HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD ν. ΕΠΙΣΗΜΟΥ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗ ΩΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗ ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΗΣ Μ. PAPORIS (TYRE EXPERTS) LTD κ.α., Αρ. Αγωγής 3407/10, 19/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A70 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 3407/10 Μεταξύ: HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD, εκ Λευκωσίας Εναγόντων -και-
- M. PAPORIS (TYRE EXPRERTS) LTD (Αρ.Ετ 8418), εκ Λευκωσίας
- ΑΛΚΗ ΠΑΠΟΡΗΣ (Αρ. Ταυτ. 655855), εκ Λευκωσίας
- ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΑΝΔΡΕΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ (Αρ. Ταυτ. 783607), εκ Λευκωσίας
- ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΣ ΑΝΤΩΝΗ ΙΩΑΝΝΟΥ (Αρ. Ταυτ. 775152), εκ Λευκωσίας Εναγομένων -------------------------------------- (Μετά από διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 23.10.2012) Μεταξύ: HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD, εκ Λευκωσίας Εναγόντων -και- ΕΠΙΣΗΜΟΥ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗ ΩΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗ ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΗΣ Μ. PAPORIS (TYRE EXPERTS) LTD, εκ Λευκωσίας ΑΛΚΗ ΠΑΠΟΡΗ (Αρ. Ταυτ. 655855), εκ Λευκωσίας ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΑΝΔΡΕΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ (Αρ. Ταυτ. 783607), εκ Λευκωσίας ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΣ ΑΝΤΩΝΗ ΙΩΑΝΝΟΥ (Αρ. Ταυτ. 775152), εκ Λευκωσίας Εναγομένων ---------------------------------------- 19 Μαρτίου 2015 Για ενάγουσα: κα Λ. Νικολάου με κα Μαρκουλή για Κυρ. Κ.Σαβεριάδης & Σία ΔΕΠΕ Για εναγόμενους 1 & 2: κ. Κ. Πόλεος για Δ. Παυλίδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για εναγόμενους 3 & 4: κ. Α. Ενταφιανός Α Π Ο Φ Α Σ Η Είναι παραδεκτό ότι η ενάγουσα Τράπεζα παραχώρησε, κατά καιρούς, τραπεζικές διευκολύνσεις στην εναγόμενη 1 εταιρεία, τις οποίες εγγυήθηκαν οι εναγόμενοι 2, 3 και
- Με την πιο πάνω αγωγή διεκδικούσε αρχικά, από τους εναγόμενους 1, 2 και 3 ποσό €502.620,11 πλέουν τόκους 13% ετησίως από 1.3.2010 και επί πλέον ποσά € 26.573,56 με 14% τόκους ετησίως από 1.3.2010 από την εναγόμενη 1 καθώς και €93.973,08 με 8,5% ετησίως από 10.12.2004 (με αρκετές διαφοροποιήσεις σε σχέση με τους τόκους), από την εναγόμενη
- Επιπρόσθετα ζητούν διατάγματα εκποίησης δύο ενυπόθηκων ακινήτων εναντίον των εναγομένων 3 και
- Οι αξιώσεις των εναγομένων διαφοροποιήθηκαν και οι διεκδικούμενοι τόκοι περιορίστηκαν, με βάση και τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμών που καταχώρισε η Μ.Ε.1 (Τεκμήρια 1α - 27α), ώστε τα συνολικά αξιούμενα ποσά είναι σήμερα τα ακόλουθα: α) Εναντίον των εναγομένων 1, 2 και 3 ποσό €636.117,45 πλέον τόκοι 9% ετησίως επί ποσού €579.409,14 από 1.2.
- β) Εναντίον της εναγομένης 1 ποσό €41.359,10 πλέον τόκους 12% επί ποσού €20.240,39 από 1.2.
- γ) Εναντίον της εναγομένης 4, ποσό €93.973,08 πλέον τόκους ως η αρχική αξίωση. Προς απόδειξη της υπόθεσης, η ενάγουσα κάλεσε έξι μάρτυρες ως ακολούθως: α) Την Ρεβέκκα Παπαγιώργη (Μ.Ε.1), υπάλληλο της ενάγουσας στο Τμήμα λογιστηρίου, η οποία κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κύριας εξέτασης της (Έγγραφο "A") καθώς και σχετικό Πιστοποιητικό (Έγγραφο "B"). Κατέθεσε περαιτέρω τόσο τις αρχικές όσο και αναθεωρημένες καταστάσεις λογαριασμών (Τεκμήρια 1 - 27) καθώς και κατάσταση τόκων (Τεκμήριο 28). Ανάφερε, ανάμεσα σε άλλα, ότι διαπίστωσε την ορθότητα των καταχωρίσεων που περιέχονται στις καταστάσεις λογαριασμών μετά από έλεγχο και σύγκριση με τα τραπεζικά βιβλία που τηρούνται στην τράπεζα σε ηλεκτρονική μορφή. β) Τον Λάκη Ξενοφώντος (Μ.Ε.2), λειτουργό δανειοδότησης της ενάγουσας, ο οποίος κατέθεσε τα Τεκμήρια 29 - 56 ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνονται οι γραπτές συμφωνίες για παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων στην εναγόμενη 1 καθώς και οι συμφωνίες εγγύησης των εναγομένων 2 και 3 (Τεκμήρια 31, 32, 34, 35, 37, 38, 39, 40). Περιέχονται, επίσης τα έγγραφα των υποθηκών που εκτελέστηκαν, δυνάμει πληρεξουσίου που παραχώρησαν οι εναγόμενοι 3 και 4 στον εναγόμενο 2 (Τεκμήρια 43 - 46), όπως και η επιστολή τερματισμού (Τεκμήριο 53) και άλλες επιστολές που απόστειλε η ενάγουσα στους εναγόμενους 1, 2, 3 και 4 (Τεκμήρια 54 και 55). γ) Την Αναστασία Μαυρομμάτη (Μ.Ε.3) η οποία μέχρι τις 2.8.2013 ήταν λειτουργός στο τμήμα Εμπορικών Συναλλαγών στη Λεμεσό και χειριζόταν τις συναλλαγές με την εναγόμενη
- Κατέθεσε τα τεκμήρια 57 - 78 τα οποία, όπως εξήγησε, αφορούν τα έγγραφα των λογαριασμών για βραχυπρόθεσμα δάνεια εμπορευμάτων αποταμίευσης που ανοίχθηκαν και λειτουργούσαν με βάση τα Τεκμήρια 35 και
- δ) Την Ελένη Αναστασιάδου (Μ.Ε.4), λειτουργό στην νομική υπηρεσία της ενάγουσας, η οποία ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι είχε δώσει τις οδηγίες για την ετοιμασία των αναθεωρημένων καταστάσεων λογαριασμών (Τεκμήρια 1α-27α). Εξήγησε, περαιτέρω, ότι τα επιτόκια με τα οποία χρεώθηκαν οι αναθεωρημένοι λογαριασμοί είναι, κατά βάση, τα επιτόκια που προβλέπονται στις γραπτές συμφωνίες ενώ για όλες τις μεταβολές των επιτοκίων στους επίδικους λογαριασμούς είχαν προηγηθεί ανακοινώσεις της ενάγουσας στον ημερήσιο τύπο (Τεκμήριο 79). ε) Την Φωτεινή Καροτσάκη (Μ.Ε.5), λειτουργό της ενάγουσας στην υπηρεσία ανάκτησης χρεών, η οποία ανάφερε ότι ανέλαβε το χειρισμό της υπόθεσης τον Αύγουστο του έτους 2008, όταν παραπέμφθηκε στο τμήμα της. Ανάφερε ότι πριν από την αποστολή της επιστολής τερματισμού είχαν προηγηθεί τηλεφωνικές συζητήσεις και συνάντηση με τον εναγόμενο 2, χωρίς θετική κατάληξη. στ) Τον Νίκο Θρασυβούλου (Μ.Ε.6), διευθυντή μεγάλων επιχειρήσεων Λεμεσού/Πάφου και κατά τα έτη 2004 - 2008, διευθυντή του Κέντρου επιχειρήσεων στο κατάστημα της ενάγουσας στη Λεμεσό, έχοντας τον έλεγχο της εναγόμενης 1 εταιρείας. Όπως ανάφερε, ενώ αρχικά η κινητικότητα του λογαριασμού της εναγόμενης παρουσίαζε ικανοποιητική λειτουργία, κατά τα έτη 2007 - 2008, οι λογαριασμοί άρχισαν να παρουσιάζουν καθυστερήσεις. Παρά τις συναντήσεις που είχε με τον εναγόμενο 2 και τις διευκολύνσεις που του παραχώρησε η ενάγουσα, δεν μπόρεσαν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους αναφορικά με τα βραχυπρόθεσμα δάνεια. Έτσι τον Αύγουστο του έτους 2008, αποφασίστηκε η αποστολή των επίδικων λογαριασμών στο τμήμα ανάκτησης χρεών. Οι εναγόμενοι, αρνούμενοι τις αξιώσεις της ενάγουσας, κάλεσαν δυο μάρτυρες υπεράσπισης. Για τους εναγόμενους 1 και 2 κατάθεσε ο εναγόμενος 2 Άλκης Παπόρη (Μ.Υ.1) και για τους εναγόμενους 3 και 4 ο εναγόμενος 3 Κωνσταντίνος Α. Θεοδώρου (Μ.Υ.2). Ο πρώτος (Μ.Υ.1) υποστήριξε πως ήταν σε γνώση της τράπεζας ότι η μητέρα του Ελένη Παπόρη ήταν πτωχεύσασα από το έτος 2001 (βλ. Τεκμήριο 80). Παρά ταύτα, ανάφερε, η ενάγουσα αποδέχθηκε την εγγύηση της το έτος 2004, ενώ εξακολουθούσε να βρίσκεται σε πτώχευση. Συνεχίζοντας, αναγνώρισε τα πρακτικά Τεκμήριο 50, υποστηρίζοντας όμως ότι καταρτίστηκαν μετά από οδηγίες του Μ.Ε.2, εκ μέρους της ενάγουσας τράπεζας. Αναγνώρισε, τέλος, τόσο τη δική του υπογραφή όσο και τις υπογραφές του εναγόμενου 3 στα εγγυητήρια έγγραφα. Ο Μ.Υ.2 δεν αρνήθηκε ότι υπόγραψε ως εγγυητής της εναγόμενης 1, και ότι υποθήκευσαν μαζί με τη σύζυγο του, εναγόμενη 4, τα συμφέροντα τους στην ακίνητη περιουσία που υποθηκεύτηκε. Το έπραξαν, εξήγησε, λόγω των φιλικών σχέσεων που είχαν με τον εναγόμενο 2, ο οποίος είχε ζητήσει τη βοήθεια του, παραχωρώντας εγγύηση, προκειμένου να ανανεωθούν τα όρια λογαριασμών της εναγόμενης
- Τον είχε διαβεβαιώσει ότι επρόκειτο για τυπική διαδικασία και αποδέχθηκε να υπογράψει την εγγύηση επειδή γνώριζε ότι η μητέρα του Ελένη Παπόρη, η οποία θα έδιδε και εκείνη εγγύηση, ήταν ιδιοκτήτρια ακίνητης περιουσίας μεγάλης αξίας. Εάν γνώριζε, πρόσθεσε, ότι η μητέρα του ήταν πτωχεύσασα δεν θα δεχόταν να υπογράψει ως εγγυητής της εναγόμενης 1, ούτε και θα παραχωρούσαν πληρεξούσια στον εναγόμενο 2 για να υποθηκευτούν τα ακίνητα τους. Μετά από την υπογραφή των εγγυήσεων, κατέληξε, έφυγαν με τη σύζυγο του για το εξωτερικό όπου διαμένουν μέχρι σήμερα και ουδεμία ενημέρωση είχαν από την ενάγουσα ή από τους εναγόμενους 1 και 2 για την υπόθεση. Η μόνη ενημέρωση που είχαν ήταν μέσω της επιστολής της ενάγουσας ημερομηνίας 7.1.2010, Τεκμήριο
- Από τη σύνοψη της μαρτυρίας, ως ανωτέρω, προκύπτει πως τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση είναι στο μεγαλύτερο τους μέρος αδιαμφισβήτητα, αφού: α) Δεν αμφισβητείται το γεγονός ότι παραχωρήθηκαν οι επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις στην εναγόμενη
- β) Είναι παραδεκτό ότι οι εναγόμενοι 2 και 3 υπέγραψαν τις επίδικες συμφωνίες εγγύησης, και γ) Είναι περαιτέρω παραδεκτό ότι οι εναγόμενοι 3 και 4 υπέγραψαν τα έγγραφα υποθήκης, Τεκμήρια 43 και 45, δυνάμει των πληρεξουσίων, Τεκμήρια 44 και 46, που είχαν παραχωρήσει στον εναγόμενο
- Ό,τι αμφισβητείται επί των γεγονότων αφορά τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες εκτελέστηκαν οι εγγυήσεις και οι υποθήκες, με καίριο αμφισβητούμενο ζήτημα τη γνώση ή μη της ενάγουσας του γεγονότος ότι η Ελένη Παπόρη, μητέρα του εναγόμενου 2, ήταν σε πτώχευση κατά το χρόνο υπογραφής των συμφωνιών εγγύησης ημερομηνίας 1.12.2004, Τεκμήρια 34, 38 και 40, καθώς και των πληρεξουσίων εγγράφων, Τεκμήρια 44 και 46 με βάση τα οποία καταρτίστηκαν οι υποθήκες. Κατά τα λοιπά, αμφισβητείται το ύψος του διεκδικούμενου υπολοίπου, σε συνάρτηση με επί μέρους χρεώσεις καθώς και με την εξουσία της ενάγουσας να διαφοροποιεί το ύψος των επιτοκίων. Αξιολόγηση της μαρτυρίας επί των αμφισβητουμένων σημείων Α) Γνώση ενάγουσας για το γεγονός ότι η Ελένη Παπόρη τελούσε υπό πτώχευση. Το γεγονός ότι εναντίον της Ελένης Παπόρη εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής το έτος 2001 και κηρύχθηκε σε πτώχευση το έτος 2003, δεν τελεί υπό αμφισβήτηση. Συνάγεται εξάλλου αβίαστα από το Τεκμήριο
- Οι εναγόμενοι 2 και 3 υποστήριξαν κατά την ένορκη μαρτυρία τους ότι ήταν σε γνώση της ενάγουσας τράπεζας το γεγονός και ιδιαίτερα του Μ.Ε.2, κατά το χρόνο υπογραφής των συμφωνιών εγγύησης. Ο Μ.Υ.2, υποστήριξε περαιτέρω, πως υπήρξε συμπαιγνία μεταξύ του εναγόμενου 2 και της τράπεζας για να εξασφαλίσουν την εγγύηση του. Ο εναγόμενος 2 υποστήριξε με τη σειρά του πως η ενάγουσα γνώριζε από το έτος 2002 ότι η μητέρα του ήταν πτωχεύσασα. Ανάφερε, μάλιστα, πως η ενάγουσα του είχε εισηγηθεί το έτος 2002 να αναλάβει ο ίδιος διευθυντής της εναγομένης 1 επειδή ήταν πτωχεύσαντες οι γονείς και η αδελφή του. Από την άλλη, όλοι οι μάρτυρες της ενάγουσας δήλωσαν πως δεν γνώριζαν ότι η μητέρα του εναγόμενου 2 ήταν πτωχεύσασα. Όπως εξήγησαν οι Μ.Ε.2 και 6, κατά τον ουσιώδη χρόνο υπογραφής των επίδικων εγγράφων, δεν υπήρχε το σύστημα ΑΡΤΕΜΙΣ, από το οποίο θα μπορούσαν να ενημερωθούν ηλεκτρονικά. Ενημερώθηκαν, είπαν, μεταγενέστερα για το γεγονός της πτώχευσης της Ελένης Παπόρη. Διερωτήθηκαν, μάλιστα, τι λόγο είχε η ενάγουσα να αποδεχθεί εγγύηση από ένα πρόσωπο που ήταν σε πτώχευση. Παρομοίως η Μ.Ε.3, αρνούμενη σχετική υποβολή του συνηγόρου των εναγομένων 1 και 2, απάντησε πως εάν η ενάγουσα γνώριζε το γεγονός θα ανέστελλε όλες τις συναλλαγές της εναγόμενης 1 και θα ζητούσε περαιτέρω εξασφαλίσεις. Ανάλογες ήταν οι θέσεις των Μ.Ε.5 και
- Ο τελευταίος, σε υποβολή του συνηγόρου των εναγομένων 3 και 4 πως απέσπασαν δόλια την υπογραφή του εναγόμενου 3, σε συμπαιγνία με τον εναγόμενο 2, απάντησε πως «ούτε για αστείο» δεν θα μπορούσε να δεχθεί τέτοια εισήγηση. Εξετάζοντας τις δυο εκδοχές, αποδέχομαι χωρίς δισταγμό τη μαρτυρία των μαρτύρων της ενάγουσας και απορρίπτω τη μαρτυρία των εναγομένων 2 και 3, ότι ήταν σε γνώση της ενάγουσας το γεγονός ότι η Ελένη Παπόρη τελούσε υπό πτώχευση κατά το χρόνο υπογραφής των συμφωνιών εγγύησης. Η θέση του Μ.Ε.2 πως δεν είχε λόγο ο ίδιος να εισηγηθεί ή να αποδεχθεί την εγγύηση από ένα πτωχευμένο πρόσωπο κρίνεται λογική. Η περί του αντιθέτου μαρτυρία των Μ.Υ.1 και 2 στερείται πειστικότητας από κάθε άποψη. Για τους πιο πάνω λόγους απορρίπτω τη μαρτυρία των Μ.Υ.1 και 2 επί του πιο πάνω αμφισβητουμένου σημείου και αποδέχομαι την εκδοχή της ενάγουσας. Β) Περιστάσεις κάτω από τις οποίες υπέγραψε την εγγύηση ο εναγόμενος 3 και τα πληρεξούσια για τις υποθήκες οι εναγόμενοι 3 και
- Επί του προκειμένου, ο εναγόμενος 3 υποστήριξε στη μαρτυρία του ότι υπόγραψε με τη σύζυγο του τα πληρεξούσια για τις υποθήκες, έχοντας υπόψη του ότι ήταν μια τυπική διαδικασία και στηριζόμενος στην καλή οικονομική κατάσταση της Ελένης Παπόρη. Ανάφερε, περαιτέρω, ότι το έκανε λόγω της φιλίας του με τον εναγόμενο
- Όσον αφορά τα παράπονα του Μ.Υ.2 για την στάση του Μ.Ε.2 κατά την υπογραφή των εγγράφων εγγύησης, η μαρτυρία του ήταν γενικόλογη και ασαφής. Δεν έχω πεισθεί ότι ο Μ.Ε.2, η οποιοσδήποτε άλλος λειτουργός της ενάγουσας, προέτρεψε ή παρότρυνε τον εναγόμενο 3 και τη σύζυγο του να εγγυηθούν την εναγόμενη 1 και να υποθηκεύσουν την περιουσία τους προς εξασφάλιση των διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν από την ενάγουσα στην εναγόμενη
- Είναι, κατά την αντίληψη του Δικαστηρίου, σαφές με βάση τα δεδομένα και τη μαρτυρία που τέθηκε, ότι ο εναγόμενος 3 και η σύζυγος του υπέγραψαν τις συμφωνίες εγγύησης (ο εναγόμενος 3) και τα πληρεξούσια για να υποθηκευθούν τα ακίνητα τους, για να εξυπηρετήσουν το φίλο τους (εναγόμενο 2). Δεν αποδέχομαι ότι έγινε οποιαδήποτε επιλήψιμη παράσταση ή παρότρυνση εκ μέρους της ενάγουσας ή των λειτουργών της για την εξασφάλιση της εγγύησης και των υποθηκών εκ μέρους των εναγομένων 3 και
- Αποδέχομαι, ωστόσο, τη μαρτυρία του εναγόμενου 3, ότι το έπραξε για να εξυπηρετήσει το φίλο του, έχοντας υπόψη πως δεν διέτρεχε κίνδυνο εν όψει της καλής οικονομικής κατάστασης της οικογένειας του εναγόμενου
- Η εντύπωση όμως αυτή δεν συναρτάται με οποιαδήποτε παράσταση εκ μέρους της ενάγουσας τράπεζας, αλλά με διαβεβαιώσεις του εναγόμενου 2 προς τον εναγόμενο 3 καθώς και της δικής του αντίληψης (του εναγόμενου 3) για την καλή οικονομική κατάσταση του φίλου του και της οικογένειας του, την οποία προφανώς, γνώριζε, λόγω της φιλίας τους. Για τους πιο πάνω λόγους απορρίπτω τις επί του πιο πάνω ζητήματος αιτιάσεις του εναγομένου 3 και τη μαρτυρία του ως προς την πτυχή αυτή. Γ) Γνώση ή εμπλοκή του εναγόμενου 3 στη διαχείριση της εναγόμενης
- Επί του ζητήματος αυτού, ο εναγόμενος 3 υποστήριξε πως δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη στη διαχείριση της εναγόμενης 1 εταιρείας. Στην υπεράσπιση του ισχυρίζεται πως δεν γνώριζε ούτε ενημερώθηκε από την ενάγουσα για τις επίδικες συμφωνίες ή για την πραγματική οικονομική κατάσταση της εναγόμενης
- Είναι ωστόσο παραδεκτό ότι ο εναγόμενος 3, κατά τον χρόνο υπογραφής των επίδικων συμφωνιών, ήταν διευθυντής της εναγόμενης
- Στην ένορκη μαρτυρία του, υποστήριξε πως δεν γνωρίζει με ποιο τρόπο τον έβαλαν διευθυντή. Υποψιάζεται, είπε, ότι ήταν ένα από τα έγγραφα που του «πλάσαρε» ο Μ.Ε.2 την ημέρα που υπόγραψε τις εγγυήσεις, αφού μια και μοναδική φορά υπόγραψε έγγραφα και τούτο έλαβε χώρα την ημέρα που επισκέφθηκε την τράπεζα στην παρουσία του Μ.Ε.
- Αναγνώρισε επί του προκειμένου και την υπογραφή του στα πρακτικά της εναγόμενης 1, στην οποία υπογράφει ως διευθυντής (Τεκμήριο 50). Η θέση του εναγόμενου 3 πως δεν γνώριζε ότι είχε διοριστεί διευθυντής της εναγόμενης 1 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Υποδεικνύεται συναφώς ότι με βάση το Τεκμήριο 29(στ) (πιστοποιητικό διευθυντών της εναγόμενης 1) κατείχε θέση στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας από τον Οκτώβριο του έτους 2004, εφόσον το πιστοποιητικό φέρει ημερομηνία έκδοσης 15.10.2004 και σ' αυτό παρουσιάζεται να ήταν ένας εκ των δύο διευθυντών της εταιρείας. Δεν είναι επομένως βάσιμος ο ισχυρισμός του πως η μοναδική φορά που υπόγραψε έγγραφα ήταν η 1.12 2004 στα γραφεία της ενάγουσας τράπεζας. Είναι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, φανερό ότι ο εναγόμενος 3 γνώριζε ότι είχε προηγηθεί ο διορισμός του στη θέση του διευθυντή της εναγόμενης 1 και ότι τούτο ήταν προαπαιτούμενο για να εγκρίνονταν οι ανανεώσεις των τραπεζικών διευκολύνσεων από την ενάγουσα προς την εναγόμενη
- Όπως φυσικά γνώριζε ότι απαραίτητος όρος για τη συνέχιση της παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων από την ενάγουσα στην εναγόμενη 1, ήταν η παραχώρηση των προσωπικών εγγυήσεων του και των υποθηκών από τον ίδιο και τη σύζυγο του, γεγονός που επιμαρτυρείται από τα πρακτικά της συνεδρίας του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης 1 ημερομηνίας 1.12.2004 (μέρος του Τεκμηρίου 50). Απορρίπτεται, κατά συνέπεια, η περί του αντιθέτου μαρτυρία του εναγόμενου
- Θα πρέπει ωστόσο να σημειωθεί ότι το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται ότι ο εναγόμενος 3 ήταν γνώστης της πραγματικής οικονομικής κατάστασης της εναγόμενης 1 εταιρείας ή ότι είχε ενεργό συμμετοχή στη διαχείριση των εργασιών και τη διοίκηση της εναγόμενης
- Σημασία όμως δεν έχει εάν ο ίδιος το γνώριζε αλλά εάν η ενάγουσα τράπεζα όφειλε να γνωρίζει ή να τον ενημερώσει για την οικονομική κατάσταση της εναγόμενης 1, δεδομένης και της θέσης του ως διευθυντή της εταιρείας. Εκτιμώ πως, υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, δεν υπήρχε τέτοια υποχρέωση από την ενάγουσα. Σε κάθε όμως περίπτωση, οι υποχρεώσεις της εναγόμενης 1 προς την ενάγουσα προκύπτουν από τα ίδια τα πρακτικά της συνεδρίας των διευθυντών (Τεκμήριο 50) τα οποία υπόγραψε ο εναγόμενος 3 αλλά και από τις συμφωνίες εγγύησης τις οποίες, επίσης, υπόγραψε. Εισηγήσεις των διαδίκων Με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων με παραπομπές σε νομολογία. Η συνήγορος της ενάγουσας, εισηγήθηκε πως η ενάγουσα απέδειξε τις αξιώσεις της, εφόσον η μαρτυρία που προσκόμισε σε σχέση με την κατάρτιση των επίδικων συμφωνιών δεν τελεί υπό αμφισβήτηση. Από τη μαρτυρία που προσκόμισε η ενάγουσα συνέχισε, έχει καταδειχθεί ότι ανοίχθηκαν οι επίδικοι λογαριασμοί με βάση τις συμφωνίες που κατατέθηκαν από τους μάρτυρες της ενάγουσας, οι οποίοι τερματίστηκαν νόμιμα, με το Τεκμήριο
- Ουδεμία παράνομη ή αντισυμβατική χρέωση περιέχεται στις αναθεωρημένες καταστάσεις λογαριασμών Τεκμήρια 1α - 27α. Εισηγήθηκε, περαιτέρω, ότι οι εναγόμενοι, απέτυχαν να στοιχειοθετήσουν τις Υπερασπίσεις τους, αφού δεν προσκόμισαν θετική μαρτυρία που να τις υποστηρίζει. Ο συνήγορος των εναγομένων 1 και 2 εισηγήθηκε πως στους λογαριασμούς που έχουν κατατεθεί περιέχονται χρεώσεις τόκων πέρα από τους προβλεπόμενους στις συμφωνίες δανειοδότησης και συνεπώς οι λογαριασμοί δεν περιέχουν τα ορθά υπόλοιπα. Επί του ιδίου ζητήματος υποστήριξε πως η ενάγουσα δεν ενομιμοποιείτο να αυξήσει τα επιτόκια μετά από την ημερομηνία της επιστολής τερματισμού και δεν δόθηκαν ικανοποιητικές εξηγήσεις, ούτε έγινε αντιληπτό από τη μαρτυρία που προσκόμισε η ενάγουσα με ποιο τρόπο καθόρισε τα επιτόκια στους λογαριασμούς των βραχυπρόθεσμων δανείων, Τεκμήρια 3α - 24α. Υπόδειξε περαιτέρω ότι οι συμφωνίες για πιστωτικές κάρτες, Τεκμήρια 51 και 52, αφορούν αποκλειστικά την εναγόμενη 1 και κακώς αναφέρεται το όνομα του εναγόμενου 2 στους λογαριασμούς, Τεκμήρια 26α και 27α. Ο συνήγορος των εναγομένων 3 και 4 εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία που προσκόμισε η ενάγουσα για να αποδείξει τα υπόλοιπα των λογαριασμών ήταν συγκεχυμένη, ασαφής και ανεπαρκής. Δεν επεξηγήθηκαν, συνέχισε, οι διάφορες χρεοπιστώσεις και οι κεφαλαιοποιήσεις των τόκων και των εξόδων. Εισηγήθηκε επίσης ότι στο συνολικό διεκδικούμενο ποσό από τους εναγόμενους 1, 2 και 3 συμπεριλαμβάνονται και τα υπόλοιπα των λογαριασμών των πιστωτικών καρτών, ενώ παράλληλα διεκδικείται με διαφορετικό επιτόκιο το ίδιο ποσό και από την εναγόμενη
- Δεδομένου, υποστήριξε, ότι η Ελένη Παπόρη, η οποία ήταν συνεγγυήτρια του εναγόμενου 3 ήταν πτωχεύσασα κατά τον χρόνο της υπογραφής της εγγύησης, η δοθείσα από τον εναγόμενο 3 εγγύηση είναι άκυρη. Παρέπεμψε επί του προκειμένου στο άρθρο 21
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149, υποστηρίζοντας ότι το γεγονός της πτώχευσης της Ελένης Παπόρη ήταν ουσιώδες γεγονός μέσα στην έννοια της σχετικής πρόνοιας και κατά συνέπεια η συμφωνία εγγύησης πάσχει από ακυρότητα. Σε κάθε περίπτωση, ανέφερε, η συμφωνία εγγύησης είναι άκυρη με βάση τις πρόνοιες των άρθρων 100 και 101 του Κεφ.149 ενόψει του γεγονότος ότι οι ενάγοντες γνώριζαν για την πτώχευση της Ελένης Παπόρη. Επιπρόσθετα, κατέληξε, οι ενάγοντες δεν συμμορφώθηκαν με τις πρόνοιες των άρθρων 5 και 12 του περί Εγγυητών Νόμου, γεγονός που απαλλάσσει τους εγγυητές από τις υποχρεώσεις τους. Ευρήματα - Συμπεράσματα Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση ανάλογα είναι τα ευρήματα του Δικαστηρίου επί των αμφισβητούμενων γεγονότων. Απομένει να αποφασιστούν οι αξιώσεις της ενάγουσας, με βάση τη μαρτυρία που προσκόμισε για την τεκμηρίωση τους, σε συνάρτηση και με τις υπερασπίσεις που προώθησαν οι εναγόμενοι. Με την υπεράσπιση τους οι εναγόμενοι 1 και 2 προβάλλουν ακυρότητα των συμφωνιών γιατί, όπως διατείνονται, αντίκεινται στα συναλλακτικά ήθη. Περαιτέρω αρνούνται τα αξιούμενα ποσά, υποστηρίζοντας ότι έχουν εξοφλήσει όλες τις οφειλές τους προς την ενάγουσα. Διαζευκτικά, υποστηρίζουν ότι στους επίδικους λογαριασμούς περιέχονται παράνομες και αντισυμβατικές χρεώσεις τόκων και δικαιωμάτων. Οι εναγόμενοι 3 και 4 με την Υπεράσπιση τους, υποστηρίζουν ότι η ενάγουσα απέσπασε δόλια την υπογραφή τους, αποκρύβοντας το γεγονός ότι η Ελένη Παπόρη ήταν πτωχεύσασα καθώς και την κακή οικονομική κατάσταση της εναγόμενης 1. Υποστηρίζουν, επίσης πως δεν τηρήθηκαν οι πρόνοιες του άρθρου 5 του περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου 197
(1)/2003 (στη συνέχεια «Ο Περί εγγυητών Νόμος»). Είναι σαφές από την πιο πάνω αξιολόγηση ότι η εκδοχή της ενάγουσας όσον αφορά τα γεγονότα που περιβάλλουν την παραχώρηση των πιστωτικών διευκολύνσεων από την ενάγουσα προς την εναγόμενη 1 και τη λειτουργία των επίδικων λογαριασμών, ως αποτέλεσμα της υπογραφής των συμφωνιών δανειοδότησης, δεν έχει ανατραπεί. Όπως προκύπτει από την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία, η αξίωση της ενάγουσας εναντίον της εναγόμενης 1 στηρίζεται στις ακόλουθες συμφωνίες: α) Στις συμφωνίες παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων ημερομηνίας 5.8.1999 και 12.12.2002 (Τεκμήρια 30, 31 και 32). β) Στη συμφωνία δανειοδότησης ημερομηνίας 26.11.2004 (Τεκμήριο 36). γ) Στη συμφωνία ανάληψης υποχρέωσης ημερομηνίας 4.12.2005 (Τεκμήριο 35). δ) Στη συμφωνία δανείου ημερομηνίας 12.12.2002 (Τεκμήριο 39). Και ε) Στις συμφωνίες για έκδοση πιστωτικών καρτών ημερομηνίας 3.12.2003 και 10.11.2005 (Τεκμήρια 51 και 52 αντίστοιχα). Περαιτέρω η εναγόμενη 1 απέστειλε τις επιστολές ανειλημμένης υποχρέωσης (Τεκμήρια 47, 48, 49 και 56). Με βάση τα πιο πάνω έγγραφα, ανοίχθηκαν και λειτούργησαν οι επίδικοι λογαριασμοί, Τεκμήρια 1α - 27α, όπως έχουν αναθεωρηθεί, που παρουσίαζαν κατά το χρόνο τερματισμού τα διεκδικούμενα υπόλοιπα. Εναντίον των εναγομένων 2 και 3 η αξίωση της ενάγουσας στηρίζεται στις εγγυήσεις που παραχώρησαν με βάση τις συμφωνίες, Τεκμήρια 34, 38 και 40. Πέρα από τις πιο πάνω εγγυήσεις οι εναγόμενοι 3 και 4 υποθήκευσαν το συμφέρον τους σε ακίνητη περιουσία με βάση τις υποθήκες, Τεκμήρια 45 και 43, αντίστοιχα. Η αξίωση της ενάγουσας εναντίον της εναγόμενης 1 είναι αυταπόδεικτη, εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η εγκυρότητα των επίδικων συμφωνιών δανειοδότησης. Το μόνο ζήτημα που εγείρεται είναι τυχόν παράνομες ή αντισυμβατικές χρεώσεις στους επίδικους λογαριασμούς, όπως υπάρχει ισχυρισμός στην υπεράσπιση. Εξέτασα με την επιβαλλόμενη προσοχή τα Τεκμήρια 1α - 27α και δεν έχω διαπιστώσει να περιέχεται σε οποιοδήποτε από τους αναθεωρημένους λογαριασμούς αντισυμβατική ή αδικαιολόγητη χρέωση, είτε σε σχέση με τόκους, είτε σε σχέση με δικαιώματα ή έξοδα, ως ο ισχυρισμός των εναγομένων. Οι λογαριασμοί χρεώθηκαν με τα επιτόκια που προβλέπονται στις πιο πάνω συμφωνίες και οι τόκοι που χρεώθηκαν συνάδουν απόλυτα με τους όρους των συμφωνιών και τις πρόνοιες της νομοθεσίας. Ενόψει και της κατάθεσης των αναθεωρημένων καταστάσεων λογαριασμού (Τεκμήρια 1α-27α) η αμφισβήτηση περιορίστηκε στο δικαίωμα της Τράπεζας να χρεώνει τα υπόλοιπα με επιτόκια πέραν των επιτοκίων που προβλέπονται στη συμφωνία. Είναι πολύ καλά γνωστό ότι η Τράπεζα φέρει το βάρος απόδειξης του ύψους της απαίτησης (βλ. Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858). Στην κρινόμενη περίπτωση, δεν αμφισβητήθηκαν οι συμφωνίες με βάση τις οποίες ανοίχθηκαν οι επίδικοι λογαριασμοί. Με την κατάθεση του πιστοποιητικού ως αντιγράφου του Τραπεζικού βιβλίου (Έγγραφο "B") η ενάγουσα έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης, δεδομένου ότι τηρήθηκαν όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου, γεγονός που δεν αμφισβητείται. Όπως έχει νομολογηθεί, με την κατάθεση και αποδοχή του σχετικού πιστοποιητικού, ως αντιγράφου του Τραπεζικού βιβλίου, τεκμηριώνεται εκ πρώτης όψεως υπόθεση της Τράπεζας, εκτός στην έκταση που ανατρέπεται από άλλη μαρτυρία η οποία γίνεται αποδεχτή από το Δικαστήριο. (Βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Γιώργος Οικονόμου, ECLI:CY:AD:2014:A786, Π.Ε. Αρ. 335/2009, ημερ. 17.10.2014). Οι εναγόμενοι έχουν αμφισβητήσει τα υπόλοιπα, χωρίς ωστόσο να προσκομίσουν μαρτυρία με την οποία να αντικρούεται οποιαδήποτε συγκεκριμένη χρέωση, πέρα από τη γενική και αόριστη δικογραφημένη θέση τους περί παράνομων χρεώσεων τόκων και δικαιωμάτων. Από τη μαρτυρία της Μ.Ε.4 διαφάνηκε ότι η ενάγουσα μετά από τον τερματισμό της συμφωνίας καθόρισε, ως είχε δικαίωμα με βάση το νόμο, το ύψος του επιτοκίου επί του οφειλομένου υπολοίπου με βάση τις δημοσιεύσεις που έχουν κατατεθεί ως Τεκμήριο 79. Το δικαίωμα αυτό παρέχεται στην τράπεζα με τον περί Τόκου Νόμο (ο Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος του 1999 (αρ. 160
(1)/1999) Ειδικότερα, με βάση το άρθρο 3
(1)(γ) του Νόμου, η πιστώτρια Τράπεζα διατηρεί το δικαίωμα να καθορίζει νέο επιτόκιο, νοουμένου ότι θα ενημερώσει προς τούτο τον χρεώστη, είτε με ανακοίνωση στην ημερήσιο τύπο, είτε με γραπτή ειδοποίηση (βλ. σχετική Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας (Κύπρου) Λτδ ν. Γιώργος Οικονόμου - πιο πάνω - και Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λ. Χαριλάου Λτδ
(2009)1 Α.Α.Δ. 479). Καταλήγω, συνεπώς, ότι η ενάγουσα, αφού τερμάτισε νομίμως τους λογαριασμούς με την επιστολή Τεκμήριο 53, είχε κάθε δικαίωμα να προβεί στις διαφοροποιήσεις των επιτοκίων, με βάση τις δημοσιεύσεις Τεκμήριο 79. Ως εκ των ανωτέρω, ουδεμία παράνομη χρέωση τόκων περιέχεται στους επίδικους λογαριασμούς. Όσον αφορά τις αξιώσεις της ενάγουσας εναντίον των εναγομένων 2, 3 και 4, έχοντας απορρίψει τους ισχυρισμούς και τις υπερασπίσεις τους όσον αφορά την εγκυρότητα των εγγυήσεων και των υποθηκών, είναι φανερό πως οι αξιώσεις της ενάγουσας εναντίον τους, με βάση τις εγγυήσεις και τις υποθήκες, είναι βάσιμες. Όσον αφορά τις υπερασπίσεις που πρόβαλαν οι εναγόμενοι 3 και 4 για άγνοια του γεγονότος ότι η μητέρα του εναγομένου 2 τελούσε υπό καθεστώς πτώχευσης, έχουν ήδη απαντηθεί. Όπως υποδείχθηκε, δεν ήταν σε γνώση της ενάγουσας και δεν εγείρεται ζήτημα συμπαιγνίας της ενάγουσας με τον εναγόμενο 2, ως ο δικογραφημένος ισχυρισμός τους. Αβάσιμη κρίθηκε και η θέση τους πως δεν γνώριζαν τη φύση και την έκταση των υποχρεώσεων της εναγόμενης 1 προς την ενάγουσα. Όπως έχει υποδειχθεί, ο εναγόμενος 3 ήταν διευθυντής της εναγόμενης 1 κατά τον χρόνο της υπογραφής της επίδικης εγγύησης. Τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγος του, γνώριζαν τις υποχρεώσεις της εναγόμενης 1 προς την ενάγουσα και συμφώνησαν να υπογράψουν τα έγγραφα των εγγυήσεων και υποθηκών, προκειμένου να εξυπηρετήσουν τον εναγόμενο 2 που ήταν φίλος τους. Ενόψει των ανωτέρω, καταλήγω ότι η ενάγουσα έχει αποδείξει τις αξιώσεις της εναντίον της εναγόμενης 1 ως πρωτοφειλέτιδας, όσο και εναντίον των εναγομένων 2, 3 και 4 ως εγγυητών και ενυπόθηκων οφειλετών. Είναι, βεβαίως, ορθή η θέση των εναγομένων πως το χρέος για τις πιστωτικές κάρτες, με βάση τα Τεκμήρια 51 και 52, αφορά μόνο την εναγόμενη 1, γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε από την ενάγουσα. Αναφορικά με την υποχρέωση της εναγόμενης 4, αυτή περιορίζεται στο ποσό των €93.973,08 (£55.000,00), πλέον τόκοι, με βάση την υποθήκη (Τεκμήριο 43). Η ενάγουσα δικαιούται σε απόφαση για το οφειλόμενο υπόλοιπο, με βάση τις αναθεωρημένες καταστάσεις λογαριασμών καθώς και σε διατάγματα για εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων. Εκδίδεται, κατά συνέπεια απόφαση, υπέρ της ενάγουσας και εναντίον: Α) Των εναγομένων 1, 2 και 3, προσωπικά και αλληλέγγυα, για το ποσό των €636.117,45 πλέον τόκους προς 9,00% ετησίως επί ποσού €579.409,14 από 01.02.2014 μέχρι εξοφλήσεως πλέον τόκους προς 8,50% ετησίως επί ποσού €34.444,55 από 01.02.2014 μέχρι εξοφλήσεως πλέον τόκους προς 7,50% επί ποσού €5.803,51 από 01.02.2014 μέχρι εξοφλήσεως, των τόκων κεφαλαιοποιημένων την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Β) Εναντίον της εναγόμενης 1 για το ποσό των €41.359,10 πλέον τόκο προς 12,00% ετησίως επί ποσού €20.240,39 από 01.02.2014 μέχρι εξοφλήσεως πλέον τόκο προς 10,5% ετησίως επί ποσού €20.722,20 από 01.02.2014 μέχρι εξόφλησης των τόκων κεφαλαιοποιημένων τη 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Γ) Εναντίον της εναγόμενης 4, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα μετά της εναγόμενης 1, για το ποσό των €93.973,08 πλέον τόκο προς 8,50% επί που €93.973,08 από 10.12.2004 μέχρι 27.02.2005, τόκο προς 8,25% από 28.02.2005 μέχρι 22.05.2005, τόκο προς 7,75% από 23.05.2005 μέχρι 12.06.2005, τόκο προς 7,25% από 13.06.2005 μέχρι 31.08.2006, τόκο προς 7,50% από 01.09.2006 μέχρι 23.12.2007, τόκο προς 7,00% από 24.12.2007 μέχρι 23.04.2008, τόκο προς 7,50% από 24.4.2008 μέχρι 23.06.2008, τόκο προς 8,00% από 24.06.2008 μέχρι 16.07.2008, τόκο προς 8,25% από 17.07.2008 μέχρι 06.01.2010 και τόκο προς 9% ετησίως επ' αυτού από 07.01.2010 μέχρι εξόφλησης, των τόκων κεφαλαιοποιημένων την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Δ) Εκδίδονται περαιτέρω διατάγματα εναντίον των εναγομένων 2 και 3 για εκποίηση των υποθηκών ως οι παράγραφοι Γ και Η της Έκθεσης Απαίτησης. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 1, 2, 3 και 4, προσωπικά και αλληλέγγυα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η ανταπαίτηση των εναγομένων 1 και 2 αποτυγχάνει και απορρίπτεται, χωρίς περαιτέρω διαταγή ως προς τα έξοδα. (Υπ.)............ Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil / Other Actions / Final Αναφορά: Τράπεζα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο