← Κύπρος

CYDEZINES INTERNET SERVICES LTD ν. Andrei Sorokin άλλως Andrey Sorokin, Αρ. Αγωγής: 964/11, 6/3/2015

CYDEZINES INTERNET SERVICES LTD ν. Andrei Sorokin άλλως Andrey Sorokin, Αρ. Αγωγής: 964/11, 6/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A56 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 964/11 Μεταξύ: CYDEZINES INTERNET SERVICES LTD Εναγόντων Και Andrei Sorokin άλλως Andrey Sorokin από Ρωσία και τώρα μόνιμος κάτοικος Κύπρου Εναγομένου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 06.03.2015 Αίτηση ημερομηνίας: 16.5.2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Εναγόμενο/Αιτητή: KARAPATAKIS PAVILIDES LLC, για ν' ακούσει απόφαση κος Σ. Πάτσαλος Για τους Ενάγοντες/Καθ' ών η Αίτηση: κα Παπαϊωάννου για Κυριάκος Κενεβέζος Δ.Ε.Π.Ε E N Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αίτηση του ο Εναγόμενος/Αιτητής ζητά από το Δικαστήριο διάταγμα και/ή απόφαση που να ακυρώνει και/ή παραμερίζει την εκδοθείσα απόφαση ημερομηνίας 14.10.

  1. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση φαίνονται στην ένορκο δήλωση του Stanislav Tikhonov, πληρεξούσιου αντιπροσώπου του Εναγομένου (προφανώς η αναφορά σε πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του Ενάγοντα αποτελεί τυπογραφικό λάθος) όπου συνοπτικά αναφέρονται τ' ακόλουθα: Η επίδοση του κλητηρίου έγινε με υποκατάστατο τρόπο, με θυροκόλληση του κλητηρίου στην είσοδο κατοικίας που κατ' ισχυρισμό μένει ο Εναγόμενος. Οι ένορκες δηλώσεις οι οποίες καταχωρήθηκαν προς έκδοση του Διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης είναι αναληθείς και όσα αναφέρονται είναι ψευδή, ανυπόστατα, κακόβουλα και έγιναν με σκοπό να παρεμποδίσουν την ορθή απονομή της δικαιοσύνης και ουδεμία σχέση έχουν με την πραγματικότητα. Ο Εναγόμενος ο οποίος είναι Ρώσος υπήκοος κατά διαστήματα διαμένει στην Κύπρο σε διαμέρισμα το οποίο διατηρεί στην Λεμεσό. Κατά την περίοδο μεταξύ 15.7.11 μέχρι και την 3.9.11 ο Εναγόμενος βρισκόταν στην Ρωσία σύμφωνα με τις σφραγίδες του διαβατηρίου του (Τεκμήριο 1). Ουδέποτε ο Εναγόμενος έλαβε γνώση της επίδοσης, του κλητηρίου για να μπορέσει να εμφανιστεί και υπερασπιστεί έγκαιρα παρά μόνο αρχές Απριλίου 2014 όπου άρχισε τις διαδικασίες πώλησης της οικίας του όπου ανακάλυψε πως η κατοικία του βαρύνεται με προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε στα πλαίσια της Αγωγής. Η αξίωση των Εναγόντων είναι αβάσιμη και ο Εναγόμενος έχει καλή υπεράσπιση και ανταπαίτηση εναντίον των Εναγόντων. Όπως ισχυρίζεται ο Εναγόμενος κατά το 2009 ήρθαν σε επαφή μαζί του οι Ενάγοντες οι οποίοι του υποσχέθηκαν ότι θα του εξασφάλιζαν άδεια για λειτουργία καζίνο και ηλεκτρονικού καζίνο στην Κύπρο. Οι Εναγόμενοι του ανέφεραν ότι ήταν σε θέση να του σχεδιάσουν και να κατασκευάσουν τα προγράμματα και γενικότερα όλη την τεχνολογία που είναι απαραίτητη για την δημιουργία των πιο πάνω. Κατά τον Εναγόμενο, οι διάδικοι υπέγραψαν προκαταρκτική συμφωνία και μέχρι την 5.1.2009 θα υπέγραφαν συμφωνία. Χωρίς να υπογραφεί συμφωνία οι Ενάγοντες ζήτησαν από τον Εναγόμενο την πληρωμή του ποσού των €148.160.- για την προώθηση της διαδικασίας και ο Εναγόμενος τους κατέβαλε το ποσό των €137.000.- μέσω κατάθεσης και τα υπόλοιπα σε μετρητά. Παρά την πιο πάνω πληρωμή, κατά τον Εναγόμενο, οι Ενάγοντες δεν παρουσίασαν στον Εναγόμενο σύστημα/πρόγραμμα λειτουργίας καζίνο και άδεια λειτουργίας καζίνο. Ισχυρίζεται περαιτέρω ο ομνύον ότι εφόσον στην Κύπρο απαγορεύεται η λειτουργία καζίνο η συμφωνία των μερών καθίσταται άκυρη εξ' υπαρχής και ότι οι Ενάγοντες απέσπασαν χρήματα από τον Εναγόμενο και/ή πλούτισαν αδικαιολόγητα με το πιο πάνω ποσό το οποίο σε περίπτωση παραμερισμού της απόφασης θα ανταπαιτήσουν. Στην αίτηση καταχώρισαν ένσταση οι Ενάγοντες/Καθ' ών η Αίτηση και οι λόγοι της ένστασης είναι οι ακόλουθοι:
  2. Η αίτηση είναι παράτυπη και δεν τηρήθηκαν και/ή παραβιάζονται οι σχετικές διατάξεις των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και/ή οι αρχές της Νομολογίας.
  3. Σε περίπτωση χορήγησης του αιτήματος θα προκληθεί αδικία και/ή δυσμενής επηρεασμός στους Ενάγοντες.
  4. Η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί εφόσον τα όσα αναφέρει ο Εναγόμενος/Αιτητής αποτελούν εκ των υστέρων εφευρήματα και αναληθή γεγονότα.
  5. Η αίτηση καταχωρήθηκε πολύ αργοπορημένα και/ή καθυστερημένα εφόσον ο Αιτητής έλαβε γνώση της αγωγής και της απόφασης πολύ ενωρίτερα από την καταχώρηση της αίτησης. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της δικηγόρου κας Παπαϊωάννου εις την οποία αναφέρει αρχικά ότι είναι εξουσιοδοτημένη από τους Ενάγοντες να προβεί στην ένορκη δήλωση και διευκρινίζει ότι δεν χειρίζεται προσωπικά την υπόθεση. Περαιτέρω επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης για τους οποίους η αίτηση πρέπει να απορριφθεί. Αναφέρει ότι τα γεγονότα για την έκδοση του Διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης είναι αληθή, η αίτηση για υποκατάστατη επίδοση ήταν και είναι καθόλα νόμιμη και ορθή και τα όσα αναφέρει ο Αιτητής αποτελούν εκ των υστέρων μεθοδεύματα αφού δεν έχει καμία υπεράσπιση στην αγωγή και σκοπός του είναι να αποπροσανατολίσει το Δικαστήριο. Οι συνήγοροι των διαδίκων ανέπτυξαν τις θέσεις τους μέσα από εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις τις οποίες μελέτησα και έλαβα υπόψη μου, στις οποίες θα αναφερθώ όπου κριθεί σκόπιμο, χωρίς να προβούν σε αντεξέταση των ενόρκων δηλούντων. Η αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.17 Θ.10, Δ.48 Θ. 1, 2, 3, 4, 9 (h). Η Δ.17 Θ.10 αναφέρει τα εξής: «
  6. Where judgment is entered pursuant to any of the preceding rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just.» H εξουσία του Δικαστηρίου για παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης η οποία παρέχεται από τη Δ.17 Θ.10 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμών εμπίπτει, όχι πάντοτε όπως θα διαφανεί πιο κάτω, στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι νομικές αρχές που διέπουν το θέμα αυτό αναλύονται στην υπόθεση Evans v. Bartlam

(1937)2 All E.R. 646, όπως αυτές υιοθετήθηκαν και εφαρμόζονται στην Κυπριακή νομολογία (δες Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, Mine & Quarry Services Ltd v. Γεωργίου
(1993)1 Α.Α.Δ.36, Merkis General BondedWarehouse v. Yiannoukas Ltd
(1994)1 Α.Α.Δ.736 και Ανδρέας Κλεάνθους v. TRADEX LTD, Πολ. Έφεση αρ. 9885, ημερ. 19.5.1988). Το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη κατά πόσο ο Αιτητής έχει σοβαρό και εύλογο λόγο για τον οποίο δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για να καταχωρίσει εμφάνιση και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του καθώς επίσης και τον χρόνο που πέρασε από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης του Δικαστηρίου μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αίτησης (Evans v. Bartlam, Phylactou v. Michael και Mine & Quarry Services Ltd v. Γεωργίου (ανωτέρω). Όπως έχει νομολογιακά λεχθεί στην τελευταία υπόθεση, η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγων που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεση του. Σύμφωνα με την νομολογία το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια να αποφασίζει τον παραμερισμό ή όχι εκδοθείσας απόφασης και βασικό κριτήριο είναι ότι ο Αιτητής φέρει το βάρος απόδειξης για να δείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής και ότι υπάρχει πράγματι σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάσθηκε στο Δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του (Evans v. Bartlam και Merkis General Bonded Warehouse v. Yiannoukas Ltd (ανωτέρω)). Πρωταρχικό έργο του Δικαστηρίου είναι να ισοζυγίσει τους δύο παράγοντες που είναι θεμελιώδεις για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη από τη μια αποτελεσματικής διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης του διαδίκου και την ανάγκη από την άλλη διασφάλισης της ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων. Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στο κατά πόσο θα διατάξει τον παραμερισμό μιας απόφασης ή όχι συναρτάται άμεσα από την συμπεριφορά που επιδεικνύει ο Αιτητής έναντι της δικαστικής διαδικασίας. Όπως αναφέρεται και στην υπόθεση Phylactou v. Michael (ανωτέρω), όπου η συμπεριφορά του Αιτητή είναι αδικαιολόγητη και προσβλητική σε βαθμό καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο μπορεί να μην διατάξει τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Η νομολογία αποκαλύπτει ότι το αποδεικτικό βάρος εξαντλείται με την παράθεση στην ένορκη δήλωση επαρκών εξηγήσεων και στοιχείων τόσο για την καθυστέρηση όσο και για το εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Η μαρτυρία που πρέπει να προσκομιστεί από τον Αιτητή για να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση και δικαιολογημένη καθυστέρηση πρέπει να είναι υπό μορφή ένορκης δήλωσης ή άλλη έγγραφη μαρτυρία που να επισυνάπτεται στις ένορκες δηλώσεις με δικαίωμα αντεξέτασης με βάση τη Δ.39 Θ.1. Ο Αιτητής έχει το βάρος να αποκαλύψει τα στοιχεία που θα συνιστούσαν την υπεράσπιση του (Γεώργιος Φρίξου Γεωργαλλίδης v. Ταπελογραφείου Κώστα Παύλου & Σία Λτδ,
(2000)1 Α.Α.Δ.1101). Το ζήτημα της επίδοσης Αρχικό ζήτημα το οποίο πρέπει να εξετάσει το Δικαστήριο είναι το κατά πόσο το κλητήριο επιδόθηκε κανονικά στον Εναγόμενο έτσι ώστε ο ίδιος να έλαβε γνώση της διαδικασίας εναντίον του. Σε αντίθετη περίπτωση, ήτοι εκεί όπου παρουσιάζεται αντικανονικότητα στην έκδοση της απόφασης της οποίας ζητείται ο παραμερισμός (περιλαμβανομένης της επίδοσης), το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να παραμερίσει την απόφαση στη βάση ex debito justitiae, δηλαδή ως χρέος προς την δικαιοσύνη με έξοδα υπέρ του Αιτητή (Εναγόμενου) χωρίς να τίθεται θέμα άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του (βλ. Νικόλας Γιωργαλλίδης v. Χρυσοστόμου Χρίστου (Ττομή)
(1997)1(Α) Α.Α.Δ.247, Ιεράς Μητρόπολης Λεμεσού v. Chr. P. Michaelides (Estates) Limited
(2002)1 A.A.Δ.43 και J.Z. Classic Music Pro Ltd v. Alkadia Music Land Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 1151). Ως προκύπτει και από την πιο πάνω Νομολογία, σε περίπτωση που η επίδοση της αγωγής στον Εναγόμενο κριθεί ως κακή, με την έννοια ότι ο τελευταίος δεν λαμβάνει γνώση για την ύπαρξη της αγωγής, το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο ex debito justitiae, αυτόματα να παραμερίσει την απόφαση. Δεν τίθεται δηλ. θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Αυτό γιατί το να εκδοθεί μια απόφαση εναντίον κάποιου προσώπου χωρίς να του γίνει επίδοση της αγωγής ουσιαστικά παραγνωρίζει το βασικό ανθρώπινο δικαίωμα του να πληροφορηθεί για τα δικαστικά μέτρα εναντίον του, τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να προβάλει τους ισχυρισμούς του (βλ. άρθρο 30
(3)(α)(β) του Συντάγματος και Γιωργαλλίδης ν. Χρίστου ανωτέρω, Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Μιχαήλ
(2003)1 ΑΑΔ 1044, GLOBAL EDUCATION COUNSELLING LTD v. AMEER KHAN, Πολιτική Έφεση Αρ. 199/2011, 23/10/2013). Επί του προκειμένου παρατηρώ κατ' αρχή ότι η Αγωγή δεν επιδόθηκε προσωπικά στον Εναγόμενο αλλά δια θυροκολλήσεως στην είσοδο της οικείας του στην Λεμεσό κατόπιν εξασφάλισης σχετικού Διατάγματος, ότι η απόφαση εκδόθηκε στις 14.10.2011 και η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε στις 16.5.
  1. Αναμφισβήτητα έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από την έκδοση της απόφασης μέχρι την καταχώρηση της αίτησης. Η εν λόγω καθυστέρηση θα εξεταστεί υπό το φως των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα αίτηση σε συνάρτηση με το κατά πόσο ο Εναγόμενος έλαβε γνώση της αγωγής και πότε πληροφορήθηκε για την έκδοση της απόφασης εναντίον του, υπό το πρίσμα των ισχυρισμών και των δυο πλευρών. Ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι ο λόγος για τον οποίο δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο οφείλεται στο γεγονός ότι ουδέποτε περιήλθε σε γνώση του η ύπαρξη του κλητηρίου που καταχωρήθηκε εναντίον του αφού είναι Ρώσος υπήκοος και κατά διαστήματα μένει στο διαμέρισμα που διατηρεί στην Λεμεσό. Ακολούθως ισχυρίζεται ότι η εξασφάλιση του διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης αναφέρεται σε αναληθή γεγονότα. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό αυτό στην ημερομηνία που το κλητήριο ένταλμα θυροκολλήθηκε στην είσοδο της οικίας του ο ίδιος βρισκόταν στην Ρωσία όπως κατ' ισχυρισμό επιβεβαιώνουν οι σφραγίδες του διαβατηρίου του (Τεκμήριο 1) και συγκεκριμένα απουσίαζε από 15.7.11 μέχρι 3.9.
  2. Στα πλαίσια βέβαια της παρούσας αίτησης δεν θα εξεταστεί οτιδήποτε αφορά την νομιμότητα του Διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης εφόσον κάτι τέτοιο δεν ζητείται. Ο Εναγόμενος/Αιτητής στην παρούσα διαδικασία, ισχυρίζεται ότι ουδέποτε έλαβε γνώση του κλητηρίου εντάλματος, εφόσον κατά τον χρόνο όπου κατ' ισχυρισμό του επιδόθηκε το κλητήριο δεν βρισκόταν στην Κύπρο, με αποτέλεσμα να μην λάβει γνώση ποτέ της ύπαρξης της διαδικασίας και να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Να σημειωθεί κατ' αρχάς ότι οι Καθ' ών η Αίτηση με την ένσταση τους και την ένορκη δήλωση η οποία την συνοδεύει επικεντρώθηκαν στο νομότυπο της έκδοσης του Διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης χωρίς να προβάλουν μαρτυρία με την οποία να αντικρούεται ο ισχυρισμός του Αιτητή περί απουσίας του από την Κύπρο κατά τον ουσιώδη χρόνο. Περαιτέρω διαφωνώ με την θέση των Καθ' ών η Αίτηση όπως αυτή εκφράζεται στην γραπτή αγόρευση τους ότι έπρεπε να παρουσιαστούν στο Δικαστήριο οι σελίδες του διαβατηρίου με σφραγίδα εισόδου στη Ρωσία καθότι ουσιαστικής σημασίας δεν αποτελεί το γεγονός κατά πόσο ο Εναγόμενος ήταν στην Ρωσία ή οπουδήποτε αλλού αλλά κατά πόσο ήταν στην Κύπρο κατά τον ουσιώδη χρόνο. Πέραν των πιο πάνω οι Καθ ων η αίτηση δεν προσκόμισαν οποιαδήποτε μαρτυρία υποστηρίζοντας την θέση τους αυτή. Εις το Τεκμήριο 1 φαίνονται οι ημερομηνίες εισόδου και εξόδου από την Κύπρο και αυτό που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο σύμφωνα με το πιο πάνω Τεκμήριο 1 το οποία αφορά μαρτυρία και ισχυρισμό που ουσιαστικά παρέμειναν αναντίλεκτα, είναι η έξοδος από την Κύπρο και η είσοδος στην Κύπρο κατά τον ουσιώδη χρόνο. Προκύπτει από το πιο πάνω Τεκμήριο 1 ότι ο Εναγόμενος, σύμφωνα με τα βέλη εισόδου και εξόδου τα οποία απεικονίζονται στο Τεκμήριο 1, ο Εναγόμενος έφυγε από την Κύπρο στις 15.7.11 και επέστρεψε στις 3.9.
  3. Επομένως τόσο κατά τον χρόνο έκδοσης του διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης στις 3.8.11 όσο και κατά την επίδοση του κλητηρίου και του προσωρινού διατάγματος στις 14.8.11, ο Εναγόμενος απουσίαζε από την Κύπρο. Η πιο πάνω θέση του Εναγομένου δεν αμφισβητήθηκε ουσιαστικά, αφού δεν αντεξετάστηκε από την πλευρά των καθ' ων η αίτηση, ούτε προσκομίστηκε μαρτυρία περί του αντιθέτου και έτσι οι περί αντιθέτου ισχυρισμοί, παραμένουν μετέωροι. Ούτε στην ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την ένσταση, η οποία αποτελεί τη μαρτυρία των εναγόντων, αμφισβητήθηκε η θέση του Αιτητή αλλά ούτε το Τεκμήριο
  4. Τα όσα αναφέρουν οι καθ' ων η αίτηση στην αγόρευση τους για τα πιο πάνω, δεν μπορούν να αποτελέσουν μαρτυρία απόδειξης των ισχυρισμών τους. Σε σχέση με την υπό εξέταση αίτηση σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση Γιωργαλλίδης ν. Χρίστου (ανωτέρω) (η οποία υιοθετήθηκε στην Κτηματικές Επιχειρήσεις Μάκης Αυξεντίου Λτδ ν.
  5. Ιωάννη Κυριακίδη
  6. Σόλωνα Συμεού
(2000)1Α Α.Α.Δ. 601) όπου αναφέρθηκαν τα εξής στη σελίδα 250: «Από τη στιγμή που η επίδοση κρίθηκε κακή και η διαπίστωση αυτή ήταν ορθή κατά τη γνώμη μας, (βλ. Δ.5 θ.2 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας), το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο ex debito justitiae να παραμερίσει την απόφαση και δεν ετίθετο θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Έκαστος έχει το βασικό ανθρώπινο δικαίωμα να πληροφορηθεί για τα δικαστικά μέτρα εναντίον του, τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να προβάλει τους ισχυρισμούς του (βλ. Άρθρο 3.3 (α) και (β) του Συντάγματος)». (η έμφαση είναι δική μου) Πέραν των πιο πάνω, λαμβάνω υπόψη μου και την απόφαση στην υπόθεση Ελενίτσα Κωνσταντινίδη ν. Nur Habib Hissin, Πολιτική Έφεση 11606,
(2004)1 Α.Α.Δ. 1774 την οποία επικαλούνται οι Ενάγοντες. Τα γεγονότα της πιο πάνω απόφασης είναι παρόμοια με τα υπό εξέταση γεγονότα και η επίκληση της ενισχύει την πλευρά του Αιτητή. Συγκεκριμένα στην πιο πάνω υπόθεση ο παραμερισμός της απόφασης επικυρώθηκε κατ' έφεση εφόσον η επίδοση δια θυροκολλήσεως σε χρόνο όπου η Εναγόμενη απέδειξε ότι δεν βρισκόταν στην Κύπρο (όπως και στην παρούσα υπόθεση) κρίθηκε κακή επίδοση. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England (4η έκδοση), Τόμος 26, στην παράγραφο 559 σημειώνονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «When a judgment in default of appearance or defence has been entered before the proper time, or there has been no service or no sufficient service, or it has been entered for a greater amount than is due, or there has been a breach of good faith, it will be set aside ex debito justitiae, apart from any consideration as to whether there is a good defense on the merits and the plaintiff is usually ordered to pay the costs occasioned by the judgment or order».(η έμφαση είναι δική μου) Στον δε Τόμο 37 του ιδίου συγγράμματος και συγκεκριμένα στην παράγραφο 403 και σελίδα 297 αυτού επισημαίνονται τα ακόλουθα: «In the case of an irregular judgment, the defendant is entitled to have it set aside ex debito justitiae and the court should not impose any terms whatsoever upon the defendant». Εφόσον ο Εναγόμενος έδωσε στην ένορκη του κατάθεση πειστικό λόγο γιατί δεν έλαβε γνώση της ύπαρξης του κλητηρίου εντάλματος, εναπόκειτο στους Ενάγοντες να αντικρούσουν τον ισχυρισμό αυτό, κάτι που δεν έγινε (βλ. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Ανδρέα Μιχαήλ ανωτέρω). Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω και λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη και τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την αίτηση, καταλήγω ότι ο Εναγόμενος δεν έλαβε γνώση της ύπαρξης του κλητηρίου εντάλματος και η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος ήταν κακή επίδοση (βλ. Κωνσταντινίδη ανωτέρω) εφόσον δεν ήταν ικανή να φέρει εις γνώση του Αιτητή το κλητήριο ένταλμα. Επομένως η απουσία του Εναγομένου από το Δικαστήριο δεν οφείλεται σε αδιαφορία δική του να εμφανιστεί στην υπόθεση αλλά ούτε και σε εκ μέρους του περιφρόνηση των δικαστικών διαδικασιών και των δικαιωμάτων των εναγόντων. Το ζήτημα της καθυστέρησης Η υπό εξέταση αίτηση καταχωρήθηκε πέραν των τριών ετών από την έκδοση της απόφασης και το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει κατά πόσο υπήρχε ή όχι αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Στην υπόθεση Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941, αφού γίνεται μια εκτενής ανάλυση της σχετικής νομολογίας και υιοθετήθηκαν οι αρχές όπως καθορίστηκαν στην υπόθεση Φυλακτού ν. Μιχαήλ (ανωτέρω), τονίστηκε ότι η αδικαιολόγητη καθυστέρησή του Αιτητή να αποταθεί για τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, μπορεί βάσιμα να αποτελέσουν λόγο για την απόρριψη του αιτήματός του. Τονίστηκε, επίσης, στην ίδια απόφαση ότι, σε διαφορετική περίπτωση, η πορεία της δικαστικής διαδικασίας και τα αποτελέσματά της θα αφήνονταν αιωρούμενα μέχρι την εκδήλωση της θέσης του εναγόμενου σε σχέση με την εναντίον του αγωγή. Στην παρούσα υπόθεση προκύπτει ότι ο Εναγόμενος έλαβε γνώση της ύπαρξης του κλητηρίου εντάλματος, του προσωρινού διατάγματος και της απόφασης αρχές Απριλίου 2014 και καταχώρησε την παρούσα αίτηση στις 16.5.14 μετά τη διεξαγωγή σχετικής έρευνας από τον ομνύοντα και τους δικηγόρους του Αιτητή. Ο κρίσιμος χρόνος θεωρώ δεν είναι η ημερομηνία έκδοσης της απόφασης, αλλά ο χρόνος κατά τον οποίο ο Εναγόμενος έλαβε γνώση της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του, δηλαδή τον Απρίλιο του 2014. Τα όσα ακολούθησαν μετά περιέχονται στην ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την αίτηση η οποία σε κανένα σημείο δεν τέθηκε υπό ουσιαστική αμφισβήτηση από τους Καθ ων η αίτηση εφόσον ο ενόρκως δηλών ούτε αντεξετάστηκε αλλά ούτε οι ισχυρισμοί του Αιτητή, δεν κλονίστηκαν σε κανένα βαθμό από τους καθ' ων η αίτηση. Θεωρώ λοιπόν, ότι, από τον κρίσιμο χρόνο κατά τον οποίο ο Εναγόμενος/Αιτητής έλαβε γνώση της επίδικης απόφασης δηλαδή αρχές Απριλίου 2014, δεν καθυστέρησε να προβεί στα συγκεκριμένα διαβήματα εκείνα τα οποία θα τον οδηγήσουν στην αμφισβήτηση της απόφασης. Απ' όλα τα πιο πάνω προκύπτει ότι ο Εναγόμενος έδρασε άμεσα και προχώρησε χωρίς καθυστέρηση με τη λήψη μέτρων για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Κατά πόσο υπάρχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση Περαιτέρω ο Εναγόμενος/Αιτητής θα πρέπει να καταδείξει ότι έχει κάποια υπεράσπιση έτσι ώστε ο παραμερισμός να εξυπηρετεί κάποιο σκοπό. Αν και με βάση την Γιωργαλλίδης (ανωτέρω) θα μπορούσε να εγκριθεί ο παραμερισμός χωρίς την εξέταση της ύπαρξης υπεράσπισης παρ'όλα αυτά σε νομολογία η οποία ακολούθησε (βλ. Κωνσταντινίδη ανωτέρω) αν και η επίδοση κρίθηκε ως κακή, το Δικαστήριο εξέτασε και το κατά πόσο υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης. Ενόψη της πιο πάνω θέσης της νομολογίας πιο κάτω θα εξετάσω την εν λόγω προϋπόθεση εφόσον οι συνήγοροι προέβαλαν τις θέσεις τους και επί του προκειμένου σημείου. Το τι αποτελεί εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση έχει αναφερθεί πιο πάνω και εκείνο που είναι ιδιαίτερα σημαντικό να τονισθεί είναι ότι στο στάδιο της αίτησης το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της ορθότητας των γεγονότων που τίθενται ενώπιον του. Τι αποτελεί εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ("prima facie defence") επεξηγήθηκε στην υπόθεση Phylactou v. Michael (ανωτέρω) στην οποία επεξηγήθηκε ότι θα ήταν αντινομικό εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αποφασίσει επί της ορθότητας οποιωνδήποτε γεγονότων που τίθενται ενώπιον του στο στάδιο της αίτησης, διότι το έργο του εξαντλείται στο να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτεται επαρκής υπεράσπιση, που είναι και το βασικό κριτήριο που θα δικαιολογούσε το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Οι ισχυρισμοί του Εναγόμενου/Αιτητή αναφορικά με την δική του θέση ως προς τα γεγονότα αναφέρονται αναλυτικά πιο πάνω. Ο Εναγόμενος/Αιτητής αναφέρει ότι οι Ενάγοντες του υποσχέθηκαν ότι θα του εξασφάλιζαν άδεια για λειτουργία καζίνο και ηλεκτρονικού καζίνο στην Κύπρο. Οι Εναγόμενοι του ανέφεραν ότι ήταν σε θέση να του σχεδιάσουν και να κατασκευάσουν τα προγράμματα και γενικότερα όλη τη τεχνολογία που είναι απαραίτητη για τη δημιουργία των πιο πάνω. Κατά τον Εναγόμενο, οι διάδικοι υπέγραψαν προκαταρκτική συμφωνία και μέχρι την 5.1.2009 θα υπέγραφαν συμφωνία. Χωρίς να υπογραφεί συμφωνία ο Εναγόμενος πλήρωσε το ποσό των €148.160.- για την προώθηση της διαδικασίας κατόπιν αιτήματος των Εναγόντων αλλά οι Ενάγοντες δεν παρουσίασαν στον Εναγόμενο σύστημα/πρόγραμμα λειτουργίας καζίνο και άδεια λειτουργίας καζίνο. Ισχυρίζεται περαιτέρω ο ομνύον ότι εφόσον στην Κύπρο απαγορεύεται η λειτουργία καζίνο η συμφωνία των μερών καθίσταται άκυρη εξ' υπαρχής και ότι οι Ενάγοντες απέσπασαν χρήματα από τον Εναγόμενο και/ή πλούτισαν αδικαιολόγητα με το πιο πάνω ποσό το οποίο σε περίπτωση παραμερισμού της απόφασης θα ανταπαιτήσουν. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί θεωρώ ότι αποτελούν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι οι ενάγοντες με την ένορκη δήλωση τους δεν παρέθεσαν ρητά και εξειδικευμένα τους λόγους για τους οποίους ο εναγόμενος δεν διαθέτει καλή υπεράσπιση. Κατάληξη Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω η αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο η απόφαση ημερομηνίας 14/10/2011 παραμερίζεται. Ο κανόνας στις περιπτώσεις παραμερισμού απόφασης που λήφθηκε χωρίς να επιδοθεί το κλητήριο ένταλμα στον Εναγόμενο είναι ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιβάλλει οποιουσδήποτε όρους στον Εναγόμενο ή έξοδα (βλ. Γιωργαλλίδη ν. Χρίστου ανωτέρω, που υιοθέτησε την White v Weston [1968] 2 Q.B. 647 και τις αναφορές στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England ανωτέρω). Λαμβάνοντας υπόψη τα περιστατικά της υπό εξέταση αίτησης κρίνω ορθό και δίκαιο να μην εκδώσω οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. Ενόψει του ότι η Αγωγή καταχωρήθηκε από τις 19.04.11 προς αποφυγή περαιτέρω καθυστέρησης δίδονται οδηγίες όπως ο Εναγόμενος καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης εντός 10 ημερών από σήμερα και εντός περαιτέρω 14 ημερών να καταχωρήσει Υπεράσπιση. Κατά τα λοιπά ν' ακολουθηθούν οι θεσμοί. Καμία Διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ............... Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other actions/Interim/paramerismosapofasis cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.