← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ ν. ΕΛΕΝΑ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1208/13, 29/4/2015

ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ ν. ΕΛΕΝΑ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1208/13, 29/4/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A105 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Ι. Κίτσιου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1208/13 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ, εκ Λευκωσίας Εναγόντων - και -

  1. ΕΛΕΝΑ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ, εκ Λεμεσού
  2. CYBARCO LIMITED, εκ Λεμεσού Εναγόμενων Αίτηση ημερομηνίας 06.11.2014 για παραμερισμό απόφασης Ημερομηνία: 29.04.2015 Για την Εναγόμενη 1 - Αιτήτρια: κα Φρ. Χριστοδουλίδου για ΑΝΤΡΕΑΣ ΓΙΩΡΚΑΤΖΗΣ ΔΕΠΕ Για τους Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση: κ. Μ. Λουκά για Ν. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ ΔΕΠΕ (κ. Π. Παύλου κατά την απόφαση) Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Αντικείμενο της παρούσας απόφασης αποτελεί η Αίτηση ημερομηνίας 06.11.2014 (στο εξής η επίδικη Αίτηση) με την οποία η Εναγόμενη 1 (στο εξής ο Αιτήτρια) ζητά διάταγμα ακύρωσης και/ή παραμερισμού της απόφασης ημερομηνίας 16.10.2013, η οποία εκδόθηκε εναντίον της και προς όφελος των Εναγόντων (στο εξής Καθ' ων η Αίτηση). Η απόφαση εκδόθηκε στη βάση του ότι η Αιτήτρια, ως πρωτοφειλέτιδα οφείλει στους Καθ' ων η Αίτηση τα ποσά των (α) €15.755,11, (β) €263.251,38 και (γ) €10.141,11 πλέον τόκους και δικηγορικά έξοδα. Τα τρία ποσά αφορούν αντίστοιχα συμφωνίες (α) τρεχούμενου λογαριασμού, (β) στεγαστικού δανείου και (γ) παροχή διευκόλυνσης με πιστωτική κάρτα. Η επίδικη Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Αιτήτριας η οποία αναφέρει ότι η αγωγή της επιδόθηκε στις 22.07.
  3. Ο δικαστικός επιδότης της έκανε λόγο για «κλητήριο αγωγής στο δικαστήριο» και της υπέδειξε να υπογράψει τέσσερα αντίγραφα. Αυτή τα παρέλαβε και υπέγραψε, στη συνέχεια παρέδωσε τρία από αυτά στους δικηγόρους της και κράτησε ένα αντίγραφο για δική της ενημέρωση, με την εντύπωση ότι αφορούσε την αγωγή 1207/13 η οποία επίσης την αφορά, και περιλαμβάνει ακόμα δύο εναγόμενους, νομικά πρόσωπα των οποίων είναι διευθυντής. Στις 23.07.2013 υπέγραψε τρία έντυπα διορισμού δικηγόρου για τους εναγόμενους 1, 2 και 3 στην αγωγή 1207/
  4. Για την παρούσα αγωγή έλαβε γνώση όταν περί τις 21.10.2014 επικοινώνησε με τους Καθ' ων η Αίτηση, αναφορικά με κάποιο άλλο θέμα, οπότε ως έκπληξη, της αναφέρθηκε από υπάλληλο τους ότι είχε εκδοθεί απόφαση εναντίον της για το στεγαστικό δάνειο και τον τρεχούμενο λογαριασμό που αφορούν την παρούσα αγωγή. Τότε ζήτησε πληροφορίες για τον αριθμό της αγωγής πλην όμως δεν της δόθηκαν εκτός αν επικοινωνούσαν με τους Καθ' ων η Αίτηση οι δικηγόροι της. Ενημέρωσε τους δικηγόρους της αμέσως, και αφού ανέτρεξε στο αρχείο της, αντιλήφθηκε ότι υπήρχε η παρούσα αγωγή 1208/13 στον προσωπικό της φάκελο. Μετά από επικοινωνία των δικηγόρων της με τους Καθ' ων η Αίτηση, οι τελευταίοι του απέστειλαν τηλεμοιότυπο, με επισυνημμένο διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 16.01.2013 (προφανώς πρόκειται για λάθος στην ημερομηνία). Είναι η θέση της ότι δεν έλαβε ουσιαστική γνώση της παρούσας αγωγής. Αν είχε γνώση για την ύπαρξη της θα έδινε οδηγίες για να καταχωρηθεί σημείωμα εμφάνισης, όπως έπραξε στην αγωγή 1207/
  5. Παρατίθενται αρκετά ζητήματα τα οποία κατά την Αιτήτρια συνιστούν καλή υπεράσπιση. Θα αναφερθεί, το Δικαστήριο, σε ένα έκαστο ξεχωριστά, σε κατοπινό στάδιο της απόφασής του. Στην επίδικη Αίτηση οι Καθ' ων η Αίτηση καταχώρισαν Ειδοποίηση Περί Πρόθεσης Ένστασης με την οποία προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους:
  6. Η υπό εξέταση αίτηση είναι πραγματικά και/ή νομικά αβάσιμη και/ή παράτυπη και/ή αντίθετη των διαδικαστικών κανονισμών και της πρακτικής του Δικαστηρίου.
  7. Η Αιτήτρια δεν δικαιολόγησε την παράλειψη της να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης ή/και οι προβαλλόμενοι λόγοι παραμερισμού δεν είναι επαρκείς.
  8. Η Αιτήτρια δεν αποκαλύπτει στην ένορκη της δήλωση που συνοδεύει την αίτησή της ημερομηνίας 06.11.2014 συζητήσιμη και/ή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση.
  9. Η Αιτήτρια δεν αποκαλύπτει τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης καθώς οι ισχυρισμοί της αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις ούτως ώστε να καθυστερήσει η εκτέλεση της εκδοθείσας εναντίον της απόφασης.
  10. Η Αιτήτρια επέδειξε ασυγχώρητη αμέλεια ή/και ασέβεια στη δικαστική διαδικασία.
  11. Δεν είναι ορθό και δίκαιο και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να δοθούν οι αιτούμενες θεραπείες. Οι λόγοι ένστασης υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση της Έλενας Στροβολίδου, υπαλλήλου των Καθ'ων η Αίτηση. Ως αναφέρει, γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι εξουσιοδοτημένη από αυτούς για να προβεί στην ένορκη δήλωση. Δηλώνει δε ότι έχει διαβάσει το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας, της οποίας απορρίπτει το περιεχόμενο. Κάνει αναφορά στο ιστορικό του φακέλου της υπόθεσης και περαιτέρω αναφέρει ότι δεν αποκαλύπτεται ουσιαστικός λόγος για την παράλειψη της Αιτήτριας να εμφανιστεί στο Δικαστήριο. Η παράλειψη της Αιτήτριας προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας. Ως προς τον ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι αυτή κατά την επίδοση παρέλαβε 4 αντίγραφα αγωγών εκ των οποίων μόνο τα τρία παρέδωσε στους δικηγόρους της, επισημαίνεται ότι δεν δίδεται μαρτυρία από τους δικηγόρους της Αιτήτριας σε σχέση με το ποια αντίγραφα παρέλαβαν ώστε να υπάρχει δικαιολογία για τη μη καταχώρηση εμφάνισης στην παρούσα αγωγή. Κανένας λόγος που προβάλλεται είναι ικανός να στοιχειοθετήσει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση. Συνιστούν εκ των υστέρων σκέψεις, η δε Αιτήτρια πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής βρισκόταν σε προσπάθεια εξεύρεσης συμβιβαστικής λύσης και εξώδικης διευθέτησης με τους Καθ' ων η Αίτηση, ωστόσο οι προσπάθειες απέβηκαν άκαρπες. Η ακροαματική διαδικασία της επίδικης Αίτησης διεξάχθηκε στη βάση των προαναφερόμενων ενόρκων δηλώσεων. Κατα τις αγορεύσεις οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων ανέπτυξαν τις θέσεις τους οι οποίες παραμένουν εκ διαμέτρου αντίθετες. Το Δικαστήριο τις διατηρεί κατά νου και δεν κρίνει απαραίτητο να τις επαναλάβει. Θα τις αξιολογήσει και θα αναφερθεί σε αυτές, στο βαθμό που είναι αναγκαίο, κατα την αιτιολόγηση της απόφασης του. Νομική Πτυχή:- Η ρύθμιση για την αίτηση παραμερισμού απόφασης στηρίζεται και πηγάζει μέσα από τη συνταγματική επιταγή για το δικαίωμα ακροάσεως, το οποίο πρέπει να έχει κάθε πολίτης, δηλαδή να δίδεται η ευκαιρία σε κάθε διάδικο να ακουστεί πριν την έκδοση απόφασης. Για το σκοπό αυτό λειτουργεί η πρόνοια της Διαταγής 5 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία προβλέπει τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να επιδίδεται το κλητήριο ένταλμα προκειμένου να δίδεται η ευκαιρία να λάβει γνώση κάθε πολίτης για διαδικασία που αρχίζει εναντίον του στο Δικαστήριο. Η εν λόγω διαταγή όταν τηρηθεί τότε το Δικαστήριο προχωρεί τη διαδικασία στην απουσία διαδίκου, ο οποίος δεν εμφανίζεται. Αν, παρά την πιο πάνω πρόνοια για οποιοδήποτε λόγο υπάρξει παραβίαση της, δηλαδή η επίδοση δε γίνει εντός των προϋποθέσεων και του τρόπου που προβλέπεται, τότε ο διάδικος εναντίον του οποίου εκδόθηκε απόφαση δικαιούται και προβλέπεται ως θεραπεία, να αιτηθεί τον παραμερισμό της απόφασης προκειμένου να τηρηθεί πλήρως η συνταγματική επιταγή για το δικαίωμα ακροάσεως. Σε συνέχεια με το σημείο αυτό θεωρείται χρήσιμο να αναφερθεί ότι προκύπτει από τη νομολογία πως, όταν πρόκειται για κακή επίδοση τότε το Δικαστήριο έχει αυξημένη, απόλυτη, υποχρέωση να παραμερίσει την απόφαση, ενώ όταν πρόκειται για καλή επίδοση τότε θα εξετάσει το αίτημα του Αιτητή υπό το πρίσμα διαφόρων πλέον παραγόντων και προϋποθέσεων όπως τις έχει καθιερώσει η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και οι οποίες παρατίθενται πιο κάτω. Το Δικαστήριο κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, θα πρέπει να έχει κατά νου και να συνεκτιμήσει δύο κύρια στοιχεία. Το ένα στοιχείο είναι η αναγκαιότητα όπως κάθε αγωγή διεκπεραιώνεται και εκδίδεται απόφαση η οποία πρέπει να παραμένει οριστική και κατ' επέκταση τελεσίδικη, ενώ το άλλο στοιχείο είναι το μέρος που αιτείται τον παραμερισμό της απόφασης να μη στερείται του δικαιώματος του να παρουσιάσει την υπόθεση του στο Δικαστήριο νοουμένου ότι εγείρει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Σχετικά με το θέμα της εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης η νομολογία επιβάλλει (βλέπε υπόθεση Πανίκος Νεάρχου ν. Γεώργιου Χαραλάμπους

(1991)1 Α.Α.Δ. 954), ότι το Δικαστήριο ερευνά τα ενώπιον του στοιχεία προκειμένου να διαγνώσει μόνο κατά πόσο υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο θέμα και, στο στάδιο αυτό δεν υπεισέρχεται στην ουσία του θέματος της υπεράσπισης, συνεπώς δεν προχωρεί στην αξιολόγηση της οποιασδήποτε μαρτυρίας ενώπιον του που προσάγεται για σκοπούς αντίκρουσης. Επιπλέον όμως, και εκτός από το θέμα της εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, ο Αιτητής πρέπει να δικαιολογήσει την παράλειψη του να εμφανιστεί στο Δικαστήριο, καθώς επίσης, θα πρέπει να αποδείξει ότι ενήργησε αμέσως και χωρίς αργοπορία προς την κατεύθυνση της ακύρωσης της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του. Σχετική προς τούτο προβάλει η υπόθεση Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1982)1 C.L.R. 204, στην οποία αναφέρθηκε ότι, η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγοντας που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου ο οποίος παρέλειψε με την πρώτη δυνατή ευκαιρία, να ασκήσει το δικαίωμα του για παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του. Στην υπόθεση Ζ. Μερκή ν. Yiannoukas Holiday Inns Ltd κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 736, αναφέρθηκε ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται στις αιτήσεις παραμερισμού απόφασης, ενώπιον του Δικαστηρίου, γίνεται υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων και οποιασδήποτε άλλης γραπτής μαρτυρίας που επισυνάπτεται στις ένορκες δηλώσεις, δεν προσκομίζεται προφορική μαρτυρία εκτός και αν οι διάδικοι ασκήσουν το δικαίωμα τους για αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Τέλος κρίνεται ορθό να γίνει παραπομπή στην υπόθεση Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941, παρατίθεται δε το πιο κάτω απόσπασμα από αυτήν: «Εάν ένας διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας την οποία φέρει η απόφαση και όλα όσα αυτό εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία προάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου θα απωλεσθούν με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης.» Ακόμη στην πιο πάνω απόφαση έχουν αναφερθεί και τα πιο κάτω: «Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση.» Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι στην πιο πάνω απόφαση παρόλο που το πρωτόδικο Δικαστήριο δέχθηκε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, το στοιχείο αυτό δεν κρίθηκε αρκετό για τον παραμερισμό της απόφασης και δεν παραμερίστηκε εκδοθείσα απόφαση διότι θεωρήθηκε καθοριστικότερο το στοιχείο της αργοπορίας στη λήψη μέτρων. Η εν λόγω απόφαση επικυρώθηκε από το Εφετείο. Αξιολόγηση των εκατέρωθεν εκδοχών και Συμπεράσματα:- Ερχόμενο το Δικαστήριο στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, κρίνεται πως είναι ξεκάθαρο ότι πρόκειται περί καλής επίδοσης. Λαμβάνοντας υπόψη τα νομολογηθέντα, προκύπτουν τα εύλογα πλέον ερωτήματα (α) αν η Αιτήτρια δίνει πειστική εξήγηση στη μη καταχώριση εμφάνισης στην αγωγή αλλά και αν ενήργησε έγκαιρα όταν έμαθε ότι εκδόθηκε απόφαση εναντίον της, και (β) ποια στοιχεία έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τα οποία να αποδεικνύουν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. (α) Παράλειψη εμφάνισης και έγκαιρη λήψη μέτρων για παραμερισμό: Εξετάζοντας το θέμα της μη εμφάνισης στην αγωγή από πλευράς της Αιτήτριας, παρατηρείται πως η εξήγηση που αυτή δίδει δεν αντέχει στην κοινή λογική. Παρουσιάζεται η Αιτήτρια ως άτομο που καταχωρεί σε αρχείο ακόμα και αντίγραφο αγωγής, όμως δεν εξηγεί γιατί μόνο τρία αντίγραφα από τα τέσσερα που της επιδόθηκαν αποφάσισε να δώσει στους δικηγόρους της ή μόνο ένα να αρχειοθετήσει. Το γεγονός ότι της επιδόθηκαν δύο αγωγές που οι αριθμοί τους ήταν συνεχόμενοι, 1207/13 και 1208/13, δεν πείθει ότι είναι ικανό στοιχείο για να ενεργήσει, ως ισχυρίζεται. Επιπλέον, οι δύο αγωγές έχουν διαφορετικούς διάδικους, γεγονός που δεν αφήνει περιθώρια για αποδοχή της θέσης της Αιτήτριας. Πρόκειται για εκ των υστέρων σκέψεις προς δικαιολόγηση της παράλειψης της να καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή. Ως αόριστη κρίνεται η μαρτυρία της ότι έμαθε για την έκδοση απόφασης εναντίον της, όταν στις 21.10.2014 (15 μήνες μετά την επίδοση) επικοινώνησε με τους Καθ' ων η Αίτηση για κάποιο άλλο θέμα και υπάλληλος αυτών, της ανέφερε ότι είχε εκδοθεί απόφαση εναντίον της. Η αοριστία αυτής της μαρτυρίας, χωρίς αναφορά σε ποιο άλλο θέμα ενδιαφερόταν και κάτω από ποιες συγκεκριμένες λεπτομέρειες, χωρίς να ρωτήσει της αναφέρθηκε για την απόφαση ημερομηνίας 16.10.2013, από υπάλληλο του οποίου το όνομα δεν αποκαλύπτει, συνιστούν στοιχεία μη πειστικά και προφανώς τέτοια για τα οποία οι Καθ' ων η Αίτηση πέραν του να αρνηθούν, δεν μπορούν να αντικρούσουν, λόγω της αοριστίας. Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, κρίνεται ότι η Αιτήτρια επέδειξε αδιαφορία για τη μη εμφάνιση της ενώπιον του Δικαστηρίου ως όφειλε, μετά την επίδοση της αγωγής. Ως εκ τούτου πρόκειται για περίπτωση περιφρόνησης των δικαστικών διαδικασιών και των δικαιωμάτων των Καθ' ων η Αίτηση, η δε θέση της ότι δεν έλαβε γνώση ουσιαστικά της διαδικασίας που ηγέρθηκε στην αγωγή, εναντίον της, απορρίπτεται ως αβάσιμη. Με βάση το πιο πάνω συμπέρασμα, κρίνεται ότι το Δικαστήριο νομιμοποιείται στην απόρριψη της επίδικης Αίτησης (βλέπε υπόθεση Milouca, ανωτέρω), ωστόσο αν ήθελε κριθεί, κατ' έφεση, ότι το συμπέρασμα του Δικαστηρίου είναι λανθασμένο, το Δικαστήριο προχωρεί στην εξέταση των όσων η Αιτήτρια εγείρει ως συζητήσιμη υπεράσπιση. (β) Απόδειξη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης: Έχοντας κατά νου τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου από τους διάδικους από τη μια, αλλά και τη σχετική νομολογία από την άλλη, αποφασίζεται, ξεχωριστά, ο κάθε λόγος που προβάλλει η Αιτήτρια. 1. Ενώ υπέγραψε έγγραφα περί τις 28.05.2010, 11.06.2010 και 16.06.2010 αυτά ουδέποτε της εξηγήθηκαν από τους Ενάγοντες και ούτε της δόθηκε ευκαιρία να λάβει νομική συμβουλή ως προς τους όρους και επιπτώσεις που πιθανόν να είχε από τα έγγραφα τα οποία υπέγραψε. Επισημαίνεται ότι η ίδια η Αιτήτρια αποδέχεται ότι υπέγραψε χωρίς οποιονδήποτε ενδοιασμό τις συμφωνίες με την Τράπεζα. Δεν αναφέρει τι δεν κατάλαβε ως προς τους όρους των συμφωνιών. Δεν είναι η περίπτωση όπου η υπογραφή ενός εγγράφου, χωρίς προηγούμενη νομική συμβουλή, καθιστά τη συμφωνία άκυρη. Γίνεται παραπομπή στην υπόθεση Στ. Μαρκίδης ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ,
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 324 όπου ο εφεσείοντας σύναψε συμφωνία παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων με την τράπεζα, και δεν επρόκειτο για σχέση εμπιστεύματος, ούτε και για άλλη σχέση εμπιστευτικής φύσεως αλλά μόνο για σχέση χρεώστη - δανειστή, στην οποία δεν είναι απαραίτητη η παροχή ανεξάρτητης νομικής συμβουλής. Με βάση τα προαναφερόμενα, η θέση της Αιτήτριας απορρίπτεται.
  1. Οι όροι 8 και 10 της συμφωνίας στεγαστικού δανείου που υπέγραψε είναι άκυροι και καταχρηστικοί διότι στον όρο 8 γίνεται λόγος για τόκο υπερημερίας που υπολογίζεται στην βάση των γενικών όρων οι οποίοι δεν έτυχαν οποιασδήποτε διαπραγμάτευσης μεταξύ αυτής και των Εναγόντων. Ο δε όρος 10 αποτρέπει την πρακτική πρόωρης αποπληρωμής του δανείου αφού η χρέωση των 6 μηνών τόκων αποτελεί εμπόδιο προς εξόφληση των υποχρεώσεων της. Δεν καθίσταται αντιληπτό τι είναι που η Αιτήτρια εννοεί ότι οι όροι 8 και 10 της συμφωνίας στεγαστικού δανείου δεν έτυχαν διαπραγμάτευσης από αυτήν. Δεν εισηγείται ότι ήταν προϊόν απάτης, ψευδών παραστάσεων ή δόλου. Όσον αφορά στον όρο 10 συνιστά ξεκάθαρο όρο τον οποίο αποδέχτηκε. Καμία μαρτυρία παρουσιάστηκε ότι η Αιτήτρια επιθυμούσε να προπληρώσει το δάνειο της και στερήθηκε της δυνατότητας, είτε λόγω αυτού του όρου είτε γενικότερα οι Καθ' ων η Αίτηση να αρνήθηκαν κάτι τέτοιο. Ξενίζει η θέση αυτή όταν η Αιτήτρια ουδεμία αναφορά κάνει για πληρωμή των απλήρωτων δόσεων, πόσο μάλλον για προπληρωμή. Εν πάση περιπτώσει, ουδέποτε καταγγέλθηκε η σύμβαση εκ μέρους της για να ζητηθεί η ακύρωση του όρου αυτού.
  2. Οι όροι όλων των συμφωνιών που υπέγραψε είναι διατυπωμένοι με ασάφεια και αοριστία στερώντας της το δικαίωμα να γνωρίζει τυχόν υποχρεώσεις και τις συμβατικές της δεσμεύσεις, ειδικότερα ότι ο τρόπος με τον οποίο υπολογιζόταν ο τόκος επί ημερήσιων υπολοίπων δημιουργεί πρόσθετη επιβάρυνση στις υποχρεώσεις της χωρίς αυτό να δικαιολογείται και αντίθετα με το εφαρμοζόμενο κοινοτικό και εθνικό δίκαιο. Ουδεμία ασάφεια ή αοριστία προκαλείται στο θέμα του υπολογισμού του τόκου. Οι σχετικοί όροι είναι ξεκάθαροι. Δεν παραγνωρίζεται ότι μέσα από την αγόρευση του συνηγόρου της Αιτήτριας γίνεται λόγος στην κοινοτική οδηγία 98/7/ΕΚ. Σημειώνεται ότι η προβολή νομικών υπερασπίσεων πρέπει να βρίσκει έρεισμα σε γεγονότα που συνδέονται με την υπόθεση και όχι να γίνεται αφηρημένη διατύπωση. Δεν υποδεικνύεται συγκεκριμένα από την Αιτήτρια πως ο υπολογισμός του τόκου έγινε στη βάση των 360 ημερών και όχι των
  3. Η Ενάγουσα προφανώς έχει λάβει γνώση, και αν δεν το έπραξε όφειλε να το πράξει, της κατάστασης λογαριασμού με βάση την οποία οι Καθ' ων η Αίτηση εξασφάλισαν απόφαση εναντίον της. Όφειλε, κατ' επέκταση, να υποδείξει επί της κατάστασης λογαριασμού ότι όντως υπάρχουν στοιχεία που να υποστηρίζουν την άποψη της και άρα να δικαιολογούν συζητήσιμη υπεράσπιση, έστω ως προς το ακριβές ποσό που αυτή οφείλει, αφού επί των απλήρωτων δόσεων του στεγαστικού δανείου δεν αναφέρει ότι τις πλήρωσε.
  4. Η συμφωνία ημερομηνίας 16.06.2010 αποτελεί τροποποιητική στη συμφωνία ημερομηνίας 28.05.2010 γεγονός το οποίο αντίκειται στον όρο 13 των γενικών όρων της συμφωνίας ημερομηνίας 28.05.2010 ο οποίος επιτρέπει μόνο συμπληρωματική γραπτή συμφωνία. Ως εκ τούτου η συμφωνία ημερομηνίας 16.06.2010 είναι άκυρη αφού οι όροι αυτής βασίζονται στους όρους συμφωνίας δανείου και εν πάση περιπτώσει άσχετη με τη συμφωνία δανείου. Κατά πρώτο λόγο αναφέρεται ότι η Αιτήτρια προχώρησε στη συμφωνία ημερομηνίας 16.06.2010 χωρίς να επικαλείται οποιεσδήποτε περιστάσεις που να την οδήγησαν στην υπογραφή της συμφωνίας χωρίς τη θέλησή της. Κατά δεύτερο λόγο, ουδέποτε κατήγγειλε την εν λόγω συμφωνία. Επομένως, επέλεξε την εκτέλεση της και το μόνο που δικαιούται είναι να διεκδικήσει αποζημιώσεις εξ αιτίας αυτής με ανταπαίτηση ή με ξεχωριστή αγωγή. Δεν συνιστά όμως συζητήσιμη υπεράσπιση στην αγωγή.
  5. Υπάρχει ανάγκη για ερμηνεία που πρέπει να δοθεί νομική υπόσταση της τροποποιητικής συμφωνίας ημερομηνίας 16.06.2010 και η ερμηνεία η οποία μπορεί να δοθεί μόνο στα πλαίσια αξιολόγησης μαρτυρίας, ως προς τις συνθήκες σύναψης της και κατά πόσο τέτοια συμφωνία μπορεί να τροποποιήσει τους ειδικούς όρους της συμφωνίας δανείου. Ομοίως, επαναλαμβάνονται τα όσα έχουν αναφερθεί αμέσως προηγουμένως, εν πάση περιπτώσει, προκύπτει το ερώτημα σε τι είναι που αντίκειται επ' ακριβώς η τροποποιητική συμφωνία ημερομηνίας 16.06.2010 με τον όρο 13 των γενικών όρων που η Ενάγουσα υπέγραψε ως προς τη συμφωνία για το στεγαστικό δάνειο. Ουδείς όρος της νέας διαφαίνεται να συγκρούεται με προηγούμενο όρο. Η τροποποίηση συμφωνίας ήταν καθόλα επιτρεπτή, αφού έγινε με τη συγκατάθεση της Αιτήτριας.
  6. Ο όρος στη σύμβαση περί πρόσθετου τόκου υπερημερίας συνιστά αξιολογητική εκτίμηση καθοδηγητικού χαρακτήρα και είναι αυθαίρετος και αδικαιολόγητος συνιστά δε ποινική ρήτρα και ως εκ τούτου καθίσταται άκυρος. Ο εν λόγω όρος προστέθηκε προς εκφοβισμό της και δεν επενεργεί ως προσπάθεια προκαθορισμού ζημιάς και ούτε τέθηκε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ο τόκος υπερημερίας αποτελεί ζημιά των εναγόντων λόγω της καθυστέρησης πληρωμής οφειλόμενων ποσών από την Αιτήτρια. Πρόκειται για υπεράσπιση καθαρά νομικού χαρακτήρα, η οποία όμως ουδόλως είναι δυνατό να βρει έρεισμα στην παρούσα υπόθεση. Καμία νομολογία υπαγορεύει ότι η επιβολή τόκου υπερημερίας σε ποσοστό 5,25%, όταν το βασικό επιτόκιο ήταν 3,49% προσαυξημένο κατά 2,50%, είναι δυνατό να συνιστά ποινική ρήτρα η οποία θα πρέπει να αγνοηθεί. Η παραπομπή του συνηγόρου της Αιτήτριας στην υπόθεση Jeancharm Ltd v. Barnet Football Club Ltd
(2003)EWCA Civ 58, απέχει τα μέγιστα από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Σε εκείνη την υπόθεση κρίθηκε ως ποινική ρήτρα, όρος ο οποίος προέβλεπε για τόκο καθυστέρησης σε πληρωμή τιμολογίων περί τα 260% ετησίως. Είναι φανερό ότι η επίκληση της προαναφερόμενης υπόθεσης δεν δικαιολογεί την απόδειξη συζητήσιμης υπεράσπισης στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης.
  1. Ουδέποτε έχει ενημερωθεί για αύξηση του επιτοκίου είτε με δημοσιεύσεις στον τύπο είτε με επιστολές των Εναγόντων. Σε περίπτωση δε που υπήρξαν δημοσιεύσεις στον τύπο για αύξηση του επιτοκίου αυτές δεν συνιστούν επαρκή ενημέρωση και άρα δεν έχει δημιουργηθεί συμβατική υποχρέωση προς τους Ενάγοντες. Η δε αύξηση του επιτοκίου συνιστά τροποποίηση των όρων των συμφωνιών και θα έπρεπε να εφαρμοστούν οι αρχές που διέπουν την αντικατάσταση συμφωνίας με νέα κάτι που δεν έγινε αφού δεν προηγήθηκε ειδική διαπραγμάτευση και συγκατάθεση όλων των μερών στην αρχική συμφωνία. Η έκδοση της απόφασης εναντίον της Αιτήτριας στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, και σε επιστολές - Τεκμήρια 7, 8 και 9, στις οποίες γίνεται αναφορά περί της διαφοροποίησης του επιτοκίου, υπήρξε δε δημοσίευση στον τύπο με το Τεκμήριο 6, ωστόσο η Αιτήτρια δεν τοποθετείται στο γεγονός ότι με τις συμφωνίες της αποδέχθηκε ως συμβατικό τρόπο ενημέρωσής της για τη διαφοροποίηση του επιτοκίου. Στην ουσία αποφεύγει να αναφερθεί εάν παρέλαβε ή όχι τις επιστολές που στάληκαν στο όνομα της. Δεν απαιτείτο υπό τις περιστάσεις νέα συμφωνία για διαφοροποίηση του επιτοκίου και νέα διαπραγμάτευση ως η Αιτήτρια ισχυρίζεται. Συνακόλουθα απορρίπτεται και αυτή της η θέση.
  2. Η επιστολή των Εναγόντων με την οποία αυτή κλήθηκε εντός 7 ημερών να εξοφλήσει τους σχετικούς λογαριασμούς πλέον τόκους δεν λαμβάνει υπόψη όλες τις περιστάσεις εξόφλησης. Η θέση αυτή συνιστά αόριστη και αφηρημένη αναφορά και, ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του υπόβαθρο που να του επιτρέπει να εξετάσει αλλά και να αποδεχθεί τη θέση της Αιτήτριας, προκειμένου να κρίνει ότι τίθεται ζήτημα το οποίο δημιουργεί συζητήσιμη υπεράσπιση.
  3. Τα ποσά που αξιώνουν οι Ενάγοντες χρεώθηκαν χωρίς να υποστηρίζονται από τις συμφωνίες και δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Ομοίως πρόκειται για αόριστη και γενική αναφορά αφού οι καταστάσεις λογαριασμού με βάση τις οποίες εκδόθηκε απόφαση, εναντίον της Αιτήτριας, τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, ωστόσο η Αιτήτρια δεν υποδεικνύει κάτι το συγκεκριμένο που να δημιουργεί συζητήσιμη υπεράσπιση αναφορικά με τις χρεώσεις και τα ποσά που αναφέρονται στις εν λόγω καταστάσεις.
  4. Ο όρος 7 των γενικών όρων της συμφωνίας δανείου προβλέπει ότι οι Ενάγοντες είναι εξουσιοδοτημένοι να εξοφλούν οποιαδήποτε υπόλοιπα από άλλους λογαριασμούς, και σε περίπτωση που δεν μπορούσαν να διενεργήσουν τέτοια πληρωμή θα έπρεπε να ειδοποιήσουν την Αιτήτρια ανάλογα. Αυτή ουδέποτε έλαβε τέτοια ειδοποίηση, ούτε προφορικά ούτε γραπτώς, γεγονός που καθιστά τον τερματισμό της συμφωνίας δανείου πρόωρο και αδικαιολόγητο αλλά και αυθαίρετο. Η ενέργεια των Εναγόντων είναι εσκεμμένη αγνοώντας το δικαίωμα τους να αποπληρώσουν οποιοδήποτε υπόλοιπο από άλλους λογαριασμούς. Όπως προκύπτει από τη συμφωνία, ο όρος 7 των γενικών όρων της συμφωνίας του στεγαστικού δανείου, δεν δημιουργεί υποχρέωση στους Καθ' ων η Αίτηση για να αποταθούν σε άλλους λογαριασμούς της Αιτήτριας για εξόφληση των υπολοίπων του λογαριασμού της αλλά δικαίωμα. Εν πάση περιπτώσει, η Αιτήτρια αφενός δεν ισχυρίζεται ότι κατέβαλλε τις προβλεπόμενες δόσεις εξόφλησης του στεγαστικού δανείου, αφετέρου δεν ισχυρίζεται ότι υπέδειξε στην τράπεζα να εισπράξει χρήματα από συγκεκριμένο λογαριασμό της και όμως η τράπεζα αρνήθηκε.
  5. Η ερμηνεία που θα πρέπει να δοθεί στον γενικό όρο 12Α (i) της συμφωνίας δανείου θα πρέπει να λάβει υπόψη και τον όρο
  6. Ως εκ τούτου οι Ενάγοντες εμποδίζονται να επικαλούνται παράλειψη της στην καταβολή οποιουδήποτε ποσού. Ισχύουν όσα αναφέρθηκαν προγενέστερα ως προς το δικαίωμα των Καθ' ων η Αίτηση και όχι για υποχρέωση στην περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής δόσεων, αλλά και τα όσα κρίθηκαν ως θεωρητικές υπερασπίσεις, χωρίς συγκεκριμένη μαρτυρία που να δικαιολογούν συζητήσιμη υπεράσπιση για την υπόθεση. Επισημαίνεται ακόμη, επιπρόσθετα από τα πιο πάνω, ότι η απόφαση εναντίον της Αιτήτριας εκδόθηκε για τρία διαφορετικά ποσά στη βάση τριών ξεχωριστών πιστωτικών διευκολύνσεων. Η Αιτήτρια αναφέρεται στην ένορκη της δήλωση ως προς το στεγαστικό δάνειο και ουδεμία αναφορά κάνει ως προς το ότι δεν οφείλει τα ποσά των δύο άλλων διευκολύνσεων. Συνακόλουθα με όλα τα πιο πάνω κρίνεται ότι η Αιτήτρια απέτυχε να αποδείξει την Αίτηση της, οι λόγοι ένστασης αρ. 2 και 3 είναι βάσιμοι, και ως εκ τούτου η επίδικη Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται εναντίον της Αιτήτριας και προς όφελος των Καθ' ων η Αίτηση. Να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Δ.Ι. Κίτσιος, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΔ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Πολιτική Δικονομία - Παραμερισμός Απόφασης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.