Αναστάσιος Πολυδώρου κ.α. ν. Υπουργό Εσωτερικών δια του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α., Αρ. Αγωγής: 5199/13, 27/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A77 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Κατσικίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5199/13 Μεταξύ: Αναστάσιος Πολυδώρου, εκ Παλώδιας κ.α. ως ο επισυνημμένος κατάλογος στο κλητήριο ένταλμα Ενάγοντες και Υπουργό Εσωτερικών δια του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α. ως ο επισυνημμένος κατάλογος στο κλητήριο ένταλμα. Εναγόμενοι Αίτηση δια κλήσεως η οποία καταχωρήθηκε στις ημερ. 18.3.2014, αρχικά από τους Εναγόμενους 4 - 9, στη συνέχεια όμως εγκαταλείφθηκε από τους Εναγόμενους 5-9 και ούτω παρέμεινε μόνο για τον Εναγόμενο 4 - Αιτητή. Ημερομηνία: 27 Μαρτίου
- Για τον Εναγόμενο 4 - Αιτητή: κα Αναΐτη για κ.κ. Κώστας Τσιρίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Ενάγοντες - Καθ' ων η αίτηση: κ. Χρίστος Χριστοφόρου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Ενάγοντες με το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο αιτούνται: (α). Την έκδοση διαταγμάτων ως οι υπό στοιχεία (Α), (Β), (Γ), (Δ), παράγραφοι του παρακλητικού της έκθεσης απαίτησης. (β). Απόφαση εναντίον των εναγομένων 1 - 9, για το ποσό των Ευρώ1.250,00, υπέρ και προς όφελος ενός εκάστου των Εναγόντων, ήτοι ως παράγραφος (Ε) του παρακλητικού της έκθεσης απαίτησης. (γ). Επιδίκαση παραδειγματικών και/ή τιμωρητικών αποζημιώσεων υπέρ τους και εναντίον των Εναγομένων 1-9, ήτοι ως παράγραφος (Η) του παρακλητικού. (δ). Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε κρίνει δίκαιη και/ή εύλογη υπό τις περιστάσεις το Δικαστήριο, ήτοι ως παράγραφος (Θ) του παρακλητικού της έκθεσης απαίτησης. (ε). Νόμιμους τόκους, παράγραφος (Ι) του παρακλητικού της έκθεσης απαίτησης και τα έξοδα της αγωγής πλέον ΦΠΑ, ήτοι ως παράγραφος (Κ) του παρακλητικού της έκθεσης απαίτησης. Τις πιο πάνω δε αιτούμενες θεραπείες, οι ενάγοντες αξιώνουν λόγω της κατ' ισχυρισμό παράνομης συμπεριφοράς και/ή αποφάσεων των εναγομένων 1-9, αλλά και της πρόκλησης από τους εναγόμενους 1-9 οχληρίας, την οποία αυτοί προκάλεσαν λόγω της παράνομης δημιουργίας και/ή επέκτασης του υφιστάμενου κοιμητηρίου του χωριού Παλώδια στη Λεμεσό, αλλά και της παράνομης ταφής νεκρών, σε βαθμό που με αυτές προκλήθηκε και προκαλείται επέμβαση στην ομαλή, εύλογη και απρόσκοπτη χρήση και απόλαυση της ακινήτου περιουσίας των εναγόντων. Προτού προχωρήσω στην παράθεση της κρίσης του Δικαστηρίου αναφορικά με την υπό εξέταση αίτηση, θεωρώ ορθό να παραθέσω εν συντομία το ιστορικό της παρούσας αγωγής ως αυτό συνάγεται από τον δικαστηριακό φάκελο της. Όπως λοιπόν προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης η αγωγή καταχωρήθηκε στις 21/10/2013 σε ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο το οποίο επεδόθηκε στους εναγόμενους. Οι εναγόμενοι 10, 11, 13, 14 και 15 δεν καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης εμπρόθεσμα με επακόλουθο στις 30/01/14 οι ενάγοντες να καταχωρήσουν αίτηση για απόφαση λόγω της παράλειψης τους αυτής. Η εν λόγω αίτηση στις 10/02/14 και επειδή εν τω μεταξύ οι εναγόμενοι 13, 14 και 15 καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης αποσύρθηκε για αυτούς, για δε τους εναγόμενους 10 και 11 η υπόθεση ορίστηκε για απόδειξη στα πλαίσια της μαρτυρίας που θα παρουσιαστεί κατά την ακρόασης της ουσίας της αγωγής. Στις 30/01/14 οι ενάγοντες καταχώρησαν επίσης αίτηση για έκδοση απόφασης εναντίον των εναγομένων 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9 και 12 λόγω του ότι δεν καταχώρησαν την έκθεση υπεράσπισης τους εμπρόθεσμα. Η εν λόγω αίτηση ορίστηκε στις 06/03/14 και στην εν λόγω ημερομηνία ο συνήγορος των εναγόντων απέσυρε την αίτηση που αφορούσε τους εναγόμενους 10 και 11 λόγω μη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης η οποία είχε οριστεί την ίδια ημερομηνία για απόδειξη και επίσης την αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρησης υπεράσπισης για τους εναγόμενους 4, 5, 6, 7, 8, 9 και
- Αναφορικά με τους εναγόμενους 1, 2 και 3 η αίτηση ορίστηκε για οδηγίες στις 30/04/14, όμως λόγω του ότι δεν καταχωρήθηκαν εκθέσεις υπερασπίσεως από τους εναγόμενου 1, 2 και 3 η αίτηση αναβλήθηκε ξανά για τις 17/06/
- Στις 17/06/14 η αίτηση ημερομηνίας 30/01/14 και επειδή δεν καταχωρήθηκαν οι εκθέσεις υπερασπίσεως από τους εναγόμενους 1, 2 και 3 αναβλήθηκε για απόδειξη της αξίωσης των εναγόντων για τις 25/09/
- Στις 25/09/14 η αίτηση για απόφαση εναντίον των εναγομένων 3 λόγω μη καταχώρησης υπεράσπισης αποσύρθηκε αφού καταχώρησαν την έκθεση υπεράσπισης τους, για δε τους εναγόμενους 1 και 2 ορίστηκε ξανά για οδηγίες την 30/10/
- Την 30/10/2014 η αίτηση ημερομ.30/01/14 για έκδοση απόφασης εναντίον των εναγομένων 1 και 2 λόγω μη καταχώρησης υπεράσπισης, αποσύρθηκε αφού αυτοί καταχώρησαν την έκθεση υπεράσπισης τους στις 29/10/
- Οι ενάγοντες ταυτόχρονα με την καταχώρηση της αγωγής καταχώρησαν μονομερή αίτηση για έκδοση διαταγμάτων η οποία το Δικαστήριο αποφάσισε ότι θα έπρεπε να επιδοθεί, με επακόλουθο στις 28/11/13 που ήταν ορισμένη για πρώτη εμφάνιση, αυτή να οριστεί για επίδοση στους εναγόμενους στις 12/12/
- Ακολούθως ορίστηκε ξανά για επίδοση στις 23/01/14, οπόταν και εμφανίστηκαν οι καθ' ων η αίτηση δια συνηγόρων και ζήτησαν όπως η εν λόγω αίτηση οριστεί για ακρόαση αφού προτίθεντο να καταχωρήσουν ένσταση. Αυτό είχε σαν επακόλουθο η αίτηση να οριστεί για ακρόαση στις 06/03/
- Στις 06/03/14 και αφού οι εναγόμενοι καταχώρησαν τις ενστάσεις τους, κατόπιν από κοινού αιτήματος, η αίτηση ημερομηνίας 21/11/13 ορίστηκε για οδηγίες στις 24/03/
- Στις 24/03/14 ζητήθηκε αναβολή και να οριστεί η αίτηση ξανά για οδηγίες με επακόλουθο αυτή να οριστεί στις 30/04/
- Στις 30/04/2014 η αίτηση ημερομηνίας 21/11/13 ορίστηκε για ακρόαση στις 19/05/
- Στις 19/05/14 και κατόπιν καταχώρησης σχετικής αίτησης από τους ενάγοντες - αιτητές, δόθηκε άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως. Στις 05/06/204 η αίτηση ημερομηνίας 21/11/13 ορίστηκε για ακρόαση στις 19/06/
- Στις 19/06/2014 και αφού αγόρευσαν οι συνήγοροι των δύο πλευρών επιφυλάχθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου η οποία εξεδόθη στις 30/06/2014 και με αυτήν η αίτηση ημερομηνίας 21/11/13 απορρίφθηκε με έξοδα εις βάρος των εναγόντων - αιτητών. Παράλληλα με τις πιο πάνω διαδικασίες που αφορούσαν την αίτηση ημερομηνίας 21/11/13 αλλά και των αιτήσεων για έκδοση απόφασης, όπως παρατίθενται πιο πάνω, καταχωρήθηκαν αιτήσεις από πλευράς των εναγομένων 4 - 9, ως ακολούθως: (α). Στις 14/03/14 καταχωρήθηκε αίτηση με την οποία ζητείτο η διαγραφή του κλητηρίου και η απόρριψη της αγωγής, λόγω του ότι δεν αποκαλύπτετο αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των εναγομένων 5-
- Η εν λόγω αίτηση αφού αναβλήθηκε σε διάφορες ημερομηνίας οδηγήθηκε σε ακρόαση και το Δικαστήριο εξέδωσε την απόφαση του για αυτήν στις 19/01/2015, με την οποία την απέρριψε με έξοδα εις βάρος των αιτητών - εναγομένων 5 - 9 και υπέρ των καθ' ων η αίτηση - εναγόντων. (β). Στις 18/03/2014 καταχωρήθηκε η υπό εξέταση δια της παρούσης αίτηση, εκ μέρους των εναγομένων 4-9, η οποία όμως με σχετική δήλωση των συνηγόρων τους περιορίστηκε μόνο εκ μέρους του εναγομένου 4, αφού για τους εναγόμενους 5-9, στις 2/10/2014 ζητήθηκε και δόθηκε άδεια αυτή να αποσυρθεί και συνακόλουθα να απορριφθεί ( στο εξής καλουμένης «η υπό εξέταση αίτηση»). Με την υπό δια της παρούσης υπό εξέταση αίτηση, ο Εναγόμενος 4 - Αιτητής, αιτείται:
- Διάταγμα για τη διαγραφή από την έκθεση απαίτησης όλων των πιο κάτω αναφερόμενων ως σκανδαλωδών και/ή άχρηστων και/ή ενοχλητικών και/ή προκαλούντων αμηχανία και/ή ως τεινόντων να δημιουργήσουν προκατάληψη και/ή ως αποτελούντων μαρτυρία και/ή ως αποτελούντων συμπεράσματα και/ή ευρήματα τα οποία είναι αρμοδιότητα και εξουσία του Σεβαστού Δικαστηρίου, κατά παράβαση των Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας και/ή ως αποτελούντων παραβίαση της Νομοθεσίας και/ή του Συντάγματος και/ή ως τεινόντων να καθυστερήσουν τη δίκαιη διεξαγωγή της διαδικασίας. 1.1 Στην τελευταία γραμμή της παραγράφου 1 να διαγραφεί η λέξη ". νομότυπου ." καθότι η χρήση της λέξης προϋποθέτει την ύπαρξη παράνομου ή παράτυπου που μόνο το Δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί αν υπάρχει ή δεν υπάρχει παράνομο ή παράτυπο κοιμητήριο. 1.2 Στην δεύτερη γραμμή της παραγράφου 6 η φράση ". σύμφωνα με τον Περί Κοιμητηρίων (Ταφή και Εκταφή) Νόμος Ν. 257/2004 .", που συνεχίζει στην Τρίτη γραμμή να διαγραφεί καθότι την επεξήγηση ως προς το ποια είναι η αρμόδια αρχή σύμφωνα με τον οποιοδήποτε νόμο ή κανονισμό, πρέπει να δώσει με εύρημα του το Δικαστήριο και όχι με επεξήγηση του νόμου από τους Ενάγοντες. 1.3 Στην πρώτη γραμμή που συνεχίζει στη δεύτερη της παραγράφου 7 της Έκθεσης Απαίτησης η φράση, ". συμφώνως των άρθρων 3 και 10 του Περί Κοιμητηρίων Ταφή και Εκταφή) Νόμος Ν. 257/2004 ." να διαγραφεί καθότι αποτελεί και πάλι επεξήγηση των προνοιών συγκεκριμένης νομοθεσίας γεγονός που επαφίεται στις συμφυείς εξουσίες του Σεβαστού Δικαστηρίου. 1.4 Στις πέμπτη και έκτη γραμμή της παραγράφου 7 η φράση ". σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου Κεφ. 224." να διαγραφεί καθότι αποτελεί και πάλι επεξήγηση των προνοιών συγκεκριμένης νομοθεσίας γεγονός που επαφίεται στις συμφυείς εξουσίες του Σεβαστού Δικαστηρίου. 1.5 Στην τρίτη γραμμή της παραγράφου 10 η λέξη ". παράνομη ." να διαγραφεί καθότι οι Ενάγοντες προκαταλαμβάνουν το Σεβαστό Δικαστήριο καθορίζοντας την όποια, κατ' ισχυρισμό, ενέργεια των Αιτητών/Εναγομένων 4 - 9 ως παράνομη. 1.6 Στην τρίτη γραμμή της παραγράφου 11 η λέξη ". παράνομη ." να διαγραφεί καθότι οι Ενάγοντες προκαταλαμβάνουν το Σεβαστό Δικαστήριο καθορίζοντας την όποια, κατ' ισχυρισμό, ενέργεια των Αιτητών/Εναγομένων 4 - 9 ως παράνομη. 1.7 Στην τρίτη γραμμή της παραγράφου 12 η λέξη ". παράνομη ." να διαγραφεί καθότι οι Ενάγοντες προκαταλαμβάνουν το Σεβαστό Δικαστήριο καθορίζοντας την όποια, κατ' ισχυρισμό, ενέργεια των Αιτητών/Εναγομένων 4 - 9 ως παράνομη. 1.8 Στην τέταρτη γραμμή της παραγράφου 13 η λέξη ". παράνομη ." να διαγραφεί καθότι οι Ενάγοντες προκαταλαμβάνουν το Σεβαστό Δικαστήριο καθορίζοντας την όποια, κατ' ισχυρισμό, ενέργεια των Αιτητή 6/Εναγομένου 9 ως παράνομη. 1.9 Στην τρίτη γραμμή της παραγράφου 14 η λέξη ". παράνομη ." να διαγραφεί καθότι οι Ενάγοντες προκαταλαμβάνουν το Σεβαστό Δικαστήριο καθορίζοντας την όποια, κατ' ισχυρισμό, ενέργεια των Αιτητών/Εναγομένων 4 - 9 ως παράνομη. 1.10 Στην τρίτη γραμμή της παραγράφου 15 η λέξη ". παράνομη ." να διαγραφεί καθότι οι Ενάγοντες προκαταλαμβάνουν το Σεβαστό Δικαστήριο καθορίζοντας την όποια, κατ' ισχυρισμό, ενέργεια των Αιτητών/Εναγομένων 4 - 9 ως παράνομη. 1.11 Στην τρίτη γραμμή της παραγράφου 16 η λέξη ". παράνομη ." να διαγραφεί καθότι οι Ενάγοντες προκαταλαμβάνουν το Σεβαστό Δικαστήριο καθορίζοντας την όποια, κατ' ισχυρισμό, ενέργεια των Αιτητών/Εναγομένων 4 - 9 ως παράνομη. 1.12 Στην παράγραφο 18 η φράση που ξεκινά από το μέσο περίπου της πρώτης γραμμής και τελειώνει προς το τέλος περίπου της τρίτης γραμμής, ". χωρίς να είναι αρμόδιοι και/ή χωρίς να τους παρέχεται οποιαδήποτε εξουσία ή άλλως πως υπό της σχετικής νομοθεσίας Περί Κοιμητηρίων (Ταφή και Εκταφή) Νόμος Ν. 257/2004 .", να διαγραφεί καθότι οι Ενάγοντες προβαίνουν σε εύρημα περί της αρμοδιότητας ή όχι των Αιτητών και/ή περί της παροχής οποιασδήποτε εξουσίας προς τους Αιτητές από συγκεκριμένο νόμο κατά παράβαση των Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας. 1.13 Στην παράγραφο 18, η φράση που ξεκινά από το τέλος της έκτης γραμμής και τελειώνει σχεδόν στο τέλος της δέκατης γραμμής, ". προς τους Εναγομένους 2 - 7 (Εκκλησιαστική Επιτροπή) τους ενημέρωνε ότι αφού λήφθηκαν υπόψη οι απόψεις που εκφράστηκαν από όλους τους εμπλεκόμενους και τις αντιδράσεις των κατοίκων εισηγείτο ότι υπό τις περιστάσεις ." να διαγραφεί καθότι αποτελεί (α) μαρτυρικό υλικό, (β) άποψη ενός ή περισσοτέρων υπαλλήλων κυβερνητικού τμήματος που δεν είναι κατ'ανάγκη ορθή και (γ) περιλαμβάνει αόριστους ισχυρισμούς όπως η φράση ". όλους τους εμπλεκόμενους ." χωρίς να προσδιορίζει ποιοι κατ'ισχυρισμό είναι οι εμπλεκόμενοι. 1.14 Στην παράγραφο 19 η φράση που ξεκινά από σχεδόν την αρχή της δεύτερης γραμμής και τελειώνει σχεδόν στο τέλος της όγδοης γραμμής ". αποστέλλοντας τους τα σχετικά πρακτικά των συσκέψεων που έλαβαν χώρα σχετικά με την επέκταση του υφιστάμενου Κοιμητηρίου στο τεμάχιο 305 του Φ/Σχ. 54/17 της Κοινότητας Παλώδια και επικαλούμενος το γεγονός ότι η Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού δεν επιθυμεί πλέον να διαθέσει τα ακίνητα 304 και 305 του Φ/Σχ. 54/17 δια την δημιουργία και επέκταση του υφιστάμενου κοιμητηρίου και η Πολεοδομική Αρχή δεν προτίθεται πλέον να παραχωρήσει Πολεοδομική Άδεια για επέκταση του υφιστάμενου κοιμητηρίου στο αναφερόμενο τεμάχιο ." να διαγραφεί καθότι (α) αποτελεί μέρος κειμένου από έγγραφο που θα μπορούσε να αποτελέσει μαρτυρικό υλικό (β) αποτελούν πράξεις ή ενέργειες του Εναγομένου 2 που εμπλέκουν νομικά πρόσωπα όπως την Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού που δεν είναι ενώπιον του Δικαστηρίου ως διάδικος για να απαντήσει και (γ) γίνεται αναφορά σε, κατ' ισχυρισμό, επιθυμίες νομικού προσώπου που δεν είναι διάδικος. 1.15 Στην παράγραφο 20 η φράση που ξεκινά από το μέσο της τέταρτης γραμμής και τελειώνει στο τέλος της εν λόγω παραγράφου ". με απώτερο σκοπό την δημιουργία παράνομου κοιμητηρίου από αναρμόδια αρχή .", καθότι (α) δεν προβάλλεται ισχυρισμός για οποιαδήποτε πράξη ή ενέργεια ή παράλειψη εκτέλεσης πράξης ή ενέργειας από τις οποίες να φαίνεται ο, κατ' ισχυρισμό, σκοπός, (β) προβάλλεται ισχυρισμός για δημιουργία παράνομου κοιμητηρίου που θα πρέπει να αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου και/ή που δεν είναι ευθύνη και/ή δικαιοδοσία των Εναγόντων και (γ) ο χαρακτηρισμός "από αναρμόδια αρχή" χωρίς να προβάλλονται γεγονότα που να καθιστούν την, κατ' ισχυρισμό, όποια αρχή αναρμόδια και που θα έπρεπε να αποτελεί εύρημα του Σεβαστού Δικαστηρίου. 1.16 Στην παράγραφο 22 η φράση που αρχίζει σχεδόν από τη μέση της έκτης γραμμής και τελειώνει στο τέλος περίπου της ένατης γραμμής ". οι οποίοι σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία είναι οι κατά νόμο υπεύθυνοι για την εφαρμογή του Νόμου και των Κανονισμών στην περιοχή στην οποία οι Εναγόμενοι 4 έως 9 παράνομα και/ή αυθαίρετα προβαίνουν εις την επέκταση του κοιμητηρίου εντός του ακινήτου των εναγομένων 4 ." να διαγραφεί καθότι (α) οι Ενάγοντες προβαίνουν σε επεξήγηση της έννοιας και σημασίας υπάρχουσας νομοθεσίας και/ή (β) προβαίνουν σε χαρακτηρισμούς που μόνο το Δικαστήριο μπορεί να προβεί μετά από σχετικό εύρημα. 1.17 Στην πρώτη γραμμή της υποπαραγράφου 1 των λεπτομερειών της παραγράφου 22 που αναφέρεται η λέξη ". παράνομη ..." να απαλειφθεί καθότι γίνεται χαρακτηρισμός συμπεριφοράς των Εναγομένων 4 που αποτελεί δικαιοδοσία του Σεβαστού Δικαστηρίου του οποίου δεν υπάρχει ανάλογο εύρημα. 1.18 Στην έκτη γραμμή της υποπαραγράφου 2 των λεπτομερειών της παραγράφου 22 που αναφέρεται η λέξη ". παράνομη ..." να απαλειφθεί καθότι γίνεται χαρακτηρισμός συμπεριφοράς των Εναγομένων 4 έως 9 που αποτελεί δικαιοδοσία του Σεβαστού Δικαστηρίου του οποίου δεν υπάρχει ανάλογο εύρημα. 1.19 Στην τέταρτη γραμμή της υποπαραγράφου 3 των λεπτομερειών της παραγράφου 22 που αναφέρεται η λέξη ". παράνομη ..." να απαλειφθεί καθότι γίνεται χαρακτηρισμός κατ' ισχυρισμό συμπεριφοράς των Εναγομένων 4 έως 9 που αποτελεί δικαιοδοσία του Σεβαστού Δικαστηρίου του οποίου δεν υπάρχει ανάλογο εύρημα. 1.20 Στην έκτη γραμμή της υποπαραγράφου 3 των λεπτομερειών της παραγράφου 22 που αναφέρεται η λέξη ". παράνομα ..." να απαλειφθεί καθότι γίνεται χαρακτηρισμός κατ' ισχυρισμό συμπεριφοράς των Εναγομένων 4 έως 9 που αποτελεί δικαιοδοσία του Σεβαστού Δικαστηρίου του οποίου δεν υπάρχει ανάλογο εύρημα. 1.21 Στη δεύτερη γραμμή (στο μέσο περίπου) της υποπαραγράφου 7 της παραγράφου 22 να διαγραφεί η λέξη ". στην παρανομία .". 1.22 Στην πέμπτη γραμμή (περίπου στο μέσο) της υποπαραγράφου 8 της παραγράφου 22 να διαγραφεί η λέξη ". παράνομη . " όπως επίσης και η φράση ". παραβιάζοντας τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας του περί (Ταφή και Εκταφή) Νόμο (Νόμος 257
(1)/2004) άρθρα 3, 10
(2)και 20 ." γιατί περιλαμβάνουν χαρακτηρισμούς και ευρήματα και όχι γεγονότα κατά παράβαση των προνοιών των Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας. 1.23 Στην τρίτη γραμμή (περίπου στο μέσο) της παραγράφου 23 η λέξη ". παράνομα ." να διαγραφεί καθότι αποδίδονται ενέργειες στους Εναγομένους 4 έως 9 που κατονομάζονται ως παράνομες χωρίς προηγουμένως να υπάρχει ανάλογο εύρημα του Σεβαστού Δικαστηρίου. 1.24 Η παράγραφος 24 να διαγραφεί εξ ολοκλήρου καθότι αφορά μαρτυρικό υλικό και/ή αποτελεί αλληλογραφία τρίτου προσώπου με πρόσωπο που δεν είναι ενώπιον του Δικαστηρίου ως διάδικος και/ή ισχυρισμούς τρίτου προσώπου και όχι γεγονότα. 1.25 Στην παράγραφο 25 στο τέλος της δεύτερης γραμμής η λέξη ". παράνομη ..." όπως και στην αρχή της τέταρτης γραμμής η ίδια λέξη ". παράνομη ." να διαγραφούν καθότι αποδίδονται ενέργειες στους Εναγομένους 4 έως 9 που κατονομάζονται ως παράνομες χωρίς προηγουμένως να υπάρχει ανάλογο εύρημα του Σεβαστού Δικαστηρίου. 1.26 Στην παράγραφο 27 η πρώτη λέξη στη δεύτερη γραμμή ". παράνομων ." να διαγραφεί καθότι αποδίδονται ενέργειες στους Εναγομένους 4 έως 9 που κατονομάζονται ως παράνομες χωρίς προηγουμένως να υπάρχει ανάλογο εύρημα του Σεβαστού Δικαστηρίου. 1.27 Στην παράγραφο 28 η τελευταία λέξη στο τέλος της τρίτης γραμμής ". παράνομη ." να διαγραφεί καθότι αποδίδονται ενέργειες στους Εναγομένους 4 έως 9 που κατονομάζονται ως παράνομες χωρίς προηγουμένως να υπάρχει ανάλογο εύρημα του Σεβαστού Δικαστηρίου. 1.28 Στην παράγραφο 29 ο ισχυρισμός που αρχίζει από το τέλος της πέμπτης γραμμής και τελειώνει στο τέλος της έκτης γραμμής ". από το άρθρο 20 του Περί Κοιμητηρίων (Ταφή και Εκταφή) Νόμος Ν. 257
(1)/2004 ." να διαγραφεί καθότι η συμπερίληψη αυτή αντιβαίνει με τις ρητές πρόνοιες των περί Πολιτικής Δικονομίας θεσμών, όπως και η λέξη ". παράνομη ." που βρίσκεται στο μέσο περίπου της όγδοης γραμμής να διαγραφεί καθότι με αυτή αποδίδονται ενέργειες στους Εναγομένους 4 έως 9 που κατονομάζονται ως παράνομες χωρίς προηγουμένως να υπάρχει ανάλογο εύρημα του Σεβαστού Δικαστηρίου. 1.29 Στην παράγραφο 30, οι λέξεις ". παράνομης .", και ". παράνομων και/ή αυθαίρετων .", να διαγραφούν καθότι με αυτές αποδίδονται ενέργειες στους Εναγομένους 4 έως 9 που κατονομάζονται ως παράνομες και αυθαίρετες χωρίς προηγουμένως να υπάρχει ανάλογο εύρημα του Σεβαστού Δικαστηρίου..
- Οποιοδήποτε διάταγμα θεωρήσει ορθό και δίκαιο το Σεβαστό Δικαστήριο να εκδώσει κάτω από τις περιστάσεις.
- Τα έξοδα της Αίτησης αυτής και όλα τα έξοδα που θα προκύψουν από την διαγραφή και/ή τροποποίηση να είναι έξοδα υπέρ των Εναγομένων 4-9/Αιτητών. Η Αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.19 - Θ.26, Δ.27 - Θ.Θ.1-2 και Δ.48 Θ.9( j ), όπως και στην πρακτική και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η υπό εξέταση αίτηση δεν συνοδεύεται από ένορκο δήλωση αφού σύμφωνα με την θέση του αιτητή, τα γεγονότα στα οποία αυτή στηρίζεται, περιέχονται και συνάγονται από τον φάκελο της υπόθεσης. Οι Ενάγοντες - Καθ΄ων η Αίτηση (οι οποίοι στο εξής για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης θα καλούνται "οι Καθ' ων η Αίτηση"), στις 4.6.2014 καταχώρησαν ένσταση στην υπό εξέταση αίτηση με την οποία ζητούν την απόρριψή της. Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.27 Θ.3 και Δ.48 Θ. 1 - 4 και 9(ο), στο Σύνταγμα άρθρο 30.1, καθώς επίσης στις συμφυείς εξουσίες και/ή την πρακτική του Δικαστηρίου και την Νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου. Οι λόγοι δε στους οποίους βασίζεται η ένσταση, είναι οι ακόλουθοι:
(1)Η αίτηση των Αιτητών είναι πρόωρη καθότι δεν έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία συμπλήρωσης των δικογράφων από όλους τους διαδίκους.
(2)Η αίτηση των Αιτητών είναι καταχρηστική για τον λόγο ότι έχουν καταχωρήσει στις 14.03.14, αίτηση για διαγραφή Εκθέσεως Απαιτήσεως εναντίον των Εναγόμενων 5-9 και ενόψει αυτού, οι Αιτητές διατηρούν σε εκκρεμότητα δύο διαδικασίες με σχεδόν το ίδιο αιτητικό και/ή με αιτητικό το οποίο αναιρεί το ένα το άλλο και/ή καθιστά άνευ αντικειμένου το ένα με το άλλο.
(3)Οι Αιτητές έχουν εγείρει παράλληλες και ίδιες διαδικασίες με την καταχώρηση της παρούσας αίτησης και της αίτησης ημ.14/03/14 προκαλώντας αδικαιολόγητη πολλαπλότητα των διαδικασιών.
(4)Τα όσα οι Αιτητές αιτούνται προς διαγραφή δεν αποτελούν τέτοιους ισχυρισμούς τους οποίους δύναται το Δικαστήριο να διαγράψει, καθότι μέσα από αυτούς τους ισχυρισμούς στοιχειοθετείται η βάση αγωγής και το αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων εναντίον των Αιτητών.
(5)Τα όσα προκύπτουν από τους μέχρι στιγμής δικογραφημένους ισχυρισμούς των διαδίκων, δημιουργούν ένα πλέγμα γεγονότων για τα οποία επιβάλλεται από το Δικαστήριο να ακούσει μαρτυρία προτού αποφανθεί επί των επίδικων ζητημάτων και αιτούμενων θεραπειών και ως εκ τούτου δεν προκύπτουν αμιγώς νομικά σημεία τα οποία μπορούν να εξεταστούν στο στάδιο αυτό.
(6)Η διαδικασία που επέλεξαν να ακολουθήσουν οι Αιτητές είναι παράτυπη και/ή αντικανονική, καθότι πρώτιστα θα έπρεπε να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου το πραγματικό υπόβαθρο του αιτήματος τους, το οποίο παράτυπα ενσωματώνουν και προβάλλουν στο αιτητικό μέρος της αιτήσεως τους.
(7)Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση των Αιτητών δεν αποκρυσταλλώνονται μέσα από τα δικόγραφα και ούτε οι Αιτητές καταχώρησαν ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αιτήσεως τους.
(8)Με το αιτούμενο διάταγμα και ενδεχόμενη διαγραφή των αιτούμενων φράσεων και/ή λέξεων, θα υφίσταται παραβίαση του δικαιώματος των Εναγόντων να προσφύγουν ενώπιον δικαστηρίου στο οποίο δικαιούνται να προσφύγουν βάσει του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.
- Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Ενάγοντα 1, κ. Αναστάσιου Πολυδώρου, στην οποία ο ενόρκως δηλών αναφέρει τα εξής: «Εγώ ο Αναστάσιος Πολυδώρου εκ Παλώδιας - Λεμεσού ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα: Είμαι ο ενάγοντας υπ' αριθμό 1 στην πιο πάνω υπ' αριθμό και τίτλο αγωγή και είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένος από όλους τους υπόλοιπους Ενάγοντες όπως προβώ εις την παρούσα ένορκο δήλωση για λογαριασμό και/ή εκ μέρους τους. Προβαίνω στην παρούσα ένορκη μου δήλωση έχοντας προσωπική γνώση επί των γεγονότων που αφορούν την παρούσα υπόθεση καθώς επίσης και εξ' όσων καλύτερα πιστεύω και πληροφορούμαι. Η αίτηση των Αιτητών είναι πρόωρη καθότι δεν έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία συμπλήρωσης των δικογράφων από όλους τους διαδίκους. Η αίτηση των Αιτητών είναι καταχρηστική για τον λόγο ότι έχουν καταχωρήσει στις 14.03.14, αίτηση για διαγραφή Εκθέσεως Απαιτήσεως εναντίον των Εναγόμενων 5-9 και ενόψει αυτού, οι Αιτητές διατηρούν σε εκκρεμότητα δύο διαδικασίες με σχεδόν το ίδιο αιτητικό και/ή με αιτητικό το οποίο αναιρεί το ένα το άλλο και/ή καθιστά άνευ αντικειμένου το ένα με το άλλο. Οι Αιτητές έχουν εγείρει παράλληλες και ίδιες διαδικασίες με την καταχώρηση της παρούσας αίτησης και της αίτησης ημ.14/03/14 προκαλώντας αδικαιολόγητη πολλαπλότητα των διαδικασιών. Τα όσα οι Αιτητές αιτούνται προς διαγραφή δεν αποτελούν τέτοιους ισχυρισμούς τους οποίους δύναται το Δικαστήριο να διαγράψει, καθότι μέσα από αυτούς τους ισχυρισμούς στοιχειοθετείται η βάση αγωγής και το αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων εναντίον των Αιτητών. Τα όσα προκύπτουν από τους μέχρι στιγμής δικογραφημένους ισχυρισμούς των διαδίκων, δημιουργούν ένα πλέγμα γεγονότων για τα οποία επιβάλλεται από το Δικαστήριο να ακούσει μαρτυρία προτού αποφανθεί επί των επίδικων ζητημάτων και αιτούμενων θεραπειών και ως εκ τούτου δεν προκύπτουν αμιγώς νομικά σημεία τα οποία μπορούν να εξεταστούν στο στάδιο αυτό. Η διαδικασία που επέλεξαν να ακολουθήσουν οι Αιτητές είναι παράτυπη και/ή αντικανονική, καθότι πρώτιστα θα έπρεπε να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου το πραγματικό υπόβαθρο του αιτήματος τους, το οποίο παράτυπα ενσωματώνουν και προβάλλουν στο αιτητικό μέρος της αιτήσεως τους. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση των Αιτητών δεν αποκρυσταλλώνονται μέσα από τα δικόγραφα και ούτε οι Αιτητές καταχώρησαν ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αιτήσεως τους. Με το αιτούμενο διάταγμα και ενδεχόμενη διαγραφή των αιτούμενων φράσεων και/ή λέξεων, θα υφίσταται παραβίαση του δικαιώματος των Εναγόντων να προσφύγουν ενώπιον δικαστηρίου στο οποίο δικαιούνται να προσφύγουν βάσει του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.
- Ενόψει των πιο πάνω και εξ' όσων πληροφορούμαι από τους δικηγόρους των Εναγόντων, αληθώς και ειλικρινώς πιστεύω πως η αίτηση των Εναγομένων 4-9 πρέπει να απορριφθεί.» Η ακρόαση της υπό εξέταση αίτησης, περιορίσθηκε σε αγορεύσεις από τους ευπαίδευτους δικηγόρους των διαδίκων και κατά την ακροαματική διαδικασία προέβησαν σε διευκρινιστικές τοποθετήσεις, σε σχέση με κάποια από τα ζητήματα που θίγουν στις αγορεύσεις τους. Επισημαίνω επίσης ότι η συνήγορος των Αιτητών δήλωσε πώς δεν επιθυμούσε να αντεξετάσει το πρόσωπο που προέβει σε ένορκο δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης των Εναγόντων. Τις αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι είχαν την ευγενή καλοσύνη να ετοιμάσουν γραπτώς τις οποίες κατέθεσαν στο Δικαστήριο και σημειώθηκαν του μεν συνηγόρου του αιτητού - εναγομένου 4, ως Έγγραφο Γ.Α.1(α), του δε συνηγόρου των Εναγόντων - καθ' ων η αίτηση, ως Έγγραφο Γ.Α.2(α). Τα όσα αναφέρονται στις γραπτές αγορεύσεις των δύο συνηγόρων εύκολα διαπιστώνονται από το φάκελο της υπόθεσης έχουν μελετηθεί στο σύνολο τους και δεν κρίνω σκόπιμο να επαναληφθούν στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Όπου όμως στη συνέχεια κριθεί αναγκαίο, θα γίνεται αναφορά στο περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων ή/και στη Νομολογία και αυθεντίες που επικαλούνται σε αυτές. Νομική πτυχή Αρχικά θα πρέπει να αναφερθεί ότι ως νομική βάση της αίτησης τίθενται τόσο η Δ.19 Θ.26 όσο και η Δ.27 Θ.Θ. 1 και
- Όπως είναι όμως διατυπωμένο το συγκεκριμένο αίτημα κρίνεται ότι εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Δ.19 Θ.26, η οποία, μεταξύ άλλων, διέπει και το θέμα της διαγραφής μέρους δικογράφων για λόγους που αναφέρονται εκεί και όχι η Δ.27 Θ.Θ. 1 και 2, εφόσον η διάταξη αυτή διέπει το θέμα της εξέτασης νομικού σημείου που εγείρεται στις έγγραφες προτάσεις, το οποίο είναι δυνατόν να οδηγήσει σε διαγραφή ολόκληρου του δικογράφου για λόγους ουσιαστικά άλλους, από αυτούς της Δ.19 Θ.26 (βλ. Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon (S.A.L.)
(1998)1Γ Α.Α.Δ 1338, Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ κ.α. ν. Alpha Bank Ltd πρώην Lombard Natwest Bank Ltd
(2003)1Β Α.Α.Δ. 990 και Cyber Group Ltd v. Χαραλαμπίδη κ.α.
(2004)1Γ Α.Α.Δ.1852). Η Δ.19 Θ.26 λοιπόν, προβλέπει τα εξής: «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action.» Σε ελεύθερη ελληνική μετάφραση: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί καθ' οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να διατάξει τη διαγραφή ή τροποποίηση οιουδήποτε ζητήματος σε οιανδήποτε οπισθογράφηση ή δικόγραφο η οποία μπορεί να θεωρηθεί μη αναγκαία ή σκανδαλώδης ή που τείνει να προκαταβάλει, περιπλέξει ή καθυστερήσει την όλη εκδίκαση της αγωγής.» Ο αντίστοιχος θεσμός των παλαιών Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών είναι η Δ.19 Θ.27. Κύριος δε σκοπός της Δ.19 Θ.26, είναι η συμμόρφωση των διαδίκων με τους κανόνες σύνταξης δικογράφων. Κατά την εξέταση αίτησης όπως η παρούσα, δεν επιχειρείται εξέταση της εγκυρότητας του δικογράφου. Ως έχει αναφερθεί στην Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ ν. Σαββίδη
(1997)1Β Α.Α.Δ. 685 τα δικόγραφα καθορίζουν το πλαίσιο της δίκης και η σύνταξή τους διέπεται από ιδιαίτερους δικονομικούς κανόνες, οι οποίοι διασφαλίζουν την αποτελεσματική διεξαγωγή της δίκης. Οι εν λόγω κανόνες ενσωματώνονται στη Δ.19 και από το κείμενο του Θ.4 αυτής, ο οποίος περιέχει τον πιο θεμελιακό κανόνα, προκύπτει ότι κάθε δικόγραφο θα πρέπει να διατυπώνει σε συνοπτική μορφή όλα τα ουσιώδη γεγονότα πάνω στα οποία ο διάδικος βασίζει την απαίτηση ή την υπεράσπιση του. Η έννοια δε της λέξης ουσιώδη (material) εκεί, συσχετίζεται με ότι είναι απαραίτητο για να διατυπωθεί μια πλήρης αιτία αγωγής η βάση υπεράσπισης, ως η περίπτωση (βλ. και Bruce v. Odhams Press Ltd. [1936] 1 Κ.Β. 697). Στην ίδια απόφαση εξηγείται ότι η πεμπτουσία είναι ότι η διατύπωση και η παρουσίαση της υπόθεσης πρέπει να είναι λιτή χωρίς πλατειασμούς. Ο βασικός σκοπός των δικογράφων είναι να δώσουν την ευχέρεια στον αντίδικο να γνωρίζει τι υπόθεση θα αντιμετωπίσει με τέτοιες λεπτομέρειες ώστε να μπορέσει να ετοιμασθεί επαρκώς για να απαντήσει. Εξηγείται επίσης ότι η μαρτυρία με την οποία μπορεί να αποδειχθεί οποιοδήποτε από τα επίδικα θέματα δεν έχει θέση σε δικόγραφο και εάν παρεισφρήσει πρέπει να διαγραφεί (βλ. και Merchants' and Manufacturers' Insurance Co. ν. Davies [1938] 1 Κ.Β. 196). Ως αναφέρθηκε στην Athina Leathergoods Ltd v. Χαραλάμπους κ.α.
(2000)1Β Α.Α.Δ. 787, με παραπομπή στο σύγγραμμα Annual Practice 1960 σελ. 478-479, οι λέξεις "τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς, προκαλέσουν αμηχανία ή να καθυστερήσουν τη δίκαιη δίκη της αγωγής", έχουν ερμηνευθεί φιλελεύθερα από τα Δικαστήρια. Όπως δε χαρακτηριστικά λέχθηκε στην εν λόγω απόφαση από το Ανώτατο Δικαστήριο: «Αν ο εναγόμενος δεν διασαφηνίζει ποιό μέρος της έκθεσης απαίτησης παραδέχεται και ποιό αρνείται το δικόγραφο του προκαλεί αμηχανία. Απλή, όμως, πολυλογία δεν προκαλεί αφ' εαυτής αμηχανία. Ούτε και διαγράφεται ισχυρισμός ως προκαλών αμηχανία απλώς επειδή ο αντίδικος ισχυρίζεται ότι είναι αναληθής. Το γεγονός και μόνο ότι μια έκθεση απαίτησης περιλαμβάνει πολλές αιτίες αγωγής δεν προκαλεί αμηχανία εάν προβάλλονται ξεχωριστά στο δικόγραφο. Αξίωση για διαζευκτική θεραπεία δεν προκαλεί αμηχανία. Το ίδιο ισχύει και για ασυμβίβαστες υπερασπίσεις». Επίσης ούτε και το γεγονός ότι στα δικόγραφα προβάλλονται αλληλοσυγκρουόμενοι ισχυρισμοί μπορεί να οδηγήσει σε διαγραφή. Για το συγκεκριμένο θέμα, στην Soboh Petroleum (Cyprus) Ltd v. Hussein Ali Nasrat Abdallah κ.α., Πολ. Έφεση Αρ.69/2011, ημερ. 19.7.13 αναφέρθηκε ότι: «το Δικαστήριο δεν υποδεικνύει στα μέρη πώς θα διαμορφώσουν την υπόθεσή τους, εφόσον αυτά δεν παραβαίνουν τους κανόνες. Δικόγραφα, έστω και αν δεν είναι απόλυτα σύμφωνα με τους σχετικούς κανόνες, δε διαγράφονται. Το γεγονός ότι δικόγραφο περιέχει αχρείαστα ζητήματα δεν είναι αρκετό για να οδηγήσει σε διαγραφή του, εφόσον δεν προκαλείται ζημιά στον αντίδικο. Εάν, όμως, σε δικόγραφο, περιέχονται ισχυρισμοί παντελώς άσχετοι (με τρόπο ώστε ο Αιτητής θα πρέπει να απαντήσει σε αυτούς), από τους οποίους θα προκληθούν έξοδα και καθυστέρηση στην υπόθεση, τότε αυτοί δικαιολογείται να διαγραφούν. Ισχυρισμοί που προβάλλονται για ανεντιμότητα και συμπεριφορά προσβλητική για τον αντίδικο, εφόσον δεν είναι σχετικοί με τα επίδικα ζητήματα, θεωρούνται σκανδαλώδεις». Όπως λοιπόν συνάγεται από το πιο πάνω απόσπασμα, δεν είναι αρκετό να διαπιστωθεί παρατυπία στη σύνταξη ενός δικογράφου για να διαταχτεί η διαγραφή του, ο αιτητής θα πρέπει να δείξει ότι με κάποιο τρόπο βλάπτεται από την αντικανονικότητα. Για να διαπιστωθεί κατά πόσο ένα θέμα είναι σκανδαλώδες θα πρέπει να εξετασθεί κατά πόσο το θέμα αυτό θα αποτελούσε αποδεκτή μαρτυρία για να δείξει την αλήθεια κάποιου δικογραφημένου ισχυρισμού, ο οποίος είναι ουσιώδης με αναφορά στην αιτούμενη θεραπεία. Γενικά σκανδαλώδη, ενοχλητικά και άχρηστα θέματα είναι εκείνα τα οποία θεωρούνται ανήθικα ή υποβιβαστικά ή γίνονται με στόχο τον επηρεασμό της άλλης πλευράς, αλλά αν είναι σχετικά τότε δεν είναι κατ' ανάγκη και σκανδαλώδη, ούτε και διαγράφεται ισχυρισμός απλώς και μόνο διότι είναι αχρείαστος, εκτός και αν είναι εμφανώς άσχετος. Επίσης θα πρέπει να διαγραφούν μη απαραίτητοι ισχυρισμοί με τους οποίους αποδίδεται στον αιτητή ή άλλο πρόσωπο κακή πίστη ή παράπτωμα (misconduct). Για τα ανωτέρω βλ. επίσης Annual Practice 1956 σελ. 365 - 368. Ειδικότερα για το πότε ένα δικόγραφο μπορεί να χαρακτηρισθεί ως προκαλών αμηχανία (embarrassing) σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Bullen & Leake "Precedents of Pleadings" 12η έκδοση, σελ. 147: «Accordingly, a pleading is embarrassing which is ambiguous or unintelligible or which states immaterial matter and so raises irrelevant issues which may involve expense, trouble and delay and thus will prejudice the fair trial of the action, and so is a pleading which contains unnecessary or irrelevant allegations.» Σε ελεύθερη δε Ελληνική μετάφραση: «Συναφώς ένα δικόγραφο είναι προσβλητικό εάν είναι διφορούμενο ή ακατανόητο ή περιέχει άσχετα ζητήματα και τοιουτοτρόπως εγείρει άσχετα ζητήματα τα οποία δυνατόν να προκαλούν έξοδα, ανωμαλία και καθυστέρηση και ως εκ τούτου τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς τη δίκαιη δίκη της αγωγής και ως εκ τούτου είναι δικόγραφο το οποίο περιέχει μη αναγκαίους ή άσχετους ισχυρισμούς.» Ως καθοδήγηση για το θέμα βοηθητικά είναι επίσης τα πιο κάτω λεχθέντα στην απόφαση Davy ν. Garrett [1878] 7 C. D. 473 (η οποία εφαρμόσθηκε αργότερα στην Re - W. R. Willcocks & Co. Ltd. [1973] 2 All E.R. 93): «Although the Court of Appeal will not readily interfere with the discretion of the Court of first instance in a matter of procedure, it is its duty to exercise its own discretion as to whether a pleading is so framed as to embarrass the opposite party. In a case, therefore, where a statement of claim was in the opinion of the Court of Appeal calculated to embarrass the Defendants by reason of its stating immaterial facts, and setting out at great length documents which could not be material except as evidence by way of admission, it was ordered to be struck out, though a motion for that purpose had been dismissed with costs by the Court below. The rule that evidence is not to be pleaded applies to admissions as well as to other evidence». Σε ελεύθερη δε Ελληνική μετάφραση: «Παρά το ότι το Εφετείο δεν είναι πρόθυμο να επέμβει στη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε ζήτημα διαδικασίας, είναι καθήκον του το οποίο πρέπει να εξασκήσει σύμφωνα με τη δική του διακριτική ευχέρεια στο κατά πόσο ένα δικόγραφο έχει με τέτοιο τρόπο διατυπωθεί έτσι ώστε να προκαλεί αμηχανία στην άλλη πλευρά. Συνακόλουθα σε περίπτωση που μία έκθεση απαίτησης είναι κατά την άποψη του Εφετείου ότι προκαλεί αμηχανία στους Εναγόμενους, συνεπεία της έκθεσης σε αυτή ασχέτων γεγονότων και της παράθεσης σε μεγάλη έκταση περιεχόμενο εγγράφων τα οποία δεν μπορούν να είναι ουσιώδη παρά μόνο ως μαρτυρία υπό μορφή παραδοχής, διατάχθηκε όπως αυτά διαγραφούν παρά το ότι αίτηση για τον σκοπό αυτό είχε απορριφθεί με έξοδα από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Ο κανονισμός ότι μαρτυρία δεν θα πρέπει να δικογραφείται εφαρμόζεται και σε παραδοχές ως επίσης και σε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία.» Ως δε έχει λεχθεί στην Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου κ.α. ν. Νικολαίδη
(1993)1 Α.Α.Δ. 364, η Δ.19 Θ.26, παρέχει εξουσία για τη διαγραφή απαιτήσεων και ισχυρισμών από τη δικογραφία που τείνουν να εκτρέψουν την ομαλή πορεία της δίκης ή έχουν ως σκοπό την πλαγιοδρόμηση της. Η εξουσία δε διαγραφής, που παρέχεται από την Δ.19 Θ.26, είναι διακριτικής μορφής και ταυτόχρονα, πλατιά (βλ. Soboh Petroleum (Cyprus) Ltd ανωτέρω). Όπως όμως επίσης έχει αναγνωρισθεί νομολογιακά, η διαγραφή ισχυρισμών δικογράφου, δυνάμει της Δ.19 Θ.26, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο που δικαιολογείται μόνον εφόσον το δικόγραφο η μέρος του, κρίνεται στα πλαίσια των όσων η νομολογία έχει αναγνωρίσει, πώς επιβάλλεται η διαγραφή του. Το δικόγραφο κρίνεται αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενό του και τις αντικειμενικές συνέπειες που συνεπάγεται η τεκμηρίωση των ισχυρισμών που προβάλλονται σ' αυτό (βλ. In Re Pelmako Developments Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 246 και Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λεμεσού - Αμαθούντος ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2007)1Α Α.Α.Δ. 21). Το μέρος δε εκείνο του δικογράφου που ζητείται να διαγραφεί πρέπει να συγκεκριμενοποιείται. Στα πλαίσια αυτά λαμβάνεται λοιπόν υπόψην τόσο η φύση της αγωγής όσο και η σχετικότητα των ζητούμενων να διαγραφούν ισχυρισμών, με τα επίδικα θέματα αυτής. Δεν τίθεται θέμα μαρτυρίας και αξιολόγησης των εκατέρωθεν ισχυρισμών μέσα από τις έγγραφες προτάσεις (ναφορικά με το πως αυτή ασκείται, βλέπε επίσης Williams & Glyns Bank Ltd v. the Ship "Maria"
(1984)1 C.L.R. 820 και Πελετιές ν. Ataya
(1990)1 Α.Α.Δ. 504). Όσον αφορά το πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου το Δικαστήριο πρέπει να στηριχθεί για την εξάσκηση της διακριτικής ευχέρειας για διαγραφή δικογράφου ή μέρους αυτού, όπως επίσης η νομολογία αναγνωρίζει, αυτό περιορίζεται στο περιεχόμενο και την ανάγνωση αυτών τούτων των δικογράφων και δεν θα πρέπει να απολήγει σε δίκη αναφορικά με την ουσία της υπόθεσης με ενόρκους δηλώσεις. (Βλ. υπόθεση Pearce v. Ove Arup Partnership Ltd and others
(1999)1 ALL E.R. 769, 782). Επίσης για το συγκεκριμένο ζήτημα, αρκετά βοηθητικά είναι και τα όσα αποφασίστηκαν στην υπόθεση Buttes Gas & Oil Co v. Hammer
(1975)2 W.L.R. 425, στην οποία με παρέπεμψε και ο συνήγορος των Εναγόντων, όπου στη σελ. 439 αναφέρονται τα εξής: "Now, as Lord Denning M.R. has already pointed out, this is a striking out application and in relation to any striking out application two things at least are clear. First, in considering any application to strike out, the Court will not go outside the pleadings themselves. Secondly the Court will only exercise their undoubted right to strike out all or part of the pleadings in a very clear case". Σε ελεύθερη δε ελληνική μετάφραση: «Τώρα όπως και ο Λόρδος Denning M.R. έχει ήδη επισημάνει, αυτή είναι αίτηση για διαγραφή και σε σχέση με οποιαδήποτε αίτηση διαγραφής δύο ζητήματα τουλάχιστον είναι ξεκάθαρα. Πρώτον εξετάζοντας οποιαδήποτε αίτηση διαγραφής, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να ξεφεύγει από τα δικόγραφα τα ίδια. Δεύτερον το Δικαστήριο θα εξασκήσει την αδιαμφισβήτητη εξουσία του να διαγράψει μέρος η ολόκληρο το δικόγραφο σε μία πολύ καθαρή περίπτωση.» Μετά την παράθεση της νομικής πτυχής, προχωρώ τώρα στην παράθεση της κρίσης του Δικαστηρίου αναφορικά με το βάσιμο της ενώπιον μου υπό εξέταση αίτησης, με αναφορά στους δικογραφημένους ισχυρισμούς των Εναγόντων των οποίων ζητείται η διαγραφή. Ως προαναφέρθηκε οι Ενάγοντες με την παρούσα αγωγή αξιώνουν τα διατάγματα και θεραπείες των παραγράφων Α, Β, Γ, Δ, Ε, Η, Θ και Κ του παρακλητικού της έκθεσης απαίτησης, επικαλούμενοι παράνομες και/ή αυθαίρετες αποφάσεις, ενέργειες και συμπεριφορές των Εναγομένων 1 - 9, κατά παράβαση των προνοιών του περί Κοιμητηρίων (Ταφή και Εκταφή) Νόμου, Ν.257(Ι)/
- Με τις εν λόγω ενέργειες και συμπεριφορές, ως πάντα ισχυρίζονται οι Ενάγοντες, οι Εναγόμενοι 1-9, είτε ένας έκαστος εξ΄ αυτών ξεχωριστά είτε από κοινού και σε συνέργια με τους λοιπούς, προκάλεσαν και είχαν σαν αποτέλεσμα τον επηρεασμό της μείωσης της αξίας της ακίνητης περιουσίας των Εναγόντων και της πρόκλησης οχληρίας που δεν τους επιτρέπει να απολαμβάνουν την ομαλή, εύλογη και απρόσκοπτη χρήση και απόλαυση της ακινήτου περιουσίας τους, κατά παράβαση ως συνάγεται, των προνοιών της σχετικής Νομοθεσίας. Στην έκθεση υπεράσπισης του ο Εναγόμενος 4 - Αιτητής, η οποία έκθεση υπεράσπισης είναι κοινή με τους Εναγόμενους 4 - 9, αρνείται και απορρίπτει τους πιο πάνω ισχυρισμούς και αιτούμενες θεραπείες από τους Ενάγοντες και αιτείται την απόρριψη της αγωγής με έξοδα υπέρ του και εναντίον των Εναγόντων. Περαιτέρω ο Εναγόμενος 4 - Αιτητής, εγείρει με την έκθεση υπεράσπισης του τρεις προδικαστικές ενστάσεις ισχυριζόμενος ότι ο Ενάγοντας 1 εμποδίζεται, όπως και οι Ενάγοντες 5 - 22, να προωθούν την παρούσα αγωγή και τις δι' αυτής αιτούμενες θεραπείες, αφού έχουν εγείρει ιδιωτική ποινική υπόθεση, αλλά και δύο άλλες αγωγές, αιτούμενοι τις ίδιες θεραπείες αναφορικά με την έκδοση των διαταγμάτων που περιέχονται στις παραγράφους Α, Β, Γ και Δ του παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης. Με την υπό εξέταση δε αίτηση ο Εναγόμενος 4 - Αιτητής, ως άνωθι εκτίθεται, ζητά τη διαγραφή μέρους των ισχυρισμών που προβάλλουν οι Ενάγοντες στις παραγράφους 1, 6, 7, 10, 11, 12, 13, 14, 15, 16, 18, 19, 20, 22, 23, 24, 25, 27, 28, 29 και 30, όπως το καταγράφει στις παραγράφους υπό στοιχεία 1.1 - 1.29 της παραγράφου 1 του αιτητικού μέρους αυτής. Εξετάζοντας δε το περιεχόμενο των εν λόγω παραγράφων, κρίνω ότι αυτές δύνανται να κατηγοριοποιηθούν στις εξής κατηγορίες σε συνάρτηση με το λόγο που προβάλλεται σε μία έκαστη εξ' αυτών, ως υποστηρικτικόν των αιτουμένων θεραπειών: (α) Στην κατηγορία που έχουν σαν λόγο υποστήριξης του αιτήματος, ότι το μέρος των παραγράφων της Έκθεσης Απαίτησης που ζητείται η διαγραφή, προκαταλαμβάνει και/ή προϋποθέτει την από μέρους των Εναγομένων και ιδιαίτερα του Εναγόμενου 4 - Αιτητή, διάπραξη παράνομων ή παράτυπων ενεργειών, κάτι που μόνο το Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει μετά από την ακροαματική διαδικασία της ουσίας της υπόθεσης και μόνο μετά από σχετικό εύρημα του. Συγκεκριμένα τα μέρη που ζητεί ο Εναγόμενος 4 να διαγραφούν με τις υπό στοιχεία 1.1, 1.5, 1.6, 1.7, 1.8, 1.9, 1.10, 1.11, 1.15, 1.16, 1.17, 1.18, 1.19, 1.20, 1.21, 1.22, 1.23, 1.25, 1.26, 1.27, 1.28 και 1.29, παραγράφους της υπό εξέταση αίτησης. (β) Στην κατηγορία που έχουν σαν λόγο υποστήριξης του αιτήματος, ότι το μέρος των παραγράφων της έκθεσης απαίτησης που ζητείται η διαγραφή, αποτελεί επεξήγηση και ερμηνεία νόμων ή κανονισμών, κάτι που μόνο το Δικαστήριο μπορεί να πράξει μέσα από την απόφαση που θα εκδώσει μετά την ακροαματική διαδικασία της ουσίας της αγωγής. Συγκεκριμένα τα μέρη που ζητεί ο Εναγόμενος 4 να διαγραφούν με τις υπό στοιχεία 1.2, 1.3, 1.4 και 1.12, παραγράφους της υπό εξέταση αίτησης. (γ) Στην κατηγορία των παραγράφων που έχουν σαν λόγο υποστήριξης του αιτήματος, ότι το μέρος των παραγράφων της έκθεσης απαίτησης που ζητείται η διαγραφή, αποτελεί αόριστους ισχυρισμούς και μέρος από έγγραφο που θα μπορούσε να αποτελέσει μαρτυρικό υλικό. Συγκεκριμένα τα μέρη που ζητεί ο Εναγόμενος 4 να διαγραφούν με τις υπό στοιχεία 1.13, 1.14 και 1.24 παραγράφους της υπό εξέταση αίτησης. Ειδικότερα σε σχέση με την υπό στοιχείο 1.14 της υπό εξέταση αίτησης, αιτούμενη θεραπεία, ο Αιτητής-Εναγόμενος 4, επικαλείται περαιτέρω ότι με τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς στην παράγραφο 19 της Έκθεσης Απαίτησης, οι Ενάγοντες εμπλέκουν στην επίδικη διαφορά πρόσωπο που δεν είναι διάδικο στην παρούσα αγωγή και τις επιθυμίες αυτού που σχετίζονται, πάντοτε κατ' ισχυρισμό, με τις πράξεις ή ενέργειες του Εναγόμενου
- Έχοντας προβεί στην πιο πάνω κατηγοριοποίηση, προχωρώ στην απόφανση του Δικαστηρίου κατά πόσο επί τη βάση των αρχών της νομολογίας και των Κανονισμών, δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων θεραπειών, σε συνάρτηση και με τους λόγους ένστασης των Εναγόντων που περιέχονται στην ειδοποίηση ένστασης τους: Λόγος ένστασης αρ. 1: Στον λόγο ένστασης αρ.1 οι Ενάγοντες-Καθ΄ων η αίτηση, ισχυρίζονται ότι η Αίτηση είναι πρόωρη καθότι κατά τον χρόνο καταχώρησης της δεν είχε ολοκληρωθεί η ανταλλαγή δικογράφων από όλους τους διαδίκους. Αναφορικά με τον συγκεκριμένο λόγο για τον οποίο οι Ενάγοντες επικαλούνται, ανάμεσα σε άλλες, την Δ.27 Θ.3, επί τη βάση των όσων έχουν αποφασιστεί στην απόφαση A.G. of Duchy of Lancaster v. L. αnd N.W. Ry και Wright v Prescot, τέτοια αίτηση μπορεί να καταχωρηθεί ακόμη και πριν το κλείσιμο των εγγράφων προτάσεων όχι όμως πριν την καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης (βλ. επίσης τα σχόλια από το σύγγραμμα The Annual Practice 1956 σελ. 420 έως 425 στις οποίες αναλύονται οι προϋποθέσεις και δίδεται ερμηνεία των προνοιών του Θ.25
(4)ήτοι του αντίστοιχου αγγλικού θεσμού με τον δικό μας Θ.27.3). Όπως λοιπόν αναφέρεται στην σελίδα 422 του εν λόγω συγγράμματος στην παράγραφο με τον τίτλο Application, αιτήσεις για διαγραφή γίνονται δια κλήσεως και δύνανται να γίνουν ακόμη και πριν την καταχώρηση έκθεσης υπεράσπισης, όχι όμως πριν την καταχώρηση έκθεσης απαίτησης. Παρόλο δε που στην ένσταση οι Ενάγοντες - Καθ΄ων η αίτηση, δεν επικαλούνται τη Δ.19 Θ.26, η οποία ως άνωθι αναφέρεται είναι αυτή που καλύπτει τις αιτούμενες με την υπό εξέταση αίτηση θεραπείες, επισημαίνω ότι ο ενν λόγω Θεσμός αναφέρει ότι, αίτηση τέτοιας φύσεως μπορεί να καταχωρηθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Παρά την εν λόγω πρόνοια, η οποία είναι ακριβώς η ίδια με αυτήν του αντίστοιχου Αγγλικού Θεσμού Ο.19, r.27, από την οποία έλκει η δική μας Διαταγή
- Θ.26 την προέλευση της, στο σύγγραμμα The Annual Practice 1956 στις σελ.365-368 όπου οι έγκριτοι συγγραφείς πραγματεύονται και παραθέτουν σχόλια για την εν λόγω Διαταγή και Θεσμό, αναφέρουν στην παράγραφο με τον τίτλο «Application» τα εξής: "Although the Rule expressly states that the order may be made 'at any stage of the proceedings', still the application should always be made promptly, and as a rule before the close of the pleadings; or the Court may, in its discretion, decline to exercise its jurisdiction (Cross v. Howe, 62 L.J. Ch. 342). .........................................." Σε ελεύθερη Ελληνική μετάφραση: «Παρά το ότι ο Θεσμός ρητά προνοεί ότι το διάταγμα μπορεί να εκδοθεί 'σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας', εντούτοις η αίτηση πρέπει πάντοτε να γίνεται έγκαιρα και ως ο κανόνας, πριν το κλείσιμο των εγγράφων προτάσεων διαφορετικά το Δικαστήριο μπορεί στα πλαίσια της διακριτικής του ευχέρειας να αρνηθεί να εξασκήσει τη δικαιοδοσία του (βλ. Cross v. Howe, 62 L.J. Ch. 342). .........................................." Όπως λοιπόν διαπιστώνω από το φάκελο της υπόθεσης, η έκθεση υπεράσπισης του Εναγομένου 4 καταχωρήθηκε στις 26.2.14, ήτοι πριν από την καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης, η δε απάντηση στην υπεράσπιση του Εναγομένου 4 από τους Ενάγοντες, καταχωρήθηκε στις 3.9.
- Ως εκ τούτου η υπό εξέταση αίτηση δεν αποδέχομαι ότι έχει καταχωρηθεί είτε πρόωρα, δυνάμει των όσων αναφέρονται πιο πάνω, σε σχέση με τη Δ.27 Θ.3, είτε καθυστερημένα, δυνάμει των όσων αναφέρονται πιο πάνω, σε σχέση με τη Δ.19 Θ.
- Συνακόλουθα ο λόγος ένστασης αρ.1 δεν γίνεται αποδεκτός. Λόγοι ένστασης αρ. 2 και 3: Όσον αφορά τους λόγους ένστασης υπό στοιχεία 2 και 3 και τη θέση που προβάλλεται σε αυτούς, ότι η καταχωρηθείσα αίτηση περιέχει τις ίδιες ουσιαστικά θεραπείες με αίτηση που καταχώρησαν οι Εναγόμενοι 5 - 9, στις 14.3.2014, από το φάκελο της υπόθεσης διαπιστώνω τα εξής: Οι θεραπείες που οι Εναγόμενοι 5 - 9 και όχι ο Εναγόμενος 4, αιτούντο με την αίτηση ημερ. 14.3.2014 δεν είναι οι ίδιες με αυτές που ζητά ο Εναγόμενος 4 - Αιτητής στην παρούσα. Επισημαίνω δε ότι, όπως και πιο πάνω αναφέρεται, ενώ αρχικά η υπό εξέταση αίτηση είχε καταχωρηθεί και εκ μέρους των Εναγομένων 5 - 9, στις 2.10.2014 που αυτή ήταν ορισμένη για οδηγίες, οι συνήγοροι των Εναγομένων 5 - 9, την απέσυραν γι' αυτούς με επακόλουθο αυτή να εκκρεμεί μόνο για τον Εναγόμενο 4 - Αιτητή. Επισημαίνω επίσης ότι η αίτηση των Εναγομένων 5 - 9 ημερ. 14.3.2014, δεν εκκρεμεί πλέον αφού με απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 19.1.2015 έχει απορριφθεί. Συνακόλουθα ακόμα και στην περίπτωση που ο Εναγόμενος 4 - Αιτητής, στην υπό εξέταση αίτηση ήταν και ένας από τους αιτητές στην αίτηση ημερ. 14.3.2014, δεν αποδέχομαι ότι βρίσκονται σε εκκρεμότητα δύο διαδικασίες παράλληλες με τις ίδιες θεραπείες, κάτι που θα συνιστούσε κατάχρηση και πολλαπλότητα των δικαστικών διαδικασιών. Ως εκ των πιο πάνω αναφερθέντων και οι λόγοι ένστασης 2 και 3, δεν γίνονται αποδεκτοί και απορρίπτονται. Λόγοι ένστασης αρ. 6 και 7: Με τον λόγο ένστασης αρ.6, οι Ενάγοντες - Καθ΄ων η Αίτηση ζητούν την απόρριψη της υπό εξέταση αίτησης καθώς, όπως εισηγούνται, η διαδικασία που επέλεξε να ακολουθήσει Εναγόμενος 4 - Αιτητής, είναι παράτυπη και αντικανονική, καθότι πρώτιστα θα έπρεπε να τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου το πραγματικό υπόβαθρο του αιτήματος του νομότυπα κι όχι στο αιτητικό μέρος της αίτησης του. Έχω εξετάσει τόσο το περιεχόμενο της υπό εξέταση αίτησης, όσο και την νομική της βάση και δεν αποδέχομαι ότι η διαδικασία και ο τύπος της υπό εξέταση αίτησης παρουσιάζουν οποιαδήποτε παρατυπία. Ως εκ τούτου και ο λόγος ένστασης αρ. 6 δεν γίνεται αποδεκτός. Με τον λόγο ένστασης αρ. 7, οι Ενάγοντες - Καθ' ων η αίτηση, εισηγούνται την απόρριψη της υπό εξέταση αίτησης, για το λόγο ότι αυτή δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Όπως προνοείται στη Δ.
- Θ.9(j), αιτήσεις δυνάμει της Δ.19 Θ.26, με τις οποίες ζητείται η διαγραφή ασχέτων ή σκανδαλωδών ισχυρισμών στις έγγραφες προτάσεις, δεν είναι απαραίτητο να συνοδεύονται από ενόρκους δηλώσεις, αναφορικά με τα γεγονότα που τις υποστηρίζουν, εκτός εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι κάτι τέτοιο απαιτείται. Στην υπό εξέταση αίτηση κρίνω πώς το δια της νομολογίας απαραίτητο υλικό προς εξέταση των αιτουμένων θεραπειών, είναι μέσα από τα δικόγραφα που θα πρέπει αντληθεί και δεν ήταν απαραίτητο να συνόδευε την υπό εξέταση αίτηση ένορκος δήλωσης. Τούτο διότι από την απλή ανάγνωση των δικογράφων παρέχεται το απαραίτητο υλικό προς εξέταση του δικαιολογημένου η μη της έκδοσης των αιτουμένων θεραπειών. Συνακόλουθα και λόγος ένστασης αρ. 7, δεν γίνεται αποδεκτός. Λόγος ένστασης αρ. 8: Η εισήγηση των Εναγόντων - Καθ' ων η αίτηση, ότι ενδεχόμενη έγκριση της υπό εξέταση αίτησης θα συνιστά παραβίαση του άρθρου 30.1 του Συντάγματος επίσης κρίνω ότι στερείται οποιουδήποτε ερείσματος και απορρίπττεται. Δεν έχω αντιληφθεί στη βάση ποιάς λογικής ή νομικής επιχειρηματολογίας, η ενδεχόμενη απόφαση του δικαστηρίου, ότι θα πρέπει επί τη βάση των Θεσμών και των αρχών της νομολογίας, ισχυρισμοί που περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης θα πρέπει να διαγραφούν, είναι δυνατό να ισοδυναμεί με παραβίαση του δικαιώματος των Εναγόντων - Καθ' ων η αίτηση, να προσφύγουν στο δικαστήριο. Η αποδοχή μίας τέτοιας θέσης θα καθιστούσε άνευ αντικρύσματος και αναποτελεσματικές, τις πρόνοιες των σχετικών Διαταγών και Θεσμών για διαγραφή δικογράφου και απόρριψη αγωγής, όπου συντρέχουν βέβαια όσα η νομολογία αναγνωρίζει και οι εν λόγω Θεσμοί προβλέπουν. Συνακόλουθα και ο λόγος αρ. 8 δεν γίνεται αποδεκτός. Λόγοι ένστασης αρ. 4 και 5: Οι συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης αποτελούν τους ουσιαστικότερους και τους πλέον βαρύνοντες στο κατά πόσο η υπό εξέταση αίτηση πρέπει να επιτύχει η να απορριφθεί. Αυτό λοιπόν που ουσιαστικά εισηγούνται οι Ενάγοντες - Καθ' ών η αίτηση και με τους δύο λόγους ένστασης, αλλά και ο ευπαίδευτος συνήγορος τους με την επιχειρηματολογία του, είναι ότι στο παρόν στάδιο με βάση τους δικογραφημένους στην έκθεση απαίτησης ισχυρισμούς τους, το δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει την υπό εξέταση αίτηση διότι τα όσα ο Εναγόμενος 4 - Αιτητής, ζητά να διαγραφούν, δεν αποτελούν τέτοιους ισχυρισμούς τους οποίους δύναται το Δικαστήριο να διαγράψει. Τούτο διότι μέσα από αυτούς τους ισχυρισμούς στοιχειοθετείται η βάση αγωγής και το αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων εναντίον των Εναγομένων. Επίσης διότι τα όσα προκύπτουν από τους μέχρι στιγμής δικογραφημένους ισχυρισμούς των διαδίκων, δημιουργείται ένα πλέγμα γεγονότων για τα οποία επιβάλλεται από το Δικαστήριο να ακούσει μαρτυρία, προτού αποφανθεί επί των επίδικων ζητημάτων και αιτούμενων θεραπειών. Αυτό λοιπόν το οποίο αβίαστα συνάγεται είναι ότι με τους λόγους ένστασης 4 και 5, οι Ενάγοντες - Καθ' ών η αίτηση, ουσιαστικά επικαλούνται τα όσα οι αρχές της νομολογίας έχουν αναγνωρίσει αναφορικά με το τι συνιστά δικογραφημένους ισχυρισμούς που υπόκεινται σε διαγραφή. Γι αυτό κρίνω πώς και οι δύο λόγοι είναι ορθότερο να εξεταστούν μαζί υπό το πρίσμα και εντός των όσων οι αρχές της νομολογίας και οι Θεσμοί καθορίζουν για το συγκεκριμένο ζήτημα. Αναφορικά λοιπόν με το περιεχόμενο των παραγράφων της έκθεσης απαίτησης, που ζητείται η διαγραφή τους στις παραγράφους που έχω κατηγοριοποιήσει πιο πάνω στην υπό στοιχείο (α) παράγραφο, δεν αποδέχομαι ότι επί τη βάσει των αρχών της νομολογίας συνιστούν σκανδαλώδεις, άχρηστους, ενοχλητικούς και ως προκαλούντων αμηχανία και προκατάληψη ισχυρισμούς εις βάρος του Εναγόμενου
- Το τι επικαλείται οποιοσδήποτε διάδικος στο δικόγραφο του ως βάση που στοιχειοθετεί τις αξιούμενες από αυτόν θεραπείες, δεν συμφωνώ ότι συνιστά εύρημα όσον αφορά γεγονότα ή επεξήγηση νόμων και κανονισμών, η ότι προκαταλαμβάνουν το Δικαστήριο προτού διεξαχθεί η ακροαματική διαδικασία επί της ουσίας της αγωγής. Αν γίνει δε αποδεχτή αυτή η εισήγηση του Εναγομένου 4 ως εύλογα συνάγεται, δεν θα μπορούσε να ευσταθήσει περιεχόμενο δικογράφου. Τούτο διότι με τη διαγραφή ισχυρισμών και θέσεων, ως το περιεχόμενο που ζητείται με την υπό εξέταση αίτηση του Εναγομένου 4, ουσιαστικά θα αποστερηθεί το δικαίωμα των Εναγόντων να παρουσιάσουν την υπόθεση τους αφού θα εκλείψει ουσιαστικά η νομική βάση της αξίωσης τους. Ούτε και μπορεί να γίνει αποδεχτή η θέση του Εναγόμενου 4 - Αιτητή, ότι με την παράθεση των ισχυρισμών και θέσεων των Εναγόντων όπως καταγράφονται στις εν λόγω παραγράφους, δημιουργείται προκατάληψη στο Δικαστήριο ή δεσμευτική ερμηνεία νόμων ή κανονισμών. Αυτά είναι ζητήματα τα οποία θα αποφασισθούν στο τέλος της δίκης από το ίδιο το Δικαστήριο και ουδεμία δέσμευση ή επηρεασμός του Δικαστηρίου, μπορεί να προκύψει από την παράθεση απλών ισχυρισμών σε ένα δικόγραφο. Ακόμη από τα όσα εκτίθενται στην υπό εξέταση αίτηση και την ένορκο δήλωση που την υποστηρίζει, δεν διασαφηνίζεται ποία δικαιώματα του Εναγόμενου 4 παραβιάζονται, η σε τι οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί προσβάλλουν τούτον, αφού είναι θέμα επίδικο, η ακόμη ποία ζημιά θα του προκαλέσουν αν αυτοί δεν διαγραφούν. Συνακόλουθα το αίτημα για διαγραφή του περιεχομένου των παραγράφων της έκθεσης απαίτησης που ζητείται με τις υπό στοιχεία 1.1, 1.5, 1.6, 1.7, 1.8, 1.9, 1.10, 1.11, 1.15, 1.16, 1.17, 1.18, 1.19, 1.20, 1.21, 1.22, 1.23, 1.25, 1.26, 1.27, 1.28 και 1.29 υποπαραγράφους, της παραγράφου 1 της υπό εξέταση αίτησης, απορρίπτεται. Αναφορικά με το περιεχόμενο των παραγράφων της έκθεσης απαίτησης, που ζητείται η διαγραφή τους που έχω κατηγοριοποιήσει πιο πάνω στην υπό στοιχείο (β) παράγραφο, ήτοι τις υποπαραγράφους με στοιχεία 1.2, 1.3, 1.4 και 1.12 της υπό εξέταση αίτησης, που έχουν σαν λόγο για διαγραφή ότι οι Ενάγοντες με το συγκεκριμένο περιεχόμενο επεξηγούν πρόνοιες συγκεκριμένης νομοθεσίας, επίσης δεν με βρίσκει σύμφωνο ότι ικανοποιούν τις προϋποθέσεις που τάσσει η νομολογία και που εκτίθενται ανωτέρω, έτσι ώστε να εγκρίνω το σχετικό αίτημα. Τούτο διότι αναγινώσκοντας τις συγκεκριμένες παραγράφους της έκθεσης απαίτησης δεν διαπιστώνω ότι οι Ενάγοντες επεξηγούν η ερμηνεύουν τους νόμους και κανονισμούς που επικαλούνται. Απλά τους παραθέτουν ως την νομοθεσία τις πρόνοιες της οποίας έχουν, κατ' ισχυρισμό πάντοτε, παραβεί οι Εναγόμενοι 3, 4, 5, 6, 7, 8 και 9, γεγονός που κατ' ισχυρισμό τους παρέχει το αγώγιμο δικαίωμα και την νομική βάση, έγερσης της παρούσας αγωγής. Είναι άλλωστε βασική αρχή δικαίου αλλά και αναγνωρισμένη νομολογιακά τοιαύτη, πώς μόνο το δικαστήριο ερμηνεύει και εφαρμόζει τον Νόμο. Ακόμη σε σχέση με τα πιο πάνω, όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Bullen & Leake & Jacob's Precedents of Pleadings, 16η έκδοση, Τόμος 1, παράγραφος 1-30, σελ. 22 και 23, με τον τίτλο «Reference to Law»: «The old rule was that matters of law or mere inferences of law should not be pleaded. In practice, however, the ambit of the rule was blurred. References to law frequently appeared in pleadings under one guise or another. But the rule has now changed. The Practice Direction supplementing CPR, Pt 16 provides "A party may . refer in his statement of case to any point of law on which his claim or defence, as the case may be, is based". As Lord Justice Buxton has stated: "A beneficial effect of the Civil Procedure Rules is that by CPR PD 16 para. 13.3
(1)it is now made clear, as under the Rules of the Supreme Court it was not, that a party in his pleading may 'refer' to any proposition of law on which his case is based. It will often be valuable that he should do so, because parties, and the court, should not be left to speculate upon the relevance in law of a purely factual narrative". Although detailed legal argument is best set out in skeleton arguments, it will be good practice to identify the point of law concerned in the statement of case. This is because the statement of case should clearly state what the case is about; that is its function. Without necessarily requiring the details of the argument to be set out, points of law should be clearly identified where to do so is necessary to give adequate notice to the other side. Reference to case law is not generally appropriate. On the other hand, where reliance will be placed on legislation, the legislation and relevant sections should be identified. Σε ελεύθερη ελληνική μετάφραση: «Ο παλιός κανόνας ήταν ότι ζητήματα νόμου ή συμπεράσματα νόμου δεν θα πρέπει να δικογραφούνται. Στην πράξη όμως ο σκοπός του κανόνα παραβιάστηκε. Αναφορές σε νόμο συχνά εμφανίζονται στα δικόγραφα είτε με τον ένα είτε με τον άλλο τρόπο. Όμως ο κανόνας τώρα έχει αλλάξει. Η Οδηγία Πρακτικής που συμπληρώνει τους περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμούς, Αριθμό 16, προνοεί «Ένας διάδικος δύναται .. να αναφέρει στην έκθεση απαίτησης της υπόθεσης οποιοδήποτε σημείο του νόμου επί του οποίου η απαίτηση ή η υπεράσπιση του, ως η περίπτωση, βασίζεται». Όπως δε ο δικαστής Λόρδος Buxton αναφέρει: «Ο επιδιωκόμενος σκοπός των περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμών είναι ότι με την Οδηγία Πρακτικής των εν λόγω Κανονισμών με αριθμό 16, παράγραφος 13
(3).1, κάνει τώρα σαφές, ενώ με τους Κανονισμούς του Ανωτάτου Δικαστηρίου όχι, πως ένας διάδικος με τις έγγραφες προτάσεις του δύναται «να κάνει αναφορά» σε οποιαδήποτε πρόνοια νόμου επί της οποίας η υπόθεση του βασίζεται. Θα είναι δε συχνά εποικοδομητικό ότι πρέπει να το κάνει αυτό διότι οι διάδικοι και το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να αφήνονται στο να κάνουν υποθέσεις για την σχετικότητα της νομοθεσίας που αφορά μιας καθαρής παράθεσης γεγονότων». Παρά το ότι λεπτομερής νομική επιχειρηματολογία είναι καλύτερα να παρατίθεται στις αγορεύσεις, σε αρκετές περιπτώσεις μπορεί να είναι καλή πρακτική στο να εξειδικεύονται οι πρόνοιες του νόμου που έχουν σχέση με την έκθεση απαίτησης μιας υπόθεσης. Αυτό διότι η έκθεση απαίτηση μιας υπόθεσης πρέπει να καταγράφει σαφώς τι ακριβώς αφορά η υπόθεση. Αυτός δε είναι ο σκοπός της. Χωρίς την αναγκαιότητα παράθεσης λεπτομερειών της επιχειρηματολογίας στην έκθεση απαίτησης, πρόνοιες του νόμου πρέπει να αναφέρονται με σαφήνεια διότι κάνοντας το αυτό, όπως άλλωστε πρέπει, δίδεται ικανοποιητική ειδοποίηση στην άλλη πλευρά. Αναφορά στην νομολογία, γενικά δεν είναι ορθό να γίνεται. Από την άλλη όπου γίνεται επίκληση νομοθεσίας, η νομοθεσία και τα σχετικά άρθρα πρέπει να παρατίθενται». Όπως ευκόλως προκύπτει από τα πιο πάνω εκτεθέντα, η σύγχρονη τάση είναι να μην διαγράφονται αποσπάσματα δικογράφων που παραθέτουν ακόμη και νομική επιχειρηματολογία, φτάνει βεβαίως να μην ξεπερνά το εύλογο και υπό τας περιστάσεις δικαιολογημένο μέτρο. Δεν συμφωνώ επίσης πώς η παράθεση της Νομοθεσίας η των Κανονισμών, επί των οποίων στηρίζεται η Νομική Βάση της αξίωσης των Εναγόντων από μόνη της, μπορεί να αποτελέσει λόγο για διαγραφή του μέρους εκείνου που γίνεται η σχετική αναφορά. Συνακόλουθα το αίτημα για διαγραφή του περιεχομένου των παραγράφων της έκθεσης απαίτησης, που ζητείται με τις υπό στοιχεία 1.2, 1.3, 1.4 και 1.12, υποπαραγράφους της παραγράφου 1 της υπό εξέταση αίτησης, απορρίπτεται. Όσον αφορά το μέρος των παραγράφων της έκθεσης απαίτησης που ζητείται η διαγραφή τους με τις υποπαραγράφους 1.13, 1.14 και 1.24 της υπό εξέταση αίτησης, ήτοι αυτές που έχω κατηγοριοποιήσει στην παράγραφο υπό στοιχείο (γ) ανωτέρω, εξετάζοντας αυτές σε συνάρτηση με το περιεχόμενο των παραγράφων 18, 19 και 24 της έκθεσης απαίτησης, έχω καταλήξει στα εξής: (ι) Το περιεχόμενο των παραγράφων 18 και 19 της έκθεσης απαίτησης δεν αποδέχομαι την θέση ότι οι περιεχόμενοι σε αυτές ισχυρισμοί, αποτελούν μαρτυρία και ότι είναι αόριστοι και δεν ευσταθούν. Αντιθέτως κρίνονται ως απόλυτα σχετικοί και αποτελούν μέρος των επιδίκων θεμάτων και των όσων θα πρέπει να αποδειχθούν από τους Ενάγοντες κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Συνακόλουθα δεν αποδέχομαι πώς συνιστούν περιεχόμενο που εμπίπτει στις αρχές της νομολογίας, όπως εκτίνται πιο πάνω, για διαγραφή. Eιδικότερα όσον αφορά την υπό στοιχείο 1.14 αιτούμενη θεραπεία για διαγραφή μέρους της παραγράφου 19, δεν συμφωνώ ότι οι ισχυρισμοί που ζητείται η διαγραφή τους, όπως είναι διατυπωμένοι, αποτελούν μαρτυρία και θα πρέπει να διαγραφούν. Μπορεί να γίνεται αναφορά σε περιεχόμενο εγγράφου, πλήν όμως δεν διαπιστώνω να γίνεται καταγραφή αυτούσιου και ολόκληρου του περιεχομένου του εν λόγω εγγράφου, κάτι που θα συνιστούσε αχρείαστη αναφορά, αλλά και παράθεση μαρτυρίας, οπόταν και θα δικαιολογούσε την αιτούμενη θεραπεία για διαγραφή. Ούτε και η αναφορά σε τρίτο πρόσωπο με τον τρόπο που γίνεται, συμφωνώ ότι θα πρέπει να διαγραφεί αφού, αυτό πού ισχυρίζονται οι Ενάγοντες είναι το τι επικαλέστηκε ο Εναγόμενος 2 στην παρούσα αγωγή ως μέρος πρακτικών από διάφορες συσκέψεις που έγιναν στην παρουσία και των Εναγομένων 3, στις προσπάθειες που καταβάλλοντο με όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη για επίλυση της επίδικης διαφοράς. Για το συγκεκριμένο δε ζήτημα, πρόσθετα των όσων παρατίθενται πιο πάνω αναφορικά με την Νομική Πτυχή που αφορά την υπό εξέταση αίτηση, παραπέμπω και στο σύγγραμμα Bullen & Leake & Jacob's Precedents of Pleadings, 16η έκδοση, Τόμος 1, παράγραφος 1-31, σελ. 23 - 24 με τον τίτλο «Reference to Evidence», στην οποία αναφέρονται τα εξής: «The old rules specifically stipulated that pleadings had to contain only a statement of the material facts on which the party pleading relied, and not the evidence by which they were to be proved. It was not always easy to draw the line between facts and evidence. In any event the prohibition against pleading evidence is not included in the CPR, though it does appear in at least one specialist guide. But, it should be emphasised that the purpose of omitting the prohibition is not to qualify the basic requirement for clarity and brevity, rather it is in keeping with the flexible response advocated in the CPR generally. Practice Direction 16, paragraph 13.3 states explicitly that a party may give in his statement of case the name of any witness he proposes to call, and to attach ore serve with the statement of case any document which he considers is necessary to the claim or defence. .................................................................................. It is sometimes convenient to attach key documents other than the contract at issue, but only where such documents are likely to be dispositive. The Admiralty and Commercial Court Guide points out that: "in most cases attaching documents to or serving documents with a statement of case does not promote the efficient conduct of the proceedings and should be avoided . only those documents which are obviously of critical importance and necessary for a proper understanding of the statement of case should be attached to or served with it". Appendix 4 of the Guide dealing with statements of case in the Commercial Court says that evidence should not be included, and in this respect goes further that the CPR. Similarly, the Chancery Guide provides that the names of any witness may be given and necessary documents attached but otherwise no evidence should be included. The approach in the guides appears to be consistent with the view taken by the courts generally. The Court of Appeal has firmly rejected the "recycling of pages and pages of evidence". And in McPhilemy v. Times Newspaper Ltd, Lord Woolf M.R. pointed out that the need for extensive pleadings should be reduced by the requirement that witness statements are now exchanged prior to trial. This will generally make the detail of the case the other side has to meet obvious.» Σε ελεύθερη ελληνική μετάφραση: «Οι παλιοί κανονισμοί προέβλεπαν συγκεκριμένα ότι τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν μόνο μια έκθεση των ουσιωδών γεγονότων επί των οποίων ο διάδικος που δικογραφεί που βασίζεται και όχι τη μαρτυρία με την οποία αυτά θα αποδειχθούν. Δεν είναι πάντοτε εύκολο να τραβηχτεί η γραμμή μεταξύ γεγονότων και μαρτυρίας. Εν πάση περιπτώσει, η απαγόρευση για την καταγραφή στα δικόγραφα μαρτυρίας, δεν περιλαμβάνεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, παρόλο που εμφανίζεται σε τουλάχιστον ένα ειδικό Κώδικα. Πρέπει όμως να τονιστεί εμφαντικά ότι ο σκοπός που έχει παραληφθεί η απαγόρευση δεν είναι για να διασφαλίσει τη βασική προϋπόθεση για σαφήνεια και ακρίβεια, αλλά μάλλον στο να διασφαλιστεί η ευέλικτη υπεύθυνη δικηγορία, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, γενικότερα. Η Οδηγία Πρακτικής, 16, παράγραφος 13.3, καθορίζει ρητά ότι ένας διάδικος μπορεί να παραθέσει στην έκθεση της απαίτησής του τα ονόματα οποιουδήποτε μάρτυρος έχει πρόθεση να καλέσει και να επισυνάψει ή επιδώσει με την έκθεση απαίτησης οποιοδήποτε έγγραφο το οποίο θεωρεί ότι είναι απαραίτητο στην αξίωση ή υπεράσπιση του. ................................................................................ Μερικές φορές είναι διευκολυντικό να επισυνάπτονται σημαντικά έγγραφα εκτός από την επίδικη σύμβαση, όμως μόνο όπου τέτοια έγγραφα είναι πιθανό να είναι διαθέσιμα. Ο Κώδικας Ναυτοδικείου και Εμπορικού Δικαστηρίου προβλέπει τα εξής: «Σε πολλές υποθέσεις η επισύναψη εγγράφων ή η επίδοση εγγράφων μαζί με την έκθεση της απαίτησης, δεν προωθεί την ορθή συμπεριφορά στην δικαστική διαδικασία και πρέπει να αποφεύγεται ... μόνο εκείνα τα έγγραφα τα οποία είναι καίριας σημασίας και αναγκαία για την ορθή κατανόηση της έκθεσης απαίτησης της υπόθεσης θα πρέπει να επισυνάπτονται ή να επιδίδονται με αυτήν». Το Παράρτημα 4 του Κώδικα που αφορά τις εκθέσεις απαίτησης μιας υπόθεσης στο Εμπορικό Δικαστήριο, καθορίζει ότι μαρτυρία δεν θα πρέπει να περιλαμβάνεται και για το συγκεκριμένο ζήτημα προχωρεί πέραν από τους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς. Παρομοίως ο Κώδικας της δικαιοδοσίας Chancery, προνοεί ότι ονόματα οποιωνδήποτε μαρτύρων μπορεί να δίδονται και αναγκαία έγγραφα να επισυνάπτονται σε δικόγραφο, όμως δεν θα πρέπει να περιλαμβάνεται με οποιοδήποτε άλλο τρόπο μαρτυρία. Η ίδια προσέγγιση με τους Κώδικες, φαίνεται να ακολουθείται και από τα Δικαστήρια γενικότερα. Το Εφετείο ρητά έχει απορρίψει «ανακύκλωση (επανάληψη) σελίδων και σελίδων μαρτυρίας». Στη δε υπόθεση McPhilemy v. Times Newspaper Ltd,
(1999)3 All E.R. 775 στις σελ. 792-793, o Λόρδος Woolf, επεσήμανε την ανάγκη να μειωθούν τα εκτεταμένα δικόγραφα με την αναγκαιότητα να ανταλλάσσονται καταθέσεις μαρτύρων πριν τη δίκη. Αυτό θα καθιστά τις λεπτομέρειες της υπόθεσης που έχει να αντιμετωπίσει η άλλη πλευρά, πιο καταφανείς. ...............................................................................» Όπως λοιπόν είναι φανερό από τα πιο πάνω αποσπάσματα, η σύγχρονη προσέγγιση των Αγγλικών Δικαστηρίων είναι πως είναι πλέον επιτρεπτή τόσο η παράθεση άρθρων και αποσπασμάτων από τη νομοθεσία, η οποία αποτελεί τη νομική βάση της αξίωσης ή υπεράσπισης, ως επίσης και η παράθεση ονομάτων μαρτύρων και εγγράφων επί των οποίων ένας διάδικος προτίθεται να βασιστεί για να αποδείξει την υπόθεση του. Αυτό βεβαίως, χωρίς να σημαίνει πώς επιτρέπεται ο πλατειασμός και η εκτενής και αυτούσια παράθεση αποσπασμάτων από έγγραφα. Ως εκ τούτου οι υπό στοιχεία 1.13 και 1.14 αιτούμενες θεραπείες για διαγραφή μέρους των παραγράφων 18 και 19 της έκθεσης απαίτησης, για τον λόγο ότι αυτό, ως ισχυρίζεται ο εναγόμενος 4 - Αιτητής, συνιστά μαρτυρία και απόσπασμα συγκεκριμένου εγγράφου, απορρίπτονται. (ιι). Σε σχέση με την αιτούμενη διαγραφή ολόκληρης της παραγράφου 24 της έκθεσης απαίτησης, που ζητείται με την υποπαράγραφο υπό στοιχείο 1.24 της παραγράφου 1 της υπό εξέταση αίτησης, μελετώντας την εν λόγω παράγραφο διαπιστώνω ότι όντως μέρος αυτής συνιστά μαρτυρία, ήτοι απόσπασμα συγκεκριμένου εγγράφου και συνακόλουθα καθιστά τούτο ως υποκείμενο σε διαγραφή. Συγκεκριμένα και χωρίς σε καμία περίπτωση να μου διαφεύγει ότι η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για διαγραφή θα πρέπει να ασκείται με φειδώ, κρίνω ότι το μέρος της παραγράφου 24 της Έκθεσης Απαίτησης μετά τις λέξεις «των Εναγομένων 3» στην 4η γραμμή αυτής και μέχρι το τέλος της, ήτοι μέχρι τη λέξη «αντιστήριξης.» συμπεριλαμβανομένης, συνιστά μαρτυρία και ανεπίτρεπτο δικογραφημένο ισχυρισμό που επιβάλλεται η διαγραφή του. Ενόψει όλων των πιο πάνω η υπό εξέταση αίτηση του Εναγομένου 4, ημερομηνίας 18/3/2014, επιτυγχάνει μερικώς. Συνακόλουθα: 1) Εκδίδεται διάταγμα διαγραφής από την παράγραφο 24 της έκθεσης απαίτησης, του μέρους αυτής που αρχίζει με τις λέξεις «η οποία» μέχρι το τέλος αυτής, ήτοι μέχρι την λέξη «αντιστήριξης.», αμφοτέρων συμπεριλαμβανομένων. 2) Οι θεραπείες των υποπαραγράφων υπό στοιχεία 1.1 - 1.23 και 1.25 - 1.29 της παραγράφου 1 της Αίτησης, απορρίπτονται. Ενόψει δε της μερικής επιτυχίας της υπό εξέταση αίτησης σε μία μόνο από τις αιτούμενες θεραπείες προς διαγραφή, κρίνω ότι τα έξοδα αυτής θα πρέπει να επιδικαστούν κατά τα 2/3 προς όφελος των Καθ' ων η Αίτηση - Εναγόντων και εις βάρος του Εναγόμενου 4 - Αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και τα οποία θα πληρωθούν στο τέλος της δίκης της παρούσας αγωγής. (Υπ.) .............. Τάσος Κατσικίδης, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim (Αναφορά: Πολιτική Δικονομία - Αίτηση για διαγραφή μέρους της έκθεσης απαίτησης) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο