David Clayton ν. Περικλής Περικλέους, Αρ. Αγωγής: 3647/14, 22/4/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A96 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3647/14 Μεταξύ: David Clayton Ενάγοντα και Περικλής Περικλέους Eναγομένου Ημερομηνία: 22.4.2015 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα/Αιτητή׃ κ. Κ. Καρατζής (για να ακούσει απόφαση ο κ. Χ. Παρταουρίδης) Για Εναγόμενο/Καθ' ου η Αίτηση: κα Δ. Νικολάου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η υπό κρίση αίτηση ημερομηνίας 29/8/2014 καταχωρήθηκε μονομερώς, όμως το Δικαστήριο ασκώντας την εξουσία που παρέχεται από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας διέταξε την επίδοση της. Με αυτήν επιδιώκεται η έκδοση του ακόλουθου διατάγματος. «Διάταγμα του Δικαστηρίου Προστακτικό και/ή Απαγορευτικό με το οsποίο να διατάσσεται και/ή να απαγορεύεται και/ή να περιορίζεται και/ή να εμποδίζεται ο Εναγόμενος από του να πλησιάζει και/ή να παρενοχλεί μέσω τηλεφώνου και/ή δια της φυσικής του παρουσίας και/ή άλλως πως και/ή να έρχεται σε επαφή με τον Ενάγοντα με οποιονδήποτε τρόπο και/ή να επεμβαίνει και/ή να εισέρχεται στον προσωπικό και/ή ιδιωτικό και/ή επαγγελματικό του χώρο και/ή να παρεμβαίνει και/ή καθ' οιονδήποτε άλλο τρόπο επεμβαίνει και/ή διαταράσσει και/ή απειλεί τον Ενάγοντα και/ή επεμβαίνει επί της φυσικής του ακεραιότητας, ειρήνης και/ή ησυχίας του». Η αίτηση συνάντησε την ένσταση του καθ' ου η αίτηση /εναγόμενου και αφού καταχωρήθηκε σχετική ειδοποίηση ένστασης εκ μέρους του, προχώρησε σε ακροαματική διαδικασία η οποία περιορίσθηκε σε αγορεύσεις. Οι θέσεις και τα επιχειρήματα των διαδίκων, καταγράφονται και προκύπτουν από την αίτηση, την ένσταση και τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις που τις υποστηρίζουν, καθώς επίσης και από τις γραπτές αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων τους, γι' αυτό και δεν θεωρώ απαραίτητο να τα παραθέσω. Ως δικαιοδοτικό βάθρο της αίτησης, τίθενται τα άρθρα 7, 8, 11 και 15 του Συντάγματος, τα άρθρα 4 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Κεφ. 6, καθώς και η Δ.48 Θ.Θ. 1, 2, 8,
(55)και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. To άρθρο όμως που ουσιαστικά έχει εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση είναι το άρθρο 32 του Ν.14/60, καθότι οι επικαλούμενες συνταγματικές διατάξεις, είναι αυτές που διασφαλίζουν διάφορες ατομικές ελευθερίες και συγκεκριμένα της ζωής και της σωµατικής ακεραιότητας, την απαγόρευση άσκησης βασανιστηρίων και απάνθρωπης ή ταπεινωτικής τιµωρίας ή µεταχείρισης, της ελευθερίας και προσωπικής ασφαλείας, της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής. Το άρθρο 4 του Κεφ.6, δεν έχει εφαρμογή αφού σκοπό έχει την προστασία της περιουσίας που αποτελεί αντικείμενο της αγωγής (βλ. Stavros Hotels No.1
(1994)1 AAΔ 389, Compania Portuguessa v. Sponsalia
(1987)1 CLR 11, Aιτ. Markass Car Hire Ltd
(2000)1 AAΔ 316 και Παναγίδου v. Παναγίδου
(2001)1 AAΔ 396), κάτι που δεν συμβαίνει στην εξεταζόμενη περίπτωση, ενώ το άρθρο 9 που διέπει το ζήτημα διαταγμάτων που εκδίδονται χωρίς ειδοποίηση. Οι αρχές που διέπουν το ζήτημα έκδοσης διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 32 του Ν.14/60, έχουν καθορισθεί σε πολλές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Οδυσσέως v. Πιερής Estates
(1982)1 AAΔ 557, Μ. Δημητρίου κ.α. v. Royal Ris Ltd
(2002)1 (B) AAΔ.1164, Χρ. Κούνουνα v. C & A Simonos Ltd
(2002)1 (B) AAΔ.1361, Μαίρη Ν. Σεβαστού v. Εμμανουήλ Σεβαστού
(2002)1(Γ) 1980, Papapetrou Bros Ltd v. Παπαπέτρου
(2003)1 ΑΑΔ 741). Στην κλασσική για το θέμα απόφαση Οδυσσέως πιο πάνω, επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32, απαιτείται να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι ακόλουθες τρεις προϋποθέσεις: (α) να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση (β) να υπάρχουν πιθανότητες επιτυχίας οι αιτητές να δικαιούνται σε θεραπεία και (γ) να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το διάταγμα. Αναλύοντας το Ανώτατο Δικαστήριο τις πιο πάνω προϋποθέσεις ανάφερε ότι η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση δεν εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων. Η δεύτερη προϋπόθεση επιβάλλει στον αιτητή να δείξει ότι έχει πιθανότητα επιτυχίας. Η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις, ενώ η τρίτη προϋπόθεση είναι η αδυναμία απόδοσης δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Στην υπόθεση Χάρης Φεσσάς, Αίτηση
(1990)1 ΑΑΔ 704, αποφασίσθηκε ότι το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, περιέχει ουσιαστικό και όχι δικονομικό δίκαιο και ότι το πρόσωπο που επιζητεί την έκδοση προσωρινού διατάγματος φέρει το βάρος να αποδείξει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας για εκδίκαση κάποιου συντηρητικού διατάγματος, η υποχρέωση απόδειξης αμφισβητούμενων γεγονότων βαρύνει πάντοτε τους ώμους του αιτητή (βλ. Iacovou Brothers v. Fashionwise Ltd
(2000)1 (B) AAΔ.1377). Σύμφωνα με τη νομολογία το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας, ούτε και προχωρεί στην εξαγωγή συμπερασμάτων σε σχέση με την αξιοπιστία (βλ. Jonitexo v. Adidas
(1984)1 CLR 263). Κατά την εκδίκαση αιτήσεων αυτής της φύσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει την ουσία της υπόθεσης. Περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων (βλ. C.T.Tobacco Ltd v. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.α.
(2003)1(Β) ΑΑΔ 853). Η ύπαρξη απλώς των θεσμικών αυτών προϋποθέσεων δεν είναι αρκετή αλλά το Δικαστήριο στο τελικό στάδιο θα πρέπει πρόσθετα να εξετάσει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και να σταθμίσει στα πλαίσια αυτά κατά πόσο με βάση τα δεδομένα της υπόθεσης είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)2 CLR 557, Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού v. Θεωρή
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 255), το οποίο πάντοτε στοχεύει στην εξυπηρέτηση των αναγκών της δικαιοσύνης και κρίνεται με βάση πάντα τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Εφόσον ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και να σταθμίσει στα πλαίσια αυτά κατά πόσο με βάση τα δεδομένα της υπόθεσης είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 152, Bacardi v. Vinko
(1996)ΑΑΔ 788, C.T. Tobacco v. Εταιρεία Εκδόσεων Αρκτίνος
(2003)1 ΑΑΔ 853 και Χρ. Κούνουνα v. C & A Simonos
(2002)1(B) ΑΑΔ 136). Σε σχέση με το βάρος απόδειξης σε τέτοιου είδους υποθέσεις λέχθηκε στην υπόθεση Σεβαστού v. Σεβαστού,
(2002)1Γ ΑΑΔ 1980 ότι: «Η μαρτυρία της εφεσείουσας ήταν αντινομική και το Δικαστήριο δεν μπορούσε να αγνοήσει τον αντινομικό χαρακτήρα της εν λόγω μαρτυρίας. Ο εφεσίβλητος με την ένορκη δήλωσή του αρνήθηκε τους βασικούς ισχυρισμούς της, θέτοντας μια άλλη εκδοχή. Όμως τα θέματα, οι ασάφειες και οι αντιφάσεις παρέμειναν αδιευκρίνιστες, αφού η εφεσείουσα, που είχε το βάρος απόδειξης, δεν έκαμε χρήση του δικαιώματος αντεξέτασης που της παρείχε η Δ.48 θ.8». Θα προχωρήσω λοιπόν να εξετάσω την αίτηση με βάση τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης. Θα πρέπει από το σημείο αυτό να λεχθεί ότι δύο από αυτούς δεν μπορούν να ευσταθήσουν γιατί σχετίζονται και αφορούν διατάγματα που εκδίδονται μονομερώς και δεν καλύπτουν και περιπτώσεις όπως και η παρούσα κατά την οποία το διάταγμα δεν έχει εκδοθεί μονομερώς, αλλά πριν την έκδοση του είχε διαταχθεί η επίδοση της αίτησης με αποτέλεσμα αυτή να έχει καταστεί και να εξετάζεται πλέον ως διά κλήσεως αίτηση και όχι ως μονομερής. Αυτοί οι λόγοι καταγράφονται στην ειδοποίηση ένστασης με αρίθμηση
(2),
(3)και
(4)και αφορούν την θέση του εναγομένου ότι ο ενάγοντας δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια αλλά απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα και ότι δεν συντρέχει το στοιχείο του κατεπείγοντος. Και αυτό γιατί όπως είναι νομολογημένο η υποχρέωση αποκάλυψης στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων, που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση, υποχρέωση που είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides) έχει καταλυτική σημασία στις περιπτώσεις που ο διάδικος αποτείνεται και εξασφαλίζει διάταγμα μονομερώς. Είναι σε αυτές τις περιπτώσεις που ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Ο λόγος είναι ότι η έκδοση διατάγματος μονομερώς συνιστά παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης να ακούονται και τα δύο μέρη πριν το Δικαστήριο εκφέρει κρίση (βλ. Resola (Cyprus) Ltd κ.α. ν. Χρίστου,
(1998), 1 Α.Α.Δ. 598 και Zein ν. Καμπανέλλα Λτδ,
(2000), 1 Α.Α.Δ. 606). Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος από το Δικαστήριο, διασαλεύει την ίδια τη βάση του διατάγματος. Όσο αφορά την ύπαρξη του στοιχείου του κατεπείγοντος θα πρέπει να λεχθεί ότι το στοιχείο αυτό είναι απαραίτητο και πάλι στις περιπτώσεις που το διάταγμα έχει εξασφαλισθεί μετά από μονομερή αίτηση. Όπως είναι νομολογημένο το άρθρο 9
(1)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, έχει εφαρμογή μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και μόνο εφόσον καταδεικνύονται επείγουσες ή άλλες περιστάσεις που να δικαιολογούν την έκδοση του διατάγματος μονομερώς. Η δικαιοδοτική ικανότητα έκδοσης ex-parte διατάγματος βασίζεται πάντοτε στο άρθρο 9
(1)σαν εξαιρετικό μέτρο προς το οποίο ο παράγοντας του χρόνου είναι ως εκ των πραγμάτων άμεση συνάρτηση αφού ανάγεται στο θεμελιακό ερώτημα του κατεπείγοντος του πράγματος. Μόνο εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του αντιδίκου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρεθεί η παρέκκλιση από τον θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούονται και τα δύο μέρη πριν το Δικαστήριο εκφέρει κρίση (βλ. Resola (Cyprus) Ltd ν. Χρήστου (πιο πάνω) και Zein κ.α. ν. Καμπανέλλα Λτδ, (πιο πάνω). Με βάση τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω την ουσία της αίτησης. Στην εξεταζόμενη υπόθεση στις 29/8/2014 καταχωρήθηκε κλητήριο ένταλμα γενικά οπισθογραφημένο με ταυτόχρονη καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Στις 8/12/2014 ακολούθησε η καταχώρηση Έκθεσης Απαίτησης. Με αυτήν ο ενάγοντας αξιώνει από τον εναγόμενο «γενικές και/ή παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις για παράνομη επίθεση η οποία έλαβε χώραν στις 16/7/2014 μέσω απειλών όταν ο εναγόμενος αδικαιολόγητα, αυθαίρετα, σκόπιμα, παράνομα και εκ προθέσεως και άνευ οποιουδήποτε λόγου ή πρόκλησης επιτέθηκε φραστικά εναντίον του ενάγοντα απειλώντας τη σωματική του ακεραιότητα και/ή την καταστροφή της περιουσίας του». Επιδιώκει επίσης διάταγμα πανομοιότυπο με αυτό που ζητά και με την υπό κρίση αίτηση. Το άρθρο που ρυθμίζει το αστικό αδίκημα της επίθεσης είναι το 26 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148 και προνοεί τα ακόλουθα: «Επίθεση συνίσταται στην εκ προθέσεως χρήση κάθε είδους βίας κατά του προσώπου άλλου, είτε με κτύπημα, επαφή, μετακίνηση είτε άλλως πως, είτε άμεσα είτε έμμεσα, χωρίς τη συναίνεση του, ή με τη συναίνεση του αν η συναίνεση για αυτό λήφθηκε με απάτη, ή κατόπι απόπειρας ή απειλής με πράξη ή χειρονομία χρήσης τέτοιας βίας κατά του προσώπου άλλου αν το πρόσωπο που αποπειράται ή απειλεί τη χρήση βίας προκαλεί στον άλλο πεποίθηση η οποία εδραιώνεται σε εύλογη αιτία, ότι αυτός έχει κατά τον εν λόγω χρόνο την πρόθεση και την ικανότητα για πραγμάτωση του σκοπού αυτού». Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού, είναι τα ακόλουθα:
- Η απειλή χρήσης βίας ή η χρήση βίας
- Η ύπαρξη πρόθεσης
- Η έλλειψη συναίνεσης Στο σύγγραμμα των κ. κ. Αρτέμη - Ερωτοκρίτου, Αστικά Αδικήματα (Τόμος 1) στις σελ. 92-94 αναφέρεται ότι το αδίκημα της επίθεσης περιλαμβάνει τα δύο συναφή αδικήματα του κοινού δικαίου της απειλής χρήσης βίας (assault) και της εφαρμογής βίας (battery). Όσον αφορά τη χρήση βίας αναφέρεται ότι η βία θα πρέπει να συνίσταται σε άμεση επαφή είτε με το σώμα του εναγόμενου (π.χ. με γροθιά), είτε με κάποιο όργανο (π.χ. κτύπημα με ρόπαλο). Εδώ να σημειωθεί ότι στην παρ. 2 του άρθρου 26 αναφέρονται και άλλες περιστάσεις, οι οποίες συμπεριλαμβάνονται στην έννοια της χρήσης βίας. Αναφέρεται ακόμα ότι για την επίθεση δεν υπάρχει προϋπόθεση πρόκλησης ζημιάς εφόσον το αδίκημα είναι αγώγιμο per se, σε αντίθεση με τις περιπτώσεις που προβλέπονται στην παρ. 2 του άρθρου 26 για τις οποίες απαιτείται η πρόκληση ζημιάς. Αυτό που κατ' αρχήν πρέπει να εξετασθεί είναι εάν το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει προσωρινό διάταγμα στη βάση του αστικού αδικήματος της επίθεσης. Όπως αναφέρεται στους Halsbury' s Laws of England, 3η έκδοση, τεύχος 37, σελ. 142, παράγραφος 254: «There is a discretion in the High Court or a county court to grant injunctions compelling persons to do or restraining them from doing acts where otherwise the plaintiff will suffer, or continue to suffer, wrongful injury for which an award of damages will not adequately compensate him. A restrictive injunction may be permanent or of an interlocutory character and may be granted where injury has already been caused and will otherwise continue, or where it has not yet been caused but is imminently threatened. The court has jurisdiction to award damages either in addition to or in substitution for an injunction». Στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, στην 20η έκδοση, στη σελίδα 1979 στην παράγραφο 29-01 καταγράφονται τα ακόλουθα κάτω από τον τίτλο «Principle on which injunction granted». « In addition to the remedy by action for damages in respect of torts which have actually been committed, there is, in certain cases, a remedy by way of injunction to prevent the commission of torts which are threatened or anticipated or, in cases of continuing injuries, to restrain their continuances. The principle upon which such injunction is granted is that the injury to be inflicted would be of such a character that the claimant could not practically be compensated in damages". Και πιο κάτω στην παράγραφο 29-02 του ιδίου συγγράμματος αναφέρεται ότι το Δικαστήριο λειτουργώντας ως Δικαστήριο της επιείκειας (court of equity) έχει εξουσία να εκδώσει ένα τέτοιο διάταγμα εφόσον κρίνει τούτο ορθό και δίκαιο. Στην υπόθεση Κατζουράκη v. Επαμεινώνδα
(2005)1 (Α) ΑΑΔ 219, αναγνωρίσθηκε το δικαίωμα ενός διαδίκου να ζητήσει δικαστική προστασία για να παρεμποδίσει την παρενόχληση του ή την επέμβαση στην ιδιωτική ή προσωπική του ζωή, ως δικαίωμα που υφίσταται ανεξαρτήτως συγγενικής σχέσης και το οποίο εμπίπτει στη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Κρίνεται συνεπώς ότι το Δικαστήριο έχει την εξουσία να εκδώσει διάταγμα ως το αιτούμενο και γι' αυτό θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσον πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου
- Όπως προβάλλεται στην ένορκο δήλωση που στηρίζει την υπό κρίση αίτηση ο ενάγοντας και ο εναγόμενος γνωρίζονται μεταξύ τους καθότι και οι δύο, όπως και ο αδελφός του εναγομένου, είναι ιδιοκτήτες διαμερισμάτων σε πολυκατοικία στο Πισσούρι. Στην πολυκατοικία αυτή, πρόεδρος της διαχειριστικής επιτροπής είναι ο ενάγοντας. Μεταξύ τους έχουν δημιουργηθεί πολλές διαφορές λόγω της άρνησης του εναγομένου να καταβάλει το ποσοστό που αναλογεί στον ίδιο αλλά και στον αδελφό του, τον οποίο ο εναγόμενος αντιπροσωπεύει, στις δαπάνες για τη συντήρηση καθώς και άλλων εξόδων της πολυκατοικίας που είχαν ως αποτέλεσμα την προσφυγή της διαχειριστικής επιτροπής στη δικαιοσύνη. Από τότε, η συμπεριφορά του εναγόμενου, έχει καταστεί όχι μόνο υβριστική, αλλά και απειλητική για τη σωματική ακεραιότητα όλων των μελών της διαχειριστικής επιτροπής οι οποίοι ένεκα της συμπεριφοράς του αυτής, αναγκάστηκαν να προσλάβουν ιδιωτική ασφάλεια για την ομαλή διεξαγωγή των συνελεύσεων τους. Ένεκα της συμπεριφοράς του αυτής ο εναγόμενος έχει καταστεί «φόβος και τρόμος» για όλα τα μέλη της διαχειριστικής επιτροπής στα οποία όπως και σε όλο το χωριό είναι γνωστός για το χαρακτήρα του. Όταν ο εναγόμενος πληροφορήθηκε ότι η διαχειριστική επιτροπή είχε πρόσφατα πετύχει την έκδοση διαταγμάτων για πώληση μέσω δημόσιου πλειστηριασμού ακίνητης περιουσίας του αδελφού του, έψαχνε εξοργισμένος να βρει τον ενάγοντα. Το πιο ανησυχητικό όμως περιστατικό συνέβη όταν ο ενάγοντας μετά από παράκληση άλλου ιδιοκτήτη διαμερίσματος στην πολυκατοικία, έδωσε εντολή να αφαιρεθεί κεραία τηλεόρασης που ο εναγόμενος παράνομα είχε εγκαταστήσει στο διαμέρισμα άλλου ιδιοκτήτη. Πριν την αφαίρεση της κεραίας και όταν ο ενάγοντας πληροφόρησε τον εναγόμενο για την πρόθεση του αυτή, ο εναγόμενος του είπε κατά λέξη «δοκίμασε και θα δεις». Στις 16/7/2014 και όταν οι διάδικοι συναντήθηκαν τυχαία μεταξύ τους, ο εναγόμενος απείλησε τον ενάγοντα με οργισμένο ύφος, λόγια και χειρονομίες. Όπως κατά λέξη αναφέρει στην ένορκο δήλωση που στηρίζει την αίτηση το περιστατικό εξελίχθηκε με τον ακόλουθο τρόπο. ««Εάν συνεχίσεις με τέτοια συμπεριφορά δεν θα έχεις αίσιο τέλος. Πρέπει να μάθεις και εσύ πώς να συμπεριφέρεσαι». Έσφιξε με μίσος τις γροθιές του και με εξοργισμένο και απειλητικό ύφος συνέχισε να μου λέει «Σου υπόσχομαι ότι εάν δεν επαναφέρεις την κεραία θα σου στείλω εισητήριο. Δεν θα ξέρεις πότε και από που σου ήρθε αλλά θα σου στείλω». Τρομαγμένος τον ρώτησα τι εννοεί με το «θα σου στείλω εισητήριο» και μου απάντησε γελώντας με ειρωνικό ύφος «θα δεις» κάνοντας ταυτόχρονα απειλητικές για τη σωματική μου ακεραιότητα χειρονομίες. Τον ρώτησα αμέσως εάν με απειλεί και απάντησε «πάρτο όπως θέλεις» σφίγγοντας και πάλι τις γροθιές του. Φοβισμένος ξεκίνησα με γοργό βηματισμό να απομακρύνομαι και μου φώναξε «ελπίζω να κοιμάσαι καλά τα βράδια. Κοιμήσου καλά μέχρι να επιστρέψεις στην Κύπρο»». Αποτελεί ισχυρισμό του ενάγοντα ότι το πιο πάνω περιστατικό, σε συνάρτηση με την «προϊστορία» του εναγομένου για επιθετικά περιστατικά που προκάλεσε τόσο εναντίον του ίδιου του ενάγοντα όσο και εναντίον άλλων μελών της διαχειριστικής επιτροπής, τον έχουν τρομοκρατήσει και φοβάται τόσο για τη σωματική του ακεραιότητα, όσο και για ενδεχόμενη κακόβουλη ζημιά στην περιουσία του. Και αυτό γιατί ο εναγόμενος έδειξε αποφασισμένος να πραγματοποιήσει τις απειλές του, κάτι που και ο ίδιος ο ενάγοντας θεωρεί πιθανό γνωρίζοντας τον χαρακτήρα του. Η ανησυχία αυτή του ενάγοντα, έχει ενταθεί μετά την επιστροφή του στην Κύπρο στις 23/8/2014, αφού θεωρεί ότι μόλις ο εναγόμενος πληροφορηθεί την επιστροφή του, μπορεί να υλοποιήσει τις απειλές του. Λόγω και της ηλικίας του, είναι 71 χρόνων, φοβάται ότι δεν θα μπορεί καν να αμυνθεί για να προστατέψει τον εαυτό του και γι' αυτό αναγκάζεται να διπλοκλειδώνει το σπίτι του και να φεύγει από αυτό μόνο με παρέα και σε χώρους που υπάρχει κόσμος. Ο εναγόμενος με την ένορκο δήλωση που στηρίζει την υπό κρίση αίτηση, αρνείται όλους τους ισχυρισμούς του ενάγοντα και ισχυρίζεται ότι οι διαφορές του με τον ενάγοντα και τη διαχειριστική επιτροπή της πολυκατοικίας οφείλονται στο γεγονός ότι ο ίδιος δεν αναγνωρίζει τη διαχειριστική επιτροπή ως νόμιμα συσταθείσα, ενώ επιπρόσθετα της αποδίδει αμέλεια στην εκτέλεση των καθηκόντων της. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ο λόγος της άρνησης του να καταβάλει τα ποσά που απαιτεί η διαχειριστική επιτροπή είναι απλώς και μόνο η απαίτηση του να του γνωστοποιηθούν αναλυτικά τα ποσά τα οποία καλείται να πληρώσει. Απορρίπτει τους ισχυρισμούς του ενάγοντα και ισχυρίζεται ότι ο τελευταίος σκόπιμα απέφυγε να αποκαλύψει στο Δικαστήριο το λόγο που προκλήθηκαν οι μεταξύ τους διαφορές και ήταν το γεγονός ότι η διαχειριστική επιτροπή προχώρησε σε επιδιορθώσεις στην πολυκατοικία οι οποίες όμως έγιναν επιλεκτικά προς όφελος μερικών μόνο διαμερισμάτων και όχι και των δικών του εναγομένου. Είναι μάλιστα ισχυρισμός του ότι στις 15/11/2014, όταν ο ενάγοντας μαζί με άλλα πρόσωπα συγκεντρώθηκαν στο ξενοδοχείο Columbia που βρίσκεται δίπλα από την πολυκατοικία για να συζητήσουν θέματα που την αφορούν, τοποθέτησαν σωματοφύλακες για να τον εμποδίσουν να εισέλθει στην αίθουσα και να λάβει γνώση της συζήτησης. Υποστηρίζει περαιτέρω ότι η κεραία την οποία ο ενάγοντας έδωσε οδηγίες να μετακινήσουν, βρισκόταν εγκατεστημένη στην πολυκατοικία για χρονικό διάστημα πέραν των 30 χρόνων χωρίς να εμποδίζει κανένα και ότι για την μετακίνηση της υπέβαλε καταγγελία εναντίον του ενάγοντα στην αστυνομία και ότι η καταχώρηση της παρούσας αγωγής έγινε εκδικητικά λόγω αυτής της καταγγελίας και για να τον εξαναγκάσει ο ενάγοντας να αποσύρει την αγωγή που καταχώρησε ως αντιπρόσωπος του αδελφού του εναντίον του ενάγοντα. Απορρίπτει ειδικότερα τους ισχυρισμούς που ο ενάγοντας προβάλλει σε σχέση με το περιστατικό της 16/7/2014 ως αναληθείς, εξωπραγματικούς και εκδικητικούς λέγοντας περαιτέρω ότι οι μεταξύ τους διαφορές θα επιλυθούν από το Δικαστήριο. Όπως προκύπτει από τα γεγονότα που εκτίθενται στην ένορκο δήλωση που στηρίζει την αίτηση, αυτό που επικαλείται ο ενάγοντας είναι η απειλή χρήσης βίας η οποία έγινε προς το πρόσωπο του με λόγια και χειρονομίες από τον εναγόμενο στο περιστατικό της 16/7/
- Και αυτό γιατί τα όσα άλλα προβάλλονται είναι γενικόλογα και αόριστα όπως είναι ειδικότερα τα όσα ισχυρίζεται για την «προϊστορία» του εναγομένου, καθώς για τα κατ' ισχυρισμό του επιθετικά περιστατικά τόσο εναντίον του ίδιου του ενάγοντα όσο και εναντίον άλλων μελών της διαχειριστικής επιτροπής αφού σε αυτά δεν γίνεται καμία συγκεκριμένη αναφορά. Θα προχωρήσω λοιπόν να εξετάσω εάν με βάση τα γεγονότα που πιο πάνω περιγράφονται και αφορούν την συγκεκριμένη ημερομηνία, πληρούται στη βάση του αστικού αδικήματος της επίθεσης η 1η προϋπόθεση του άρθρου
- Στο ερώτημα αυτό η απάντηση είναι αρνητική. Ακόμα και εάν γίνει αποδεκτό ότι οι απειλές αυτές που όπως ισχυρίζεται ο ενάγοντας εκτοξεύθηκαν εναντίον του από τον εναγόμενο στο περιστατικό της 16/7/2014, πράγματι έχουν γίνει, δεν συνοδεύθηκαν από πράξεις οι οποίες να καταδεικνύουν την πρόθεση του εναγομένου για υλοποίηση των όσων εξέφρασε. Και αυτό γιατί η συμπεριφορά που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ενάγοντα εκδήλωσε ο εναγόμενος περιορίστηκε στην απειλή χρήσης βίας χωρίς όμως να συνοδεύεται από οποιαδήποτε πράξη εκ μέρους του με την οποία να εκδηλώνεται πρόθεση και ικανότητα για πραγμάτωση του σκοπού του. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Αστικά Αδικήματα (Τόμος 1) στο οποίο πιο πάνω γίνεται αναφορά υπό τον τίτλο «Απειλή χρήσης βίας», «Αν κάποιος με οποιαδήποτε πράξη ή χειρονομία αποπειράται ή απειλεί στη χρήση βίας εναντίον άλλου ώστε να του δημιουργείται εύλογα η πεποίθηση ότι αυτός έχει την πρόθεση και ικανότητα πραγμάτωσης του σκοπού του, τότε διαπράττεται το αδίκημα. Παραδείγματα είναι η απόπειρα να κτυπήσεις κάποιο, έστω και αν αποτύχεις, το να τραβήξεις απειλητικά μαχαίρι ή το να απειλήσεις κάποιο με όπλο προτάσσοντας το , έστω και αν είναι άδειο σαν ο άλλος δεν το γνωρίζει. Λόγια από μόνα τους δεν συνιστούν επίθεση γιατί η πρόθεση πρέπει να εκδηλώνεται μέσα από πράξεις. Τα λόγια όμως που συνοδεύουν μια πράξη μπορεί να είναι τέτοια που να εμποδίζουν την πράξη να ισοδυναμεί με επίθεση. Έτσι, όπου ο εναγόμενος έβαλε το χέρι στο σπαθί του απειλητικά, αλλά ταυτόχρονα είπε στον ενάγοντα «αν δεν ήταν εποχή του κακουργιοδικείου, δεν θ' ανεχόμουν τέτοια γλώσσα από σένα», θεωρήθηκε ότι δεν διαπράχθηκε το αδίκημα» (η υπογράμμιση είναι δική μου). Ακόμα δηλαδή και να γίνει αποδεκτό ότι ο εναγόμενος εξέφρασε τα λόγια που του αποδίδει ο ενάγοντας, δεν έχει αποδειχθεί η πρόθεση του για εφαρμογή τους, ούτε οποιαδήποτε τέτοια αναφορά γίνεται στην ένορκο δήλωση που στηρίζει την αίτηση προς απόδειξη του συστατικού αυτού στοιχείου του αστικού αδικήματος της επίθεσης. Και αυτό γιατί το σφίξιμο της γροθιάς που περιγράφει ο ενάγοντας δεν είναι αρκετό για να θεωρηθεί ότι υπήρξε επίθεση, ενώ οι απειλητικές για τη σωματική ακεραιότητα του ενάγοντα χειρονομίες στις οποίες αναφέρεται, δεν προσδιορίζονται και δεν περιγράφονται έτσι ώστε να είναι δυνατή η εκτίμηση της βαρύτητας που θα πρέπει να τους αποδοθεί για να διαφανεί εάν όντως διαπράχθηκε εκ μέρους του εναγομένου το αδίκημα της επίθεσης. Για τους πιο πάνω λόγους και παρά το ότι η πλήρωση της 1ης προϋπόθεσης δεν εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης κρίνεται ότι δεν έχει αποκαλυφθεί σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση στη βάση του αστικού αδικήματος της επίθεσης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να υφίσταται ούτε και η 2η προϋπόθεση που τίθεται από το Νόμο. Όπως λέχθηκε και από το δικαστή Kerr στην Cayne v. Global Natural Resources plc. [1984] 1 All E.R. 225, 229 ως προς την πρώτη προϋπόθεση: «... ... ... ... ... ... ...the question whether to grant or refuse an interlocutory injunction has been placed into a state of balance to the extent that the court can see that the plaintiffs' case raises a serious issue to be tried. If the plaintiffs fail at that point, then clearly there is no case for an injunction, and obviously the Cyanamid guidelines cannot come into play». Στην υπόθεση Σεβαστού στην οποία πιο πάνω γίνεται αναφορά λέχθηκε ότι: «.......... από τη στιγμή που διαπιστώνεται ότι δεν υπάρχει συζητήσιμο θέμα, περιττεύει η εξέταση των άλλων κριτηρίων και είναι αχρείαστος ο προβληματισμός για το πού κλίνει το ισοζύγιο ευχέρειας. Θα ήταν αντιφατικό να μην υφίσταται η προϋπόθεση αυτή και να εξετάζεται θέμα προοπτικής επιτυχίας ή τα άλλα θέματα που συνάπτονται με το ζήτημα». Παρά τα πιο πάνω θεωρώ απαραίτητο να αναφερθώ στους παράγοντες που πρέπει να συνυπολογίζει το Δικαστήριο λειτουργώντας ως Δικαστήριο της επιείκειας και τους οποίους πρέπει να λαμβάνει υπόψη πριν προχωρήσει στην έκδοση απαγορευτικού διατάγματος σε υποθέσεις αστικών αδικημάτων και οι οποίοι εκτίθενται στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts που αναφέρεται πιο πάνω και συγκεκριμένα στη σελίδα 1982 αυτού, στις παραγράφους 29-05 έως 29-
- Όπως αναφέρεται στην παράγραφο 29-05, «The mere proof of legal wrong done in the past is insufficient to entitle the claimant to an injunction; the court must be satisfied that the interference with the claimant' s right is continuing, as in many cases of nuisance and some of trespass, or that it is likely to be repeated unless restrained». Πρέπει δηλαδή το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί είτε ότι η παρενόχληση είναι συνεχής, είτε ότι θα επαναληφθεί στην περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Εξετάζοντας τα περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης με βάση τις πιο πάνω αρχές, καταλήγω ότι το αιτούμενο διάταγμα δεν θα μπορούσε να εκδοθεί και για τους ακόλουθους λόγους. Δεν έχει καταδειχθεί ούτε ότι η συμπεριφορά που αποδίδεται στον εναγόμενο είναι συνεχής, ούτε ακόμα ότι είναι δυνατό να επαναληφθεί στο μέλλον εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Ότι προέκυψε από τα γεγονότα είναι ότι μεταξύ του εναγόμενου και του ενάγοντα έχουν δημιουργηθεί διαφορές με αποτέλεσμα να καταχωρηθούν αγωγές στο Δικαστήριο και να γίνει και καταγγελία στην αστυνομία. Όμως ακόμα και στην περίπτωση που γινόταν αποδεκτό ότι ο εναγόμενος συμπεριφέρθηκε με τον τρόπο που του αποδίδεται στις 16/7/2014, αυτό αποτέλεσε ένα μεμονωμένο γεγονός και σε καμία περίπτωση δεν έχει αποδειχθεί συνεχής και επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά του εναγομένου η οποία θα μπορούσε να επιτρέψει την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Περαιτέρω οι αναφορές του ενάγοντα ότι παρόμοια συμπεριφορά μπορεί να επαναληφθεί στο μέλλον παρέμειναν αόριστες και ατεκμηρίωτες. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση θα έχει απορριπτική κατάληξη. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος του ενάγοντα/αιτητή και υπέρ του εναγομένου/καθ' ου η αίτηση όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και τα οποία να είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) .......... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής civil/interim subject:interim order cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο