← Κύπρος

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Ελένης Αργυρού κ.α., Aρ. Αγωγής: 4286/2009, 11/3/2015

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Ελένης Αργυρού κ.α., Aρ. Αγωγής: 4286/2009, 11/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A63 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Aρ. Αγωγής: 4286/2009 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, από τη Λευκωσία Εναγόντων και

  1. Ελένης Αργυρού, από τη Λεμεσό
  2. Στέλιου Αργυρού, από τη Λεμεσό
  3. Ανδρέα Αργυρού, από τη Λεμεσό Εναγόμενων ------------------ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 11.3.2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες: κα Ε. Χατζήπαπα (για ν' ακούσει απόφαση κα Χ. Αγαπίου) Για Εναγόμενους 1 μέχρι 3: κ. Α. Δημητρίου (για ν' ακούσει απόφαση κα Γεωργίου) ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες, που σύμφωνα με την τροποποιημένη έκθεση απαίτησης της αγωγής τους διεξάγουν τραπεζικές εργασίες, στις 4.7.2005 συνήψαν γραπτή συμφωνία με την εταιρεία FASHION MAGAZINE O. C. LTD, εναντίον της οποίας εκκρεμεί αίτηση εκκαθάρισης (στο εξής «η εταιρεία» ή «η πρωτοφειλέτιδα εταιρεία»), δυνάμει της οποίας ενέκριναν και χορήγησαν σ' αυτή όριο σε τρεχούμενο λογαριασμό, για το ποσό των €25.629,00 (£15.000,00). Η παραπάνω συμφωνία διαλάμβανε και τους εξής, μεταξύ άλλων, όρους: Ο επίδικος λογαριασμός θα χρεωνόταν με κυμαινόμενο επιτόκιο που θα αποτελείτο από το καθοριζόμενο από του ενάγοντες κάθε φορά βασικό επιτόκιο, προσαυξημένο κατά 3,250 εκατοστιαίες μονάδες. Κατά την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας, το βασικό επιτόκιο ανερχόταν σε 4,250 ποσοστιαίες μονάδες το χρόνο, πλέον 3,250 ποσοστιαίες μονάδες το χρόνο η προσαύξηση, δηλαδή, 7,500 ποσοστιαίες μονάδες το χρόνο. Ο τόκος θα υπολογιζόταν επί των ημερήσιων χρεωστικών υπολοίπων και θα καταβαλλόταν την 30η
  4. και 31η
  5. κάθε χρόνου. Σε περίπτωση παράλειψης πληρωμής οποιουδήποτε ποσού κατά την ημερομηνία που αυτό θα καθίστατο πληρωτέο, η πρωτοφειλέτιδα εταιρεία θα πλήρωνε τόκο υπερημερίας από την ημερομηνία αυτή μέχρι εξοφλήσεως. Όλες οι χρεώσεις (τόκοι, προμήθειες και δικαιώματα) αν δεν πληρώνονταν, θα κεφαλαιοποιούνταν στις 30.6 και 31.12 κάθε χρόνου. Περαιτέρω, οι ενάγοντες θα είχαν το δικαίωμα οποτεδήποτε θελήσουν και χωρίς προειδοποίηση προς την πρωτοφειλέτιδα εταιρεία να τερματίσουν τη λειτουργία οποιουδήποτε λογαριασμού και να καταστήσουν απαιτητό οποιοδήποτε ποσό τους οφείλεται από αυτή, περιλαμβανομένου κεφαλαίου, τόκων, προμηθειών και οποιουδήποτε άλλου οφειλόμενου ποσού, σε σχέση με οποιαδήποτε έξοδα, χρεώσεις και δαπάνες. Οι εναγόμενοι 1 μέχρι 3 (στο εξής «οι εναγόμενοι» ή «οι εγγυητές»), με γραπτή, επίσης, συμφωνία, ημερομηνίας και αυτή, 4.7.2005 εγγυήθηκαν αλληλέγγυα και προσωπικά, όλες τις υποχρεώσεις της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας έναντι των εναγόντων, παρούσες και μελλοντικές, μέχρι και το ποσό των €30.750,00 (£18.000,00), πλέον τόκους και δαπάνες που θα προέκυπταν μέχρι τον τελικό διακανονισμό όλων των οφειλομένων από την πρωτοφειλέτιδα εταιρεία. Επειδή ο λογαριασμός της τελευταίας παρουσίαζε υπερβάσεις και καθυστερήσεις, οι ενάγοντες, με την επιστολή τους προς την εταιρεία, τον Επίσημο Παραλήπτη, ως εκκαθαριστή της περιουσίας της καθώς και τους εναγόμενους, ημερομηνίας 10.4.2009 τερμάτισαν τη λειτουργία του επίδικου τρεχούμενου λογαριασμού και κάλεσαν τους εναγόμενους να ξοφλήσουν το χρεωστικό υπόλοιπο του δανείου, πληροφορώντας τους, ότι σε διαφορετική περίπτωση, θα ληφθούν δικαστικά μέτρα εναντίον τους. Στην εν λόγω επιστολή, αναφερόταν ότι από την ημερομηνία της, ο επίδικος λογαριασμός θα επιβαρυνόταν με τα ποσοστά που ίσχυαν για το λογαριασμό μέχρι την εξόφληση και επιπρόσθετα, ότι ολόκληρο το υπόλοιπο, θα επιβαρυνόταν με τόκο υπερημερίας, 5,25%. Επειδή οι εναγόμενοι παρέλειψαν και/ή αρνήθηκαν να συμμορφωθούν, καταχώρησαν την παρούσα αγωγή, με την οποία ζητούν την έκδοση απόφασης εναντίον τους, για το ποσό των €29.538,98, πλέον τόκους προς 13,75% επί του ποσού αυτού, από 9.9.2009 μέχρι εξοφλήσεως, με κεφαλαιοποίηση των τόκων, κατά την 30η
  6. και 31η
  7. κάθε χρόνου, πλέον έξοδα. Η δικογραφημένη εκδοχή των εναγόμενων έναντι των παραπάνω δικογραφημένων ισχυρισμών και θέσεων των εναγόντων είναι εξής: Παραδέχονται το όνομα και τη φύση των εργασιών των εναγόντων. Παραδέχονται ακόμη ότι η πρωτοφειλέτιδα εταιρεία βρίσκεται υπό εκκαθάριση. Ισχυρίζονται ότι ο επίδικος λογαριασμός και/ή σύμβαση πιστωτικών διευκολύνσεων που συνήψαν οι ενάγοντες με την εταιρεία είναι άκυρη και/ή μη εκτελεστή, επειδή καταρτίστηκε κατά παράβαση του καταστατικού της εταιρείας και/ή με υπογραφή μη εξουσιοδοτημένου από αυτή προσώπου. Όπως αναφέρεται στην παράγραφο 4 της τροποποιημένης υπεράσπισης: «4.1 η εν λόγω σύμβαση των πιστωτικών διευκολύνσεων υπεγράφη από πρόσωπο το οποίο δεν ήταν αξιωματούχος της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας ή και πρόσωπο το οποίο δικαιούτο να υπογράφει για λογαριασμό της εταιρείας. 4.2 Η αίτηση για έγκριση της επίδικης σύμβασης έγινε από πρόσωπο το οποίο δεν ήταν αξιωματούχος της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας ή και πρόσωπο το οποίο δικαιούτο να υπογράφει για λογαριασμό της εταιρείας. 4.3 Ο επίδικος τρεχούμενος λογαριασμός ελεγχόταν ή και το πρόσωπο το οποίο υπέγραφε για την κίνηση του εν λόγω λογαριασμού δεν ήταν αξιωματούχος της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας ή και πρόσωπο το οποίο δικαιούτο να υπογράφει για λογαριασμό της εταιρείας. 4.
  8. Η επίδικη σύμβαση πιστώσεων δεν συνήφθηκε την 04/07/
  9. 4.
  10. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες προέβαιναν σε παράνομες χρεώσεις ή και παράνομους ανατοκισμούς με αποτέλεσμα την υπερβολική ή και παράνομη αύξηση του χρεωστικού υπολοίπου.» Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι οι αναφερόμενοι από τους ενάγοντες όροι που διαλαμβάνει η επίδικη συμφωνία τους με την πρωτοφειλέτιδα εταιρεία είναι καταχρηστικοί, άκυροι, παράνομοι και/ή αόριστοι, ασαφείς και ανεφάρμοστοι. Με την παράγραφο 8 της τροποποιημένης υπεράσπισής τους ισχυρίζονται ότι η επίδικη σύμβαση εγγύησης είναι άκυρη και/ή ανεφάρμοστη και/ή μη εκτελεστή καθότι: «8.
  11. καταρτίστηκε κατά παράβαση των προνοιών του Νόμου 197

(1)/2003 ή και οι Ενάγοντες παρέλειψαν να συμμορφωθούν με τις πρόνοιες των Άρθρων 4 και 5 του Νόμου 197
(1)/
  1. 8.
  2. διότι οι ενάγοντες παρέλειψαν να παραδώσουν στους Εναγόμενους και επιστολή με το περιεχόμενο που προβλέπει το εν λόγω Άρθρο του Νόμου ή και οι Ενάγοντες περαιτέρω παρέλειψαν να ενημερώνουν τους Εναγόμενους σύμφωνα με τις υποχρεώσεις, δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 12
(1)της ως άνω νομοθεσίας ή και 8.3. οι Ενάγοντες παρέλειψαν να εκπληρώσουν την υποχρέωση τους έναντι των Εναγομένων με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 12
(2)
(3)της ως άνω νομοθεσίας ή και οι εναγόμενοι δεν πληροφορήθηκαν ή και δεν γνώριζαν καθόλου ή και επαρκώς για την επίδικη σύμβαση πιστωτικών διευκολύνσεων ή και η επίδικη σύμβαση πιστωτικών διευκολύνσεων καταρτίστηκε μετά από την σύμβαση εγγύησης. 8.
  1. Οι ενάγοντες παραπλάνησαν τους εναγόμενους παραπέμποντας τους σε λανθασμένη ή και ανύπαρκτη απόφαση των εναγόντων δια την αποδοχή των για παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων. 8.
  2. Περαιτέρω Τέλος και εν πάση περιπτώσει είναι ισχυρισμός των Εναγόμενων ότι η πιο πάνω συμπεριφορά ή και παραλείψεις των Εναγόντων συνιστούν παραβίαση ουσιώδους όρου της σύμβασης εγγύησης από τους Ενάγοντες με αποτέλεσμα οι Εναγόμενοι να δικαιούνται να τερματίσουν και να ακυρώσουν την εν λόγω εγγύηση ή και να ζητήσουν την απαλλαγή τους.» Αρνούνται ότι ο επίδικος λογαριασμός της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας παρουσίαζε υπερβάσεις και καθυστερήσεις καθώς και τον τερματισμό λειτουργίας του λογαριασμού από τους ενάγοντες. Ισχυρίζονται ότι ουδέποτε παρέλαβαν τις επιστολές τερματισμού και/ή ουδέποτε αυτές στάλθηκαν στις ορθές διευθύνσεις. Αποτελεί θέση τους, ότι η επίδικη σύμβαση πιστωτικών διευκολύνσεων και ο τρεχούμενος λογαριασμός, ουδέποτε τερματίστηκαν ορθά και/ή νόμιμα και ουδέποτε το ισχυριζόμενο οφειλόμενο ποσό κατέστη πληρωτέο και απαιτητό και ουδέποτε απαιτήθηκε ορθά και/ή νόμιμα από τους ίδιους. Αναφορικά με το κατ' ισχυρισμό των εναγόντων ποσό που οφείλουν ισχυρίζονται ότι πέραν από τις παράνομες χρεώσεις και/ή τους παράνομους ανατοκισμούς επί του επίδικου τρεχούμενου λογαριασμού, οι ενάγοντες χρέωναν παράνομα τον εν λόγω λογαριασμό με το ποσό των €150,00 μηνιαίως, με εντολή προσώπου που δεν ήταν αξιωματούχος και/ή δικαιούμενο να υπογράφει για λογαριασμό της εταιρείας, με αποτέλεσμα ο λογαριασμός να χρεωθεί παράνομα με το ποσό των €5.400,
  3. Για όλους τους παραπάνω λόγους ζητούν απόρριψη της αγωγής, ενώ, δυνάμει ανταπαίτησης, ζητούν δήλωση και/ή απόφαση ότι η επίδικη σύμβαση εγγύησης καταρτίστηκε παράνομα και/ή κατά παράβαση του περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου 193/2003 και/ή είναι άκυρη, παράνομη και ανεφάρμοστη. Οι ενάγοντες, με την απάντησή τους στην τροποποιημένη υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση των εναγόμενων, βασικά αρνούνται όλους τους ισχυρισμούς των τελευταίων, στο βαθμό που αυτοί έρχονται σε αντίθεση και δε συνάδουν με τους δικούς τους, δικογραφημένους ισχυρισμούς. Περαιτέρω ισχυρίζονται τα εξής: Η επίδικη συμφωνία που συνήψαν με την πρωτοφειλέτιδα εταιρεία είναι έγκυρη και εκτελεστή, καταρτίστηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του καταστατικού της εταιρείας και υπογράφτηκε από πρόσωπα και/ή πρόσωπο που ενεργούσε κατόπιν εξουσιοδότησης και/ή απόφασης της εταιρείας και/ή από πρόσωπο που παρουσιαζόταν ότι ήταν εξουσιοδοτημένο από την εταιρεία να υπογράψει την εν λόγω συμφωνία και/ή άλλα έγγραφα για τη χορήγηση της επίδικης τραπεζικής διευκόλυνσης. Οι εναγόμενοι κωλύονται να προβάλλουν τους παραπάνω ισχυρισμούς, λόγω της συμπεριφοράς τους και/ή δυνάμει εγγράφων που αυτοί και/ή η εταιρεία και/ή οι αξιωματούχοι της υπόγραψαν. Ισχυρίζονται ακόμη οι ενάγοντες, ότι, δυνάμει εγγράφων που υπογράφτηκαν από τους εναγόμενους και/ή την εταιρεία και/ή τους αξιωματούχους της, τα οποία προσκόμισαν στους ενάγοντες, η εναγόμενη 1 εξουσιοδοτείτο να πληρώνει όλες τις επιταγές και/ή άλλες εντολές πληρωμής οι οποίες θα εκδίδονταν εκ μέρους της εταιρείας και/ή συναλλαγματικές και/ή γραμμάτια και/ή άλλες συναλλαγές και ότι ο επίδικος λογαριασμός λειτουργούσε σύμφωνα με τα πιο πάνω έγγραφα. Οι εναγόμενοι, δυνάμει εγγράφων που υπόγραψαν και/ή λόγω της συμπεριφοράς τους κωλύονται να ισχυρίζονται ότι η επίδικη σύμβαση εγγύησης είναι άκυρη κ.λ.π., για τους λόγους που αναφέρουν στην παράγραφο 8 της υπεράσπισής τους. Για τον ίδιο λόγο κωλύονται να αρνούνται ότι ο επίδικος λογαριασμός της εταιρείας παρουσίαζε υπερβάσεις και καθυστερήσεις καθώς και ότι οι ενάγοντες τον τερμάτισαν γι' αυτό το λόγο με σχετικές επιστολές τους προς τον εκκαθαριστή της εταιρείας, την εταιρεία και τους ίδιους. Τέλος, ισχυρίζονται ότι κατόπιν γραπτών εντολών της εταιρείας, ημερομηνίας 4.7.2005 εξουσιοδοτούνταν να χρεώνουν τον επίδικο λογαριασμό με το ποσό των £150,00 μηνιαίως και να το πιστώνουν σε συγκεκριμένο λογαριασμό που διατηρούσε κοντά τους ο εναγόμενος
  4. Το συνολικό ποσό που πιστώθηκε στον εν λόγω λογαριασμό του εναγόμενου 2 μεταφέρθηκε και πιστώθηκε στον επίδικο τρεχούμενο λογαριασμό της εταιρείας, κατά ή περί της 9.9.2009, δυνάμει εγγράφου κατάθεσης σε εγγύηση, ημερομηνίας 4.7.2005 το οποίο υπόγραψε ο εναγόμενος
  5. Οι παραπάνω εντολές της εταιρείας δόθηκαν από πρόσωπο που ήταν εξουσιοδοτημένο από αυτή να υπογράψει για λογαριασμό της, κάθε έγγραφο, σχετικό με τις συναλλαγές του επίδικου τρεχούμενου λογαριασμού. Κατά τη δίκη, για την υπόθεση των εναγόντων κατάθεσαν ως μάρτυρες η Δήμητρα Χριστοφή (Μ.Ε.1) και η Νίκη Νικολάου (Μ.Ε.2). Η πρώτη, μετά την έκδοση διατάγματος τροποποίησης της υπεράσπισης των εναγόμενων επανακλητεύθηκε και κατάθεσε περαιτέρω και τούτο, επειδή οι σχετικές τροποποιήσεις επιτράπηκαν μετά τη συμπλήρωση της μαρτυρίας της. Για την υπόθεση των εναγόμενων δε δόθηκε καθόλου μαρτυρία, ενώ, το μαρτυρικό υλικό συμπληρώνει το περιεχόμενο τριανταενός εγγράφων - τεκμηρίων . Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί (με αναφορά και στη μαρτυρία) ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τις δύο μάρτυρες των εναγόντων ενώ κατάθεταν ενόρκως ενώπιόν μου. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη και το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης. Ομολογώ ότι η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία και των δύο αυτών μαρτύρων είναι τόσο καλή, σε βαθμό που δέχομαι τη μαρτυρία τους στο σύνολό της, με εξαίρεση ό,τι έχει αναφέρει η Μ.Ε.1 κατά το στάδιο της επανακλήτευσής της και δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα των εναγόντων. Και οι δύο υπήρξαν απόλυτα σταθερές και πλήρως τεκμηριωμένες στις διάφορες θέσεις και ισχυρισμούς τους, ενώ, πλείστα όσα έχουν αναφέρει είτε παρέμειναν αναντίλεκτα είτε ενισχύονται και επιβεβαιώνονται από το περιεχόμενο σωρείας εγγράφων - τεκμηρίων είτε και τα δύο. Προστίθεται και το γεγονός, ότι, στο μικρό βαθμό που αμφισβητήθηκαν, αυτό έγινε με υποβολές του ευπαίδευτου δικηγόρου των εναγόμενων, οι οποίες, είτε απαντήθηκαν με πειστικό και τεκμηριωμένο τρόπο από τις μάρτυρες, είτε παρέμειναν έωλες. Το τελευταίο, δοθέντος ότι (για να επαναλάβω) κατά τη δίκη, δεν προσφέρθηκε καθόλου μαρτυρία για την υπόθεση των εναγόμενων. Προτού αναφερθώ στα ουσιαστικά γεγονότα της υπόθεσης που απορρέουν από την ενώπιόν μου μαρτυρία θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω τις τέσσερεις, συνολικά, υποβολές, που έγιναν στις δύο μάρτυρες των εναγόντων (από δύο σε κάθε μία), μαζί με μερικά, δικά μου σχόλια, για κάθε μία από αυτές. Ειδικότερα: Στην Μ.Ε.1 υποβλήθηκε ότι οι καταστάσεις λογαριασμού (τεκμήριο 13) είναι λανθασμένες και ελλιπείς. Γιατί και σε ποια έκταση ισχύει είτε το ένα είτε το άλλο, ουδέποτε αναφέρθηκε στη μάρτυρα. Ότι πρόκειται για γενική και αόριστη υποβολή είναι ολοφάνερο. Το ίδιο ισχύει και για την άλλη υποβολή που της έγινε και συγκεκριμένα, ότι χρέωναν τον επίδικο λογαριασμό με τραπεζικά έξοδα, αυθαίρετα και παράνομα. Δεδομένου ότι πρόκειται για ένα πολυσέλιδο έγγραφο, αποτελεούμενο από 57 σελίδες οι εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού, στο οποίο περικλείονται εκατοντάδες καταχωρήσεις, θεωρώ πως, το ελάχιστο που όφειλε να κάνει ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόμενων, ήταν να παραπέμψει τη μάρτυρα σε συγκεκριμένες καταχωρήσεις καθώς και να της πει και το λόγο για τον οποίο η σχετική, κατά περίπτωση, χρέωση είναι είτε αυθαίρετη είτε παράνομη. Τίποτε από αυτά έχει γίνει παρότι, κάποια στιγμή αργότερα, θα αναφερθούν και οι λόγοι που καθιστούν εντελώς αβάσιμη την υποβολή. Η πρώτη υποβολή που έγινε στη Μ.Ε.2 ήταν ότι η εναγόμενη 1 δεν είχε δικαίωμα να υπογράφει για την πρωτοφειλέτιδα εταιρεία και συγκεκριμένα δεν είχε το δικαίωμα να κάμει το τεκμήριο 27 και να τους το δώσει. Και πάλιν πρόκειται για γενική, αόριστη και εντελώς αβάσιμη υποβολή, αφού, εκτός του ότι δε λέχθηκε στη μάρτυρα, γιατί η εναγόμενη 1 δεν είχε το δικαίωμα να προβεί σε ό,τι της υποβλήθηκε, όπως θα διαφανεί αργότερα αποδεικνύεται και με γραπτή μαρτυρία ότι αυτή είχε το συγκεκριμένο δικαίωμα. Η άλλη υποβολή που έγινε στη μάρτυρα ήταν ότι οι εγγυητές, δηλαδή οι τρεις εναγόμενοι, δεν ενημερώθηκαν επαρκώς για να είναι νόμιμη η εγγύηση που υπόγραψαν και να γνωρίζουν οι ίδιοι τι υπογράφουν καθώς και τι εγγυούνται. Πρόκειται για ακόμη μία για γενική και αόριστη υποβολή, αφού δε λέχθηκε στη μάρτυρα από το συνήγορο, σε τι συνίστανται οι επί του προκειμένου παραλήψεις των εναγόντων που καθιστούν τη σχετική ενημέρωση ανεπαρκή. Παρόλα αυτά, η μάρτυρας, η οποία, όπως και η προηγούμενη ήταν αρκετά θετική και υπεύθυνη, αλλά και άριστη γνώστης της υπόθεσης και σωρείας ουσιωδών γεγονότων που την περιβάλλουν, με την απάντησή της, μαζί με τη διαφωνία της στην υποβολή, παράπεμψε - πολύ ορθά - στο περιεχόμενο των τεκμηρίων 24, 25 και 26, στα οποία θα αναφερθώ αργότερα. Τα ουσιαστικά γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση είναι τα εξής: Η υπό εκκαθάριση εταιρεία FASHION MAGAZINE O. C. LTD, με γραπτή αίτησή της προς τους ενάγοντες, ημερομηνίας 26.5.2005 (τεκμήριο 2) ζήτησε τη χορήγηση πιστωτικών διευκολύνσεων, υπό μορφή ορίου σε τρεχούμενο λογαριασμό, με όριο το ποσό των £15.000,
  6. Η αίτηση υπογράφτηκε από τον εναγόμενο 3, υπό την ιδιότητα του ως διευθυντή της εταιρείας (βλ. το σχετικό πιστοποιητικό - τεκμήριο 19 -). Οι ενάγοντες, με γραπτή απόφασή τους, ημερομηνίας 14.6.2005 (τεκμήριο 3) ενέκριναν το αίτημα της εταιρείας. Στην εν λόγω απόφαση εκτίθενται και μια σειρά από λεπτομέρειες - όροι της επακόλουθης επίδικης συμφωνίας -, ανάμεσά τους, το ύψος του ορίου, το επιτόκιο, με αναφορά στο δικαίωμα των εναγόντων για κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές το χρόνο, οι εξασφαλίσεις και το δικαίωμα των εναγόντων να μεταβάλλουν κατά την κρίση τους το επιτόκιο. Στο ίδιο έγγραφο γίνεται αναφορά υπό μορφή εξασφαλίσεων, σε εκχώρηση των δικαιωμάτων του Στέλιου Αργυρού (εναγόμενου 2) πάνω σε ασφαλιστήριο συμβόλαιο που θα συναφθεί με την Eurolife καθώς και σε προσωπικές εγγυήσεις των τριών εναγόμενων, για το ποσό των £18.000,
  7. Στη δεύτερη σελίδα της απόφασης γίνεται αναφορά σε δέσμευση λογαριασμού κατάθεσης σε εγγύηση στο όνομα του εναγόμενου 2 στον οποίο θα κατατίθεται το ποσό των £150,00, κάθε μήνα. Τέλος, κάτω από τον τίτλο «ΛΟΙΠΟΙ ΟΡΟΙ ΚΑΙ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ:» διαλαμβάνεται ότι θα ανοιχθεί λογαριασμός κατάθεσης σε εγγύηση, στο όνομα του εναγόμενου 2, στον οποίο θα κατατίθεται κάθε μήνα το ποσό των £150,00, σύμφωνα με ανέκκλητες οδηγίες της εταιρείας, από τον τρεχούμενο λογαριασμό της. Επισημαίνεται ότι, σε συνεδρία του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, ημερομηνίας 4.7.2005, προεδρεύοντος του διευθυντή της - εναγόμενου 3, ο οποίος - μαζί με το γραμματέα της εταιρείας - υπογράφει και το σχετικό πρακτικό (τεκμήριο 4), αφού έγινε ενημέρωση από τον εναγόμενο 3 για την έγκριση του επίδικου ορίου από τους ενάγοντες και αναφέρθηκαν οι εξασφαλίσεις που ζητούσαν οι ενάγοντες για να παραχωρήσουν την αιτούμενη από την εταιρεία πιστωτική διευκόλυνση, λήφθηκε απόφαση, με την οποία εξουσιοδοτήθηκε ο εναγόμενος 3, όπως κατ' εντολή και για λογαριασμό της εταιρείας υπογράψει κάθε σχετικό έγγραφο ή έγγραφα των εναγόντων. Περαιτέρω δόθηκε εντολή στο γραμματέα της εταιρείας, να κοινοποιήσει την απόφαση στους ενάγοντες, για τα περαιτέρω. Την ίδια μέρα και συγκεκριμένα, στις 4.7.2005, μεταξύ εναγόντων και εταιρείας συνάφθηκε η επίδικη γραπτή συμφωνία (τεκμήριο 5), δυνάμει της οποίας ανοίχθηκε ο τρεχούμενος λογαριασμός, με αριθμό 0330 - 11 -
  8. Η συμφωνία, η οποία εκ μέρους της εταιρείας υπογράφτηκε από το διευθυντή της - εναγόμενο 3, μεταξύ άλλων διαλαμβάνει τους ακόλουθους όρους: Το ποσό και ο τύπος των δανείων και/ή πιστώσεων θα υπόκεινται στην απόλυτη κρίση των εναγόντων (1ος όρος). Η επίδικη διευκόλυνση, θα χρεώνεται με κυμαινόμενο επιτόκιο, αποτελούμενο από το καθοριζόμενο κάθε φορά από τους ενάγοντες βασικό επιτόκιο, προσαυξημένο κατά 3,2500 εκατοστιαίες μονάδες. Κατά την υπογραφή της συμφωνίας, ο τόκος ανερχόταν σε 7,500% το χρόνο (4,250%, βασικό επιτόκιο και 3,250%, προσαύξηση). Ο τόκος θα υπολογίζεται επί των ημερησίων χρεωστικών υπολοίπων. Σε περίπτωση που οποιοδήποτε ποσό δεν πληρωθεί την ημερομηνία που καθίσταται πληρωτέο, η εταιρεία θα πληρώνει τόκο υπερημερίας από την ημερομηνία αυτή, μέχρι εξοφλήσεως. Το ποσοστό του τόκου υπερημερίας, θα ορίζεται από τους ενάγοντες και θα κοινοποιείται στην εταιρεία και θα είναι ποσοστό ετησίως, πέραν του ποσοστού επιτοκίου που θα χρεώνεται και πληρώνεται κανονικά. Όλες οι παραπάνω χρεώσεις, αν δεν πληρωθούν θα κεφαλαιοποιούνται δύο φορές το χρόνο (ανά εξάμηνο, στις 30.6 και 31.12 κάθε έτους) (2ος όρος). Οι ενάγοντες δικαιούνται να μεταβάλλουν κατά την κρίση τους οποτεδήποτε μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας κ.λ.π., το βασικό επιτόκιο, τις προσαυξήσεις, το μεταβαλλόμενο επιτόκιο, τον τόκο υπερημερίας, τις προμήθειες και/ή τραπεζικά και/ή άλλα δικαιώματα και η εταιρεία θα λαμβάνει γνώση για κάθε τέτοια μεταβολή, η οποία θα είναι δεσμευτική γι' αυτή, με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο ή με σχετική ειδοποίηση. Η μεταβολή θα ισχύει από την ημερομηνία που θα καθορίζεται στην ανακοίνωση ή ειδοποίηση (3ος όρος). Πρόκειται για το τεκμήριο 6 ο σχετικός κατάλογος προμηθειών και χρεώσεων των εναγόντων, στον οποίο καθορίζεται σε 5,25% το ποσοστό του τόκου υπερημερίας. Οι ενάγοντες δικαιούνται όποτε θέλουν και χωρίς προειδοποίηση προς την εταιρεία, να τερματίσουν τη λειτουργία οποιουδήποτε λογαριασμού και/ή να καταστήσουν απαιτητό το ποσό οποιασδήποτε τραπεζικής διευκόλυνσης κ.λ.π. παραχωρήθηκε στην εταιρεία καθώς να της ζητήσουν να πληρώσει αμέσως όλα τα ποσά που οφείλει περιλαμβανομένου κεφαλαίου, τόκου, προμήθειας κ.λ.π. (4ος όρος). Κάθε κοινοποίηση/ειδοποίηση βάσει της συμφωνίας μπορεί να δοθεί στην εταιρεία με συνηθισμένο ταχυδρομείο ή στο χέρι, στη διεύθυνση που έχει δηλωθεί στο έγγραφο ή σ' οποιαδήποτε διεύθυνση τυχόν δοθεί από την εταιρεία ή στην τελευταία γνωστή διεύθυνσή της (14ος όρος). Οι τρεις εναγόμενοι, με ξεχωριστή συμφωνία εγγύησης (τεκμήριο 7), την οποία υπόγραψαν και αυτοί στις 4.7.2005, εγγυήθηκαν αλληλέγγυα και προσωπικά, όλες τις υποχρεώσεις της εταιρείας προς τους ενάγοντες, οι οποίες απορρέουν από την επίδικη συμφωνία (τεκμήριο 5) μέχρι και το ποσό των €30,754,83 (£18.000,00) υπό μορφή κεφαλαίου, πλέον τόκους, δικαιώματα κ.λ.π. Για σκοπούς περαιτέρω εξασφάλισης των υποχρεώσεων της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας έναντι των εναγόντων, δυνάμει του εγγράφου με τίτλο «ΚΑΤΑΘΕΣΗ ΣΕ ΕΓΓΥΗΣΗ» (τεκμήριο 8), ημερομηνίας και αυτό, 4.7.2005 δεσμεύτηκε ο λογαριασμός κατάθεσης σε εγγύηση του εναγόμενου 2, με αριθμό 0330 - 04 - 202681, στον οποίο κατατίθετο με μεταφορά από τον επίδικο τρεχούμενο λογαριασμό της εταιρείας, το ποσό των £150,00, κάθε μήνα. Η σχετική εξουσιοδότηση της εταιρείας προς τους ενάγοντες δόθηκε με την επιστολή, ημερομηνίας 4.7.2005 (τεκμήριο 27) την οποία υπογράφει εκ μέρους της εταιρείας η εναγόμενη 1 - σύζυγος του διευθυντή της εταιρείας -εναγόμενου
  9. Η επί του προκειμένου εξουσιοδότηση της εναγόμενης 2 απορρέει από το περιεχόμενο σχετικής απόφασης της εταιρείας (τεκμήριο 23). Επειδή, ο επίδικος λογαριασμός της εταιρείας παρουσίαζε υπερβάσεις, οι ενάγοντες ασκώντας το δικαίωμα που τους παρέχει ο όρος 4 της επίδικης συμφωνίας τους με την εταιρεία, για τερματισμό του λογαριασμού, οποτεδήποτε και χωρίς προειδοποίηση προς την εταιρεία, με τις επιστολές τους ημερομηνίας 10.4.2009 (τεκμήρια 9 μέχρι 12) τις οποίες απέστειλαν στην εταιρεία, στον επίσημο παραλήπτη και στους τρεις εναγόμενους - εγγυητές, τους πληροφόρησαν ότι τερμάτισαν από την ημέρα αυτή τη λειτουργία του επίδικου τρεχούμενου λογαριασμού και τους κάλεσαν να ξοφλήσουν άμεσα ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπό του, που όπως αναφέρεται στις επιστολές, την ημέρα του τερματισμού ανερχόταν στο ποσό των €31,565,00, πλέον τόκους. Με τις ίδιες επιστολές, οι πιο πάνω αναφερόμενοι πληροφορούνταν ότι ο τόκος θα εξακολουθούσε να χρεώνεται στον επίδικο λογαριασμό σύμφωνα με τα ποσοστά που ίσχυαν μέχρι την εξόφληση, ως επίσης ότι ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού, θα επιβαρυνόταν με τόκο υπερημερίας, 5,25%. Οι παραπάνω επιστολές, στάλθηκαν στην πρωτοφειλέτιδα εταιρεία και στους τρεις εναγόμενους, με συνηθισμένο ταχυδρομείο, στη διεύθυνση που είχαν δηλώσει στις επίδικες συμφωνίες παροχής τρεχούμενου λογαριασμού και εγγύησης (τεκμήρια 5 και 7 αντίστοιχα). Οι ενάγοντες, καθ' όλη τη διάρκεια λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού της εταιρείας, τηρούσαν καταστάσεις λογαριασμού και σε ηλεκτρονική μορφή (τεκμήριο 13). Σύμφωνα με αυτές, ο επίδικος λογαριασμός, στις 30.9.2009 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο, ύψους €30.241,06, πλέον τόκους προς 13,75%, από 1.10.
  10. Για την, κατά περιόδους, μεταβολή του επιτοκίου παραπέμπω στη μαρτυρία της Μ.Ε.1 καθώς και στις σχετικές δημοσιεύσεις των εναγόντων στον ημερήσιο τύπο (τεκμήριο 14). Με συνδυασμό αυτών προκύπτει ότι, ο επίδικος λογαριασμός, από την ημερομηνία τερματισμού του, χρεωνόταν με βασικό επιτόκιο, 5,25%, με περιθώριο, 3,25% και με τόκο υπερημερίας, 5,25%. Σύνολο, 13,75%. Επισημαίνεται στο σημείο αυτό, ότι, η πρωτοφειλέτιδα εταιρεία, ουδέποτε αμφισβήτησε το ύψος του οφειλόμενου ποσού. Υπεισέρχομαι τώρα στη νομική πτυχή της υπόθεσης έχοντας υπόψη και τις διάφορες θέσεις των εναγόμενων συναφώς με αυτή, τις οποίες προβάλλουν είτε με τα δικόγραφά τους είτε στο πλαίσιο της γραπτής αγόρευσης του ευπαίδευτου δικηγόρου τους. Ειδικότερα: Η επίδικη σύμβαση (τεκμήριο 5) υπογράφτηκε από τον εναγόμενο 3, ο οποίος, στον ουσιώδη χρόνο ήταν διευθυντής της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας. Συνεπώς, ο ισχυρισμός των εναγόμενων της παραγράφου 4.1 της υπεράσπισης είναι αβάσιμος. Το ίδιο ισχύει και για τη σχετική αίτηση προς του ενάγοντες (τεκμήριο 2) για παροχή της επίδικης τραπεζικής διευκόλυνσης υπό μορφή ορίου σε τρεχούμενο λογαριασμού. Έπεται ότι και ο επόμενος ισχυρισμός των εναγόμενων, της παραγράφου 4.
  11. της υπεράσπισης είναι αβάσιμος. Η απόφαση της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας (τεκμήριο 23), ημερομηνίας 7.6.2005 καταρρίπτει πλήρως τους ισχυρισμούς των εναγόμενων της παραγράφου 4.
  12. της υπεράσπισης. Με τη σχετική απόφαση θεμελιώνεται πλήρως το δικαίωμα της εναγόμενης 1 να προβαίνει σε ό, τι οι εναγόμενοι ισχυρίζονται πως δεν είχε τέτοιο δικαίωμα. Απλή ανάγνωση της εν λόγω απόφασης καταδεικνύει του λόγου το αληθές. Προκύπτει από το σώμα της επίδικης σύμβασης (τεκμήριο 5) ότι συνάφθηκε στις 4.7.2005, επομένως, ο περί αντιθέτου ισχυρισμός των εναγόμενων της παραγράφου 4.
  13. της υπεράσπισης, επίσης είναι αβάσιμος. Ο ισχυρισμός των εναγόμενων της παραγράφου 4.5., σύμφωνα με τον οποίο οι ενάγοντες προέβαιναν σε παράνομες χρεώσεις και/ή ανατοκισμούς θα ιδωθεί σε συνάρτηση και με τα εξής: Καταρχήν, με τις δύο υποβολές που έγιναν προς τη Μ.Ε.
  14. Σύμφωνα με την πρώτη, οι καταστάσεις λογαριασμού (τεκμήριο 13) είναι λανθασμένες και ελλιπείς, ενώ, σύμφωνα με τη δεύτερη, οι ενάγοντες χρέωναν τον επίδικο λογαριασμό με τραπεζικά έξοδα, αυθαίρετα και παράνομα. Συναφώς με αυτά είναι και όσα ακολουθούν από τη γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου δικηγόρου των εναγόμενων. Ειδικότερα: Διαφαίνεται ξεκάθαρα από την προσκομισθείσα μαρτυρία και συγκεκριμένα με πραγματική μαρτυρία, ότι στις καταστάσεις λογαριασμού υπάρχουν παράνομες χρεώσεις και το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε λογιστικές πράξεις για να καταλήξει στο νόμιμο και ορθό υπόλοιπο του λογαριασμού. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου, επειδή, δεν ακολουθήθηκε η ορθή διαδικασία που διαλαμβάνει το συγκεκριμένο άρθρο, ως εκ τούτου, οι ενάγοντες απότυχαν να αποδείξουν, όχι μόνο το ύψος του οφειλόμενου ποσού, αλλά και την ύπαρξή του. Συγκεκριμένα απότυχαν να αποδείξουν ότι τα αντίγραφα των καταστάσεων λογαριασμού είχαν συγκριθεί με την αρχική καταχώρηση στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και διαπιστώθηκαν ότι ήσαν ορθά. Η Μ.Ε.1, ουδέποτε ανάφερε ότι σύγκρινε τις καταστάσεις λογαριασμού με την αρχική καταχώρηση στο βιβλίο που τηρεί η τράπεζα, που είναι ο ηλεκτρονικός υπολογιστής. Οι ενάγοντες προέβαιναν σε παράνομες χρεώσεις, με αποτέλεσμα την παράνομη και άδικη αύξηση του υπολοίπου του λογαριασμού. Κατά την εξέταση του τεκμηρίου 13 διαφαίνεται ότι σχεδόν καθημερινά ο λογαριασμός χρεωνόταν με τραπεζικά έξοδα, χωρίς αυτά να καθοριστούν και/ή να εξηγηθούν μέσα από τη μαρτυρία, ακόμη και μετά την άμεση αμφισβήτηση της ορθότητας των καταστάσεων λογαριασμών. Οι εν λόγω χρεώσεις γίνονταν επί του λογαριασμού και προστίθεντο στο κεφάλαιο, με αποτέλεσμα να τοκίζονται μαζί με αυτό, με αποτέλεσμα την παράνομη αύξηση του υπολοίπου. Περαιτέρω διαφαίνεται ότι σε διάφορες ημερομηνίες (αναφέρονται) οι ενάγοντες προέβαιναν σε χρεώσεις τήρησης λογαριασμού, οι οποίες επίσης προστίθεντο στο κεφάλαιο και ανατοκίζονταν, με αποτέλεσμα και πάλιν την παράνομη αύξηση του υπολοίπου. Όσα ακολουθούν καταρρίπτουν όλους τους παραπάνω γενικούς, αόριστους και χωρίς ίχνος τεκμηρίωσης ισχυρισμούς και θέσεις των εναγόμενων. Ειδικότερα: Όπως αναφέρει στη γραπτή δήλωσή της (τεκμήριο 1) η Δήμητρα Χριστοφή (Μ.Ε.1), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ως μέρος της, ουσιαστικά, χωρίς να έχει αμφισβητηθεί από τους εναγόμενους, εργάζεται στους ενάγοντες από το 1996 και από το Νοέμβριο του ίδιου έτους είναι τοποθετημένη στην υπηρεσία είσπραξης χρεών στη Λεμεσό. Συγκεκριμένα είναι μία από τις προϊσταμένες της υπηρεσίας καθώς και μία από τις λειτουργούς που χειρίζονται την παρούσα υπόθεση. Λόγω της θέσης και των καθηκόντων της και της μελέτης του φακέλου που κατέχει, γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης. Επειδή, μετά τον τερματισμό του επίδικου λογαριασμού, οι εναγόμενοι παρέλειψαν να ξοφλήσουν το χρεωστικό υπόλοιπό του, ο λογαριασμός παραπέμφθηκε στην υπηρεσία διακανονισμού χρεών των εναγόντων και της ανατέθηκε ο χειρισμός της υπόθεσης. Λόγω της υπηρεσίας της στους ενάγοντες γνωρίζει ότι αυτοί τηρούν τραπεζικά βιβλία σε ηλεκτρονική μορφή όπου φυλάσσονται όλες οι πληροφορίες και πράξεις που αφορούν το λογαριασμό πελατών τους, περιλαμβανομένου και του επίδικου λογαριασμού. Το τραπεζικό βιβλίο που τηρείται από τους ενάγοντες ήταν και είναι καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο, δηλαδή από το άνοιγμα του επίδικου λογαριασμού μέχρι σήμερα, ένα από τα συνήθη τραπεζικά βιβλία των εναγόντων. Όλες οι καταχωρήσεις σ' αυτό, περιλαμβανομένων και των καταχωρήσεων για τον επίδικο λογαριασμό, έγιναν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών των εναγόντων. Το παραπάνω τραπεζικό βιβλίο, καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν και εξακολουθεί να βρίσκεται φυλαγμένο στις κτιριακές εγκαταστάσεις και υπό τον έλεγχο των εναγόντων. Οι καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού (τεκμήριο 13) παρήχθησαν και εκτυπώθηκαν από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή της που είναι συνδεμένος με το παραπάνω τραπεζικό βιβλίο και αποτελούν αντίγραφο των καταχωρήσεων στο τραπεζικό βιβλίο. Οι εν λόγω καταστάσεις συγκρίθηκαν από την ίδια με την αρχική καταχώρηση στον ηλεκτρονικό υπολογιστή και διαπίστωσε ότι είναι ορθές. Λόγω της υπεύθυνης θέσης που κατέχει καθώς και των καθηκόντων της έχει ετοιμάσει πιστοποιητικό υπογραμμένο από την ίδια, σύμφωνα με το άρθρο 35 του Αποδείξεως Νόμου. Σ' αυτό επισυνάπτονται οι καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού, οι οποίες αποτελούν μέρος του αρχείου των εναγόντων, από την ημερομηνία ανοίγματος του λογαριασμού στις 5.7.2005 μέχρι και τις 30.9.
  15. Επειδή, για το λογαριασμό, οι τόκοι υπολογίζονταν κάθε τριμηνία και η τελευταία πίστωση που έγινε ήταν στις 9.9.2009, γι' αυτό στο πιστοποιητικό επισυνάπτονται οι καταστάσεις μέχρι και τις 30.9.
  16. Από την 1.10.2009 μέχρι σήμερα, όπως φαίνεται από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή της που είναι συνδεμένος με το αρχείο των εναγόντων σε ηλεκτρονική μορφή, δεν έγινε καμιά πίστωση. Σύμφωνα με τις καταστάσεις λογαριασμού, το οφειλόμενο υπόλοιπο στις 30.9.2009 ανερχόταν στο ποσό €30.241,06, πλέον τόκους, από 1.10.2009 και στις 9.9.2009, στο ποσό των €29.122,
  17. Τα όσα δηλώνει η μάρτυρας αναφορικά με το επιτόκιο με το οποίο χρεωνόταν κατά καιρούς ο επίδικος λογαριασμός μέχρι και την ημερομηνία τερματισμού του εκτίθενται στο μέρος της απόφασής μου που περικλείει τα γεγονότα της υπόθεσης, επομένως, δε χρειάζεται να τα επαναλάβω. Το περιεχόμενο του πιστοποιητικού που έχει ετοιμάσει η μάρτυρας που μαζί με τις καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού συνθέτουν το τεκμήριο 13 ακολουθεί αυτούσιο: «ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΟ Δυνάμει του Άρθρου 35 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 ως έχει τροποποιηθεί με το Νόμο 32
(1)/2004 Πιστοποιείται με το παρόν ότι οι συνημμένες καταστάσεις λογαριασμού αποτελούν μέρος του αρχείου, δηλαδή του αρχείου τήρησης και διατήρησης των λογαριασμών των πελατών της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και συγκεκριμένα αποτελούν όλες τις καταστάσεις λογαριασμού της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ για τον Λογαριασμό με αριθμό 0330-11-062887 που αφορά τους Εναγόμενους στην Αγωγή 4286/09 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού και την πρωτοφειλέτρια εταιρεία Fashion Magazine O.C. Ltd αναφέρονται στη χρονική περίοδο από 5.7.2005 μέχρι και τις 30/9/2009. Περαιτέρω πιστοποιείται ότι η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ αποτελεί επιχείρηση η οποία δυνάμει αδείας ημερομηνίας 1/1/1944 από τις αρμόδιες αρχές ασκεί τραπεζικές εργασίες αδιάλειπτα και συστηματικά μέχρι σήμερα με σκοπό το κέρδος, ότι οι Ενάγοντες συστηματικά διατηρούν αρχείο και σε ηλεκτρονική μορφή καθ΄ όλον τον ουσιώδη χρόνο, δηλαδή από το άνοιγμα του επίδικου λογαριασμού μέχρι σήμερα, ότι από το αρχείο σε ηλεκτρονική μορφή παρήχθησαν οι επισυναπτόμενες καταστάσεις λογαριασμού οι οποίες αποτελούν μέρος του αρχείου και στις οποίες γίνεται αναλυτική καταγραφή όλων των πράξεων που αφορούν το λογαριασμό του Εναγομένου και ότι οι συνημμένες καταστάσεις λογαριασμού που παρήχθησαν από το αρχείο, κατόπιν εντολής μου, ελέγχθηκαν από εμένα και είναι σύμφωνες με τα στοιχεία που αναγράφονται και φαίνονται στο ηλεκτρονικό αρχείο. Όλα τα ανωτέρω, εγώ η κάτωθι υπογεγραμμένη Δήμητρα Χριστοφή, της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρείας Λτδ, ως κάτοχος υπεύθυνης θέσης και ως αρμόδιος λειτουργός καθώς και ως μία εκ των αρμόδιων λειτουργών για την τήρηση και λειτουργία του αρχείου των Εναγόντων βεβαιώνω ότι είναι ορθά και αληθή. Η ΒΕΒΑΙΟΥΣΑ ___________________ Ημερομηνία: 29.4.2014 ΔΗΜΗΤΡΑ ΧΡΙΣΤΟΦΗ» Σύμφωνα με το άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου: «
(1)Τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ παρόvτoς άρθρoυ, αvτίγραφo καταχώρισης σε τραπεζικά βιβλία γίvεται δεκτό σε όλες τις voμικές διαδικασίες ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτoιας καταχώρισης και τωv θεμάτωv, δoσoληψιώv και λoγαριασμώv πoυ είvαι καταχωρισμέvα σ' αυτό.
(2)Αvτίγραφo καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίo δε γίvεται δεκτό ως απόδειξη δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ, εκτός αv απoδειχθεί ότι κατά τo χρόvo της καταχώρισης τo βιβλίo ήταv έvα από τα συvήθη βιβλία της τράπεζας και η καταχώριση έγιvε κατά τη συvήθη και καvovική διεξαγωγή τωv εργασιώv και ότι τo βιβλίo βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τov έλεγχo της τράπεζας. Μαρτυρία για τo πιo πάvω δύvαται vα δoθεί από διευθυvτή ή υπάλληλo της τράπεζας είτε πρoφoρικά είτε με έvoρκη δήλωση.
(3)Αvτίγραφo της καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίo δε γίvεται δεκτό ως απόδειξη δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ, εκτός αv απoδειχθεί περαιτέρω ότι τo αvτίγραφo έχει συγκριθεί με τηv αρχική καταχώριση και διαπιστώθηκε ότι είvαι oρθό. Μαρτυρία για τo πιo πάvω δύvαται vα δoθεί είτε πρoφoρικά είτε με έvoρκη δήλωση, από πρόσωπo τo oπoίo έλεγξε τo αvτίγραφo με τηv αρχική καταχώριση.
(4)Τραπεζίτης ή τραπεζικός υπάλληλoς δεv είvαι υπόχρεoς vα παρoυσιάσει oπoιoδήπoτε τραπεζικό βιβλίo, τo περιεχόμεvo τoυ oπoίoυ δύvαται vα απoδειχθεί δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ, ή vα εμφαvισθεί ως μάρτυρας, για vα απoδείξει τα θέματα, τις συvαλλαγές και τoυς λoγαριασμoύς πoυ είvαι καταχωρισμέvoι σ' αυτό, παρά μόvo με δικαστικό διάταγμα, τo oπoίo εκδίδεται ειδικά για τo σκoπό αυτό.
(5)Κατόπιv αίτησης διαδίκoυ, δικαστήριo δύvαται vα εκδώσει διάταγμα, σύμφωvα με τo oπoίo vα επιτρέπεται σε διάδικo vα επιθεωρήσει και vα λάβει αvτίγραφα καταχωρίσεωv σε τραπεζικό βιβλίo για σκoπoύς της διαδικασίας. Διάταγμα δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ δύvαται vα εκδoθεί με κλήτευση ή μη της τράπεζας ή άλλoυ διαδίκoυ και επιδίδεται στηv τράπεζα τρεις ημέρες πριv από τηv ημέρα κατά τηv oπoία πρέπει vα υπάρξει συμμόρφωση με τo διάταγμα, εκτός αv τo δικαστήριo ήθελε διαφoρετικά διατάξει. Οι τραπεζικές αργίες, oι oπoίες oρίζovται στov περί Τραπεζικώv Αργιώv Νόμo, και τo άρθρo 65 τoυ περί Κεvτρικής Τραπέζης της Κύπρoυ Νόμoυ, εξαιρoύvται από τov υπoλoγισμό τoυ χρόvoυ δυvάμει τoυ παρόvτoς εδαφίoυ.
(6)Στo παρόv άρθρo- "τράπεζα" ή "τραπεζίτης" σημαίvει τράπεζα η oπoία έχει άδεια vα διεξάγει τραπεζική εργασία δυvάμει τoυ περί Τραπεζικώv Εργασιώv (Πρoσωριvoί Περιoρισμoί) Νόμoυ. "τραπεζικά βιβλία", oπoυδήπoτε απαvτάται, εκτός αv από τo κείμεvo πρoκύπτει διαφoρετική έvvoια, περιλαμβάvει καθoλικά, ημερoλόγια, ταμεία, λoγιστικά βιβλία και άλλα αρχεία χρησιμoπoιoύμεvα κατά τη συvήθη εργασία τράπεζας, είτε αυτά είvαι σε γραπτή μoρφή είτε φυλάσσovται σε μικρoταιvίες, μαγvητoταιvίες ή σε oπoιαδήπoτε άλλη μoρφή μηχαvικoύ ή ηλεκτρovικoύ μηχαvισμoύ αvάκτησης πληρoφoριώv.» Περαιτέρω, το άρθρο 35 του ίδιου Νόμου προνοεί ότι: «
(1)Έγγραφο, το οποίο καταδεικνύεται ότι αποτελεί μέρος του αρχείου δημόσιας ή εκκλησιαστικής αρχής, δύναται να προσαχθεί ως αποδεικτικό στοιχείο, χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω απόδειξη.
(2)Έγγραφο, το οποίο καταδεικνύεται ότι αποτελεί μέρος του αρχείου επιχείρησης, δύναται να προσαχθεί ως αποδεικτικό στοιχείο, η αξία του οποίου αποτιμάται από το Δικαστήριο.
(3)Έγγραφο θεωρείται ότι αποτελεί μέρος του αρχείου επιχείρησης ή δημόσιας ή εκκλησιαστικής αρχής, εφόσον προσάγεται στο Δικαστήριο πιστοποιητικό υπογραμμένο από αρμόδιο λειτουργό της σχετικής επιχείρησης ή δημόσιας ή εκκλησιαστικής αρχής με το οποίο βεβαιούται το γεγονός αυτό. Για το σκοπό αυτό- (α) πιστοποιητικό, το οποίο φέρεται να είναι πιστοποιητικό υπογραμμένο από αρμόδιο λειτουργό επιχείρησης ή δημόσιας ή εκκλησιαστικής αρχής, τεκμαίρεται μαχητώς ότι έγινε και υπογράφτηκε δεόντως από τον εν λόγω λειτουργό· και (β) πιστοποιητικό θεωρείται ότι έχει υπογραφεί από πρόσωπο και στην περίπτωση που αυτό φέρει σφραγίδα της υπογραφής του.
(4)Η ανυπαρξία καταχώρισης στο αρχείο επιχείρησης ή της δημόσιας ή εκκλησιαστικής αρχής, δύναται να αποδειχθεί με ένορκη δήλωση αρμόδιου λειτουργού της σχετικής επιχείρησης ή δημόσιας ή εκκλησιαστικής αρχής, ανάλογα με την περίπτωση.
(5)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου- «αρχείο» σημαίνει αρχείο σε οποιαδήποτε μορφή· «δημόσια αρχή» σημαίνει οποιαδήποτε κρατική υπηρεσία και περιλαμβάνει νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και αρχή τοπικής αυτοδιοίκησης· «επιχείρηση» περιλαμβάνει δραστηριότητα, που διεξάγεται συστηματικά για κάποια ουσιαστική χρονική περίοδο, είτε με σκοπό το κέρδος είτε όχι, από οποιοδήποτε πρόσωπο· «αρμόδιος λειτουργός» περιλαμβάνει: (α) πρόσωπο που κατέχει υπεύθυνη θέση σε σχέση με τις σχετικές δραστηριότητες της επιχείρησης ή της δημόσιας ή εκκλησιαστικής αρχής, ή σε σχέση με τα αρχεία της· (β) τον ιδιοκτήτη της επιχείρησης και οποιοδήποτε πρόσωπο που, με βάση οποιαδήποτε άλλη σχετική νομοθεσία, θεωρείται ότι μπορεί να εκπροσωπήσει την επιχείρηση.» Με συνδυασμένη ερμηνεία των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι, οι καταστάσεις λογαριασμού (τεκμήριο 13) αποτελούν μέρος του αρχείου των εναγόντων, τη εννοία του Νόμου, επομένως μπορούν να προσαχθούν ως αποδεικτικό στοιχείο κατά τη δίκη, χωρίς περαιτέρω απόδειξη. Ότι περί αυτού πρόκειται, αποδεικνύεται από το παραπάνω πιστοποιητικό που ετοίμασε η Μ.Ε.1, η οποία, ως εκ της θέσης που κατείχε - και κατέχει - στους ενάγοντες και των καθηκόντων που ασκούσε στον ουσιώδη χρόνο τα οποία εξακολουθεί να ασκεί μέχρι σήμερα, θεωρείται «αρμόδιος λειτουργός» των εναγόντων, τη εννοία του Νόμου, επομένως είχε το δικαίωμα να ετοιμάσει. Σε συνδυασμό και με το γεγονός, ότι, οι εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού αποτελούν αντίγραφο των καταχωρήσεων που γίνονταν από τους ενάγοντες στον ηλεκτρονικό υπολογιστή τους, που αποτελεί ασφαλώς τραπεζικό βιβλίο, τη εννοία του νόμου και πάλι, το οποίο, κατά το χρόνο που γίνονταν οι καταχωρήσεις ήταν ένα από τα συνήθη τραπεζικά βιβλία τους και όλες οι καταχωρήσεις σ' αυτό έγιναν κατά τη συνήθη και κανονική διαδικασία των εργασιών τους και το βιβλίο βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τον έλεγχό τους και τέλος, έχοντας υπόψη ότι όλες οι καταχωρήσεις που περικλείονται στις καταστάσεις λογαριασμού (τεκμήριο 13) έχουν συγκριθεί από τη μάρτυρα με τις αντίστοιχές τους αρχικές, που είναι καταχωρημένες στο τραπεζικό βιβλίο των εναγόντων και διαπιστώθηκε από αυτή ότι είναι ορθές, οι εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού, σε εφαρμογή του άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου, αποτελούν εκ πρώτης όψεως απόδειξη των καταχωρήσεων, δοσοληψιών και λογαριασμών που υπάρχουν σ' αυτές. Το περιεχόμενο των εν λόγω καταχωρήσεων συνιστά ικανοποιητική μαρτυρία για σκοπούς απόδειξης των ισχυρισμών των εναγόντων για οτιδήποτε είναι καταχωρημένο στο συγκεκριμένο έγγραφο, οπότε, το βάρος απόδειξης της μη ύπαρξης οποιασδήποτε καταχώρησης ή της ύπαρξης λανθασμένων καταχωρήσεων, όπως αναφέρεται στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.ά.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ 479 μετατίθεται στους ώμους των εναγόμενων. Οι οποίοι, όμως, όχι απλώς απέτυχαν να το αποσείσουν, μα ούτε και παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο για να δώσουν μαρτυρία για το σκοπό αυτό. Ούτε και θα πρέπει να αναμένεται από το Δικαστήριο να μεταβληθεί σε λογιστή προκειμένου να ανιχνεύσει τη διακίνηση του επίδικου λογαριασμού (βλ. Φακοντής ν. Ελληνικής Τραπέζης Λτδ
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1165). Με αυτά τα δεδομένα, όπως κρίθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Οικονόμου, ECLI:CY:AD:2014:A786, Πολιτική Έφεση Αρ.335/2009, ημερομηνίας 17.10.2014 ούτε και είναι επιτρεπτό για το Δικαστήριο να υπεισέλθει σε λεπτομερή έλεγχο της απαίτησης και να προβεί σε λογιστικούς και μαθηματικούς ελέγχους, ως προς το οφειλόμενο υπόλοιπο, τη στιγμή μάλιστα, που στην προκειμένη περίπτωση, όπως και στην παραπάνω υπόθεση, οι εναγόμενοι, βασικά, ουδεμία καταχώρηση επί των επίδικων καταστάσεων λογαριασμού έχουν αμφισβητήσει κατά συγκεκριμένο τρόπο, καθ' ον χρόνο κατάθεταν οι δύο μάρτυρες των εναγόντων και ιδιαίτερα η Μ.Ε.1, για να της δοθεί η ευκαιρία, αν μη τι άλλο, να σχολιάσει. Για να χρησιμοποιήσω το λεκτικό της τελευταίας εφετειακής απόφασης, αφ' ης στιγμής αποδέχτηκα τις καταστάσεις λογαριασμού ως τραπεζικό βιβλίο και βασικά δεν υπήρξε αντεξέταση ή μαρτυρία εκ μέρους των εναγόμενων, ως προς τις διάφορες καταχωρήσεις σ' αυτές, ουσιαστικά, ενώπιόν μου, μόνο μία εκδοχή έχω, αυτή των εναγόντων. Με αυτό δεδομένο, όπως επισημαίνεται και στην υπόθεση Χαριλάου ν. Τινεντή
(2010)1(Γ) Α.Α.Δ. 1677, ούτε και απαιτείται ενδελεχής έλεγχος των ποσών της απαίτησης των εναγόντων. Η υπόθεση Γρηγορίου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 846, στην οποία με παράπεμψε ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόμενων, δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση, επειδή, σε αντίθεση με την παρούσα, όπου οι ενάγοντες μέσω της Μ.Ε.1 παρουσίασαν το σύνολο των αναλυτικών καταστάσεων που τηρούσαν για τον επίδικο λογαριασμό, στον οποίο είναι καταχωρημένες όλες οι πράξεις που έγιναν, από την ημερομηνία που άνοιξε ο λογαριασμός μέχρι και την ημερομηνία που τερματίστηκε από αυτούς, με τη μάρτυρα να επεξηγεί και αναλύει αρκετά στοιχεία των εν λόγω καταστάσεων λογαριασμού, στη Γρηγορίου (ανωτέρω) παρουσιάστηκε απλώς περίληψη κατάστασης λογαριασμού στην οποία φαίνονταν μόνο δύο ποσά και μία δισέλιδη αναλυτική κατάσταση, η οποία, ωστόσο, δείκνυε την κίνηση του λογαριασμού για συγκεκριμένη μόνο περίοδο, ενώ υπήρχε κενό, για την περίοδο, μεταξύ της 28.6.2000 και της 1.10.2002 που ξεκινούσε η δισέλιδη αναλυτική κατάσταση λογαριασμού. Σε συνέχεια όλων των παραπάνω θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω και μέρος όσων έχει αναφέρει η Μ.Ε.1 απαντώντας σε διάφορες ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν από την ευπαίδευτη δικηγόρο των εναγόντων. Ειδικότερα: Η ίδια είναι που έδωσε εντολή στον ηλεκτρονικό υπολογιστή να εκτυπώσει τις καταστάσεις λογαριασμού (τεκμήριο 13). Αφού πληκτρολόγησε τα στοιχεία του επίδικου λογαριασμού και τις σχετικές ημερομηνίες, τύπωσε τις καταστάσεις λογαριασμού. Είχε ελέγξει μία προς μία όλες τις χρεωπιστώσεις που διενεργούνταν από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή, αυτό που έβλεπε με αυτό που τύπωνε και βεβαιώθηκε ότι όλες οι πράξεις είναι ορθές. Ας δούμε τώρα και τι ανάφερε αντεξεταζόμενη: Στην υποβολή ότι οι καταστάσεις λογαριασμού (τεκμήριο 13) είναι λανθασμένες και ελλιπείς απάντησε περίπου ως εξής: «Δεν είναι λανθασμένες. Τις έχω εκτυπώσει από τον ηλεκτρονικό μου υπολογιστή και τις έχω ελέγξει μία προς μία όλες τις πράξεις από εκείνο που φαινόταν στον ηλεκτρονικό υπολογιστή με αυτό που έχω τυπώσει....... ..................................... Ο πελάτης λαμβάνει τις καταστάσεις λογαριασμού οπότε αν είχε κάποια αμφιβολία για κάποια πράξη μπορούσε να αποταθεί στην τράπεζα......» Όπως είπε απαντώντας στην επόμενη ερώτηση, οι καταστάσεις λογαριασμού που στέλλονταν στον πελάτη είναι ίδιες με αυτές που έχει καταθέσει. Τέλος, στην υποβολή ότι χρέωναν τον επίδικο λογαριασμό με τραπεζικά έξοδα, αυθαίρετα και παράνομα, με την οποία συμπληρώθηκε και η αντεξέτασή της ισχυρίστηκε χωρίς να έχει αμφισβητηθεί ότι γίνονταν οι ανάλογες χρεώσεις σύμφωνα με τα σχετικά έγγραφα που έχουν από τον πελάτη. Τα συγκεκριμένα έγραφα έχουν ήδη αναφερθεί κατά την παράθεση των γεγονότων της υπόθεσης και δε χρειάζεται να τα επαναλάβω. Όπως επίσης δε χρειάζεται να προσθέσω οτιδήποτε άλλο προκειμένου να τεκμηριώσω το συμπέρασμά μου, ότι το χρεωστικό και οφειλόμενο υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού είναι αυτό που με απόλυτα πειστικό και τεκμηριωμένο τρόπο έχει αναφέρει η Μ.Ε.1 το οποίο εμφαίνεται και στις καταστάσεις του εν λόγω λογαριασμού. Ανέρχεται στο ποσό των €30.241,06, με τόκο 13,75%, από 1.10.2009 και οι ενάγοντες, βάσει των επίδικων συμφωνιών (τεκμήρια 5 και 7) δικαιούνται να κεφαλαιοποιούν τους τόκους, δύο φορές το χρόνο Συγκεκριμένα, στις 30.6 και 31.12. Τα δύο τελευταία στοιχεία (ποσοστό επιτοκίου και το δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του τόκου) εκτός του έχουν αποδειχθεί από τους ενάγοντες με θετική μαρτυρία, ούτε και αμφισβητήθηκαν οποτεδήποτε από τους εναγόμενους κατά τη δίκη. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς των εναγόμενων της παραγράφου 9 της υπεράσπισής τους περιορίζομαι να πω τούτο: όπως αναφέρει η Μ.Ε.1 στην πρώτη γραπτή δήλωσή της (τεκμήριο 1), χωρίς να έχει αμφισβητηθεί οι επιστολές τερματισμού στάλθηκαν ταχυδρομικώς στην πρωτοφειλέτιδα εταιρεία καθώς και στους τρεις εναγόμενους, στη διεύθυνση που οι ίδιοι έχουν δηλώσει στις επίδικες συμφωνίες παροχής ορίου σε τρεχούμενο λογαριασμό και εγγύησης (τεκμήρια 5 και 7 αντίστοιχα), για να συμπληρώσει στη δεύτερη γραπτή δήλωσή της (τεκμήριο 30) ότι, οι εν λόγω επιστολές, μετά την ταχυδρόμησή τους, δεν επιστράφηκαν στους ενάγοντες. Δεδομένου ότι η αναγραφείσα διεύθυνση για κάθε εναγόμενο καθώς και για την πρωτοφειλέτιδα εταιρεία, σε κάθε μία από τις επιστολές τερματισμού (τεκμήρια 9 μέχρι 12) είναι όντως αυτή που έχει δοθεί από τους ίδιους, η οποία αναγράφεται στις δύο επίδικες συμφωνίες, το θέμα τελειώνει οριστικά εδώ. Οι επιστολές τερματισμού στάλθηκαν στις ορθές διευθύνσεις και έχοντας υπόψη ότι δεν έχουν επιστραφεί στους αποστολείς τους, δηλαδή στους ενάγοντες, σε εφαρμογή και του σχετικού τεκμηρίου (βλ. τη Θεοδώρου ν. Ηγούμενος Μοναστηρίου Κύκκου
(1965)1 C.L.R. 9) παραλήφθηκαν από τους εναγόμενους. Επομένως, αυτοί, που ούτε καν παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο για να καταθέσουν ως μάρτυρες για την υπόθεσή τους, δε νομιμοποιούνται να ισχυρίζονται ότι η επίδικη σύμβαση πιστωτικών διευκολύνσεων και ο τρεχούμενος λογαριασμός, ουδέποτε τερματίστηκαν ορθά και νόμιμα. Υπεισέρχομαι τώρα στην υπεράσπιση των εναγόμενων, σε σχέση με την επίδικη σύμβαση εγγύησης (τεκμήριο 7) που και οι τρεις υπόγραψαν. Η δικογραφημένη θέση τους καθώς ήδη έχει αναφερθεί περιέχεται στην παράγραφο 8 της υπεράσπισής τους, η οποία εκτίθεται αυτούσια σε άλλο σημείο (πιο πάνω), επομένως δε χρειάζεται να την επαναλάβω. Συναφώς με το θέμα, ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόμενων, στο πλαίσιο της γραπτής αγόρευσής του, μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: Οι εγγυητές - εναγόμενοι, δεν ενημερώθηκαν ορθά και όπως ορίζει ο περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμος 197
(1)/2003 (στο εξής «ο Νόμος») και η εγγύηση θα πρέπει να εξαλειφθεί. Οι εναγόμενοι, ως εγγυητές, θα πρέπει να ενημερωθούν αναφορικά με τα στοιχεία του πρωτοφειλέτη τα οποία προβλέπονται στο άρθρο 5 του Νόμου. Το τεκμήριο 24 που παρουσίασαν οι ενάγοντες, ως την επί του προκειμένου ενημέρωση των εγγυητών, δεν τους ενημερώνει επαρκώς. Καταρχήν, η απόφαση των εναγόντων (τεκμήριο 3) σχετικά με την αίτηση για παραχώρηση τραπεζικών διευκολύνσεων φέρει αριθμό 2941, όμως, το τεκμήριο 24 αναφέρει ξεκάθαρα ότι οι εγγυητές ενημερώθηκαν με την απόφαση της τράπεζας με αριθμό 2914, η οποία, ουδέποτε παρουσιάστηκε και επεξηγήθηκε. Η εν λόγω παράλειψη είναι μοιραία για την απαίτηση των εναγόντων εναντίον των εγγυητών. Κατά την αντεξέτασή της η Μ.Ε.1 παραδέχτηκε ότι το τεκμήριο 3 αποτελεί την απόφαση με την οποία ενημερώθηκε η πρωτοφειλέτιδα εταιρεία ότι εγκρίνεται το αίτημά της για τις πιστωτικές διευκολύνσεις και Μ.Ε.2, αντεξεταζόμενη, αποδέχτηκε ότι οι εγγυητές ενημερώθηκαν σύμφωνα με το τεκμήριο
  1. Προστίθενται και τα εξής από τον ευπαίδευτο δικηγόρο των εναγόμενων, αναφορικά με τον τρόπο που έγινε η ισχυριζόμενη από τους ενάγοντες ενημέρωση: Στο τεκμήριο 17 φαίνεται ξεκάθαρα ότι από τις 14.2.2005, διευθυντής της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας είναι ο εναγόμενος
  2. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της Μ.Ε.2, το τεκμήριο 24, για λογαριασμό της εταιρείας υπογράφεται από την εναγόμενη 1, στις 6.6.2005, η οποία, όμως, δεν είχε τέτοιο δικαίωμα, αφού, κατά αυτό το χρόνο, διευθυντής της εταιρείας ήταν ο εναγόμενος 3 και η εναγόμενη 1 εξουσιοδοτήθηκε να υπογράφει για την εταιρεία και συγκεκριμένα για τον επίδικο λογαριασμό, με το τεκμήριο 23 το οποίο υπογράφτηκε στις 7.6.
  3. Το τεκμήριο 24 που υπόγραψε η εναγόμενη 1 για ενημέρωση των εγγυητών από την πρωτοφειλέτιδα εταιρεία, δεν μπορεί να αποτελεί ορθή και νόμιμη ενημέρωση των εγγυητών καθώς η εναγόμενη 1, δεν είχε εκείνη την ημέρα εξουσία να υπογράφει για λογαριασμό της εταιρείας και δεν μπορούσε δια της υπογραφής της να ενημερώσει τους εγγυητές για λογαριασμό της εταιρείας. Συμπερασματικά, η εκ του νόμου υποχρέωση των εναγόντων και της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας για νόμιμη, επαρκή και ορθή ενημέρωση των εγγυητών, πριν τη σύναψη της εγγύησης, δεν έχει ικανοποιηθεί επομένως, η επίδικη σύμβαση εγγύησης θα πρέπει να εξαλειφθεί και ακυρωθεί και/ή να μην έχει οποιαδήποτε ισχύ. Το άρθρο 3 του Νόμου προνοεί ότι: «
(1)Ο παρών Νόμος εφαρμόζεται αναφορικά με συμβάσεις εγγύησης με την έννοια του περί Συμβάσεων Νόμου, στις περιπτώσεις που ο εγγυητής είναι φυσικό πρόσωπο το οποίο με τη σύμβαση εγγύησης εγγυάται σε πιστωτή, να εκπληρώσει την υπόσχεση ή υποχρέωση αποπληρωμής ολόκληρου ή μέρους του ποσού δανείου, σε περίπτωση μη εκπλήρωσής της από τον πρωτοφειλέτη στον οποίο παραχωρείται το δάνειο: Νοείται ότι ο παρών Νόμος δε θα εφαρμόζεται αναφορικά με συμβάσεις εγγύησης στις περιπτώσεις που ο πρωτοφειλέτης είναι νομικό πρόσωπο και ο εγγυητής κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης εγγύησης τελούσε υπό την ιδιότητα του διοικητικού συμβούλου του πρωτοφειλέτη.
(2)Στον παρόντα Νόμο οι όροι «εγγυητής», «πιστωτής», και «πρωτοφειλέτης» αφορούν συμβάσεις εγγύησης στις περιπτώσεις στις οποίες κατά τα διαλαμβανόμενα στο εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου εφαρμόζεται ο παρών Νόμος.» Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 4 του ίδιου Νόμου: «
(1)Σύμβαση εγγύησης δεν είναι έγκυρη και εκτελεστή με την έννοια του περί Συμβάσεων Νόμου, εκτός αν συνάπτεται γραπτώς και φέρει την υπογραφή του εγγυητή και την ημερομηνία κατά την οποία την υπέγραψε.
(2)Έκαστος των συμβαλλομένων σε μη έγκυρη και εκτελεστή σύμβαση εγγύησης, λόγω του ότι δεν είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του εδαφίου
(1)του παρόντος άρθρου, έχει έναντι του αντισυμβαλλομένου του τις θεραπείες, τις υπερασπίσεις, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις, ανάλογα με την περίπτωση, που παρέχονται δυνάμει του περί Συμβάσεων Νόμου.» Το άρθρο 5 του ίδιου, πάντοτε, Νόμου, που μας ενδιαφέρει όλως ιδιαιτέρως προνοεί τα εξής: « Προτού ο προτιθέμενος εγγυητής υπογράψει σύμβαση εγγύησης σε σχέση με την παραχώρηση δανείου για ποσό πέραν των πέντε χιλιάδων λιρών, ο προτιθέμενος πιστωτής παραδίδει ή διευθετεί την παράδοση στον προτιθέμενο εγγυητή ή σε πληρεξούσιο αντιπρόσωπό του· (α) επιστολή στην οποία αποκαλύπτονται και καταγράφονται τα ακόλουθα σχετικά με την παροχή της εγγύησης : - (
  1. i)Το ποσό του δανείου που παραχωρείται δυνάμει της συμφωνίας δανείου, τα επιτόκια και οποιαδήποτε άλλη ρύθμιση σε σχέση με τον τόκο και ο τρόπος και χρόνος αποπληρωμής της συνολικής οφειλής από τον πρωτοφειλέτη, (
  2. ii)το ποσό εκάστης δόσης αποπληρωμής σε περίπτωση αποπληρωμής του δανείου τμηματικώς και η ημερομηνία ή η προθεσμία εντός της οποίας αυτή καθίσταται πληρωτέα δυνάμει της συμφωνίας δανείου, (iii) το ποσοστό του τόκου που χρεώνεται δυνάμει της συμφωνίας δανείου σε περίπτωση υπερημερίας του πρωτοφειλέτη στην αποληρωμή του δανείου ή των δόσεων αποπληρωμής ή αθέτισης της υπόσχεσης ή υποχρέωσής του να το αποπληρώσει κατά τα διαλαμβανόμενα στην εν λόγω συμφωνία, (
  3. iv)σε περίπτωση ύπαρξης συνεγγυητών, τα ονόματά τους και κατά πόσο ο εγγυητής και έκαστος των συνεγγυητών του κεχωρισμένως, θα παρέχει την εγγύησή του στον πιστωτή σε σχέση με ολόκληρο το ποσό που αποτελεί υπόσχεση ή υποχρέωση του πρωτοφειλέτη να καταβάλει στον πιστωτή δυνάμει της συμφωνίας δανείου ή κατά πόσο ο εγγυητής θα παρέχει στον πιστωτή την εγγύησή του μόνο για καθορισμένο μέρος του εν λόγω ποσού. (β) γραπτή δήλωση του προτιθέμενου πρωτοφειλέτη σχετικά με όλα τα περιουσιακά στοιχεία του προτιθέμενου πρωτοφειλέτη, περιλαμβανομένων των λεπτομερειών τυχόν επιβαρύνσεων της περιουσίας του που θα ισχύουν με τη σύναψη της συμφωνίας δανείου.» Παραπέμπω τέλος και στο άρθρο 12 του Νόμου, σύμφωνα με το οποίο: «
(1)Σε κάθε σύμβαση εγγύησης, ο πιστωτής υποχρεούται να ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση και γραπτώς τον εγγυητή με επιστολή του στη διεύθυνσή του που καταγράφηκε στη συμφωνία δανείου ή στην τελευταία γνωστή στον πιστωτή διεύθυνσή του για κάθε καθυστέρηση καταβολής τριών τουλάχιστον δόσεων ή αθέτηση από τον πρωτοφειλέτη οποιασδήποτε άλλης υπόσχεσης ή υποχρέωσής του δυνάμει της συμφωνίας δανείου ή άρση ή μεταβολή οποιασδήποτε επιβάρυνσης που είχε τεθεί στην περιουσία του προς όφελος του πιστωτή για τους σκοπούς της συμφωνίας δανείου.
(2)Σε κάθε σύμβαση εγγύησης, ο πιστωτής υποχρεούται να οχλήσει τον πρωτοφειλέτη σε κατάλληλο χρόνο με επιστολή του στη διεύθυνση που καταγράφηκε στη σύμβαση δανείου ή στην τελευταία γνωστή στον πιστωτή διεύθυνση του πρωτοφειλέτη καλώντας τον να εκπληρώσει τη δυνάμει της συμφωνίας δανείου υπόσχεση ή υποχρέωσή του να αποπληρώσει το δάνειο, η οποία αποτελεί αντικείμενο της σύμβασης εγγύησης, ανεξάρτητα από το κατά πόσο ο πρωτοφειλέτης ανέλαβε ή δεν ανέλαβε υποχρέωση δυνάμει της συμφωνίας δανείου να εκπληρώσει την εν λόγω υπόσχεση ή υποχρέωση κατόπιν οχλήσεως του πιστωτή: Νοείται ότι, στον όρο «κατάλληλος χρόνος», αποδίδεται η ίδια έννοια που αποδίδεται στον όρο στο άρθρο 48 του περί Συμβάσεων Νόμου, και το τι είναι κατάλληλος χρόνος, αποτελεί εν πάση περιπτώσει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, πραγματικό ζήτημα.
(3)Παράλειψη εκτέλεσης από τον πιστωτή, οποιασδήποτε υποχρέωσης που του επιβάλλεται κατά τα διαλαμβανόμενα στα εδάφια
(1)και
(2)του παρόντος άρθρου : - (α) θεωρείται παράλειψη τέλεσης πράξης που επιβάλλεται από τις υποχρεώσεις του πιστωτή προς τον εγγυητή μέσα στην έννοια του άρθρου 97 του περί Συμβάσεων Νόμου, και απαλλάσσει τον εγγυητή σε περίπτωση που συνεπεία αυτής παραβλάπτεται, όπως προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο, η τελική ικανοποίηση του ιδίου του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη, (β) συνιστά εν πάση περιπτώσει, παραβίαση ουσιώδους όρου της σύμβασης εγγύησης από τον πιστωτή, σε σχέση με την οποία παρέχονται στον εγγυητή και πιστωτή, οι θεραπείες, οι υπερασπίσεις, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις, που παρέχονται δυνάμει του περί Συμβάσεων Νόμου σε σχέση με παραβίαση ουσιώδους όρου σύμβασης από αντισυμβαλλόμενο.» Παρατηρώ τα εξής: Καταρχήν, ολόκληρος ο Νόμος και όχι απλώς οι παραπάνω διατάξεις του, σε ό, τι αφορά στον εναγόμενο 3, με μόνο λόγο ότι στον ουσιώδη χρόνο, δηλαδή της σύναψης της επίδικης συμφωνίας εγγύησης (τεκμήριο 5) ήταν διευθυντής της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας, σε εφαρμογή της σχετικής επιφύλαξης του άρθρου 3 του Νόμου, δεν τυγχάνει εφαρμογής και δεν ισχύει. Ακολούθως έχει αποδειχθεί ότι η επίδικη σύμβαση εγγύησης είναι γραπτή, φέρει την υπογραφή και των τριών εναγόμενων εγγυητών καθώς και την ημερομηνία που και ο τρεις την έχουν υπογράψει (4.7.2005). Επομένως, σε εφαρμογή του άρθρου 4
(1)του Νόμου είναι έγκυρη και εκτελεστή, τη εννοία του περί Συμβάσεων Νόμου. Κατά τα λοιπά, για λόγους που θα παραθέσω στη συνέχεια, θεωρώ πως, τίποτε απ' όσα αναφέρονται στο πλαίσιο της γραπτής αγόρευσης του ευπαίδευτου δικηγόρου των εναγόμενων ισχύει είτε ακόμη και να ισχύει, μπορεί να αποτελεί υπεράσπιση με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 5 του Νόμου, που εν τέλει είναι και το μόνο που επικαλούνται οι εναγόμενοι προς υπεράσπισή τους, σε σχέση με την επίδικη σύμβαση εγγύησης που έχουν υπογράψει. Ειδικότερα: Καταρχήν, δεν είναι ορθό ότι οι ενάγοντες παρουσίασαν μόνο το τεκμήριο 24 για σκοπούς απόδειξης ότι ενημέρωσαν τους εγγυητές, σε εφαρμογή του άρθρου 5 του Νόμου. Το εν λόγω τεκμήριο - επιστολή παρουσιάστηκε για σκοπούς απόδειξης της επί του προκειμένου ενημέρωσης της εναγόμενης
  1. Ανάλογο έγγραφο δόθηκε και προς τους εναγόμενους 2 και 3 (τεκμήρια 25 και 26) οι οποίοι, δια της υπογραφής τους σ' αυτό - όπως και η εναγόμενη 1 επί του τεκμηρίου 24 - επιμαρτυρούν την παραλαβή των δύο εγγράφων που αναφέρονται στο συγκεκριμένο έγγραφο. Απ' εκεί και πέρα είναι γεγονός ότι στην υπό αναφορά επιστολή ενημέρωσης, την οποία παρέδωσαν οι ενάγοντες στους τρεις εναγόμενους - εγγυητές γίνεται αναφορά σε αντίγραφο απόφασης με αριθμό 2914, ενώ η σχετική απόφαση των εναγόντων (τεκμήριο 3), δυνάμει της οποίας εγκρίθηκε το αίτημα της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας (τεκμήριο 2) για σύναψη της επίδικης συμφωνίας παροχής της πιστωτικής διευκόλυνσης, υπό μορφή ορίου σε τρεχούμενο λογαριασμό (τεκμήριο 5) φέρει αριθμό
  2. Ωστόσο, το γεγονός αυτό, κανένα πρόβλημα δημιουργεί επί τους κύρους της επίδικης σύμβασης εγγύησης και καμιά επίπτωση επιφέρει στην απαίτηση των εναγόντων εναντίον των εναγόμενων. Η ουσία του πράγματος, ασφαλώς, δεν έγκειται στο γεγονός, ότι, προφανώς, εκ λάθους, επί των τεκμηρίων 24, 25 και 26 αναγράφεται διαφορετικός αριθμός απόφασης από τον πραγματικό, που είναι αυτός που αναγράφεται στην ίδια την απόφαση, αλλά, στο γεγονός ότι και στους τρεις εναγόμενους, προτού υπογράψουν την επίδικη σύμβαση εγγύησης, όπως ανάφερε η Μ.Ε.2, χωρίς να έχει αμφισβητηθεί από τον ευπαίδευτο δικηγόρο των εναγόμενων (βλ. τη γραπτή δήλωσή της - τεκμήριο 15 -) εκτός από το έγγραφο σύμφωνα με το Νόμο (τεκμήρια 24, 25 και 26) μαζί με αυτό, παρέδωσε και αντίγραφο της απόφασης των εναγόντων για έγκριση της επίδικης τραπεζικής διευκόλυνσης, στην οποία αναγράφονταν λεπτομέρειες γι' αυτή. Συγκεκριμενοποίησε δε, ότι πρόκειται για το τεκμήριο 3 η υπό αναφορά απόφαση. Ούτε και το γεγονός, ότι, επί των ίδιων επιστολών ενημέρωσης και συγκεκριμένα επί των τεκμηρίων 24 και 25 υπογράφει εκ μέρους της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας η εναγόμενη 1, η οποία δεν είχε τέτοια εξουσιοδότηση, δοθέντος ότι στον ουσιώδη χρόνο, διευθυντής της εταιρείας ήταν ο εναγόμενος 3, ενέχει οποιαδήποτε επίπτωση επί του κύρους της επίδικης σύμβασης εγγύησης, είτε ακόμη επί της απαίτησης των εναγόντων εναντίον των εναγόμενων. Η περί αντιθέτου θέση των εναγόμενων παραβλέπει ότι, το άρθρο 5 του Νόμου, που διαλαμβάνει για την προηγούμενη ενημέρωση του προτιθέμενου εγγυητή, απευθύνεται στον προτιθέμενο πιστωτή, ως φορέα της σχετικής υποχρέωσης για ενημέρωση και όχι στον προτιθέμενο πρωτοφειλέτη. Με αυτό δεδομένο, το γεγονός ότι, σύμφωνα και με τις τρεις επιστολές ενημέρωσης, οι ενάγοντες, απευθυνόμενοι ξεχωριστά σε κάθε προτιθέμενο εγγυητή, τον πληροφορούν για την εξουσιοδότησή τους να του παραδώσουν αντίγραφο της απόφασης (τεκμήριο 3) και δήλωση περιουσιακών στοιχείων/ισολογισμών της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας (τεκμήριο 17) δεν καθιστά μη νόμιμη ή εσφαλμένη τη σχετική ενημέρωση, η οποία είναι ενημέρωση των εναγόντων πιστωτών και όχι της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας, όπως εσφαλμένα αναφέρει ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόμενων στη γραπτή αγόρευσή του. Εξάλλου και στην περίπτωση που χρειαζόταν η συνδρομή και του πρωτοφειλέτη για σκοπούς ενημέρωσης κατά το άρθρο 5 του Νόμου, έχω τη γνώμη, πως μόνο ο πρωτοφειλέτης θα είχε δικαίωμα να ισχυριστεί ότι διενεργήθηκε οποιαδήποτε πράξη ή έγινε κάποια ενέργεια εκ μέρους του πιστωτή, χωρίς την εξουσιοδότησή του. Στην προκειμένη περίπτωση, η πρωτοφειλέτιδα εταιρεία δεν ενάγεται, επομένως, οι εναγόμενοι - εγγυητές των υποχρεώσεών της προς τους ενάγοντες - πιστωτές, δε νομιμοποιούνται να αντλούν δικαιώματα προς όφελός τους, από τέτοιου είδους, τυχόν «παραβάσεις» των εναγόντων έναντι της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας. Όσα ακολουθούν αναδεικνύουν τους λόγους για τους οποίους θεωρώ ότι οι ενάγοντες συμμορφώθηκαν πλήρως με τις υποχρεώσεις που τους επιβάλλει το άρθρο 5 του Νόμου και είναι άλλο θέμα οι τυχόν επιπτώσεις - αν υπάρχουν - στην υπόθεσή τους, σε περίπτωση που κρινόταν πως δε συμμορφώθηκαν με τις επί του προκειμένου υποχρεώσεις τους. Ειδικότερα: Η Νίκη Νικολάου (Μ.Ε.2) στη γραπτή δήλωσή της (τεκμήριο 15), μεταξύ άλλων αναφέρει τα εξής: Στον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν στους ενάγοντες με καθήκοντα εξυπηρέτησης πελατών. Όταν η πρωτοφειλέτδα εταιρεία αποτάθηκε στους ενάγοντες, ζητώντας να της παραχωρηθεί η επίδικη τραπεζική διευκόλυνση, της ζήτησαν να τους προσκομίσει αντίγραφο του ιδρυτικού εγγράφου και καταστατικού της (τεκμήριο 16), τις οικονομικές της καταστάσεις για το 2004 (τεκμήριο 17) και αντίγραφα των πιστοποιητικών μετόχων, διευθυντών και γραμματέα τους (τεκμήρια 18 και 19). Όταν ενημέρωσε τον εναγόμενο 3 - διευθυντή της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας ότι εγκρίθηκε το αίτημά της, τον ενημέρωσε ότι θα έπρεπε να πάει στην τράπεζα μαζί με τους εγγυητές για να υπογραφούν τα αναγκαία έγγραφα. Και οι τρεις εναγόμενοι πήγαν στην τράπεζα για το σκοπό αυτό στις 4.7.
  3. Εκεί παρέδωσε στον κάθε εγγυητή το έγγραφο ενημέρωσης (τεκμήρια 24, 25 και 26), μαζί με αντίγραφο της απόφασης (τεκμήριο 3) καθώς και την έκθεση και οικονομικές καταστάσεις της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας για το 2004 (τεκμήριο 17). Ο κάθε εγγυητής υπόγραψε στην παρουσία της το έγγραφο (τεκμήρια 24, 25 και 26) με το οποίο αναγνώριζε ότι παρέλαβε αυτοπροσώπως τα παραπάνω έγγραφα (τεκμήρια 3 και 17). Ακολούθως, ο εναγόμενος 3 υπόγραψε εκ μέρους της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας τα τεκμήρια 3 και 4 καθώς και την επίδικη συμφωνία χορήγησης της διευκόλυνσης (τεκμήριο 5). Και τα τρία αυτά έγγραφα, τα υπόγραψε υπό την ιδιότητά του ως διευθυντή της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας. Και οι τρεις εναγόμενοι υπόγραψαν την επίδικη συμφωνία εγγύησης (τεκμήριο 7) και στην παρουσία της. Το ίδιο ισχύει και για το έγγραφο κατάθεσης σε εγγύηση (τεκμήριο 8) το οποίο υπόγραψε ο εναγόμενος
  4. Από το περιεχόμενο όλων των παραπάνω εγγράφων - τεκμηρίων προκύπτει ότι υπάρχει πλήρης συμμόρφωση των εναγόντων κατά τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 5 του Νόμου και δε χρειάζεται να τα επαναλάβω. Προς επιβεβαίωση παραπέμπω απευθείας στο περιεχόμενο των εν λόγω τεκμηρίων. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Απλή αντιπαραβολή του άρθρου 12 του Νόμου (ανωτέρω) που διαλαμβάνει για την υποχρέωση του πιστωτή να ενημερώνει τον εγγυητή γραπτώς, για κάθε υπερημερία του πρωτοφειλέτη κ.λ.π, το οποίο οι εναγόμενοι (που για να επαναλάβω δεν παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο για να δώσουν μαρτυρία μα ούτε και κάλεσαν οποιοδήποτε μάρτυρα για σκοπούς απόδειξης των ισχυρισμών τους) επικαλούνται απλώς δικογραφικά, επομένως θεωρώ ότι εγκατέλειψαν ως βάση υπεράσπισης (μιας και ούτε ο ευπαίδευτος δικηγόρος τους το επικαλείται στο πλαίσιο της γραπτής αγόρευσής του) με το άρθρο 5 του Νόμου, επί του οποίου εστιάστηκε η υπεράσπιση των εναγόμενων με βάση το Νόμο, καταδεικνύει το εξής: σε αντίθεση με το άρθρο 12, το οποίο, σε περίπτωση παράβασής του από τον πιστωτή, με ρητή πρόβλεψη παρέχει συγκεκριμένη μορφή προστασίας στον εγγυητή, που φθάνει μέχρι και το σημείο της απαλλαγής του από τις υποχρεώσεις που περικλείει η εγγύηση που παρέσχε, το άρθρο 5, δεν αναγνωρίζει ανάλογη ή κάποιας άλλης μορφή προστασία, σε περίπτωση που υπάρξει παράβασή του από τον πιστωτή. Και κάτι τελευταίο, που κατά τη γνώμη μου εμποδίζει και τους τρεις εναγόμενους να επικαλούνται τις πρόνοιες του Νόμου για οποιοδήποτε λόγο. Ο όρος 18 της επίδικης σύμβασης εγγύησης προνοεί τα ακόλουθα: «Επιπρόσθετα και χωρίς επηρεασμό της ισχύος οποιασδήποτε από τις πιο πάνω πρόνοιες, συμφωνώ ότι θα έχω πλήρη ευθύνη προς την Τράπεζα για το ποσό που αναφέρεται στην παράγραφο
(2)πιο πάνω σαν να ήμουν ο Πρωτοφειλέτης, σε περίπτωση δε που ο Πρωτοφειλέτης είναι ανύπαρκτο νομικό πρόσωπο και/ή ο δανεισμός προς τον Πρωτοφειλέτη είναι άκυρος και/ή η είσπραξη οποιουδήποτε ποσού από τον Πρωτοφειλέτη είναι αδύνατη εξαιτίας οποιουδήποτε νομικού ή ουσιαστικού κωλύματος και/ή για οποιαδήποτε άλλη αιτία.» Το γεγονός ότι στον ουσιώδη χρόνο, η πρωτοφειλέτιδα εταιρεία τελούσε υπό εκκαθάριση και οι εναγόμενοι, παρότι εγγυητές των υποχρεώσεών της έναντι των εναγόντων, δυνάμει του παραπάνω όρου, με την ελεύθερη βούλησή τους συμφώνησαν και αποδέχτηκαν να υπέχουν πλήρη ευθύνη προς τους ενάγοντες, ως εάν να ήταν πρωτοφειλέτες, ως τέτοιοι, είναι το ίδιο υπεύθυνοι έναντι των εναγόντων, όπως ακριβώς και η πρωτοφειλέτιδα εταιρεία. Επομένως, στην περίπτωσή τους, δεν εφαρμόζεται ο Νόμος. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου η αγωγή επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και σε βάρος των εναγόμενων 1, 2 και 3, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, για το ποσό των €30.241,06, με τόκο 13,75%, από 1.10.2009 μέχρι εξοφλήσεως. Οι ενάγοντες δικαιούνται να κεφαλαιοποιούν τους τόκους, δύο φορές το χρόνο (στις 30.6 και 31.12). Η ανταπαίτηση απορρίπτεται. Αναφορικά με τα έξοδα παρατηρώ τα εξής: δεδομένης της συνεκδίκασης των εκατέρωθεν απαιτήσεων, τα έξοδα της αγωγής (ένα σετ, απαίτηση και ανταπαίτηση), όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και σε βάρος των εναγόμενων 1, 2 και 3. (Υπ.) . ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ-TA Subject: Civil/Other Actions /Final Αναφορά: Πολιτική - σύμβαση παροχής τραπεζικής διευκόλυνσης υπό μορφή ορίου σε τρεχούμενο λογαριασμό - σύμβαση εγγύησης (ο περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμος 197
(1)/2003) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.