← Κύπρος

Τάσου Πολυδώρου ν. Ηρόδοτου Ιωάννου, Αριθμός Αγωγής: 3729/2013, 30/3/2015

Τάσου Πολυδώρου ν. Ηρόδοτου Ιωάννου, Αριθμός Αγωγής: 3729/2013, 30/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A79 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ Αριθμός Αγωγής: 3729/2013 ΜΕΤΑΞΥ: Τάσου Πολυδώρου, από την Κυπερούντα Ενάγοντα και Ηρόδοτου Ιωάννου, από την Κυπερούντα Εναγομένου ---------------------- Αίτηση τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης ημερομηνίας 29.10.2013 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 30.3.2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντα-Αιτητή: κος Σάββας Φασουλιώτης, για την απαγγελία απόφασης κα Δράκου Για Εναγόμενο-Καθ' ου η αίτηση: κος Παύλος Παύλου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγοντας με την Αγωγή του αξιώνει εναντίον του Εναγομένου γενικές και/ή τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές και/ή επαυξημένες αποζημιώσεις για προφορική συκοφαντική δυσφήμιση που δημοσίευσε και/ή δημοσιοποίησε ο Εναγόμενος με δηλώσεις που αναφέρονταν στον Ενάγοντα. Ο Εναγόμενος, με την υπεράσπισή του εγείρει προδικαστική ένσταση ισχυριζόμενος ότι η Αγωγή είναι αβάσιμη και/ή δεν αποκαλύπτει εύλογη βάση αγωγής καθότι ο Ενάγοντας δεν ισχυρίζεται και/ή δεν δικογραφεί ότι τα λεχθέντα του Εναγομένου σκόπευαν να βλάψουν ή να επηρεάσουν με δυσμένεια την υπόληψη του Ενάγοντα στο επάγγελμα του και/ή την εργασία του και/ή τη θέση που κατείχε στη Σ.Π.Ε. Κυπερούντας. Πέραν της προδικαστικής του ένστασης ο Εναγόμενος μεταξύ άλλων αρνείται ότι τα λεχθέντα προς τον Ενάγοντα συνιστούσαν συκοφαντική δυσφήμιση και ισχυρίζεται ότι προκλήθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο από τον Ενάγοντα, ότι τα λεχθέντα δεν ήταν δυσφημιστικά και σε περίπτωση όπου κριθούν δυσφημιστικά αυτά ήταν προνομιούχα και έγιναν καλόπιστα. Η ΑΙΤΗΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση, ο Ενάγοντας αιτείται Διάταγμα τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης προσθέτοντας τα ακόλουθα στο τέλος της υφιστάμενης παραγράφου 4: «και/ή τα πιο πάνω λεχθέντα του αποσκοπούσαν στο να βλάψουν και/ή να επηρεάσουν δυσμενώς την φήμη και υπόληψη του Ενάγοντα στην εργασία του και/ή στην επαγγελματική θέση την οποία κατείχε.» Περαιτέρω με την Αίτηση ζητείται όπως η Διαταγή για τα έξοδα της Αίτησης και όσα χαθούν συνεπεία της τροποποίησης να βαρύνουν τους δικηγόρους του Ενάγοντα προσωπικά. Η αίτηση βασίζεται στο άρθρο 17

(3)του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.25 Θ.1 -6, Δ.48 Θ. 1-9 και Δ.59 Θ. 2 και 7 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εμφαίνονται στην συνημμένη ένορκη δήλωση της Ελένης Σωφρονίου υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του Ενάγοντα. Η ουσία τους έγκειται στο γεγονός ότι κατά τη δακτυλογράφηση του χειρόγραφου κειμένου της έκθεσης απαίτησης από την ίδια την οποία συνέταξε ο κος Φασουλιώτης εκ παραδρομής δεν συμπεριέλαβε στην παρ. 4 το απόσπασμα το οποίο ζητείται να συμπεριληφθεί με την αίτηση τροποποίησης αναγνωρίζοντας παράλληλα ότι χωρίς την δικογράφηση των αιτούμενων ισχυρισμών ενδεχομένως να μην στοιχειοθετείτε εύλογη βάση αγωγής. Περαιτέρω αναφέρει ότι ουδεμία βλάβη θα υποστεί ο Εναγόμενος η οποία να μην μπορεί να επανορθωθεί με ανάλογη διαταγή για έξοδα τα οποία υπό τις περιστάσεις θα πρέπει να βαρύνουν προσωπικά τους δικηγόρους του Ενάγοντα. Η ΕΝΣΤΑΣΗ Ο Εναγόμενος καταχώρησε ένσταση στην αίτηση, η οποία εδράζεται στους εξής λόγους: Α) Με την αιτούμενη τροποποίηση επιχειρείται η διάσωση και/ή αναβίωση αγωγής η οποία είναι εξ υπαρχής άκυρη κατά παράβαση του άρθρου 17
(3)του Κεφ. 148 και Β) Το αιτητικό Β της αίτησης είναι αβάσιμο καθότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για την έκδοση τέτοιας διαταγής. Η ένσταση βασίζεται μεταξύ άλλων στο άρθρο 17
(3)του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.25 Θ.1 -6, Δ.48 Θ. 4 και Δ.59 Θ. 2 και Δ.64. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση εμφαίνονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του Εναγομένου, ο οποίος ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης και ζητά την απόρριψη της αίτησης. Η ακροαματική διαδικασία της επίδικης Αίτησης διεξάχθηκε στη βάση γραπτών αγορεύσεων. Το περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεων επικεντρώνεται στην παράθεση σχετικής Νομολογίας επί του προκειμένου θέματος. Το Δικαστήριο δεν προτίθεται να επαναλάβει τις θέσεις των διαδίκων σε αυτό το στάδιο. Θα τις αξιολογήσει κατά την εξαγωγή των συμπερασμάτων του και θα κάνει αναφορά σε αυτές στο βαθμό που κρίνει απαραίτητο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η διαδικαστική διάταξη που προβλέπει για την τροποποίηση των δικογράφων είναι η Δ.25 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία έχει τύχει ερμηνείας από σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Θα μπορούσε κανείς να αναφέρει ότι υπάρχει εξαντλητική νομολογία για κάθε περίπτωση τροποποίησης δικογράφου.Οι βασικές νομολογιακές αρχές αναφέρονται πιο κάτω προς κατατόπιση. Στην σχετικά πρόσφατη υπόθεση Clive Preece κ.ά. και Νάσως Θεοφίλου Ρωσσίδου, Πολιτική Έφεση Αρ.271/2008, ημερομηνίας 16.12.2011 επισημαίνονται τα εξής: «Οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, Διαταγή 25 καν. 1, παρέχουν δυνατότητα τροποποίησης των δικογράφων. Η επί τούτου απόφαση, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου η οποία ασκείται στη βάση καθιερωμένων κριτηρίων. Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237. Ομοίως και στην Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. 79/2009, ημερομηνίας 4.5.2012, από την οποία και το απόσπασμα που ακολουθεί: «Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου σε σχέση με αιτήσεις που έχουν ως νομικό υπόβαθρο τις πρόνοιες του κ. 1 της Δ.25[1], όπως είναι η παρούσα περίπτωση, έχουν γίνει αντικείμενο εξέτασης και λεπτομερούς ανάλυσης σε πληθώρα υποθέσεων[2]. Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι ότι στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα.» Παραπέμπω τέλος και στην πολύ πρόσφατη υπόθεση IKOS CIF LTD v Martin Coward κ.α., ECLI:CY:AD:2014:A205, Πολιτικές Εφέσεις 137/13 και 138/13, ημερομηνίας 20.3.2014, σύμφωνα με την οποία: «Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως εάν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Όπως ήδη έχει καταγραφεί, τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου,
(1991)1 Α.Α.Δ.934, Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου,
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, AstorManufacturing & Exporting Co κ.α. v. A.G. Leventis κ.α.,
(1993)1Α.Α.Δ.726, SABA & Co.(T.M.P.) v. T.M.P. Agents,
(1994)1 A.A.Δ.426, Ιωάννης Νικολάου v. Ζωής Μιλτιάδους κ.ά,
(2007)1 Α.Α.Δ. 1005).» Συνοψίζοντας τις πιο πάνω αρχές που η νομολογία καθιέρωσε προκύπτουν τα ακόλουθα καθοδηγητικά στοιχεία:
  1. Η τροποποίηση δικογράφου εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Προκύπτει ως θεμελιακή αρχή ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς και η αποτροπή της πολλαπλότητας των διαδικασιών.
  2. Το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας λαμβάνει υπόψη και τον παράγοντα καθυστέρηση. Ο παράγοντας όμως αυτός δεν είναι καθοριστικός, αλλά συνυπολογίζεται με όλους τους άλλους παράγοντες που η νομολογία καθιέρωσε.
  3. Δεν δίδεται άδεια για τροποποίηση στις περιπτώσεις που αυτή επιφέρει βλάβη στον αντίδικο, η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα, και όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Έχοντας υπόψη όλες τις παραπάνω αρχές υπεισέρχομαι στην ουσία της αίτησης εξετάζοντας την υπό το φως των λόγων ένστασης και σύμφωνα με το περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεων των συνηγόρων των διαδίκων. ΠΡΩΤΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ Όσον αφορά τον πρώτο λόγο ένστασης ότι δηλαδή με την αιτούμενη τροποποίηση επιχειρείται η διάσωση και/ή αναβίωση αγωγής η οποία είναι εξ υπαρχής άκυρη κατά παράβαση του άρθρου 17
(3)του Κεφ. 148 ο συνήγορος του Εναγομένου υποστήριξε στην αγόρευση του ότι τυχόν έγκριση του αιτήματος θα έδινε ουσία και νομική υπόσταση σε νομικά αβάσιμη και ανυπόστατη δικογραφία η οποία δεν δίνει έρεισμα ύπαρξης και εγκυρότητας κατά παράβαση του άρθρου 17
(3)του Κεφ. 148. Το άρθρο 17
(3)του Κεφ. 148 προβλέπει τα ακόλουθα: 17.
(3)Χωρίς απόδειξη ειδικής ζημιάς δεv είvαι δυvατή η έγερση αγωγής για δυσφήμηση η oπoία εvεργήθηκε με χειρovoμίες, με λόγια ή άλλoυς ήχoυς, με εξαίρεση τηv εκπoμπή με ασύρματη τηλεγραφία, εκτός όταv oι χειρovoμίες, τα λόγια ή άλλoι ήχoι- (α) Απoδίδoυv έγκλημα πoυ δύvαται vα επισύρει στov εvάγovτα σωματική πoιvή ή φυλάκιση σε πρώτη καταδίκη, (β) σκoπεύoυv στo vα βλάψoυv ή vα επηρεάσoυv με δυσμέvεια τηv υπόληψη τoυ εvάγovτα στo επάγγελμα, επιτήδευμα, εργασία, απασχόληση ή τη θέση τoυ, (γ) απoδίδoυv στov εvάγovτα μεταδoτική ή μoλυσματική vόσo, (δ) απoδίδoυv σε γυvαίκα ή κoρασίδα μoιχεία ή ασέλγεια. (η έμφαση και υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου) Κατ' αρχάς το πιο πάνω άρθρο δεν προβλέπει για την υποχρέωση δικογράφησης συγκεκριμένων ισχυρισμών που να αφορούν την ειδική ζημιά. Αυτό που προνοεί είναι για την απόδειξη ειδικής ζημιάς. Η απόδειξη ειδικής ζημιάς δεν μπορεί να εξισωθεί ούτε εννοιολογικά ούτε πρακτικά με την δικογράφηση ισχυρισμών. Περαιτέρω και πλέον σημαντικό το εν λόγω άρθρο προβλέπει περιπτώσεις όπου η απόδειξη ειδικής ζημιάς δεν είναι αναγκαία και προφανώς εξαιρούνται της υποχρέωσης αυτής εφόσον αναφέρει «εκτός όταν οι χειρονομίες, τα λόγια ή άλλοι ήχοι», αναφέρομαι στην περίπτωση η οποία αφορά την παρούσα αίτηση, «σκoπεύoυv στo vα βλάψoυv ή vα επηρεάσoυv με δυσμέvεια τηv υπόληψη τoυ εvάγovτα στo επάγγελμα, επιτήδευμα, εργασία, απασχόληση ή τη θέση τoυ». Από τα πιο πάνω φαίνεται να προκύπτει ότι η αιτούμενη τροποποίηση εμπίπτει εις την περίπτωση της παρ. 17
(3)(β) του Κεφ. 148 όπου η απόδειξη ειδικής ζημιάς δεν είναι εμπόδιο για την έγερση της Αγωγής επομένως η θέση του συνηγόρου του Εναγομένου όπως εκφράστηκε στην γραπτή αγόρευση του ότι θα προστεθεί ειδική ζημιά η οποία προηγουμένως δεν υπήρχε δεν ευσταθεί εφόσον με την τυχόν εισαγωγή των τροποποιημένων ισχυρισμών δεν είναι αναγκαία η απόδειξη ειδικής ζημιάς. Περαιτέρω ο Ενάγοντας στην παρ. 7 της έκθεσης απαίτησης ήδη ισχυρίζεται έμμεσα αυτά τα οποία επιχειρεί να εισάγει στο δικόγραφο του με την τροποποίηση και συγκεκριμένα ότι το αποτέλεσμα των ενεργειών του Εναγομένου ήταν να πληγεί η φήμη, τιμή και υπόληψη του στα μάτια των συναδέλφων, πελατών, μελών της Σ.Π.Ε. Κυπερούντας και συγχωριανών του. Το άρθρο 17
(3)κατ'αρχάς δεν προβλέπει ότι μια Αγωγή υπόκειται σε ακυρότητα ή είναι άκυρη εξ υπαρχής εάν καταχωρηθεί κατά παράβαση των προνοιών του εφόσον το άρθρο αναφέρεται σε απόδειξη και όχι δικογράφηση. Είναι αυτονόητο ότι η απόδειξη εξυπακούει την προσκόμιση μαρτυρίας επομένως δεν τίθεται θέμα ακυρότητας της Αγωγής στο στάδιο της δικογράφησης. Επομένως δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου άκυρη Αγωγή με την έννοια κατά την οποία ισχυρίζεται ο Εναγόμενος και έτσι δεν τίθεται θέμα αναβίωσης της με την επιδιωκόμενη τροποποίηση. Όλα τα πιο πάνω βέβαια αναφέρονται αποκλειστικά για σκοπούς εξέτασης της παρούσας αίτησης για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης χωρίς να προβαίνω σε βαθύτερη ερμηνεία και εφαρμογή του εν λόγω άρθρου ή ευρήματα για το βάσιμο ή όχι των εκατέρωθεν ισχυρισμών που αφορούν την ουσία της Αγωγής. Αυτό που εξετάζεται είναι κατά πόσο με την αιτούμενη τροποποίηση ο Ενάγοντας θα θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα επίδικα θέματα με σαφήνεια και ακρίβεια και είμαι της άποψης ότι η αιτούμενη τροποποίηση έχει άμεση σχέση με τα επίδικα θέματα και τις θεραπείες τις οποίες αξιώνει ο Ενάγοντας, χωρίς να εισέρχομαι στην αλήθεια ή βασιμότητα αυτών. Επομένως με βάση την πιο πάνω κατάληξη μου δεν μπορεί να επιτύχει ο πρώτος λόγος ένστασης του Εναγομένου. Αν και ο Εναγόμενος δεν προέβαλε ως λόγο ένστασης την πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος τροποποίησης, τα όσα αναφέρει ο ευπαίδευτος συνήγορος του στην αγόρευση του για το είδος της ζημιάς η οποία θα του προκληθεί και ειδικότερα ότι ο Εναγόμενος θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά εφόσον οι συνέπειες προς τον Εναγόμενο θα είναι η προσθήκη ειδικής ζημιάς η οποία προηγουμένως δεν υπήρχε, ο Εναγόμενος θα τοποθετηθεί σε δυσμενέστερη θέση και οι επιπτώσεις δεν αποζημιώνονται με έξοδα δεν μπορούν να τεκμηριωθούν ούτε βρίσκουν έρεισμα στην μαρτυρία η οποία προσκομίστηκε από τον Εναγόμενο με την ένορκο δήλωση του αλλά ούτε μπορούν να δικαιολογηθούν ενόψη και της πιο πάνω κατάληξης μου εις ότι αφορά την εφαρμογή του άρθρου 17
(3). Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου θεωρώ ότι ουδεμία ζημιά θα προκληθεί στον Εναγόμενο και κυρίως τέτοια η οποία να μην αποζημιώνεται με ανάλογη διαταγή για τα έξοδα λαμβάνοντας υπόψη και το γεγονός ότι ο Εναγόμενος σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος τροποποίησης θα έχει κάθε δικαίωμα καταχώρησης υπεράσπισης. Περαιτέρω ο συνήγορος του Εναγομένου στην αγόρευση του επιχειρεί να υποστηρίξει την θέση του ότι το αίτημα γίνεται κακόπιστα. Κάτι τέτοιο βέβαια δεν ηγέρθηκε ως λόγος ένστασης αλλά ούτε αντικρούστηκε ή αμφισβητήθηκε η εκδοχή και θέση της ενόρκως δηλούσας η οποία έδωσε την εξήγηση της για την παράλειψη δικογράφησης των εν λόγω ισχυρισμών. Η όποια κακοπιστία του Ενάγοντα θα μπορούσε να αποδειχθεί μόνο με την αντεξέταση της ενόρκως δηλούσας στην αίτηση που κάτι τέτοιο δεν έχει γίνει ή με την προβολή αντίθετης θέσης από τον Εναγόμενο στην ένορκο δήλωση του η οποία συνοδεύει την ένσταση του. Στην απουσία αντίθετης μαρτυρίας για τους λόγους οι οποίοι οδήγησαν στην ανάγκη τροποποίησης αλλά και λαμβάνοντας υπόψη ότι η αίτηση καταχωρήθηκε στις 29/10/13 δηλαδή εντός περίπου πέντε ημερών από την καταχώρηση της Υπεράσπισης θεωρώ ότι η πιθανότητα κακοπιστίας στην καταχώρηση της αίτησης δεν έχει διαφανεί ούτε αποδειχθεί. ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΝΣΤΑΣΗΣ Με τον δεύτερο λόγο ένστασης ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση διαταγής καταβολής των εξόδων της αίτησης εναντίον των δικηγόρων του Ενάγοντα χωρίς βέβαια να δίδεται ειδικός και τεκμηριωμένος λόγος προς υποστήριξη του λόγου αυτού της ένστασης. Η επιδίκαση των εξόδων επαφίεται κατά κανόνα στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου επομένως δεν θα εξετάσω περαιτέρω το θέμα των εξόδων υπό το φως του δεύτερου λόγου ένστασης. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Με βάση των όσων έχουν αναφερθεί ανωτέρω, οι αιτούμενες τροποποιήσεις προφανώς και είναι αναγκαίες και απαραίτητες για σκοπούς ορθής και αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης εφόσον καθορίζουν επακριβώς τα επίδικα θέματα και κρίνω ότι σε περίπτωση που δεν επιτραπούν, ο Ενάγοντας θα στερηθεί του δικαιώματος του να θέσει και προωθήσει την απόδειξη των αξιώσεων του. Το δικαίωμα αυτό του Ενάγοντα όπως έχει κριθεί ανωτέρω δεν προκαλεί οποιαδήποτε ζημιά στον Εναγόμενο αλλά ούτε έχει καταδειχθεί κακοπιστία από μέρους του Ενάγοντα στην προώθηση της παρούσας Αίτησης. Αντίθετα ο σύντομος χρόνος μέσα στον οποίο ενήργησε ο Ενάγοντας από την ημέρα καταχώρησης της Υπεράσπισης αλλά και το γεγονός ότι οι δικηγόροι του είναι πρόθυμοι να επωμιστούν τα έξοδα της αίτησης φανερώνει την αλήθεια των όσων αναφέρονται στην ένορκο δήλωση η οποία συνοδεύει την αίτηση. Τα πιο πάνω συμπεράσματα κρίνονται ικανοποιητικά για το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της παραχώρησης άδειας για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης Όσον αφορά την επιδίκαση εξόδων οι δικηγόροι του Ενάγοντα ζητούν με την Αίτηση τους υπό στοιχείο Β την επιδίκαση των εξόδων της αίτησης και όσα θα χαθούν συνεπεία της τροποποίησης να βαρύνουν προσωπικά τους δικηγόρους του ενάγοντα. Με την αγόρευση τους αν και παραδέχονται το λάθος τους και ζητούν την έκδοση σχετικής διαταγής για τα έξοδα σύμφωνα με την παρ. Β της Αίτησης στην συνέχεια διαφοροποιούν την πιο πάνω θέση τους κάνοντας προσπάθεια τα έξοδα της Αίτησης να επιδικαστούν υπέρ του Αιτητή. Ενόψει όμως του αιτητικού Β της Αίτησης αλλά και της άμεσης παραδοχής των δικηγόρων του Ενάγοντα για την παραδοχή λάθους από μέρους τους και εφόσον υπήρξαν πρόθυμοι εξ υπαρχής να επωμιστούν ολοκληρωτικά τα έξοδα της διαδικασίας αναφέροντας τα ακόλουθα στην αγόρευση τους: «Δεν βλέπω κανένα απολύτως λόγο γιατί το Δικαστήριο να μην αποδεχτεί την προθυμία των Δικηγόρων του Αιτητή να αναγνωρίσουν εμπράκτως το λάθος τους εκδίδοντας σχετική Διαταγή για τα έξοδα σύμφωνα με την παρ. Β του αιτητικού της υπό κρίση αιτήσεως», κρίνω ότι θα ήταν άδικο και ασυμβίβαστο να επιτραπεί στους δικηγόρους του Ενάγοντα να υπαναχωρήσουν από τις αρχικές τους δηλώσεις λαμβάνοντας υπόψη και τις πρόνοιες της Δ.59 Θ.2. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Εκδίδεται Διάταγμα τροποποίησης, ως η αίτηση παρ. Α. Τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από την σύνταξη του Διατάγματος. Τροποποιημένη Υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός περαιτέρω 15 ημερών από την επίδοση της Τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης. Τυχόν απάντηση στην υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός περαιτέρω 7 ημερών από την επίδοση της Τροποποιημένης Υπεράσπισης. Κατά τα λοιπά να ακολουθηθούν οι θεσμοί. Τα έξοδα της αίτησης καθώς και αυτά που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ του Εναγομένου και εναντίον των δικηγόρων του Αιτητή προσωπικά τα οποία θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της αγωγής. .......... Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim/3729-13amendment cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.