← Κύπρος

Gerd Jakob ν. Ivan Ivanovich Mazur, Αρ. Αγωγής 588/14, 6/3/2015

Gerd Jakob ν. Ivan Ivanovich Mazur, Αρ. Αγωγής 588/14, 6/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A58 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 588/14 Μεταξύ: Gerd Jakob, νυν κάτοικος Ηνωμένου Βασιλείου Ενάγοντα -και- Ivan Ivanovich Mazur, νυν κάτοικος Ρωσικής Ομοσπονδίας Εναγομένου ------------------------ Αίτηση ημερ. 9.12.2014 για παρέμβαση 6 Μαρτίου 2015 Για αιτητές (

  1. Ivan Mazour, 2.Innova Kapital Limited,
  2. Premier Management Partners Ltd,
  3. Park Street Estates Ltd,
  4. Ruzam & Co Ltd,
  5. SM Trading Limited
  6. Normania Properties Ltd): κ. Χρ. Χριστοφόρου για Α. Νεοκλέους & Σια ΔΕΠΕ Για καθ' ου η αίτηση-ενάγοντα: κ. Μ. Κυριακίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 6.3.2014 εκδόθηκαν δραστικότατα προσωρινά διατάγματα εναντίον του εναγομένου με τα οποία παγοποιήθηκαν περιουσιακά στοιχεία του που βρίσκονται, μεταξύ άλλων χωρών και στο Ηνωμένο Βασίλειο. Με την εξεταζόμενη αίτηση οι αιτητές ζητούν όπως τους επιτραπεί να παρέμβουν στη διαδικασία προκειμένου να επιδιώξουν αναθεώρηση ή τροποποίηση του διατάγματος, στο βαθμό που επηρεάζει τα συμφέροντα τους. Όπως διατείνονται, αρκετά από τα περιουσιακά στοιχεία (ακίνητα και μετοχές) που δεσμεύθηκαν με το διάταγμα στην Αγγλία ανήκουν στους αιτητές και όχι στον εναγόμενο. Το «μπέρδεμα», όπως επεξηγεί στην ένορκη δήλωση του ο αιτητής 1 (υιός του εναγόμενου) είναι γιατί τυγχάνει να έχει το ίδιο όνομα με τον πατέρα του. Πιο συγκεκριμένα, ο αιτητής 1, υποστηρίζει, σε αδρές γραμμές, τα ακόλουθα: Μετά την έκδοση του υπό αναφορά διατάγματος, ο ενάγων, στις 30.4.2014, πέτυχε την εγγραφή του στο Ηνωμένο Βασίλειο, γεγονός που περιήλθε στη γνώση των Αιτητών τον Μάϊο 2014, αφού με αυτό, δεσμεύθηκαν έξι δικά του ακίνητα καθώς και το συμφέρον που έχει στο μετοχικό κεφάλαιο των αιτητριών 2 -
  7. Παραθέτει εν συνεχεία τα στοιχεία του κάθε ακινήτου (διαμερισμάτων), το χρόνο και τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες αποκτήθηκαν από τον ίδιο ή από τις Καθ' ων 2 - 7 εταιρίες, δικών του συμφερόντων. Κατάθεσε προς τούτο έγγραφα του Κτηματολογίου του Η.Β (Τεκμήρια 3, 4 και 8) καθώς και άλλα πιστοποιητικά και βεβαιώσεις (Τεκμήρια 5, 6, 7 και 9 - 15) που επιβεβαιώνουν ότι τα υπό αναφοράν διαμερίσματα καθώς και οι μετοχές που δεσμεύθηκαν δεν ανήκουν στον εναγόμενο πατέρα του αλλά στον ίδιο. Η σύγχυση, αναφέρει, δημιουργήθηκε λόγω της πολύ μεγάλης ομοιότητας του ονόματος του με το όνομα του πατέρα του. Όπως επεξηγεί, όταν γεννήθηκε ονομάστηκε Ivan Ivanovich Mazur, ακριβώς όπως ονομαζόταν και ο πατέρας του, κάτι που είναι σύνηθες στη Ρωσική Ομοσπονδία. Στο ρωσικό του διαβατήριο αναγράφεται ως Ivan Ivanovich Mazour, και όταν αργότερα απέκτησε τη Βρετανική υπηκοότητα, αφαιρέθηκε το μεσαίο όνομα (πατρώνυμο) και σε όλα πλέον τα έγγραφα που εκδόθηκαν στο όνομα του από το Ηνωμένο Βασίλειο, συμπεριλαμβανομένου και του διαβατηρίου του ((Τεκμήριο 1) αναγράφεται ως Ivan Mazour. Η μόνη διαφοροποίηση από το ονοματεπώνυμο του πατέρα του έγκειται στην ύπαρξη και του γράμματος ο στο δικό του επώνυμο (Mazour) σε αντίθεση με το επώνυμο του πατέρα του που είναι Mazur (χωρίς ο). Αυτός, φαίνεται, να ήταν και ο λόγος για τον οποίο δεσμεύθηκαν και παγοποιήθηκαν, από λάθος, τα περιουσιακά στοιχεία που αναφέρθηκαν. Οι ισχυρισμοί του αιτητή 1, επιβεβαιώνονται από ένορκη δήλωση του Άγγλου δικηγόρου (Solicitor) J. Ph. Palmer, ο οποίος, ως αναφέρει στην ένορκη δήλωση του που υποστηρίζει την αίτηση των αιτητών, γνωρίζει τα γεγονότα προσωπικά αφού ενεργεί ως νομικός σύμβουλος του αιτητή
  8. Ο ενάγων καταχώρισε ένσταση, υποστηριζόμενη από ένορκη δήλωση της κας Β. Κουρουζίδου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον ενάγοντα. Αμφισβητώντας τους ισχυρισμούς του αιτητή 1 ότι τα ακίνητα και οι μετοχές στις αιτήτριες εταιρείες ανήκουν στον ίδιο, παραθέτει αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι και ο εναγόμενος παρουσιαζόταν με το επώνυμο Mazour (Τεκμήρια 1-5 στην ένσταση), γεγονός που απέφυγε να αναφέρει ο αιτητής
  9. Επιφυλάσσοντας το δικαίωμα να αντικρούσει τους ισχυρισμούς των αιτητών, στην περίπτωση που εγκριθεί το αίτημα τους, υποστηρίζει πως η αίτηση πρέπει να απορριφθεί για τους ακόλουθους δικονομικούς λόγους: (α) Δεν υφίσταται διαδικασία προσωρινού διατάγματος, ώστε να δικαιολογείται παρέμβαση από τους αιτητές. Όπως υποδεικνύει, το προσωρινό διάταγμα έχει καταστεί απόλυτο με την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 6.3.
  10. (β) Τα εκδοθέντα διατάγματα στρέφονται εναντίον του εναγόμενου προσωπικά (in presonam) και δεν είναι δυνατό να επηρέαζαν συμφέροντα των αιτητών. (γ) Ο όποιος επηρεασμός δεν συναρτάται με το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 6.3.2014 αλλά με το διάταγμα ημερομηνίας 30.4.2014 που εκδόθηκε από το Αγγλικό Δικαστήριο (Τεκμήριο 6 στην ένσταση) το οποίο δεν έχει προσβληθεί από τους αιτητές. (δ) Οι αιτητές δεν είναι αναγκαίοι διάδικοι και τυχόν έγκριση του αιτήματος θα περιπλέξει τη δικαστική διαδικασία. (ε) Υπήρξε μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώριση της αίτησης. Όπως αναφέρει, οι αιτητές ήταν ενήμεροι για την έκδοση του διατάγματος από τον Απρίλιο του έτους 2014, γεγονός που επιμαρτυρείται από τις επιστολές που τους απέστειλαν οι δικηγόροι του ενάγοντα στην Αγγλία (Τεκμήριο 8 στην ένσταση). Το γεγονός, υποδεικνύει, ότι δεν αντέδρασαν ενωρίτερα, υποδηλώνει πως δεν είχαν οποιαδήποτε δυσμενή επίδραση από την έκδοση των διαταγμάτων. Με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των μερών, με παραπομπές σε συγγράμματα και νομολογία. Ο συνήγορος των αιτητών, παραπέμποντας στη γνωστή επί του εγειρόμενου ζητήματος νομολογία, εισηγήθηκε πως πρέπει να επιτραπεί στους αιτητές να παρέμβουν, ώστε να μπορέσουν να προστατεύσουν τα συμφέροντα τους τα οποία επηρεάζονται από το προσωρινό διάταγμα. Όπως υποστηρίζει στην γραπτή του αγόρευση ο συνήγορος, παρόλο που ο ενάγων δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των αιτητών, εντούτοις, με το προσωρινό διάταγμα ζήτησε και πέτυχε τη δέσμευση περιουσιακών τους στοιχείων, γεγονός που τους νομιμοποιεί να παρέμβουν προκειμένου να αιτηθούν αναθεώρηση του διατάγματος. Το αίτημα τους είναι να καταστούν διάδικοι σε «περιορισμένη έκταση» και όχι να καταστούν εναγόμενοι στην αγωγή, αφού κάτι τέτοιο θα περιπλέξει τη διαδικασία, δεδομένου ότι δεν υφίσταται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον τους. Ο συνήγορος του ενάγοντα υποστήριξε με τη σειρά του πως η περίπτωση δεν προσφέρεται για να επιτραπεί στους αιτητές να παρέμβουν. Επιχειρηματολογώντας ο συνήγορος, επεσήμανε πως με βάση τη νομολογία, για να καταστεί εφικτή η καταχώριση αίτησης για ακύρωση του διατάγματος από τρίτο που επηρεάζονται τα συμφέροντα του από το εκδοθέν διάταγμα, θα πρέπει πρώτα να καταστεί διάδικος. Με δεδομένη τη θέση των αιτητών ότι τυχόν προσθήκη τους ως διαδίκων θα περιπλέξει τη διαδικασία, το αίτημα είναι καταδικασμένο σε αποτυχία. Επεσήμανε, περαιτέρω, πως οι αιτητές δεν θα μπορούσαν να ζητήσουν αναθεώρηση του διατάγματος στη βάση της Δ.48, θ.8

(4), εφόσον το προσωρινό διάταγμα δεν εκδόθηκε μονομερώς. Η διαδικασία, υπόδειξε, έχει περατωθεί με την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 6.3.2014 με την οποία έχει οριστικοποιηθεί το διάταγμα. Σε κάθε περίπτωση, συνέχισε ο συνήγορος, οι αιτητές δεν είναι αναγκαίοι διάδικοι αφού, όπως είναι παραδεκτό, δεν υφίσταται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον τους. Καταλήγοντας ο συνήγορος, υπόδειξε, πως το αίτημα θα πρέπει να απορριφθεί λόγω της μεγάλης και αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην καταχώριση της αίτησης. Επεσήμανε πως οι αιτητές έλαβαν γνώση για την έκδοση του διατάγματος τον Απρίλιο του έτους 2014 και καταχώρισαν την παρούσα αίτηση τον Δεκέμβριο, ήτοι μετά πάροδο οκτώ μηνών, χωρίς να δίδεται επαρκής δικαιολογία γι' αυτή την καθυστέρηση. Είναι πού καλά γνωστές οι αρχές με βάση τις οποίες ασκείται η ευρεία διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για προσθήκη διαδίκων, δυνάμει της Διαταγής 9 θεσμός 10 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Όπως έχει νομολογηθεί, το Δικαστήριο επιτρέπει την προσθήκη διαδίκου στις περιπτώσεις όπου κρίνεται ότι ο αιτητής ή το ζητούμενο να προστεθεί πρόσωπο, είναι αναγκαίος διάδικος για την αποτελεσματική και πλήρη επίλυση των επιδίκων θεμάτων. Βασικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, είναι κατά πόσο θα επηρεαστούν άμεσα τα νομικά δικαιώματα ή οικονομικά συμφέροντα του αιτητή. Ιδιαίτερα, όταν υπάρχουν υπό αμφισβήτηση ή επηρεάζονται ιδιοκτησιακά δικαιώματα ή συμφέροντα σε περιουσία, τότε οι νόμιμοι ιδιοκτήτες πρέπει να αντιπροσωπεύονται (βλ. μεταξύ άλλων Mepa Underwriting Management Ltd κ.ά. v. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 772, Korkut ή Perihan v. Γεωργίου κ.ά
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1213). Στην κρινόμενη υπόθεση οι αιτητές δεν επιδιώκουν να προστεθούν ως συνεναγόμενοι εφόσον αναγνωρίζουν ότι δεν υφίσταται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον τους. Η ιδιαιτερότητα της περίπτωσης έγκειται στο γεγονός ότι, επηρεάζονται, όπως υποστηρίζουν οι αιτητές, τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα τους από το προσωρινό διάταγμα, λόγω της συνωνυμίας του αιτητή με τον πατέρα του - εναγόμενο. Εφόσον, υποστηρίζουν, δεν νομιμοποιούνται με βάση τη νομολογία να προσβάλουν το προσωρινό διάταγμα, χωρίς προηγουμένως να καταστούν διάδικοι, ζητούν όπως τους επιτραπεί να παρέμβουν στη διαδικασία για τον περιορισμένο αυτό σκοπό. Η αίτηση εδράζεται στη Δ.48 θ.8
(4)των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία έχει ως ακολούθως: «Any person (other than the applicant) affected by an order made ex parte may apply by summons to have it set aside or varied and the Court or Judge may set aside or vary such order on such terms as may seem just.» Η Διάταξη υπήρξε αντικείμενο πολλών αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου με πρώτη την Heli-Air v. Drescher
(1988)1 ΑΑΔ 234) στην οποία έχουν αναφερθεί τα εξής: «We agree with the learned trial Judge that paragraph 4 of rule 8 of Order 48 does not in general give the right to a third person to apply by summons for the discharge or variation of an interim order issued in proceedings in which such a person is not a party. We do not accept the argument that a reference to "any person" covers a person in the circumstances of this case where no application to be joined as a party was made and where the very ownership and right of possession of the subject property were in issue and were sought to be determined by the Court in the course of determining an application for the discharge or variation of an interim order». Στην μεταγενέστερη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κουή v. Χριστοδούλου,
(2010)1 Α.Α.Δ. 401 το θέμα εξετάστηκε εκ νέου σε σχέση με τη Διάταξη αυτή. Στη σελίδα 405, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η Δ.48, θ.8
(4)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στην οποία βασίστηκε η εφεσείουσα για την υποβολή της προαναφερόμενης αίτησης της, δεν παρέχει δικαίωμα, σε τρίτα πρόσωπα (μη διαδίκους), γενικά, υποβολής αίτησης δια κλήσεως με σκοπό την ακύρωση ή την τροποποίηση ενός παρεμπίπτοντος διατάγματος το οποίο εκδόθηκε σε διαδικασία στην οποία τα τρίτα πρόσωπα δεν είναι διάδικοι. Οι λέξεις «any person» (οποιοδήποτε πρόσωπο) στη Δ.48 θ.8
(4)δεν καλύπτουν πρόσωπα για τα οποία δεν έχει καταχωρηθεί οποιαδήποτε αίτηση για συνένωση τους ως διαδίκους, σε διαδικασία στην οποία τα επίδικα θέματα είναι ανοικτά (Δέστε: Heli-Air (Egypt) J.S.C. v. Drescher
(1988)1 C.L.R. 234)». Ακολούθησε η απόφαση στην Πολιτική Αίτηση της BRAINPEDIA HOLDING LTD
(2010)1 Α.Α.Δ. 1713, όπου αναφέρθησαν τα ακόλουθα στη σελ. 1720: «Η Αιτήτρια, στην οποία έχει επιδοθεί το Προσωρινό Διάταγμα, δε στερείται θεραπείας, εκ του γεγονότος ότι δεν είναι διάδικος. Από τη στιγμή που έλαβε γνώση και θεωρεί ότι από το Προσωρινό Διάταγμα επηρεάζονται τα συμφέροντα της, έχει τη δυνατότητα να παρέμβει στη διαδικασία, είτε εμφανιζόμενη κατά την ημερομηνία που αυτό ορίστηκε επιστρεπτέο ή κατά άλλο τρόπο και να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί το όλο θέμα, όλα όσα θεωρεί ότι έχουν σχέση με την υπόθεση της και προωθεί με την παρούσα. Θεωρώ ότι όλα όσα ισχυρίζεται σε σχέση με το ιδιοκτησιακό καθεστώς των μετοχών που απαγορεύθηκε στον εναγόμενο 4 να αποξενώσει, μπορεί και πρέπει να κριθούν στα πλαίσια της διαδικασίας της αγωγής/προσωρινού διατάγματος. Τα αποφασισθέντα στη Μηλίτσα Γ. Κουή v. Μιχάλη Χριστοδούλου (πιο πάνω), δεν καταργούν τη δυνατότητα παρέμβασης στη διαδικασία. Απλά, για την υποβολή αίτησης παραμερισμού διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς, τίθεται ως προϋπόθεση η προηγούμενη υποβολή αίτησης συνένωσης του προσώπου που ισχυρίζεται ότι επηρεάζονται τα συμφέροντα του.» Με βάση τη μαρτυρία που παρέθεσαν οι αιτητές, προκύπτει, εκ πρώτης όψεως βεβαίως, ότι επηρεάζονται από το προσωρινό διάταγμα ακίνητα και μετοχές στα οποία έχει προσωπικό συμφέρον ο αιτητής 1 και οι αιτήτριες 2 - 7 εταιρείες. Υποδεικνύεται πως με βάση τη νομολογία δεν αξιολογείται στο στάδιο αυτό η μαρτυρία. Αυτό που απαιτείται από τον αιτητή, είναι να προσκομίσει πειστική μαρτυρία από την οποία να προκύπτει ότι είναι αναγκαία η προσθήκη του. (Βλ. Korkut v. Γεωργίου, ανωτέρω). Εφόσον με το προσωρινό διάταγμα είναι δυνατό να επηρεάζονται άμεσα τα περιουσιακά συμφέροντα των αιτητών και να εμποδίζονται να απολαμβάνουν το νόμιμα δικαιώματα που έλκουν από την περιουσία τους, θα ήταν άδικο να μην τους επιτραπεί να παρέμβουν στη διαδικασία που αφορά το προσωρινό διάταγμα. Είναι δίκαιο όπως τους επιτραπεί να προστεθούν ως διάδικοι, για τον περιορισμένο σκοπό που ζητούν με την αίτηση τους, δηλαδή για τους σκοπούς του προσωρινού διατάγματος και μόνο. Ανάλογη ήταν η προσέγγιση του Λ. Παρπαρίνου, Π.Ε.Δ., όπως ήταν τότε, στην υπόθεση Chivas Holdings (IP) Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα κ.ά, Αρ. Αγωγής 10842/10, ημερ. 25.1.2011, καθώς και του Χ. Πογιατζή, Π.Ε.Δ. στην υπόθεση Νικόλας Κουμενίδης κ.ά ν. Gerrard Culbert κ.ά, Αρ. Αγωγής 414/09, ημερ. 28.5.2009, προσέγγιση η οποία με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο. Η θέση του ενάγοντα πως δεν υφίσταται τέτοια διαδικασία, επειδή το διάταγμα έχει καταστεί απόλυτο, δεν είναι βάσιμη. Το διάταγμα εκδόθηκε στην απουσία των αιτητών, χωρίς να τους επιδοθεί η αίτηση ή άλλη σχετική ειδοποίηση, εφόσον δεν ήταν διάδικοι. Η Διαταγή 48 θ.8
(4)τους δίδει τη δυνατότητα, εφόσον τους επιτραπεί από το Δικαστήριο, να αποταθούν με αίτηση δια κλήσεως για τροποποίηση ή αναθεώρηση του διατάγματος. Όσον αφορά την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε, κρίνω πως κάτω από τις περιστάσεις της υπόθεσης, ενόψει και του γεγονότος ότι όλοι οι αιτητές διαμένουν ή έχουν την έδρα τους στο Ηνωμένο Βασίλειο, δεν είναι υπέρμετρη, ώστε να μην εγκριθεί το αίτημα. Όσον αφορά, τέλος, την εισήγηση ότι θα έπρεπε να προσβάλουν το διάταγμα που εκδόθηκε στην Αγγλία, θεωρώ ότι δεν ευσταθεί, αφού η εγγραφή στηρίχθηκε στο επίδικο διάταγμα. Ορθά οι αιτητές επιδιώκουν να τροποποιήσουν πρώτα το διάταγμα που εκδόθηκε από το Κυπριακό Δικαστήριο ώστε, εάν το πετύχουν, να αποταθούν στη συνέχεια για να το εγγράψουν στην Αγγλία, όπως έπραξε και ο ενάγων. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση εγκρίνεται. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο παρέχεται άδεια στους αιτητές να προστεθούν ως διάδικοι στην παρούσα διαδικασία, για τον περιορισμένο σκοπό που ζητείται με την αίτηση, ήτοι για τους σκοπούς της διαδικασίας του προσωρινού διατάγματος. Η άδεια δίδεται υπό τον όρο ότι οι αιτητές θα καταχωρίσουν αίτηση για τροποποίηση ή αναθεώρηση του προσωρινού διατάγματος εντός 21 ημερών από σήμερα. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των αιτητών και θα βαρύνουν τον ενάγοντα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, αλλά να είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας που αφορά την αίτηση που θα καταχωρίσουν οι αιτητές ή τυχόν άλλη παρεμφερή με αυτήν αίτηση. (Υπ.) ................ Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Αίτηση για παρέμβαση στη διαδικασία cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.