← Κύπρος

M.C. Jewellery Ltd ν. G.A.P. Akis Express Ltd, Αρ. Αγωγής: 3434/2008, 2/3/2015

M.C. Jewellery Ltd ν. G.A.P. Akis Express Ltd, Αρ. Αγωγής: 3434/2008, 2/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A51 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ENΩΠION: Μ. Λάρμου Παπαδήμα Αρ. Αγωγής: 3434/2008 Μεταξύ: M.C. Jewellery Ltd Εναγόντων Και G.A.P. Akis Express Ltd Εναγομένων Ημερομηνία: 2/3/2015 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα ׃ κ. Κ. Χατζηπιέρας (για την απαγγελία της απόφασης η κα Βερεσιέ) Για Εναγόμενους: κ. Ντ. Παπαδόπουλος (για την απαγγελία της απόφασης η κα Ανδρονίκου) Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αγωγή τους οι ενάγοντες αξιώνουν από τους εναγομένους αποζημιώσεις λόγω της απώλειας ενός διαμαντιού το οποίο παρέδωσαν στην εναγόμενη εταιρεία για να το μεταφέρει από τη Λεμεσό στην Λευκωσία και να το παραδώσει σε τρίτο πρόσωπο. Όπως εκτίθεται στην Έκθεση Απαίτησης, οι ενάγοντες οι οποίοι αποτελούν εταιρεία που ασχολείται με την κατασκευή, επεξεργασία και πώληση κοσμημάτων και άλλων πολύτιμων λίθων, συμφώνησαν με την εναγόμενη εταιρεία η οποία δραστηριοποιείται παγκύπρια στον τομέα μεταφοράς αντικειμένων με κάθε είδους περιεχόμενο, όπως μεταφέρει από τη Λεμεσό στη Λευκωσία έναντι συμφωνηθέντος τιμήματος, ένα πακέτο και/ή φάκελο που περιείχε ένα διαμάντι ενός καρατίου και να το παραδώσει στην εταιρεία G. J. Metaxas Jewellery Gallery Ltd (η οποία από τώρα και στο εξής θα καλείται η Μεταξάς). Η εναγόμενη εταιρεία όφειλε να επικοινωνήσει είτε τηλεφωνικά είτε με άλλο τρόπο με την εταιρεία Μεταξάς και η παράδοση του φακέλου θα έπρεπε σύμφωνα με τα συμφωνηθέντα να γίνει στα γραφεία της εναγόμενης εταιρείας. Η τελευταία, γνώριζε τι περιείχε ο φάκελος και εν πάση περιπτώσει γνώριζε ότι ο φάκελος τον οποίο ανέλαβε να μεταφέρει περιείχε αντικείμενο αξίας. Το διαμάντι αυτό, οι ενάγοντες το είχαν πωλήσει στην εταιρεία Μεταξάς. Η μεταξύ των εναγόντων και της εταιρείας Μεταξάς συμφωνία για την πώληση του διαμαντιού, προέβλεπε ότι η ολοκλήρωση της συμφωνίας, θα συντελείτο με την παράδοση του διαμαντιού στην εταιρεία Μεταξάς και τότε θα γινόταν και η πληρωμή του τιμήματος από την τελευταία προς τους ενάγοντες, το ύψος του οποίου είχε συμφωνηθεί στο ποσό των Λ.Κ.3.220=. Είναι περαιτέρω ισχυρισμός των εναγόντων ότι μεταξύ αυτών και της εναγόμενης εταιρείας συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση απώλειας και/ή μη παράδοσης του φακέλου, η τελευταία θα ευθύνεται έναντι της ενάγουσας και θα οφείλει να την αποζημιώσει με ποσό ίσο με την αξία του περιεχομένου του, δηλαδή με το ποσό των Λ.Κ.3.220=. Σύμφωνα πάντα με τους ενάγοντες η εναγόμενη εταιρεία οφείλει να τους αποζημιώσει αφού ένεκα της αμέλειας της, ο φάκελος με το διαμάντι ουδέποτε παραδόθηκε στον παραλήπτη και ουδέποτε επιστράφηκε στους ενάγοντες με αποτέλεσμα αυτοί να υποστούν ζημιά. Όπως και η ίδια η εναγόμενη εταιρεία δήλωσε στους ενάγοντες, ο φάκελος κλάπηκε και/ή χάθηκε κατά το χρόνο που βρισκόταν στην κατοχή της. Η εναγόμενη εταιρεία με την Υπεράσπιση της, παραδέχεται ότι παρέλαβε και ανέλαβε να μεταφέρει αντικείμενο των εναγόντων μέχρι το γραφείο της στη Λευκωσία για να παραληφθεί από την εταιρεία Μεταξάς. Ισχυρίζεται όμως ότι παρόλο που οι ενάγοντες είχαν την επιλογή να δηλώσουν την αξία του αντικειμένου, επέλεξαν να μην το πράξουν, αρκούμενοι μόνο να δηλώσουν ότι είναι πακέτο αξίας. Είναι ισχυρισμός της, ότι η ίδια έχει εκπληρώσει όλους τους όρους της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας για μεταφορά του αντικειμένου στα γραφεία της εναγόμενης εταιρείας στη Λευκωσία και ενημέρωση του παραλήπτη, κάτι που έπραξε. Αποτελεί επίσης ισχυρισμό της ότι το πακέτο έχει κλαπεί από τρίτο πρόσωπο και γι' αυτό η ίδια δεν φέρει καμία ευθύνη για την απώλεια και λέγει ότι η μοναδική υποχρέωση που έχει έναντι των εναγόντων δυνάμει των όρων της μεταξύ τους συμφωνίας είναι η καταβολή αποζημίωσης μέχρι του ποσού των Λ.Κ.100=. Ισχυρίζεται ακόμα ότι μετά το συμβάν, οι ενάγοντες ανάφεραν σε υπαλλήλους της εναγόμενης, ότι η αξία του περιεχομένου του φακέλου ήταν Λ.Κ.2.500= και αξιώνει απόρριψη της αγωγής με έξοδα σε βάρος των εναγόντων. Με την Απάντηση τους οι ενάγοντες απορρίπτουν τους ισχυρισμούς της εναγόμενης εταιρείας και επαναλαμβάνουν τους ισχυρισμούς τους όπως εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης. Προς απόδειξη της υπόθεσης των εναγόντων μαρτυρία έδωσαν οι Μιχαλάκης Χριστοφή, η Δέσποινα Μιχαήλ και η Σταύρη Χριστοφή (Μ.Ε. 1-3 αντίστοιχα), ενώ για τους εναγόμενους ο Γιώργος Χριστοφίδης (Μ.Υ.1). Στη συνέχεια δε και μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων κατέθεσαν στο Δικαστήριο τις γραπτές τους αγορεύσεις, όπου εκτίθενται οι θέσεις και τα επιχειρήματα τους και τα οποία για το λόγο αυτό δεν θεωρώ αναγκαίο να παραθέσω. Αχρείαστο επίσης θεωρώ να εκθέσω με λεπτομέρεια τη μαρτυρία που έχει προσκομισθεί και η οποία είναι καταγραμμένη στα πρακτικά, γι' αυτό και θα προχωρήσω αμέσως σε αξιολόγηση της, κάνοντας μόνο πολύ συνοπτική αναφορά σε αυτήν, έχοντας κατά νου τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων, ότι πρόκειται για υπόθεση πολιτικής φύσης που κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικά ή εξ' ολοκλήρου (βλ. Αγαπίου v. Παναγιώτου 1983

(1)ΑΑΔ 263, Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη 1995
(2)ΑΑΔ 207, Χάρης Χρίστου v. Eυγενία Khoreva 2002 (1Α) 454). Ως Μ.Ε.1 κατάθεσε ο διευθυντής της ενάγουσας εταιρείας Μιχαλάκης Χριστοφή ο οποίος εκθέτοντας τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση είπε ότι με την εναγόμενη είχαν και εξακολουθούν να έχουν πολύχρονη συνεργασία αφού χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες της για μεταφορά αντικειμένων από τη μια πόλη στην άλλη. Λόγω της φύσης της εργασίας τους και επειδή ασχολούνται με το εμπόριο κοσμημάτων και πολύτιμων λίθων, η εναγόμενη τους παρέδωσε τους λεγόμενους «φακέλους αξίας» για να τοποθετούν μέσα σε αυτούς τέτοια ή άλλα αντικείμενα αξίας τα οποία θα τους παρέδιδαν για μεταφορά. Έτσι και τη συγκεκριμένη μέρα υπάλληλοι των εναγόντων τοποθέτησαν μέσα σε ένα «φάκελο αξίας» ένα διαμάντι που είχαν πωλήσει στην εταιρεία Μεταξάς για να το μεταφέρει η εναγόμενη από τη Λεμεσό στα γραφεία της εναγομένης στη Λευκωσία και να ειδοποιήσει την εταιρεία Μεταξάς να το παραλάβει από τα γραφεία της εναγόμενης. Για τη μεταφορά εκδόθηκε το Τεκμήριο
  1. Το διαμάντι αυτό το πώλησαν έναντι της συμφωνηθείσας τιμής των Λ.Κ.2.800= πλέον φ.π.α. και για την πράξη αυτή εκδόθηκε τιμολόγιο (Τεκμήριο 2). Το τίμημα θα καταβαλλόταν από την εταιρεία Μεταξάς στους ενάγοντες όταν οι πρώτοι παραλάμβαναν το διαμάντι. Την ημέρα που συνέβη το περιστατικό ο ίδιος βρισκόταν στο εξωτερικό και του τηλεφώνησαν από το εργαστήριο του για να του πουν ότι ο φάκελος με το διαμάντι είχε χαθεί. Αμέσως τηλεφώνησε στον Μεταξά, προφανώς της ομώνυμης εταιρείας, ο οποίος και του είπε ότι του είχαν τηλεφωνήσει από την εναγόμενη λέγοντας του ότι είχε για παραλαβή ένα φάκελο. Τους ζήτησε να μεταφέρουν το φάκελο στο κατάστημα του, όμως δεν τον παρέλαβε ποτέ. Η απώλεια του φακέλου καταγγέλθηκε στην αστυνομία η οποία διερεύνησε την υπόθεση. Ο μάρτυρας μου έκαμε καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Παρακολουθώντας τον να καταθέτει, παρατηρώντας το ύφος και τη συμπεριφορά του σχημάτισα την εντύπωση ότι είπε την αλήθεια, γι' αυτό και η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή εκτός μόνο του μέρους εκείνου στο οποίο αναφέρθηκε στην τιμή αγοράς του διαμαντιού και στο ύψος τους κέρδους που θα αποκόμιζαν ως εταιρεία από την πώληση του. Και αυτό για τον μοναδικό λόγο ότι όπως διαφάνηκε δεν είχε πλήρη γνώση των γεγονότων αυτών, σε αντίθεση με τη Μ.Ε.3 της οποίας η μαρτυρία γίνεται αποδεκτή για τους λόγους που εκτίθενται πιο κάτω. Ο μάρτυρας αυτός, προσήγαγε και εξ' ακοής μαρτυρία, η οποία πλέον αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία και η βαρύτητα που θα της προσδοθεί εναπόκειται στο Δικαστήριο, το οποίο θα την αξιολογήσει λαμβάνοντας υπόψη του διάφορους παράγοντες οι οποίοι ενδεικτικά και μόνο παρατίθενται στο Νόμο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση στην εξ' ακοής αυτή μαρτυρία, θα προσδοθεί βαρύτητα λόγω της καλής εντύπωσης που σχημάτισα για το μάρτυρα, αλλά και γιατί το μεγαλύτερο μέρος της, δεν σχετίζεται με ουσιαστικά σημεία της υπόθεσης. Το μοναδικό ουσιαστικό σημείο για την υπόθεση για το οποίο ο Μ.Ε.1 προσήγαγε εξ' ακοής μαρτυρία, ήταν αυτό στο οποίο ανάφερε ότι όπως του είπε ο Μεταξάς της ομώνυμης εταιρείας, του τηλεφώνησαν από την εναγόμενη και τον ειδοποίησαν για την άφιξη του φακέλου, αλλά ο ίδιος τους ζήτησε να μεταφέρουν το φάκελο στο κατάστημα του, κάτι που τελικά δεν έγινε. Και το μέρος της εξ' ακοής αυτής μαρτυρίας γίνεται αποδεκτό, κυρίως γιατί για το συγκεκριμένο σημείο δεν υπήρξε καμία απολύτως διάσταση μεταξύ των μερών. Αντίθετα και ο μοναδικός μάρτυρας υπεράσπισης, ο ΜΥ1, το επιβεβαίωσε λέγοντας ότι η συμφωνία που είχαν συνάψει με τους ενάγοντες ήταν, να κρατήσουν το φάκελο στα γραφεία τους και να μεταβεί εκεί ο παραλήπτης να τον παραλάβει και ότι ο παραλήπτης ήταν αυτός που εξουσιοδότησε την εναγομένη να του παραδώσει το φάκελο στο δικό του χώρο. Ακόμα ένας ουσιαστικός λόγος για τον οποίο αποδίδεται βαρύτητα στην λοιπή εξ' ακοής μαρτυρία που προσήγαγε ο μάρτυρας είναι ότι μέρος αυτής επιβεβαιώθηκε από την Μ.Ε.3 η οποία είχε προσωπική γνώση των γεγονότων και της οποίας η μαρτυρία και για τους λόγους που εκτίθενται πιο κάτω, κατά την αξιολόγηση της δικής της μαρτυρίας, γίνεται αποδεκτή. Δεν μου διαφεύγει μία αδυναμία που παρατηρείται στη μαρτυρία του Μ.Ε.1, ο οποίος σε μία περίπτωση κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης και ερωτώμενος εάν ο παραλήπτης είχε υποχρέωση να παραλάβει ο ίδιος το φάκελο, απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Κρίνεται ότι η απάντηση του αυτή δεν θα πρέπει να ιδωθεί αποσπασματικά, ούτε και θα πρέπει να αποδοθεί σε πρόθεση του να παραποιήσει την αλήθεια, αλλά θα πρέπει να κριθεί λαμβανομένου υπόψη του συνόλου της μαρτυρίας του, η οποία χαρακτηριζόταν από αμεσότητα και φυσικότητα. Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των απαντήσεων που έδωσε σε σχέση με το θέμα τόσο κατά τη κύρια εξέταση, όσο και κατά την αντεξέταση, θεωρώ ότι η συγκεκριμένη απάντηση πιθανό να οφείλεται σε παρανόηση, αλλά πάντως όχι σε οτιδήποτε μεμπτό. Και αυτό γιατί από την αρχή μέχρι και την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του, ξεκάθαρα αλλά και με αμεσότητα και ευθύτητα ανάφερε ποια ήταν η γενικότερη πρακτική που ακολουθούσαν ως εταιρεία σε σχέση με το θέμα και ήταν να μεταφέρεται ο φάκελος στα γραφεία της εναγομένης στη Λευκωσία, να ειδοποιείται από την τελευταία ο παραλήπτης για την άφιξη του αντικειμένου και αυτός να μεταβαίνει στα γραφεία της εναγομένης και να παραλαμβάνει το αντικείμενο από τα γραφεία της και ότι η πρακτική αυτή ακολουθήθηκε και στην παρούσα περίπτωση. Ως Μ.Ε.2 κατάθεσε η λοχίας 2154 Δέσποινα Μιχαήλ, η οποία υπηρετεί στο αρχείο του ΤΑΕ Λευκωσίας. Είπε ότι για την απώλεια του φακέλου, έγινε καταγγελία από τον Μιχαήλ Ορθοδόξου στον οποίο είχε ανατεθεί η μεταφορά του. Από το πρόσωπο αυτό, καθώς και από τον υπεύθυνο της εναγομένης, κάποιον Ανδρέα Κυπριανού λήφθηκαν καταθέσεις (Τεκμήρια 3 και 4). Κατάθεση λήφθηκε επίσης και από την Ιουλία Μεταξά. Όπως διαφάνηκε από τη μαρτυρία της, η ίδια δεν είχε προσωπική εμπλοκή στην υπόθεση, ούτε και προσωπική γνώση των γεγονότων, αλλά απλώς μετέφερε στο Δικαστήριο γεγονότα που προέκυπταν από το φάκελο που κατείχε και σχετίζονταν με τη διερεύνηση της καταγγελίας για κλοπή του φακέλου. Η άγνοια της αυτή διαφάνηκε μέσα από τις απαντήσεις της και ειδικότερα από το ότι άλλοι συνάδελφοι της έλαβαν τις καταθέσεις που σχετίζονται με την υπόθεση και από το ότι και όπως και η ίδια δέχθηκε τα όσα είχε πει σε κάποιες προηγούμενες απαντήσεις που είχε δώσει, μπορεί και να ήταν λανθασμένες γιατί βασίσθηκαν αποκλειστικά και μόνο στην κατάθεση του οδηγού. Μια τέτοια περίπτωση ήταν αυτή στην οποία σε προηγούμενη της απάντηση είχε πει ότι ο οδηγός, εννοώντας της εναγόμενης, είχε αναλάβει να μεταφέρει το φάκελο από τη Λεμεσό στα γραφεία της Μεταξάς στη Λευκωσία. Επειδή λοιπόν δεν προέκυψε αυτή να γνώριζε οτιδήποτε άμεσα και προσωπικά, ενώ όπως και η ίδια δήλωσε ήταν πιθανό να είχε κάμει λάθος σε ισχυρισμούς που είχε προβάλει, θεωρώ ότι καμία βαρύτητα δεν μπορεί να προσδοθεί στη μαρτυρία της εκτός μόνο ότι συνάδελφοι της διερεύνησαν την υπόθεση για κλοπή του φακέλου και έλαβαν τις καταθέσεις Τεκμήρια 3 και 4, ενώ από το περιεχόμενο των καταθέσεων μόνο το μέρος που αποτέλεσε κοινό έδαφος μεταξύ των μερών ή που επιβεβαιώνεται από άλλη μαρτυρία που γίνεται αποδεκτή. Στο λοιπό όμως μέρος αυτών, δεν μπορεί να προσδοθεί καμία απολύτως βαρύτητα, γιατί κανένας απολύτως λόγος δεν προβλήθηκε για την μη προσέλευση των προσώπων που έδωσαν τις καταθέσεις ως μαρτύρων ενώπιον του Δικαστηρίου και η αποδοχή του περιεχομένου τους θα ήταν άκρως ανασφαλής. Η Μ.Ε.3 εργάζεται στους ενάγοντες από το 2007 και είναι γεωλόγος/εκτιμητής πολύτιμων λίθων και η εμπειρογνωμοσύνη της αυτή δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Μέσα στα πλαίσια της εργασίας της αγοράζει, πουλά και εκτιμά διαμάντια και πολύτιμους λίθους. Αυτή ήταν το άτομο που συμφώνησε την πώληση του συγκεκριμένου διαμαντιού με εκπρόσωπο της εταιρείας Μεταξάς για την τιμή των Λ.Κ.2.800= πλέον φ.π.α. και εξέδωσε το τιμολόγιο, Τεκμήριο
  2. Ήταν επίσης αυτή που τοποθέτησε το διαμάντι μαζί με το πιστοποιητικό του σε χακί φάκελο τον οποίο αφού έκλεισε, τοποθέτησε μέσα σε ένα από τους «φακέλους αξίας» που τους είχε προμηθεύσει η εναγομένη για να τοποθετούν μέσα αντικείμενα αξίας μαζί με το τιμολόγιο. Συνάδελφος της και στην παρουσία της, συμπλήρωσε το Τεκμήριο 1 το οποίο είναι το έγγραφο που συμπληρώνουν όταν παραδίδουν αντικείμενα προς μεταφορά στην εναγομένη και το οποίο αποτελεί μέρος τριπτύχου. H συνάδελφος της αυτή υπόγραψε και το Τεκμήριο
  3. Τα μοναδικά σημεία στο Τεκμήριο 1 που δεν συμπληρώθηκαν από τη συνάδελφο της Μ.Ε.3, αλλά στη συνέχεια από υπάλληλο της εναγομένης, είναι εκείνα στα οποία αναγράφεται το ποσό της χρέωσης και η ώρα της αποστολής. Μόλις ολοκληρώθηκαν τα πιο πάνω, η ίδια η Μ.Ε.3 μετέφερε το φάκελο μαζί με το τρίπτυχο στα γραφεία της εναγομένης στη Λεμεσό και το παρέδωσε για μεταφορά. Το διαμάντι που είχε τοποθετήσει στο φάκελο, οι ενάγοντες το είχαν αγοράσει τον Απρίλη του 2007 από μία Ισραηλίτικη εταιρεία για την τιμή των 4.550= Δολαρίων και η ίδια είχε συμφωνήσει την πώληση του στην εταιρεία Μεταξάς για το ποσό των Λ.Κ.2.800= πλέον φ.π.α.. Παρακολουθώντας την να καταθέτει παρατηρώντας την όλη στάση και συμπεριφορά της, κρίνω ότι αυτή ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Και αυτό γιατί μαρτύρησε με άμεσο, θετικό και σταθερό τρόπο τα όσα γνώριζε μέσα στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων της, χωρίς κανένα δισταγμό ή ενδοιασμό. Γι' αυτό και αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία της που έχει σχέση με τα γεγονότα για τα οποία η ίδια είχε προσωπική γνώση. Το μόνο σημείο από τη μαρτυρία της το οποίο δεν αποδέχομαι είναι αυτό στο οποίο αναφέρθηκε στην ισοτιμία του δολαρίου με την Κυπριακή λίρα την ημέρα που οι ενάγοντες είχαν αγοράσει το διαμάντι. Και αυτό γιατί τα όσα ανάφερε επί του θέματος αποτελούν εξ' ακοής μαρτυρία στην οποία όμως δεν μπορεί να προσδοθεί καμία απολύτως βαρύτητα. Και αυτό γιατί θα έπρεπε επί του ισχυρισμού της αυτού να προσκομισθεί επαρκής μαρτυρία και περαιτέρω στοιχεία που να τον αποδεικνύουν, καθότι από το 2007 που έγινε η αγορά του διαμαντιού μέχρι και την ημέρα της μαρτυρίας της Μ.Ε.3, πέρασαν πολλά χρόνια και θα ήταν παρακινδυνευμένο να της προσδοθεί βαρύτητα, αφού δεν μπορεί να αποκλεισθεί η πιθανότητα λάθους. Αποδέχομαι όμως ότι το 2007 οι ενάγοντες αγόρασαν το διαμάντι για την τιμή των 4.550= Δολαρίων. Πρέπει στο σημείο αυτό να λεχθεί ότι με την αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγομένης επιχείρησε να κλονίσει την αξιοπιστία της Μ.Ε.3 όπως επίσης και του Μ.Ε.1, με το επιχείρημα ότι αυτοί αναφέρθηκαν σε διαφορετικά ποσά σε σχέση με το κέρδος που θα αποκόμιζαν από την πώληση του διαμαντιού, με αφετηρία πάντα το κόστος της αγοράς του. Όμως ήταν φανερό ότι επί του θέματος ο Μ.Ε.1 δεν είχε πλήρη γνώση για την τιμή αγοράς του διαμαντιού από τους ενάγοντες, σε αντίθεση με την Μ.Ε.3 η οποία ήταν απόλυτα θετική για την τιμή που αυτοί αγόρασαν το διαμάντι το 2007, καθώς και για την τιμή που συμφώνησαν να το πουλήσουν στην εταιρεία Μεταξάς, καθώς αυτή ήταν το πρόσωπο που διαπραγματεύτηκε και συμφώνησε την τιμή πώλησης του στην εταιρεία αυτή. Ενδεικτική του ότι ο Μ.Ε.1 δεν είχε πλήρη γνώση για τα πιο πάνω στοιχεία, προκύπτει από απαντήσεις που έδωσε λέγοντας ότι η αξία αγοράς του διαμαντιού από τους ενάγοντες «μπορεί» να ήταν 3% πιο χαμηλή από την αξία του τιμολογίου, εννοώντας το Τεκμήριο 2 που εκδόθηκε για την πώληση του διαμαντιού στην εταιρεία Μεταξάς. Ερωτώμενος όμως να πει συγκεκριμένα πόσα ήταν η τιμή αγοράς απάντησε ότι για να απαντήσει θα έπρεπε να εντοπίσει τα σχετικά τιμολόγια. Για το λόγο αυτό θεωρώ ότι οι όσες διαφορές μπορεί να προκύπτουν στη μεταξύ τους μαρτυρία ως προς το θέμα αυτό, δεν είναι ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία τους. Η υπεράσπιση κάλεσε ένα μόνο μάρτυρα, τον Γιώργο Χριστοφίδη διευθυντικό στέλεχος της εναγόμενης εταιρείας. Αυτός και σύμφωνα με τη δυνατότητα που παρέχεται από τη νομολογία κατάθεσε ως Τεκμήριο Α γραπτή δήλωση την οποία και υιοθέτησε ως την κύρια εξέταση του και στη συνέχεια αντεξετάσθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγόντων. Σε αυτή, η αναφορά του στα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση ήταν περιορισμένη καθότι ότι ανάφερε ήταν μόνο ότι, η εναγόμενη εταιρεία εκτέλεσε πλήρως τις υποχρεώσεις της προς τους ενάγοντες με το να μεταφέρει το φάκελο στη Λευκωσία και να ειδοποιήσει τον παραλήπτη, ο οποίος εξουσιοδότησε την εναγόμενη να παραλάβει το φάκελο εκ μέρους του από τα γραφεία της εναγομένης και να του τον παραδώσει στα υποστατικά του. Έτσι η εναγόμενη, ενεργώντας πλέον ως εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος της εταιρείας Μεταξάς παρέλαβε τον φάκελο εκ μέρους της για να του τον παραδώσει στα υποστατικά του. Εξέφρασε δε στο Τεκμήριο Α, αλλά και στη συνέχεια κατά την προφορική του μαρτυρία, διάφορες απόψεις ως προς τους όρους της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας και την ερμηνεία που πρέπει να αποδοθεί σε αυτούς για την μη ύπαρξη ευθύνης της εναγόμενης για την απώλεια του φακέλου. Πρέπει από το σημείο αυτό να λεχθεί ότι η εκδοχή που προέβαλε η εναγόμενη εταιρεία δεν ήταν πειστική για τους ακόλουθους λόγους. Όσο αφορά το τι ακριβώς σύμφωνα με τη θέση της είχε συμφωνηθεί για την παράδοση του αντικειμένου, δεν δικογραφείται με σαφήνεια. Και αυτό γιατί ενώ στην παράγραφο 5 της Έκθεσης Υπεράσπισης ισχυρίζεται ότι «ανέλαβε να μεταφέρει αντικείμενο για την ενάγουσα μέχρι το γραφείο της εναγομένης στη Λευκωσία για παραλαβή αυτού υπό της εταιρείας G.J. Metaxas Jewellery Gallery Ltd», στη συνέχεια και συγκεκριμένα στην παράγραφο 7 δικογραφεί ότι έχει εκπληρώσει όλους τους όρους της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας για μεταφορά του φακέλου στα γραφεία της εναγόμενης εταιρείας στη Λευκωσία και ενημέρωση του παραλήπτη. Ενώ δηλαδή σύμφωνα με τα όσα περιέχονται στην παράγραφο 5 ότι μπορεί να συναχθεί είναι ότι η παραλαβή του αντικειμένου από την Μεταξάς θα γινόταν από τα γραφεία της εναγομένης, από τους ισχυρισμούς της παραγράφου 7, προκύπτει ότι η υποχρέωση της εναγομένης περιοριζόταν στη μεταφορά του αντικειμένου στα γραφεία της εναγόμενης εταιρείας στη Λευκωσία και την ενημέρωση και μόνο του παραλήπτη και δεν περιελάμβανε και την παράδοση του αντικειμένου. Πρέπει πάντως να λεχθεί ότι ο Μ.Υ.1 στη μαρτυρία του, δεν υποστήριξε ότι η συμφωνία περιοριζόταν στην ενημέρωση και μόνο του παραλήπτη, αλλά είπε ότι συμφωνήθηκε ότι η παράδοση του αντικειμένου θα έπρεπε να γίνει από την εναγομένη στον παραλήπτη στα γραφεία της εναγόμενης στη Λευκωσία. Ενδεικτική των συγκεχυμένων θέσεων της εναγομένης είναι και το γεγονός ότι περί το τέλος της αντεξέτασης της Μ.Ε.3 υποβλήθηκε σε αυτήν ότι τη συγκεκριμένη ημέρα το διαμάντι δεν απεστάλη με την εναγόμενη εταιρεία. Η θέση όμως αυτή βρίσκεται εντελώς εκτός των δικογραφημένων θέσεων της εναγόμενης, η οποία στην Έκθεση Υπεράσπισης της ρητά παραδέχεται ότι «ανέλαβε να μεταφέρει αντικείμενο για την ενάγουσα μέχρι το γραφείο της εναγομένης στη Λευκωσία για παραλαβή αυτού υπό της εταιρείας G.J.Metaxas Jewellery Gallery Ltd ...». Σημαντικό επίσης είναι και πρέπει να λεχθεί ότι τα όσα ο Μ.Υ.1 προέβαλε για εξουσιοδότηση της εναγομένης από την εταιρεία Μεταξάς να παραλάβει το φάκελο εκ μέρους της από τα γραφεία της εναγομένης και να του τον παραδώσει στα υποστατικά του, βρίσκεται εκτός των δικογραφημένων ισχυρισμών της εναγομένης και γι' αυτό τα όσα αναφέρθηκαν επί του θέματος δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη και θα αγνοηθούν. Στην Έκθεση Υπεράσπισης όχι μόνο δεν δικογραφείται ότι σε οποιοδήποτε στάδιο ο παραλήπτης εξουσιοδότησε την εναγομένη να παραλάβει το φάκελο εκ μέρους του, αλλά αντίθετα λέγει ότι εκπλήρωσε πλήρως τις υποχρεώσεις της προς τους ενάγοντες «για μεταφορά του εν λόγω αντικειμένου με τη μεταφορά του στα γραφεία τα στη Λευκωσία και την ενημέρωση του παραλήπτη προς τούτο, πράγμα το οποίο η εναγόμενη έπραξε». Παρά το γεγονός αυτό, άξιες σχολιασμού για σκοπούς και μόνο αξιολόγησης της μαρτυρίας του, είναι οι απαντήσεις που έδωσε ο μάρτυρας σε σχέση με το θέμα και οι οποίες δεν ήταν σταθερές και περιείχαν στοιχεία αντιφατικότητας. Ερωτώμενος αρχικά που ξέρει ότι η εταιρεία Μεταξάς εξουσιοδότησε την εναγόμενη εταιρεία να του παραδώσει το φάκελο στα δικά της γραφεία, απάντησε ότι αυτό «είναι» στην κατάθεση του οδηγού αλλά και του ατόμου που τηλεφώνησε στην εταιρεία Μεταξάς και μίλησε με την εταιρεία αυτή. Στη συνέχεια όμως και απαντώντας σε άλλες ερωτήσεις, προέβαλε ότι ο παραλήπτης, δηλαδή η εταιρεία Μεταξάς, ειδοποιήθηκε για την άφιξη του αντικειμένου και έδωσε οδηγίες για μεταφορά του στα υποστατικά της, παραλείποντας όμως να αναφέρει ότι η τελευταία αυτή εταιρεία εξουσιοδότησε την εναγομένη να παραλάβει εκ μέρους της το αντικείμενο από τα γραφεία της εναγομένης. Αντίφαση προκύπτει με τον ισχυρισμό του για εξουσιοδότηση από την εταιρεία Μεταξάς και από απάντηση που έδωσε στη συνέχεια εάν για την μεταφορά του φακέλου από τα γραφεία της εναγομένης στα γραφεία της Μεταξάς έλαβαν έγκριση από τους ενάγοντες και στην οποία απάντησε κατά λέξη «όχι, διότι θεωρήσαμε ότι η αποστολή συμπληρώθηκε με την άφιξη του στο γραφείο μας και την ενημέρωση του παραλήπτη ότι έφτασε ο φάκελος», χωρίς δηλαδή και πάλι να αναφέρει οτιδήποτε για δήθεν εξουσιοδότηση. Κατά συνέπεια του γεγονότος ότι ο περί εξουσιοδότησης ισχυρισμός από την εταιρεία Μεταξάς προς την εναγόμενη εταιρεία για παραλαβή του φακέλου από τα γραφεία της τελευταίας και μεταφορά του φακέλου στα γραφεία της Μεταξάς δεν είναι δικογραφημένος, τα όσα ο μάρτυρας ανάφερε επί του θέματος, αλλά και τα όσα προωθήθηκαν με τη γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου της εναγομένης δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη και θα αγνοηθούν. Πέραν της αντιφατικότητας των ισχυρισμών του αυτών διαφάνηκε ότι για τα όσα προέβαλε δεν είχε προσωπική γνώση αλλά αποτελούν εξ' ακοής μαρτυρία, στην οποία λόγω της αρνητικής εντύπωσης που σχημάτισα για το μάρτυρα δεν θα μπορούσε να προσδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα. Και τούτο παρά το γεγονός ότι όπως προβάλλει στο Τεκμήριο Α, έχει προσωπική γνώση των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, αφού όπως προαναφέρεται ερωτώμενος που ξέρει ότι η εταιρεία Μεταξάς εξουσιοδότησε την εναγόμενη εταιρεία να του παραδώσει το φάκελο στα δικά της γραφεία, απάντησε ότι αυτό «είναι» στην κατάθεση του οδηγού αλλά και του ατόμου που τηλεφώνησε στην εταιρεία Μεταξάς, ενώ από το σύνολο της μαρτυρίας του προκύπτει ότι ο ίδιος δεν είχε προσωπική γνώση των γεγονότων για τα οποία μαρτύρησε αλλά αυτά βασίζονταν σε πληροφορίες που έλαβε από άλλα άτομα. Απαντώντας επίσης για τη συμφωνία που υπήρξε μεταξύ των διαδίκων, διαφάνηκε ότι και πάλι δεν είχε οποιαδήποτε προσωπική γνώση ή εμπλοκή στην κατάρτιση της, αλλά τα όσα ανάφερε προέκυπταν από τη γενικότερη πρακτική που ακολουθεί η εναγόμενη εταιρεία με όλους της τους πελάτες. Πρέπει να λεχθεί ακόμα ότι και η γενικότερη εντύπωση που σχημάτισα για το μάρτυρα παρακολουθώντας τον να καταθέτει, ήταν ότι απώτερο στόχο είχε να βοηθήσει την εναγόμενη εταιρεία στην υπόθεση της. Στην προσπάθεια του αυτή σε πολλές περιπτώσεις, προσπαθούσε να αποφύγει να απαντήσει, σε άλλες δεν απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα και σε άλλες απέφευγε να κοιτάζει προς το Δικαστήριο. Ερωτώμενος για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες χάθηκε ο φάκελος, απέφευγε να απαντήσει με αμεσότητα και ευθύτητα. Είπε αρχικά ότι όπως του ανάφερε ο οδηγός που μετέφερε το φάκελο, αυτός είχε σταθμεύσει το αυτοκίνητο του για να παραδώσει άλλο φάκελο σε άλλο πελάτη και όταν επέστρεψε, ο φάκελος που προοριζόταν να παραδοθεί στην εταιρεία Μεταξάς δεν βρισκόταν πλέον στο αυτοκίνητο. Όταν του λέχθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγόντων ότι δεν υπήρχε παραβίαση της πόρτας του αυτοκινήτου γιατί τόσο η πόρτα όσο και τα παράθυρα του αυτοκινήτου παρέμειναν ανοικτά, απάντησε ότι «δεν ήμουν παρών να ξέρω, η αστυνομία έκαμε έρευνα φαντάζομαι». Με την ίδια ασάφεια απάντησε και σε πολλές άλλες ερωτήσεις που ακολούθησαν, καταλήγοντας τέλος να δεχθεί, μετά από μεγάλο θα πρέπει να λεχθεί αριθμό ερωτήσεων, ότι πράγματι ρώτησε τον οδηγό και αυτός του είπε ότι στάθμευσε το αυτοκίνητο αφήνοντας το ξεκλείδωτο και με ανοικτά τα παράθυρα. Αντεξετάσθηκε ο μάρτυρας σε σχέση με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 και ειδικότερα σε σχέση με τις πρόνοιες που καταγράφονται στον 6ο αστερίσκο του όρου 5 και ο οποίος ρυθμίζει το ύψος της αποζημίωσης που δικαιούται ο αποστολέας του αντικειμένου, σε περίπτωση απώλειας «φακέλου αξίας», όπως ήταν η συγκεκριμένη περίπτωση. Υποστήριξε ότι η λέξη «οποίο είναι το μικρότερο» που καταγράφεται στο προτελευταίο εδάφιο του συγκεκριμένου όρου, έχει καταγραφεί λανθασμένα λόγω τυπογραφικού λάθους και ότι το ορθό που θα έπρεπε να καταγραφεί ήταν η λέξη «όποιο». Σε καμία όμως περίπτωση δεν ανάφερε πως γνωρίζει, που βασίζει κ.λ.π. τον ισχυρισμό του ότι πρόκειται όντως για τυπογραφικό λάθος, ούτε και ανάφερε ότι ως εταιρεία εξήγησαν στους ενάγοντες ότι τα όσα καταγράφονται ήταν λανθασμένα και τι πραγματικά εννοούσαν, έτσι ώστε και οι τελευταίοι να γνωρίζουν. Εξέφρασε επίσης την άποψη ότι το ποσό της αποζημίωσης που θα πρέπει να επιδικασθεί στους ενάγοντες σε περίπτωση επιτυχίας της αξίωσης τους θα πρέπει να περιορισθεί στις Λ.Κ.100=. Όμως, η ερμηνεία των όρων κάποιου εγγράφου, είναι θέμα νομικό που γίνεται από το Δικαστήριο (βλ. Glory Worldwide Holdings Ltd v. Αθλητικού Συλλόγου Ομόνοια Λευκωσίας, Πολιτ. Εφ. 57/2009 ημερομηνίας 18.7.2012) και συνεπώς τα όσα ο μάρτυρας ανάφερε επί του θέματος δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά. Άξιο επίσης είναι να σχολιασθεί, αφού είναι ενδεικτικό της όλης προσπάθειας του να απαλλάξει την εναγόμενη εταιρεία, είναι ότι αντεξεταζόμενος περαιτέρω επί του θέματος είπε σε κάποια στιγμή ότι δεν μπορούσε να διακρίνει την οξεία στη λέξη έτσι ώστε να πει εάν καταγράφεται η λέξη «όποιο» ή «οποίο». Και αυτό σε αντίθεση με το ότι σε προηγούμενη ερώτηση είχε αναφέρει ότι αυτό που καταγράφεται είναι «όποιο είναι το μικρότερο». Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η εντύπωση που σχημάτισα για το μάρτυρα ήταν ότι επιλεκτικά ειλικρινής στην προσπάθεια του να βοηθήσει την εναγόμενη στην υπόθεση της για να απαλλαγεί από οποιαδήποτε ευθύνη τυχόν την βαραίνει και γι' αυτό δεν μπορώ να βασισθώ στη μαρτυρία του την οποία και απορρίπτω, εκτός μόνο και σύμφωνα με τη δυνατότητα που παρέχεται από τη νομολογία από τα ακόλουθα σημεία. Ότι η συμφωνία που είχαν ως εταιρεία με τους ενάγοντες ήταν να μεταφέρουν το φάκελο από τη Λεμεσό στη Λευκωσία και ότι η παράδοση του θα έπρεπε να γίνει από την εναγομένη στον παραλήπτη στα γραφεία της εναγόμενης στη Λευκωσία. Ότι η εναγόμενη δεν έλαβε την έγκριση των εναγόντων για να μεταφέρει το φάκελο από τα γραφεία της εναγομένης στα γραφεία του παραλήπτη, δηλαδή της εταιρείας Μεταξάς. Βαρύτητα επίσης θα αποδοθεί στο μέρος της εξ' ακοής μαρτυρίας που προσήγαγε ότι ο οδηγός, στον οποίο ανατέθηκε από την εναγόμενη η μεταφορά του φακέλου από τα γραφεία της εναγόμενης στη Λευκωσία στα γραφεία του παραλήπτη, όταν κατά τη διαδρομή της μεταφοράς σταμάτησε σε άλλο σημείο για να παραδώσει άλλο αντικείμενο άφησε το αυτοκίνητο του ξεκλείδωτο και με ανοικτά τα παράθυρα. Ο λόγος που το σημείο αυτό γίνεται αποδεκτό είναι γιατί θεωρώ ότι εάν αυτό δεν ήταν η αλήθεια δεν θα αναφερόταν από το μάρτυρα καθότι είναι στοιχείο επιβαρυντικό για την υπόθεση της εναγομένης. Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Οι ενάγοντες οι οποίοι αποτελούν εταιρεία η οποία διατηρεί εργοστάσιο κατασκευής κοσμημάτων στην Κύπρο και ασχολείται και με την εμπορία διαμαντιών, διατηρεί για χρόνια τακτική συνεργασία με την εναγόμενη εταιρεία, η οποία διενεργεί μεταφορές φακέλων και δεμάτων σε παγκύπρια κλίμακα και διατηρεί γραφεία σε όλες τις πόλεις της Κύπρου. Στα πλαίσια της συνεργασίας αυτής οι ενάγοντες ανέθεταν κατά τον ουσιώδη χρόνο και εξακολουθούν να αναθέτουν στην εναγόμενη και η τελευταία αναλαμβάνει τη μεταφορά δεμάτων και αντικειμένων που της παραδίδουν οι ενάγοντες από τη μια πόλη στην άλλη. Λόγω της φύσης των δραστηριοτήτων των εναγόντων, τα αντικείμενα που παραδίδονταν στην εναγομένη από τους ενάγοντες για μεταφορά ήταν συχνά αντικείμενα αξίας, η αξία όμως των οποίων ούτε δηλωνόταν ποτέ από τους ενάγοντες στην εναγομένη, ούτε και η τελευταία ζητούσε να πληροφορηθεί. Λόγω της στενής αυτής συνεργασίας μεταξύ των δύο εταιρειών και της φύσης των εργασιών των εναγόντων, η εναγομένη παρείχε στους ενάγοντες ειδικούς φακέλους, τους αποκαλούμενους «φακέλους αξίας», στους οποίους τοποθετούσαν μέσα τα αντικείμενα αξίας τα οποία αποτελούσαν και το αντικείμενο της εργασίας τους και τα οποία παρέδιδαν στην εναγόμενη για μεταφορά. Παρείχε περαιτέρω η εναγόμενη στους ενάγοντες ειδικό ναύλο και τους είχε εφοδιάσει και με διπλότυπα δελτίων αποστολής, όπως και το Τεκμήριο 1, έτσι ώστε οι τελευταίοι και για σκοπούς ευκολίας να τα συμπληρώνουν οι ίδιοι στα περισσότερα σημεία πριν παραδώσουν αντικείμενο για μεταφορά. Έτσι η πρακτική που ακολουθείτο κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν η ακόλουθη. Οι ενάγοντες τοποθετούσαν τα αντικείμενα αξίας που θα απέστελλαν για μεταφορά μέσα σε δικό τους φάκελο μαζί με το τιμολόγιο. Τοποθετούσαν το δικό τους φάκελο μέσα σε «φάκελο αξίας» που τους παρείχε η εναγόμενη και μαζί με το τριπλότυπο που συμπλήρωναν στα περισσότερα σημεία, το παρέδιδαν σε γραφείο της εναγομένης για να εκτελέσει τη μεταφορά. Στο γραφείο της εναγομένης, υπάλληλοι της τελευταίας, συμπλήρωναν την ώρα παραλαβής του φακέλου καθώς και την αξία του αντιτίμου για τη μεταφορά και αφού παρέδιδαν στους ενάγοντες το πρωτότυπο έγγραφο από το τριπλότυπο, η εναγόμενη εκτελούσε τη μεταφορά. Όταν η εναγόμενη παραλάμβανε για μεταφορά φακέλους αξίας, τους τοποθετούσε σε ιδιαίτερο ξεχωριστό χώρο από εκείνο στον οποίο τοποθετούσε τους κοινούς φακέλους. Κατά τη διάρκεια της συνεργασίας των διαδίκων, ουδέποτε η εναγόμενη ζήτησε από τους ενάγοντες να της αναφέρουν την αξία του αντικειμένου που της παρέδιδαν για μεταφορά, αλλά η διαδικασία περιοριζόταν στην τοποθέτηση των αντικειμένων αξίας μέσα στους φακέλους αξίας. Στις 17.7.2007, η Μ.Ε.3 και ενεργώντας εκ μέρους των εναγόντων, μετέβη στα γραφεία της εναγομένης στη Λεμεσό και της παρέδωσε ένα φάκελο για να τον μεταφέρει στη Λευκωσία. Παραλήπτης ήταν η εταιρεία G. J. Metaxas Jewellery Gallery Ltd και σύμφωνα με τη συμφωνία που έγινε μεταξύ τους, η εναγόμενη, ανέλαβε να μεταφέρει το φάκελο στα γραφεία της στη Λευκωσία και να ειδοποιήσει την εταιρεία Μεταξάς να μεταβεί στα γραφεία της εναγομένης στη Λευκωσία και να τον παραλάβει από εκεί. Ο φάκελος αυτός είχε την ένδειξη «φάκελος αξίας» και ήταν ένας από τους φακέλους, που η εναγόμενη παρέδωσε στους ενάγοντες για να τοποθετούν σε αυτούς τα αντικείμενα αξίας που της παρέδιδαν για μεταφορά. Μαζί με το φάκελο με τα χαρακτηριστικά «φάκελος αξίας», η Μ.Ε.3 παρέδωσε σε υπάλληλο της εναγομένης το τρίπτυχο του δελτίου αποστολής (Τεκμήριο 1) και αφού η τελευταία σημείωσε σε αυτό την χρέωση και την ώρα, παρέδωσε στην Μ.Ε.3 το Τεκμήριο
  4. Τα υπόλοιπα που καταγράφονται στο Τεκμήριο 1 και στην παρουσία της Μ.Ε.3, τα είχε συμπληρώσει προηγουμένως στα γραφεία των εναγόντων υπάλληλος των εναγόντων η οποία και έθεσε επί αυτού την υπογραφή της. Για την μεταφορά του αντικειμένου, οι ενάγοντες κατέβαλαν στην εναγόμενη το συμφωνηθέν μεταξύ τους τίμημα που ήταν Ε.0.80= σεντ. Ο φάκελος αξίας που παραδόθηκε για μεταφορά, περιείχε ένα άλλο χακί φάκελο στον οποίο η Μ.Ε.3 είχε τοποθετήσει ένα διαμάντι ενός καρατίου, μαζί με το πιστοποιητικό του διαμαντιού, καθώς και το τιμολόγιο που η Μ.Ε.3 εξέδωσε για την πώληση του διαμαντιού (Τεκμήριο 2). Οι ενάγοντες κατά την παράδοση του φακέλου δεν ανάφεραν στην εναγόμενη την αξία του περιεχόμενου του φακέλου, ούτε και ρωτήθηκαν από την εναγομένη να το δηλώσουν. Το διαμάντι αυτό, οι ενάγοντες συμφώνησαν να το πουλήσουν στην εταιρεία Μεταξάς έναντι του ποσού των Λ.Κ.2.800= πλέον φ.π.α.. Το ποσό αυτό η εταιρεία Μεταξάς θα το κατέβαλλε στους ενάγοντες όταν γινόταν η παράδοση του διαμαντιού. Πράγματι η εναγόμενη μετά την παραλαβή του αντικειμένου αξίας που έγινε στα γραφεία της στη Λεμεσό, το μετέφερε στα γραφεία της στη Λευκωσία. Όταν το αντικείμενο έφθασε εκεί, ειδοποίησαν τηλεφωνικά τον παραλήπτη που ήταν η εταιρεία Μεταξάς. Κατόπιν συνεννόησης μεταξύ της εναγομένης και του παραλήπτη και χωρίς να ερωτηθούν ή να ενημερωθούν οι ενάγοντες, η εναγόμενη ανέλαβε να μεταφέρει η ίδια το αντικείμενο στον παραλήπτη αναθέτοντας το καθήκον αυτό σε οδηγό της. Μαζί με το επίδικο αντικείμενο ο οδηγός μετέφερε και άλλα αντικείμενα για παράδοση σε άλλους παραλήπτες. Ο οδηγός και κατά τη διαδρομή παράδοσης του αντικειμένου στην εταιρεία Μεταξάς στάθμευσε το αυτοκίνητο του για να παραδώσει σε άλλους παραλήπτες άλλα αντικείμενα. Όταν κατέβηκε από το αυτοκίνητο του για τον σκοπό αυτό, άφησε το αυτοκίνητο ξεκλείδωτο και με ανοιχτά παράθυρα και μέσα σε αυτό το αντικείμενο αξίας των εναγόντων μαζί με άλλα αντικείμενα που προορίζονταν για άλλους παραλήπτες. Όταν επέστρεψε στο αυτοκίνητο διαπίστωσε ότι το αντικείμενο αξίας δεν βρισκόταν πλέον στο αυτοκίνητο. Ακολούθησε καταγγελία στην αστυνομία η οποία και διερευνήθηκε χωρίς όμως ο φάκελος να εντοπισθεί με αποτέλεσμα ο «φάκελος αξίας» που οι ενάγοντες παρέδωσαν στην εναγόμενη για μεταφορά ποτέ να μην παραδοθεί στην εταιρεία Μεταξάς. Το διαμάντι αυτό οι ενάγοντες το είχαν αγοράσει το 2007 για το ποσό των 4.550= Δολαρίων. Εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγομένης με τη γραπτή του αγόρευση ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί γιατί κατά το χρόνο απώλειας του φακέλου η εναγόμενη δεν είχε έναντι των εναγόντων καθήκον επιμέλειας. Και αυτό γιατί οι ενάγοντες, αυτό που είχαν συμφωνήσει με την εναγόμενη ήταν όπως η τελευταία παραδώσει τον φάκελο στα γραφεία της εναγομένης στη Λευκωσία και αφού γίνει αυτό, να τον παραδώσει στον παραλήπτη ή σε οποιοδήποτε αντιπρόσωπο του παραλήπτη, κάτι που έγινε. Είναι σαφώς νομολογημένο, ότι : «Μαρτυρία που προσάγεται για θέματα που δεν καλύπτονται από τα δικόγραφα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Τα επίδικα θέματα επί των οποίων το δικαστήριο καλείται να βασίσει την απόφασή του καθορίζονται με αναφορά στο περιεχόμενο των δικογράφων (Πούρικκος ν. Σάββα κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 507, 517)». (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Στυλιανού κ.α.
(2002)1Γ ΑΑΔ 1718). Και στη συγκεκριμένη περίπτωση και όπως πιο πάνω αναφέρεται κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Υ.1, εκτός του ότι στην Έκθεση Υπεράσπισης η θέση της εναγόμενης δεν εκτίθεται με σαφήνεια, δεν δικογραφείται ισχυρισμός ότι η εναγόμενη παρέδωσε το φάκελο στα γραφεία της εναγομένης σε αντιπρόσωπο του παραλήπτη. Για το λόγο αυτό η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και η μαρτυρία που προσκομίσθηκε επί του θέματος από τον Μ.Υ.1 σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη και για το λόγο αυτό. Πρέπει λοιπόν να εξετασθεί εάν κατά το χρόνο απώλειας φακέλου η εναγόμενη είχε έναντι των εναγόντων καθήκον επιμέλειας. Αποτέλεσε κοινό έδαφος μεταξύ των μερών και εύρημα του Δικαστηρίου ότι, η εναγόμενη εταιρεία ασχολείται με την μεταφορά φακέλων, δεμάτων και άλλων αντικειμένων από τη μία πόλη της Κύπρου σε άλλη. Με αφορμή τη δραστηριότητα της αυτή, οι διάδικοι είχαν μεταξύ τους πολύχρονη συνεργασία. Έτσι και κατά τον ουσιώδη χρόνο, οι ενάγοντες παρέδωσαν στην εναγόμενη ένα «φάκελο αξίας» από αυτούς που η εναγόμενη είχε παραδώσει στους ενάγοντες για να τοποθετούν σε αυτούς αντικείμενα αξίας και στον οποίο οι ενάγοντες είχαν τοποθετήσει ένα διαμάντι και ανάθεσαν στην εναγόμενη έναντι ανταλλάγματος τη μεταφορά του από τη Λεμεσό στη Λευκωσία και την παράδοση του στον παραλήπτη, στα γραφεία της εναγομένης στη Λευκωσία. Ως αγώγιμα δικαιώματα οι ενάγοντες δικογραφούν την αμέλεια και την παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων της εναγομένης. Επί τούτων επικεντρώθηκε και η επιχειρηματολογία των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων. Παρά το γεγονός ότι στην Έκθεση Απαίτησης δεν υπάρχει ρητά δικογραφημένος ισχυρισμός ότι μεταξύ των διαδίκων δημιουργήθηκε σχέση παρακαταθέτη και θεματοφύλακα, θεωρώ ότι η ύπαρξη τέτοιας σχέσης, προκύπτει ρητά από τα γεγονότα που δικογραφούνται και τα οποία θεμελιώνουν την αξίωση των εναγόντων για αποζημιώσεις για την απώλεια του διαμαντιού το οποίο οι ενάγοντες παρέδωσαν στην εναγόμενη για μεταφορά και παράδοση του στον παραλήπτη κάτι όμως που δεν έγινε ποτέ. Από τη στιγμή αυτή, κρίνεται ότι η παράλειψη των εναγόντων να δικογραφήσουν ρητά και να επικαλεσθούν την ύπαρξη της σχέσης αυτής, δεν αλλοιώνει τη νομική σχέση που διαφάνηκε να υπάρχει μεταξύ των διαδίκων, ούτε και μπορεί να αποτελέσει εμπόδιο στην εξέταση της υπόθεσης μέσα από το πρίσμα της συγκεκριμένης νομικής σχέσης, αφού όπως προαναφέρεται τα γεγονότα που θεμελιώνουν την απαίτηση των εναγόντων στη βάση αυτή, δικογραφούνται επαρκώς προς αυτή την κατεύθυνση. Πρέπει επίσης να λεχθεί ότι ο λόγος της απόφασης στην υπόθεση Patsalides v. Yiapani and another
(1969)1 CLR 84, διαφοροποιείται από την παρούσα. Στην υπόθεση αυτή, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέτρεψε το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία είχε αποδειχθεί η σχέση θεματοφύλακα-παρακαταθέτη, μεταξύ της οδηγού του αυτοκινήτου και του συζύγου της, που ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου. Στην υπόθεση εκείνη στις έγγραφες προτάσεις του ενάγοντα, δεν γινόταν αναφορά σε σχέση παρακαταθήκης, ούτε είχε υποβληθεί σε οποιοδήποτε στάδιο αίτηση για τροποποίηση της ΄Εκθεσης Απαίτησης για να συμπεριληφθεί τέτοιος ισχυρισμός. Αντίθετα στην ΄Εκθεση Απαίτησης υπήρχε ισχυρισμός ότι η ενάγουσα οδηγούσε το αυτοκίνητο της, ενώ μόνο στην αντεξέταση ανάφερε ότι το αυτοκίνητο ήταν εγγεγραμμένο στο όνομα του συζύγου της. Όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, το γεγονός ότι η οδηγός ήταν σύζυγος του ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου δεν δημιουργούσε τεκμήριο για την ύπαρξη τέτοιας σχέσης. Ο λόγος που κρίνεται ότι η παρούσα υπόθεση είναι διαφορετική είναι γιατί στην παρούσα γίνεται ρητή και σαφής αναφορά σε γεγονότα που θεμελιώνουν την σχέση αυτή, σε αντίθεση με την Patsalides, στην οποία όχι μόνο δεν γινόταν τέτοια αναφορά αλλά αντίθετα δικογραφείτο ότι η ενάγουσα οδηγούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο το δικό της αυτοκίνητο. Στην σελίδα 237 του Bullen & Leake and Jacob's Precedents of Pleadings, 12η έκδοση αναφέρεται ότι αυτό που χρειάζεται να δικογραφήσει ο παρακαταθέτης είναι την σύμβαση και την παράλειψη παράδοσης από τον θεματοφύλακα του αντικειμένου της παρακαταθήκης κατ' απαίτηση του παρακαταθέτη. Έτσι και στην περίπτωση αυτή και παρά το ότι δεν γίνεται ονομαστική επίκληση της σχέσης αυτής, οι ενάγοντες δικογραφούν τα γεγονότα που θεμελιώνουν την ύπαρξη τόσο της σύμβασης μεταφοράς όσο και την παράλειψη παράδοσης του αντικειμένου στον παραλήπτη. Κρίνεται λοιπόν ότι από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και ειδικότερα το γεγονός ότι οι ενάγοντες δικογραφούν ότι παρέδωσαν στην εναγόμενη ένα φάκελο για συγκεκριμένο σκοπό, δηλαδή για την μεταφορά του από τη Λεμεσό στη Λευκωσία και την παράδοση του στον παραλήπτη στα γραφεία της στη Λευκωσία, κάτι που η εναγόμενη παρέλειψε να πράξει, δημιουργεί σχέση παρακαταθήκης και καθιστά αυτήν θεματοφύλακα έναντι των εναγόντων. O ορισμός της παρακαταθήκης με ευρεία έννοια (bailment) δίδεται από το άρθρο 106
(1)(β) του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, όπως τροποποιήθηκε και διαλαμβάνει τα ακόλουθα: ««παρακαταθήκη με ευρεία έννοια» είναι η παράδοση αγαθών από ένα πρόσωπο σε άλλο για κάποιο σκοπό, με το συμβατικό όρο ότι, μόλις εκπληρωθεί ο σκοπός για τον οποίο παραδόθηκαν, αυτά θα επιστραφούν ή διατεθούν σύμφωνα με τις οδηγίες του προσώπου που τα παράδωσε. Το πρόσωπο που παράδωσε τα αγαθά καλείται «παρακαταθέτης» ενώ το πρόσωπο στο οποίο παραδόθηκαν «θεματοφύλακας»». Όπως αναφέρεται και στους Halsbury´s Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 2, παράγραφος 1801: «Under modern law, a bailment arises whenever one person (the bailee) is voluntarily in possession of goods belonging to another person (the bailor). The legal relationship of bailor and bailee can exist independently of any contract, and is created by the voluntary taking into custody of goods which are the property of another.» Όπως δε αναφέρεται και στο τεύχος 5
(1)του ιδίου συγγράμματος στη σελίδα 367 στην παράγραφο 473: «Duty of care. Carriage for reward. A private carrier who undertakes the carriage of goods for reward becomes a bailee of them ... ». Σε σχέση με την παρακαταθήκη σχετικά είναι και τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Γεώργιος Ιωάννου ν. Γεώργιος Κουννίδη
(1998)1Γ ΑΑΔ 1215 στις σελίδες 1226 - 1227: «Ο πιο πάνω ορισμός της παρακαταθήκης με ευρεία έννοια είναι πανομοιότυπος με τον ορισμό στο Άρθρο 148 του Ινδικού Περί Συμβάσεων Νόμου (βλ. Pollock and Mulla, Indian Conctract and Specific Relief Act, 10th Edition, page 766 et seq.) και έχει ως πηγή του το Αγγλικό Κοινοδίκαιο όπου ο όρος παρακαταθήκη με ευρεία έννοια (bailment) είναι ευρύτερος από την κοινή παρακαταθήκη (deposit). Σύμφωνα με το Αγγλικό Κοινοδίκαιο που, στην προκειμένη περίπτωση, έχει ως πηγή του το Ρωμαϊκό Δίκαιο, bailment συνιστούν οι ακόλουθες κατηγορίες σχέσεων:-
(1)Η παρακαταθήκη (depositum), δηλ. η σχέση με την οποία κάποιο πρόσωπο, το οποίο καλείται παρακαταθέτης, παραδίδει σε άλλο, το οποίο καλείται θεματοφύλακας, κινητό πράγμα για φύλαξη χωρίς αντάλλαγμα·
(2)Η εντολή (mandatum), δηλ. η σχέση με την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους, ο οποίος καλείται εντολοδότης, αναθέτει στον άλλο, ο οποίος καλείται εντολοδόχος, τη διεξαγωγή υπόθεσης χωρίς αμοιβή.
(3)Το χρησιδάνειο (commodatum) δηλ. η σχέση με την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους ο οποίος καλείται χρήστης, παρέχει στον άλλο, ο οποίος καλείται χρησάμενος, τη χρήση κινητού πράγματος χωρίς αντάλλαγμα.
(4)Το ενέχυρο (pignus) δηλ. η σχέση με την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους, ο οποίος καλείται ενεχυριαστής, παραδίδει στον άλλο, ο οποίος καλείται ενεχυροδανειστής, κινητό πράγμα για εξασφάλιση απαίτησης.
(5)Η μίσθωση (locatio conductio) δηλ. η σχέση με την οποία ένας από τους συμβαλλόμενους, ο οποίος καλείται εκμισθωτής, αναλαμβάνει την υποχρέωση να δώσει στον άλλο, ο οποίος καλείται μισθωτής, τη χρήση κινητού πράγματος αντί ορισμένου χρηματικού ανταλλάγματος το οποίο καλείται μίσθωμα. (βλ. Halsbury΄s Laws of England, 4th Ed., Vol. 2, p. 832, et seq., para. 1801 και 1802 και Words and Phrases Legally Defined, Vol. I, p. 147 et seq.)." Παρακαταθήκη (deposit) μπορεί να υπάρξει και επ' αμοιβή». Ο ορισμός της παρακαταθήκης απαντάται και στην σελίδα 236 του Bullen & Leake που πιο πάνω αναφέρεται: «A bailment . is a delivery of personal chattels in trust, on a contract, express or implied, that the trust shall be duly executed, and the chattels redelivered in either their original or an altered form, as soon as the time or use for, or condition on which they were bailed, shall have elapsed or been performed». Στις περιπτώσεις παρακαταθήκης (bailment), ο θεματοφύλακας αναλαμβάνει την κατοχή του αντικειμένου οικειοθελώς και φέρει ευθύνη για την ασφαλή φύλαξη του. Η αξίωση έναντι του θεματοφύλακα είναι αξίωση sui generis και πηγάζει από το γεγονός της κατοχής του πράγματος (βλ. Ιωάννου ν. Κουννίδη, πιο πάνω). Όπως αναφέρεται στους Halsbury' s Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 5
(1), σελίδα 367, παράγραφος 473, «......The private carrier' s obligation is to take reasonable care of the goods while they are in his possession and to refrain from converting them or from injuring them by any other intentional act». Σύμφωνα δε με την υπόθεση Andreas Orthodoxou Ltd v. Δημητρίου Τυλληρή Λτδ
(2007)1Β Α.Α.Δ 1247 : «Στην υπόθεση (Standard Fruit Company (Bermuda) Limited κ.ά. ν. Gold Seal Shipping Company Ltd,
(1997)1 Α.Α.Δ. 464) αναφέρεται ότι ο μεταφορέας σύμφωνα με το κοινοδίκαιο έχει υποχρέωση ως θεματοφύλακας μεταφορέας (common carrier) να παραδώσει το φορτίο με ασφάλεια και, πλην ορισμένων εξαιρέσεων, είναι υπόλογος για οιανδήποτε ζημιά η οποία θα συμβεί στο φορτίο κατά τη διάρκεια της μεταφοράς». Στην σελίδα 236 του Bullen & Leake πιο πάνω, παρατίθεται με αναφορά στο κοινοδίκαιο ότι το βάρος απόδειξης επαφίεται στον θεματοφύλακα να αποδείξει ότι η απώλεια ή η ζημιά στα αγαθά τα οποία του εμπιστεύθηκε ο παρακαταθέτης έλαβε χώρα χωρίς αμέλεια ή σφάλμα (default) από μέρους του, δηλαδή, παρά την άσκηση από αυτόν εκείνου του βαθμού της φροντίδας που η φύση της παρακαταθήκης και της σύμβασης απαιτούν από το θεματοφύλακα. Όπως προαναφέρεται ό,τι χρειάζεται να δικογραφήσει ο παρακαταθέτης είναι την σύμβαση και την παράλειψη παράδοσης από τον θεματοφύλακα του αντικειμένου της παρακαταθήκης κατ' απαίτηση του παρακαταθέτη. Αυτό είναι αρκετό για να εναποθέσει στον θεματοφύλακα το βάρος να αποδείξει ότι η απώλεια έλαβε χώρα χωρίς σφάλμα από μέρους του, κάτι το οποίο αποτελεί κατά το κοινοδίκαιο πλήρη υπεράσπιση. Στηνυπόθεση The Food Preserving & CanningIndustries Ltd v. The Famagusta Navigation Company
(1963)2 CLR 482 όταν τα αγαθά των εναγόντων - εφεσειόντων μετακινήθηκαν από την αποθήκη των εναγόμενων - εφεσίβλητων διαπιστώθηκε ότι μέρος αυτών είχε υποστεί ζημία που οφειλόταν σε υγρασία. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή των εφεσειόντων ως παρακαταθετών εναντίον των εφεσίβλητων ως θεματοφυλάκων. Το Ανώτατο Δικαστήριο επιτρέποντας την έφεση και εφαρμόζοντας το σκεπτικό της απόφασης στην Brabantand Co v. King
(1895)A.C. 632 αποφάσισε ότι εναπόκειτο στους εφεσίβλητους να αποδείξουν πώς είχε συμβεί η ζημιά και αφ' ης στιγμής οι εφεσίβλητοι δεν το είχαν πράξει έπρεπε να κριθούν υπεύθυνοι για την απώλεια που οι εφεσείοντες είχαν υποστεί (βλ., Ioannis Kokkalos & Sons Ltd v. Nicos Karayiannis
(1975)1 CLR 377). Στην Andreas Orthodoxou Ltd v. Δημήτριου Τυλληρή Λτδ,
(2007)1Β Α.Α.Δ 1247 λέχθηκε ότι: «Στην υπόθεση (Standard Fruit Company (Bermuda) Limited κ.ά. ν. Gold Seal Shipping Company Ltd,
(1997)1 Α.Α.Δ. 464) αναφέρεται ότι ο μεταφορέας σύμφωνα με το κοινοδίκαιο έχει υποχρέωση ως θεματοφύλακας μεταφορέας (common carrier) να παραδώσει το φορτίο με ασφάλεια και, πλην ορισμένων εξαιρέσεων, είναι υπόλογος για οιανδήποτε ζημιά η οποία θα συμβεί στο φορτίο κατά τη διάρκεια της μεταφοράς». Όπως καταγράφεται στην παράγραφο 1815 του τεύχους 2 των Halsbury' s, πιο πάνω και μόνο το γεγονός ότι το αντικείμενο έχει απωλεσθεί, εγείρει θέμα αμέλειας εναντίον του. Αναφέρεται συγκεκριμένα ότι: «In each case it has to be decided whether, having regard to any exempting conditions and all circumstances of the particular case including the nature, portability, value and character of the chattel, there has been a breach of duty on the bailees part to justify a finding of negligence. The fact that the chattel was lost or injured whilst in the bailees possession raises prima facie a presumption against him, but he may rebut it by proving that he was not to blame for the loss or injury . .». Σύμφωνα δε με την υποσημείωση 12 της παραγράφου 1815 του συγγράμματος αυτού: «The onus is always on the bailee, whether a bailee for reward or a gratuitous bailee, to prove that the loss of the goods bailed to him was not caused by his negligence.» Στην υπό εξέταση περίπτωση η εναγόμενη ανέλαβε την κατοχή του φακέλου αξίας που της παραδόθηκε από τους ενάγοντες και ανέλαβε να τον μεταφέρει από τη Λεμεσό στη Λευκωσία. Δυνάμει της μεταξύ τους συμφωνίας ανέλαβε να τον μεταφέρει στα γραφεία της εναγομένης στη Λευκωσία και από εκεί να ειδοποιήσει τον παραλήπτη να τον παραλάβει. Με τον τρόπο αυτό ο «φάκελος αξίας» που αποτελεί αγαθό εντός της έννοιας του άρθρου 106
(1)(α) του Νόμου, βρέθηκε στην κατοχή της εναγόμενης. Πράγματι η εναγόμενη εταιρεία μετέφερε το φάκελο στα γραφεία της στη Λευκωσία. Αντί όμως να τον παραδώσει στον παραλήπτη στα γραφεία της, προχώρησε εν αγνοία των εναγόντων σε νέα διευθέτηση με τον παραλήπτη και ανέλαβε έναντι του, να μεταφέρει το φάκελο και να του τον παραδώσει στα υποστατικά του παραλήπτη. Κατά τη μεταφορά αυτά ο φάκελος απωλέσθηκε και ουδέποτε παραδόθηκε στον παραλήπτη. Πρέπει λοιπόν πρώτα να εξετασθεί εάν κατά το χρόνο της απώλειας ο φάκελος εξακολουθούσε να βρίσκεται στην κατοχή της εναγομένης. Επί του ζητήματος αυτού, διάσταση υπήρξε στις θέσεις των μερών. Αποτέλεσε εύρημα του Δικαστηρίου που βασίσθηκε μάλιστα και στη μαρτυρία όχι μόνο αυτής που προσκομίσθηκε από τους ενάγοντες, αλλά και αυτής που παρουσίασε η εναγόμενη με το Μ.Υ.1, ότι η συμφωνία που έγινε μεταξύ των διαδίκων ήταν όπως ο φάκελος μεταφερθεί από τα γραφεία της εναγομένης στη Λευκωσία και να ειδοποιηθεί ο παραλήπτης από την εναγόμενη για να τον παραλάβει από τα γραφεία της εναγόμενης. Όπως διαφάνηκε από τη μαρτυρία που αποτέλεσε μάλιστα κοινό έδαφος μεταξύ των μερών, όταν ο φάκελος έφθασε στα γραφεία της εναγόμενης στη Λευκωσία, η τελευταία επικοινώνησε με τον παραλήπτη ο οποίος ζήτησε από την εναγόμενη να μεταφέρει το φάκελο στα γραφεία του παραλήπτη. Δυστυχώς όμως κατά τη διαδρομή και τη μεταφορά του φακέλου από τα γραφεία της εναγομένης προς τον παραλήπτη, ο φάκελος απωλέσθηκε και δεν παραδόθηκε. Όπως προαναφέρεται η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία προέβλεπε ότι ο φάκελος θα παραδιδόταν στον παραλήπτη στα γραφεία της εναγόμενης στη Λευκωσία. Η παράδοση αυτή δεν έγινε ποτέ. Οποιαδήποτε άλλη συμφωνία ή διευθέτηση τυχόν υπήρξε μεταξύ της εναγομένης και του παραλήπτη, ποτέ δεν αποκαλύφθηκε στους ενάγοντες και έτσι ότι τυχόν συνέβη ήταν όχι μόνο χωρίς την έγκριση, αλλά και χωρίς τη γνώση των εναγόντων και γι' αυτό δεν μπορεί να αλλοιώσει ή να μεταβάλει με οποιοδήποτε τρόπο την υποχρέωση που η εναγόμενη είχε αναλάβει έναντι των εναγόντων να παραδώσει το φάκελο στον παραλήπτη στα γραφεία της στη Λευκωσία. Από τη στιγμή που οι ενάγοντες ανέθεσαν στην εναγόμενη να παραδώσει το φάκελο στον παραλήπτη στα γραφεία της στη Λευκωσία, αλλά η παράδοση δεν έγινε ποτέ, ο φάκελος εξακολούθησε να παραμένει στην κατοχή της εναγομένης. Τα όσα δε αναφέρθηκαν για την παράδοση του αντικειμένου σε εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο του παραλήπτη που έτυχε να είναι η εναγόμενη, δεν μπορούν για τους λόγους που πιο πάνω αναφέρονται να γίνουν αποδεκτά. Κρίνεται συνεπώς ότι κατά το χρόνο που ο φάκελος απωλέσθηκε βρισκόταν ακόμα στην κατοχή της εναγόμενης. Από τη στιγμή αυτή και ως θεματοφύλακας του φακέλου η εναγόμενη είχε το βάρος να αποδείξει ότι η απώλεια του φακέλου τον οποίο οι ενάγοντες της εμπιστεύθηκαν και της ανέθεσαν να τον μεταφέρει στη Λευκωσία και να τον παραδώσει στον παραλήπτη δεν οφειλόταν σε δική της αμέλεια ή σφάλμα της ίδιας, των υπαλλήλων και/ή αντιπροσώπων της. Σύμφωνα με το άρθρο 109 του Νόμου ο θεματοφύλακας υπέχει την υποχρέωση να καταβάλλει την επιμέλεια την οποία θα κατέβαλλε άνθρωπος συνηθισμένης σύνεσης υπό παρόμοιες περιστάσεις για τα δικά του αγαθά, του ίδιου όγκου, ποιότητας και αξίας με τα αγαθά που παρακατατέθηκαν. Στην υπό κρίση υπόθεση και όπως προέκυψε από τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή, ο οδηγός της εναγομένης στην οποία η τελευταία ανάθεσε την μεταφορά του φακέλου από τα γραφεία της στη Λευκωσία στα γραφεία του παραλήπτη μετέφερε μαζί με το επίδικο αντικείμενο και άλλα αντικείμενα για παράδοση σε άλλους παραλήπτες. Κατά τη διαδρομή παράδοσης του αντικειμένου στην εταιρεία Μεταξάς στάθμευσε το αυτοκίνητο του για να παραδώσει σε άλλο παραλήπτη άλλο αντικείμενο. Όταν κατέβηκε από το αυτοκίνητο του για τον σκοπό αυτό, άφησε το αυτοκίνητο ξεκλείδωτο και με ανοιχτά παράθυρα και μέσα σε αυτό το «φάκελο αξίας» των εναγόντων μαζί με άλλα αντικείμενα που προορίζονταν για άλλους παραλήπτες. Όταν επέστρεψε στο αυτοκίνητο διαπίστωσε ότι ο «φάκελος αξίας» δεν βρισκόταν πλέον στο αυτοκίνητο. Ακολούθησε καταγγελία στην αστυνομία η οποία και διερευνήθηκε χωρίς όμως να προκύψει κανένα αποτέλεσμα. Με βάση την περιγραφόμενη αυτή συμπεριφορά του οδηγού η κατάληξη του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να είναι άλλη παρά μόνο ότι η εναγόμενη δεν κατέβαλε την απαιτούμενη από τον Νόμο επιμέλεια, αφού καμία μαρτυρία δεν προβλήθηκε από μέρους της που να αποδεικνύει ότι η απώλεια του φακέλου δεν ήταν αποτέλεσμα αμελούς πράξης του οδηγού στον οποίο η ίδια η εναγόμενη ανέθεσε την μεταφορά του φακέλου από τα γραφεία της στα γραφεία του παραλήπτη. Η εναγόμενη είχε το βάρος να αποδείξει ότι η απώλεια του φακέλου δεν οφειλόταν σε δική της αμέλεια. Όμως καμία μαρτυρία δεν έχει προσκομίσει προς την κατεύθυνση αυτή, ότι δηλαδή η απώλεια του φακέλου έλαβε χώρα χωρίς αμέλεια ή σφάλμα από μέρους της, δηλαδή παρά την άσκηση εκ μέρους της εκείνου του βαθμού της φροντίδας που η φύση της παρακαταθήκης επέβαλλε. Οι ενάγοντες ήταν μέχρι και την παράδοση του φακέλου στον παραλήπτη οι κύριοι του «φακέλου αξίας» και του περιεχομένου του και επομένως, το πρόσωπο που είχαν δικαίωμα σε άμεση κατοχή τους. Με βάση όλα τα πιο πάνω, η εναγόμενη κρίνεται υπεύθυνη για την απώλεια του «φακέλου αξίας» στη βάση σύμβασης παρακαταθήκης καθότι παρέβηκε την υποχρέωση που είχε προς τους ενάγοντες για ασφαλή μεταφορά και παράδοση του φακέλου. Η εναγόμενη υπέχει επίσης ευθύνη και στην βάση του αστικού αδικήματος της αμέλειας. Στην υπόθεση Γεώργιος Ιωάννου ν. Γεώργιος Κουννίδη πιο πάνω,
(1998)1Γ ΑΑΔ 1215 λέχθηκαν τα ακόλουθα στις σελίδες 1230-1231: «Είναι γνωστόν ότι τα συστατικά στοιχεία του αστικού αδικήματος της αμέλειας είναι (α) η ύπαρξη καθήκοντος επιμέλειας, (β) η παράβαση του, και (γ) η πρόκληση ανακτητής ζημιάς συνεπεία της παράβασης. Το ερώτημα που τίθεται είναι, επομένως, κατά πόσον ο εφεσίβλητος, με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης, υπείχε οποιοδήποτε καθήκον επιμέλειας, όχι αόριστα (in abstracto), αλλά συγκεκριμένα (in concreto) έναντι του εφεσείοντα (βλ. Winfield and Jolowicz on Tort, 14th Ed.
(1994), para. 90-93 και Markezinis and Deakin Tort Law, 3rd Ed.
(1994)p. 70). Στην υπόθεση Fairline Shipping Corporation v. Adamson [1974] 2 All E.R. 967, το Δικαστήριο απεφάσισε ότι δεν είχε αποδειχθεί σύμβαση παρακαταθήκης μεταξύ των διαδίκων. Παρά ταύτα, ο εναγόμενος κρίθηκε υπεύθυνος για το αστικό αδίκημα της αμέλειας έναντι των εναγόντων διότι, με τις ενέργειές του, είχε δείξει στους ενάγοντες ότι θεωρούσε τον εαυτό του προσωπικά υπεύθυνο για την ασφαλή αποθήκευση της περιουσίας τους και, με την εκούσια αυτή συμπεριφορά του, ανέλαβε καθήκον επιμέλειας έναντι τους. Στην υπόθεση Lee Cooper Ltd. v. C.H. Jeakins and Sons Ltd. [1965] 1 All E.R. 280, η οποία επίσης αφορούσε αμέλεια και παρακαταθήκη, κρίθηκε ότι οφειλόταν καθήκον επιμέλειας από τρίτο πρόσωπο προς τους ιδιοκτήτες εν όψει της γνώσης εκ μέρους του τρίτου τούτου προσώπου ότι τα εμπορεύματα που του ανατέθηκαν δεν ανήκαν στο πρόσωπο που του τα ανέθεσε, αλλά στους ενάγοντες». Στην υπό κρίση υπόθεση η εναγόμενη ανέλαβε τη μεταφορά του φακέλου και την παράδοση του στον παραλήπτη με ασφάλεια. Για το λόγο αυτό και ακριβώς για να γνωρίζει η ίδια, ποιοι φάκελοι έχρηζαν ιδιαίτερης προσοχής προμήθευσε τους ενάγοντες με τους οποίους είχαν πολύχρονη συνεργασία με «φακέλους αξίας» στους οποίους οι τελευταίοι τοποθετούσαν αντικείμενα αξίας που παρέδιδαν στην εναγόμενη για μεταφορά. Με την παραλαβή του «φακέλου αξίας» για μεταφορά η εναγόμενη ανέλαβε έναντι των εναγόντων καθήκον επιμέλειας έναντι των τελευταίων, το οποίο όμως παρέλειψε να τηρήσει για τους λόγους που πιο πάνω αναφέρονται. Πριν την εξέταση του ύψους των αποζημιώσεων που δικαιούνται οι ενάγοντες, απαραίτητο είναι να εξετασθεί η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγόντων ότι οι όροι του Τεκμηρίου 1 που βρίσκονται καταγεγραμμένοι στην πίσω πλευρά του εγγράφου αυτού, δεν έχουν καμία εφαρμογή στην εξεταζόμενη περίπτωση γιατί δεν έχουν υπογραφεί τους ενάγοντες. Υποστήριξε όμως, ότι ακόμα και στην περίπτωση που το Δικαστήριο ήθελε αποφασίσει ότι οι όροι αυτοί έχουν εφαρμογή, τότε και σύμφωνα με τους όρους αυτού, το ποσό της αποζημίωσης θα πρέπει και πάλι να αντιστοιχεί στην αξία του διαμαντιού. Αντίθετα ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγομένης εισηγήθηκε ότι στην περίπτωση που το Δικαστήριο καταλήξει ότι η τελευταία υπέχει ευθύνη έναντι των εναγόντων και γι' αυτό θα πρέπει να επιδικασθούν προς όφελος τους αποζημιώσεις, αυτές δεν θα πρέπει να ξεπερνούν το ποσό των Λ.Κ. 100=. Και αυτό γιατί έχουν εφαρμογή οι όροι του Τεκμηρίου 1 και ειδικότερα ο όρος 5 αυτού ο οποίος δεσμεύει τους διαδίκους. Ότι για τη συγκεκριμένη μεταφορά εκδόθηκε το Τεκμήριο 1, ήταν κοινά παραδεκτό. Τέτοια έγγραφα εκδίδονταν και αφορούσαν γενικότερα τις μεταφορές που οι ενάγοντες ανέθεταν στην εναγομένη στα πλαίσια της χρόνιας συνεργασίας τους και χρησιμοποιούνταν από τους διαδίκους όταν αντικείμενα παραδίδονταν για μεταφορά. Όπως προέκυψε από τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή, τρίπτυχα με τα έντυπα όπως και το Τεκμήριο 1, είχαν δοθεί στους ενάγοντες από την εναγόμενη, έτσι ώστε οι πρώτοι να τα συμπληρώνουν οι ίδιοι πριν παραδώσουν αντικείμενα που τους έδιδαν για μεταφορά. Και αυτό λόγω της πολύχρονης συνεργασίας που είχαν και της πυκνότητας των αντικειμένων που παρέδιδαν στην εναγόμενη για μεταφορά. Τα περισσότερα σημεία επί του Τεκμηρίου 1 συμπληρώθηκαν από υπάλληλο των εναγόντων, η οποία μάλιστα έθεσε επί αυτού την υπογραφή της. Στη συνέχεια άλλη υπάλληλος των εναγόντων, η Μ.Ε.3, παρέδωσε το έγγραφο αυτό μαζί με το «φάκελο αξίας» που δόθηκε για μεταφορά. Η υπογραφή της υπαλλήλου των εναγόντων έχει τεθεί στην μπροστινή πλευρά του εγγράφου και οι όροι αυτού, βρίσκονται στην πίσω σελίδα με μικρότερα γράμματα. Όπως έχει επιβεβαιωθεί και στην υπόθεση Holiday Tours Ltd v. Κούτα κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 766, για να θεωρηθεί ότι κάποιος έχει αποδεχθεί όρους σύμβασης θα πρέπει να τους πληροφορηθεί πριν τη σύναψη της συμφωνίας. Όροι που εισάγονται μετά τη σύναψη της σύμβασης δεν ισχύουν για τον απλούστατο λόγο ότι δεν έχουν συμφωνηθεί. Οι όροι που διέπουν μια σύμβαση θα πρέπει να τεθούν υπ' όψη του συμβαλλόμενου που θα δεσμευτεί, πριν ή κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης. Αν δεν του γνωστοποιηθούν μέχρι και τη σύναψη της συμφωνίας, δεν έχουν οποιοδήποτε αποτέλεσμα (Olley v. Marlborough Court Ltd [1949] 1 K.B. 532 και Chitty on Contracts, 25η έκδοση, 1ος τόμος, σελ. 406, παραγρ. 739). Στην υπό εξέταση υπόθεση και μέσα στα πλαίσια της χρόνιας συνεργασίας που υπήρχε μεταξύ των διαδίκων, εκδιδόταν για κάθε μεταφορά αντικειμένου, έγγραφο όπως και το Τεκμήριο 1. Για σκοπούς μάλιστα διευκόλυνσης, η εναγόμενη έδωσε στους ενάγοντες τρίπτυχα τέτοιων δελτίων αποστολής, έτσι ώστε οι τελευταίοι να τα έχουν στην κατοχή τους και να το συμπληρώνουν οι ίδιοι, στα περισσότερα τουλάχιστο σημεία, κατά το χρόνο παράδοσης του αντικειμένου στην εναγόμενη για μεταφορά, κάτι που έγινε και στη συγκεκριμένη περίπτωση. Το Τεκμήριο 1 λοιπόν συμπληρώθηκε από τους ενάγοντες και υπογράφηκε από υπάλληλο τους. Δόθηκε κατά συνέπεια η αναγκαία από την εναγόμενη προς τους ενάγοντες γνωστοποίηση των όρων που περιέχονται σε αυτό πριν την κατάρτιση της συμφωνίας, στοιχείο απαραίτητο σύμφωνα με τον Chitty on Contracts, 25η έκδοση, 1ος Τόμος, σελίδα 406, παράγραφος 739 όπου αναφέρεται ότι: "The conditions must be brought to the notice of the party to be bound before or at the time when the contract is made. If they are not communicated to him until after the contract is concluded, they will be of no effect. Olley v. Marlborough Court Ltd [1949] 1 K.B. 532." Όπως επίσης προκύπτει από τα όσα αναφέρονται στο ίδιο σύγγραμμα, στη σελίδα 407, παράγραφος 742, η πληροφόρηση αυτή θα πρέπει να είναι λογικά ικανοποιητική ώστε να δώσει τη δυνατότητα στο συμβαλλόμενο να γνωρίζει τι συμφωνεί. Αναφέρεται ότι : «The question whether the party tendering the document has done all that was reasonably sufficient to give the other notice of the conditions, is a question of fact in each case in answering which the tribunal must look at all circumstances and the situation of the parties... .... Cases in which the notice has been held to be insufficient have been those where the conditions were printed on the back of the document without any reference or any adequatereference on its face, such as, "For conditions, see back,"...». Με βάση τα πιο πάνω, σε συνάρτηση βέβαια με τα περιστατικά της υπόθεσης όπως προέκυψαν από τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή, οι όροι που καταγράφονται στο Τεκμήριο 1 γνωστοποιήθηκαν στους ενάγοντες. Και αυτό γιατί τέτοια δελτία χρησιμοποιούσαν κατά τις μεταξύ τους συναλλαγές για χρόνια και γιατί η εναγόμενη τους είχε παραχωρήσει τρίπτυχα των εντύπων αυτών και τα είχαν στο γραφείο τους για να το συμπληρώνουν οι ίδιοι για σκοπούς ευκολίας, κάτι που έγινε και στη συγκεκριμένη περίπτωση. Το Τεκμήριο 1 υπογράφηκε μάλιστα από υπάλληλο των εναγόντων. Είναι λοιπόν η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι όροι του Τεκμηρίου 1, έχουν εφαρμογή για τον καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης που πρέπει να επιδικασθεί στους ενάγοντες για την απώλεια του διαμαντιού. Ο επίδικος όρος είναι αυτός που καταγράφεται στον αστερίσκο 6 του όρου 5 του Τεκμηρίου 1 και διαλαμβάνει τα ακόλουθα : «Νοουμένου ότι έχουν τηρηθεί οι πρόνοιες του παρόντος όρου σε περίπτωση απώλειας ή καταστροφής δέματος ή φακέλου αξίας, η εταιρεία μας θα σας αποζημιώσει αν είναι μετρητά χρήματα με ποσό σε Κυπριακές Λίρες ίσο με το ποσό των μετρητών το οποίο μας παρεδώθει και σε όλες τις άλλες περιπτώσεις με ποσό ίσο με την αξία του περιεχομένου του δέματος ή φακέλου ή με το ποσό των Λ.Κ.100= (οποίο είναι το μικρότερο)». Αμφισβητούμενες υπήρξαν οι θέσεις των διαδίκων και ως προς την ερμηνεία του συγκεκριμένου όρου, αφού από τη μία ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγόντων υποστήριξε ότι θα πρέπει να επιδικασθεί ποσό ίσο με την αξία του διαμαντιού, ενώ από την άλλη ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγομένης ότι το ποσό αυτό θα πρέπει να περιορισθεί στο αντίστοιχο σε Ευρώ των Λ.Κ.100=. Όπως έχει νομολογηθεί, η ερμηνεία των όρων κάποιου εγγράφου είναι θέμα νομικό που γίνεται από το Δικαστήριο (βλ. Glory Worldwide Holdings Ltd v. Αθλητικού Συλλόγου Ομόνοια Λευκωσίας πιο πάνω), το οποίο θα πρέπει να έχει ως κριτήριο την έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο (βλ. ΑΤΗΚ v. Telemedia Information Services Ltd 2001
(1)Β ΑΑΔ 719). Οι επίμαχοι συμβατικοί όροι πρέπει να εξετάζονται όχι απομονωμένα και αποσπασματικά, αλλά στο πλαίσιο της συμφωνίας ως συνόλου (βλ. Ταμείο Προνοίας των Διευθυντών κ.λ.π. της Π.Κ. Ορεινός Λτδ κ.α. v. Φιλίππου 2004
(1)Γ ΑΑΔ 2013 και Ανόρθωσης v. Απόλλωνας 2002
(1)Α ΑΑΔ 518) με σκοπό την αποκάλυψη της κοινής πρόθεσης των μερών. Εξετάζοντας τις πρόνοιες του συγκεκριμένου όρου, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, αλλά και το σύνολο των όρων του Τεκμηρίου 1, θεωρώ ότι σε αυτές δεν μπορεί να αποδοθεί άλλη έννοια, παρά μόνο ότι η αποζημίωση σε περίπτωση απώλειας αντικειμένου αξίας και εφόσον βέβαια τηρηθούν οι λοιποί όροι της συμφωνίας, κάτι που δεν έχει αμφισβητηθεί στην εξεταζόμενη περίπτωση, η αποζημίωση που θα πρέπει να καταβληθεί είναι με ποσό ίσο με την αξία του περιεχομένου του φακέλου αξίας. Η διαζευκτική δυνατότητα που τίθεται στο συγκεκριμένο όρο για καταβολή ποσού Λ.Κ.100= δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι θα πρέπει να ερμηνευθεί με τον τρόπο που εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγομένης. Και αυτό γιατί όπως προνοείται, η αποζημίωση είναι για ποσό «ίσο με την αξία του περιεχομένου του δέματος ή φακέλου ή με το ποσό των Λ.Κ.100=. (οποίο είναι το μικρότερο)». Με τον τρόπο που ο όρος αυτός διατυπώνεται, η έννοια που μπορεί να του αποδοθεί είναι ότι το ποσό των Λ.Κ.100= είναι το μικρότερο ποσό με το οποίο κάποιος αποστολέας μπορεί να αποζημιωθεί σε περίπτωση απώλειας αντικειμένου αξίας και όταν δεν πρόκειται για μετρητά. Κρίνεται ότι το συμπέρασμα αυτό ως προς την έννοια που πρέπει να αποδοθεί στο συγκεκριμένο όρο ενισχύεται και από το συνολικό περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 και ειδικότερα από τα όσα διαλαμβάνονται στον ίδιο όρο σε σχέση με την απώλεια μετρητών, ότι δηλαδή στην περίπτωση που ο φάκελος αξίας περιέχει μετρητά, η εναγόμενη αναλαμβάνει να αποζημιώσει τον αποστολέα με ποσό ίσο με αυτό που της παραδόθηκε. Και αυτό γιατί δεν είναι δυνατό η εναγόμενη να αναλαμβάνει, όπως διαλαμβάνεται στον ίδιο όρο ότι στην περίπτωση που ο φάκελος αξίας περιέχει μετρητά, να αποζημιώνει με ποσό ίσο με αυτό που της παραδόθηκε, αλλά στην περίπτωση που δεν πρόκειται για μετρητά αλλά για οποιοδήποτε άλλο αντικείμενο αξίας η αποζημίωση να μην αντιστοιχεί στην αξία του απωλεσθέντος αντικειμένου, αλλά να περιορίζεται σε μικρότερο ποσό. Αυτό θα ισοδυναμούσε με την από μέρους της εναγομένης άνιση μεταχείριση των πελατών της. Ότι ως γενική αρχή η αξία του αντικειμένου πρέπει να αποτελεί τη βάση για υπολογισμό της αποζημίωσης, ορίζεται και στους Halsbury´ s, στην 4η έκδοση, στο τεύχος 2, στην παράγραφο 1886, όπου αναφέρεται ότι η αποζημίωση καθορίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου κατά την ώρα του σφετερισμού. Καταγράφονται συγκεκριμένα τα ακόλουθα: «Measure of Damages: The measure of damages in conversion is normally the value of the goods at the time of the conversion, together with any consequential damage flowing from the conversion which is not too remote to be recoverable in law. . . . . . . . . . . .. . . . . . . . . . . If the goods have been restored to their owner after a conversion the owner must give credit for their value and his damages must accordingly be reduced by that amount.» Στην εξεταζόμενη υπόθεση μέσα στο φάκελο αξίας που χάθηκε, βρισκόταν ένα διαμάντι το οποίο οι ενάγοντες συμφώνησαν να πωλήσουν στην εταιρεία Μεταξάς για την τιμή των Λ.Κ.2.800= πλέον φ.π.α.. Το τίμημα, η εταιρεία Μεταξάς θα το κατέβαλλε μόλις παραλάμβανε το διαμάντι. Για τη συγκεκριμένη πώληση η Μ.Ε.3 εξέδωσε το τιμολόγιο Τεκμήριο 2. Από τη στιγμή που οι ενάγοντες συμφώνησαν με την εταιρεία Μεταξάς να πωλήσουν το διαμάντι αυτό στην τιμή των Λ.Κ.2.800= αλλά η απώλεια του διαμαντιού παρεμπόδισε την ολοκλήρωση της συμφωνίας, την παράδοση του διαμαντιού και την καταβολή του συμφωνηθέντος τιμήματος, κρίνεται ότι το ποσό αυτό αποτελεί την αξία του αντικειμένου κατά τον ουσιώδη χρόνο και είναι το ποσό αυτό που οι ενάγοντες δικαιούνται ως αποζημίωση λόγω της απώλειας, χωρίς βέβαια σε αυτό να πρέπει να συμπεριληφθεί ο φόρος προστιθέμενης αξίας, αφού αυτός καμία απολύτως σχέση δεν έχει με την αξία του διαμαντιού. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω η αξίωση των εναγόντων θα έχει επιτυχή κατάληξη. Συνακόλουθα εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον της εναγόμενης εταιρείας για το ποσό των Ε 4.784.08= που αντιστοιχεί στις Λ.Κ.2.800= με νόμιμο τόκο, πλέον δικηγορικά έξοδα όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......... ..... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Aντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.