← Κύπρος

ΜΑΡΟΥΛΑΣ ΑΝΔΡΕΑ ΑΛΚΙΒΙΑΔΗ ν. ΕΛΕΝΗΣ ΣΑΒΒΑ, Αρ. Έφεσης/Αίτησης:1023/12, 13/3/2015

ΜΑΡΟΥΛΑΣ ΑΝΔΡΕΑ ΑΛΚΙΒΙΑΔΗ ν. ΕΛΕΝΗΣ ΣΑΒΒΑ, Αρ. Έφεσης/Αίτησης:1023/12, 13/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A65 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Αρ. Έφεσης/Αίτησης:1023/12 Αναφορικά με τον Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση Νόμο Κεφ. 224 και όπως αυτός τροποποιήθηκε) ΜΕΤΑΞΥ: ΜΑΡΟΥΛΑΣ ΑΝΔΡΕΑ ΑΛΚΙΒΙΑΔΗ, από τη Διερώνα Λεμεσού, οδός Ανδρέα Γεωργίου 15 Εφεσείουσας/Αιτήτριας και ΕΛΕΝΗΣ ΣΑΒΒΑ, από τη Διερώνα Λεμεσού, οδός Ανδρέα Γεωργίου 13 Καθ' ης η αίτηση/Εφεσίβλητης --------------------- Αίτηση για τροποποίηση της Έφεσης/Αίτησης ημερ. 02.06.14 Ημερομηνία: 13 Μαρτίου 2015 Για την Εφεσείουσα/Αιτήτρια: κ.κ. Γιαννάκης Θωμά & Συναργάτες Για την Εφεσίβλητη/Καθ ης η Αίτηση: κος Νεόφυτος Δ. Κάνιας Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την επίδικη αίτηση επιζητείται η τροποποίηση της έφεσης δια της προσθήκης δυο νέων λόγων έφεσης καθώς και η προσθήκη περαιτέρω ισχυρισμών στην υφιστάμενη παράγραφο 7 των λόγων έφεσης. Την 29.11.2012 ο διευθυντής του κτηματολογίου εξέδωσε απόφαση σε αίτηση συνοριακής διαφοράς αναφορικά με τα τεμάχια αρ. εγγραφής 6884 και 6726 στην κοινότητα Διερώνας. Η Εφεσείουσα ζητά την ακύρωση και/ή παραμερισμό της απόφασης του διευθυντή καταχωρώντας την παρούσα έφεση στις 31/12/

  1. Η έφεση επιδόθηκε στην Εφεσίβλητη η οποία μέχρι σήμερα δεν καταχώρησε ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης. Η Εφεσείουσα την 09.01.14 καταχώρησε αίτηση ζητώντας άδεια του Δικαστηρίου για καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων δια των οποίων επιδιώκετο η εισαγωγή ένορκης μαρτυρίας αναφορικά με γεγονότα όμοια με αυτά που αφορούν τις αιτούμενες τροποποιήσεις. Η Εφεσίβλητη καταχώρησε ένσταση στην αίτηση 09.01.14 και η Εφεσείουσα απέσυρε εν τέλει την ενδιάμεση αίτηση άνευ βλάβης στις 14.05.14 προβάλλοντας ταυτόχρονα την πρόθεση της για καταχώρηση αίτησης τροποποίησης όπου στις 02.06.14 καταχωρήθηκε από την Εφεσείουσα η υπό εξέταση αίτηση τροποποίησης. Η τροποποίηση άπτεται προσθήκης δύο νέων λόγων έφεσης και προσθήκη ισχυρισμών στον υφιστάμενο λόγο έφεσης της παρ. 7 της Έφεσης/Αίτησης. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις που η Αιτήτρια/Εφεσείουσα επιθυμεί να προσθέσει έχουν ως ακολούθως· Α. «9.Ο Διευθυντής παρέλειψε να λάβει υπόψην του το γεγονός ότι η συνοριακή διαφορά είχε διευθετηθεί φιλικά με συμφωνία, μεταξύ των προκατόχων των κτημάτων των διαδίκων, στο πλαίσιο της Αίτησης με αριθμό Α1393/
  2. Στα πλαίσια της αίτησης με αριθμό Α1393/70 οι προκάτοχοι των κτημάτων των διαδίκων συμφώνησαν ότι η διαφιλονικούμενη έκταση γης αποτελούσε μέρος του ακινήτου της Αιτήτριας και το Κτηματολόγιο ενέκρινε και/ή επικύρωσε την επίλυση της εν λόγω συνοριακής διαφοράς.
  3. Ο διευθυντής παρέλειψε να λάβει υπόψη του ότι η επίλυση της ίδιας συνοριακής διαφοράς με φιλική διευθέτηση όπως επιτεύχθηκε με την αίτηση με αριθμό Α1393/70, αποτελούσε και/ή αποτελεί απόφαση του Διευθυντή την οποία ο Διευθυντής δεν δύναται να ανακαλέσει ή ακυρώσει και/ή αγνοήσει.» Β. «Με την προσθήκη μετά το τέλος της παραγράφου 7 των λόγων στους οποίους στηρίζεται η παρούσα έφεση/αίτηση, της ακόλουθης πρότασης. 'την κατάσταση έτσι όπως έχει διαμορφωθεί συνεπεία της φιλικής διευθέτησης που επιτεύχθηκε μεταξύ των προκατόχων των κτημάτων των διαδίκων και/ή στο πλαίσιο της αίτησης με αριθμό 1393/70» Η αίτηση, μεταξύ άλλων, στηρίζεται στο άρθρο 80 του Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου Κεφ. 224, στα άρθρα 5 και 7 του Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών του 1956, στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.19, Δ.25 Κ. 1 -5, Δ.48 Κ. 1,2,3,4 και 9, Δ.63 Κ. 1 και 2 και Δ.
  4. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης αποκαλύπτεται από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει τούτην. Ομνύον είναι ο σύζυγος της Αιτήτριας/Εφεσείουσας ο οποίος αναφέρει ότι έχει προσωπική γνώση των γεγονότων της Αίτησης και είναι κατάλληλα εξουσιοδοτημένος από την Αιτήτρια να προβεί στην ένορκη δήλωση. Εκτενής παράθεση των ισχυρισμών που εκεί αναφέρονται δεν χρησιμεύει, εφόσον πιο κάτω πραγματεύομαι τούτους σε συσχετισμό με τους λόγους ένστασης. Σύνοψη όμως αυτών αποκαλύπτει ότι οι λόγοι που επικαλείται η Αιτήτρια/Εφεσείουσα είναι ότι τα γεγονότα τα οποία επιχειρεί να εισάγει στην Αίτηση/Έφεση της ήταν γνωστά στην ίδια αλλά η υπό εξέταση αίτηση καταχωρήθηκε με σχετική καθυστέρηση λόγω του ότι έπρεπε να μελετηθούν διάφοροι σχετικοί φάκελοι του Κτηματολογίου και της Επαρχιακής Διοίκησης Λεμεσού η μελέτη των οποίων έγινε με καθυστέρηση διότι δεν ήταν εύκολος ο εντοπισμός τους στις εν λόγω υπηρεσίες. Περαιτέρω προβάλλεται από τον ομνύον ότι χωρίς την αιτούμενη τροποποίηση θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη, η αίτηση έγινε καλόπιστα και δεν έχει σκοπό να επιφέρει καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης ή βλάβη στα δικαιώματα της Καθ ης η αίτηση/Εφεσίβλητης. Η Καθ ης η αίτηση/Εφεσίβλητη προέβαλε ένσταση στο αίτημα τροποποίησης και καταχώρισε ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης στις 16.10.
  5. Με τους λόγους ένστασης που εγείρει, συνοπτικά, ισχυρίζεται ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις και δεν συντρέχει λόγος για την έκδοση του διατάγματος, η Αιτήτρια και ο ενόρκως δηλών παραπλανούν το Δικαστήριο διότι λέγουν ψευδώς ότι οι προκάτοχοι των διαδίκων συμφώνησαν ότι η διαφιλονικούμενη έκταση γης αποτελούσε μέρους του ακινήτου της Αιτήτριας, η Αιτήτρια δεν ζητά βοήθεια με καθαρά χέρια, τα ισχυριζόμενα γεγονότα τα οποία αφορά η αίτηση δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη στην αίτηση συνοριακής διαφοράς ΑΧ427/01 και παρούσας εφέσεως, η Αιτήτρια δεν νομιμοποιείται στις αιτούμενες θεραπείες και η αίτηση συνιστά κατάχρηση διαδικασίας Σύμφωνα με τις ομνύουσες στην ένσταση η αίτηση συνιστά κατάχρηση διαδικασίας διότι η εισαγωγή των νέων λόγων έφεσης επιχειρήθηκε δια της ενδιάμεσης αίτησης 09.01.14 η οποία αποσύρθηκε. Περαιτέρω η Καθ ης η αίτηση υποστηρίζει ότι η τροποποίηση δεν υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση, η Αιτήτρια και ο ενόρκως δηλών παραπλανούν το Δικαστήριο και με την αιτούμενη τροποποίηση εισάγεται νέα βάση αιτήσεως, οι νέοι λόγοι Έφεσης δεν μπορούν να εισαχθούν στη διαδικασία συνοριακής διαφοράς και δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Οι ισχυρισμοί και γεγονότα που επιδιώκεται να εισαχθούν ήταν εις γνώση και στην διάθεση της Αιτήτριας και δεν δίνει λόγο γιατί δεν τα χρησιμοποίησε στην αίτηση ή κατά την διάρκεια της επιτόπιας έρευνας. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι τόσο η Αιτήτρια όσο και ο ενόρκως δηλών στην αίτηση ήταν παρόντες στην επιτόπια έρευνα και έθεσαν υπόψη του αρμόδιου λειτουργού του κτηματολογίου τα εν λόγω γεγονότα και λήφθηκαν υπόψη. Η Καθ ης η αίτηση επισύναψε ως ΕΣ1 την δήλωση των προκατόχων αναφορικά με την ισχυριζόμενη διευθέτηση η οποία έγινε «βάσει των εγγεγραμμένων συνόρων των κτημάτων μας και αποσύρουμε την παρούσα αίτηση μας». Τέλος, αναφέρει ότι δεν δικαιολογείται η καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης και η Αιτήτρια γνώριζε και/ή είχε στη διάθεση της όλα τα στοιχεία για να τα αναφέρει στην αίτηση της τα οποία προσπαθεί να εισάξει μετά από αδράνεια πέραν των 40 ετών. Η ομνύουσα Χαρίκλεια Κλεόπα Αντωνίου αναφέρει στην ένορκο δήλωση της ότι είναι η μητέρα της Καθ ης η αίτηση/Εφεσίβλητης και η προηγούμενη ιδιοκτήτρια του ακινήτου με αρ. εγγραφής
  6. Απορρίπτει τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας χαρακτηρίζοντας τους ως ψευδείς. Στη συνέχεια αναφέρεται στην δήλωση την οποία επισυνάπτει ως Τεκμήριο ΧΚΑ1 η οποία είναι η ίδια με αυτή που περιγράφεται πιο πάνω και προσθέτει ότι δεν έκαμε οποιαδήποτε συμφωνία με την Αιτήτρια. Οι συνήγοροι των διαδίκων περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις προς υποστήριξη των θέσεων τους χωρίς να αντεξετάσουν τους ενόρκως δηλούντες. Οι γραπτές αγορεύσεις έχουν μελετηθεί από το Δικαστήριο, έχουν ληφθεί υπόψη για σκοπούς έκδοσης της παρούσας Απόφασης και αναφορά θα γίνεται σε αυτές όπου κρίνεται αναγκαίο. Σύμφωνα με το άρθρο 7 των Κανονισμών Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας του 1956 προβλέπεται: «Every summons an appeal or application under these rules shall state the grounds of such appeal or application. No grounds other than those so stated shall (except with the leave of the Court hearing the appeal or application and on such terms as the Court may think just) be allowed to be taken by the applicant at the hearing of the appeal or application.» Περαιτέρω το άρθρο 17 των Κανονισμών προβλέπει ότι: «Matters of practice and procedure not expressly provided for in these Rules shall be governed by the Civil Procedure Rules in force for the time being, in so far as they may be applicable.» Από τις πιο πάνω συνδυασμένες πρόνοιες των σχετικών Κανονισμών προκύπτει αρχικά ότι με άδεια του Δικαστηρίου μπορεί ο Αιτητής να προσθέσει λόγους έφεσης και κατά δεύτερο εφόσον δεν υπάρχει ειδική πρόνοια στους Κανονισμούς για την διαδικασία η οποία ακολουθείται εφαρμογή έχουν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας όπου στην προκειμένη περίπτωση είναι η Δ.
  7. Όπως αναφέρεται ανωτέρω η αίτηση στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στην Δ.25 Θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών. Σύμφωνα με την επί ζητήματος νομολογία Κυπριακή και Αγγλική η εν λόγω διάταξη παρέχει μια ευρεία εξουσία στο Δικαστήριο κατά την εξέταση αιτήσεων τροποποίησης. Στην υπόθεση Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου

(1991)1ΑΑΔ 934 η δυνατότητα τροποποίησης τέθηκε ως εξής από το Ανώτατο Δικαστήριο. «Αναμφισβήτητα η σύγχρονη τάση όπως βγαίνει από την σχετική νομολογία είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα». Στην υπόθεση Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 33 τέθηκαν οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου κατά την εξέταση αιτήσεων τροποποίησης σύμφωνα με αυτές:
  1. Η τροποποίηση επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας νοουμένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
  2. Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντίδικου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
  3. Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνην που μπορεί να θεραπευτεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο Αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
  4. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντίδικου. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η υπό εξέταση αίτηση υποβάλλεται ενάμιση χρόνο μετά την καταχώρηση της Έφεσης/Αίτησης. Η σύγχρονη τάση της νομολογίας είναι να επιτρέπονται τροποποιήσεις ακόμα κι όταν αυτές υποβάλλονται σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας που κάτι τέτοιο βέβαια δεν ισχύει στην υπό εξέταση υπόθεση εφόσον δεν έχει καν καταχωρηθεί η ένσταση στην Έφεση/Αίτηση από την Καθ ης η Αίτηση/Εφεσίβλητη, αλλά αντίθετα προκύπτει από τον φάκελο της υπόθεσης ότι η όποια καθυστέρηση παρατηρείται, αυτή προκλήθηκε και με την ανοχή της ίδιας. Ο ομνύον στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση προβάλλει ως δικαιολογία για την καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης το γεγονός ότι αναμένετο η παραλαβή των σχετικών φακέλων από το Κτηματολόγιο και την Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού και ο εντοπισμός τους δεν ήταν εύκολος. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η Καθ ης η αίτηση/Εφεσίβλητη δεν αντεξέτασε τον ομνύοντα παρά μόνο αρκέστηκε στην παράθεση της διαφωνίας της σε αναφορά στην ένσταση και στις ένορκες δηλώσεις που την συνοδεύουν, κρίνω ότι η επεξήγηση που δίνει η Αιτήτρια/Εφεσείουσα για την καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης είναι επαρκής και ικανοποιητική. Δεν μου διαφεύγει ο ισχυρισμός της Εφεσίβλητης στην ένορκο δήλωση της ότι η Αιτήτρια γνώριζε για το εν λόγω γεγονός από πολύ παλαιά επομένως καθυστέρησε στην καταχώρηση της αίτησης. Παρατηρώ όμως ότι αυτό είναι κάτι το οποίο δεν αρνείται η Αιτήτρια ή ο ομνύον εφόσον παραδέχονται ότι κατά την επιτόπια εξέταση ανέφεραν το εν λόγω γεγονός στον αρμόδιο κτηματολογικό λειτουργό. Όπως ανέφερα και πιο πάνω αυτό που αποδέχομαι είναι ότι μέχρι να λάβει η Αιτήτρια τους απαραίτητους φακέλους καθυστέρησε στην καταχώρηση της παρούσας Αίτησης. Δεν μου διαφεύγει επίσης το γεγονός ότι η Αιτήτρια υποχρεούτο να καταχωρήσει την Έφεση της εντός 30 ημερών από την ταχυδρόμηση της απόφασης του Διευθυντή σύμφωνα με το άρθρο 80 του Κεφ. 224, επομένως σε περίπτωση όπου θα ανέμενε να παραλάβει τα απαραίτητα στοιχεία και φακέλους η Έφεση της πιθανό να καταχωρείτο εκπρόθεσμα. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Ιωάννης Νικολάου ν. Ζωή Μιλτιάδους κ.α.
(2007)1 ΑΑΔ 1005, όπου δεν προκαλείται ζημιά, ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερήσει τον διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα επίδικα ζητήματα που εγείρει. Με τους λόγους ένστασης υπό στοιχεία α) και ε) η καθ ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την παραχώρηση της αιτούμενης τροποποίησης και η Αιτήτρια δεν νομιμοποιείται στην αξιούμενες θεραπείες. Στην Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. 79/2009, ημερομηνίας 4.5.2012, από την οποία και το απόσπασμα που ακολουθεί: «Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι ότι στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα.» (η έμφαση και υπογράμμιση είναι δική μου) Τα πιο πάνω αποτελούν τις προϋποθέσεις οι οποίες έχουν τεθεί από την νομολογία και οι οποίες πρέπει να πληρούνται κατά την εξέταση αιτημάτων τροποποίησης. Επομένως αυτό που λαμβάνω σοβαρά υπόψη μου κατ'αρχάς είναι ότι με τις επιδιωκόμενες τροποποιήσεις θα προσδιοριστεί η ουσία της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και θα αποτραπεί η πολλαπλότητα των διαδικασιών εφόσον με τους λόγους έφεσης θα περιληφθούν ισχυρισμοί οι οποίοι σχετίζονται με τα επίδικα θέματα τα οποία περιβάλλουν την υπό εξέταση απόφαση του Διευθυντή, χωρίς βέβαια να εισέρχομαι στην αλήθεια ή βάσιμο των επιδιωκόμενων τροποποιήσεων. Περαιτέρω οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις δεν μεταβάλλουν την βάση της Έφεσης εφόσον δεν ανατρέπεται το θεμελιώδης αίτημα της Εφεσείουσας για ακύρωση της απόφασης του Διευθυντή. Κατά δεύτερο δεν έχει καταδειχθεί από την καθ ης η αίτηση ούτε αποτελεί λόγο ένστασης η πρόκληση ζημιάς και ποια θα είναι αυτή σε περίπτωση έγκρισης της Αίτησης. Αυτό που μπορεί να λεχθεί είναι ότι δεν τίθεται ζήτημα επηρεασμού της υπεράσπισης της καθ' ης η αίτηση εφόσον ακόμα δεν έχει καταχωρήσει την ένσταση της και θα έχει κάθε δικαίωμα να απαντήσει στους νέους λόγους Έφεσης στην ένσταση της και με την ένορκη δήλωση ή ένορκες δηλώσεις τις οποίες θα καταχωρήσει. Θα ήθελα επίσης να αναφέρω ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε κακοπιστία, παρ' ότι κάτι τέτοιο δεν εγείρεται ρητά, κρίνω ορθό να αναφέρω ότι η όλη στάση της Αιτήτριας δεν αποκαλύπτει κάτι τέτοιο. Το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, δηλαδή το περιεχόμενο του φακέλου και οι ένορκες δηλώσεις στην επίδικη αίτηση και ένσταση, δεν φανερώνουν στοιχεία που ισοδυναμούν με κακοπιστία ή κατάχρηση διαδικασίας στην υποβολή της αίτησης από πλευράς Αιτήτριας και ούτε κάτι τέτοιο έχει καταδειχθεί από την καθ ης η αίτηση αν και ισχυρίζεται με τον λόγο ένστασης υπό στοιχείο γ) ότι η Αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια αλλά με ψευδή γεγονότα και απρεπή συμπεριφορά. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε ίσως να καταδειχθεί με την αντεξέταση του ενόρκως δηλούντος κάτι που δεν έπραξε η καθ ης η αίτηση επομένως το Δικαστήριο δεν έχει οποιοδήποτε στοιχείο ενώπιον του που να τεκμηριώνει τα όσα αναφέρει η καθ ης η αίτηση. Αντίθετα ο ομνύον στην Αίτηση με κάθε ειλικρίνεια αναφέρει ότι όλα τα γεγονότα ήταν εις γνώση του και της Αιτήτριας αλλά για τους λόγους που αναφέρει δεν ήταν εφικτό να παρουσιαστούν στο Δικαστήριο ενωρίτερα. Όσον αφορά το ισχυριζόμενο ψέμα της Αιτήτριας ότι μαζί της έγινε η Συμφωνία δίδεται εξήγηση στην γραπτή αγόρευση των συνηγόρων της ότι εκ λάθους αναφέρθηκε ότι η συμφωνία έγινε με την Αιτήτρια και αυτό προκύπτει τόσο από το Αιτητικό της Αίτησης όσο και από το υπόλοιπο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης η οποία συνοδεύει την Αίτηση και επομένως αποδέχομαι την θέση της Αιτήτριας περί ύπαρξης γραμματικού λάθους. Τα όσα αναφέρει η καθ ης η αίτηση στην παρ. 10 της ένορκης δήλωσης της αφορούν θέμα αξιοπιστίας μαρτύρων και την αλήθεια των ισχυρισμών κάθε πλευράς και το Δικαστήριο στο παρών στάδιο δεν εξετάζει το βάσιμο ή αλήθεια των προτεινόμενων λόγων έφεσης. Περαιτέρω όλα τα ζητήματα τα οποία εγείρει η Αιτήτρια με τους προτεινόμενους λόγους Έφεσης με την Αίτηση τροποποίησης αφορούν τα γεγονότα και ισχυρισμούς τα οποία περιβάλλουν την ουσία της Έφεσης όπως εξηγήθηκε πιο πάνω και δεν παρατηρώ οποιοδήποτε λόγο που να δικαιολογεί τον αποκλεισμό των εν λόγω ισχυρισμών από τους λόγους Έφεσης. Επομένως οι λόγοι ένστασης υπό στοιχεία β) και δ) δεν μπορούν να επιτύχουν εφόσον κατά πρώτο το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο δεν εξετάζει και δεν αξιολογεί το περιεχόμενο και την αλήθεια των Τεκμηρίων ΕΣ1 και ΧΚΑ1 και κατά δεύτερο οι νέοι λόγοι Έφεσης δεν επιχειρούν την εξέταση ή αμφισβήτηση της αίτησης στην συνοριακή διαφορά Α1393/70 αλλά επιχειρείται η προσθήκη γεγονότων που αφορούν την αίτηση Α1393/70 προς υποστήριξη των θέσεων της Αιτήτριας σε σχέση με την υπό κρίση απόφαση του Διευθυντή. Επομένως τα όσα ισχυρίζεται η καθ ης η αίτηση περί απραξίας της Αιτήτριας πέραν των 40 ετών δεν ευσταθούν εφόσον δεν επιχειρείται η εξέταση ή αναβίωση ή άλλως πως των όσων έχουν προκύψει από την αίτηση Α1393/70. Η καθ ης η αίτηση με την ένσταση της και τις ένορκες δηλώσεις οι οποίες την συνοδεύουν στηρίζει το αίτημα της για απόρριψη της αίτησης κυρίως εις ότι αφορά την ουσία και αλήθεια των αιτουμένων τροποποιήσεων. Όπως αναφέρθηκα ανωτέρω σε αυτό το στάδιο δεν απασχολεί η ορθότητα των ισχυρισμών αλλά μόνο το επιτρεπτό ή μη της ένταξής τους στους λόγους Έφεσης. Το κατά πόσο όλα όσα ισχυρίζεται η Αιτήτρια ανταποκρίνονται στην αλήθεια, θα απασχολήσει το Δικαστήριο στο πλαίσιο εκδίκασης της Έφεσης. Σε αυτό το σημείο θ' αναφερθώ στην παρ. 5 της ένορκης δήλωσης της Καθ ης η αίτηση η οποία αναφέρει ότι οι σκοπούμενες τροποποιήσεις δεν υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση και δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο. Κρίνω την πιο πάνω θέση της Καθ ης η αίτηση αβάσιμη εφόσον κατά πρώτο η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση και κατά δεύτερο το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης όπως φάνηκε πιο πάνω κρίθηκε ικανοποιητικό προς υποστήριξη της Αίτησης. Η καθ ης η αίτηση ισχυρίζεται με τον λόγο ένστασης υπό στοιχείο ζ) ότι η Αίτηση είναι καταχρηστική στηριζόμενη στο γεγονός ότι επιχειρήθηκε η εισαγωγή των αιτούμενων νέων λόγων έφεσης με αίτηση για συμπληρωματική ένορκο δήλωση η οποία αποσύρθηκε. Είναι γεγονός ότι η αίτηση ημερ. 9.1.14 για καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων αποσύρθηκε αλλά παρατηρώ ότι κατά τον χρόνο όπου εκκρεμούσε εκείνη η αίτηση δεν εκκρεμούσε και η παρούσα Αίτηση τροποποίησης. Επομένως σε κανένα στάδιο δεν εκκρεμούσαν παράλληλα ένδικα μέσα για την επίτευξη του ίδιου σκοπού που ας σημειωθεί η Αίτηση για καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων αφορά την εισαγωγή μαρτυρίας που να υποστηρίζει την Έφεση όπου κάτι τέτοιο δεν επιδιώκεται με την Αίτηση για τροποποίηση της Έφεσης. Η διάκριση των σκοπών των δυο αιτήσεων προκύπτει και από το γεγονός ότι τυχόν έγκριση της παρούσας Αίτησης πιθανό να επιβάλει και την εκ νέου εξέταση του θέματος για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης λαμβάνοντας υπόψη ότι η εκδίκαση της Έφεσης/Αίτησης θα διεξαχθεί επί των ενόρκων δηλώσεων με δικαίωμα αντεξέτασης όπως προνοείτε στους σχετικούς Κανονισμούς. Αναφορικά με το θέμα της κατάχρησης της διαδικασίας στην υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Περέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά με το θέμα: «Από τα πολύ παλιά χρόνια έγινε δεκτό ότι η έγερση ή η προώθηση περισσοτέρων της μιας διαδικασιών για την επίτευξη στόχων που μπορεί και έπρεπε να επιδιωχθούν σε μια διαδικασία, συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας [(βλ. Williams v. Hunt [1905] 1 Κ.Β. 512]. ....Η επιδίωξη όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων ελέγχεται από το Δικαστήριο όπως και γενικότερα η πολλαπλότητα των διαδικασιών για την επίτευξη του ίδιου στόχου . . .» (Η υπογράμμιση είναι δική μου). Στην παρούσα περίπτωση κατ' αρχάς οι δύο διαδικασίες δεν εκκρεμούσαν παράλληλα και κατά δεύτερο για τους λόγους που αναφερθήκαν ανωτέρω δεν επεδίωκαν και ούτε θα μπορούσαν νομικά και οι δύο αιτήσεις να επιτύχουν τον ίδιο σκοπό. Η αίτηση για καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων αφορούσε και είχε σκοπό την εισαγωγή μαρτυρίας υπό τύπου ένορκης δήλωσης με βάση την οποία θα διεξαχθεί η Ακροαματική διαδικασία όπως προβλέπουν οι σχετικοί Κανονισμοί ενώ η αίτηση τροποποίησης την εισαγωγή νέων λόγων έφεσης οι οποίοι θα θέσουν το θεμέλιο για την προσκόμιση σχετικής μαρτυρίας δια ενόρκου δηλώσεως κάτι το οποίο δεν εξετάζεται βεβαίως στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, οι δυο αιτήσεις δηλαδή αφορούν δύο εντελώς διαφορετικούς σκοπούς. Επομένως ούτε αυτός ο λόγος ένστασης ευσταθεί. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να επεξηγήσω πιο πάνω καταλήγω ότι η αίτηση θα πρέπει να επιτύχει έτσι ώστε να προσδιοριστεί με ακρίβεια η ουσία της διαφοράς λαμβάνοντας υπόψη και την απουσία απόδειξης πρόκλησης ζημιάς εις την πλευρά της Καθ ης η αίτηση/Εφεσίβλητης η οποία να μην αποζημιώνεται με χρήμα. Όσον αφορά την θέση της Αιτήτριας ότι μέρος των εξόδων πρέπει να αποδοθεί στην καθ ης η αίτηση αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή εφόσον όπως πιο πάνω αναφέρεται η τροποποίηση εγκρίνεται εφόσον δεν προκαλείται ζημιά στην άλλη πλευρά η οποία δεν αποζημιώνεται σε χρήμα δηλαδή με την επιδίκαση εξόδων. Η καθ ης η αίτηση είχε δικαίωμα να προβάλει την ένσταση της και παρόλο που οι λόγοι ένστασης έχουν απορριφθεί δεν παραγνωρίζεται ότι η ανάγκη για τροποποίηση είναι εκείνη που οδήγησε στην επίδικη διαδικασία. Επομένως κρίνω ορθό και δίκαιο όπως τα έξοδα της Αίτησης μόνο, εφόσον δεν καταχωρήθηκε ένσταση για να προκύψουν έξοδα από την τροποποίηση, επιδικαστούν στο σύνολο τους υπέρ της καθ ης η αίτηση. Επομένως εκδίδεται Διάταγμα τροποποίησης ως η Αίτηση. Τα έξοδα της Αίτησης τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ της καθ' ης η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της Έφεσης/Αίτησης. Η τροποποιημένη Έφεση/Αίτηση να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από σήμερα και η ένσταση από μέρους της καθ ης η αίτηση να καταχωρηθεί εντός περαιτέρω 15 ημερών από την επίδοση σε αυτήν της τροποποιημένης Έφεσης/Αίτησης. Το Διάταγμα να ζητηθεί από την Αιτήτρια εντός 5 ημερών από σήμερα. Η ημερομηνία 21/04/15 όπου είναι ορισμένη η Έφεση/Αίτηση για Ακρόαση παραμένει. Υπ) ...................................... Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject:Civil/GeneralApplications/Interim/1023-12amendmentgroundsof appeal cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.