KARMI GENERAL TRADING (CYPRUS) LIMITED ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΣΕΛ - ΣΠΟΛΠ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αγωγή αρ. 4730/13, 20/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A71 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ. 4730/13 Αίτηση ημερ. 12/12/13 Μεταξύ: KARMI GENERAL TRADING (CYPRUS) LIMITED, εκ Λεμεσού Εναγόντων και ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΣΕΛ - ΣΠΟΛΠ ΛΙΜΙΤΕΔ, εκ Λεμεσού Εναγομένων --------------------------------------------------------- 20/3/2015 Για τους Ενάγοντες/Αιτητές: κ. Α. Ιωάννου Κίτσιος Για τους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση: κα Κούσουλου για Αργεντούλα Ιωάννου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Ενάγοντες με το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής αξιώνουν, εναντίον των Εναγομένων, ποσό εκ €272.770,40 δυνάμει εννέα συνολικά επιταγών, τις οποίες εξέδωσαν οι Εναγόμενοι και οι οποίες, όπως ισχυρίζονται, αφού παρουσιάστηκαν στην τράπεζα προς εξαργύρωση, επεστράφησαν απλήρωτες με τη σημείωση, αρχικά, «ανεπαρκή υπόλοιπα» και μεταγενέστερα «ο λογαριασμός παγοποιήθηκε - ΚΑΠ». Με την υπό εξέταση αίτηση τους αξιώνουν την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των Εναγομένων. Πραγματική βάση της αίτησης τους αποτελεί η ένορκη δήλωση του Χαράλαμπου Νικηφόρου ο οποίος, όπως αναφέρει στην ένορκη δήλωση του, εργάζεται στο λογιστήριο των Εναγόντων και γνωρίζει πλήρως τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Στην ένορκη δήλωση του, πέραν του ότι βεβαιώνει την αιτία της αγωγής των Εναγόντων, ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι, παρά το ότι ειδοποιήθηκαν πολλές φορές για τη μη πληρωμή των επιταγών, τόσο προφορικά όσο και με επιστολή των δικηγόρων των Εναγόντων ημερομηνίας 27/9/13, η οποία επιδόθηκε στους Εναγόμενους την 30/9/2013, ουδέν ποσό κατέβαλαν προς τους Ενάγοντες. Όπως επίσης υποστηρίζει, οι Εναγόμενοι ουδεμία υπεράσπιση έχουν και απλώς καταχώρησαν εμφάνιση με σκοπό να καθυστερήσουν την έκδοση απόφασης. Οι Εναγόμενοι εναντιώθηκαν στην αίτηση. Με την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης τους προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
- Η αίτηση είναι αβάσιμη, αντινομική, παράτυπη και χωρίς πιθανότητα επιτυχίας.
- Η αίτηση είναι καταχρηστική καθότι οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ των διαδίκων μπορεί να επιλυθεί μόνο μετά από ακροαματική διαδικασία.
- Η απαίτηση των Εναγόντων πηγάζει από συμφωνία, η οποία παραβιάστηκε από τους Ενάγοντες με αποτέλεσμα να καταστεί άκυρη και/ή ακυρώσιμη.
- Οι Εναγόμενοι έχουν καλή υπεράσπιση ώστε ενδείκνυται να τους επιτραπεί να την προβάλουν.
- Η αίτηση αποτελεί προσπάθεια άσκησης πίεσης στους Εναγόμενους να καταβάλουν τα κατ' ισχυρισμό οφειλόμενα ποσά, χωρίς να τους δοθεί το δικαίωμα να ακουστούν.
- Το πρόσωπο που προέβηκε στην ένορκη δήλωση από πλευράς Εναγόντων δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων και δεν μπορεί να επιβεβαιώσει την αιτία της αγωγή και/ή δεν μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα.
- Οι Ενάγοντες αποκρύπτουν ουσιώδη γεγονότα και προσπαθούν να παραπλανήσουν.
- Η αγωγή των Εναγόντων είναι απαράδεκτη και/ή πρόωρη καθότι υπήρχε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για παραπομπή οποιασδήποτε διαφοράς τους σε διαιτησία και/ή ήταν υποχρεωτική η παραπομπή σε διαιτησία δυνάμει του άρθρου 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου.
- Τυχόν έκδοση απόφασης θα επηρεάσει τα συνταγματικά δικαιώματα των Εναγομένων ως Κατηγορουμένων στις ποινικές υποθέσεις 25821/13 και 25819/13 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Η ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Παύλου Αριστείδου, γραμματέα των Εναγομένων, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Οι Εναγόμενοι αποτελούν Συνεργατική Εταιρεία, η οποία συνεστήθη με βάση τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο. Οι Εναγόμενοι ουδέποτε συνεργάστηκαν με την Ενάγουσα εταιρεία. Η εταιρεία με την οποία συνεργάστηκαν ήταν η Karmi General Trading Limited. Οι διάδικοι είχαν συνεργασία μεταξύ τους και ήταν ρητός όρος της μεταξύ τους συμφωνίας ότι οποιαδήποτε διαφορά προέκυπτε κατά τη συνεργασία τους θα παραπεμπόταν στον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών προς επίλυση, ο οποίος θα επιχειρούσε τη συνδιαλλαγή της διαφοράς ή θα παρέπεμπε τη διαφορά σε διαιτησία. Οι Ενάγοντες δεν είχαν δικαίωμα να καταχωρήσουν την παρούσα αγωγή πριν παραπέμψουν την ισχυριζόμενη διαφορά στον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών. Περαιτέρω, η οποιαδήποτε ισχυριζόμενη διαφορά θα έπρεπε, πριν καταλήξει στο Δικαστήριο, να ακολουθήσει τη διαδικασία επίλυσης με τη διαιτησία η οποία προβλέπεται στο άρθρο 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου. Οι Ενάγοντες, πέραν της παρούσας διαδικασίας, για τις ίδιες επιταγές καταχώρησαν εναντίον των Εναγομένων τις ποινικές υποθέσεις υπ' αριθμό 25821/13 και 25819/13 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Οι υποθέσεις αυτές έχουν οριστεί για ακρόαση και θα πάρουν την πορεία τους. Η απόφαση η οποία δυνατόν να εκδοθεί στην παρούσα αγωγή, χωρίς να δοθεί στους Εναγόμενους η ευκαιρία να προβάλουν την υπεράσπιση τους, θα επηρεάσει τα συνταγματικά δικαιώματα των Εναγομένων, ως Κατηγορουμένων στις ως άνω ποινικές υποθέσεις. Η παρούσα διαδικασία, σε συνδυασμό με την ταυτόχρονη καταχώρηση ποινικών υποθέσεων εναντίον των Εναγομένων, θα τους φέρει σε δυσμενή θέση, με αποτέλεσμα να παραβλάπτονται τα δικαιώματα τους και να καταπιέζονται από τους Ενάγοντες, οι οποίοι μοναδικό σκοπό έχουν να ασκήσουν πίεση στους Εναγόμενους για είσπραξη των επίδικων επιταγών. Οι Ενάγοντες διατηρούσαν χρεοπιστωτικό λογαριασμό κατά την περίοδο της συνεργασίας τους με τους Εναγόμενους. Ζήτησαν και πήραν τις επίδικες επιταγές από τους Εναγόμενους μόνο ως κατ' αρχήν αναγνώριση του χρέους τους. Κατά την παράδοση των επιταγών υπήρχε ρητή συνεννόηση με τους Εναγόμενους ότι αυτές δεν θα κατατίθεντο στην τράπεζα, ούτε θα εξαργυρώνονταν καθ' οιονδήποτε τρόπο. Ήταν, περαιτέρω, συνεννόηση τους ότι μετά την παράδοση των επιταγών θα προγραμματιζόταν συνάντηση μεταξύ των διαδίκων για να ελεχθεί το υπόλοιπο του λογαριασμού των Εναγομένων, να γίνει αντιπαραβολή των εκατέρωθεν θέσεων, σε σχέση με το λογαριασμό, όταν δε συμφωνείτο το ποσό της οφειλής θα επιστρέφονταν οι επιταγές και θα διευθετείτο το υπόλοιπο. Περαιτέρω, οι διάδικοι είχαν συνεννοηθεί μεταξύ τους ότι εάν δεν υπήρχε σύγκλιση ως προς το τελικό ποσό της οφειλής των Εναγομένων, η υπόθεση θα παραπεμπόταν στον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών για επίλυση της διαφοράς ή παραπομπή της σε διαιτησία. Οι Ενάγοντες, αφού παρέλαβαν τις επιταγές, ουδέποτε διευθέτησαν συνάντηση με τους Εναγόμενους και, βρίσκοντας συνεχώς διάφορες προφάσεις, δεν διευθετούσαν συνάντηση για έλεγχο των κατ' ισχυρισμό οφειλόμενων σε αυτούς ποσών. Στις 27/9/13 οι Εναγόμενοι παρέλαβαν δύο επιστολές εκ μέρους της εταιρείας Karmi General Trading Limited. Δόθηκαν αμέσως οδηγίες στους δικηγόρους των Εναγομένων να απαντήσουν στις ως άνω επιστολές και στάληκαν επιστολές με τις οποίες καλούνταν οι Ενάγοντες σε συνάντηση για επίλυση της διαφοράς, συνάντηση στην οποία δεν προσήλθαν οι Ενάγοντες. Η Η παρούσα αίτηση βασίζεται επί των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών Δ.18 θ.1, 2 και 9 και Δ.48 θ.1, 2, 3, 7 και
- Η Δ.18 θ.1 προνοεί τα ακόλουθα: «Όπου ο εναγόμενος εμφανίζεται σε κλητήριο ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο σύμφωνα με τη Διάταξη 2 κανονισμός 6 ο ενάγοντας μπορεί, με ένορκο δήλωση που θα κάμει ο ίδιος, ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί και πιστοποιήσει τα γεγονότα και να βεβαιώσει την αιτία της αγωγής και το ποσόν που απαιτείται (αν υπάρχει) και να αναφέρει ότι από ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή, να αποταθεί για απόφαση για το ποσό που απαιτείται μαζί με τόκο (αν υπάρχει) ή για ανάκτηση γης (με ή χωρίς ενοίκιο) ή για παράδοση ορισμένου κινητού πράγματος, ανάλογα με την περίπτωση, και τα έξοδα και μπορεί να δοθεί απόφαση υπέρ του ενάγοντα εκτός αν ο εναγόμενος ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα είναι ουσιώδη για να του δοθεί δικαίωμα υπεράσπισης.» Στην υπόθεση Αθηνούλα Δημητρίου ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(1997)1 (Β) ΑΑΔ 782 αναφέρθηκε ότι για την ενεργοποίηση της δικαιοδοσίας έκδοσης συνοπτικής απόφασης πρέπει να ικανοποιηθούν οι πιο κάτω προϋποθέσεις από τον Αιτητή: «
(1)Καταχώριση ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου δυνάμει του θ. 1 της Δ.2.
(2)Καταχώριση εμφάνισης από τον εναγόμενο.
(3)Η αίτηση για συνοπτική απόφαση πρέπει να υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση από τον ίδιο του ενάγοντα ή από άλλο πρόσωπο το οποίο μπορεί να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα. Η ένορκη δήλωση πρέπει να επιβεβαιώνει την αιτία αγωγής και το ποσό που αξιώνεται και να δηλώνει ότι καθώς πιστεύει - ο ωμόσας - δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Η τήρηση των πιο πάνω προϋποθέσεων σχετίζεται με την δικαιοδοσία του δικαστηρίου και η μη ικανοποίησή τους στερεί από το δικαστήριο τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση (Βλ.Stavrinides v. Cheskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, 135)." Στην υπό εξέταση υπόθεση οι Ενάγοντες έχουν ικανοποιήσει όλες τις πιο πάνω περιγραφόμενες προϋποθέσεις. Επισημαίνω ότι το κλητήριο της παρούσας αγωγής είναι ειδικά οπισθογραφημένο και οι Εναγόμενοι έχουν καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης στην αγωγή. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, οι Εναγόμενοι στους λόγους ένστασης τους προβάλλουν ότι το πρόσωπο που προέβηκε στην ένορκη δήλωση από πλευράς Εναγόντων δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων και δεν μπορεί να επιβεβαιώσει την αιτία της αγωγής. Ο λόγος αυτός δεν με βρίσκει σύμφωνο. Ο ομνύων την ένορκη δήλωση, η οποία υποστηρίζει την υπό εξέταση αίτηση, αναφέρει ρητά στην παράγραφο 1 της ενόρκου δηλώσεως του ότι εργάζεται στο λογιστήριο των Εναγόντων, γνωρίζει πλήρως τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος από τους Ενάγοντες να προβεί στην ένορκη δήλωση του. Από τη θέση δε του υπαλλήλου του λογιστηρίου, αναμφιβόλως ήταν γνώστης της έκδοσης από τους Εναγόμενους και επιστροφής από την τράπεζα των επίδικων επιταγών ως απλήρωτων. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να επισημάνω ότι η έκδοση των επίδικων επιταγών είναι παραδεκτή από πλευράς Εναγομένων. Τα όσα αναφέρονται από τον ενόρκως δηλούντα είναι επαρκή, κατά την άποψη μου, κατά τρόπο ώστε να ικανοποιείται το κριτήριο της θετικής γνώσης (Κωνσταντίνος Σπηταλιώτης κ.ά. ν. Liberty Life Insurance Ltd
(2004)1 A.A.Δ. 1113). Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει να επισημάνω ότι ο ενόρκως δηλών επιβεβαιώνει την αιτία της αγωγής των Εναγόντων και το ποσό το οποίο αξιώνεται, επιπλέον δε δηλώνει ότι οι Εναγόμενοι δεν έχουν υπεράσπιση στην αγωγή. Η ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων από πλευράς Εναγόντων μετατόπισε το βάρος απόδειξης στους ώμους των Εναγομένων να αποδείξουν ότι έχουν καλόπιστη υπεράσπιση. Στην υπόθεση Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) LTD v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239 αναφέρθηκε ότι: «Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές όσο και τις Αγγλικές αποφάσεις είναι ότι συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη του δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται, ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (CY.E.M.S. Co Ltd v. The Central Co-Operative Industries Co Ltd
(1982)1 Α.Α.Δ.897). Έτσι, είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο.» Στην υπόθεση N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 (Γ) AAΔ 1912 αναφέρθηκε ότι: «Είναι αρκετό για εναγόμενο, για την εξασφάλιση του δικαιώματος υπεράσπισης χωρίς όρους, να δείξει πως υπάρχει δικάσιμο θέμα ανεξάρτητα αν το δικαστήριο πιστεύει πως τελικά η προβαλλόμενη υπεράσπιση μπορεί να μην επιτύχει. Όμως, το κριτήριο δεν ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση. Διαφορετικά θα ήταν εύκολο σε κάθε σχεδόν περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς. Με αποτέλεσμα την αχρήστευση του μέτρου. Τη θέση μας ενισχύει το παρακάτω απόσπασμα από την Annual Practice
(1959)σελ. 250, που αποτελεί το απαύγασμα της αγγλικής νομολογίας με την οποία είναι εναρμονισμένη η κυπριακή: "The defendant's affidavit must "condescend upon particulars". It is not enough merely to deny the debt, or allege fraud, or state a legal objection. Sufficient facts and particulars must be given to show that there is a bona fide defense (Wallingford v. Mutual Soc., 5 App Cas. 685, see judgment of Lord Blackburn at p. 704; Harrison v. Bottenheim, 26 W.R. 362, Ray v.Barker, 4 Ex. D. 283; Shurmer v. Young, 5 T.L.R. 155, and cases cited r. 6(n.)." Επίσης, στην υπόθεση Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ (υπό εκκαθάριση) κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ.1)
(2001)1 ΑΑΔ 418 αναφέρθηκε ότι: «Συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης. Εφόσον προκύπτει μεταξύ των διαδίκων διαφορά που χρήζει επίλυσης, ο εναγόμενος δεν στερείται της δυνατότητας υπεράσπισης και προβολής σχετικής επί του θέματος ανταπαίτησης, με εκ των προτέρων υπολογισμούς αναφορικά με τις πιθανότητες επιτυχίας και με ευρήματα έξω από το πλαίσιο δίκης στην αγωγή. Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18.» Αυτό το οποίο προκύπτει από μια προσεκτική εξέταση της ενόρκου δηλώσεως η οποία συνοδεύει την ένσταση των Εναγομένων, είναι ότι, πέραν από τη βασική υπεράσπιση των Εναγομένων η οποία, εξ όσων έχω αντιληφθεί, συνίσταται στο ότι οι επίδικες επιταγές δόθηκαν χωρίς να υπάρχει αντάλλαγμα εκ μέρους των Εναγόντων, εγείρονται διάφορα άλλα παρεμφερή ζητήματα με τα οποία θεωρώ ορθό όπως ασχοληθώ πρωτίστως. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, οι Εναγόμενοι στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση τους ισχυρίζονται ότι δεν γνωρίζουν καμιά εταιρεία με το όνομα των Εναγόντων. Η εταιρεία με την οποία συνεργάστηκαν ήταν, όπως ισχυρίζονται, η Karmi General Trading Limited. Αυτό το οποίο παρατηρώ είναι ότι στο σώμα των επίδικων επιταγών, οι οποίες επισυνάπτονται ως τεκμήρια στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό εξέταση αίτηση, ως δικαιούχος αναγράφεται κάποια εταιρεία με το όνομα Karmi General Trading Limited. Οι Ενάγοντες στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση τους, την οποία καταχώρησαν μετά από άδεια του Δικαστηρίου, παρουσιάζουν στοιχεία, συγκεκριμένα πιστοποιητικό του Εφόρου Εταιρειών ημερομηνίας 13/11/2014 (τεκμήριο Β), σύμφωνα με το οποίο δεν υπάρχει εγγεγραμμένη εταιρεία με το όνομα Karmi General Trading Limited. Από την έρευνα όμως στο αρχείο του Εφόρου Εταιρειών (τεκμήριο Α) προκύπτει ότι υπάρχει εταιρεία εγγεγραμμένη με το όνομα των Εναγόντων. Πέραν της ως άνω μαρτυρίας, την οποία κρίνω ως επαρκή απόδειξη του ότι δεν υπάρχει εγγεγραμμένη εταιρεία με το όνομα που ισχυρίζονται οι Εναγόμενοι ότι είχαν συνεργασία, στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση τους παραδέχονται ότι ήταν αυτοί που εξέδωσαν και παρέδωσαν στους Ενάγοντες τις επίδικες επιταγές. Δεν αμφισβητείται καθ' οιονδήποτε τρόπο ότι οι Ενάγοντες είναι οι νόμιμοι κάτοχοι των επίδικων επιταγών. Επισημαίνω ότι δεν προβάλλεται ισχυρισμός περί παράνομης απόκτησης των επιταγών από τους Ενάγοντες. Τα δεδομένα τα οποία παραθέτω αμέσως πιο πάνω δεν αφήνουν περιθώριο αμφιβολίας ότι το πρόσωπο με το οποίο συνεργάστηκαν οι Εναγόμενοι είναι η Ενάγουσα εταιρεία. Καθίσταται λοιπόν φανερό ότι ο υπό εξέταση ισχυρισμός των Εναγομένων δεν έχει περιθώριο επιτυχίας. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να υπογραμμίσω ότι η συμπληρωματική ένορκη δήλωση των Εναγόντων περιλαμβάνει και άλλους ισχυρισμούς, πέραν αυτών που σχετίζονται με το όνομα της εταιρείας με την οποία είχαν συνεργασία οι Εναγόμενοι. Όμως, ενόψει του ότι οι ισχυρισμοί αυτοί εισήχθησαν χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου, δεν θα ληφθούν υπόψιν. Οι Εναγόμενοι, επικαλούμενοι το άρθρο 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου αρ. 22/85, υποστηρίζουν ότι η υπό εξέταση διαφορά θα έπρεπε, πριν καταλήξει στο Δικαστήριο, να ακολουθήσει τη διαδικασία επίλυσης της με διαιτησία, ως προνοείται στο ως άνω άρθρο. Θεωρώ ορθό να μεταφέρω αυτούσιο το σχετικό άρθρο του Νόμου 22/85: «52.-
(1)Τηρουµένων των διατάξεων του περί της Σύστασης και Λειτουργίας του Ενιαίου Φορέα Εξώδικης Επίλυσης ∆ιαφορών Χρηµατοοικονοµικής Φύσεως Νόµου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, και του Κώδικα ∆εοντολογίας που εκδίδεται από την Κεντρική Τράπεζα, µε βάση τον περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυµάτων Νόµου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, προς τα πιστωτικά ιδρύµατα και τους δανειζόµενους σχετικά µε τη διαχείριση των δανείων ή άλλων πιστωτικών διευκολύνσεων σε καθυστέρηση, οσάκις εγείρεται οιαδήποτε διαφορά αφορώσα τις εργασίες εγγεγραµµένης εταιρείας- (α) µεταξύ µελών, πρώην µελών, προσώπων αξιούντων µέσω µελών, καταθετών, οφειλετών ή των εγγυητών τους· ή (β) µεταξύ µέλους, πρώην µέλους ή προσώπου αξιούντος µέσω µέλους, πρώην µέλους ή αποβιώσαντος µέλους ή καταθέτη, χρεώστη ή πελάτη και της εταιρείας, της επιτροπείας ή του συµβουλίου αυτής ή οιουδήποτε αξιωµατούχου, αντιπροσώπου ή υπαλλήλου της εταιρείας· ή (γ) µεταξύ της εταιρείας ή της επιτροπείας ή του συµβουλίου αυτής και οιουδήποτε αξιωµατούχου, αντιπροσώπου ή υπαλλήλου της εταιρείας· ή (δ) µεταξύ της εταιρείας και οιασδήποτε άλλης εγγεγραµµένης εταιρείας, η διαφορά αυτή θα παραπέµπεται από την εγγεγραµµένη εταιρεία ή από οποιοδήποτε από τα πιο πάνω πρόσωπα στον Έφορο: Νοείται ότι - (α) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου σε καµιά περίπτωση δεν κωλύουν εγγεγραµµένη εταιρεία ή οποιοδήποτε πρόσωπο να προσφύγει σε αρµόδιο δικαστήριο στη ∆ηµοκρατία ή σε άλλο κράτος εναντίον οποιουδήποτε·» Από την επιφύλαξη του ως άνω άρθρου καθίσταται φανερό ότι η διαιτησία που αναφέρεται σ' αυτό δεν είναι υποχρεωτική, ούτε αποτελεί εμπόδιο για οποιοδήποτε πρόσωπο να προσφύγει στο Δικαστήριο. Αποτελεί απλά ένα όργανο επίλυσης της διαφοράς, στο οποίο μπορούν να προσφύγουν οι διάδικοι, εφόσον υπάρχει αμοιβαία συμφωνία. Καθίσταται λοιπόν φανερό ότι δεν ήταν αναγκαία η παραπομπή της υπό εξέταση διαφοράς σε διαιτησία. Οι Ενάγοντες είχαν κάθε δικαίωμα να μην επιλέξουν την διαδικασία της διαιτησίας του άρθρου 52 και να προσφύγουν απευθείας στο Δικαστήριο, όπως και έπραξαν. Υποστηρίζουν επίσης, οι Εναγόμενοι, ότι η υπό εξέταση διαδικασία είναι καταχρηστική για το λόγο ότι οι Ενάγοντες, για τις ίδιες επιταγές, καταχώρησαν εναντίον τους δύο ποινικές υποθέσεις, συγκεκριμένα τις υπ' αριθμό 25821/13 και 25819/13 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Το ζήτημα της παράλληλης καταχώρησης ιδιωτικής ποινικής δίωξης και πολιτικής αγωγής για είσπραξη μη τιμηθεισών επιταγών, έχει εξεταστεί στην υπόθεση Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμος
(2002)2 ΑΑΔ 522, στην οποία αποφασίστηκε ότι η παράλληλη προώθηση των ως άνω διαδικασιών δεν συνιστά κατάχρηση. Επίσης, ισχυρίζονται ότι η τυχόν έκδοση απόφασης στην παρούσα υπόθεση, χωρίς να δοθεί στους Εναγόμενους το δικαίωμα να προβάλουν την υπεράσπιση τους, επηρεάζει τα συνταγματικά τους δικαιώματα, ως κατηγορουμένων στις ως άνω ποινικές υποθέσεις. Στην γραπτή αγόρευση των συνηγόρων των Εναγομένων το ζήτημα αυτό συγκεκριμενοποιείται ως ακολούθως: Στην ουσία, μέσω της παρούσας διαδικασίας, γίνεται μια προσπάθεια για αλίευση μαρτυρίας, η οποία θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναντίον των Εναγομένων στα πλαίσια ποινικής διαδικασίας, θέτοντας εν αμφιβόλω το τεκμήριο της αθωότητας των Εναγομένων. Αυτό το οποίο θα πρέπει να λεχθεί προς απάντηση των ως άνω ισχυρισμών, είναι ότι δεν επεξηγείται ο τρόπος με τον οποίο οποιαδήποτε μαρτυρία στην παρούσα υπόθεση θα επηρεάσει τα δικαιώματα των Εναγομένων στις ως άνω ποινικές υποθέσεις. Επιπρόσθετα, αυτό το οποίο θα ήθελα να επισημάνω είναι ότι εάν πράγματι οι Εναγόμενοι πιστεύουν ότι έχουν επηρεαστεί ή παραβλάπτονται οποιαδήποτε δικαιώματα τους, συνεπεία της παρούσας διαδικασίας, θα έχουν την ευκαιρία να εγείρουν το ζήτημα αυτό στα πλαίσια των ως άνω ποινικών υποθέσεων αφού, όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση των Εναγομένων, δεν έχει ακόμα ξεκινήσει η ακροαματική διαδικασία στις ως άνω ποινικές υποθέσεις. Ως μη αποδεκτή κρίνεται και η θέση των Εναγομένων ότι η παρούσα διαδικασία ηγέρθη με μοναδικό σκοπό να ασκηθεί πίεση προς αυτούς για είσπραξη των επίδικων επιταγών. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η ουσιαστική υπεράσπιση των Εναγομένων είναι ότι οι επίδικες επιταγές δόθηκαν χωρίς να υπάρχει αντάλλαγμα εκ μέρους των Εναγόντων. Σύμφωνα με όσα ισχυρίζονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση τους, οι διάδικοι συνεργάζονταν μεταξύ τους και οι Ενάγοντες διατηρούσαν χρεοπιστωτικό λογαριασμό των Εναγομένων. Οι Ενάγοντες ζήτησαν και έλαβαν τις επίδικες επιταγές μόνο ως κατ' αρχήν αναγνώριση του χρέους των Εναγομένων προς αυτούς. Κατά την παράδοση των επιταγών, οι οποίες παραδόθηκαν από υπάλληλο του λογιστηρίου των Εναγομένων, μετά από ρητές οδηγίες του ενόρκως δηλούντα, υπήρχε ρητή συνεννόηση με τους Εναγόμενους ότι οι επιταγές δεν θα κατατίθεντο στην τράπεζα ή θα εξαργυρώνονταν με οποιοδήποτε τρόπο. Η συνεννόηση τους ήταν ότι μετά την παράδοση των επιταγών θα προγραμματιζόταν συνάντηση μεταξύ των διαδίκων για να ελεχθεί το υπόλοιπο του λογαριασμού των Εναγομένων, να γίνει αντιπαραβολή των εκατέρωθεν θέσεων και όταν θα συμφωνείτο το ποσό της οφειλής θα επιστρέφονταν οι επιταγές και θα διευθετείτο το υπόλοιπο. Ήταν, περαιτέρω, συνεννόηση ότι εάν δεν υπήρχε σύγκλιση ως προς το τελικό ποσό της οφειλής των Εναγομένων, τότε η όλη υπόθεση θα παραπεμπόταν στον ΄Εφορο Συνεργατικών Εταιρειών για επίλυση της διαφοράς ή παραπομπή της σε διαιτησία. Παρόλα αυτά, οι Ενάγοντες, αφού παρέλαβαν τις επιταγές, ουδέποτε διευθέτησαν συνάντηση με τους Εναγόμενους. Κατά παράβαση δε των συμφωνηθέντων, προχώρησαν διαδικασίες εναντίον των Εναγομένων με βάση τις επίδικες επιταγές. Αυτό το οποίο διαφαίνεται από μια προσεκτική μελέτη των ως άνω ισχυρισμών είναι ότι οι Εναγόμενοι παραδέχονται την έκδοση των επίδικων επιταγών. Παραδέχονται ακόμα ότι στα πλαίσια της συνεργασίας τους διατηρείτο από τους Ενάγοντες χρεοπιστωτικός λογαριασμός, στον οποίο καταχωρούνταν οι χρεώσεις και οι πιστώσεις, αντίστοιχα. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι επιταγές παραδόθηκαν στους Ενάγοντες ως κατ' αρχήν αναγνώριση του χρέους τους. Αυτό το οποίο κατ' αρχή παρατηρώ είναι ότι ο ενόρκως δηλών δεν διευκρινίζει κατά πόσο ήταν ο ίδιος προσωπικά που είχε συνεννοηθεί ότι οι επιταγές δεν θα κατατίθεντο προς εξαργύρωση, ή ο υπάλληλος του λογιστηρίου των Εναγομένων που παρέδωσε τις επιταγές. Επιπλέον, δεν διευκρινίζεται ποιο ήταν το συγκεκριμένο πρόσωπο, από πλευράς Εναγόντων, με το οποίο είχε γίνει η ισχυριζόμενη συνεννόηση. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημάνω ότι ο ενόρκως δηλών δεν αναφέρεται σε συμφωνία αλλά σε συνεννόηση με τους Ενάγοντες. Τις ίδιες παρατηρήσεις έχω να αναφέρω και σε σχέση με την κατ' ισχυρισμό συνεννόηση για προγραμματισμό συνάντησης με τους Ενάγοντες καθώς και σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι σε περίπτωση που δεν υπήρχε σύγκλιση, ως προς το τελικό ποσό της οφειλής των Εναγομένων, η διαφορά θα παραπεμπόταν στον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών. Δεν διευκρινίζεται ποιο ήταν το συγκεκριμένο φυσικό πρόσωπο ή τα πρόσωπα από την κάθε πλευρά που είχαν συνεννοηθεί μεταξύ τους, αφού οι διάδικοι αποτελούν νομικές οντότητες, εκπροσωπούμενοι από τους διευθυντές ή εξουσιοδοτημένους υπαλλήλους τους. Θα πρέπει ακόμα να γίνει αναφορά στον ισχυρισμό των Εναγομένων ότι ήταν ρητός όρος της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας συνεργασίας ότι οποιαδήποτε διαφορά προέκυπτε, κατά τη συνεργασία τους, θα παραπέμπτετο στον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών, προς επίλυση. Δεν παρέχεται οποιαδήποτε διευκρίνιση από τους Εναγόμενους σε σχέση με το κατά πόσο επρόκειτο για γραπτή ή προφορική συμφωνία, πότε είχε συνομολογηθεί και ποια ήταν τα φυσικά πρόσωπα από την κάθε πλευρά, τα οποία προέβησαν στη συνομολόγηση της. Ενόψει των όσων αναφέρονται πιο πάνω, καθίσταται φανερό ότι οι ως άνω ισχυρισμοί των Εναγομένων παρέμειναν γενικοί και αόριστοι. Το σημείο αυτό είναι κατάλληλο για να σχολιαστεί ο λόγος ένστασης των Εναγομένων ότι η απαίτηση των Εναγόντων πηγάζει από άκυρη και/ή ακυρώσιμη συμφωνία. Αυτό το οποίο θα πρέπει να επισημανθεί είναι ότι, παρά το ότι οι Εναγόμενοι στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης τους, ψέγουν τους Ενάγοντες ότι δεν τήρησαν τα συμφωνηθέντα, εντούτοις δεν φαίνεται να προέβησαν σε οποιαδήποτε ενέργεια για την ακύρωση ή τον τερματισμό της ισχυριζόμενης συμφωνίας. Η βασικότερη όμως παράλειψη του ενόρκως δηλούντα είναι ότι σε κανένα σημείο της ενόρκου δηλώσεως του αναφέρει ποιο είναι το κατά την εκδοχή των Εναγομένων πραγματικά οφειλόμενο ποσό, κατά τρόπο ώστε να διαφαίνετο ότι υπάρχει πράγματι διαφορά σε σχέση με το οφειλόμενο ποσό. Ούτε στην απαντητική επιστολή των δικηγόρων των Εναγομένων, στην επιστολή των δικηγόρων των Εναγόντων, η οποία επισυνάπτεται ως τεκμήριο στην ως άνω ένορκη δήλωση, αναφέρεται ποιο είναι το πραγματικά οφειλόμενο ποσό. Απλά, αναφέρεται ότι οι Εναγόμενοι διερευνούν το πραγματικά οφειλόμενο ποσό προς τους Ενάγοντες. Θα πρέπει ακόμα να επισημανθεί ότι δεν διευκρινίζεται ποια ήταν η θέση, την οποία θα αντιπαρέβαλλαν οι Εναγόμενοι στις θέσεις των Εναγόντων, κατά την ισχυριζόμενη συνάντηση που θα διευθετούσαν οι Ενάγοντες, με σκοπό να καταλήξουν στο οφειλόμενο ποσό. Όπως έχει νομολογηθεί στην υπόθεση Heatron Co Ltd v. Χριστόφορου Κώστα Σωκράτους
(2012)1Β ΑΑΔ 1034, 1039: «Σύμφωνα με το Άρθρο 73 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262 (Μέρος ΙΙΙ), μια επιταγή θεωρείται ως συναλλαγματική και εκτός αν υπάρχει διαφορετική πρόνοια στο Νόμο, διέπεται από τις ίδιες διατάξεις που εφαρμόζονται για τις συναλλαγματικές. Όπως έχει νομολογηθεί, πληρωμές που γίνονται με επιταγή, στην ουσία εξισώνονται με πληρωμές τοις μετρητοίς, με αποτέλεσμα η υπεράσπιση που μπορεί να προβληθεί να πρέπει να συσχετιστεί είτε με την πληρωμή, είτε με την εγκυρότητα της επιταγής (Nova (Jersey) Knit Ltd v. Kammgarn Spinnerei G.m.b.H [1977] 2 All ER 463 (HL), James Lamont & Co Ltd v. Hyland Ltd (No 2) [1950] 1 All ER 929 και Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v. Tlais [1991] 1 A.A.Δ. 239). ................................ Σύμφωνα με το Άρθρο 27
(2)του Νόμου, ο κάτοχος επιταγής θεωρείται εκ πρώτης όψεως ως κάτοχος για αξία και δεν είναι υποχρεωμένος να αποδείξει την ύπαρξη αντιπαροχής. Λόγω του τεκμηρίου που δημιουργείται, το βάρος απόδειξης για την έλλειψη αντιπαροχής μετατίθεται στο πρόσωπο που επικαλείται την έλλειψη αντιπαροχής (βλ. Ρωμανού ν. Χρυσάνθου
(1991)Ε Α.Α.Δ. 991).» Οι Εναγόμενοι είχαν το βάρος να παρουσιάσουν τέτοια στοιχεία, από τα οποία θα μπορούσε να διαφανεί ότι το ποσό που οφείλουν στους Ενάγοντες δεν ανταποκρίνεται στο συνολικό ποσό των επίδικων επιταγών. Τα στοιχεία, όμως, τα οποία παρουσίασαν, κάθε άλλο παρά ικανοποιητικά ή επαρκή θα μπορούσαν να κριθούν. Με βάση τα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω καταλήγω ότι οι Εναγόμενοι απέτυχαν να αποκαλύψουν μια καλόπιστη υπεράσπιση. Για το λόγο αυτό δεν θα πρέπει να τους δοθεί το δικαίωμα να υπερασπιστούν την αγωγή. Η υπό εξέταση αίτηση επιτυγχάνει και οι Ενάγοντες δικαιούνται στην έκδοση απόφασης προς όφελος τους, ως η Έκθεση Απαίτησης τους. Όσον αφορά τα έξοδα, δεν βλέπω οποιοδήποτε λόγο για απόκλιση από το γενικό κανόνα ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα. Εκδίδεται απόφαση, προς όφελος των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων, για ποσό €272.770,40, πλέον νόμιμο τόκο, πλέον έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Interim Αναφορά: Αίτηση για συνοπτική απόφαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο