← Κύπρος

ΣΟΦΟΚΛΗΣ ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ ν. E. A. BLUE SKY TRANSFERS EXPRESS LIMITED, Αρ. Αγωγής:18/2014, 7/4/2015

ΣΟΦΟΚΛΗΣ ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ ν. E. A. BLUE SKY TRANSFERS EXPRESS LIMITED, Αρ. Αγωγής:18/2014, 7/4/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A86 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τάσου Κατσικίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:18/2014 Μεταξύ: ΣΟΦΟΚΛΗΣ ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ Ενάγοντα Και E. A. BLUE SKY TRANSFERS EXPRESS LIMITED Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 24/6/2014 για διαγραφή παραγράφων Υπεράσπισης Ημερομηνία: 7 Απριλίου 2015 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: κ. Παύλος Κονταξής για κ.Σωφρόνιο Σωφρονίου. Για Καθ' ων η αίτηση: κ. Ευσταθίου για Ανδρέας Γιωρκάτζης Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρήθηκε στις 7/1/2014, επί ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος. Οι Εναγόμενοι μετά την προς αυτούς επίδοση του κλητηρίου, καταχώρησαν στις 16/1/2014 σημείωμα εμφάνισης δια δικηγόρου και ακολούθως στις 19/6/2014, καταχώρησαν την Έκθεση Υπεράσπισης τους, στην οποία ο Ενάγοντας απάντησε με την καταχώρηση της Απάντησης του, στις 23/6/2014. Ακολούθως ο Ενάγοντας καταχώρησε την Αίτηση ημερομηνίας 24/6/14, για την οποία το Δικαστήριο μετά την ακροαματική διαδικασία επεφύλαξε την απόφαση του (στο εξής καλουμένης «η υπό εξέταση Αίτηση»), η οποία σήμερα εκφωνείται. Με την υπό εξέταση Αίτηση ο Ενάγοντας ζητά: 1. Τη διαγραφή από την παράγραφο 6 της Έκθεσης Υπεράσπισης των Εναγομένων του πιο κάτω μέρους: (από τη 4η γραμμή της παρ.6) ".... για τα περιστατικά".... μέχρι και τη προτελευταία γραμμή της ίδιας παραγράφου "κατά τη δικάσιμο."...:- (α) Ως άχρηστων, μη αναγκαίων, αχρείαστων και άσχετων. (β) Ως σκανδαλωδών, ενοχλητικών, και διότι στερούνται νομικού και πραγματικού ερείσματος. (γ) Διότι προκαλούν αμηχανία, δυσμενείς εντυπώσεις, τείνουν να προκαταλάβουν και προδικάσουν. Αποτελούν δε μαρτυρία. (δ) Επίσης διότι τείνουν να περιπλέξουν και/ή να σχηματίσουν δυσμενείς εντυπώσεις, προκατάληψη για τον Ενάγοντα σε θέματα μη επίδικα και άσχετα με αυτά και να τον ενοχοποιήσουν με εξευτελιστικές κατηγορίες ή ισχυρισμούς εναντίον του και,- (ε) Θα καθυστερήσουν τη δίκαιη και σε εύλογο χρόνο εκδίκαση και διεκπεραίωση της αγωγής. 2. Οιανδήποτε άλλη οδηγία ή διαταγή θεωρήσει το Δικαστήριο υπό τις περιστάσεις δίκαιη και αναγκαία. 3. Τα έξοδα της αίτησης και της όλης περαιτέρω αναγκαίας διαδικασίας, πλέον τον Φ.Π.Α. επ΄ αυτών και τα έξοδα επίδοσης. Την υπό εξέταση Αίτηση, ο Ενάγοντας - Αιτητής, βασίζει στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.19, Θ.26, Δ.27 Θ.1, 2, και 3, στη Δ.48, Θ.1-3 και Θ.9 (
  2. j)και Δ.64, στις συμφυείς εξουσίες και ευχέρεια του Δικαστηρίου, καθώς επίσης και στη Πρακτική και την αναμενόμενη οικονομία χρόνου και εξόδων και στο Δίκαιο της Επιείκειας. Η υπό εξέταση Αίτηση δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση και ως προς γεγονότα τα οποία αποτελούν το πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου το Δικαστήριο πρέπει να βασιστεί, ο Ενάγοντας παραπέμπει στο φάκελο της υπόθεσης. Η Εναγόμενη - Καθ' ης η Αίτηση Εταιρεία απάντησε στην υπό εξέταση Αίτηση καταχωρώντας ένσταση ημερ. 8/10/2014, η οποία βασίζεται στούς Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.19, Θ.4-5, Θ.26, Δ.27 Θ.1,2 και 3, Δ.48, Θ.1-3 και Θ.9(
  3. j)και Δ.64 και στη διακριτική εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Οι συγκεκριμένοι δε λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι: 1. Δεν εφαρμόζονται οι προϋποθέσεις που αφορούν την διαγραφή ισχυρισμών που δικογραφούνται στην Έκθεση Υπεράσπισης και/ή την διαγραφή ολόκληρου του δικογράφου και δεν έχουν ακολουθηθεί οι διαδικασίες που προβλέπονται από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. 2. Η αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένη και/ή ανεπαρκή νομική και πραγματική βάση. 3. Κανένας λόγος και/ή κανένας πραγματικός λόγος δεν προβάλλεται που να δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. 4. Ουδέν στοιχείο παρουσιάζεται από τον Αιτητή στην Αίτηση του ημερομηνίας 26/06/2014, το οποίο να καταδεικνύει πως η Έκθεση Υπεράσπισης των Καθ' ων η Αίτηση είναι άχρηστη, μη αναγκαία, αχρείαστη και άσχετη και/ή σκανδαλώδεις, ενοχλητική και στερείται νομικού και πραγματικού ερείσματος και/ή προκαλεί αμηχανία, δυσμενείς εντυπώσεις τείνει να προκαταβάλει και να προδικάσει και /ή αποτελεί μαρτυρία και/ή να σχηματίσει δυσμενείς εντυπώσεις, που να επιτρέπει στο Δικαστήριο να προβεί σε διαγραφή της, ή διαγραφή οιονδήποτε ισχυρισμών. 5. Η Αίτηση δεν καταχωρήθηκε έγκαιρα και/ή σε προγενέστερο στάδιο και/ή κατά ή περί τον χρόνο καταχώρησης της κατά παράβαση των αρχών της νομολογίας. 6. Η Αίτηση είναι καταχρηστική και αποσκοπεί στην πρόκληση αμηχανίας και σύγχυσης στους Καθ' ων η Αίτηση. 7. Η Έκθεση Υπεράσπισης συντάχθηκε σύμφωνα με τους θεσμούς πολιτικής δικονομίας, υπάρχει πλήρης συμμόρφωση με τους κανόνες και τις αρχές της δικογραφίας και κανένας ισχυρισμός δεν προβάλλεται που να προκαλεί αμηχανία, δυσμενείς εντυπώσεις στον Αιτητή ή τείνει να τον βλάψουν ή να καθυστερήσουν αχρείαστα την διεξαγωγή της δίκης. 8. Οι ισχυρισμοί που επιδιώκεται η διαγραφή τους, αποτελούν αναγκαίες θέσεις και/ή σχετικά γεγονότα που άπτονται της ουσίας και ουσιωδών γεγονότων της υπεράσπισης των Καθ' ων η Αίτηση που είναι άμεσα συνδεδεμένοι και συνυφασμένοι με τις αξιώσεις του Αιτητή και ενδεχόμενη διαγραφή τους θα στερήσει την δυνατότητα προώθησης των θέσεων των Καθ' ων η Αίτηση. 9. Οι ισχυρισμοί των Καθ' ων η Αίτηση εγείρουν όλα τα σημεία που αν δεν εγερθούν θα καταλάβουν τον Αιτητή εξ' απροόπτου. Τα γεγονότα δε στα οποία στηρίζεται η ένσταση εκτίθενται στην Ένορκη Δήλωση της κας Χρύσως Περίκου, ημερομηνίας 08/10/2014, στην οποίαν αναφέρει τα ακόλουθα: 1. Είναι δικηγόρος και συνεργάζεται με την δικηγορική εταιρεία των ΑΝΤΡΕΑΣ ΓΙΩΡΚΑΤΖΗΣ Δ.Ε.Π.Ε., δικηγόρων της Εναγομένης / Καθ' ής η Αίτηση («Καθ' ης η Αίτηση») και είναι κανονικά εξουσιοδοτημένη από την Καθ'ης η Αίτηση να προβώ στην Ένορκη Δήλωση για λογαριασμό τους. 2. Τα γεγονότα που αναφέρει στην παρούσα Ένορκη Δήλωση του τα γνωρίζει προσωπικά και είναι αληθινά ενώ τα γεγονότα που δεν γνωρίζει προσωπικά προέρχονται από πληροφορίες που της δόθηκαν από την Καθ' ής η Αίτηση και είναι αληθινά από όσο καλύτερα γνωρίζει και πιστεύει. 3. Έχει αποκτήσει γνώση της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο από μελέτη διαφόρων εγγράφων σχετικών με την εν λόγω υπόθεση, από μελέτη της δικογραφίας καθώς και από πληροφορίες οι οποίες της δόθηκαν από την Καθ' ης η Αίτηση. 4. Έχει διαβάσει την Αίτηση του Ενάγοντα / Αιτητή («Αιτητής») ημερομηνίας 24/06/14 με την οποία ζητείται διάταγμα του Δικαστηρίου για διαγραφή ισχυρισμών από την Έκθεση Υπεράσπισης και αρνείται όλους και καθένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται σε αυτή καθ'ων μέρος αφορά την Καθ' ης η Αίτηση με εξαίρεση τους ισχυρισμούς που ρητά γίνονται παραδεχτοί στην ένορκο της δήλωση. 5. Είναι η θέση της Καθ' ης η Αίτηση ότι : Δεν εφαρμόζονται οι προϋποθέσεις που αφορούν την διαγραφή ισχυρισμών που δικογραφούνται στην Έκθεση Υπεράσπισης και/ή την διαγραφή ολόκληρου του δικογράφου και δεν έχουν ακολουθηθεί οι διαδικασίες που προβλέπονται από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Η Αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένη και/ή ανεπαρκή νομική και πραγματική βάση. Κανένας λόγος και/ή κανένας πραγματικός λόγος δεν προβάλλεται που να δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Ουδέν στοιχείο παρουσιάζεται από τον Αιτητή στην Αίτηση του ημερομηνίας 26/06/2014, το οποίο να καταδεικνύει πως η Έκθεση Υπεράσπισης της Καθ' ης η Αίτηση είναι άχρηστη, μη αναγκαία, αχρείαστη και άσχετη και/ή σκανδαλώδης, ενοχλητική και στερείται νομικού και πραγματικού ερείσματος και/ή προκαλεί αμηχανία, δυσμενείς εντυπώσεις τείνει να προκαταβάλει και να προδικάσει και /ή αποτελεί μαρτυρία και/ή να σχηματίσει δυσμενείς εντυπώσεις, που να επιτρέπει στο Δικαστήριο να προβεί σε διαγραφή της, ή διαγραφή οιονδήποτε ισχυρισμών. Η υπό εξέταση Αίτηση δεν καταχωρήθηκε έγκαιρα και/ή σε προγενέστερο στάδιο και/ή κατά ή περί τον χρόνο καταχώρησης της κατά παράβαση των αρχών της νομολογίας. Η υπό εξέταση Αίτηση είναι καταχρηστική και αποσκοπεί στην πρόκληση αμηχανίας και σύγχυσης στην Καθ' ής η Αίτηση. Η Έκθεση Υπεράσπισης συντάχθηκε σύμφωνα με τους θεσμούς πολιτικής δικονομίας, υπάρχει πλήρης συμμόρφωση με τους κανόνες και τις αρχές της δικογραφίας και κανένας ισχυρισμός δεν προβάλλεται που να προκαλεί αμηχανία, δυσμενείς εντυπώσεις στον Αιτητή ή τείνει να τον βλάψουν ή να καθυστερήσουν αχρείαστα την διεξαγωγή της δίκης. Οι ισχυρισμοί που επιδιώκεται η διαγραφή τους, αποτελούν αναγκαίες θέσεις και/ή σχετικά γεγονότα που άπτονται της ουσίας και ουσιωδών γεγονότων της υπεράσπισης της Καθ' ης η Αίτηση που είναι άμεσα συνδεδεμένοι και συνυφασμένοι με τις αξιώσεις του Αιτητή και ενδεχόμενη διαγραφή τους θα στερήσει την δυνατότητα προώθησης των θέσεων της Καθ' ης η Αίτηση. Οι ισχυρισμοί της Καθ' ης η Αίτηση εγείρουν όλα τα σημεία που αν δεν εγερθούν θα καταλάβουν τον Αιτητή εξ' απροόπτου. 6. Οι συγκεκριμένες παράγραφοι και/ή ισχυρισμοί που ο Αιτητής αιτείται την διαγραφή περιγράφουν γεγονότα που στοιχειοθετούν την όλη υπεράσπιση της Εναγομένης, αναφορικά με θέματα που εγείρονται αρχής γενομένης από τον Αιτητή στην παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαίτησης. 7. Τα θέματα που εγείρονται στην εν λόγω παράγραφο της Έκθεσης Απαίτησης, σκοπό έχουν να παραπλανήσουν το Δικαστήριο ως προς τα ουσιώδη και πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης γι' αυτό και οι ισχυρισμοί και γεγονότα που προβάλλονται στην παράγραφο 6 της Έκθεσης Υπεράσπισης είναι αναγκαία έτσι ώστε το Δικαστήριο να έχει μια ολοκληρωμένη εικόνα ως προς τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση και περαιτέρω να υπάρχει το αναγκαίο υπόβαθρο για να προβάλουν τους ισχυρισμούς της η Καθ' ης η Αίτηση. 8. Η παράγραφος 6 της Έκθεσης Υπεράσπισης είναι αναγκαία για να μην τεθεί εξ απροόπτου ο Αιτητής. 9. Προφανώς ο Αιτητής ενοχλείται, μεταξύ άλλων από την περιγραφή της ουσιώδους συμπεριφοράς και των γεγονότων που η Καθ' ης η Αίτηση ισχυρίζεται, γεγονότα και συμπεριφορά άμεσα συνυφασμένα με την υπεράσπιση της Καθ' ης η Αίτηση και συνδεδεμένα με τις αξιώσεις του Αιτητή. 10. Η υπό εξέταση παράγραφος και ισχυρισμοί δεν αποτελούν μαρτυρία και δεν αποτελούν συμπέρασμα, αλλά είναι γεγονότα, θέσεις και ισχυρισμοί. Απλά αποτελούν τους ισχυρισμούς και τα γεγονότα επί των οποίων η Καθ' ης η Αίτηση προτίθεται να προωθήσει την υπεράσπιση της. 11. Δεν προβάλλονται οι λόγοι για τους οποίους οι εν λόγω ισχυρισμοί θα πρέπει να διαγραφούν παρά μόνο ως αυτοί χαρακτηρίζονται στη παράγραφο 'Α' της υπό εξέταση Αίτησης. Ως εκ τούτου ελλείπει το νομικό και πραγματικό υπόβαθρο για την στοιχειοθέτηση των χαρακτηρισμών και/ή ισχυρισμών που περιγράφονται στην παράγραφο 'Α' της υπό εξέταση Αίτησης. 12. Η Δ.27 Θ.3 δεν ρυθμίζει τη διαγραφή ισχυρισμού σε δικόγραφο όπως είναι το αντικείμενο της υπό εξέταση Αίτησης, αλλά την διαγραφή ολόκληρου δικογράφου για τους λόγους στους οποίους αναφέρεται η εν λόγω Διάταξη. Ο Αιτητής δεν αιτείται την διαγραφή δικογράφου, δεν προωθεί τέτοιους λόγους, ούτε και προκύπτουν από τον φάκελο της δικογραφίας, συνεπώς η εν λόγω διάταξη δεν έχει εφαρμογή στην υπό εξέταση αίτηση. 13. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, αιτείται την απόρριψη της υπό εξέταση Αίτησης, με τα έξοδα της διαδικασίας να επιδικαστούν υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση. Είναι πρόδηλο ότι οι προβαλλόμενοι λόγοι ένστασης αφορούν τόσο στη δικονομική ορθότητα της υπό εξέταση Αίτησης την οποία προσβάλλουν, όσο και ζητήματα ουσιαστικά ως προς την αιτούμενη θεραπεία. Επισημαίνω ακόμη ότι εκ των λόγων ένστασης μερικοί εξ αυτών επικαλύπτουν ο ένας τον άλλον, αφού ουσιαστικά είναι οι ίδιοι και απλώς διατυπώνονται με διαφορετικό λεκτικό η φρασεολογία. Έτσι αυτοί κρίνω ότι κατηγοριοποιούνται στις εξής κατηγορίες: (α) Στην κατηγορία των λόγων και ισχυρισμών που αφορούν την θέση ότι η υπό εξέταση Αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική, δεν στηρίζεται στην ορθή νομική βάση και στερείται νομικού ερείσματος, ισχυρισμοί που εμπίπτουν στον λόγο 2. (β) Στην κατηγορία των λόγων που αφορούν την θέση και ισχυρισμούς ότι η υπό εξέταση Αίτηση, καταχωρήθηκε καθυστερημένα, είναι καταχρηστική και αποσκοπεί στην πρόκληση αμηχανίας και σύγχυσης στην Καθ' ής η Αίτηση, ισχυρισμοί που εμπίπτουν στους λόγους 5 και 6. (γ) Στην κατηγορία των λόγων που αφορούν την θέση και ισχυρισμούς ότι στην υπό εξέταση Αίτηση δεν προβάλλεται λόγος που να δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, ότι τείνει να προκαταβάλει και να προδικάσει, αποτελεί μαρτυρία και σκοπός της είναι να σχηματίσει δυσμενείς εντυπώσεις, που να επιτρέπει στο Δικαστήριο να προβεί σε διαγραφή της παραγράφου 6 της Έκθεσης Υπεράσπισης, η οποία σε αντίθεση με τούς εν λόγω ισχυρισμούς, είναι καθ' όλα σύμφωνη με τους κανόνες δικογράφησης και Θεσμούς. Ήτοι ισχυρισμοί που εμπίπτουν στους λόγους 1, 3, 4, 7, 8 και 9. Οι δύο πλευρές στην ακροαματική διαδικασία, περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις αφού ο συνήγορος του Ενάγοντα - Αιτητή δήλωσε πώς δεν επιθυμούσε να αντεξετάσει τον ενόρκως δηλούντα που προέβηκε στην ένορκο δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης της Καθ' ής η αίτηση. Τα όσα οι συνήγοροι των διαδίκων αναφέρουν στις γραπτές τους αγορεύσεις, του Ενάγοντα - Αιτητή, ως διαμορφώθηκε μετά τις διευκρινιστικές ερωτήσεις υπό του Δικαστηρίου, Έγγραφο Γ.Α.1 και της Εναγομένης - καθ' ης η Αίτηση, Έγγραφο Γ.Α.2. Στις αγορεύσεις τους οι συνήγοροι ουσιαστικά επαναλαμβάνουν τα αναφερόμενα στην υπό εξέταση Αίτηση και Ένσταση, παραθέτοντας και επικαλούμενοι σχετική νομολογία που καλύπτει το υπό εξέταση ζήτημα. Τά όσα αναφέρονται στις γραπτές αγορεύσεις των δύο συνηγόρων, έχουν ληφθεί υπόψη στο σύνολο τους, εύκολα διαπιστώνονται από το φάκελο του Δικαστηρίου και συνακόλουθα δεν κρίνω αναγκαία την καταγραφή και επανάληψη τους στην παρούσα. Αναφορά στις θέσεις αυτές, θα γίνει κατωτέρω, στο βαθμό που τούτο κρίνεται αναγκαίο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η υπό εξέταση Αίτηση βασίζεται στη Δ.19.Θ.26, στη Δ.27.Θ.1, 2 και 3, στη Δ.48, Θ1-3 και Θ.9(
  4. j)και στη Δ.64, των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Από τους πιο πάνω αναφερόμενους Θεσμούς, θα συμφωνήσω με τους συνηγόρους της καθ' ής η υπό εξέταση Αίτηση, ότι η Δ.27 δεν καλύπτει τις αιτούμενες θεραπείες. Τούτο διότι όπως είναι διατυπωμένο το αίτημα του Ενάγοντα, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Δ.19 Θ.26, η οποία, μεταξύ άλλων, διέπει και το θέμα της διαγραφής μέρους δικογράφων για λόγους που αναφέρονται εκεί και όχι στη Δ.27 Θ.3. Τούτο διότι, η Δ.27 διέπει το θέμα της διαγραφής ολόκληρου του δικογράφου για λόγους ουσιαστικά άλλους από αυτούς της Δ.19 Θ.26 (βλ. Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon (S.A.L.)

(1998)1Γ Α.Α.Δ 1338, Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ κ.α. ν. Alpha Bank Ltd πρώην Lombard Natwest Bank Ltd
(2003)1Β Α.Α.Δ. 990 και Cyber Group Ltd v. Χαραλαμπίδη κ.α.
(2004)1Γ Α.Α.Δ.1852). Η δε Δ.48, Θ1-3 και Θ.9(j), είναι η Διαταγή και oι Θεσμοί οι οποίοι καθορίζουν τον τύπο και την ακολουθητέαν διαδικασία σε αιτήσεις ως η υπό εξέταση Αίτηση, στοιχείο, που τους καθιστά απόλυτα σχετικούς και ορθούς. Τέλος η Δ.64 εφαρμόζεται όπου διαπιστώνεται παρατυπία η μη συμμόρφωση με τους Θεσμούς και κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις παρέχει την διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να θεραπεύσει την εν λόγω παρατυπία η αντικανονικότητα. Κάτι βεβαίως που δεν έχει τεθεί στην ενώπιον μου υπό εξέταση Αίτηση. Ως εκ των ανωτέρω κρίνω ότι η υπό εξέταση Αίτηση, παρά την αναφορά στη Νομική Βάση στην οποία στηρίζεται και της Δ.27, εφόσον γίνεται επίκληση και της Δ.19.Θ.26, αλλά και της Δ.48, Θ1-3 και Θ.9(j), δεν πάσχει από οποιαδήποτε εγγενή παρατυπία η αντικανονικότητα. Ως εκ τούτου οι λόγοι ένστασης που έχω κατηγοριοποιήσει στην υπό στοιχείο (α) ανωτέρω παράγραφο, ήτοι ο λόγος ένστασης αριθ.2, απορρίπτεται. Επισημαίνω επίσης ότι, παρά την επίκληση σαν λόγου ένστασης ότι η υπό εξέταση Αίτηση δεν στηρίζεται στην σωστή νομική βάση, στην αγόρευση του ο συνήγορος της καθ' ής η Αίτηση δεν προώθησε καθόλου τον λόγο αυτό, κάτι πού δείχνει πώς ουσιαστικά τον έχει εγκαταλείψει. Αναφορικά με τους λόγους ένστασης 5 και 6, που αφορούν την θέση ότι η υπό εξέταση Αίτηση είναι καταχρηστική και καταχωρηθείσα καθυστερημένα, αλλά και σε στάδιο της διαδικασίας που η νομολογία δεν αναγνωρίζει ως κατάλληλο, από μία απλή ανάγνωση του Θ.26 της Δ.19, ευκόλως συνάγεται πώς δεν τίθενται χρονικοί περιορισμοί και στάδιο της διαδικασίας που μπορεί το Δικαστήριο να εξασκήσει την διακριτική του ευχέρεια για διαγραφή δικογράφου η μέρους αυτού. Την θέση αυτή υποστηρίζει και η νομολογία που ο ίδιος ο συνήγορος της καθ' ής η αίτηση επικαλείται στην αγόρευση του. Μάλιστα η παραπομπή στο σύγγραμμα Stuart Sime "A Practical Approach to Civil Prosedure
(1994)3rd Edn, σελ. 364, δεν υποστηρίζει την θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου όπως έχει διατυπωθεί σαν λόγος ένστασης. Τούτο διότι στο απόσπασμα που παρατίθεται, αυτό το οποίο ο έγκριτος συγγραφέας αναφέρει, είναι πώς αιτήσεις για διαγραφή θα πρέπει να καταχωρούνται έγκαιρα και εντός του χρόνου καταχώρησης του επόμενου δικογράφου. Ήτοι στην υπό εξέταση Αίτηση, έχοντας υπόψη το περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης και τα όσα προκύπτουν από την καταχώρηση και ανταλλαγή δικογράφων, προτού παρέλθει η προθεσμία που ο Ενάγοντας θα έπρεπε να καταχωρήσει την Απάντηση του στην Έκθεση Υπεράσπισης της Εναγομένης. Έχοντας δε σαν δεδομένο ότι η Έκθεση Υπεράσπισης της Εναγομένης καταχωρήθηκε στις 19/6/2014 και η Απάντηση του Ενάγοντα θα έπρεπε να καταχωρηθεί σε επτά ημέρες από την εν λόγω ημερομηνία, ήτοι μέχρι και 26/6/2014 (βλ.Δ.21 Θ.14), η καταχώρηση της υπό εξέταση Αίτησης στις 24/6/2014 εμπίπτει εντός της εν λόγω προθεσμίας. Επίσης και ανεξάρτητα με τα προρρηθέντα, κρίνω πώς ούτε καθυστέρηση υπήρξε που να προκάλεσε κώλυμα στην καταχώρηση της, ούτε ότι έχουν προκληθεί οποιεσδήποτε δυσμενείς συνέπειες στην Εναγόμενη, άλλωστε ούτε και επικαλείται τέτοιες, αλλά ούτε και περιττά έξοδα, που να καθιστούν την υπό εξέταση Αίτηση καταχρηστική και ως προκαλούσα αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην εκδίκαση της παρούσας αγωγής, ως ισχυρίζεται στην ένσταση της η Εναγόμενη στους λόγους 5 και
  1. Ακόμη επισημαίνω ότι με την Απάντηση του ο Ενάγοντας στην παράγραφο 3(β), αναφέρει ρητά ότι πρόθεση του είναι να καταχωρήσει αίτηση διαγραφής της παραγράφου 6 της Έκθεσης Υπεράσπισης, κάτι πού έπραξε την επομένη ημέρα, στοιχείο που καταδεικνύει πώς δεν τίθεται θέμα καταβολής της Εναγόμενης εξ απίνης. Συνακόλουθα οι λόγοι ένστασης υπ' αριθμό 5 και 6 επίσης απορρίπτονται. Έχοντας αποφασίσει και κρίνει το ζήτημα της δικονομικής πτυχής της υπό εξέταση Αίτησης, της κατ' ισχυρισμό καθυστέρησης στην καταχώρηση και της κατ' ισχυρισμό κατάχρησης των διαδικασιών δι αυτής, προχωρώ στην εξέταση της νομικής πτυχής που αφορά την ουσίας αυτής. Αυτό δε επί τη βάση των όσων προνοούνται στη Δ.19.Θ.26 και των αρχών της νομολογίας που έχουν καθιερωθεί σε σχέση με την αιτούμενη υπό του Ενάγοντα θεραπεία και διάταγμα. Η Δ.19 Θ.26, που είναι πανομοιότυπη με το O.19 r.27 των Αγγλικών Θεσμών, από την οποία και έλκει την προέλευση της, προνοεί τα εξής: «
  2. The Court or a Judge may, at any stage of the proceeding order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass or delay the fair trial of the action». Σε ελεύθερη δική μου μετάφραση: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί καθ' οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να διατάξει τη διαγραφή ή τροποποίηση οποιουδήποτε ζητήματος σε οποιαδήποτε οπισθογράφηση η δικόγραφο, η οποία μπορεί να θεωρηθεί μη αναγκαία ή σκανδαλώδης ή που τείνει να προκαταβάλει, περιπλέξει ή καθυστερήσει την όλη εκδίκαση της αγωγής.» Με βάση λοιπόν το λεκτικό του Θ.26 της Δ.19, το Δικαστήριο μπορεί να διαγράψει ισχυρισμό από δικόγραφο όταν αυτός είναι περιττός ή σκανδαλώδης ή τείνει να βλάψει, περιπλέξει ή καθυστερήσει τη δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης. Αναφορικά με το κατά πόσο οι ισχυρισμοί τείνουν να προκαλέσουν βλάβη ή αμηχανία ή καθυστέρηση στη δίκαιη διεξαγωγή της δίκης, η νομολογία έχει υποδείξει ότι τα Δικαστήρια ερμηνεύουν φιλελεύθερα τις συγκεκριμένες λέξεις. Όπως δε έχει λεχθεί στην Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου κ.α. ν. Νικολαΐδη
(1993)1 Α.Α.Δ. 364, η Δ.19 Θ.26, παρέχει εξουσία για τη διαγραφή απαιτήσεων και ισχυρισμών από τη δικογραφία που τείνουν να εκτρέψουν την ομαλή πορεία της δίκης ή έχουν ως σκοπό την πλαγιοδρόμηση της. Ακόμη δυνάμει των προνοιών της Δ.19 Θ.4, μόνο τα ουσιώδη γεγονότα πρέπει να δικογραφούνται, τα οποία είναι και σχετικά με τα επίδικα θέματα, το τι είναι δε σχετικό γεγονός εξαρτάται πάντοτε από τις ειδικές συνθήκες της κάθε υπόθεσης. Σύμφωνα με την απόφαση Bruce v. Odhams Press Ltd
(1936)1 All E.R. 294, η λέξη «material», η οποία χρησιμοποιείται στον αντίστοιχο αγγλικό θεσμό 19.4, σημαίνει «necessary for the purpose of formulating a complete statement of claim» (βλ. The Annual Practice 1956, σελ.336-338), ήτοι σε Ελληνική μετάφραση, αναγκαία για τους σκοπούς της διαμόρφωσης ολοκληρωμένης Έκθεσης Απαίτησης ή Υπεράσπισης. Από τη μία θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το συνταγματικό δικαίωμα κάθε διαδίκου για ελεύθερη πρόσβαση στο Δικαστήριο και από την άλλη θα πρέπει να επιδεικνύεται σεβασμός προς τους Διαδικαστικούς Κανόνες της δικογράφησης εγγράφων προτάσεων. Η εξουσία που εναποθέτει η Δ.19 Θ.26 στο Δικαστήριο, συνιστά ένα χρήσιμο όπλο για την αποφυγή κατάχρησης της διαδικασίας με την προώθηση σκανδαλωδών, άχρηστων ή ενοχλητικών θεμάτων που είναι αντίθετα με την ορθή παρουσίαση των δικογράφων (βλ. Drummond - Jackson v. British Medical Association
(1970)1 All E.R. 1094). Για το συγκεκριμένο ζήτημα και για το τι συνιστά σκανδαλώδες, άχρηστο ή ενοχλητικό θέμα και ισχυρισμό, αρκετά βοηθητικά είναι και όσα αποφασίστηκαν στην υπόθεση Buttes Gas & Oil Co v. Hammer
(1975)2 W.L.R. 425, όπου στη σελ. 439, αναφέρονται τα εξής: "Now, as Lord Denning M.R. has already pointed out, this is a striking out application and in relation to any striking out application two things at least are clear. First, in considering any application to strike out, the Court will not go outside the pleadings themselves. Secondly the Court will only exercise their undoubted right to strike out all or part of the pleadings in a very clear case". Σε ελεύθερη δε μετάφραση: «Τώρα όπως και ο Λόρδος Denning M.R. έχει ήδη επισημάνει, αυτή είναι αίτηση για διαγραφή και σε σχέση με οποιαδήποτε αίτηση διαγραφής δύο ζητήματα τουλάχιστον είναι ξεκάθαρα. Πρώτον εξετάζοντας οποιαδήποτε αίτηση διαγραφής, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να ξεφεύγει από τα δικόγραφα τα ίδια. Δεύτερον το Δικαστήριο θα εξασκήσει την αδιαμφισβήτητη εξουσία του να διαγράψει μέρος η ολόκληρο το δικόγραφο σε μία πολύ καθαρή περίπτωση.» Στο σύγγραμμα Annual Practice 1956, σελ.366, καταγράφεται πως το γεγονός απλώς ότι το δικόγραφο περιέχει κάποιο περιττό ή αχρείαστο ισχυρισμό που όμως δεν προκαλεί ζημιά ή βλάβη στον αντίδικο, δεν αποτελεί επαρκή λόγο για τη διαγραφή του. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που στο δικόγραφο δικογραφούνται ισχυρισμοί με αχρείαστη λεπτομέρεια. Στη σχετικά πρόσφατη απόφαση του Εφετείου Γιαννάκης Καλλικάς v. Ελληνικής Τράπεζας,
(2010)1Β Α.Α.Δ 1238, λέχθηκαν τα εξής: «. Τα δικόγραφα θα πρέπει να περιέχουν μόνο μια συνοπτική έκθεση των ουσιωδών γεγονότων, στην οποία στηρίζεται η απαίτηση ή η υπεράσπιση. Οτιδήποτε περιττό, τείνει να επισκιάσει την υπόθεση του διαδίκου και δεν προωθεί ούτε τα συμφέροντα του ίδιου ούτε βέβαια και της δικαιοσύνης. Τέτοια δικόγραφα θα έπρεπε να τύχουν αντιμετώπισης σύμφωνα με τις δυνατότητες που προσφέρουν οι Θεσμοί για διαγραφή τους (βλ. Δ.19 θ.26 και Δ.27 θ.3), εφόσον κριθεί ότι η διατήρησή τους θα δυσχεράνει τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης.» Σύμφωνα δε με το σύγγραμμα Bullen & Leake "Precedents of Pleadings", 12η έκδοση, σελ. 144, σκανδαλώδη ζητήματα, σε οποιοδήποτε δικόγραφο, δύνανται να διαγραφούν ή να τροποποιηθούν με διαταγή του Δικαστηρίου. Ισχυρισμοί σε ένα δικόγραφο θεωρούνται σκανδαλώδεις αν εκθέτουν ζητήματα που είναι προσβλητικά (offensive) ή απρεπή (indecent) ή που σκοπό και μόνο έχουν να επηρεάσουν δυσμενώς τον αντίδικο. Επίσης, αχρείαστοι (unnecessary) ή επουσιώδεις (immaterial) ισχυρισμοί θα διαγραφούν ως σκανδαλώδεις αν θίγουν τον αντίδικο ή αποδίδουν σε αυτόν ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο κατηγορία για αθέμιτη διαγωγή ή συμπεριφορά (misconduct) ή κακή πίστη. Στην Αγγλική υπόθεση Murray v. Epsom Local Board
(1897)1 Ch. D. 35, ισχυρισμός ότι μέλος των εναγομένων αμφισβητούσε την απαίτηση για δικό του προσωπικό όφελος και όχι για το δημόσιο συμφέρον διαγράφηκε. Ένα δικόγραφο θεωρείται, επίσης, σκανδαλώδες αν περιέχει υποβιβαστικές (degrading) κατηγορίες οι οποίες είναι άσχετες ή σε περίπτωση που οι κατηγορίες αυτές είναι σχετικές, αν αυτό προβαίνει σε αχρείαστες λεπτομέρειες. Ειδικότερα για το πότε ένα δικόγραφο μπορεί να χαρακτηρισθεί ως προκαλών αμηχανία (embarrassing) σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Bullen & Leake "Precedents of Pleadings" 12η έκδοση, σελ. 147: «Accordingly, a pleading is embarrassing which is ambiguous or unintelligible or which states immaterial matter and so raises irrelevant issues which may involve expense, trouble and delay and thus will prejudice the fair trial of the action, and so is a pleading which contains unnecessary or irrelevant allegations.» Σε ελεύθερη δε Ελληνική μετάφραση: «Συναφώς ένα δικόγραφο είναι προσβλητικό εάν είναι διφορούμενο ή ακατανόητο ή περιέχει άσχετα ζητήματα και τοιουτοτρόπως εγείρει άσχετα ζητήματα τα οποία δυνατόν να προκαλούν έξοδα, ανωμαλία και καθυστέρηση και ως εκ τούτου τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς τη δίκαιη δίκη της αγωγής και ως εκ τούτου είναι δικόγραφο το οποίο περιέχει μη αναγκαίους ή άσχετους ισχυρισμούς.» Ως καθοδήγηση για το θέμα βοηθητικά είναι επίσης τα πιο κάτω λεχθέντα στην απόφαση Davy ν. Garrett [1878] 7 C. D. 473 (η οποία εφαρμόσθηκε αργότερα στην Re - W. R. Willcocks & Co. Ltd. [1973] 2 All E.R. 93): «Although the Court of Appeal will not readily interfere with the discretion of the Court of first instance in a matter of procedure, it is its duty to exercise its own discretion as to whether a pleading is so framed as to embarrass the opposite party. In a case, therefore, where a statement of claim was in the opinion of the Court of Appeal calculated to embarrass the Defendants by reason of its stating immaterial facts, and setting out at great length documents which could not be material except as evidence by way of admission, it was ordered to be struck out, though a motion for that purpose had been dismissed with costs by the Court below. The rule that evidence is not to be pleaded applies to admissions as well as to other evidence». Σε ελεύθερη δε Ελληνική μετάφραση: «Παρά το ότι το Εφετείο δεν είναι πρόθυμο να επέμβει στη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε ζήτημα διαδικασίας, είναι καθήκον του το οποίο πρέπει να εξασκήσει σύμφωνα με τη δική του διακριτική ευχέρεια στο κατά πόσο ένα δικόγραφο έχει με τέτοιο τρόπο διατυπωθεί έτσι ώστε να προκαλεί αμηχανία στην άλλη πλευρά. Συνακόλουθα σε περίπτωση που μία έκθεση απαίτησης είναι κατά την άποψη του Εφετείου τέτοια που προκαλεί αμηχανία στους Εναγόμενους, συνεπεία της καταγραφής σε αυτή ασχέτων γεγονότων και της παράθεσης σε μεγάλη έκταση περιεχόμενο εγγράφων τα οποία δεν μπορούν να είναι ουσιώδη, παρά μόνο ως μαρτυρία υπό μορφή παραδοχής, διατάχθηκε όπως αυτά διαγραφούν παρά το ότι αίτηση για τον σκοπό αυτό είχε απορριφθεί με έξοδα από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Ο κανονισμός ότι μαρτυρία δεν θα πρέπει να δικογραφείται εφαρμόζεται και σε παραδοχές ως επίσης και σε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία.» Η εξουσία όμως που εναποθέτει η Δ.19 Θ.26 στο Δικαστήριο, όπως έχει νομολογηθεί από αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, θα πρέπει να ασκείται με προσοχή και φειδώ (βλ. Mavromoustaki v. Yeroudis
(1965)1 C.L.R. 176 στη σελ. 183-184, Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ ν. Σαββίδη
(1997)1 Α.Α.Δ. 692, και Cyber Group Ltd v. Χαραλαμπίδη κ.ά
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1860). Η διαγραφή δικογράφου δυνάμει της Δ.19 Θ.26, όπως και της Δ.27Θ.3, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο που δικαιολογείται μόνον εφόσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Το δικόγραφο δε, κρίνεται αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενό του και τις αντικειμενικές συνέπειες που συνεπάγεται η τεκμηρίωση των ισχυρισμών που προβάλλονται σ' αυτό (βλ. In Re Pelmako Developments Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 246 και Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λεμεσού - Αμαθούντος ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2007)1Α Α.Α.Δ. 21). Το μέρος δε εκείνο του δικογράφου που ζητείται να διαγραφεί πρέπει να συγκεκριμενοποιείται. Στα πλαίσια αυτά λαμβάνεται λοιπόν υπόψην τόσο η φύση της αγωγής όσο και η σχετικότητα των, ζητούμενων να διαγραφούν, ισχυρισμών με τα επίδικα θέματα αυτής.Ακόμη δεν τίθεται δε θέμα μαρτυρίας και αξιολόγησης των εκατέρωθεν ισχυρισμών μέσα από τις έγγραφες προτάσεις. Αναφορικά δε με το πως αυτή ασκείται βλέπε επίσης Williams & Glyns Bank Ltd v. the Ship "Maria"
(1984)1 C.L.R. 820 και Πελετιές ν. Ataya
(1990)1 Α.Α.Δ. 504. Ως επίσης έχει αναγνωρισθεί νομολογιακά, ένα δικόγραφο ή ισχυρισμός ο οποίος είναι σκανδαλώδης, όπως, για παράδειγμα, όταν περιέχει κατηγορίες ανεντιμότητας (dishonesty), ανηθικότητας (immorality) ή ανεπαίσχυντης (outrageous) συμπεριφοράς, δεν θα διαγραφεί αν είναι απαραίτητος ή σχετικός με οποιοδήποτε επίδικο ζήτημα στην διαδικασία. Όπως λέχθηκε από τον Δικαστή, Λόρδο Selborne στην υπόθεση Christie v. Christie
(1873)LR 8 Ch. 499, το μοναδικό ερώτημα είναι κατά πόσο το ζήτημα το οποίο φέρεται ως σκανδαλώδες θα ήταν αποδεκτό σαν μαρτυρία προς απόδειξη της αλήθειας οποιουδήποτε ισχυρισμού στο δικόγραφο ο οποίος είναι ουσιώδης σε σχέση με την αξιούμενη θεραπεία. Έτσι, όσο βαριές και αν είναι οι κατηγορίες που περιέχει ένα δικόγραφο, είτε αυτές είναι κατηγορίες ανηθικότητας είτε άλλως πως, αυτές δεν θεωρούνται σκανδαλώδεις εντός της έννοιας του κανονισμού αν είναι σχετικές με τα επίδικα ζητήματα, δηλαδή, αν θα επηρεάσουν το αποτέλεσμα της αγωγής αν αποδειχθούν αληθινές. Στην Αγγλική υπόθεση Brooking v. Maudslay 55 LT σελ. 343, η Έκθεση Απαίτησης του ενάγοντα περιείχε ισχυρισμούς για ανέντιμη συμπεριφορά του εναγόμενου. Στην Απάντησή του, όμως, ο ενάγων ανέφερε ότι δεν επιζητούσε οποιαδήποτε θεραπεία σε σχέση με τους πιο πάνω ισχυρισμούς. Υπό το φως της πιο πάνω δήλωσης κρίθηκε ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί είχαν καταστεί επουσιώδεις, οπότε και διατάχθηκε η διαγραφή τους ως σκανδαλωδών και ως ισχυρισμών που τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς την υπόθεση του αντιδίκου. Ακόμα ως αναφέρθηκε στην υπόθεση Athina Leathergoods Ltd v. Χαραλάμπους κ.α.
(2000)1Β Α.Α.Δ. 787, με παραπομπή στο σύγγραμμα Annual Practice 1960 σελ. 478 - 479, οι λέξεις "τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς, προκαλέσουν αμηχανία ή να καθυστερήσουν τη δίκαιη δίκη της αγωγής" έχουν ερμηνευθεί φιλελεύθερα από τα Δικαστήρια. Όπως χαρακτηριστικά λέχτηκε στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην εν λόγω υπόθεση: «Αν ο εναγόμενος δεν διασαφηνίζει ποιό μέρος της έκθεσης απαίτησης παραδέχεται και ποιό αρνείται το δικόγραφο του προκαλεί αμηχανία. Απλή, όμως, πολυλογία δεν προκαλεί αφ' εαυτής αμηχανία. Ούτε και διαγράφεται ισχυρισμός ως προκαλών αμηχανία απλώς επειδή ο αντίδικος ισχυρίζεται ότι είναι αναληθής. Το γεγονός και μόνο ότι μια έκθεση απαίτησης περιλαμβάνει πολλές αιτίες αγωγής δεν προκαλεί αμηχανία εάν προβάλλονται ξεχωριστά στο δικόγραφο. Αξίωση για διαζευκτική θεραπεία δεν προκαλεί αμηχανία. Το ίδιο ισχύει και για ασυμβίβαστες υπερασπίσεις». Επίσης ούτε και το γεγονός ότι στα δικόγραφα προβάλλονται αλληλοσυγκρουόμενοι ισχυρισμοί μπορεί από μόνο του να οδηγήσει σε διαγραφή. Για το ίδιο θέμα στην Soboh Petroleum (Cyprus) Ltd v. Hussein Ali Nasrat Abdallah κ.α., Πολ. Έφεση Αρ.69/2011, ημερ. 19.7.13 λέχθηκαν τα εξής: «Το Δικαστήριο δεν υποδεικνύει στα μέρη πώς θα διαμορφώσουν την υπόθεσή τους, εφόσον αυτά δεν παραβαίνουν τους κανόνες. Δικόγραφα, έστω και αν δεν είναι απόλυτα σύμφωνα με τους σχετικούς κανόνες, δε διαγράφονται. Το γεγονός ότι δικόγραφο περιέχει αχρείαστα ζητήματα δεν είναι αρκετό για να οδηγήσει σε διαγραφή του, εφόσον δεν προκαλείται ζημιά στον αντίδικο. Εάν, όμως, σε δικόγραφο, περιέχονται ισχυρισμοί παντελώς άσχετοι (με τρόπο ώστε ο Αιτητής θα πρέπει να απαντήσει σε αυτούς), από τους οποίους θα προκληθούν έξοδα και καθυστέρηση στην υπόθεση, τότε αυτοί δικαιολογείται να διαγραφούν. Ισχυρισμοί που προβάλλονται για ανεντιμότητα και συμπεριφορά προσβλητική για τον αντίδικο, εφόσον δεν είναι σχετικοί με τα επίδικα ζητήματα, θεωρούνται σκανδαλώδεις. Ο Αιτητής δε είναι πού πρέπει να αποδείξει ότι με κάποιο τρόπο βλάπτεται από την αντικανονικότητα.» Για να διαπιστωθεί δε κατά πόσο ένα θέμα είναι σκανδαλώδες θα πρέπει να εξετασθεί κατά πόσο το θέμα αυτό θα αποτελούσε αποδεκτή μαρτυρία για να δείξει την αλήθεια κάποιου δικογραφημένου ισχυρισμού, ο οποίος είναι ουσιώδης με αναφορά στην αιτούμενη θεραπεία. Γενικά σκανδαλώδη, ενοχλητικά και άχρηστα θέματα είναι εκείνα τα οποία θεωρούνται ανήθικα ή υποβιβαστικά ή γίνονται με στόχο τον επηρεασμό της άλλης πλευράς, αλλά αν είναι σχετικά τότε δεν είναι κατ' ανάγκη και σκανδαλώδη, ούτε και διαγράφεται ισχυρισμός απλώς και μόνο διότι είναι αχρείαστος, εκτός και αν είναι εμφανώς άσχετος. (Για τα ανωτέρω βλ. επίσης Annual Practice 1956 σελ. 367). Σύμφωνα λοιπόν με τα πιο πάνω, όταν το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο συγκεκριμένα αποσπάσματα σε ένα δικόγραφο είναι σκανδαλώδη, θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη την φύση της αγωγής και κατά πόσο αυτά είναι σχετικά με τα επίδικα στην αγωγή ζητήματα. Το Δικαστήριο δεν θα υπεισέλθει στην εξέταση της αλήθειας τους. Μετά την εξέταση της νομικής πτυχής και των όσων η νομολογία έχει αναγνωρίσει, προχωρώ τώρα στην παράθεση της κρίσης του Δικαστηρίου επί της ουσίας της υπό εξέταση Αίτησης, με αναφορά στους δικογραφημένους ισχυρισμούς των διαδίκων σε συνάρτηση και με τους λοιπούς λόγους ένστασης, ήτοι αυτούς που έχω κατηγοριοποιήσει στην παράγραφο (γ) ανωτέρω. Στην υπό εξέταση Αίτηση, αποτελεί θέση του Ενάγοντα - Αιτητή, ότι μέρος της παραγράφου 6 της Έκθεσης Υπεράσπισης και συγκεκριμένα το μέρος το οποίο παραθέτει στην παράγραφο 1 της αίτησης του, θα πρέπει να διαγραφεί γιατί περιέχει άχρηστους μη αναγκαίους, αχρείαστους, άσχετους, σκανδαλώδεις και ενοχλητικούς ισχυρισμούς από πλευράς της Εναγόμενης εταιρείας, οι οποίοι προκαλούν σε αυτόν αμηχανία, δυσμενείς επιπτώσεις και προκατάληψη σε αυτόν και αφορούν θέματα μη επίδικα και άσχετα με την παρούσα αγωγή. Πρόσθετα σκοπό έχουν να τον ενοχοποιήσουν με εξευτελιστικές κατηγορίες και ισχυρισμούς εις βάρος του. Επίσης είναι η θέση του, πως οι εν λόγω ισχυρισμοί αν αφεθούν θα καθυστερήσουν τη δίκαιη και σε εύλογο χρόνο εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Αντίθετα η καθ΄ης η Αίτηση - Εναγόμενη εταιρεία, απορρίπτει τις πιο πάνω θέσεις και ισχυρισμούς του Ενάγοντα, ισχυριζόμενη ότι το περιεχόμενο της παραγράφου 6 της Έκθεσης Υπεράσπισης της είναι απόλυτα σχετικό και αναγκαίο με τα επίδικα θέματα και αξιώσεις του Ενάγοντα. Περαιτέρω είναι η θέση της Εναγόμενης εταιρείας, όπως αυτή προβάλλεται στην ένσταση της, ότι το μέρος της παραγράφου 6 της Έκθεσης Υπεράσπισης που ο Ενάγοντας ζητά να διαγραφεί, έχει καταστεί επίδικο θέμα από τον ίδιο τον Ενάγοντα αφού ο ίδιος επικαλείται στην παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαίτησης ότι ο λόγος που δεν του καταβλήθηκαν οι κατ' ισχυρισμό μισθοί και ωφελήματα ήταν διότι η Εναγόμενη προφασίστηκε σαν λόγο για τη μη καταβολή τους, ότι εκκρεμούσαν εις βάρος του ποινικές και άλλες διαδικασίες. Η αξίωση δε του Ενάγοντα εναντίον της Εναγόμενης εταιρείας, αφορά ισχυρισμούς ότι δεν του καταβλήθηκαν μισθοί και ωφελήματα που αυτός δικαιούται κατά το χρόνο που εργοδοτείτο - συνεργάζετο με αυτήν, ως διευθυντής και μέτοχος, αλλά και έμμισθος υπάλληλος, ήτοι ως οδηγός ταξί. Η εν λόγω αξίωση του συμποσούται στο ποσό των €45.889,79, που αντιπροσωπεύει υπόλοιπο μισθών και άλλων δικαιωμάτων - απολαβών, του για τα έτη 2005 - 2009, πλέον νόμιμο τόκο επί κάθε καθυστερούμενου ποσού κατά μήνα και ετησίως, από της ημερομηνίας που αυτό κατέστη πληρωτέο μέχρι εξόφλησης. Περαιτέρω ζητά όπως του επιδικαστούν τα έξοδα της υπόθεσης. Ανάμεσα στους λοιπούς ισχυρισμούς του, στην παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαίτησης, ο Ενάγοντας προβάλλει τη θέση ότι ενώ αξίωσε όπως του καταβληθούν οι μισθοί και τα άλλα ωφελήματα που κατ' ισχυρισμό του οφείλοντο από την Εναγόμενη, η Εναγόμενη εταιρεία δεν τον πλήρωσε προφασιζόμενη σαν λόγο ότι εκκρεμούσαν εις βάρος του ποινικές και άλλες διαδικασίες. Συγκεκριμένα αναφέρει επί λέξει στην παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαίτησης ο Ενάγοντας τα εξής: «
  1. Ο Ενάγοντας αξίωσε τους μισθούς που του οφείλονταν από την Εναγόμενη πολλές φορές, και ιδιαίτερα μετά τη διακοπή της συνεργασίας τους τον Ιούλιο 09, αλλά και μεταγενέστερα, αλλά η Εναγόμενη αδιαφόρησε και δεν τον πλήρωσε προφασιζόμενη ποινικές και άλλες διαδικασίες που ανοίχθεισαν κατά του Ενάγοντα.» Από τα όσα λοιπόν αναφέρει ο Ενάγοντας στην εν λόγω παράγραφο, συνάγεται με απόλυτη σαφήνεια πώς είναι ο ίδιος, που επικαλείται σαν λόγο για το αδικαιολόγητο της μη πληρωμής των κατ' ισχυρισμό προς αυτόν οφειλομένων ποσών από την Εναγόμενη εταιρεία, το ζήτημα της πρόφασης από αυτήν της ύπαρξης εις βάρος του ποινικών διαδικασιών που αφορούσαν την μεταξύ τους συνεργασία και σχέση. Σε αυτούς δε τους ισχυρισμούς η Εναγόμενη εταιρεία απαντά με την παράγραφο 6 της Έκθεσης Υπεράσπισης της, στην οποία αναφέρει επί λέξει τα εξής: «
  2. Σε περαιτέρω αναφορά στην παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαίτησης οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι ισχυρισμοί που περιέχονται στην εν λόγω παράγραφο είναι πλασματικοί, ανύπαρκτοι και φαντασιώδεις και αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις του Ενάγοντα για να εκδικηθεί τους Εναγομένους για τα περιστατικά που έλαβαν χώρα κατά ή περί το 2009 και/ή 2013 όπου ο Ενάγοντας κατηγορήθηκε για διάπραξη σειράς αδικημάτων περιλαμβανομένου και της κλοπής περιουσίας των Εναγομένων και πλαστογραφίας εγγράφων ο οποίος μετά από δική του παραδοχή του επιβλήθηκε πολύμηνη φυλάκιση με αναστοή σε ημερομηνία παραπλήσια της καταχώρησης της παρούσας Αγωγής. Οι Εναγόμενοι επιφυλάσσονται να αναφερθούν στις λεπτομέρειες των περιστατικών κατά ή περί το 2009 και/ή 2013 κατά τη δικάσιμο. Ως εκ τούτου η Αγωγή είναι καταχρηστική και πρέπει να απορριφθεί ως τέτοια.» Όπως είναι πρόδηλο από τα πιο πάνω, η Εναγόμενη εταιρεία με την παράγραφο 6 της Έκθεσης Υπεράσπισης, απαντά και προβάλλει την Υπεράσπιση της στα όσα ο ίδιος ο Ενάγοντας ισχυρίζεται στην παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαίτησης του, ήτοι πως ένας από τους λόγους, αν όχι ο κύριος, που δεν του κατέβαλε τα όσα νόμιμα κατ' ισχυρισμό δικαιούται, σε σχέση με μισθούς και ωφελήματα, ήταν οι εις βάρος του εκκρεμούσες ποινικές διαδικασίες. Επισημαίνω δε ότι ο Ενάγοντας στην εν λόγω παράγραφο δεν διασαφηνίζει ούτε και δίδει λεπτομέρειες ποιες ποινικές ή άλλες διαδικασίες είχαν εγερθεί εις βάρος του και τι αδικήματα αυτές αφορούσαν. Αντιθέτως, η Εναγόμενη εταιρεία στην υπεράσπιση της και προς απόρριψη του εν λόγω ισχυρισμού, ότι δηλαδή ενήργησε με τον τρόπο που ενήργησε προφασιζόμενη ποινικές διαδικασίες εις βάρος του Ενάγοντα, με την παράγραφο 6 παραθέτει σχετικές λεπτομέρειες για τα αδικήματα που διέπραξε ο Ενάγοντας εις βάρος της και για τα οποία με δική του παραδοχή βρέθηκε ένοχος και του επιβλήθηκε ποινή. Στο σημείο αυτό και επειδή ο συνήγορος του Ενάγοντα στα πλαίσια της επιχειρηματολογίας του προς υποστήριξη των θέσεων του πελάτη του, με παρέπεμψε σε δύο ενδιάμεσες αποφάσεις αδελφών δικαστών του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας και συγκεκριμένα στην ενδιάμεση απόφαση στην αγωγή 28/14 ημερ. 14.10.14 και στην ενδιάμεση απόφαση στην αγωγή 29/14 ημερ. 14.11.14, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω τη θέση μου αναφορικά με τις εν λόγω αποφάσεις. Διάδικοι στις εν λόγω αγωγές είναι στην μεν 28/14 οι ίδιοι διάδικοι στην παρούσα υπόθεση, στη δε αγωγή 29/14, Ενάγουσα είναι η σύζυγος του Ενάγοντα στην παρούσα και Εναγόμενη η ίδια Εναγόμενη εταιρεία στην παρούσα υπόθεση. Μελετώντας τις εν λόγω αποφάσεις και το σκεπτικό των αδελφών μου Δικαστών, οι οποίες ειρήσθω εν παρόδω δεν δεσμεύουν το παρόν δικαστήριο, κρίνω πώς δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής τα όσα αποφασίστηκαν σε αυτές, στην υπό εξέταση Αίτηση για τους εξής λόγους: (α) Στην αγωγή 28/14 η αξίωση του Ενάγοντα βασιζόταν σε κατ' ισχυρισμό οφειλή από την Εναγόμενη σε αυτόν, ποσού προερχόμενο από τιμολόγιο που εξέδωσε η ίδια η Εναγόμενη. Το δικαστήριο επισημαίνοντας ακριβώς το συγκεκριμένο ζήτημα και ότι η Υπεράσπιση της Εναγόμενης περιείχε ισχυρισμούς άσχετους με την Έκθεση Απαίτησης, ενέκρινε την αίτηση του Ενάγοντα εκδίδοντας διάταγμα διαγραφής συγκεκριμένων παραγράφων της Έκθεσης Υπεράσπισης, ως περιέχουσες ισχυρισμούς αχρείαστους και εντελώς ανεξάρτητους με την αξίωση του Ενάγοντα, καθότι αν δεν διαγράφοντο θα προκαλούσαν αχρείαστη καθυστέρηση και ταλαιπωρία στην εκδίκαση της υπόθεσης. (β) Όσον αφορά την ενδιάμεση απόφαση στην υπόθεση 29/14 Ε.Δ. Λάρνακας, με την οποία ενεκρίθη αίτηση της Ενάγουσας στην εν λόγω αγωγή, για διαγραφή συγκεκριμένης παραγράφου από την Έκθεση Υπεράσπισης της Εναγόμενης εταιρείας, επίσης διαπιστώνω ότι οι λόγοι που ενεκρίθη το αίτημα ήταν διότι οι ισχυρισμοί που προβάλλοντο στη συγκεκριμένη παράγραφο της Έκθεσης Υπεράσπισης, ήταν άσχετοι με τα γεγονότα, δεν είχαν καταστεί επίδικο ζήτημα και εκρίθησαν ως αχρείαστοι. Τούτο διότι η αγωγή αφορούσε αξίωση της Ενάγουσας για απλήρωτα ενοίκια από την Εναγόμενη εταιρεία και η επίκληση ισχυρισμών περί διάπραξης ποινικών αδικημάτων από τον σύζυγο της Ενάγουσας, Ενάγοντα στην παρούσα αγωγή, εκρίθη ότι ήταν παντελώς άσχετοι και ότι ουδεμίαν σχέση είχαν με την αξίωση. Πρόσθετα ο Ενάγοντας στην παρούσα αγωγή, δεν ήταν διάδικος στην εν λόγω αγωγή και γι' αυτό εκρίθη επίσης πως οι ισχυρισμοί που προβάλλοντο από την Εναγόμενη εταιρεία για εξέταση καταγγελιών και καταδίκη τού Ενάγοντα στην παρούσα υπόθεση, συζύγου της Ενάγουσας στην εν λόγω υπόθεση, προκαλούσαν αμηχανία και επηρέαζαν δυσμενώς την Ενάγουσα αιτήτρια. Επίσης εκρίθη ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί, ως άσχετοι με τα επίδικα θέματα, θα προκαλούσαν δυσμενείς συνέπειες στη δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης της Ενάγουσας προκαλώντας περιττά έξοδα, ταλαιπωρία και καθυστέρηση. Ενόψει λοιπόν των πιο πάνω διαπιστώσεων μου, κρίνω ότι η υπό εξέταση Αίτηση και τα υπό εξέταση ζητήματα δεν ταυτίζονται με τα όσα αποφασίστηκαν από τους αδελφούς δικαστές στις εν λόγω υποθέσεις. Τούτο διότι το σκεπτικό και οι αποφάσεις που εξεδόθησαν, μπορεί να αφορούσαν αιτήσεις με παρόμοιας φύσεως θεραπείες και διατάγματα, πλήν όμως διαφοροποιούνται ουσιωδώς στα γεγονότα και υπό εξέταση ισχυρισμούς που προβάλλονται στην Έκθεση Απαίτησης, την βάση της αγωγής και της Υπεράσπισης. Όπως πιο πάνω αναφέρεται, ο ίδιος ο Ενάγοντας στην παρούσα αγωγή, κατέστησε επίδικο θέμα σαν λόγο για τη μη καταβολή των κατ΄ ισχυρισμόν οφειλομένων σε αυτόν ποσών από την Εναγόμενη, την επίκληση από μέρους της κατά τον επίδικο χρόνο, τούτο δε κατ΄ επίφαση, την διάπραξη από μέρους του ποινικών αδικημάτων. Ως εκ τούτου κρίνω απόλυτα θεμιτό, δικαιολογημένο, σχετικό αλλά και εύλογο το να τοποθετείτο και να εκφράσει τη θέση της η Εναγόμενη εταιρεία, στην Έκθεση Υπεράσπισης της σε σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα. Από τη στιγμή που ο ίδιος ο Ενάγοντας αναφέρει στην Έκθεση Απαίτησης του στην παράγραφο 4, ότι η Εναγόμενη εταιρεία δεν του κατέβαλε τα οφειλόμενα, προφασιζόμενη ότι είχαν εγερθεί εναντίον του ποινικές διαδικασίες, ήτοι ισχυριζόμενος και αποδίδοντας σε αυτήν ότι προέβαλε κάτι πλασματικό - ψευδές, σαν δικαιολογία (βλ. Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Γ' Έκδοση του Γ. Μπαμπινιώτη, αναφορικά με την ερμηνεία της λέξης «προφασιζόμενη»), κρίνω πως άνοιξε ο ίδιος την πόρτα αυτή να τοποθετηθεί μέσα από την Υπεράσπιση της αναλόγως, αποδεχόμενη ή απορρίπτοντας τον εν λόγω ισχυρισμό και εκφράζοντας τη δική της θέση. Μπορώ δε αβίαστα να πώ ότι εφόσον η Εναγόμενη δεν αποδέχεται ότι οφείλει τα ποσά που αξιώνει ο Ενάγοντας, η τοποθέτηση της ήταν επιβεβλημένη. Αυτή βεβαίως η κατάληξη μου δεν αφορά καθόλου και δεν αποτελεί εύρημα η με οποιοδήποτε τρόπο αξιολόγηση και κρίση, επί της αλήθειας των εκατέρωθεν ισχυρισμών, αλλά γίνεται στα αυστηρά πλαίσια της εξέτασης του ζητήματος αν έχω ικανοποιηθεί για το κατά πόσο τα όσα αναφέρει ο Ενάγοντας αιτητής δικαιολογούν στο να του δοθεί η αιτούμενη θεραπεία. Επίσης δεν αποδέχομαι ότι οι ισχυρισμοί που ο Ενάγοντας ζητά να διαγραφούν, του προκαλούν αμηχανία η δυσμενείς επιπτώσεις η τείνουν να επηρεάσουν και να προκαταλάβουν δυσμενώς το Δικαστήριο πρός το πρόσωπο του. Ο ίδιος επέλεξε να επικαλεστεί το συγκεκριμένο γεγονός για να στηρίξει το αδικαιόλογητο, πάντοτε σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, της άρνησης της Εναγομένης να του πληρώσει τα οφειλόμενα ποσά. Ως δε η νομολογία που έχω παραθέσει ανωτέρω αναγνωρίζει, δεν καθιστά τους ισχυρισμούς και την επίκληση διάπραξης ποινικών αδικημάτων η παράνομης συμπεριφοράς σε δικόγραφο από τον αντίδικο, ως μη επιτρεπτούς και υποκείμενους σε διαγραφή απλά και μόνο λόγω αυτής τους της φύσης. Το εάν και κατά πόσο τα όσα ισχυρίζεται στην Έκθεση Απαίτησης και Απάντησης του ο Ενάγοντας και στην Έκθεση Υπεράσπισης της η Εναγόμενη είναι αλήθεια η όχι, είναι επίδικα ζητήματα, τα οποία δεν μπορούν να αποφασισθούν στο προδικαστικό αυτό στάδιο, αλλά θα πρέπει να αφεθούν να αποφασισθούν στο στάδιο της έκδοσης της τελικής απόφασης στην αγωγή, αφού βεβαίως προηγηθεί η ακρόαση της υπόθεσης και η προσαγωγή της μαρτυρίας, που η κάθε πλευρά θα επιλέξει να παρουσιάσει για απόδειξη της εκδοχής της, σε συνάρτηση βεβαίως με την νομική πτυχή της υπόθεσης. Ακόμη στο στάδιο αυτό δεν κρίνω ορθό να σχολιάσω οποιεσδήποτε αναφορές γίνονται στην επιχειρηματολογία των συνηγόρων στις γραπτές τους αγορεύσεις, που καθάπτονται των θέσεων τους σε σχέση με την ουσία της επίδικης διαφοράς. Συνακόλουθα τα πιο πάνω λεχθέντα απαντούν και στη εισήγηση του συνηγόρου του Ενάγοντα, ότι επειδή δεν τεκμηριώνεται ο ισχυρισμός της καθ' ής η Αίτηση Εναγομένης, ότι ο Ενάγοντας διέπραξε τα αποδιδόμενα σε αυτόν ποινικά αδικήματα, θα πρέπει να εκδοθεί η αιτούμενη θεραπεία. Τούτο διότι δεν είναι επιτρεπτό στο στάδιο αυτό να αξιολογήσω, ως έχει προρρηθεί, αν οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί ανταποκρίνονται στην αλήθεια. Υπό το φως των πιο πάνω, οι ισχυρισμοί που εκτίθενται στην παράγραφο 6 της Έκθεσης Υπεράσπισης και αναφέρονται στο θέμα της πρόσαψης κατηγοριών εναντίον του Ενάγοντα και την εν συνεχεία καταδίκη του από ποινικό Δικαστήριο για ποινικά αδικήματα εις βάρος της Εναγόμενης, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι είναι άσχετα και αχρείαστα, ότι προκαλούν αμηχανία και ότι επηρεάζουν δυσμενώς τον Ενάγοντα - Αιτητή. Ούτε και από τα όσα αναφέρει με γενικό και αόριστο τρόπο, μπορεί να εξαχθεί οποιοδήποτε εύλογο συμπέρασμα πώς με τους εν λόγω δικογραφημένους ισχυρισμούς επηρεάζονται δυσμενώς τα δικαιώματα και το πρόσωπο του. Επίσης κρίνω ότι τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 6 της Έκθεσης Υπεράσπισης δεν επηρεάζουν δυσμενώς και δεν προκαλούν αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην περαιτέρω διαδικασία, ότι δεν προκαλούν περιττά έξοδα και ταλαιπωρία, αλλά ούτε και επηρεάζουν την δίκαιη εκδίκαση της υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγής. Συνακόλουθα εν όψει των πιο πάνω εκτεθέντων, κρίνω ότι η υπό εξέταση περίπτωση δεν ενδείκνυται για εφαρμογή των δραστικών συνεπειών της Δ.19, Θ.
  3. Με βάση την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου, η υπό εξέταση Αίτηση του Ενάγοντα, ημερομηνίας 24/6/2014, απορρίπτεται. Με δεδομένη την πιο άνω κατάληξη του Δικαστηρίου, τα έξοδα της Αίτησης ημερομηνίας 24/6/2014, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ τής Καθ' ής η Αίτηση - Εναγομένης και σε βάρος του Αιτητή - Ενάγοντα. (Υπ.) ...................................... Τ. Κατσικίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Αίτηση για διαγραφή έκθεσης υπεράσπισης - Δ.19, Θ.26 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.