← Κύπρος

Κυριάκου Αδάμου ν. Κωνσταντίνος Γεωργιάδης κ.α., Αγωγή αρ.: 4591/12, 6/3/2015

Κυριάκου Αδάμου ν. Κωνσταντίνος Γεωργιάδης κ.α., Αγωγή αρ.: 4591/12, 6/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A57 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 4591/12 Αίτηση ημερ.: 12/10/12 Μεταξύ: Κυριάκου Αδάμου, εκ Λεμεσού Ενάγοντα και

  1. Κωνσταντίνος Γεωργιάδης, εκ Λεμεσού
  2. Γιώργος Γεωργιάδης, εκ Λεμεσού
  3. CHRYSSO OROS ENTERPRISES LTD, εκ Λεμεσού Εναγομένων -------------------------------------------------- 6/3/2015 Για τον Ενάγοντα/Αιτητή: κ. Νεοκλέους για Καννάβα, Κιτρομηλίδου & Σία ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση: κα Προδρόμου για κ. Χρ. Χατζηστερκώτη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στο επίκεντρο της αγωγής του Ενάγοντα βρίσκεται γραπτή συμφωνία αγοράς μετοχών ημερομηνίας 5/2/2010, δυνάμει της οποίας ο Ενάγοντας αγόρασε από τους Εναγόμενους 1 και 2 1.000 μετοχές των Εναγομένων 1 και 2, στην Εναγόμενη αρ. 3 (στο εξής η Εναγομένη εταιρεία). Ο Ενάγοντας διεκδικεί εναντίον των Εναγομένων αποζημιώσεις λόγω ισχυριζόμενης παραβίασης εκ μέρους τους ως άνω περιγραφόμενης συμφωνίας. Επιπλέον, ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 τον εξώθησαν στην υπογραφή της συνωμοτώντας μεταξύ τους, με σκοπό να τον εξαπατήσουν, προβαίνοντας σε ψευδείς παραστάσεις. Αυθημερόν με την παρούσα αγωγή του καταχώρησε την υπό εξέταση αίτηση, με την οποία αιτείτο τις ακόλουθες θεραπείες: «Α. Παρεμπίπτον προστακτικό διάταγμα του Δικαστηρίου, διατάττον την Alpha Bank Cyprus Limited, όπως εντός 2 εργασίμων ημερών από της επίδοσης του Διατάγματος ή εντός του χρόνου που το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε καθορίσει:
  4. Να ετοιμάσουν, καταχωρήσουν και επιδώσουν στους δικηγόρους του Ενάγοντος - Αιτητή, Ένορκη Δήλωση εξουσιοδοτημένου αξιωματούχου τους ή υπαλλήλου τους, στην οποία ν' αποκαλύπτονται: α) Όλοι οι τραπεζικοί λογαριασμοί των Εναγομένων- Καθ' ων η Αίτησις 1, 2 και 3 που διατηρούσαν ή διατηρούν με την Alpha Bank Cyprus Limited, υπό την ιδιότητα τους ως ιδιοκτητών ή και ωφέλιμων δικαιούχων (Beneficial owners). β) Κάθε μεταφορά (transfer) και/ή πληρωμή και/ή πίστωση και/ή χρέωση και/ή κατάθεση και/ή είσπραξη που έγινε αναφορικά με τους τραπεζικούς λογαριασμούς των Εναγομένων - Καθ' ων η Αίτησις 1, 2 και 3, περιλαμβανομένου του ονόματος του εμβάσαντος και/ή καταθέσαντος. γ) Όλα τα έγγραφα που κατατέθηκαν και/ή υποβλήθηκαν στους Εναγομένους - Καθ' ων η Αίτησις 4, ήτοι την Alpha Bank Cyprus Limited, για το άνοιγμα και διαχείριση των τραπεζικών λογαριασμών που συμπεριλαμβανομένων, όχι όμως περιοριστικά, των αντιγράφων των ταυτοτήτων, διαβατηρίων, δηλώσεων εμπιστεύματος (trust deeds), ηλεκτρονικών επικοινωνιών ως και κάθε είδους εγγράφων εις τα οποία εμφαίνονται και/ή αποκαλύπτονται ο διορισμός και/ή αντικατάσταση των ωφέλιμων δικαιούχων των εν λόγω τραπεζικών λογαριασμών, συμπεριλαμβανομένων των ονομάτων και διευθύνσεων των υπογραφέων (signatories) των εν λόγω τραπεζικών λογαριασμών. 2) Να παρουσιάσουν και να παραδώσουν αντίγραφα όλων των εγγράφων που έχουν στη φύλαξη και/ή υπό τον έλεγχο και/ή την κατοχή τους, που μαρτυρούν τα όσα αναφέρονται στις υποπαραγράφους 1 (α) - (γ), ανωτέρω. Β. Ενδιάμεσο Απαγορευτικό Διάταγμα του Δικαστηρίου (Gagging Order), απαγορεύον και/ή εμποδίζον τους Εναγόμενους - Καθ' ων η Αίτησις 4, ήτοι την Alpha Bank Cyprus Limited και/ή τους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες τους, από του να γνωστοποιήσουν και/ή πληροφορήσουν τους Εναγόμενους - Καθ' ων η Αίτησις 1, 2 και 3 για την έγερση και/ή προώθηση της υπό τον ως άνω με αριθμό και τίτλο αγωγή και/ή δικαστική διαδικασία, μέχρι της αποκάλυψης και/ή παράδοσης των ανωτέρω εγγράφων που καλύπτονται από την παράγραφο Α ανωτέρω της παρούσας Αίτησης, μέχρι νεοτέρας διαταγής του δικαστηρίου. Γ. Προσωρινό Διάταγμα υπό του Σεβαστού Δικαστηρίου, απαγορεύον στους Εναγόμενους - Καθ' ων η Αίτησις 1 και 2 και/ή εις οιονδήποτε πρόσωπο, το οποίο ενεργεί για λογαριασμό και/ή εκ μέρους τους, όπως μεταβιβάσουν, υποθηκεύσουν, επιβαρύνουν, διαθέσουν και/ή με οιονδήποτε τρόπο αποξενωθούν από την κάτωθι περιγραφόμενη ακίνητη περιουσία που είναι εγγεγραμμένη επ' ονόματι των Εναγομένων - Καθ' ων η Αίτησις 1 και 2 και/ή στην οποία οι Εναγόμενοι - Καθ' ων η Αίτησις 1 και 2 είναι δικαιούχοι προς εγγραφή, ήτοι δυνάμει έγκυρου αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 15/09/2004 μέχρι τελικής εκδίκασης και αποπεράτωσης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Σεβαστού Δικαστηρίου, ήτοι:
  5. 1 διαμέρισμα τριών υπνοδωματίων, που βρίσκεται κάτω από τον αριθμό φακέλου 2447/04, Φ/Σχ. 58/16/3/4, Τμήμα Ε εντός των Τεμ. 174, 175, 178, στην Λεμεσό της επαρχίας Λεμεσού. Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να εμποδίζεται ο Καθ' ου η Αίτηση 1 ενεργώντας μέσω αντιπροσώπων του και/ή υπαλλήλων του και/ή άλλως πως από του να πωλήσει και/ή επιβαρύνει και/ή αποξενώσει και/ή μεταβιβάσει και/ή δωρίσει οποιαδήποτε ακίνητη και/ή κινητή περιουσία και/ή περιουσιακά στοιχεία (συμπεριλαμβανομένου και των 1,000.00 συνήθων μετοχών που κατέχει στο μετοχικό κεφάλαιο της Κυπριακής Εταιρείας CHRYSSO OROS ENTERPRISES LTD, αρ. εγγ. Εταιρείας ΗΕ200544) αξίας μέχρι €112,000.00 μέχρι πλήρους εκδικάσεως και αποπερατώσεως της υπό τον ως άνω υπ' αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή μέχρι ανωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.» Το Δικαστήριο παραχώρησε μέρος των αιτούμενων θεραπειών μονομερώς, ενώ για τις υπόλοιπες ζήτησε την επίδοση της αίτησης στους Εναγομένους. Στις 3/7/2014 το εκδοθέν διάταγμα οριστικοποιήθηκε. Παρέμεινε μόνο για εκδίκαση το αιτητικό της παραγράφου Γ της αίτησης, για το οποίο δεν εκδόθηκε διάταγμα μονομερώς. Η υπό εξέταση αίτηση στηρίζεται στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντα, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Οι Εναγόμενοι 1 και 2 καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο ήταν οι μέτοχοι και οι διευθυντές της Εναγομένης εταιρείας, η οποία αποτελεί εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη, σύμφωνα με τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113 και δραστηριοποιείτο ως κέντρο αναψυχής με την επωνυμία «Ousia Lounge Café". Κατά την 5/2/2010 οι Εναγόμενοι 1 και 2 πώλησαν προς τον Ενάγοντα, δυνάμει γραπτής συμφωνίας, 500 μετοχές ο καθένας της Εναγομένης εταιρείας, έναντι του συνολικού τιμήματος των €90.
  6. Κατά την υπογραφή της ως άνω συμφωνίας κατέβαλε στους Εναγόμενους 1 και 2 το συνολικό ποσό των €84.000 υπό μορφή τραπεζικών επιταγών οι οποίες, κατόπιν παράκλησης των Εναγομένων, εκδόθηκαν επ' ονόματι της Εναγομένης εταιρείας. Το υπόλοιπο ποσό των €6.000 συμφωνήθηκε ότι θα καταβάλλετο εντός του έτους
  7. Οι Εναγόμενοι 1 και 2, κατά παράβαση της ως άνω συμφωνίας, ουδέποτε μεταβίβασαν προς τον Ενάγοντα τις πωληθείσες μετοχές και επιπλέον ουδέποτε τον διόρισαν διευθυντή της Εναγομένης εταιρείας. Επίσης, παρέλειψαν να μετατρέψουν το υποστατικό της Εναγομένης εταιρείας σε εστιατόριο, ούτε ενοικίασαν διπλανό υποστατικό ώστε να επεκταθεί ο χώρος εστίασης, όπως είχε συμφωνηθεί προφορικά μεταξύ των μερών. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 αφού συνωμότησαν μεταξύ τους τον εξώθησαν να προβεί στην υπογραφή της ανωτέρω συμφωνίας εξαπατώντας τον και επιβεβαιώνοντας του ότι η επ' ονόματι του μεταβίβαση των 1.000 μετοχών και ο διορισμός του ως διευθυντή στην Εναγομένη εταιρεία θα γινόταν άμεσα και χωρίς καθυστέρηση. Επίσης, του παρουσίασαν ψευδώς και αναληθώς διάφορες πληροφορίες σχετικά με την επιχείρηση της Εναγομένης εταιρείας ότι η αγοραστική της αξία ανερχόταν στο συνολικό ποσό των €500.000 και ότι δήθεν με τις αλλαγές που θα επέρχονταν στην επιχείρηση η αγοραστική της αξία θα αυξανόταν στο ποσό των €950.
  8. Προς περαιτέρω εξαπάτησης του, του παρουσίασαν κατάσταση με τις ετήσιες καθαρές απολαβές της ανωτέρω επιχείρησης στην οποία παρουσιάζονταν ψευδώς υπέρογκα ποσά, ενώ στην πραγματικότητα τα κέρδη της Εναγομένης εταιρείας ήταν πολύ χαμηλότερα. Περί το Μάρτιο του 2010, ενώ είχε εργαστεί στην επιχείρηση της Εναγομένης εταιρείας για 1 ½ μήνα, οι Εναγόμενοι 1 και 2 ανέστειλαν τις εργασίες της Εναγόμενης εταιρείας για να προβούν, όπως του ανέφεραν, σε ανακαίνιση και επέκταση του υποστατικού της εταιρείας με την ενοικίαση του διπλανού υποστατικού, πράγμα το οποίο ουδέποτε έπραξαν. Κατά την 6/5/2010, αφού στο μεταξύ ανακάλυψε ότι όλες οι παραστάσεις που έγιναν από τους Εναγόμενους 1 και 2 ήταν ψευδείς και επιπλέον ότι η Εναγομένη εταιρεία βαρυνόταν με δύο κυμαινόμενες επιβαρύνσεις για το ποσό των €85.000, προέβηκε στον τερματισμό της ως άνω περιγραφόμενης συμφωνίας, με επιστολή των δικηγόρων του, με την οποία κάλεσε τους Εναγομένους να του επιστρέψουν το καταβληθέν ποσό των €84.000, πλέον τόκους. Συνεπεία της ανωτέρω περιγραφόμενης συμπεριφοράς των Εναγομένων, υπέστηκε ισχυρό νευρικό κλονισμό και νοσηλεύτηκε στο ψυχιατρείο του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, για περίοδο ενός μηνός. Στις 21/2/2011 οι Εναγόμενοι 1 και 2, μετά από συνεχείς οχλήσεις του, του επέστρεψαν το ποσό των €10.000 και παρά τις υποσχέσεις και διαβεβαιώσεις τους ότι θα του κατέβαλλαν ολόκληρο το ποσό των €84.000, εντούτοις δεν του επέστρεψαν οποιοδήποτε άλλο ποσό. Για να καταστεί δυνατή η από μέρους του σύναψη της ανωτέρω αναφερομένης συμφωνίας καθώς και η πληρωμή προς τους Εναγόμενους 1 και 2 του ποσού των €84.000, συνήψε δάνειο με την Τράπεζα Κύπρου ύψους €90.000, υποθηκεύοντας την κατοικία του. Για να εξοφλήσει το δάνειο που είχε συνάψει, αναγκάστηκε να πωλήσει την κατοικία του και από το ποσό που εισέπραξε πλήρωσε προς την Τράπεζα Κύπρου το συνολικό ποσό των €128.000, συμπεριλαμβανομένων των τόκων. Ο λόγος που υπήρξε καθυστέρηση στη λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον των Εναγομένων οφείλετο στο ότι από το Φεβρουάριο του 2010 οι δικηγόροι του προσπαθούσαν να εξασφαλίσουν τα τεκμήρια της υπόθεσης με ενέργειες προς το Γραφείο του Εφόρου Εταιρειών, την Αστυνομία, το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού και τους θεράποντες γιατρούς του. Η άσχημη κατάσταση της υγείας του και ο εγκλεισμός του στην ψυχιατρική πτέρυγα του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, δεν του επέτρεπαν, για δύο τουλάχιστον χρόνια, να προωθήσει ή και να βοηθήσει τους δικηγόρους του, παρέχοντάς τους τα αναγκαία στοιχεία για την καταχώρηση της υπόθεσης. Περαιτέρω, οι Εναγόμενοι, εκμεταλλευόμενοι την άσχημη κατάσταση της υγείας του, του έδιναν ψευδώς ελπίδες για δήθεν διευθέτηση της υπόθεσης. Οι Εναγόμενοι εναντιώθηκαν στο αίτημα του Ενάγοντα. Με την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης τους προβάλλουν συνολικά 26 λόγους ένστασης. Μεγάλο μέρος τους συνιστά αχρείαστη και φλύαρη επανάληψη των άλλων λόγων. Παραθέτω τους βασικούς λόγους ένστασης: Η αίτηση είναι αντικανονική, παράτυπη και άκυρη. Στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντα, που υποστηρίζει την αίτηση, τίθενται διαζευκτικοί και αντικρουόμενοι ισχυρισμοί που δεν μπορούν να έχουν θέση σε μια ένορκη δήλωση. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Δεν υπάρχει ο κίνδυνος ο Ενάγοντας να παραμείνει χωρίς επαρκή θεραπεία σε περίπτωση επιτυχίας της υπόθεσης του. Η τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα προκαλέσει μεγαλύτερη ζημιά στους Εναγόμενους, από ότι στον Ενάγοντα. Δεν υφίσταται το επείγον για να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Ο Ενάγοντας δεν παρουσιάζεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και έχει αποκρύψει ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης. Υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση εκ μέρους του Ενάγοντα να λάβει δικαστικά μέτρα εναντίον των Εναγομένων. Η αίτηση έγινε χωρίς καλή πίστη και συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Με την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα παραβιαστούν συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα των Εναγομένων. Η αίτηση στηρίζεται επί του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, Άρθρα 4-9, επί του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60, Άρθρα 29-31, 32, επί των νομικών αρχών που καθιερώθηκαν από το Κοινοδίκαιο στις υποθέσεις Mareva Compania Naviera S.A. International Bulk Carriers S.A

(1980)1 All E.R. 213 και Pharmacal Co and Others v. Commissioners and Customs Excise
(1973)2 All E.R. 943, επί του Νόμου 31
(1)/92 Άρθρα 4 και 9
(1)-
(4), ως επίσης και των καθοδηγητικών επί των αποφάσεων αυτών αρχών που καθιέρωσε η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σχετικά, επί των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, Δ.39, Κ.Κ 1-2, Δ.48, Κ.Κ 1-4, 8, 9 επί των Γενικών Αρχών του Νόμου, των Κανόνων της Επιεικείας, της Πρακτικής και της Συμφύτου Εξουσίας των Δικαστηρίων. Στην υπόθεση Cyprus Palestine Plantations Ltd v. Olivier and Co (Cyprus) Ltd, 16 CLR 122 αποφασίστηκε πως το άρθρο 4 του Κεφ. 6 παρέχει δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να εκδίδει παρεμπίπτον διάταγμα όταν αυτό αφορά μόνο στο αντικείμενο της αγωγής. Στην υπόθεση ABP Holdings Ltd και άλλοι ν. Κιταλίδης και άλλων (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, λέχθηκε ότι τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 κάνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν14/60 που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Το άρθρο 32 του Ν14/60 δίδει ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει οποιοδήποτε παρεμπίπτον, απαγορευτικό ή προστακτικό διάταγμα, όταν κριθεί δίκαιο ή πρόσφορο, χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Οι αρχές οι οποίες διέπουν την έκδοση ενδιάμεσων απαγορευτικών διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Βλ. Οδυσσέως ν. Pieris Estates κ.α.,
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Με βάση την πιο πάνω νομολογία οι προϋποθέσεις έκδοσης διαταγμάτων αυτής της φύσης είναι οι ακόλουθες: α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως επιβάλλον οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση των δικογράφων. β) Πιθανότητα ότι ο Ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία. Επιβάλλεται στον Αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση αλλά σίγουρα κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η προϋπόθεση αυτή συσχετίζεται περισσότερο με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του Ενάγοντα (evidential strength of the case of the plaintiff). γ) Πρέπει να φανεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Περαιτέρω, μετά την ικανοποίηση των προαναφερθεισών προϋποθέσεων το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα ή να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας (Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χατζηβασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152). Πριν προχωρήσω στην εξέταση των δύο πρώτων προϋποθέσεων του άρθρου 32, θεωρώ ορθό όπως εξετάσω κατά προτεραιότητα το λόγο ένστασης των εναγομένων ότι στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντα τίθενται διαζευκτικοί και αντικρουόμενοι μεταξύ τους ισχυρισμοί. Φυσικά, θα πρέπει να τονίσω ότι ούτε στην ένορκη δήλωση του εναγόμενου 1, ούτε στη γραπτή αγόρευση των συνηγόρων του συγκεκριμενοποιούνται οι διαζευκτικοί και αντικρουόμενοι μεταξύ τους ισχυρισμοί. Αυτό το οποίο έχω παρατηρήσει είναι ότι πράγματι στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα τίθενται διαζευκτικοί ισχυρισμοί. Για παράδειγμα αναφέρεται ότι οι εναγόμενοι έδρασαν με απάτη ή/και συνομωσία ή/και με ψευδείς παραστάσεις ή/και με σκοπό εξαπάτησης του ενάγοντα ή/και κατά παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας ή του συμβατικού τους καθήκοντος. Όμως δεν θα συμφωνούσα ότι οι ισχυρισμοί αυτοί είναι αντιφατικοί ή αντικρουόμενοι μεταξύ τους. Αυτό το οποίο θα πρέπει να επισημάνω είναι ότι στην υπό αναφορά ένορκη δήλωση δεν τίθενται διαζευκτικοί ισχυρισμοί ως προς τα πραγματικά γεγονότα. Όπως είναι νομολογημένο, αυτό το οποίο δεν είναι επιτρεπτό είναι να τίθενται διαζεύξεις ως προς το τι ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Όμως τα γεγονότα μπορούν να επιδέχονται διαζευκτικούς νομικούς ισχυρισμούς ή να υπάγονται σε διαζευκτικές νομικές έννοιες. (βλ. El Faith Co. for International Trade S.A.E. v EDT Shipping Ltd κ.α.
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 1255). Έχοντας κατά νου τα όσα αναφέρω πιο πάνω, θεωρώ ότι οι διαζευκτικοί ισχυρισμοί στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα δεν την καθιστούν παράτυπη ή αντικανονική. Από μια αντιπαραβολή των εκατέρωθεν εκδοχών, προβάλλει ως αδιαμφισβήτητο γεγονός η υπογραφή της συμφωνίας ημερομηνίας 5/2/2010, δυνάμει της οποίας οι Εναγόμενοι 1 και 2, ως μέτοχοι της Εναγόμενης εταιρείας, πώλησαν στον Ενάγοντα 1.000 συνολικά μετοχές της Εναγόμενης εταιρείας, από 500 μετοχές ο καθένας, έναντι του συνολικού ποσού των €90.000. Αυτό το οποίο προκύπτει από μια προσεκτική μελέτη της Έκθεσης Απαίτησης αλλά και της ένορκης δήλωσης του Ενάγοντα, είναι ότι η βάση της αγωγής του είναι διττή. Αφενός ισχυρίζεται παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεων των Εναγομένων, η οποία τον οδήγησε στην από μέρους του αποκήρυξη της επίδικης συμφωνίας, υπαιτιότητι των Εναγομένων, αφετέρου ισχυρίζεται ότι η από μέρους του υπογραφή της επίδικης συμφωνίας επιτεύχθηκε κατόπιν εξαπάτησης του από τους Εναγόμενους, οι οποίοι συνωμότησαν μεταξύ τους με σκοπό να τον εξωθήσουν στην υπογραφή της επίδικης συμφωνίας. Υπάρχει και τρίτη βάση αγωγής, η οποία στηρίζεται στις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Με βάση τα όσα αναφέρονται αμέσως πιο πάνω, καθίσταται φανερό ότι ο Ενάγοντας έχει καταφέρει να αποκαλύψει μια συζητήσιμη υπόθεση. Πριν προχωρήσω στην εξέταση της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 32, θεωρώ ορθό να επισημάνω ότι το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν θα εξετάσει σχολαστικά τη μαρτυρία με στόχο τη διαπίστωση γεγονότων ή την εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων (Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Ο Ενάγοντας, στην ένορκη δήλωση του που υποστηρίζει την υπό εξέταση αίτηση, παραθέτει σε έκταση λεπτομέρειες των ισχυριζόμενων παραβιάσεων της επίδικης συμφωνίας από τους Εναγομένους, οι οποίες τον οδήγησαν στην αποκήρυξη της, καθώς και πλήρεις λεπτομέρειες του δόλου, της απάτης και των ψευδών παραστάσεων των Εναγομένων, στη βάση των οποίων οδηγήθηκε στην υπογραφή της επίδικης συμφωνίας. Επισυνάπτει, επίσης, ως Τεκμήρια, σειρά εγγράφων προς υποστήριξη των ισχυρισμών του. Είμαι ικανοποιημένος ότι το μαρτυρικό υλικό που παρουσίασε ο Ενάγοντας έχει καταδείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας της αγωγής του. Κρίνω σκόπιμο να εξετάσω, στο στάδιο αυτό, το λόγο ένστασης των Εναγομένων ότι ο Ενάγοντας απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα, με σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Στην ένορκη δήλωση του, που υποστηρίζει την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης, ο Εναγόμενος 1 προβάλλει τα κατά τη δική του εκδοχή αληθή γεγονότα. Μεταξύ άλλων ισχυρίζεται ότι ο Εναγόμενος 2, ο οποίος είναι αδελφός του, αντιμετώπιζε ψυχολογικά προβλήματα και, παρά το ότι ο Ενάγοντας ήταν γνώστης των ως άνω προβλημάτων του Εναγόμενου 2, εντούτοις παρέλειψε να τα αποκαλύψει στο Δικαστήριο. Όπως είναι νομολογημένο, όταν ένας διάδικος επιζητεί την έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος, έχει την υποχρέωση να θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα εκείνα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία μπορούν να βοηθήσουν το Δικαστήριο να καταλήξει στα ορθά συμπεράσματα. Η υποχρέωση αυτή καθίσταται πιο επιτακτική σε μονομερείς αιτήσεις (ex parte applications) αφού το Δικαστήριο δεν έχει άλλη επιλογή παρά να βασιστεί στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων του Αιτητή. Έτσι προκύπτει η ανάγκη της πλήρους αποκάλυψης γεγονότων (Τσιερκέζου ν. Dragon Tourist Enterprises Ltd,
(2009)1 A.A.Δ. 734). Έχω μελετήσει με προσοχή τα ισχυριζόμενα γεγονότα, τα οποία περιγράφονται στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 1. Αξίζει να επισημανθεί ότι ο Ενάγοντας, με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του, την οποία καταχώρησε κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου, απορρίπτει όλους τους ως άνω ισχυρισμούς του Εναγόμενου 1, οι οποίοι αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του. Φυσικά, θα πρέπει να υπενθυμίσω ότι το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν θα προβεί σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν εκδοχών, ούτε θα καταλήξει σε τελικά ευρήματα επί των αμφισβητούμενων γεγονότων (Hellenic Bank Public Company Limited v. Alpha Panareti Public Limited, Πολ. Έφεση αρ. 145/2011, ημερ. 13/6/2013). Είμαι της άποψης ότι τα όσα ισχυρίζεται ο Εναγόμενος 1, ως γεγονότα τα οποία απέκρυψε ο Ενάγοντας, συνιστούν απλά την εκδοχή και την υπεράσπιση των Εναγομένων στα όσα τους καταλογίζει ο Ενάγοντας. Δεν έχει διαφανεί μέσα από το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό ότι τα γεγονότα αυτά ήταν σε γνώση του Ενάγοντα και τα απέκρυψε από το Δικαστήριο. Ούτε τα κατ' ισχυρισμό ψυχολογικά προβλήματα του Εναγόμενου 2 έχει διαφανεί ότι ήταν σε γνώση του Ενάγοντα. Ότι αξίζει να επισημανθεί στο στάδιο αυτό, είναι ότι οι Εναγόμενοι παραδέχονται ότι οι πωληθείσες μετοχές δεν μεταβιβάστηκαν στον Ενάγοντα καθώς και ότι δεν τον διόρισαν διευθυντή της Εναγομένης εταιρείας. Επισημαίνω ότι οι λόγοι αυτοί είναι μεταξύ των λόγων που αναφέρονται στην επιστολή τερματισμού της επίδικης συμφωνίας των δικηγόρων του Ενάγοντα, η οποία επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του (Τεκμήριο 7). Η εκδοχή των Εναγομένων είναι ότι δεν προέβηκαν στην εκπλήρωση των ως άνω υποχρεώσεων τους κατόπιν επιθυμίας του Ενάγοντα, ο οποίος ζήτησε να καθορίσει ο ίδιος το χρονικό σημείο υλοποίησης των ως άνω υποχρεώσεων τους. Ένας άλλος λόγος ένστασης είναι ότι ο Ενάγοντας στην ένορκη δήλωση του αναφέρεται σε παραβίαση όρων, οι οποίοι όχι μόνο δεν περιλαμβάνονται στην ως άνω γραπτή συμφωνία, αλλά αποτελούν κατά βάση εξωγενή μαρτυρία, πράγμα παράνομο και ανεπίτρεπτο. Στην πρόσφατη υπόθεση Γιαννάκης Παπαπέτρου ν. Λαϊκή Φάκτορς Λτδ, ECLI:CY:AD:2015:A121, Πολ. Έφεση αρ. 180/10, ημερ. 20/2/2015, επαναβεβαιώθηκε η νομολογιακή αρχή ότι, όταν μια συμφωνία έχει διατυπωθεί εγγράφως, εξωγενής μαρτυρία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή για να αντικρούσει, τροποποιήσει, αφαιρέσει ή να προσθέσει στο περιεχόμενο των όρων του εγγράφου. Κατ' εξαίρεση στο γενικό κανόνα εξωγενής μαρτυρία μπορεί να επιτραπεί κάτω από συγκεκριμένες εξαιρέσεις, όπως π.χ. για να αποδείξει την εγκυρότητα μιας συμφωνίας (Μαύρου ν. Θεοδώρου
(1984)1 C.L.R. 635), την πραγματική φύση της συναλλαγής (ΚΥΡΙΟ (Ι.Τ.Η.) Company v. Kassapi
(1980)1 JSC 259) και τη διφορούμενη ιδιότητα των συμβαλλομένων (Λοϊζίδου ν. Γεωργίου
(1973)9 JSC 1219). Αυτό το οποίο παρατηρώ από μια προσεκτική μελέτη της ενόρκου δηλώσεως του Ενάγοντα, είναι ότι γίνεται αναφορά σε παραβίαση όρων, οι οποίοι δεν περιλαμβάνονται στην επίδικη συμφωνία, η οποία επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του (Τεκμήριο 1). Ειδικότερα, οι όροι αυτοί ήταν ότι οι Εναγόμενοι θα μετέτρεπαν το υποστατικό της εταιρείας σε εστιατόριο και ότι θα ενοικίαζαν εφαπτόμενο ή διπλανό υποστατικό ώστε να επεκταθεί ο χώρος εστίασης. Όπως ισχυρίζεται ο Ενάγοντας, οι όροι αυτοί συμφωνήθηκαν προφορικά. Στο στάδιο όμως αυτό της διαδικασίας δεν θεωρώ ορθό να προβώ σε τελικά συμπεράσματα επί της εγκυρότητας των ως άνω ισχυριζόμενων συμφωνηθέντων όρων. Είναι αρκετό, για σκοπούς ικανοποίησης της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 32, το ότι ο Ενάγοντας κάμνει αναφορά σε παραβίαση υποχρεώσεων των Εναγομένων, οι οποίες περιλαμβάνονται στην επίδικη συμφωνία, όπως ήταν η υποχρέωση άμεσης μεταβίβασης των πωληθεισών μετοχών και του διορισμού του ως διευθυντή της Εναγομένης εταιρείας. Με βάση όλα όσα αναφέρω πιο πάνω, καταλήγω ότι ο Ενάγοντας έχει καταφέρει να ικανοποιήσει τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, θα πρέπει να επισημάνω ότι ο Ενάγοντας στην ένορκη δήλωση του ισχυρίζεται ότι επειδή ελλοχεύει ο κίνδυνος άμεσης αποξένωσης από τους Εναγόμενους του διαμερίσματος, του οποίου ζητείται η δέσμευση, με αποτέλεσμα, σε περίπτωση που ο κίνδυνος αυτός γίνει πραγματικότητα, θα μείνει χωρίς εξασφάλιση των απαιτήσεων του. Οι Εναγόμενοι, στη γραπτή αγόρευση των συνηγόρων τους, υποστηρίζουν ότι δεν προβάλλεται ισχυρισμός στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντα ότι είναι αφερέγγυοι ή ότι βρίσκονται σε κακή οικονομική κατάσταση, με αποτέλεσμα να μην είναι σε θέση να ικανοποιήσουν οποιαδήποτε απόφαση η οποία δυνατόν να εκδοθεί εναντίον τους. Κατ' αρχή, αυτό το οποίο θα πρέπει να επισημανθεί είναι ότι είναι αδιάφορο το κατά πόσο ενυπάρχει ή όχι ο κίνδυνος άμεσης αποξένωσης του διαμερίσματος, του οποίου ζητείται η δέσμευση. Όπως είναι νομολογημένο, δεν απαιτείται η προσαγωγή μαρτυρίας για πρόθεση του Εναγόμενου να αποξενώσει ή να επιβαρύνει οποιοδήποτε περιουσιακό του στοιχείο. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνει, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία (C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd ν. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785). Αυτό το οποίο παρατηρώ είναι ότι στην ένορκη δήλωση του ο Ενάγοντας δεν κάμνει οποιαδήποτε αναφορά στην οικονομική κατάσταση των Εναγομένων. Ειδικότερα, δεν υπάρχει ισχυρισμός ότι οι Εναγόμενοι είναι αφερέγγυοι ή η οικονομική τους κατάσταση είναι τέτοια, ώστε να μην είναι σε θέση να ικανοποιήσουν την απόφαση η οποία δυνατόν να εκδοθεί εναντίον τους. Δυστυχώς, δεν επεξηγείται από τον Ενάγοντα γιατί δεν θα μπορέσει να εξασφαλίσει την απαίτηση του σε περίπτωση που οι Εναγόμενοι αποξενώσουν το ζητούμενο να δεσμευτεί διαμέρισμα. Ο ισχυρισμός του ότι δεν θα μπορέσει να εξασφαλίσει την απαίτηση του σε περίπτωση αποξένωσης του ως άνω διαμερίσματος παρέμεινε γενικός και αόριστος, χωρίς πραγματικό έρεισμα. Επιπρόσθετα, θα πρέπει να επισημανθεί ότι δεν υπάρχει ισχυρισμός από πλευράς Ενάγοντα ότι η ζημιά την οποία έχει υποστεί δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήματα ή ότι υπάρχει δυσκολία στον υπολογισμό της. Αντίθετα, αυτό το οποίο προκύπτει ως αδιαμφισβήτητο είναι ότι το μεγαλύτερο μέρος των ζημιών του έχει ήδη αποκρυσταλλωθεί και περιγράφεται λεπτομερώς στην Έκθεση Απαίτησης του (KOT v. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ.(Ε) 255). Ο Ενάγοντας, στη γραπτή αγόρευση των συνηγόρων του προβάλλει ότι, παρά το ότι οι Εναγόμενοι διατηρούν την οικογενειακή και επιχειρηματική τους βάση στην Κύπρο, εντούτοις θα μπορούσαν ανά πάσα στιγμή να μετακομίσουν στην Αγγλία και να μεταφέρουν εκεί το σύνολο της κινητής τους περιουσίας, καθότι πρόκειται για Αγγλοκύπριους και θα μπορούσαν να μετακομίσουν στην Αγγλία με σχετική ευκολία. Σχολιάζοντας τη θέση αυτή, θα πρέπει να αναφέρω ότι, πέραν του ότι δεν προβάλλεται τέτοιος ισχυρισμός στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντα, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφασίσει τη συνδρομή της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 βασιζόμενο σε απλές εικασίες, ότι οι Εναγόμενοι δυνατόν να μετακομίσουν στην Αγγλία. Όσον αφορά τη θέση της γραπτής αγόρευσης των συνηγόρων του ότι η επαναλειτουργία του εστιατορίου «Ousia Lounge Cafe», υπό το πέπλο άλλης εταιρείας, διαφορετικής από την Εναγόμενη εταιρεία, σκιαγραφεί περίτρανα τον κίνδυνο μη εξασφάλισης της αξίωσης του σε περίπτωση επιτυχίας της, θα πρέπει να επισημάνω ότι δεν προβάλλεται ισχυρισμός στην ένορκη του δήλωση ότι το ως άνω εστιατόριο έχει επαναλειτουργήσει υπό το πέπλο άλλης εταιρείας. Κατά συνέπεια, ούτε αυτή η θέση θα μπορούσε να εξεταστεί από το Δικαστήριο. Για τους λόγους που έχω περιγράψει πιο πάνω καταλήγω ότι ο Ενάγοντας απέτυχε να ικανοποιήσει την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου
  1. Αναφορικά με το που κλίνει το ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of convenience), ενόψει της μη ικανοποίησης της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 δεν θεωρώ σκόπιμο να ασχοληθώ μαζί του. Ό,τι αξίζει να αναφερθεί είναι ότι οι Εναγόμενοι στους λόγους ένστασης τους προβάλλουν ότι η τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους Εναγόμενους. Δεν επεξηγούνται όμως οι λόγοι για τους οποίους θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά. Κατά συνέπεια, ο λόγος αυτός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Στους λόγους ένστασης των Εναγομένων προβάλλεται η καθυστέρηση του Ενάγοντα στη λήψη δικαστικών μέτρων. Στην ένορκη του δήλωση ο Ενάγοντας για να δικαιολογήσει την καθυστέρηση ισχυρίζεται αφενός ότι από το Φεβρουάριο του 2010 οι δικηγόροι του προσπαθούσαν να εξασφαλίσουν τα Τεκμήρια της υπόθεσης, με ενέργειες προς τον Έφορο Εταιρειών, την Αστυνομία, το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού και τους θεράποντες γιατρούς του, αφετέρου λόγω της πολύ άσχημης κατάστασης της ψυχικής του υγείας και του εγκλεισμού του στην ψυχιατρική πτέρυγα του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, δεν ήταν σε θέση, για τουλάχιστον δύο χρόνια, να προωθήσει την υπόθεση του ή και να βοηθήσει τους δικηγόρους του παρέχοντας τους στοιχεία τα οποία ήταν άκρως αναγκαία για την καταχώρηση της υπόθεσης στο Δικαστήριο. Ισχυρίζεται, επίσης, ότι η καθυστέρηση έγκειται και στο ότι οι Εναγόμενοι εκμεταλλευόμενοι την άσχημη κατάσταση της υγείας του, του έδιναν ψευδώς ελπίδες για δήθεν διευθέτηση της υπόθεσης, που τελικά δεν καρποφόρησαν. Στην υπόθεση Parico Aluminium Designs Ltd v.
  2. Muskita - Aluminium Co Ltd. a.o.
(2002)1 A.A.Δ.(Γ) 2015, επαναλαμβάνονται οι αρχές που προκύπτουν από τη νομολογία αναφορικά με τον παράγοντα καθυστέρηση. Οι αρχές αυτές είναι οι ακόλουθες:
(1)Η καθυστέρηση, εκτός αν επεξηγηθεί, στην προώθηση της αίτησης για προσωρινό διάταγμα είναι γενικώς μοιραία.
(2)Το ζήτημα της καθυστέρησης πρέπει να σταθμίζεται με την πιθανότητα του ενάγοντα να πετύχει τελικά στην αγωγή του και να λαμβάνεται υπόψη κατά πόσο ο εναγόμενος έχει επηρεασθεί με οποιοδήποτε τρόπο λόγω της καθυστέρησης ή έχει καθησυχασθεί ότι όλα ήταν ασφαλή ή έχει πλανηθεί λόγω της απραξίας του ενάγοντα.
(3)Το κατεπείγον του θέματος μπορεί να προκύψει και μετά τη γένεση της βάσης της αγωγής.
(4)Η έκταση της καθυστέρησης η οποία είναι αναγκαία για να αποτρέψει τη χορήγηση θεραπείας εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και δεν μπορούν να διατυπωθούν άκαμπτοι κανόνες. Αναμφίβολα, ο παράγοντας χρόνος είναι συνειφασμένος με το κατεπείγον του αιτήματος καθώς και τη διατήρηση του status quo ante. Η νομολογία μας καταδεικνύει ότι μια μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση προσφυγής στη δικαιοσύνη μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την υπόθεση του Ενάγοντα (Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(B) A.A.Δ. 788). Φυσικά, δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι στην υπό εξέταση υπόθεση το αιτούμενο διάταγμα δεν παραχωρήθηκε μονομερώς, με αποτέλεσμα η καθυστέρηση στην προώθηση του αιτήματος, χωρίς να μειώνεται ο ρόλος που διαδραματίζει, εντούτοις δεν έχει τις ίδιες επιπτώσεις όπως στις περιπτώσεις παραχώρησης της αιτούμενης θεραπείας μονομερώς. Στην υπό εξέταση υπόθεση πράγματι, υπήρξε καθυστέρηση 2 ½ περίπου χρόνων από τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Δεν θα συμφωνούσα όμως με τη θέση της γραπτής αγόρευσης των συνηγόρων των Εναγομένων ότι η καθυστέρηση αυτή ήταν αδικαιολόγητη. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο Ενάγοντας στην ένορκη του δήλωση επεξηγεί, με πλήρη επάρκεια θα έλεγα, τους λόγους για τους οποίους καθυστέρησε να πάρει δικαστικά μέτρα και εναντίον των Εναγομένων. Επισημαίνω ότι τα όσα αναφέρονται από τον Ενάγοντα σε σχέση με τους λόγους της καθυστέρησης, όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκαν από τον Εναγόμενο 1, αλλά ούτε καν σχολιάζονται στην ένορκη δήλωση του. Έχοντας κατά νουν τα όσα αναφέρω πιο πάνω, καταλήγω ότι η καθυστέρηση του Ενάγοντα στη λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον των Εναγομένων δεν θα ήταν μοιραία για την υπόθεση του, στην περίπτωση που κατάφερνε να ικανοποιήσει και τις τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32. Οι Εναγόμενοι στους λόγους ένστασης τους εγείρουν επίσης ζήτημα κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας. Στην ένορκη δήλωση των συνηγόρων τους το ζήτημα αυτό, όπως αναπτύσσεται, συναρτάται με την καθυστέρηση στην προώθηση της κυρίως υπόθεσης. Γίνεται δε αναφορά σε σχετική νομολογία όπου μονομερώς εκδοθέν διάταγμα ακυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο για το λόγο ότι υπήρξε καθυστέρηση στην προώθηση της κυρίως υπόθεσης από πλευράς Αιτητών (Rousounides & Soteriou Trading Limited κ.ά. ν. ΚΟΤ
(2002)1 Α.Α.Δ. 1274). Μετά από μελέτη του φακέλου της παρούσας υπόθεσης δεν έχω διαπιστώσει ότι υπήρξε οποιαδήποτε καθυστέρηση από πλευράς Ενάγοντα στην προώθηση της αγωγής του. Τονίζω ότι η αγωγή του καταχωρήθηκε σε κλητήριο ειδικώς οπισθογραφημένο. Αντίθετα, είμαι της άποψης ότι είναι οι Εναγόμενοι που θα πρέπει να μέμφονται τον εαυτό τους για την οποιαδήποτε καθυστέρηση στην προώθηση της αγωγής του Ενάγοντα. Επισημαίνω ότι χρειάστηκαν δύο σχεδόν χρόνια, από την ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής, για να καταχωρήσουν την Έκθεση Υπεράσπισης τους. Ενόψει των όσων αναφέρονται πιο πάνω, ο λόγος αυτός κρίνεται ανεδαφικός. Ως ανεδαφικός κρίνεται και ο λόγος ένστασης των Εναγομένων ότι η τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα επηρεάσει το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα τους επί της ακινήτου ιδιοκτησίας τους, όπως αυτό προστατεύεται από το άρθρο 23 του Συντάγματος. Είμαι της άποψης ότι η τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν έχει σχέση με τα δικαιώματα ιδιοκτησίας τα οποία κατοχυρώνονται στο ως άνω άρθρο του Συντάγματος. Κατά συνέπεια και αυτός ο λόγος ένστασης θα πρέπει να απορριφθεί. Για όλους τους λόγους που έχω επεξηγήσει πιο πάνω, καταλήγω ότι η υπό εξέταση αίτηση δεν έχει περιθώρια επιτυχίας και θα πρέπει να απορριφθεί. Όσον αφορά τα έξοδα, δεν βλέπω οποιοδήποτε λόγο για απόκλιση από το γενικό κανόνα ότι επιδικάζονται υπέρ του επιτυχόντα διάδικου. Η αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ των Εναγομένων 1 και 2 και εναντίον του Ενάγοντα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ........... Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΘΘ/ΑΓ Subject: Civil/Interim Αναφορά: Προσωρινό διάταγμα δέσμευσης ακίνητης περιουσίας cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.