ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΛΑΜΠΗΣ κ.α. ν. LANDY ENTERPRISES LTD κ.α., Αγωγή αρ.: 2280/14, 17/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A67 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 2280/14 Αίτηση ημερ.: 16/5/14 Μεταξύ:
- ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΛΑΜΠΗΣ, από Λεμεσό
- ΙΟΥΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΛΑΜΠΗ, από Λεμεσό Εναγόντων Και LANDY ENTERPRISES LTD, εκ Βρετανικών Παρθένων Νήσων
- YIATNANA ENTERPRISES LTD, εκ Λεμεσού Εναγομένων -------------------------------------------------- 17/3/2015 Για τους Ενάγοντες/Αιτητές: κα Ασσιώτη για Κώστας Μελάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. (Για ν' ακούσει απόφαση η κα Χατζηξενοφώντος) Για τους Εναγόμενους 2/Καθ' ων η Αίτηση: κ. Σκουφάρης για Σκορδής, Παπαπέτρου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. (Για ν' ακούσει απόφαση η κα Τουμαζή) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Ενάγοντες με το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα τους, αξιώνουν ποσό €384.435 ως υπόλοιπο τιμήματος πώλησης μετοχών και περιουσιακών τους στοιχείων προς την Εναγόμενη 1, την εξόφληση των οποίων εγγυήθηκε η Εναγόμενη 2 και/ή οφειλόμενο δυνάμει συμφωνίας ημερομηνίας 18/5/
- Με βάση μονομερή αίτηση τους, την οποία καταχώρησαν αυθημερόν με την αγωγή τους, εξασφάλισαν τα ακόλουθα διατάγματα εναντίον της Εναγόμενης
- «
- Διάταγμα του Δικαστηρίου εναντίον των Εναγομένων 2/Καθ' ων Αίτηση 2 το οποίο απαγορεύει και/ή αποκλείει τους Εναγόμενους 2 και/ή τους αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες και/ή αξιωματούχοι αυτών από του να λάβουν οποιανδήποτε ενέργεια και/ή διάβημα για οποιαδήποτε δέσμευση και/ή επιβάρυνση και/ή πώληση των ακινήτων οι λεπτομέρειες των οποίων εμφαίνονται αναλυτικά στο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ «Α» που επισυνάπτεται, μέχρι την τελική εκδίκαση και/ή ακρόαση της υπό τον ως άνω ανωτέρω αριθμό και τίτλο αγωγής των Εναγόντων/Αιτητών και/ή νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.
- Διάταγμα του Δικαστηρίου εναντίον των Εναγομένων 2/Καθ'ων η Αίτηση 2 το οποίο απαγορεύει στους Εναγόμενους 2 από του να εμφανίζονται και/ή παρουσιάζονται ενώπιον τρίτων προσώπων και/η ενώπιον των κρατικών αρχών και/ή ενώπιον του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού και να δεσμεύσουν και/ή πωλήσουν τα ακίνητα που αναφέρονται ως ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ «Α» που επισυνάπτεται, μέχρι την τελική ακρόαση της ανωτέρω αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ «Α» (α) Αρ. Εγγραφής: 8910, Τεμάχιο: 383, Φύλλο/Σχέδιο: 53/23, Τοποθεσία: Περνιά, Πόλη/Χωριό: Παραμύθα, Δικαιοδοσία: Λεμεσός, Μερίδιο: Όλον (β) Αρ. Εγγραφής: 9457, Τεμάχιο: 384, Φύλλο/Σχέδιο: LIII/23, Τοποθεσία: Περνιά, Πόλη/Χωριό: Παραμύθα, Δικαιοδοσία: Λεμεσός, Μερίδιο: Όλον (γ) Αρ. Εγγραφής: 9458, Τεμάχιο: 385, Φύλλο/Σχέδιο: LIII/23, Τοποθεσία: Περνιά, Πόλη/Χωριό: Παραμύθα, Δικαιοδοσία: Λεμεσός, Μερίδιον: Όλον (δ) Αρ. Εγγραφής: 9643, Τεμάχιο: 390, Φύλλο/Σχέδιο: LIII/23, Έκταση: 6 Δεκάρια και 857 τετραγωνικά μέτρα, Τοποθεσία: Περνιά, Πόλη/Χωριό: Παραμύθα, Δικαιοδοσία: Λεμεσός, Μερίδιον: Όλον» Πραγματική βάση της αίτησης αποτελεί η ένορκη δήλωση του Ενάγοντα 1, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Η Εναγόμενη 1 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης διά μετόχων, δεόντως εγγεγραμμένη, σύμφωνα με τους νόμους των Βρετανικών Παρθένων Νήσων. Η Εναγόμενη 2 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης διά μετόχων, δεόντως εγγεγραμμένη σύμφωνα με τους νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας. Στις 19/12/2007 οι Ενάγοντες και η Εναγόμενη 1 συνήψαν μεταξύ τους συμφωνία εξαγοράς (Agreement and Plan of Acquisition), για το ποσό των €1.288.850 (Λ.Κ.745.000). Δυνάμει της προαναφερόμενης συμφωνίας η Εναγόμενη 1 συμφώνησε όπως εξαγοράσει από τους Ενάγοντες τις μετοχές τους στην Εναγόμενη 2, καθώς και την περιουσία της Εναγόμενης
- Κατά την ιδία ημερομηνία τα μέρη συνήψαν μεταξύ τους δεύτερη γραπτή συμφωνία, δυνάμει της οποίας η Εναγόμενη 1 συμφώνησε όπως προσλάβει τους Ενάγοντες ως συμβούλους της σε σχέση με την Εναγόμενη
- Στις 24/10/2008 η Εναγόμενη 1, μέσω του δικηγορικού γραφείου του κ. Αδαμίδη, κατέθεσε το ποσό των €341.720,29 ως προκαταβολή και το υπόλοιπο της συμφωνημένης τιμής αγοράς των μετοχών, σε λογαριασμό εγγύησης, δυνάμει συμφωνητικού εγγύησης (ESCROW AGENCY AGREEMENT). Μετά από επιπρόσθετες συναντήσεις και συζητήσεις, τα μέρη συμφώνησαν γραπτώς στις 12/12/2008 όπως τροποποιήσουν την ημερομηνία μεταβίβασης των μετοχών της Εναγόμενης 2 και όπως αυτή μετατεθεί στις 16/2/
- Κατά την ιδία ημερομηνία, η Εναγόμενη 1 συμφώνησε όπως καταθέσει το υπόλοιπο ποσό της συμφωνίας εξαγοράς ημερομηνίας 19/12/2007 εκ €931.187,
- Στη συνέχεια τα μέρη, στις 16/2/2009, συνήψαν νέα προσωρινή συμφωνία (temporary agreement), δυνάμει της οποίας συμφωνήθηκε όπως η Εναγόμενη 1 καταβάλει προκαταβολικά για περίοδο οχτώ ετών την αμοιβή των Εναγόντων ως συμβούλων, πληρωτέα ανά τέσσερις μήνες, εκ €7.210, που ανερχόταν στο συνολικό ποσό των €384.
- Στο μεταξύ, επειδή είχαν προκύψει διαφορές μεταξύ των μερών, προέβηκαν στη σύναψη συμφωνίας διευθέτησης ημερομηνίας 18/5/2012, με σκοπό την οριστική επίλυση των διαφορών τους. Στα πλαίσια της συμφωνίας διευθέτησης συμφωνήθηκε όπως: (α) Η Εναγόμενη 1 αποπληρώσει την οφειλή της προς τους Ενάγοντες, που ανερχόταν στο ποσό των €384.435, μέσα σε τέσσερα χρόνια από 18/5/
- (β) Η Εναγόμενη 1 καταβάλλει τον συμφωνηθέντα τόκο επί του ως άνω ποσού, κάθε μήνα. Παράλειψη πληρωμής του τόκου για 12 μήνες θα καθιστούσε ολόκληρο το ποσό των €384.435 πλέον οποιωνδήποτε τόκων, άμεσα πληρωτέο. (γ) Τυχόν διάθεση οποιουδήποτε συμφέροντος της Εναγόμενης 2 στα δεσμευθέντα με το προσωρινό διάταγμα ακίνητα, ιδιοκτησία της Εναγόμενης 2, συνιστούσε γεγονός παράβασης (event of default), σε σχέση με τη συμβατική υποχρέωση της Εναγόμενης 1 να αποπληρώσει την ως άνω οφειλή της προς τους Ενάγοντες. Ως εξασφάλιση της υποχρέωσης της Εναγόμενης 1 να καταβάλει την ως άνω οφειλή της προς τους Ενάγοντες, η Εναγόμενη 2 εγγυήθηκε ρητά και ανεπιφύλακτα την πληρωμή του ποσού των €384.435 από την Εναγόμενη
- Η Εναγόμενη 1 κατά παράβαση της ως άνω συμφωνίας διευθέτησης παρέλειψε να καταβάλει στους Ενάγοντες τους συσσωρευμένους τόκους για τους μήνες Μάρτιο, Απρίλιο και Μάϊο του 2014, καθώς και τους τόκους για τους μήνες Μάρτιο μέχρι Δεκέμβριο του 2013, δηλαδή για 15 μήνες συνολικά, που ανέρχονται στο ποσό των €36.040,
- Από πληροφορίες του Ενάγοντα 1 που πήρε από τον κύκλο του αλλά και από μεσίτη που ασχολείται με εξεύρεση και πώληση γης στην Παραμύθα, όπου βρίσκονται τα δεσμευθέντα ακίνητα, η Εναγόμενη 2 πρόκειται να προχωρήσει στην πώληση των ακινήτων. Παρά τις προσπάθειες του Ενάγοντα 1 να επικοινωνήσει με τους διευθυντές των Εναγομένων 1 και 2, ειδικότερα με τον κ. Λυμπουρή, ο οποίος τους προηγούμενους μήνες του πλήρωνε τους τόκους, αυτό δεν κατέστη δυνατό. Η Εναγόμενη 2 θα προχωρήσει μάλλον σε διαπραγματεύσεις, σύναψη σύμβασης αγοραπωλησίας των ακινήτων με τρίτο ή τρίτα πρόσωπα, κατά τρόπο που ενδέχεται να δημιουργηθούν συμβατικές υποχρεώσεις στην Εναγόμενη 1 ή/και 2 σε σχέση με τρίτα πρόσωπα και να καταστήσει υπόλογες σε αποζημιώσεις τις Εναγόμενες 1 και
- Κατ' αυτό τον τρόπο δεν θα μπορεί να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εφόσον θα δημιουργηθούν τετελεσμένα εις βάρος των Εναγόντων. Η Εναγόμενη 2 εναντιώθηκε στην οριστικοποίηση του εκδοθέντος διατάγματος. Με την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης της προβάλλει τους ακόλουθους λόγους ένστασης: «
- Η Αίτηση είναι νομικά και/ή ουσιαστικά και/ή πραγματικά αβάσιμη και/ή εδράζεται σε ανύπαρκτο, λανθασμένο ή ελλιπές νομικό υπόβαθρο.
- Η Αίτηση δεν είναι συναρτημένη με οποιαδήποτε βάση αγωγής ούτε και είναι συνακόλουθη με οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα (cause of action).
- Η παρούσα αγωγή είναι πρόωρη και συναφώς τόσο η Αίτηση όσο και τα εκδοθέντα διατάγματα είναι πρόωρα καθότι οι Ενάγοντες παρέλειψαν να επιδώσουν γραπτή απαίτηση στους Καθ' ων η Αίτηση δυνάμει των όρων της συμφωνίας εγγύησης ημερομηνίας 18/05/2012, πριν από την καταχώρηση της παρούσας αγωγής.
- Η Ενάγουσα 2 δεν έχει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα και/ή εύλογη και/ή βάσιμη αιτία αγωγής εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση και δεν νομιμοποιείται στην έγερση της παρούσας αγωγής εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση επειδή η εγγύηση ημερομηνίας 18/05/2012 συνήφθη μεταξύ του Ενάγοντος 1 και των Καθ' ων η Αίτηση.
- Η Αίτηση δεν εμπεριέχει και/ή δεν αποδεικνύει και/ή δεν καταδεικνύει το στοιχείο του κατ' επείγοντος ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις και συνεπώς δεν δικαιολογείτο η μονομερής έκδοση διαταγμάτων.
- Οι Αιτητές δεν έχουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση και δεν αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση και/ή σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση επειδή οι Ενάγοντες δεν προσκόμισαν οποιαδήποτε μαρτυρία που να αποκαλύπτει οποιανδήποτε βάσιμη και/ή εύλογη αιτία αγωγής εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση και ειδικότερα οποιαδήποτε μαρτυρία που να καθιστά εκτελεστές τις υποχρεώσεις των Καθ' ων η Αίτηση ως εγγυητών των Εναγόμενων
- Οι Αιτητές δεν κατάδειξαν με ικανοποιητική και/ή σχετική και/ή αποδεκτή μαρτυρία ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο και/ή ότι οι Αιτητές θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά εκτός εάν παραμείνει σε ισχύ το υπό εκδίκαση διάταγμα και η οποιαδήποτε ζημιά ήθελε αποδειχθεί ότι δεν μπορεί να αποζημιωθεί χρηματικά.
- Οι Αιτητές δεν προσέρχονται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και προσπαθούν κατά σαφή παράβαση των κανόνων του δικαίου και της επιείκειας να προσπορισθούν αθέμιτο όφελος σε βάρος των Καθ' ων η Αίτηση και συγκεκριμένα απέκρυψαν από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα και/ή παραπλάνησαν το Δικαστήριο.
- Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της Αίτηση και/ή της απόρριψης των διαταγμάτων και/ή η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκήθηκε λανθασμένα.» Η ένσταση της Εναγόμενης 2 υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του εκ των διευθυντών της Paul Lymbouris. Η υπό εξέταση αίτηση βασίζεται επί του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, άρθρα 4, 5 και 9, επί των άρθρων 32 και 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, επί των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, Διαταγή 48, θεσμοί 2 - 4, επί της Πρακτικής και των Γενικών Εξουσιών του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Cyprus Palestine Plantations Ltd v. Olivier and Co (Cyprus) Ltd, 16 CLR 122 αποφασίστηκε πως το άρθρο 4 του Κεφ. 6 παρέχει δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να εκδίδει παρεμπίπτον διάταγμα όταν αυτό αφορά μόνο το αντικείμενο της αγωγής. Στην υπόθεση ABP Holdings Ltd και άλλοι ν. Κιταλίδης και άλλων (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, λέχθηκε ότι τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 κάνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν14/60 που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Το άρθρο 32 του Ν14/60 δίδει ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει οποιοδήποτε παρεμπίπτον, απαγορευτικό ή προστακτικό διάταγμα, όταν κριθεί δίκαιο ή πρόσφορο, χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Έχει επίσης νομολογηθεί ότι το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο για τα προσωρινά διατάγματα η δε δικονομία ρυθμίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6 και τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς. Στη διαδικασία του Προσωρινού Διατάγματος το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 (Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.ά.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015). Οι αρχές οι οποίες διέπουν την έκδοση ενδιάμεσων παρεμπιπτόντων διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Οδυσσέως ν. Pieris Estates κ.α.,
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Με βάση την πιο πάνω νομολογία οι προϋποθέσεις έκδοσης ενδιάμεσου διατάγματος είναι οι ακόλουθες: α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως επιβάλλον οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση των δικογράφων. β) Πιθανότητα ότι ο Ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία. Επιβάλλεται στον Αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση αλλά σίγουρα κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η προϋπόθεση αυτή συσχετίζεται περισσότερο με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του Ενάγοντα (evidential strength of the case of the plaintiff). γ) Πρέπει να φανεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Περαιτέρω, μετά την ικανοποίηση των προαναφερθεισών προϋποθέσεων το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα ή να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας (Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χατζηβασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152). Θα προχωρήσω στην εξέταση των δύο πρώτων προϋποθέσεων του άρθρου 32. Εκ προοιμίου θα πρέπει να επισημανθεί ότι το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν θα εξετάσει σχολαστικά τη μαρτυρία με στόχο τη διαπίστωση γεγονότων ή την εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων (Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Αυτό το οποίο προκύπτει, τόσο από το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα των Εναγόντων, όσο και από την ένορκη δήλωση η οποία υποστηρίζει την υπό εξέταση αίτηση, είναι ότι η αξίωση των Εναγόντων εναντίον της Εναγόμενης 1 στηρίζεται στη συμφωνία ημερομηνίας 18/5/2012, μέρος της οποίας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντα
- Όσον αφορά την Εναγόμενη 2 η εναντίον της αξίωση έχει ως έρεισμα την εγγύηση, την οποία παραχώρησε, δυνάμει της οποίας είχε εγγυηθεί την πληρωμή του ποσού των €384.435 μαζί με τους τόκους, από την Εναγόμενη
- Αναμφίβολα, η εγγύηση αποτελεί σύμβαση, ρυθμιζόμενη από τις πρόνοιες των Άρθρων 84 - 105 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
- Με βάση τα όσα αναφέρω αμέσως πιο πάνω, είμαι ικανοποιημένος ότι οι Ενάγοντες έχουν αποκαλύψει μια συζητήσιμη υπόθεση εναντίον της Εναγόμενης
- Συμφώνως των όρων της συμφωνίας ημερομηνίας 18/5/2012, η Εναγόμενη 1 ανέλαβε την υποχρέωση να πληρώνει προς τους Ενάγοντες τον τόκο επί του οφειλόμενου ποσού των €384.435, ο οποίος είχε συμφωνηθεί σε ποσοστό 7,5% ετησίως, με μηνιαίες πληρωμές, η πρώτη εκ των οποίων ήταν πληρωτέα ένα μήνα μετά την υπογραφή της υπό αναφορά συμφωνίας. Το ως άνω οφειλόμενο ποσό συμφωνήθηκε όπως εξοφληθεί εντός 4 χρόνων από την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας. Παράλειψη πληρωμής των μηνιαίων τόκων για περίοδο 12 μηνών θα καθιστούσε το ποσό των €384.435 πλέον οποιωνδήποτε τόκων, άμεσα πληρωτέο. Ας σημειωθεί ότι ολόκληρο το κείμενο της υπό αναφορά συμφωνίας, στο οποίο περιλαμβάνεται και η γραπτή εγγύηση της Εναγόμενης 2, επισυνάπτεται ως Τεκμήριο στην ένορκη δήλωση του διευθυντή της Εναγόμενης 2, Paul Lymbouris (τεκμήριο Δ). Ο Ενάγοντας 1 στην ένορκη δήλωση του, επικαλούμενος την υπό αναφορά συμφωνία, ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη 1, κατά παράβαση των όρων της υπό αναφορά συμφωνίας, παρέλειψε να καταβάλει τους συσσωρευθέντες τόκους για τους μήνες Μάρτιο μέχρι Δεκέμβριο του 2013 και Μάρτιο, Απρίλη και Μάϊο του 2014, με αποτέλεσμα ολόκληρο το ως άνω ποσό των €384.435 να καταστεί άμεσα πληρωτέο. Επισυνάπτεται επίσης ως Τεκμήριο κατάσταση με τις πληρωμές στις οποίες προέβηκε η Ενάγουσα (Τεκμήριο 10). Με βάση τα στοιχεία τα οποία έχουν παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου, τα οποία κρίνονται ως επαρκή για σκοπούς εξέτασης της συνδρομής της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 32, διαφαίνεται ότι η Εναγόμενη 1 παρέλειψε να καταβάλει τους συμφωνηθέντες τόκους για περίοδο 13 μηνών και όχι 15 μηνών, όπως λανθασμένα αναφέρεται στην παράγραφο 11 της ενόρκου δηλώσεως του Ενάγοντα
- Η ως άνω ισχυριζόμενη παράβαση της υπό αναφορά συμφωνίας, συμφώνως του όρου 4b της συμφωνίας, έχει καταστήσει άμεσα απαιτητή ολόκληρη την οφειλή της Εναγόμενης 1 προς τους Ενάγοντες. Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει να επισημανθεί ότι ο Ενάγοντας 1 στην ένορκη δήλωση του επικαλείται την παραβίαση ενός ακόμα όρου της υπό αναφορά συμφωνίας. Όπως συγκεκριμένα ισχυρίζεται στην παράγραφο 12 της ενόρκου δηλώσεως του, από πληροφορίες που έχει από τον κύκλο του αλλά και από μεσίτη που ασχολείται με εξεύρεση και πώληση γης στην Παραμύθα, όπου βρίσκονται τα δεσμευθέντα με το προσωρινό διάταγμα ακίνητα, η Εναγόμενη 2 πρόκειται να προχωρήσει στην πώληση των ακινήτων. Τυχόν διάθεση οποιουδήποτε συμφέροντος της Εναγόμενης 2 στα εν λόγω ακίνητα συνιστά γεγονός παράβασης σε σχέση με τη συμβατική υποχρέωση της Εναγόμενης 1 να αποπληρώσει το ποσό των €384.435 στους Ενάγοντες. Όπως προκύπτει από τον όρο 7 της υπό αναφορά συμφωνίας, η διάθεση του συμφέροντος της Εναγόμενης 2 επί των ακινήτων, τα οποία περιγράφονται στο πρώτο παράρτημα της συμφωνίας, συνιστά γεγονός παράβασης (event of default) σε σχέση με την υποχρέωση της Εναγόμενης 1 να πληρώσει το ποσό των €384.435 μαζί με τους τόκους. Αυτό το οποίο προκύπτει είναι ότι ο Ενάγοντας 1 στην ένορκη δήλωση του αναφέρεται σε ενδεχόμενο διάθεσης του συμφέροντος της Εναγόμενης 2 επί των ως άνω ακινήτων. Το ενδεχόμενο όμως διάθεσης του συμφέροντος της δεν μπορεί να εξισωθεί με τη διάθεση του συμφέροντος της επί των ως άνω ακινήτων, όπως ρητά προνοείται στον όρο 7 της υπό αναφορά συμφωνίας. Είναι λοιπόν φανερό ότι το ενδεχόμενο διάθεσης του συμφέροντος της Εναγόμενης 2 δεν συνιστά παραβίαση της υπό αναφορά συμφωνίας. Το κείμενο της συμφωνίας εγγύησης, η οποία επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του διευθυντή της Εναγόμενης 2, με το οποίο συμφωνεί η πλευρά των Εναγόντων, ρητά προνοεί ότι η Εναγόμενη 2 εγγυάται άνευ όρων την πληρωμή από την Εναγόμενη 1 της οφειλής της προς τους Ενάγοντες, πλέον οποιουσδήποτε τόκους. Επίσης, ρητά προνοεί ότι οποιαδήποτε απαίτηση με βάση την υπό αναφορά εγγύηση θα υποβάλλεται γραπτώς, θα υπογράφεται από τον Ενάγοντα 1, προς τον οποίο απευθύνεται ή τον εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο του και μπορεί να επιδοθεί προσωπικά ή να αφεθεί στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας ή να σταλεί με ασφαλισμένο ταχυδρομείο στη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της[1]. Αυτό το οποίο παρατηρώ είναι ότι στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντα 1 δεν αναφέρεται κατά πόσο είχε υποβληθεί γραπτή απαίτηση προς την Εναγόμενη 2 με βάση τον πιο πάνω αναφερόμενο όρο της συμφωνίας εγγύησης. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι οι Ενάγοντες είχαν ζητήσει την άδεια του Δικαστηρίου να καταχωρήσουν συμπληρωματική ένορκη δήλωση για να εισάξουν, μεταξύ άλλων ισχυρισμών, ότι ο Ενάγοντας 1 έβαλε στο ταχυδρομικό κιβώτιο του εγγεγραμμένου γραφείου της Εναγόμενης 2 επιστολή με την οποία ζητούσε την πληρωμή δυνάμει της υπό αναφορά συμφωνίας εγγυήσεως. Το Δικαστήριο όμως, με ενδιάμεση απόφαση του, απέρριψε το ως άνω αίτημα. Η Εναγόμενη 2 από πλευράς της, στην ένορκη δήλωση του διευθυντή της ισχυρίζεται ότι ο Ενάγοντας απέτυχε να αποκαλύψει στο Δικαστήριο ότι δεν αξίωσε την πληρωμή του οφειλόμενου χρέους με τον τρόπο που καθορίζεται στην υπό αναφορά εγγυητική, με αποτέλεσμα να μην ενεργοποιηθεί η υποχρέωση της να πληρώσει το χρέος της Εναγόμενης 1, με βάση τους όρους της συμφωνίας εγγύησης. Εν όψει δε του ότι η ως άνω γραπτή απαίτηση πληρωμής του χρέους από την Εναγόμενη 2 αποτελεί όρο ή και προϋπόθεση για την καταχώρηση της αγωγής εναντίον της Εναγόμενης 2, η αγωγή των Εναγόντων δεν μπορεί να έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Στη γραπτή αγόρευση των δικηγόρων της γίνεται παραπομπή σε σχετική επί του θέματος νομολογία αλλά και βιβλιογραφία. Από πλευράς Εναγόντων, στη γραπτή αγόρευση των συνηγόρων τους, υποστηρίζεται ότι το κατά πόσο υπήρχε υποχρέωση γραπτής απαίτησης του χρέους πριν την καταχώρηση της αγωγής, είναι θέμα ερμηνείας του σχετικού όρου της συμφωνίας εγγύησης, το οποίο θα πρέπει να αφεθεί για να αποφασιστεί στα πλαίσια της ακρόασης της αγωγής. Δεν θα συμφωνούσα με τη θέση των Εναγόντων ότι το ζήτημα αυτό θα πρέπει να αφεθεί για εξέταση στο τελικό στάδιο της αγωγής. Από τη στιγμή που η υπεράσπιση υποστηρίζει ότι ο όρος αυτός αποτελεί προϋπόθεση της έγερσης της αγωγής εναντίον της Εναγόμενης 2, καθίσταται φανερό ότι το διασυνδέει με την ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής, με αποτέλεσμα να καθίσταται αναγκαία η εξέταση του στο στάδιο αυτό. Από το υλικό το οποίο έχει παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι η παράλειψη της Εναγόμενης 1 να πληρώσει στους Ενάγοντες τους συμφωνηθέντες τόκους για περίοδο 12 μηνών έχει δημιουργήσει την υποχρέωση της Εναγόμενης 2 να καταβάλει στους Ενάγοντες το ποσό των €384.435 πλέον τους τόκους, με βάση τη συμφωνία εγγύησης. Το δικαίωμα των Εναγόντων να στραφούν εναντίον της Εναγόμενης 2 ως εγγυήτριας δημιουργήθηκε με την ως άνω παράβαση της συμφωνίας εκ μέρους της Εναγόμενης
- Η επίδοση της απαιτούμενης από τη συμφωνία εγγύησης γραπτής απαίτησης δεν συνιστά όρο ή προϋπόθεση για τη δημιουργία της ευθύνης της Εναγόμενης 2 να πληρώσει τους Ενάγοντες, με βάση τους όρους της εγγύησης. Η επίδοση της υπό αναφορά γραπτής απαίτησης απλά σηματοδοτεί την έναρξη του χρόνου από τον οποίο οι Ενάγοντες μπορούν να αξιώσουν την ανάκτηση του χρέους από την Εναγόμενη
- Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Stimpson v. Smith
(1999)2 All E.R. 833, 843 η οποία μνημονεύεται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Lombard Natwest Ltd v. Λαζαρίδη
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1465: "Where the guarantee requires a formal demand to be made upon the surety, this is not a condition precedent to his liability under the contract. It simply marks the time from which that liability can be enforced. It is a provision in the contract for the surety's benefit which he may waive." Έχοντας κατά νουν τα όσα αναφέρονται πιο πάνω, δεν θα μπορούσα να συμφωνήσω με τη θέση της γραπτής αγόρευσης των συνηγόρων της Εναγόμενης 2 ότι η γραπτή απαίτηση του χρέους από την Εναγόμενη 2 συνιστά προϋπόθεση για τη γένεση της ευθύνης της ως εγγυήτριας για πληρωμή του χρέους της Εναγόμενης
- Συνιστά όμως προϋπόθεση, κατά την άποψη μου, για την καταχώρηση της αγωγής εναντίον της. Ενόψει δε του ότι δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία από πλευράς Εναγόντων σε σχέση με το κατά πόσο είχε προηγηθεί η γραπτή απαίτηση του χρέους, η οποία προνοείται στη συμφωνία εγγύησης, πριν την καταχώρηση της αγωγής, το ενδεχόμενο επιτυχίας της αγωγής των Εναγόντων έχει καταστεί απομακρυσμένο και κάθε άλλο παρά ορατό. Μια άλλη θέση της Εναγόμενης 2, η οποία σχετίζεται με το ενδεχόμενο επιτυχίας της αγωγής των Εναγόντων, είναι ότι η Ενάγουσα 2 δεν νομιμοποιείται στην έγερση της παρούσας αγωγής εναντίον της Εναγόμενης 2, ούτε στην καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης για το λόγο ότι η υπό αναφορά εγγύηση δόθηκε από την Εναγόμενη 2 προς τον Ενάγοντα 1 μόνο. Αυτό το οποίο παρατηρώ είναι ότι πράγματι η υπό αναφορά εγγυητική, η οποία επισυνάπτεται ως τεκμήριο «Ε» στην ένορκη δήλωση του Paul Lymbouris, απευθύνεται μόνο προς τον Ενάγοντα
- Από την άλλη όμως δεν μπορώ να μη λάβω υπόψη μου ότι η Ενάγουσα 2 είναι μέρος στη συμφωνία ημερομηνίας 18/5/2012 και, μαζί με τον Ενάγοντα 1, είναι τα πρόσωπα τα δικαιούμενα στην πληρωμή του ποσού των €384.435, την πληρωμή του οποίου είχε εγγυηθεί η Εναγόμενη
- Τα όσα αναφέρω αμέσως πιο πάνω είναι επαρκή, κατά την άποψη μου, για το στάδιο αυτό και θα μπορούσαν να καταδείξουν την ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής της Ενάγουσας
- Κρίνω σκόπιμο να εξετάσω, στο στάδιο αυτό, το λόγο ένστασης ότι οι Ενάγοντες απέκρυψαν από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα. Όπως είναι νομολογημένο, όταν ένας διάδικος επιζητεί την έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος, έχει την υποχρέωση να θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα εκείνα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία μπορούν να βοηθήσουν το Δικαστήριο να καταλήξει στα ορθά συμπεράσματα. Η υποχρέωση αυτή καθίσταται πιο επιτακτική σε μονομερείς αιτήσεις (ex parte applications) αφού το Δικαστήριο δεν έχει άλλη επιλογή παρά να βασιστεί στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων του Αιτητή. Έτσι προκύπτει η ανάγκη της πλήρους αποκάλυψης γεγονότων (Τσιερκέζου ν. Dragon Tourist Enterprises Ltd,
(2009)1 A.A.Δ. 734). Αυτό το οποίο συγκεκριμένα υποστηρίζεται ότι απέκρυψαν οι Ενάγοντες είναι το κείμενο της συμφωνίας εγγύησης της Εναγόμενης
- Ο Ενάγοντας 1, παρά το ότι στην ένορκη δήλωση του αναφέρεται στην υπό αναφορά συμφωνία εγγύησης, εντούτοις έχει επισυνάψει ως τεκμήριο κάποιο έγγραφο εγγύησης το οποίο καμιά σχέση έχει με την επίδικη συμφωνία εγγύησης (τεκμήριο 8 της ενόρκου δηλώσεως του Ενάγοντα). Το ορθό κείμενο της επίδικης συμφωνίας εγγύησης επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του Paul Lymbouris (τεκμήριο Ε). Το Δικαστήριο, με ενδιάμεση απόφαση του επέτρεψε στους Ενάγοντες να επεξηγήσουν, με συμπληρωματική ένορκη δήλωση, τους λόγους για τους οποίους δεν επισύναψαν την ορθή συμφωνία εγγύησης. Αξίζει να επισημανθεί ότι οι Ενάγοντες συμφωνούν ότι η ορθή συμφωνία εγγύησης είναι αυτή που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του Paul Lymbouris. Επιπλέον, από τη συμφωνία ημερομηνίας 18/5/2012, η οποία επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντα 1 (τεκμήριο 6) απουσιάζουν οι τρεις τελευταίες σελίδες της (σελίδες 5 - 7). Επισημαίνεται ότι όλες οι σελίδες της υπό αναφορά συμφωνίας επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση του Paul Lymbouris (τεκμήριο Δ της ενόρκου δηλώσεως του). Ας σημειωθεί ότι οι τρεις τελευταίες σελίδες που απουσιάζουν από τη συμφωνία που επισυνάπτεται στην ένορκο δήλωση του Ενάγοντα 1 κατ' ουσίαν περιλαμβάνουν το κείμενο της συμφωνίας εγγύησης η οποία, όπως έχει ήδη αναφερθεί, εμπεριέχεται και σε ξεχωριστό έγγραφο, η οποία επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του Paul Lymbouris (τεκμήριο Ε). Η θέση την οποία υποστηρίζει η Εναγόμενη 2 στη γραπτή αγόρευση των συνηγόρων της είναι ότι το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα βασίστηκε επί ανεπαρκών λόγων, για το λόγο ότι οι Ενάγοντες δεν αποκάλυψαν στο Δικαστήριο τους πλήρεις όρους της συμφωνίας εγγύησης, ειδικά δε τον όρο για γραπτή απαίτηση πληρωμής από την Εναγόμενη
- Είμαι της άποψης ότι το παράπονο της Εναγόμενης 2 είναι βάσιμο. Πέραν της μη επισύναψης στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντα 1 της ορθής συμφωνίας εγγύησης, η οποία δεν αποκλείω να οφείλεται σε καλόπιστο λάθος, κάτι το οποίο όμως είναι αδιάφορο (Electromatic Constructions Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2009)1Α Α.Α.Δ. 258), δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά από τον Ενάγοντα 1 στην ένορκη δήλωση του στους όρους της επίδικης συμφωνίας εγγύησης. Απλά αναφέρεται ότι η Εναγόμενη 2 εγγυήθηκε την πληρωμή του ποσού των €384.435 από την Εναγόμενη
- Δυνατόν η κρίση του δικαστή ο οποίος επιλήφθηκε της αίτησης και εξέδωσε το διάταγμα μονομερώς να ήταν διαφορετική στην περίπτωση που λάμβανε γνώση των όρων της επίδικης συμφωνίας εγγύησης, ειδικά δε του όρου για τη γραπτή απαίτηση πληρωμής. Η αποκάλυψη του υπό αναφορά όρου δυνατόν να οδηγούσε το Δικαστήριο σε άλλη κατάληξη κατά την εξέταση της μονομερούς αιτήσεως. Η μη αποκάλυψη των όρων της επίδικης συμφωνίας εγγύησης είναι ακόμα ένας λόγος για ακύρωση του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος. Υποστηρίζεται επίσης από την Εναγόμενη 2 ότι ο Ενάγοντας 1 απέκρυψε από το Δικαστήριο ότι κατά τους ουσιώδεις χρόνους ήταν ο ένας εκ των δύο διευθυντών της Εναγόμενης
- Στην ένορκη δήλωση του ο Ενάγοντας 1 πράγματι δεν αναφέρει ότι είναι εκ των διευθυντών της Εναγόμενης
- Επισυνάπτει όμως ως τεκμήριο πιστοποιητικό έρευνας του Εφόρου Εταιρειών (τεκμήριο 11) στο οποίο παρουσιάζεται ως διευθυντής της Εναγόμενης 2 από 18/5/
- Παρά το ότι το υπό αναφορά πιστοποιητικό παρουσιάστηκε με σκοπό, όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντα 1, να καταδειχθεί η σχέση του Paul Lymbouris με την Εναγόμενη 2, εντούτοις είναι ξεκάθαρο ότι σ' αυτό αναφέρεται και το όνομα του Ενάγοντα
- Κάτω από τα δεδομένα που αναφέρω αμέσως πιο πάνω, δεν θεωρώ ότι υπήρξε απόκρυψη του ότι ο Ενάγοντας ήταν διευθυντής της Εναγόμενης
- Είμαι της άποψης ότι οι αποφάσεις, οι οποίες μνημονεύονται από την Εναγόμενη 2 στη γραπτή αγόρευση των συνηγόρων της σε σχέση με τις επιπτώσεις που έχει η μη αποκάλυψη ουσιώδους γεγονότος σε ένορκη δήλωση, παρά το ότι αυτό αναφέρεται σε έγγραφο που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση, δεν τυγχάνουν εφαρμογής στα γεγονότα της υπό εξέταση υπόθεσης. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, ο Ενάγοντας στην ένορκη δήλωση του ισχυρίζεται ότι από πληροφορίες που πήρε από τον κύκλο του αλλά και από μεσίτη που ασχολείται με πώληση γης, η Εναγόμενη 2 πρόκειται να προχωρήσει στην πώληση των δεσμευθέντων με το προσωρινό διάταγμα ακινήτων. Εάν αποξενώσει τα ακίνητα, ενδέχεται να μην μπορέσει να τηρήσει την υποχρέωση εγγύησης που ανέλαβε, αφού δεν θα έχει οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία για να καλύψει την υποχρέωση της έναντι των Εναγόντων. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη 2 θα προχωρήσει μάλλον σε διαπραγματεύσεις, σύναψη σύμβασης αγοραπωλησίας των ακινήτων με τρίτο ή τρίτα πρόσωπα ώστε ενδέχεται να δημιουργηθούν συμβατικές υποχρεώσεις των Εναγομένων 1 και/ή 2 σε σχέση με τρίτα πρόσωπα και να δώσει δικαιώματα σε αυτούς να απαιτήσουν αποζημιώσεις εναντίον των Εναγομένων. Κατ' αυτό τον τρόπο δεν θα μπορεί να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εφόσον θα δημιουργηθούν τετελεσμένα εις βάρος των Εναγόντων. Κατ' αρχή, αυτό το οποίο πρέπει να επισημάνω, είναι ότι είναι αδιάφορο το κατά πόσο ενυπάρχει ή όχι το ενδεχόμενο ή ο κίνδυνος αποξένωσης των δεσμευθέντων με το προσωρινό διάταγμα ακινήτων. Όπως είναι νομολογημένο, δεν απαιτείται η προσαγωγή μαρτυρίας για πρόθεση του Εναγόμενου να αποξενώσει ή να επιβαρύνει οποιοδήποτε περιουσιακό του στοιχείο. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνει, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία (C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd ν. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785). Αυτό το οποίο παρατηρώ είναι ότι ο Ενάγοντας 1 στην ένορκη δήλωση του δεν κάμνει αναφορά στην οικονομική κατάσταση της Εναγόμενης
- Εκτός από τον γενικό και αόριστο ισχυρισμό ότι εάν αποξενώσει τα δεσμευθέντα ακίνητα δεν θα έχει οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία για να καλύψει την υποχρέωση της προς τους Ενάγοντες, δεν υπάρχει ισχυρισμός ότι η Εναγόμενη 2 είναι αφερέγγυα ή η οικονομική της κατάσταση είναι τέτοια, ώστε να μην είναι σε θέση να καλύψει την απόφαση που τυχόν εκδοθεί εναντίον της. Επιπλέον, δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στις εργασίες τις οποίες διεξάγει η Εναγόμενη 2 ή κατά πόσο έχει σταματήσει οποιαδήποτε δραστηριότητα, με αποτέλεσμα να μην έχει εισοδήματα. Είμαι της άποψης ότι ο Ενάγοντας, ως διευθυντής της Εναγόμενης 2, όφειλε να παρουσιάσει επαρκή στοιχεία, από τα οποία θα μπορούσε να διαφανεί η τυχόν άσχημη οικονομική κατάσταση της Εναγόμενης
- Ειδικότερα, θα μπορούσε να παρουσιαστεί κατάσταση τυχόν χρεών ή των δανειστών της Εναγόμενης
- Δεν παραγνωρίζω ότι στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντα 1 επισυνάπτονται κάποιες οικονομικές καταστάσεις της Εναγόμενης
- Καμιά αναφορά όμως ή παραπομπή γίνεται σ' αυτές από τον Ενάγοντα
- Γενικός και αόριστος κρίνεται επίσης ο ισχυρισμός του Ενάγοντα 1 ότι η Εναγόμενη 2 θα προχωρήσει σε συμβάσεις αγοραπωλησίας των ακινήτων, κάτι το οποίο ενδέχεται να δημιουργήσει συμβατικές υποχρεώσεις με τρίτα πρόσωπα και δικαίωμα για απαίτηση αποζημιώσεων σε βάρος των Εναγομένων 1 και
- Δεν παρουσιάστηκαν οποιαδήποτε στοιχεία από τα οποία θα μπορούσε να διαφανεί το βάσιμο του ως άνω ισχυρισμού. Θα πρέπει ακόμα να επισημανθεί ότι η απαίτηση των Εναγόντων είναι εκκαθαρισμένη, με αποτέλεσμα να μην τίθεται ζήτημα δυσκολίας ή αδυναμίας στον τελικό υπολογισμό της ζημιάς των Εναγόντων, κατά τρόπο ώστε να καθίσταται αναγκαία η δέσμευση της ακίνητης περιουσίας της Εναγόμενης 2 (ΚΟΤ ν. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ.(Ε) 255). Ένα άλλο σημείο το οποίο θα πρέπει να επισημανθεί είναι ότι δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας για την αξία του καθενός από τα δεσμευθέντα ακίνητα. Πιστεύω ότι ήταν υποχρέωση των Εναγόντων να παρουσίαζαν κάποια έστω κατά προσέγγιση εκτίμηση της αξίας ενός εκάστου ακινήτου, κατά τρόπο ώστε αυτή να συσχετιστεί με το ύψος του ποσού το οποίο διεκδικούν οι Ενάγοντες. Το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε, στην απουσία σχετικής μαρτυρίας, να προχωρήσει στην οριστικοποίηση του διατάγματος ή ακόμα να προβεί στον περιορισμό του, σε μέρος των ακινήτων, ακόμα και σε ένα μόνο ακίνητο, η αξία του οποίου δυνατόν να είναι κατά πολύ μεγαλύτερη από το διεκδικούμενο από τους Ενάγοντες ποσό. Εν όψει των όσων έχω αναφέρει πιο πάνω, καταλήγω ότι οι Ενάγοντες απέτυχαν να ικανοποιήσουν και την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32. Αναφορικά με το που κλίνει το ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of convenience), εν όψει της μη ικανοποίησης των προϋποθέσεων του άρθρου 32, δεν θεωρώ σκόπιμο να ασχοληθώ μαζί του. Η Εναγόμενη 2 στους λόγους ένστασης της αμφισβητεί τη στοιχειοθέτηση του κατεπείγοντος στην έκδοση των διαταγμάτων μονομερώς. Όπως συγκεκριμένα υποστηρίζεται στην ένορκη δήλωση του κ. Lymbouris, προκειμένου ο Ενάγοντας 1 να πείσει το Δικαστήριο περί του κατεπείγοντος της αίτησης, αναφέρει ότι από πληροφορίες που δήθεν έχει από τον κύκλο του αλλά και από μεσίτη που ασχολείται με την εξεύρεση και πώληση γης, η Εναγόμενη 2 πρόκειται να προχωρήσει στην πώληση των δεσμευθέντων ακινήτων. Επιπλέον, ο Ενάγοντας 1 διατείνεται ότι προσπάθησε να επικοινωνήσει με τους διευθυντές των Εναγομένων χωρίς δήθεν να καταστεί δυνατόν. Τα πιο πάνω, κατά τον ενόρκως δηλούντα, αποτελούν γενικούς, αναληθείς και παραπλανητικούς ισχυρισμούς, προκειμένου το Δικαστήριο να πεισθεί και να εκδώσει το αιτηθέν διάταγμα μονομερώς. Όπως είναι νομολογημένο, το επείγον για την παροχή θεραπείας μονομερώς αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσον καταδεικνύεται το κατ' επείγον του αιτήματος δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του Εναγόμενου (Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598, 604). Αυτό το οποίο έχει διαφανεί από την προσαχθείσα μαρτυρία, είναι ότι οι Ενάγοντες προσέφυγαν στο Δικαστήριο πριν ακόμα καταστούν απαιτητοί οι τόκοι του Μαϊου 2014, αφού σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας ημερομηνίας 18/5/2012 η πρώτη δόση ήταν πληρωτέα ένα μήνα μετά την ημερομηνία σύναψης της συμφωνίας. Επισημαίνω ότι η αγωγή καταχωρήθηκε στις 16/5/
- Στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντα 1 αναφέρεται ότι η Εναγόμενη 1 παρέλειψε να πληρώσει τους τόκους για τους μήνες Μάρτιο μέχρι Δεκέμβριο του 2013 και για τους μήνες Μάρτιο, Απρίλη και Μάϊο του
- Επισημαίνω ακόμα ότι, σύμφωνα με τους όρους της γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 18/5/2012, στην περίπτωση που οι συμφωνηθέντες τόκοι παραμείνουν απλήρωτοι για περίοδο δώδεκα μηνών, ολόκληρο το υπόλοιπο της οφειλής της Εναγόμενης 1 προς τους Ενάγοντες θα καθίσταται απαιτητό. Καθίσταται λοιπόν φανερό ότι οι Ενάγοντες, ενώ είχαν δικαίωμα να προσφύγουν στο Δικαστήριο μόλις καθίστατο απαιτητή η δόση του 12ου μήνα, εντούτοις άφησαν να περάσει ένας περίπου μήνας για να προσφύγουν στο Δικαστήριο. Υπό τις περιστάσεις, δεν θεωρώ ότι υπήρξε καθυστέρηση από πλευράς τους για να αποταθούν στο Δικαστήριο για θεραπεία. Χωρίς να παραγνωρίζω ότι ο ισχυρισμός της ενόρκου δηλώσεως του Ενάγοντα 1 ότι εξασφάλισε πληροφορίες από τον κύκλο του αλλά και από κάποιο μεσίτη ότι η Εναγόμενη 2 πρόκειται να προχωρήσει στην πώληση των ακινήτων, παρέμεινε κατ' ουσίαν γενικός και αόριστος, εντούτοις δεν έχω ικανοποιηθεί ότι υπήρξε καθυστέρηση από πλευράς Εναγόντων να προσφύγουν στο Δικαστήριο. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να γίνει παραπομπή και στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου
(1)Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G.
(2)Commerzbank Aktiengesellschaft και Adeona Holdings Limited, Πολιτική Έφεση αρ. E6/2014, ημερομηνίας 27/2/2015, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Υπάρχει όμως και μια άλλη διάσταση στο θέμα του κατεπείγοντος. Όπου εκδίδεται μονομερώς ένα διάταγμα και στη συνέχεια, αφού ακουστεί και ο εναγόμενος, τεθεί θέμα ότι το διάταγμα δεν θα έπρεπε να είχε εκδοθεί μονομερώς, το δικαστήριο θα πρέπει με φειδώ να προχωρεί σε ακύρωση του παρεμπίπτοντος διατάγματος, ιδιαίτερα όταν ο ενάγων δεν συνέβαλε και ούτε απέκρυψε οποιαδήποτε στοιχεία ώστε να θεωρηθεί ότι παραπλάνησε το δικαστήριο για να δεχθεί να εξετάσει την αίτηση στην απουσία της άλλης πλευράς. Όπως νομολογήθηκε πρόσφατα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Κούππα ν. Πουλλά Τσαδιώτη Λίμιτεδ κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. 312/10, ημερ. 17.7.2014, όταν εγερθεί θέμα κατεπείγοντος μετά που ακουστεί ο εναγόμενος, το θέμα δεν «θα πρέπει να αφήνεται να καταστρατηγεί το ζητούμενο .. και να αποπροσανατολίζει από τον στόχο, αλλά να εκλαμβάνεται εξ αρχής ως καθήκον του Δικαστηρίου να εξετάζει με προσοχή το υλικό που τίθεται ενώπιον του ..». Σχετικές είναι επίσης και οι υποθέσεις Κασπαρή ν. Ανδρέου
(2004)1Β ΑΑΔ 784 και Αποστόλου ν. Ιωάννου
(2012)1Α ΑΑΔ 604, στις οποίες εκφράστηκαν επιφυλάξεις ως προς την προηγούμενη νομολογία επί του θέματος.» Εν όψει των όσων έχω αναφέρει αμέσως πιο πάνω, καταλήγω ότι ο υπό εξέταση λόγος ένστασης δεν έχει περιθώρια επιτυχίας. Για όλους τους λόγους που έχω επεξηγήσει πιο πάνω, καταλήγω ότι η υπό εξέταση αίτηση δεν έχει περιθώρια επιτυχίας και θα πρέπει να απορριφθεί. Όσον αφορά τα έξοδα, δεν βλέπω οποιοδήποτε λόγο για απόκλιση από το γενικό κανόνα ότι επιδικάζονται υπέρ του επιτυχόντα διάδικου. Η αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ της Εναγόμενης 2 και εναντίον των Εναγόντων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. Το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 16/5/2014 ακυρώνεται. (Υπ.) ........... Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΘΘ/ΑΓ Subject: Civil/Interim Αναφορά: Προσωρινό διάταγμα δέσμευσης ακίνητης περιουσίας [1] "Any demand made under this guarantee shall be in writing signed by you or your authorized attorney and any such demand may be served personally on me or left for me at my registered address or sent by registered post to that address." cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο