Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Μιλτιάδης Μαρνέρος κ.α., Αρ. Αγωγής: 3509/13, 20/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A72 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 3509/13 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, από την Λευκωσία Εναγόντων/Καθ ων η Αίτηση και
- Μιλτιάδης Μαρνέρος, (Δ.Τ. 684049), από τη Λεμεσό
- Χριστάκης Μαρνέρος, (Δ.Τ. 145504), από τη Λεμεσό
- Μαρούλα Μαρνέρου, (Δ.Τ. 517216), από τη Λεμεσό Εναγόμενων/Αιτητών ------------------------ Αίτηση για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες ημερ. 24.10.14 Ημερομηνία: 20 Μαρτίου 2015 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενους/ Αιτητές: κ.κ. Κώστας Μελάς & Σια Δ.Ε.Π.Ε., για την απαγγελία απόφασης κα Β. Γιατρού Για τους Ενάγοντες / Καθ' ων η αίτηση: κ.κ. Chrysses Demetriades & Co LLC, για την απαγγελία απόφασης κα Μ. Χριστοδουλίδου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η απαίτηση της Ενάγουσας εναντίον των Εναγομένων είναι για ποσό €27.139,38σ πλέον τόκους προς 14% από 01.04.13 μέχρι εξόφλησης με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 1/1 και 1/7 εκάστου έτους πλέον έξοδα και Φ.Π.Α. ως ποσό οφειλόμενο δυνάμει συμφωνιών παραχώρησης τρεχούμενου λογαριασμού και δανείου. Οι συνήγοροι των Αιτητών απέστειλαν επιστολή στους συνηγόρους της Καθ ης η αίτηση για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης η οποία καταχωρήθηκε στις 12.9.14 και η οποία επισυνάπτεται ως Παράρτημα 1 στην Αίτηση ημερ. 24.10.
- Στις 24.10.14 καταχωρήθηκε από πλευράς Εναγομένων-Αιτητών η υπό εξέταση Αίτηση με την οποία ζητείται η έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου που να διατάσει την Ενάγουσα να δώσει στους Εναγομένους περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες αναφορικά με τους λογαριασμούς τρεχουμένου και δανείου από την έναρξη μέχρι την λήξη τους και λεπτομέρειες των παραγράφων 1(Γ), 8 και 10 της Έκθεσης Απαίτησης. Δεν θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ στο πλήρες περιεχόμενο των αιτημάτων των Αιτητών εφόσον είναι εμφανές από την ίδια την Αίτηση. Η αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.19 θ.θ. 6 και 7, Δ.48 θ.θ. 2 -4 και 9(i). Η Αίτηση δεν συνοδεύεται από ένορκο δήλωση και σύμφωνα με αυτή τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται φαίνονται στο φάκελο της δικογραφίας, οι Αιτητές ζήτησαν τις λεπτομέρειες με επιστολή ημερ. 12.9.14 αλλά η Ενάγουσα παρέλειψε να τις δώσει και οι λεπτομέρειες είναι απαραίτητες για την σύνταξη της υπεράσπισης. Η Ενάγουσα- Καθ' ης η Αίτηση καταχώρησε Ένσταση στις 10.2.
- Λόγοι της ένστασης είναι ότι η Αίτηση είναι κατά νόμο και ουσία αβάσιμη, η Αίτηση αποσκοπεί στην εξασφάλιση μαρτυρίας, οι Αιτητές ζητούν λεπτομέρειες για γεγονότα τα οποία γνωρίζουν και/ή οφείλουν να γνωρίζουν και/ή είναι φανερά από απλή ανάγνωση των σχετικών με τα γεγονότα της αγωγής εγγράφων τα οποία έχουν στην κατοχή τους, δεν προβάλλονται ικανοποιητικοί λόγοι που να δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και δεν είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθούν τα διατάγματα. Η ένσταση στηρίζεται σε ένορκη δήλωση του Χρίστου Περικλέους Δικηγόρου ο οποίος ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης. Η Αίτηση οδηγήθηκε σε Ακρόαση και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων κατέθεσαν γραπτώς στο Δικαστήριο εμπεριστατωμένες αγορεύσεις, παρέπεμψαν σε νομολογία και προώθησαν ο καθένας τις θέσεις του χωρίς να καθίσταται αναγκαίο να αναφερθώ στο περιεχόμενο τους ενώ όπου κρίνεται αναγκαίο θα παραπέμπω σε αυτές. Μελετώντας την Αίτηση έχω διαπιστώσει ότι από την νομική βάση της Αίτησης ελλείπει η ουσιαστική Δικονομική πρόνοια και συγκεκριμένα ο Θ. 8 της Δ.
- Εφόσον οι Αιτητές ζητούν λεπτομέρειες πριν την καταχώρηση της Υπεράσπισης τους εφαρμογή έχει η Δ.19 Θ. 8 όπου ο Θ. 8 θέτει συγκεκριμένες προϋποθέσεις για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε αυτό το στάδιο. Επομένως καθίσταται αναγκαίο προτού υπεισέρθω στην εξέταση της ουσίας της Αίτησης να εξετάσω την παρατηρούμενη παρατυπία υπό το φως των προνοιών της Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και της σχετικής νομολογίας. Το πρώτο ερώτημα το οποίο πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσον η διαπιστωθείσα μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς είναι θεραπεύσιμη ή όχι. Η Δ.64 όπως τροποποιήθηκε με τον Τροποποιητικό Κανονισμό 2/1995 προβλέπει ότι:- «Δ.64 1.
(1)H μη συμμόρφωση, λόγω οποιασδήποτε πράξεως ή παραλείψεως, με τα προβλεπόμενα από τους παρόντες Κανονισμούς, αναφορικά με χρόνο, τόπο, τρόπο, τύπο, περιεχόμενο ή οτιδήποτε άλλο κατά την έναρξη ή τη φερόμενη έναρξη οποιασδήποτε διαδικασίας, ή σε σχέση με αυτή, θα θεωρείται παρατυπία και δε θα καθιστά άκυρη τη διαδικασία, οποιοδήποτε βήμα στη διαδικασία, ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή.
(2)Τηρουμένης της παραγράφου
(3), το Δικαστήριο δύναται, εφόσο διαπιστώσει τέτοια μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς, όπως προβλέπεται στην παράγραφο
(1), και υπό τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, όπως κρίνει δίκαιο, να παραμερίσει εξ ολοκλήρου ή εν μέρει τη διαδικασία στην οποία επεσυνέβη η μη συμμόρφωση, οποιοδήποτε βήμα έγινε στη διαδικασία εκείνη, ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή, ή ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχουν οι παρόντες Κανονισμοί, να επιτρέψει τέτοιες τροποποιήσεις, εάν χρειάζονται, και να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, εάν χρειάζεται, αναφορικά με τη διαδικασία γενικά, όπως κρίνει πρέπον. ..............» Με την Δ.64 δόθηκε στο Δικαστήριο η διακριτική ευχέρεια σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τους Κανονισμούς είτε να παραμερίσει τη διαδικασία, είτε να θεωρήσει τη μη συμμόρφωση θεραπεύσιμη και να εκδώσει διάταγμα για διόρθωση ή άρση της παρατυπίας. Η νομολογία καθιέρωσε κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου με προεξάρχων ότι η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας υπέρ της άρσης της παρατυπίας, δεν θα οδηγούσε σε πασιφανή αδικία στην άλλη πλευρά. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Karl Heinz Wunderlich κ.α. ν. Παναγιώτου
(1999)1A ΑΑΔ 366, Landbroke Group Plc κ.α. ν. Παπακόκκινου
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1535 και η αγγλική υπόθεση Metroinvest Ansalt and Others v. Commercial Union [1985] 1 WLR
- Η μη συμπερίληψη της ορθής Δικονομικής βάσης ήταν μια από τις περιπτώσεις που προσπάθησε ρητά να καλύψει η Δ.64 ώστε τέτοιας φύσεως παράληψη να μην οδηγεί σε ακύρωση. Επομένως θεωρώ ότι η συγκεκριμένη περίπτωση καλύπτεται πλήρως από τη Δ.64 θ.
- Δεν μου διαφεύγει το γεγονός ότι η αναφορά στη νομική βάση μιας αίτησης είναι ουσιαστική και επιτακτική πρόνοια των θεσμών, από την άλλη όμως στην παρούσα περίπτωση παρά την ουσιαστική αυτή παράληψη των Αιτητών λαμβάνω υπόψη μου ότι τόσο η Αίτηση όσο και η ένσταση αλλά και η επιχειρηματολογία των δυο πλευρών επικεντρώθηκε σε όσα προνοεί η Δ.19 Θ. 8 καθιστώντας την ουσιαστική αυτή παράλειψη επιδεκτικής σε θεραπεία. Ποια όμως είναι η εξουσία του Δικαστηρίου και πως αυτή ασκείται επί της προκειμένης παρατυπίας η οποία ως αναφέρεται ανωτέρω δεν προβλήθηκε από πλευράς Καθ ης η αίτηση αλλά ούτε διαπιστώθηκε από τους Αιτητές για να λάβουν μέτρα διόρθωσης της παρατυπίας. Σύμφωνα με την Wunderlich κ.α. ν. Παναγιώτου, ανωτέρω, η παράλειψη αναφοράς στην ορθή νομική βάση στην αίτηση θεωρείται ως παρατυπία η οποία μπορεί να θεραπευθεί με τον τρόπο και τη διαδικασία που προβλέπεται από τη νέα Δ.
- Το Εφετείο υιοθετώντας τα όσα αναφέρθηκαν στην αγγλική υπόθεση Metroinvest Ansalt and Others v. Commercial Union, ανωτέρω, ανέφερε τα εξής:- «Το θέμα έχει τύχει αντιμετώπισης από το Αγγλικό Εφετείο στην Metroinvest Ansalt and Others v. Commercial Union [1985] 1 W.L.R. 513, 520, 521,
- Στην υπόθεση εκείνη έχει ερμηνευθεί η νέα αγγλική Δ.2 - αντιστοιχεί με τη δική μας νέα Δ.64 - και από τη μελέτη της απόφασης προκύπτουν τα εξής:
- Όπου διαπιστώνεται παρατυπία λόγω παράλειψης συμμόρφωσης με τους Θεσμούς το παράτυπο μέτρο ή έγγραφο παραμένει παράτυπο inter partes μέχρις ότου το ζήτημα εξεταστεί από το δικαστήριο δυνάμει της νέας Δ.64 θ.
- Επιβάλλεται η εξέταση του ζητήματος της παρατυπίας από το δικαστήριο έστω και αν τέτοιο ζήτημα δεν είχε εγερθεί από τους διάδικους.
- Η παραίτηση της άλλης πλευράς, με τρόπο ρητό ή εξυπακουόμενο, από το δικαίωμα που της παρέχεται λόγω της παρατυπίας αποτελεί καλό λόγο για να γίνει αποδεκτή η παρατυπία.
- Ένας από τους κύριους λόγους που λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δυνάμει της Δ.64 θ.2 είναι ο δυσμενής επηρεασμός (prejudice) της άλλης πλευράς λόγω της συγκεκριμένης παρατυπίας. Ωστόσο η νέα Δ.64 θ.2 είναι διατυπωμένη με τρόπο που να παρέχει στο δικαστήριο την ευρύτερη δυνατή εξουσία για να απονέμει δικαιοσύνη.
- Στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το δικαστήριο μπορεί να παραμερίσει πλήρως ή μερικώς τη διαδικασία στην οποία έχει σημειωθεί η παρατυπία ή - διαζευκτικά - "να εκδώσει τέτοιο διάταγμα αναφορικά με τη διαδικασία γενικά όπως κρίνει πρέπον". Το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Λόρδου Δικαστή Slade - στις σελ. 522-523 - είναι διαφωτιστικό: ................. Σε ελληνική μετάφραση: "Όπου στη διάρκεια της διαδικασίας, το δικαστήριο διαπιστώνει ότι έχει επισυμβεί παράλειψη της φύσης που αναφέρεται στην Δ.2 θ.1
(1)από την οποία το άλλο μέρος δεν έχει παραιτηθεί με τρόπο ρητό ή εξυπακουόμενο, η Δ.2 θ. 1
(2)παρέχει στο Δικαστήριο επιλογή της πορείας που θα ακολουθήσει με δική του διακριτική ευχέρεια, είτε υπάρχει ενώπιον του ή όχι αίτηση δυνάμει της Δ.2 θ.2. Σε τέτοια περίπτωση στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δυνάμει του θ. 1
(2), μπορεί είτε να υιοθετήσει την πλέον δρακόντια πορεία πλήρους παραμερισμού ή μερικώς της διαδικασίας στην οποία έχει επισυμβεί η παράλειψη .... Διαζευκτικά μπορεί «να εκδώσει τέτοιο διάταγμα .. αναφορικά με τη διαδικασία γενικά όπως κρίνει πρέπον». Οι τελευταίες λέξεις είναι, κατά την άποψη μου, έκδηλα τόσο ευρείες που του δίνουν εξουσία να εκδώσει διάταγμα παραίτησης από το δικαίωμα που παρέχεται λόγω της παρατυπίας: βλ. π.χ., Leal ν. Dunlop Bio-Processes International Ltd [1984] 1 W.L.R. 874, 880F, απόφαση του Δικαστή Stephenson." (Βλ. και Panayiotis Georghiou (πιο πάνω) και Αθανασιάδης ν. Αλεξάνδρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 945). Υιοθετούμε την πιο πάνω θέση της Αγγλικής Νομολογίας γιατί αντανακλά την ορθή ερμηνεία της νέας Αγγλικής Δ.2 η οποία αντιστοιχεί με τη δική μας νέα Δ.64.» Στην υπόθεση ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΑΛΕΚΚΟΥ ν ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΙΔΗ, Πολιτική Έφεση Αρ. 63/2010, 17.12.13, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Στην προκειμένη περίπτωση, από τη στιγμή που το πρωτόδικο δικαστήριο προέβη σε διαπίστωση ότι πρόκειται για θεραπεύσιμη παρατυπία, δεν βλέπουμε λόγο γιατί να μην μπορούσε στην ίδια διαδικασία να θεραπεύσει την παρατυπία δυνάμει της Δ.64, εφόσον το έκρινε αναγκαίο. Θα ήταν τυπολατρική προσέγγιση αν κρίναμε ότι για να θεραπευθεί η ήδη διαπιστωθείσα παρατυπία θα έπρεπε το πρωτόδικο δικαστήριο να αναβάλει την υπόθεση, ώστε να δοθεί χρόνος στον Εφεσίβλητο να καταχωρίσει αίτηση δυνάμει της Δ.64 για να θεραπεύσει την παρατυπία. Διερωτόμαστε σε τι θα εξυπηρετούσε η αίτηση, εφόσον η άλλη πλευρά δεν θα μπορούσε να έχει ουσιαστικούς λόγους ένστασης, αφού το ουσιαστικό θέμα είχε ήδη κριθεί από το πρωτόδικο δικαστήριο. Βέβαια οι πιο πάνω παρατηρήσεις μας δεν πρέπει να τύχουν παρανόησης ως προς το καθήκον του κάθε δικηγόρου ή διαδίκου που διαπιστώνει την παρατυπία να λαμβάνει έγκαιρα στην κατάλληλη περίπτωση τα αναγκαία μέτρα για θεραπεία της και όχι να αφήνει τα πράγματα να τύχουν διόρθωσης από το Δικαστήριο.» Η πλευρά της Καθ ης η Αίτηση δεν ήγειρε στην ένσταση της το θέμα της εν λόγω παρατυπίας και δεν θεωρώ ότι η απλή αναφορά στον πρώτο λόγο ένστασης περί του ότι η Αίτηση είναι κατά νόμο και ουσία αβάσιμη περιλάμβανε την εν λόγω παρατυπία εφόσον δεν έγινε καμία ειδική αναφορά ούτε στην ένορκο δήλωση ούτε στην γραπτή αγόρευση της, καταλήγοντας έτσι ότι η Καθ ης η αίτηση δεν προώθησε τον συγκεκριμένο λόγο ένστασης. Ενόψη των πιο πάνω συνδυασμένων νομικών αρχών εκδίδεται Διάταγμα απαλλαγής της Αίτησης από την παρατυπία λαμβάνοντας υπόψη ότι ουδεμία ζημιά θα προκληθεί στην Καθ ης η αίτηση η οποία με την ένσταση και την αγόρευση της προώθησε τις θέσεις της εις το πνεύμα και προϋποθέσεις εφαρμογής της Δ.19 Θ. 8. Η μη έγερση θέματος παρατυπίας σύμφωνα με την νομολογία ισοδυναμεί με εξυπακουόμενη παραίτηση από το δικαίωμα που εγείρεται από την σχετική παρατυπία, όπως παρατηρώ και στην υπό εξέταση περίπτωση. Στρεφόμενη τώρα στην ουσία της Αίτησης να αναφερθεί κατ' αρχάς ότι η έκδοση διατάγματος για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες αποτελεί θέμα που αφορά τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και πηγάζει από τη Δ.19, θ.6 στην οποία προνοούνται τα εξής (σε μετάφραση): «Περαιτέρω και καλύτερη έκθεση της φύσης της απαίτησης ή της υπεράσπισης ή περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες οιουδήποτε ζητήματος που αναφέρεται σε οιονδήποτε δικόγραφο, ειδοποίηση ή γραπτή διαδικασία που απαιτεί λεπτομέρειες δύναται να διαταχθεί σε όλες τις περιπτώσεις με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως πως ως ήθελε είναι δίκαιο». Χρήσιμη αναφορά για το πώς ασκείται αυτή η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση διατάγματος για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες γίνεται μεταξύ άλλων και στις υποθέσεις Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ κα. ν. Libanais S.A.L.
(1991)1 AAΔ 649, Χριστοδούλου ν. Χρ. Μαρνέρος & Σία Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 718, Χριστόδουλου Θεμιστοκλέους ν. Χρ. Γεωργιάδη Λτδ
(2000)1 ΑΑΔ 157. Στην υπόθεση Χριστοδούλου Θεμιστοκλέους ν. Χρ. Γεωργιάδης Λτδ ανωτέρω λέχθηκε, ότι η Δ.19, Θ.6 θα πρέπει να αντικρισθεί υπό το πρίσμα της Δ.19, Θ.4 στην οποία καθορίζεται ότι τα δικόγραφα περιέχουν γεγονότα και όχι μαρτυρία. Με αυτή την έννοια περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες μπορούν να δοθούν μόνο αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα στα οποία στηρίζεται το δικόγραφο και όχι αναφορικά με την μαρτυρία που θα προσκομισθεί προς απόδειξή τους. Επομένως, οι αιτούμενες λεπτομέρειες δεν επιτρέπεται να στοχεύουν στην εκμαίευση ή αποκάλυψη της μαρτυρίας με την οποία θα αποδειχθούν τα γεγονότα. Από τη νομολογία προκύπτει ότι τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες ούτως ώστε να μπορεί η άλλη πλευρά να γνωρίζει επαρκώς και σαφώς τη φύση και την έκταση της υπόθεσης που πρόκειται να αντιμετωπίζει στο Δικαστήριο για να είναι σε θέση να προετοιμάσει κατάλληλα την υπόθεση της και να μην καταληφθεί εξ απήνης. Περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες μπορούν να διαταχθούν μόνο αναφορικά με ουσιώδη γεγονότα και όχι αναφορικά με μαρτυρία. Σε καμία περίπτωση τέτοιες λεπτομέρειες δεν θα διαταχθούν όπου αποσκοπούν στην αποκάλυψη και εκμαίευση της μαρτυρίας με την οποία αυτά θα αποδειχθούν ούτε και με τη νομική ερμηνεία εγγράφων στα οποία θα στηριχθεί η άλλη πλευρά. Το Δικαστήριο όμως είναι με πολύ μεγαλύτερη φειδώ που αντιμετωπίζει αίτημα παροχής καλύτερων λεπτομερειών πριν την καταχώρηση Υπεράσπισης και σε τέτοια περίπτωση τα κριτήρια που τίθενται είναι πολύ πιο αυστηρά, παραπέμπω σχετικά στη Δ.19 θ.8 όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: "Particulars of a claim shall not be ordered under rule 6 of this Order to be delivered before defence unless the Court of Judge shall be of opinion that they are necessary or desirable to enable the defendant to plead or ought for any other special reason to be so delivered". Σύμφωνα με τη νομολογία στην περίπτωση που η Αίτηση καταχωρείται πριν την Υπεράσπιση ο Αιτητής θα πρέπει να αποδείξει ότι οι λεπτομέρειες είναι αναγκαίες για την καταχώρηση της Υπεράσπισης του ή ότι υπάρχουν ειδικοί λόγοι για την έκδοση του διατάγματος. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Alte Maritime Compania Naviera S.A. v. Toumbia Kmeid
(1982)JSC 226, Cyprus Airways v Evdokios Savva
(1992)1AAΔ.1 και Rodosthenous v. Varvia
(1985)2 JSC 235. Τέλος, στην υπόθεση Ευδόκιος Σάββα ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ (Αρ. 2)
(1992)1 ΑΑΔ 1146 λέχθηκε ότι αν οι αιτούμενες λεπτομέρειες αφορούν γεγονότα που είναι σε γνώση του αιτητή, τότε δεν εκδίδεται διάταγμα για παροχή λεπτομερειών. Σχετικά είναι και τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Vector Onega A. G. v. Του Πλοίου M/V Girvas κ.α. (Αγ. Ναυτοδικείου 121/97)
(1999)1 ΑΑΔ 986, στη σελίδα 993: «Κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις μπορεί να εκδοθεί διάταγμα πριν την καταχώρηση της Έκθεσης Υπεράσπισης. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι η ύπαρξη ιδιαίτερων λόγων ή η αναγκαιότητα παροχής των λεπτομερειών στο στάδιο αυτό για να μπορέσει ο εναγόμενος να ετοιμάσει το δικό του δικόγραφο. Ο όρος "ιδιαίτερος λόγος" εξετάστηκε από τον Πική, Π.Ε.Δ., (όπως ήταν τότε) στην Alte Maritime Compania Naviera S.A. ν. Toubia Kmeid
(1982)2 J.S.C. 226, όπου στη σελ. 228 λέχθηκαν τα ακόλουθα: "However there is nothing restricting the discretion of the Court to direct particulars at this early stage in the light of special reasons. Special reasons may be found in the face of uncommon or extraordinary circumstances making it necessary, in the interests of justice, to order particulars before defence. (On the meaning of special circumstances see Clarks of Hove Ltd v. Bakers' Union 11979] 1 All E.R. 152)." Στην υπόθεση Cyprus Airways Ltd v. Savva (ανωτέρω) λέχθηκαν τα ακόλουθα, στη σελ.7: PARTICULARS BEFORE DEFENCE: In order to prevent a request for particulars of the statement of claim being used as an instrument of delay, an order for particulars will not be made before the service of the defence, unless in the opinion of the Court, the order is necessary or desirable to enable the defendant to plead or for some other special reason. Particulars before defence are necessary or desirable where otherwise the defendant would be prejudiced or embarrassed in his pleading, or to enable the defendant to decide how to plead. Thus, where the defendant genuinely desires to consider making a payment into court, particulars of special damage will ordinarily be ordered before defence, as, for example, in actions for wrongful dismissal. On the other hand, although the defendant may be entitled to the particulars requested, they will not be ordered before the defence if they are not necessary or desirable at that stage, as for example, where the defendant intends to contest the issue of whether he is an accounting party, particulars of the sums alleged to have been paid to him will not be ordered before the defence». Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, πριν την καταχώρηση της Υπεράσπισης το Δικαστήριο θα εγκρίνει αίτηση για καλύτερες και περαιτέρω λεπτομέρειες μόνο αν (α) συντρέχουν ιδιαίτεροι ή ειδικοί λόγοι οι οποίοι μπορεί να ανευρεθούν σε ασυνήθης ή εξαιρετικές περιστάσεις (βλ Maritime Compania ανωτέρω) ή (β) όταν οι λεπτομέρειες αυτές είναι αναγκαίες για να μπορέσει ο εναγόμενος να ετοιμάσει την Έκθεση Υπεράσπισης του (βλ. Vector Onega A.G. ανωτέρω). Ιδιαίτεροι λόγοι, υπάρχουν όταν συντρέχουν περιστατικά τόσο ασυνήθιστα ή ιδιάζοντα ώστε η χορήγηση λεπτομερειών στο στάδιο αυτό να είναι αναγκαία για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Επίσης, η χορήγηση λεπτομερειών πριν την καταχώρηση της Έκθεσης Υπεράσπισης είναι αναγκαία ή επιθυμητή αν αυτές θα υποβοηθήσουν τον εναγόμενο να αποφασίσει πώς θα συντάξει την Έκθεση Υπεράσπισης του ή στην περίπτωση που αυτές δεν δοθούν, θα προκληθεί στον εναγόμενο αμηχανία ή θα τον επηρεάσουν δυσμενώς στην ετοιμασία της Υπεράσπισης του. Όσον αφορά την παρούσα αίτηση αναφέρω κατ' αρχάς ότι η Καθ ης η αίτηση ισχυρίζεται τόσο με την ένσταση της όσο και στην αγόρευση της ότι οι Αιτητές είναι γνώστες των λεπτομερειών που ζητούν και έχουν ήδη στην κατοχή τους τα έγγραφα τα οποία τους δίδουν τις λεπτομέρειες που επιδιώκουν εφόσον οι συνήγοροι των Αιτητών έχουν κατά τον ισχυρισμό της Καθ ης η αίτηση λάβει όλες τις καταστάσεις λογαριασμού στις 22.10.14. Επί τούτου του σημείου παρατηρώ ότι οι Αιτητές ούτε αντεξέτασαν τον ενόρκως δηλούντα ούτε τοποθετήθηκαν σχετικά στην αγόρευση τους χωρίς να προβληθεί οποιοσδήποτε αντίθετος ισχυρισμός περί τούτου. Γενικότερα οι Αιτητές στην αγόρευση τους δεν τοποθετούνται σχετικά με αυτό τον λόγο ένστασης της Καθ ης η αίτηση αλλά ούτε αρνούνται ή αμφισβητούν ότι έχουν στην κατοχή τους τα έγγραφα τα οποία τους παρέχουν την γνώση για τις αιτούμενες λεπτομέρειες. Η έγκριση αιτήματος για παραχώρηση λεπτομερειών προϋποθέτει την ύπαρξη ειδικών λόγων όπως αναφέρεται ανωτέρω. Οι ειδικοί λόγοι διαφέρουν σε κάθε υπόθεση και εξαρτώνται από τα ειδικά περιστατικά κάθε υπόθεσης επομένως οι Αιτητές έχουν το βάρος να αποδείξουν ότι στην περίπτωση τους συνυπάρχουν αυτοί οι ειδικοί λόγοι. Αντιθέτως οι Αιτητές περιοριστήκαν στην απλή αναφορά στο σώμα της αίτησης τους περί αναγκαιότητας παραχώρησης των λεπτομερειών για την ετοιμασία της υπεράσπισης τους και στην αγόρευση τους ότι είναι αναγκαίο για να γνωρίζουν το ύψος του κάθε ποσού και πως υπολογίστηκε για να αποφασίσουν εάν θα το δεχθούν ή εάν θα καταθέσουν οποιαδήποτε ποσά στο Δικαστήριο. Η αίτηση αναφέρει απλά ότι «οι Δικηγόροι των Εναγόντων μέχρι σήμερα παρέλειψαν και/ή αρνήθηκαν να δώσουν τις αιτούμενες λεπτομέρειες, οι οποίες είναι απαραίτητες για την σύνταξη της υπεράσπισης». Αυτά είναι όλα όσα ισχυρίζονται οι Αιτητές αν και στην αγόρευση τους γίνεται προσπάθεια προώθησης ειδικών λόγων αλλά η αγόρευση δεν μπορεί να αποτελέσει μαρτυρία ή να συμπληρώσει μια ατελή ή ασαφή Αίτηση. Το υψηλό επίπεδο απόδειξης της αναγκαιότητας παροχής λεπτομερειών σε αυτό το στάδιο προαπαιτεί την προσκόμιση στοιχείων ικανών να τεκμηριώνουν ειδικούς και ιδιαίτερους λόγους οι οποίοι να μπορούν σύμφωνα με τα πιο πάνω να τεκμηριωθούν στα πλαίσια ασύνηθων ή εξαιρετικών περιστάσεων. Τόσο οι ειδικοί λόγοι όσο και οι ασυνήθεις ή εξαιρετικές περιστάσεις είναι γνωστά μόνο στους Αιτητές εφόσον αποτελούνται από πραγματικά γεγονότα τα οποία δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του τέτοια μαρτυρία ή λόγους, που θα μπορούσαν να αιτιολογήσουν το αίτημα των Αιτητών και θα ήταν παράδοξο και αντινομικό για το Δικαστήριο από μόνο του να προβεί σε υποθέσεις για το τι αποτελούν ειδικούς λόγους που εμποδίζουν ή δυσχεραίνουν τους Αιτητές να συντάξουν και καταχωρήσουν την Υπεράσπιση τους εφόσον αυτά αποτελούν πραγματικά γεγονότα άγνωστα προς το Δικαστήριο. Ο γενικός και αόριστος τρόπος με τον οποίο οι Αιτητές προωθούν το αίτημα τους, είναι εντελώς ανεπαρκής αφού έχουν αποτύχει να καταδείξουν τέτοια στοιχεία και δεδομένα που μπορούν να πείσουν το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια υπέρ του αιτήματος τους. Καταλήγω επομένως ότι τα όσα αναφέρουν οι Αιτητές δεν μπορούν να αποτελέσουν ειδικό λόγο ή ασυνήθεις ή εξαιρετικές περιστάσεις που να καθιστούν την παροχή των λεπτομερειών απαραίτητες πριν από την καταχώρηση της Υπεράσπισης ή ότι οι λεπτομέρειες είναι αναγκαίες για την σύνταξη της υπεράσπισης τους. Σύμφωνα με τους δικονομικούς κανόνες και νομολογία η μαρτυρία με την οποία μπορεί να αποδειχθεί οποιοδήποτε από τα επίδικα θέματα δεν έχει θέση σε δικόγραφο. Αν παρεισφρύσει πρέπει να διαγραφεί: Merchants' and Manufacturers' Insurance Co v. Davies
(1938)1 K.B. 196, 207. Έτσι δεν είναι συγχωρητή η παράθεση ολόκληρου εγγράφου. Είναι αρκετό να δηλωθεί η έννοια και το αποτέλεσμα του. (Bullen & Leake "Precedents Of Pleadings" 12η έκδοση, σελ. 44). Στην υπό εξέταση περίπτωση αυτό που επιζητείται ουσιαστικά είναι η παράθεση και δικογράφηση υπό τύπου λεπτομερειών των εγγράφων των καταστάσεων λογαριασμού των επίδικων λογαριασμών. Κρίνεται σκόπιμο σε αυτό το στάδιο να υπομνησθεί η αρχή πως τα δικόγραφα καθορίζουν το πλαίσιο της δίκης. Η σύνταξη τους διέπεται από ιδιαίτερους δικονομικούς κανόνες που ενσωματώνονται στη Δ.19 Θ.4 και διασφαλίζουν την αποτελεσματική διεξαγωγή της δίκης ο οποίος προνοεί: «Every pleading shall contain, and contain only, a statement in a summary form of the material facts on which the party pleading relies for his claim or defence, as the case may be, but not the evidence by which they are to be proved .» Παρατηρώντας το δικόγραφο της Ενάγουσας δηλαδή την Έκθεση Απαίτησης, θεωρώ ότι οι ισχυρισμοί της είναι σαφείς και περιέχουν ολοκληρωμένες δικογραφημένες θέσεις. Ως έχει προαναφερθεί με την αγωγή της η Καθ ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι οι Αιτητές τους οφείλουν, ως χρεωστικό υπόλοιπο λογαριασμού τρεχουμένου και δανείου, ένα συγκεκριμένο ποσό το οποίο προέκυψε δυνάμει συμφωνίας τρεχουμένου και δανείου. Ως αναφέρεται και στο Annual Practice 1958 σελ. 448 ένας εναγόμενος μπορεί να εγείρει όσες διαφορετικές, ξεχωριστές και συναφώς μη συμβατές μεταξύ τους υπερασπίσεις, κρίνει σκόπιμο. Συνεπώς οι Αιτητές μπορούν στην παρούσα να επικαλεσθούν στο δικόγραφο τους είτε ότι δεν οφείλεται το αξιούμενο ποσό είτε ότι το οφειλόμενο δεν είναι το ίδιο με το αξιούμενο π.χ. είναι μικρότερο, ή ακόμα και να αμφισβητήσουν την επιβολή των αιτούμενων επιτοκίων ακόμα και να αμφισβητήσουν τον ισχυρισμό ότι οι επίδικοι λογαριασμοί παρουσίαζαν καθυστερήσεις ή υπερβάσεις. Η Καθ ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι οι αιτούμενες λεπτομέρειες αποτελούν μαρτυρία η οποία με βάση την νομολογία είναι ανεπίτρεπτο να ζητούνται υπό τύπου λεπτομερειών. Η βάση της παρούσας Αγωγής αποτελείται από τις Συμφωνίες εις τις οποίες αναφέρεται με λεπτομέρεια η Καθ ης η Αίτηση και η παράβαση αυτών από μέρους των Αιτητών με αποτέλεσμα τον τερματισμό τους όπου τα υπόλοιπα των λογαριασμών έχουν καταστεί άμεσα πληρωτέα και απαιτητά. Η Καθ ης η αίτηση στο δικόγραφο της αναφέρει επίσης ποιο ήταν το αρχικό επιτόκιο κάθε λογαριασμού και πως αυτό υπολογίστηκε καθώς και για το πότε ειδοποιηθήκαν αρχικά για την υπέρβαση του τρεχούμενου λογαριασμού και τις καθυστερήσεις στην πληρωμή των δόσεων του δανείου και πότε το επιτόκιο αυξήθηκε λόγω της μη συμμόρφωσης τους. Υπογραμμίζεται βέβαια ότι όλα τα πιο πάνω αποτελούν ισχυρισμούς της Καθ ης η αίτηση και ως έτσι αναφέρονται χωρίς να προβαίνω σε οποιοδήποτε εύρημα για την αλήθεια αυτών. Ουσιαστικά οι Αιτητές αιτούνται, μεταξύ άλλων, λεπτομέρειες των επίδικων λογαριασμών από την έναρξη μέχρι τη λήξη της λειτουργίας τους, πως υπολογίσθηκε το υπόλοιπο έκαστου λογαριασμού (τρεχουμένου και δανείου) που αξιώνει η Ενάγουσα, από τι αποτελείται και τι συμπεριλαμβάνει ακριβώς, να καθορίσει δηλαδή το ποσό του κεφαλαίου, των τόκων και χρεώσεων, εξόδων, κ.λ.π. και να συγκεκριμενοποιηθεί ποσοτικά και χρονικά η μη ομαλή λειτουργία και/ή υπέρβαση των λογαριασμών. Όπως εξηγείται ανωτέρω δεν είναι δυνατό να διαταχθούν οποιεσδήποτε λεπτομέρειες οι οποίες αποτελούν μαρτυρία και οι λεπτομέρειες τις οποίες ζητούν οι Αιτητές αποτελούν μαρτυρία και όχι ουσιώδη γεγονότα τα οποία έπρεπε να είχαν δικογραφηθεί. Οι καταστάσεις λογαριασμού και το περιεχόμενο τους, το οποίο ουσιαστικά αυτό επιζητείται υπό τύπου λεπτομερειών από τους Αιτητές, είναι το μέσο με το οποίο η Καθ ης η αίτηση θα αποδείξει την απαίτηση της εναντίον των Αιτητών. Η Καθ ης η αίτηση ισχυρίζεται στην παρ. 8 της Έκθεσης Απαίτησης ότι «Λόγω της μη ομαλής λειτουργίας της Συμφωνίας Τρεχουμένου και/ή της υπέρβασης που παρουσίαζε ο τρεχούμενος λογαριασμός και της μη κανονικής αποπληρωμής των δόσεων του δανείου..» κλπ. Τα πιο πάνω αποτελούν ένα σαφή δικογραφημένο ισχυρισμό της Καθ ης η αίτηση ο οποίος οδήγησε στο γεγονός της αποστολής της επιστολής ημερ. 18.5.2009 και τίποτα περισσότερο. Το αίτημα των Αιτητών για να δοθούν λεπτομέρειες έτσι ώστε να συγκεκριμενοποιηθεί ποσοτικά και χρονικά η μη ομαλή λειτουργία και/ή υπέρβαση των λογαριασμών και πάλι δεν δικαιολογείται εφόσον, χωρίς να επαναλαμβάνω όλα τα πιο πάνω, κατά πρώτο οι Αιτητές δεν προβάλλουν οποιοδήποτε ειδικό λόγο ή ανάγκη παροχής των εν λόγω λεπτομερειών για να συντάξουν την υπεράσπιση τους και ούτε κατέδειξαν ότι χωρίς τις εν λόγω λεπτομέρειες είναι αδύνατη ή δύσκολη η σύνταξη της και κατά δεύτερο οι αιτούμενες λεπτομέρειες αποτελούν την μαρτυρία την οποία θα παρουσιάσει η Καθ ης η αίτηση για απόδειξη και προώθηση των ισχυρισμών της. Όσον αφορά το αίτημα των Αιτητών για παροχή λεπτομερειών για τα «δικαιώματα και/ή υποχρεώσεις τίτλοι και περιουσιακά στοιχεία έχουν μεταβιβαστεί στους ενάγοντες» κρίνω ότι το περιεχόμενο της παραγράφου 1(γ) της Έκθεσης Απαίτησης περιέχει όλες τις απαραίτητες λεπτομέρειες και ισχυρισμούς εντός των επιτρεπτών κανόνων δικογράφησης, αναφέρεται επίσης στην αμέσως προηγούμενη παράγραφο 1(β) η νομοθετική πρόνοια με βάση την οποία επήλθε το αποτέλεσμα των όσων αναφέρονται στην παράγραφο 1 (γ). Δέχομαι επίσης την θέση της Καθ ης η αίτηση επί τούτου του σημείου όπως αναφέρεται στην γραπτή αγόρευση της και αποδέχομαι ότι η εν λόγω παράγραφος αποτελεί νομικό σημείο και καταλήγω σε αυτό το συμπέρασμα εφόσον δεν δίδεται οιαδήποτε αντίθετη θέση από μέρους των Αιτητών. Σύμφωνα με την νομολογία νομικά σημεία δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο λεπτομερειών (βλ. Μέμνια Τζιακούρα ν. Ευστράτιου Οικονομίδη
(1997)1 ΑΑΔ 669). Περαιτέρω δεν έχει καταδειχθεί γιατί οι εν λόγω λεπτομέρειες της παραγράφου 1(γ) είναι αναγκαίες για την ετοιμασία της Υπεράσπισης εφόσον εκ πρώτης όψεως φαίνεται να αφορούν επουσιώδη θέματα εν σχέση με τα επίδικα θέματα της Αγωγής. Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, τα επίδικα θέματα είναι πλήρως κατεγραμμένα με σαφήνεια και σύμφωνα με τους κανόνες δικογράφησης. Η Έκθεση Απαίτησης περιέχει όλα τα ουσιώδη γεγονότα που είναι απαραίτητα για σαφή προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων με τρόπο που επιτρέπει στους Αιτητές να γνωρίζουν με βεβαιότητα τι θα επικαλεστούν οι ενάγοντες κατά τη δίκη, να μην καταληφθούν εξ απίνης και να έχουν ένδειξη ως προς την μαρτυρία που θα χρειαστεί σε αυτή αλλά κυρίως τους επιτρέπει να συντάξουν την υπεράσπιση τους. Να σημειώσω σε αυτό το σημείο βέβαια ότι οι Αιτητές μέχρι το στάδιο της δίκης, εάν εκδικαστεί η υπόθεση, έχουν στην διάθεση τους αρκετά δικονομικά μέσα για να εξασφαλίσουν την μαρτυρία της Καθ ης η αίτηση έτσι ώστε για σκοπούς και μόνο της δίκης να μην καταληφθούν εξ απίνης. Είναι προφανές από όλα τα πιο πάνω ότι η αίτηση θα έχει απορριπτική κατάληξη. Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω σε κάθε περίπτωση, έτσι και στην παρούσα, οι Αιτητές οι οποίοι επιδιώκουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ τους, όφειλαν να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου, όλα εκείνα τα στοιχεία και δεδομένα που είναι απαραίτητα έτσι ώστε να μπορεί το Δικαστήριο να πεισθεί για τις θέσεις των Αιτητών οι οποίες έπρεπε να τεθούν με περισσότερη λεπτομέρεια και σαφήνεια στο επίπεδο που απαιτείται η εξέταση του αιτήματος τους σ αυτό το στάδιο, κάτι όμως που οι Αιτητές στη συγκεκριμένη περίπτωση απέτυχαν να πράξουν. Ενόψη όλων των πιο πάνω θεωρώ λοιπόν ότι υπάρχουν όλα τα απαραίτητα στοιχεία που να επιτρέπουν στους Αιτητές να συντάξουν την Υπεράσπιση τους εφόσον δεν έχει καταδειχθεί οποιοσδήποτε ειδικός λόγος ή αναγκαιότητα για την παροχή των λεπτομερειών, οι αιτούμενες λεπτομέρειες αποσκοπούν σε εκμαίευση μαρτυρίας και οι Αιτητές γνωρίζουν ή όφειλαν να γνωρίζουν τις λεπτομέρειες τις οποίες επιζητούν όπως είναι η θέση της καθ ης η αίτηση η οποία δεν έχει αμφισβητηθεί εφόσον έχουν ήδη στην κατοχή τους τα έγγραφα με τις αιτούμενες λεπτομέρειες. Είναι καταληκτικά η θέση μου ότι η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων στο στάδιο αυτό με τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης δεν δικαιολογείται και για το λόγο αυτό η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εις βάρος των Αιτητών/Εναγομένων και υπέρ της Καθ ης η αίτηση/Ενάγουσας όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα είναι πληρωτέα όμως στο τέλος της δικαστικής διαδικασίας. Υπ............ Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Civil/OtherActions/Interim/furtherparticulars cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο