← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΑΝΝΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1450/2013, 30/4/2015

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΑΝΝΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1450/2013, 30/4/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A112 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Μαυρονικόλα, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1450/2013 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, εκ Λευκωσίας Εναγόντων -και-

  1. ΑΝΝΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΟΥ, εκ Λεμεσού
  2. LUX PROPERTIES LTD, εκ Λεμεσού Εναγομένων ..................... Αίτηση ημερομηνίας 31.10.2013 Ημερομηνία: 30.4.2015 Για τους Ενάγοντες-Αιτητές: Κα Καλυβίτου Για την Εναγόμενη 1-Καθ'ης η αίτηση: Κα Μ. Πατσαλίδου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση τους οι Ενάγοντες-Αιτητές αιτούνται την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της Εναγόμενης 1 ως το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο, λόγω του ότι στερείται υπεράσπισης, τα έξοδα της παρούσας, πλέον ΦΠΑ και τα έξοδα επίδοσης. Βασίζουν την αίτηση τους στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.18 θ.1-5, 8, 9, Δ.21 και Δ.48 1-4, 8-12, στις συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα τα οποία στηρίζουν την παρούσα, εκτίθεται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του Γιαννάκη Φώτη, ημερομηνίας 31.10.2013, υπαλλήλου των Εναγόντων και δεόντως εξουσιοδοτημένου να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση εκ μέρους των. Δηλώνει ότι γνωρίζει πολύ καλά και προσωπικά τα γεγονότα της παρούσας αγωγής και ορκίζεται την παρούσα βάση της προσωπικής του γνώσης και αντίληψης από τα έγγραφα που έχει στην κατοχή του. Μελέτησε το περιεχόμενο του κλητηρίου εντάλματος, με το οποίο συμφωνεί πλήρως και υιοθετεί. Οι Ενάγοντες είναι δημόσια εταιρεία, περιορισμένης ευθύνης, εγγεγραμμένη στην Κύπρο, σύμφωνα με την σχετική νομοθεσία και διεξάγουν, μεταξύ άλλων, τραπεζικές εργασίες σε ολόκληρη την Κύπρο. Υποστηρίζει ότι οι Ενάγοντες ανταποκρινόμενοι σε παράκληση ή αίτηση της Εναγόμενης 1, οι Ενάγοντες ενέκριναν την παροχή ή παραχώρηση στην Εναγόμενη 1 τραπεζικών ή πιστωτικών διευκολύνσεων, δυνάμει γραπτής συμφωνίας, η οποία υπογράφηκε στις 24.4.2007 στην Λεμεσό και παραχώρησε στην Εναγόμενη 1 δάνειο τακτής προθεσμίας ύψους €121.310,70 με αρ. λογαριασμού 0345-20-002814 (Τεκμήριο 1) με σκοπό την αγορά διαμερίσματος με αρ. 301 επί της Πολυκατοικίας Chrystalla επί των ακινήτων με αρ. εγγραφής 0/27552, τεμάχιο 442 και αρ. εγγραφής 0/27545, τεμάχιο 435, Φ/Σχ.54/57 Τμήμα Μηδέν, το οποίο βρίσκεται επί της τοποθεσίας «Κουτσούλια» στα Κάτω Πολεμίδια, στην Λεμεσό και το οποίο αγοράστηκε από την Εναγόμενη 2, σύμφωνα με το αγοραπωλητήριο έγγραφο, το οποίο υπογράφηκε μεταξύ της Εναγόμενης 1 και Εναγόμενης 2 στις 6.3.2007 (Τεκμήριο 2). Στη συνέχεια ο ενόρκως δηλών αναφέρεται στους όρους της ρηθείσας σύμβασης. Περαιτέρω, αναφέρει ότι η Εναγόμενη 1 διόρισε ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο της τους Ενάγοντες, δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου ημερομηνίας 24.4.2007 (Τεκμήριο 3) και παραθέτει τους όρους του. Αναφερόμενος στην Εναγόμενη 2 υποστηρίζει ότι εγγυήθηκε την Εναγόμενη 1 στους Ενάγοντες για όλες τις υποχρεώσεις της δυνάμει γραπτής συμφωνίας εγγυήσεως, ημερομηνίας 24.4.2007, που υπογράφηκε μεταξύ των Εναγόντων και της Εναγόμενης 2 στην Λεμεσό για το ποσό των €151.296,65, συμπεριλαμβανομένων τόκων, τραπεζικών δικαιωμάτων, δικηγορικών και άλλων εξόδων. Σύμφωνα με την συμφωνία εγγύησης, ημερομηνίας 24.4.2007, η εγγύηση της Εναγόμενης 2 θα τερματιζόταν όταν εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος για το ως άνω αναφερόμενο διαμέρισμα, το οποίο πωλήθηκε στην Εναγόμενη 2, συμφώνως των όρων του αγοραπωλητηρίου εγγράφου, ημερομηνίας 6.3.
  3. Στις 24.4.2007 υπογράφηκε συμφωνία εκχώρησης του αγοραπωλητηρίου εγγράφου, ημερομηνίας 6.3.2007, μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων (Τεκμήριο 4). Στη συνέχεια παραθέτει τους όρους εκχώρησης. Οι Ενάγοντες ενέκριναν νέο χρονοδιάγραμμα αποπληρωμής, σύμφωνα με το οποίο η Εναγόμενη 1 όφειλε να καταβάλλει μηνιαίως το ποσό των €765,86 από 1.9.2008 μέχρι και την 1.6.2037 προς τελική εξόφληση (Τεκμήριο 5). Επειδή ο λογαριασμός της Εναγόμενης 1 παρουσίαζε υπερβάσεις ή καθυστερήσεις, οι Ενάγοντες απέστειλαν επιστολή ημερομηνίας 19.4.2010 καλώντας την όπως εξοφλήσει τις καθυστερημένες οφειλές εντός 21 ημερών από την παραλαβή της (Τεκμήριο 6) η οποία και αρνήθηκε να ανταποκριθεί. Στις 17.1.2011 οι Ενάγοντες απέστειλαν επιστολή στους Εναγόμενους, με την οποία τερμάτισαν την λειτουργία του δανείου και κάλεσαν την Εναγόμενη 1 όπως εξοφλήσει άμεσα ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο, διαφορετικά τους πληροφόρησαν θα λάβουν δικαστικά μέτρα εναντίον τους, πληροφορώντας τους ότι το υπόλοιπο του λογαριασμού θα επιβαρύνεται με τόκο υπερημερίας 5.25% (Τεκμήριο 7). Στις 10.4.2012 οι Ενάγοντες απέστειλαν στην Εναγόμενη 1 επιστολή επιβεβαίωσης τερματισμού αλλά και πάλι η Εναγόμενη 1 δεν ανταποκρίθηκε (Τεκμήριο 8). Περί την 1.1.2012 το πιο πάνω αναφερόμενο δάνειο παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο €141.069,02 πλέον τόκους 10.75% από 1.1.2012 επί του πιο πάνω ποσού μέχρι την πλήρη και τελική εξόφληση με κεφαλαιοποίηση δυο φορές τον χρόνο (Τεκμήριο 9). Τέλος, υποστηρίζει ότι, απ' ότι καλύτερα γνωρίζει και τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι των Εναγόντων, η Εναγόμενη 1 δεν έχει υπεράσπιση στην παρούσα υπόθεση και το σημείωμα εμφάνισης το οποίο καταχώρισε μέσω των δικηγόρων της στις 26.7.2013 αποσκοπεί μόνο στην καθυστέρηση της διαδικασίας και θεωρεί ορθό και δίκαιο να εκδοθεί απόφαση και διατάγματα ως η αξίωση, πλέον έξοδα. Στις 23.5.2014 η Εναγόμενη 1 καταχώρισε ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης, επικαλούμενη

(7)λόγους, τους ακόλουθους: «
  1. Ο Ενόρκως Δηλών, Γιάννος Φώτη, εις την συνοδευτικήν τη Αιτήσει, Ένορκον Δήλωσιν του, ημερομηνίας 31/10/13, δεν έχει προσωπικήν γνώσιν των διαλαμβανομένων, εν αυτή γεγονότων ευρισκόμενος συνεπώς εν πλήρη αδυναμία επιβεβαιώσεως τόσον της αιτίας της Αγωγής, όσον και του εκείθεν αξιουμένου ποσού.
  2. Οι Ενάγοντες/Αιτητές, απέτυχον διά του Ενόρκως Δηλούντος και των εκείθεν συνημμένων Τεκμηρίων να επιβεβαιώσουν (verify) το αξιούμενον ποσόν, το οποίον εν πάση περιπτώσει, συνιστά αποτέλεσμα παράνομων υπολογισμών τόκων και υπερχρεώσεων, ως αποτέλεσμα παράνομης, αντισυμβατικής, αυθαίρετης και καταχρηστικής επιβολής τόκων υπερημερίας, δυνάμει ασαφών και/ή αορίστων εννοιών, ήτοι «των συνθηκών της αγοράς» και της «αξίας του χρήματος», ως εις την 8ην σελίδα του Τεκμηρίου 1 εμφαίνεται, έχοντας αποκλειστικόν στόχον τον εκφοβισμό του χρεώστη, κατά παράβασιν τόσον του Συντάγματος όσον και συναφών Νόμων.
  3. Παράνομος, ανεδαφική και/ή στερούμενη τόσον νομικού, όσον και λογικού ερείσματος, καθίσταται η αξίωσις των Εναγόντων περί κεφαλαιοποίησης των τόκων δίς του έτους, μετά τον κατ' ισχυρισμόν τερματισμόν της συμβάσεως.
  4. Η Εναγομένη
(1)/Καθ'ής η Αίτησις, ουδέποτε έλαβε ανεξάρτητον νομικήν συμβουλήν προ της υπογραφής των, εν τη Αγωγή διαλαμβανομένων συμβάσεων και/ή εγγράφων, άτινα επισυνάπτονται εις την Ένορκον Δήλωσιν του Γιάννου Φώτη ως Τεκμήρια 1-4. 5. Η Εναγόμενη
(1)/Καθ'ής η Αίτησις ουδέποτε έλαβε, οιανδήποτε, εκ των επισυναπτομένων ως Τεκμηρίων 6-8 επιστολών. 6. Τα επισυναφθέντα ως Τεκμήρια 1-9 εις την, συνοδευτικήν τη Αιτήσει, Ένορκον Δήλωσιν, δεν αποτελούν τα πρωτότυπα έγγραφα, ενώ προκαλεί ξενισμόν, ο ισχυρισμός περί επισύναψης του πρωτοτύπου εγγράφου του Τεκμηρίου 2, εις ετέραν Αγωγήν, άγνωστην και άσχετην προς την Εναγομένη
(1)/Καθ'ής η Αίτησις. 7. Η Εναγόμενη
(1)/Καθ'ής η Αίτησις, έχει καλήν Υπεράσπισιν να προβάλει εις την παρούσαν Αγωγήν, δυνάμει των προμνησθέντων ανωτέρω λόγων.» Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Εναγόμενης 1-Καθ'ης η αίτηση, η οποία αρνείται όλους και κάθε ένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς των Εναγόντων-Αιτητών, λόγω προσωπικής γνώσεως των λεπτομερειών αλλά και συμβουλής που έτυχε παρά του δικηγόρου της. Υποστηρίζει ότι ο ενόρκως δηλών Γιάννος Φώτη στην ένορκη δήλωση του ημερομηνίας 31.10.2013 δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων, συνεπώς αδυνατεί να επιβεβαιώσει τόσο την αιτία της αγωγής όσο και το αξιούμενο ποσό, για τους εξής λόγους: (α) Δεν αναφέρει από πότε ευρίσκεται στην υπηρεσία των Εναγόντων και παραμένει ασαφές εάν ευρίσκεται στην υπηρεσία των καθ' όλο τον ουσιώδη για τους σκοπούς της παρούσης αγωγής χρόνο. (β) Δεν αναφέρει από πού προκύπτει ή πού εδράζεται η γνώση του, εφόσον δεν αποτελεί θέση του ότι είχε οποιαδήποτε συμμετοχή ή εμπλοκή στην ετοιμασία και υπογραφή των επιδίκων συμφωνιών και εγγράφων (Τεκμήρια 1-4) στην ένορκη δήλωση του. Δεν υπέγραψε ή ετοίμασε τις επιστολές (Τεκμήρια 5-8) στην ένορκη δήλωση του. Καμία συμμετοχή του αποδεικνύεται στην ετοιμασία του Τεκμηρίου 9, ήτοι της καταστάσεως του επίδικου λογαριασμού, όπου αναγράφεται το όνομα άλλης λειτουργού εξυπηρέτησης. (γ) Πουθενά στην ένορκη δήλωση του προβάλλεται θετικός ισχυρισμός για την ανάθεση στον ίδιο της παρακολούθησης και/ή ανάμειξης στην χρεωπιστωτική λειτουργία του επίδικου λογαριασμού από την ημερομηνία ανοίγματος του μέχρι την 31.10.
  1. (δ) Ο ενόρκως δηλών Γιάννος Φώτη παραλείπει να διασαφηνίσει ποια εκ των γεγονότων εμπίπτουν στο πεδίο της προσωπικής του γνώσης και ποια πληροφορήθηκε υπό των Εναγόντων. Ταυτόχρονα, παραλείπει να αναφέρει επ' ακριβώς την πηγή των πληροφοριών του εις σαφή χρόνο. Πλην της εκ μέρους της υπογραφής των αναφερομένων συμφωνιών και εγγράφων αρνείται τους ισχυρισμούς του Γιάννου Φώτη, στις παραγράφους 3, 4, 5 και 8 της ένορκης δήλωσης του και ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες-Αιτητές απέτυχαν να επιβεβαιώσουν (verified) το αξιούμενο ποσό για τους εξής λόγους: (α) Ενώ στην κατ' ισχυρισμό σταλείσα από τους Ενάγοντες επιστολή ημερομηνιας 10.4.2012 (Τεκμήριο 8) αναγράφεται ότι το υπόλοιπο, συμπεριλαμβανομένων των τόκων έως την ημερομηνία της επιστολής, πλέον τόκοι αγνώστου ποσού, ανήρχετο σε €141.069,02 στην κατ' ισχυρισμός κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 9) εμφαίνεται το ίδιο υπόλοιπο, συμπεριλαμβανομένων των τόκων, σε άλλη ημερομηνία ήτοι την 31.12.
  2. (β) Στο Τεκμήριο 7 της ένορκης δήλωσης του Γιάννου Φώτη, αναφέρεται επιπρόσθετη χρέωση ποσοστού 5.25% υπό μορφή τόκου υπερημερίας επί του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού ενώ το επιτόκιο που συμφωνήθηκε ανήρχετο συνολικώς σε 5.75%. Στην κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 9) φαίνεται επιβάρυνση των καθυστερήσεων με επιπρόσθετο ποσοστό 6% ετησίως που επιβεβαιώνει τον παράνομο χαρακτήρα του χρεωθέντος και του αιτουμένου στην αγωγή επιτοκίου 10.75%, λαμβανομένης υπόψη της μείωσης του αρχικού επιτοκίου εις 4.75% όπως φαίνεται στο Τεκμήριο
  3. (γ) Το Τεκμήριο 9 είναι άγνωστο πότε και από ποιον ετοιμάστηκε, ποιος καταχώρισε τις χρεωπιστώσεις και με βάση ποιων επιτοκίων. Είναι ο ισχυρισμός της ότι το αξιούμενο ποσό συνιστά αποτέλεσμα παράνομων υπολογισμών τόκων και υπερχρεώσεων, ως αποτέλεσμα παράνομης, αντισυμβατικής και καταχρηστικής επιβολής τόκων υπερημερίας, δυνάμει ασαφών ή αόριστων εννοιών, ήτοι των συνθηκών της αγοράς και της αξίας του χρήματος όπως φαίνονται στην 8η σελίδα του Τεκμηρίου 1, έχοντας αποκλειστικό στόχο τον εκφοβισμό του χρεώστη, κατά παράβαση τόσο του Συντάγματος όσο και των συναφών νόμων. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι η αξίωση των Εναγόντων περί κεφαλαιοποίησης των τόκων δυο φορές τον χρόνο, μετά τον κατ' ισχυρισμό τερματισμό της σύμβασης, είναι παράνομος. Επιπρόσθετα των πιο πάνω, ισχυρίζεται ότι ουδέποτε έλαβε ανεξάρτητη νομική συμβουλή προ της υπογραφής των Τεκμηρίων 1-4, στην ένορκη δήλωση του Γιάννου Φώτη. Αρνείται ότι ειδοποιήθηκε με νόμιμο και έγκυρο τρόπο την οποιαδήποτε διαφοροποίηση του ετήσιου χρεωστικού επιτοκίου του επίδικου λογαριασμού και του τρόπου υπολογισμού του και του νόμιμου τερματισμού του αναφερόμενου λογαριασμού καθότι παραμένει αδιευκρίνιστο το έγκυρο της ειδοποίησης περί αλλαγής του χρεωστικού επιτοκίου ενώ παραμένει παράνομως και η κεφαλαιοποίηση των τόκων δυο φορές τον χρόνο. Τέλος, ζητά την απόρριψη της αίτησης με έξοδα με εναντίον των Εναγόντων-Αιτητών και όπως της επιτραπεί να προβάλει την υπεράσπιση της. Νομική Πτυχή: Οι αρχές που διέπουν την εφαρμογή της Δ.18 έχουν τεθεί από παλιά και επαναλαμβάνονται σε νεώτερες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην Αντρονίκου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2007)18 Α.Α.Δ. 977, 980, λέχθηκαν το εξής: «Το θέμα πραγματεύεται και το Εφετείο στην πρόσφατη απόφαση στην Νεάρχου και Άλλου ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου)
(2005)1 Α.Α.Δ. 818. Από την απόφαση αυτή παραθέτουμε το πιο κάτω σχετικό απόσπασμα στις σελ. 824-826: Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18, θ.θ.1-5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Robert v. Plant [1895] 1 Q.B. 597, το Αγγλικό Σύγγραμμα The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν. Ιωάννου
(1966)1 Α.Α.Δ. 265, Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R 130, Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 A.A.Δ. 239, Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782, Rck Sports v. Persona Advertising Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 1074, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 22, Ευάγγελος Λαζάρου και Άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817 και πιο πρόσφατα Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd.,
(2003)1(Γ) A.A.Δ. 1968 και Sigma Radio T.V. Ltd. v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 408). Τα εν λόγω κριτήρια, όπως εξάγονται τόσο από το λεκτικό της Δ.18 όσο και από τις πιο πάνω αυθεντίες, περιληπτικά είναι τα εξής: (α) το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο σε Δ.2, θ.6. (β) Ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή. (γ) Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να συμμορφώνεται προς ορισμένα κριτήρια π.χ. να είναι από τον ίδιο τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης, και τη βάση της αγωγής και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ΄ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο Αιτητής είναι νομικό πρόσωπο τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από την εταιρεία το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει την βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει. (Βλ. Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Banka S.A. πιο πάνω, σελ. 136-138) όπου γίνεται αναφορά και σε αγγλική νομολογία). Αυτές είναι βασικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιήσει ο ενάγων-αιτητής προτού το Δικαστήριο ασκήσει την εξουσία αν θα εκδώσει ή όχι συνοπτική απόφαση. Με το ίδιο θέμα δηλαδή το τι πρέπει να περιέχει μια ένορκη δήλωση για συνοπτική απόφαση, ιδιαίτερα εκεί που ο ενάγων είναι νομικό πρόσωπο, είναι και τα όσα αναφέρονται στη προαναφερθείσα υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ, σελ. 790 - 794 (απόφαση πλειοψηφίας) όπου δίνονται και παραδείγματα (με αναφορά σε αγγλικές αποφάσεις) πότε μια ένορκη δήλωση κρίθηκε ικανοποιητική και πότε όχι. Από πλευράς Εναγομένου (εκτός από το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που μπορεί να εγερθεί σε όλες τις περιπτώσεις), και νοουμένου ότι ο ενάγων ικανοποιεί τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, θα πρέπει και αυτός να ικανοποιήσει το Δικαστήριο με τα ακόλουθα: (α) ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή (β) ότι αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί ή τουλάχιστον η υπεράσπιση να μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή. (Λαζάρου ν. Μακεδόνας, πιο πάνω). Επίσης ο Εναγόμενος/καθού η αίτηση πρέπει να διευκρινίζει αν η υπεράσπιση του αφορά ολόκληρο ή μέρος της απαίτησης και αν αφορά μέρος, να καθορίζει ποιο μέρος από την απαίτηση του Ενάγοντα αμφισβητεί. (Βλ. γενικά τη Δ.18, θ.3 και την υπόθεση Hermes Ins. Co. Ltd v. Julios Theodorides πιο πάνω, σελ. 338-339 όπου φαίνονται με λεπτομέρεια τα κριτήρια τα οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει υπόψη του). Από τη στιγμή που ο Ενάγων/Αιτητής ικανοποιεί τα κριτήρια για να ζητήσει συνοπτική απόφαση τότε (όπως ήδη αναφέραμε) το βάρος μετατοπίζεται στον Εναγόμενο/καθού η αίτηση να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση και/ή ότι υπάρχουν τέτοια γεγονότα που να του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. (Βλ. επίσης Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Ν. Χατζηνέστωρος
(1989)1 Α.Α.Δ. 204, Καζαμίας ν. Ρωμαϊκά Κεραμουργεία
(1990)1 Α.Α.Δ. 752, Trans Middle East Trading (T.M.E.T)) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239). Στην προαναφερθείσα υπόθεση Rck Sports v. Persona Advertising Ltd ο Δικαστής Καλλής με αναφορά στο Αγγλικό σύγγραμμα The Annual Practice 1967 διατύπωσε τις αρχές ως εξής: «Αρχές που διέπουν την έκδοση συνοπτικής απόφασης: Συνοψίζονται ως πιο κάτω στο Annual Practice, 1967, σελ. 121: Η εξουσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης, δυνάμει της Δ.14, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει εύλογη αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπισθεί απλώς για λόγους καθυστέρησης (Jones v. Stones [1984] A.C. 122). Αποτελεί γενική αρχή ότι οσάκις ο εναγόμενος αποδεικνύει ότι έχει μια καλόπιστη υπεράσπιση πρέπει να του δοθεί άδεια να υπερασπισθεί (Saw v. Hakim, 5 T.L.R. 72, Ironclad, etc., Co. v. Gardner, 4 T.L.R. 18, Ward v. Plumbley, 6 T.L.R. 198, Yorkshire Banking Co. v. Beatson, 4 C.P.D. 213, Ray v. Banker, 4 ExD.279), Πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση εκτός εάν είναι καθαρό ότι δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση (Godd v. Delap [1905] 92 L.T. 510, H.L.), και ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση (Jones v. Stone [1894] A.C. 122, Thompson v. Marshall, 41 L.T. 720, C.A. Jacobs v. Booth's Distillery Co, [1901] 85 L.T. 262 H.L., Lindsay v. Martin, 5 T.L.R. 322).» Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Αθηνούλα Δημητρίου ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(1997)1(B) A.A.Δ.782, στις σελ. 789-793: «..για την ενεργοποίηση της δικαιοδοσίας έκδοσης συνοπτικής απόφασης πρέπει να ικανοποιηθούν οι πιο κάτω προϋποθέσεις από τον αιτητή:
(1)Καταχώριση ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου δυνάμει του θ. 1 της Δ.2.
(2)Καταχώριση εμφάνισης από τον εναγόμενο.
(3)Η αίτηση για συνοπτική απόφαση πρέπει να υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση από τον ίδιο τον ενάγοντα ή από άλλο πρόσωπο το οποίο μπορεί να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα. Η ένορκη δήλωση πρέπει να επιβεβαιώνει την αιτία αγωγής και το ποσό που αξιώνεται και να δηλώνει ότι καθώς πιστεύει - ο ωμόσας - δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Η τήρηση των πιο πάνω προϋποθέσεων σχετίζεται με την δικαιοδοσία του δικαστηρίου και η μη ικανοποίησή τους στερεί από το δικαστήριο τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση (Βλ. Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, 135). Ο λόγος της αυστηρής προσέγγισης όσον αφορά την επάρκεια ή πληρότητα της ένορκης δήλωσης επεξηγείται ως πιο κάτω στην Symon & Co. ν. Palmer's Stores
(1903)Limited [1912] 1 K.B. 259, 266-267: "Trial, as a rule, must precede judgment. Order XIV. provides an extraordinary procedure in certain cases. It is a procedure in which, instead of trial first and then judgment, there is judgment at once and never any trial. Such a procedure must be strictly confined to the specific cases for which it is provided, as set forth in the Order. . . . . . . . . . . . . . An application is often made under Order XIV., not with any expectation of success, but in order to induce the defendant to make an affidavit, and so get information on oath as to the nature of his defence. That is not legitimate. If there is no such affidavit as is required by Order XIV., r. 1, there is, I think, no jurisdiction under that Order to give judgment. The judge is bound to leave the action to proceed to trial in the usual way. He can only give judgment without a trial if the conditions mentioned in the rule are satisfied. The question of the sufficiency of the affidavit is, in my opinion, one which goes to jurisdiction." Σε ελληνική μετάφραση: "Κατά κανόνα η δίκη πρέπει να προηγείται της απόφασης. Η Δ.14 προσφέρει μια ειδική διαδικασία σε ορισμένες υποθέσεις. Είναι διαδικασία κατά την οποία αντί να αρχίζει πρώτα η δίκη και μετά η απόφαση, υπάρχει αμέσως απόφαση και μετά δίκη. Τέτοια διαδικασία πρέπει να περιορίζεται αυστηρά για τις εξειδικευμένες υποθέσεις για τις οποίες προβλέπεται όπως καθορίζεται στον Κανονισμό. . . . . . . . . . . . . . Συχνά γίνεται αίτηση δυνάμει της Δ.14, όχι με προσδοκία επιτυχίας, αλλά για να πεισθεί ο εναγόμενος να κάμει ένορκη δήλωση και με τον τρόπο αυτό να ληφθούν πληροφορίες με όρκο σε σχέση με την φύση της υπεράσπισης. Αυτό δεν είναι νόμιμο. Εάν δεν υπάρχει η ένορκη δήλωση που απαιτείται από τον θ.1 της Δ.14, δεν υπάρχει, νομίζω, δικαιοδοσία δυνάμει της Διαταγής εκείνης για έκδοση απόφασης. Ο Δικαστής υποχρεούται να αφήσει την αγωγή να προχωρήσει σε δίκη με τον συνηθισμένο τρόπο. Μπορεί να εκδώσει απόφαση χωρίς δίκη εάν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο κανονισμός. Το ζήτημα της επάρκειας της ένορκης δήλωσης είναι ζήτημα που ανάγεται στη δικαιοδοσία." Η Δ.18 πρέπει να εφαρμόζεται στις ξεκάθαρες και αδιαμβισβήτητες υποθέσεις. Σκοπός της, καθώς έχει νομολογηθεί, είναι να καταστήσει ικανό τον ενάγοντα να πάρει συνοπτική απόφαση χωρίς δίκη, εάν μπορεί να αποδείξει την αξίωσή του ξεκάθαρα και εάν ο εναγόμενος δεν είναι σε θέση να εγείρει μια καλόπιστη υπεράσπιση ή να εγείρει οποιοδήποτε επίδικο θέμα εναντίον της αξίωσης, το οποίο πρέπει να εκδικαστεί (Βλ. Roberts ν. Plant [1895] 1 Q.B. 597). Ο πιο πάνω θ. 1 της Δ.18 φαίνεται ότι το θεωρεί σαν δεδομένο ότι ο ενάγων είναι ικανός να κάμει την ένορκη δήλωση, απλώς επειδή είναι ο ενάγων. Στην κρινόμενη περίπτωση η ενάγουσα είναι εταιρεία. Δεν μπορεί να ορκισθεί. Κάποιος πρέπει να ορκισθεί στη θέση της. Σύμφωνα, όμως, με ρητή επιταγή του πιο πάνω θεσμού πρέπει να είναι πρόσωπο που είναι σε θέση να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα. Η ένορκη δήλωση δεν μπορεί να γίνει από πρόσωπο το οποίο καταθέτει με βάση τα όσα πληροφορείται και πιστεύει. Ο θ.2 της Δ.39, η οποία διέπει τα του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων προβλέπει ότι οι ένορκες δηλώσεις πρέπει να περιορίζονται στα γεγονότα τα οποία ο μάρτυρας είναι σε θέση να αποδείξει με βάση τη δική του γνώση. Ένορκες δηλώσεις που βασίζονται πάνω στα όσα ο μάρτυρας πληροφορείται και πιστεύει, επιτρέπονται μόνο στις περιπτώσεις ενδιάμεσων αιτήσεων (Βλ. Stavrinides (πιο πάνω), σελ. 137). Στην Lagos ν. Grunwaldt [1910] 1 Κ.Β. 41, η ένορκη δήλωση έγινε από δικηγόρο ο οποίος ήταν συνέταιρος στο δικηγορικό οίκο που αντιπροσώπευε τον ενάγοντα. Το Εφετείο αποδοκίμασε με αυστηρή γλώσσα τις ένορκες δηλώσεις που βασίζονται πάνω στην πεποίθηση και πληροφορίες του ωμόσαντος. Στη σελ. 48 της απόφασης επισημαίνονται τα πιο κάτω: "It is obvious on reading this affidavit that the deponent knows nothing whatever personally, and can only swear to the best of his information and belief. The procedure under Order XIV is special... . when I bear in mind the summary proceedings which are founded upon this order, it seems to me that it is most important that the admission of such affidavits by solicitors should not be allowed." Σε ελληνική μετάφραση: "Είναι πρόδηλο από την ανάγνωση της ένορκης δήλωσης ότι ο ωμόσας δεν γνωρίζει τίποτε προσωπικώς, και μπορεί να ορκισθεί από όσα καλύτερα πληροφορείται και πιστεύει. Η διαδικασία δυνάμει της Δ.14 είναι πολύ εξειδικευμένη ... έχοντας υπόψη τη συνοπτική διαδικασία που βασίζεται πάνω στη Δ.14 μου φαίνεται ότι είναι υψίστης σημασίας ότι δεν πρέπει να επιτρέπεται η κατάθεση τέτοιων ενόρκων δηλώσεων από δικηγόρους." Στην Symon & Co. (πιο πάνω) οι ένορκες δηλώσεις έγιναν από τον Διευθυντή της ενάγουσας εταιρείας με βάση πεποίθηση που σχημάτισε και πληροφορίες που πήρε από πρόσωπα των οποίων δεν δόθηκαν τα ονόματα. Τονίσθηκε (βλ. σελ. 264) ότι αν δεν υπάρχει συμμόρφωση με τα όσα προβλέπονται από την Δ.14 θ.1 σε σχέση με την ένορκη δήλωση δεν υπάρχει δικαιοδοσία για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Πρέπει απαραιτήτως να ικανοποιείται ο όρος που θέτει η Δ.14 θ.1. Το πρόσωπο που ορκίζεται πρέπει να είναι σε θέση να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα. Το ζήτημα τέθηκε ως πιο κάτω στη σελ. 266: "It is sufficient to say that the facts essential for the purpose of verifying the cause of action are not here stated on affidavit by a person who can swear positively to them, but by a person who can only vouch information and belief with respect to them; moreover his belief appears to be founded upon information which does not commend itself to me as being satisfactory." Σε ελληνική μετάφραση: "Είναι αρκετό να ειπωθεί ότι τα γεγονότα που είναι απαραίτητα για την επαλήθευση της αιτίας της αγωγής δεν έχουν τεθεί με ένορκη δήλωση από πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά για αυτά, αλλά από πρόσωπο το οποίο επικαλείται πληροφορίες και πεποίθηση σε σχέση με αυτά. Περιπλέον η πεποίθηση του φαίνεται να βασίζεται πάνω σε πληροφορίες οι οποίες δεν μου δίνουν την εντύπωση ότι είναι ικανοποιητικές." Η παράθεση της νομολογίας δεν θα ήταν πλήρης αν δεν γινόταν αναφορά στην Pathe Freres Cinema Limited v. United Electric Theatres Limited [1914] 3 K.B. 1253, στην οποία η ένορκη δήλωση από υπάλληλο της ενάγουσας εταιρείας, ο οποίος δήλωσε ότι τα γεγονότα βρίσκοντο εντός της προσωπικής γνώσης του, κρίθηκε ικανοποιητική. Πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι υπάρχει δυνατότητα για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από τον ενάγοντα. Αυτή μπορεί να καταχωρηθεί μετά από άδεια του δικαστηρίου. Το ζήτημα το πραγματεύεται ως πιο κάτω η υπόθεση Les Fils Dreyfus et Cie Anonyme v. Clarke [1958] 1 All E.R. 459, 463: "There always has been and is jurisdiction in the court to allow an affidavit filed in support of an application for summary judgment to be supplemented and in deciding jurisdiction one looks at the matter at the end of the day on the affidavits which have been filed." Σε ελληνική μετάφραση: "Πάντοτε το δικαστήριο είχε και έχει εξουσία να επιτρέψει όπως συμπληρώνεται η ένορκη δήλωση, που καταχωρείται προς υποστήριξη αίτησης για συνοπτική απόφαση και όταν αποφασίζει για τη δικαιοδοσία ένας κοιτάζει πως έχει το ζήτημα στο τέλος με βάση τις ένορκες δηλώσεις που έχουν κατατεθεί." Έχουμε την άποψη πως το ζήτημα του κατά πόσο ένα πρόσωπο είναι σε θέση να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα, εντός της έννοιας της Δ.18 θ.1 πρέπει να κρίνεται με βάση τα γεγονότα και περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης. Πολύ σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η φύση της αξίωσης." Με βάση τις πιο πάνω νομικές αρχές το Δικαστήριο εξέτασε τα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18 θ.1
(1)και κατέληξε πως στην παρούσα υπόθεση, τα δύο πρώτα κριτήρια τηρούνται: (α) Το κλητήριο ένταλμα είναι ειδικά οπισθογραφημένο σε Δ.2, θ.
  1. (β) Η εναγόμενη 1 έχει καταχωρίσει εμφάνιση στην αγωγή στις 26.7.
  2. Οι λόγοι ένστασης 1, 2 και 5 αφορούν το ζήτημα της επάρκειας της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση. Συνεπώς, θα εξεταστούν πρώτα ώστε να κριθεί το ζήτημα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να εκδώσει συνοπτική απόφαση. Στην παρούσα υπόθεση, στην ένορκη δήλωση του ενόρκως δηλούντος δεν αναφέρει κατά πόσο είχε σχέση με την ετοιμασία και ταχυδρόμηση των επιστολών ημερ. 18.4.2014 (Τεκμήριο 6) και 17.1.2011 (Τεκμήριο 7) με την οποία οι ενάγοντες τερμάτισαν την λειτουργία του δανείου και κάλεσαν την εναγόμενη 1 όπως εξοφλήσει το χρεωστικό υπόλοιπο, διαφορετικά την πληροφορούσαν ότι θα λάμβαναν δικαστικά μέτρα εναντίον της και ότι το υπόλοιπο του λογαριασμού θα επιβαρύνετο με τόκο υπερημερίας 5,25%. Αναφορικά με την κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 9 ο ενόρκως δηλών δεν έχει καταδείξει με την ένορκη δήλωση του ότι είναι πρόσωπο το οποίο είχε σχέση με την κατάσταση λογαριασμού. Το εν λόγω έγγραφο αποτελεί φωτοαντίγραφο μιας ανυπόγραφης κατάστασης λογαριασμού που παρουσιάζει τις συναλλαγές τριών μηνών Οκτωβρίου-Δεκεμβρίου 2011, ενώ ο λογαριασμός άνοιξε στις 29.5.
  3. Στο κάτω μέρος του λογαριασμού περιέργως αναγράφεται: «Παρακαλούμε να ελέγξετε την κατάσταση και σε περίπτωση που διαπιστώσετε ότι οποιαδήποτε συναλλαγή εκτελέστηκε λανθασμένα ή χωρίς την εξουσιοδότηση σας, να επικοινωνήσετε μαζί μας αμέσως, χωρίς καθυστέρηση.» Εφόσον το ερώτημα είναι κατά πόσο ο ενόρκως δηλών είναι πρόσωπο το οποίο μπορεί να ορκισθεί θετικά είναι φανερό ότι η γνώση του δεν είναι γνώση προσώπου που μπορεί να ορκισθεί θετικά ως προς τον τερματισμό της επίδικης σύμβασης δανείου, της νόμιμης αύξησης του επιτοκίου και το ύψος της οφειλής αλλά βασίζεται σε έγγραφα που έχει στη κατοχή του και πληροφορίες που έλαβε από τρίτους εκ μέρους των εναγόντων. Επομένως, εφόσον δεν είναι πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα, το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να προχωρήσει στην εξέταση της αίτησης για συνοπτική απόφαση. Δίδεται άδεια όπως η εναγόμενη 1/καθ' ης η αίτηση καταχωρίσει υπεράσπιση εντός 25 ημερών. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της εναγόμενης/καθ' ης η αίτηση και σε βάρος των εναγόντων/αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Μ. Μαυρονικόλας, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΛ Subject: Civil/Other Action/Interim Αναφορά: Aίτηση για συνοπτική απόφαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.