχος είτε ο λογαριασμός αυτός είναι με την πιο πάνω τράπεζα ή οιανδήποτε άλλη τράπεζα. Πραγματική βάση της αίτησης αποτελούν τρεις ένορκες δηλώσεις, δύο εκ των οποίων συμπληρωματικές, της Αζαντουί Μιχαηλίδου, υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των Εναγόντων. Παραθέτω τα βασικά σημεία των ενόρκων δηλώσεων της: Η Ενάγουσα εταιρεία ανήκει σε ένα όμιλο εταιρειών με πολλές εταιρείες, οι οποίες ανήκουν στα ίδια άτομα. Περί τον Φεβρουάριο του 2013 ο Εναγόμενος συμφώνησε με τους Ενάγοντες να τους πωλήσει τρία γραμμάτια (promissory notes) και/ή τα δικαιώματα πάνω σε τρία γραμμάτια, με εκδότη την εταιρεία Haniful Trading Ltd, εκδομένα «στον κομιστή» αντί του συμφωνηθέντος ποσού των €240.

  1. Οι Ενάγοντες κατέβαλαν προκαταβολικά στον Εναγόμενο την 11/3/2013 το ως άνω αναφερόμενο ποσό, μέσω τραπεζικής μεταφοράς από την τράπεζα τους, TATRA BANKA a.s., στη Σλοβακία, στην τράπεζα του Εναγόμενου στην Κύπρο, που ήταν η Τράπεζα Κύπρου. Παρά την προφορική συμφωνία των διαδίκων, ο Εναγόμενος αρνήθηκε να υπογράψει την ετοιμασθείσα συμφωνία, μετά την παραλαβή των χρημάτων και αρνήθηκε να παραδώσει τα πωληθέντα γραμμάτια. Οι Ενάγοντες ζήτησαν μέσω της τράπεζας τους την επιστροφή του καταβληθέντος ποσού, πλην όμως η τράπεζα τους ενημέρωσε ότι αυτό ήταν αδύνατο μετά την πίστωση του λογαριασμού του Εναγομένου. Ο Εναγόμενος τον τελευταίο καιρό είχε εξαφανιστεί και δεν επικοινωνούσε με τους Ενάγοντες, οι οποίοι μάταια προσπαθούσαν να έλθουν σε επαφή μαζί του. Περί τον Απρίλιο του 2013 προέβησαν σε καταγγελία του Εναγόμενου στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού, σε σχέση με ποινικό αδίκημα που αφορούσε την κλοπή διαμαντιού μεγάλης αξίας, αλλά η Αστυνομία δεν κατάφερε να τον εντοπίσει, μέχρι πολύ πρόσφατα που αυτός συνελήφθη για άλλη υπόθεση, κλοπής πίνακα ζωγραφικής μεγάλης αξίας. Επίσης, εναντίον του Εναγομένου καταχώρησαν την αγωγή με αρ. 5958/14 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού η οποία, παρά το ότι κατεχωρήθη από 14/4/14, δεν κατέστη δυνατό να επιδοθεί, καθότι ο Εναγόμενος δεν εντοπίστηκε. Ο λόγος για τον οποίο δεν καταχώρησαν ενωρίτερα την παρούσα αγωγή εναντίον του Εναγόμενου, ήταν το ότι δεν μπορούσε να εντοπιστεί, μέχρι που συνελήφθη από την Αστυνομία για την υπόθεση κλοπής του πίνακα ζωγραφικής. Ο Εναγόμενος εναντιώθηκε στην οριστικοποίηση του διατάγματος. Με την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης του, προβάλλει τους ακόλουθους λόγους ένστασης: «α) Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. β) Η αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένα και ή ανεπαρκή και ή ψευδή και ή παραπλανητικά γεγονότα. γ) Ο Αιτητής δεν προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια (clean hands). δ) Ο Αιτητής δεν αποκαλύπτει ουσιαστικά γεγονότα τα οποία αφορούν την υπόθεση. ε) Ο Αιτητής παραπλανεί το Δικαστήριο.» Στην ένορκη δήλωση του, η οποία υποστηρίζει την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης, ισχυρίζεται τα ακόλουθα: Γνώρισε τον δικηγόρο των Εναγόντων για πρώτη φορά την άνοιξη του 2010, σε συνάντηση που είχε με κάποιο Ρώσο, ονόματι Gitelson, και τη γυναίκα του Elena Rynova. Η συνάντηση αυτή έγινε μετά από πρόσκληση του Gitelson, ο οποίος του σύστησε τον κ. Μιχαηλίδη σαν το δικηγόρο του στην Κύπρο. Από έρευνα που έκαμε αργότερα, πληροφορήθηκε ότι ο Gitelson είχε συλληφθεί στη Ρωσία για υπεξαίρεση χρημάτων πέραν των €2.000.000 και είχε αφεθεί ελεύθερος με εγγύηση. Στη συνέχεια, άλλαξε το όνομα του και έφυγε από τη Ρωσία. Εντοπίστηκε στην Αυστρία, όπου συνελήφθη με διεθνές ένταλμα σύλληψης και εκδόθηκε στη Ρωσία. Για πρώτη φορά γνώρισε τον Gitelson κατά το 2008 στη Λεμεσό. Κατά το 2010 ο Gitelson του πρότεινε να αναλάβει γενικός διευθυντής σε κάποια εταιρεία του με το όνομα VOSTOK-ANGIDRIT LTD, η οποία θα έκαμνε έρευνες για ορυκτά στη Ρωσία. Εργάστηκε για λογαριασμό του Gitelson για τρία περίπου χρόνια, μέχρι και τον Ιούλιο του
  2. Εργοδότησε 200 περίπου άτομα και ενοικίασε πολλά μηχανήματα για τις ανάγκες των εργασιών της εταιρείας. Στα πλαίσια της εργασίας του πραγματοποίησε πολλά ταξίδια. Ο Gitelson φρόντιζε και πληρωνόταν για τα οδοιπορικά και τους μισθούς του μέσω των πολλών εταιρειών, των οποίων ήταν ο πραγματικός δικαιούχος. Ουδέποτε είχε συναλλαγές με την Ενάγουσα, εξαιρουμένων κάποιων πληρωμών που του έκαμνε η εταιρεία αυτή, όταν εργαζόταν για λογαριασμό του Gitelson. Στις 12/3/2013 η Ενάγουσα έμβασε στο λογαριασμό του το αξιούμενο ποσό με τη δικαιολογία «As per agreement No. 2013/01 date 13». Η μεταφορά του ως άνω ποσού στο λογαριασμό του έγινε με εντολή του Gitelson και αφορούσε προκαταβολή για την πώληση ακινήτου του που έχει στη Ρωσία. Συγκεκριμένα, είναι ιδιοκτήτης μεγάλης έκτασης γης, στην οποία ανακάλυψε ότι υπάρχουν ορυκτά άλατα, τα οποία θα αποφέρουν κέρδη περί τα €8.000.000 - €10.000.000 εάν εξορυχτούν. Ο Gitelson επιθυμούσε να αγοράσει το ως άνω ακίνητο και συμφώνησαν να του το πουλήσει για €400.
  3. Μετά την αποστολή των €240.000 ο Gitelson είχε προβλήματα και δεν μπορούσε να του πληρώσει το υπόλοιπο ποσό. Ανέφερε τηλεφωνικά στη γυναίκα του Gitelson πριν 3 - 4 μήνες, ότι δεν θα περίμενε άλλο και θα πωλούσε σε τρίτο πρόσωπο το ως άνω ακίνητο. Τότε άρχισε να τον απειλεί ότι θα τον τιμωρήσει. Η παρούσα αγωγή όπως και η αγωγή υπ' αρ. 1746/14 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, είναι η πραγματοποίηση των απειλών του. Η υπό εξέταση αίτηση στηρίζεται στη Διαταγή 48 Θ.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών, επί του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, άρθρα 4 και 9 και επί του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 άρθρο
  4. Στην υπόθεση Cyprus Palestine Plantations Ltd v. Olivier and Co (Cyprus) Ltd, 16 CLR 122 αποφασίστηκε πως το άρθρο 4 του Κεφ. 6 παρέχει δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να εκδίδει παρεμπίπτον διάταγμα όταν αυτό αφορά μόνο στο αντικείμενο της αγωγής. Στην υπόθεση ABP Holdings Ltd και άλλοι ν. Κιταλίδης και άλλων (Αρ. 2)

(1994)1 Α.Α.Δ. 694, λέχθηκε ότι τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 κάνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν14/60 που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Το άρθρο 32 του Ν14/60 δίδει ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει οποιοδήποτε παρεμπίπτον, απαγορευτικό ή προστακτικό διάταγμα, όταν κριθεί δίκαιο ή πρόσφορο, χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Οι αρχές οι οποίες διέπουν την έκδοση ενδιάμεσων απαγορευτικών διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Βλ. Οδυσσέως ν. Pieris Estates κ.α.,
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Με βάση την πιο πάνω νομολογία οι προϋποθέσεις έκδοσης ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος είναι οι ακόλουθες: α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως επιβάλλον οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση των δικογράφων. β) Πιθανότητα ότι ο Ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία. Επιβάλλεται στον Αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση αλλά σίγουρα κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η προϋπόθεση αυτή συσχετίζεται περισσότερο με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του Ενάγοντα (evidential strength of the case of the plaintiff). γ) Πρέπει να φανεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Περαιτέρω, μετά την ικανοποίηση των προαναφερθεισών προϋποθέσεων το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα ή να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας (Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χατζηβασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152). Θα προχωρήσω στην εξέταση των δύο πρώτων προϋποθέσεων του άρθρου 32 υπό το πρίσμα του μαρτυρικού υλικού που έχει παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Εκ προοιμίου θα πρέπει να αναφέρω ότι το Δικαστήριο δεν θα προβεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας με στόχο τη διαπίστωση γεγονότων ή την εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων (Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Όπως διαφαίνεται από την Έκθεση Απαίτησης, καθώς και την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό εξέταση αίτηση τους, οι Ενάγοντες στηρίζουν το αγώγιμο δικαίωμα τους σε ισχυριζόμενη παράβαση από τον Εναγόμενο της συμφωνίας πώλησης των τριών γραμματίων (promissory notes) ή και των δικαιωμάτων επ' αυτών. Αξιώνουν δε, εναντίον του Εναγομένου, την επιστροφή του ποσού των €240.000 το οποίο, όπως αναφέρεται στην ως άνω ένορκη δήλωση, οι Ενάγοντες κατέβαλαν προκαταβολικά στον Εναγόμενο, ως το τίμημα πώλησης, χωρίς όμως ο Εναγόμενος να τους παραδώσει τα πωληθέντα γραμμάτια. Mε βάση τα όσα αναφέρονται πιο πάνω είμαι ικανοποιημένος ότι οι Ενάγοντες έχουν αποκαλύψει μια συζητήσιμη υπόθεση. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, στην ένορκη δήλωση της κας Μιχαηλίδου, η οποία υποστηρίζει την υπό εξέταση αίτηση, γίνεται αναφορά σε πώληση από τον Εναγόμενο προς την Ενάγουσα των τριών γραμματίων, έναντι του συμφωνηθέντος ποσού των €240.000, το οποίο κατεβλήθη στον Εναγόμενο μέσω τραπεζικής μεταφοράς σε λογαριασμό που διατηρούσε ο Εναγόμενος στην Τράπεζα Κύπρου. Από πλευράς του ο Εναγόμενος παραδέχεται τη μεταφορά του ως άνω ποσού στο λογαριασμό του, προβάλλει όμως μια διαφορετική εκδοχή για την αιτία της καταβολής του. Στην ένορκη δήλωση του, που υποστηρίζει την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης, αρνείται ότι είχε οποιαδήποτε συμβατική σχέση με την Ενάγουσα. Όπως συγκεκριμένα ισχυρίζεται, το ποσό αυτό αφορά προκαταβολή για την πώληση ενός ακινήτου του στη Ρωσία, σε κάποιο Ρώσο επιχειρηματία ονόματι Gitelson ο οποίος, όπως ισχυρίζεται, είναι ο πραγματικός ιδιοκτήτης της Ενάγουσας εταιρείας, μέσω της οποίας έγινε η πληρωμή του ως άνω ποσού. Η υπό εξέταση αγωγή, όπως και μια άλλη που εκκρεμεί εναντίον του στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, ηγέρθησαν ως πραγματοποίηση των απειλών, επειδή πληροφόρησε τη γυναίκα του Gitelson ότι θα πωλούσε σε τρίτο πρόσωπο το ως άνω ακίνητο του, επειδή δεν του καταβλήθηκε το υπόλοιπο ποσό των €160.000 από το συμφωνηθέν τίμημα πώλησης. Αυτό το οποίο παρατηρώ είναι ότι τόσο στην Έκθεση Απαίτησης της Ενάγουσας, όσο και στην ένορκη δήλωση της κας Μιχαηλίδου, δεν παρατίθενται λεπτομέρειες των στοιχείων των τριών γραμματίων. Γίνεται απλά μια γενική αναφορά σε τρία γραμμάτια της εταιρείας Haniful Trading Ltd εκδομένα στον κομιστή. Στην ένορκη δήλωση της κας Μιχαηλίδου επισυνάπτεται ως Τεκμήριο το κείμενο της γραπτής συμφωνίας το οποίο, όπως διαφαίνεται, ετοιμάστηκε από τους Ενάγοντες και το οποίο, σύμφωνα με ισχυρισμό της ενόρκου δηλώσεως της κας Μιχαηλίδου, ο Εναγόμενος αρνήθηκε να υπογράψει. Στο υπό αναφορά Τεκμήριο περιγράφονται τα στοιχεία των πωληθέντων στους Ενάγοντες γραμματίων, όπως ο αριθμός τους, η ημερομηνία έκδοσης τους και το ονομαστικό ποσό του κάθε ενός. Όμως, στην ένορκη δήλωση της κας Μιχαηλίδου δεν παρατίθενται οποιεσδήποτε λεπτομέρειες για τον τρόπο με τον οποίο οι Ενάγοντες εξασφάλισαν τα στοιχεία των ως άνω γραμματίων και τα περιγράφουν στο κείμενο της συμφωνίας. Δεν αναφέρεται στην ένορκη δήλωση της κατά πόσο οι Ενάγοντες ή ο διευθυντής τους ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο εκ μέρους τους, είχε δει τα υπό αναφορά γραμμάτια ή κατά πόσο είχε εξασφαλιστεί τουλάχιστον φωτοαντίγραφο τους. Πέραν της παράλειψης προσδιορισμού του τρόπου με τον οποίο οι Ενάγοντες έλαβαν γνώση των στοιχείων των ως άνω γραμματίων, δεν δίνεται οποιαδήποτε επεξήγηση από την ενόρκως δηλούσα για το λόγο που οι Ενάγοντες προχώρησαν στην πληρωμή του ισχυριζόμενου τιμήματος πώλησης πριν την παράδοση τους από τον Εναγόμενο ή τουλάχιστον πριν την υπογραφή από τον Εναγόμενο του κειμένου της συμφωνίας. Στο σημείο αυτό αξίζει να επισημανθεί ότι δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός από πλευράς Εναγόντων ότι ο Εναγόμενος δεν είχε στην κατοχή του τα γραμμάτια και θα τα εξασφάλιζε αργότερα. Υπενθυμίζω επίσης ότι η αγωγή των Εναγόντων στηρίζεται αποκλειστικά σε παράβαση συμφωνίας εκ μέρους του Εναγόμενου χωρίς να προβάλλεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός από πλευράς Εναγόντων ότι εξαπατήθηκαν ή παραπλανήθηκαν από τον Εναγόμενο με αποτέλεσμα να προβούν στην πληρωμή του συμφωνηθέντος ποσού πριν την παραλαβή των γραμματίων ή πριν την υπογραφή του κειμένου της συμφωνίας. Επισημαίνω ακόμα την παντελή έλλειψη οποιωνδήποτε λεπτομερειών σε σχέση με τις περιστάσεις συνομολόγησης της ισχυριζόμενης συμφωνίας ειδικά δε τη μη αναφορά του τόπου συνομολόγησης της. Θα πρέπει περαιτέρω να επισημανθεί ότι δεν δίνεται από την ενόρκως δηλούσα οποιαδήποτε επεξήγηση ή δικαιολογία για την καθυστέρηση του ενός περίπου χρόνου από την ισχυριζόμενη παράλειψη του Εναγόμενου να τους παραδώσει τα γραμμάτια, μέχρι να υποβληθεί γραπτό αίτημα προς την τράπεζα των Εναγόντων να τους επιστραφεί το ποσό που εμβάστηκε στο λογαριασμό του Εναγόμενου, όπως επιμαρτυρεί το περιεχόμενο της επιστολής που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της κας Μιχαηλίδου (Τεκμήριο 4). Στο σημείο αυτό θα ήθελα να αναφέρω ότι ο λόγος ένστασης ότι οι Αιτητές δεν αποκάλυψαν ουσιώδη γεγονότα τα οποία αφορούν την υπόθεση, με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο. Επιπλέον, όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση της κας Μιχαηλίδου, εκδότης των υπό αναφορά γραμματίων είναι η εταιρεία Haniful Trading Ltd. Ο Εναγόμενος στην ένορκη του δήλωση ισχυρίζεται ότι η εταιρεία αυτή, όπως και η Ενάγουσα εταιρεία, ανήκουν στον ίδιο όμιλο εταιρειών, των οποίων πραγματικός ιδιοκτήτης είναι ο Gitelson. Κάθε φορά που ο Gitelson έπρεπε να του πληρώσει χρήματα για τις υπηρεσίες που του πρόσφερε, όπως αυτές περιγράφονται στις παραγράφους 7 και 8 της ενόρκου δηλώσεώς του, χρησιμοποιούσε τις εταιρείες του, μέσω των οποίων γίνονταν οι πληρωμές. Στην ένορκη του δήλωση επισυνάπτει ως Τεκμήριο κατάσταση του λογαριασμού τον οποίο διατηρούσε στην Τράπεζα Κύπρου κατά τον ουσιώδη χρόνο (Τεκμήριο 6). Στην κατάσταση αυτή φαίνονται τα διάφορα εμβάσματα ή πληρωμές που γίνονταν στον λογαριασμό του. Μεταξύ αυτών υπάρχουν και τρεις πληρωμές που έγιναν από την εταιρεία Haniful Trading Ltd με ημερομηνίες 5/2/13, 7/2/13 και 4/3/13, για τα ποσά των €2.000, €6.000 και €2.000 αντίστοιχα. Ακόμα, στην ένορκη του δήλωση επισυνάπτει δύο επιστολές με ημερομηνία 26/10/12 (Τεκμήρια 4 και 5), με τις οποίες του ζητείται να επιβεβαιώσει το υπόλοιπο του με την εταιρεία Haniful Trading Ltd. Όπως ισχυρίζεται στις παραγράφους 10 και 11 της ενόρκου δηλώσεως του, οι επιστολές αυτές φέρουν την υπογραφή του δικηγόρου των Εναγόντων, κ. Μιχαηλίδη και αφορούν αμοιβές και δικαιώματα του (Εναγόμενου) για το έτος 2011, όταν εργαζόταν για λογαριασμό του Gitelson. Αυτό το οποίο θα πρέπει να αναφερθεί, είναι ότι οι Ενάγοντες δεν ζήτησαν να αντεξετάσουν τον Εναγόμενο επί των ως άνω ισχυρισμών του, ούτε ζήτησαν την άδεια του Δικαστηρίου για να καταχωρήσουν οποιαδήποτε απαντητική ένορκη δήλωση προς αντίκρουση των ως άνω ισχυρισμών, ειδικά δε του ισχυρισμού ότι πίσω από την εταιρεία Haniful Trading Ltd και την Ενάγουσα εταιρεία βρίσκεται το ίδιο πρόσωπο, ο Gitelson, με τον οποίο ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι είχε τις συναλλαγές τις οποίες περιγράφει στην ένορκη δήλωση του. Ως αποτέλεσμα, οι ισχυρισμοί αυτοί παρέμειναν ακλόνητοι (Αναφορικά με την αίτηση της εταιρείας Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 1013, Phipson "On Evidence" 12th Edition, para 1593, p. 657, Adrian Keane "The modern law of evidence" 1985 Edition, p. 125, P. Murphy "On evidence", Fifth Edition, p. 468). Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγόντων στη γραπτή του αγόρευση υποστηρίζει ότι οι ισχυρισμοί της ενόρκου δηλώσεως του Εναγόμενου για τη σχέση του με τον Gitelson και τις συναλλαγές που είχε μαζί του είναι άσχετοι με την παρούσα υπόθεση, όπως άσχετος είναι και ο ισχυρισμός του ότι η Ενάγουσα εταιρεία στην πραγματικότητα ανήκει στο πρόσωπο αυτό. Όπως συγκεκριμένα υποστηρίζει, η ιδιοκτησία της εταιρείας είναι εντελώς άσχετη καθ' ότι μπορεί να αλλάξει από στιγμή σε στιγμή, επιπλέον δε ότι ο Εναγόμενος προσπαθεί να εμπλέξει στην υπόθεση άτομο το οποίο γνωρίζει ότι δεν μπορεί να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο Εναγόμενος στην ένορκη δήλωση του περιγράφει τον, κατά τη δική του εκδοχή, τρόπο με τον οποίο ο Gitelson συνδέεται με το ποσό των €240.000, το οποίο παραδέχεται ότι εμβάστηκε στο λογαριασμό του μέσω της Ενάγουσας εταιρείας, πίσω από την οποία, ισχυρίζεται, ότι βρίσκεται το πρόσωπο αυτό. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί ακόμα ότι ο Εναγόμενος στην ένορκη δήλωση του αναφέρεται και στη σχέση που είχε ο Gitelson με το δικηγόρο των Εναγόντων, τον οποίο ισχυρίζεται ότι γνώρισε μέσω του Gitelson. Eίμαι της άποψης ότι ο ορθός τρόπος αντίκρουσης των ως άνω ισχυρισμών του Εναγόμενου θα ήταν η εξασφάλιση άδειας για καταχώρηση από τους Ενάγοντες συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, στην οποία θα μπορούσαν να σχολιάσουν όλους τους ως άνω ισχυρισμούς του Εναγόμενου. Ο απλός σχολιασμός τους στη γραπτή αγόρευση του συνήγορου των Εναγόντων, αναμφίβολα δεν θα μπορούσε να εξομοιωθεί με αντικρουστική μαρτυρία. Υποστηρίζουν επίσης οι Ενάγοντες στη γραπτή αγόρευση του συνήγορου τους ότι, το γεγονός ότι η πληρωμή του ποσού των €240.000 έγινε στα πλαίσια της συμφωνίας, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της κας Μιχαηλίδου, ενισχύεται από το Τεκμήριο 2 της ενόρκου δηλώσεως της. Το Τεκμήριο 2 είναι η εντολή πληρωμής του ποσού των €240.000 στο λογαριασμό του Εναγομένου. Στις λεπτομέρειες πληρωμής (details of payment) αναφέρεται «As per agreement No. 2013/01 date 13/02/2013". Αυτό το οποίο θα πρέπει να επαναλάβω είναι ότι το κείμενο της συμφωνίας, το οποίο φέρει ημερομηνία 13/2/2013 (Τεκμήριο 1 της ενόρκου δηλώσεως της κας Μιχαηλίδου) δεν φέρει οποιεσδήποτε υπογραφές. Υπάρχουν μόνο κάποιες μονογραφές επ' αυτού, στο σημείο που υπάρχει χειρόγραφη διόρθωση των ποσών των γραμματίων, που παρέμεινε αδιευκρίνιστο σε ποιο πρόσωπο ανήκουν. Διερωτώμαι λοιπόν πως είναι δυνατόν η πληρωμή από την τράπεζα να έγινε δυνάμει του Τεκμηρίου 1 από τη στιγμή που το έγγραφο αυτό δεν μετουσιώθηκε σε συμφωνία. Είμαι της άποψης ότι δεν μπορεί να είναι αυτή η συμφωνία η οποία αναφέρεται στο Τεκμήριο 2. Τα κενά και οι ασάφειες στη μαρτυρία που παρουσίασαν οι Ενάγοντες, όπως περιγράφονται πιο πάνω, καθιστούν, κατά την άποψη μου, αδύνατο και απομακρυσμένο το ενδεχόμενο επιτυχίας της υπόθεσης τους. Καθίσταται λοιπόν φανερό ότι οι Ενάγοντες απέτυχαν να ικανοποιήσουν τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, παρά το ότι καθίσταται πλέον αχρείαστος ο σχολιασμός της (Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1980), εντούτοις αξίζει να αναφερθεί ότι ο Εναγόμενος στην ένορκη δήλωση του ισχυρίζεται ότι κατέχει το 50% εταιρείας η οποία είναι ιδιοκτήτρια έπαυλης στη Λάρνακα, με γιωτ και αυτοκίνητο πολυτελείας. Όπως ισχυρίζεται, την απόκτηση του γιωτ υπέγραψε ο συνήγορος της Ενάγουσας εταιρείας. Από πλευράς τους οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι ο Εναγόμενος είναι Ρωσικής καταγωγής και υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να μεταφέρει όλα τα χρήματα που διατηρεί στους τραπεζικούς του λογαριασμούς εκτός Κύπρου. Είμαι της άποψης ότι οι ισχυρισμοί του Εναγόμενου για την οικονομική του ευρωστία υπήρξαν μόνο επιφανειακοί. Δεν έχουν παρουσιαστεί τα στοιχεία εκείνα, όπως πιστοποιητικό μετοχών και τίτλου ιδιοκτησίας, από τα οποία θα μπορούσε να διαφανεί ότι είναι κάτοχος συγκεκριμένου αριθμού μετοχών και επιπλέον ότι η εταιρεία, τις μετοχές της οποίας κατέχει, είναι η ιδιοκτήτης συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων. Η γενική και αόριστη αναφορά του σε κάποια έπαυλη, γιωτ και αυτοκίνητο πολυτελείας, δεν είναι αρκετή για να καταδείξει την οικονομική δυνατότητα του να ικανοποιήσει την απόφαση, σε περίπτωση που αυτή εκδιδόταν εναντίον του. Ειδικά δε, όσον αφορά τον ισχυρισμό του ότι η απόκτηση του γιωτ υπεγράφη από τον κ. Μιχαηλίδη, αξίζει να αναφερθεί ότι δεν έχουν παρουσιαστεί οποιαδήποτε στοιχεία από τα οποία θα μπορούσε να διαφανεί ότι αυτό εξακολουθεί να βρίσκεται στην ιδιοκτησία του ιδίου ή της εταιρείας του. Έχοντας κατά νουν όλα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω, καταλήγω ότι οι Ενάγοντες έχουν ικανοποιήσει την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32. Αναφορικά με το που γέρνει το ισοζύγιο της ευχέρειας, έχοντας κατά νουν ότι οι Ενάγοντες απέτυχαν να ικανοποιήσουν τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32, θεωρώ αχρείαστο να ασχοληθώ μαζί του. Στη γραπτή αγόρευση των συνηγόρων του Εναγομένου εγείρεται το ζήτημα του κατεπείγοντος του αιτήματος. Όπως συγκεκριμένα υποστηρίζεται, υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση από πλευράς Εναγόντων στην καταχώρηση της αγωγής και της αίτησης τους για παραχώρηση ενδιάμεσης θεραπείας, η οποία αναιρεί το στοιχείο του κατεπείγοντος και κατ' επέκταση δεν δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος μονομερώς. Όπως είναι νομολογημένο, σε αιτήσεις για έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων ο παράγοντας του χρόνου είναι σημαντικός και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση, εκ μέρους του Ενάγοντα, μπορεί να του στερήσει το δικαίωμα για παραχώρηση της αιτούμενης θεραπείας (Σκορδής ν. Λάντου κ.ά.
(2008)1(Β) Α.Α.Δ. 8744). Η κα Μιχαηλίδου στις ενόρκους δηλώσεις της, για να δικαιολογήσει την καθυστέρηση των Εναγόντων στην υποβολή του αιτήματος τους για παραχώρηση της ενδιάμεσης θεραπείας, ισχυρίζεται ότι ο Εναγόμενος τον τελευταίο καιρό είχε εξαφανιστεί και δεν επικοινωνούσε με τους Ενάγοντες, οι οποίοι μάταια προσπαθούσαν να επικοινωνήσουν μαζί του. Επίσης, παρά το ότι από τον Απρίλη του 2013 είχαν υποβάλει καταγγελία εναντίον του Εναγόμενου στην Αστυνομία για κλοπή διαμαντιού μεγάλης αξίας, εντούτοις δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστεί, μέχρι πολύ πρόσφατα που συνελήφθη για άλλη υπόθεση. Από πλευράς του ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι ο δικηγόρος των Εναγόντων γνώριζε ότι είχε επαφή με το δικηγόρο Στάθη Κιττή, ο οποίος χειριζόταν εταιρείες του Gitelson, καθώς και του ιδίου. Επίσης, διατηρούσε επαφή με τη σύζυγο του Gitelson, ο οποίος ήταν φυλακή. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, οι Ενάγοντες δεν παρουσίασαν οποιαδήποτε μαρτυρία για να αντικρούσουν τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου για τη σχέση του Gitelson με την υπό εξέταση υπόθεση καθώς και τη σχέση του ιδίου προσώπου με το δικηγόρο των Εναγόντων. Από τη στιγμή λοιπόν που δεν έχουν αντικρουστεί τα πιο πάνω, ειδικά δε η σχέση του Εναγόμενου με τον Gitelson, καθίσταται φανερό ότι ο ισχυρισμός της κας Μιχαηλίδου ότι ο Εναγόμενος είχε εξαφανιστεί και δεν επικοινωνούσε καθόλου με τους Ενάγοντες παρέμεινε μετέωρος. Κατά συνέπεια, τα όσα προβλήθηκαν από τους Ενάγοντες για την καθυστέρηση των 19 σχεδόν μηνών στη λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον του Εναγόμενου δεν συνιστούν βάσιμη δικαιολογία, με αποτέλεσμα να αναιρείται το στοιχείο του κατεπείγοντος. Τελική κατάληξη μου είναι ότι, για τους λόγους που έχουν επεξηγηθεί λεπτομερώς πιο πάνω, η υπό εξέταση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Συνακόλουθα, το προσωρινό διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί. Όσον αφορά τα έξοδα της αίτησης, δεν βλέπω οποιοδήποτε λόγο για απόκλιση από το γενικό κανόνα ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα. Η αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον των Εναγόντων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ........... Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΘΘ/ΑΓ Subject: Civil/Interim Αναφορά: Προσωρινό διάταγμα δέσμευσης τραπεζικών λογαριασμών cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.