← Κύπρος

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΗΜΙΟΡΕΙΝΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΦΑΝΗ ΜΙΧΑΛΗΣ κ.α., Αρ. Γεν. Αίτησης: 240/13, 27/4/2015

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΗΜΙΟΡΕΙΝΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΦΑΝΗ ΜΙΧΑΛΗΣ κ.α., Αρ. Γεν. Αίτησης: 240/13, 27/4/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A103 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Σατολιά, Ε.Δ. Αρ. Γεν. Αίτησης: 240/13 ΣΕ ΟΤΙ ΑΦΟΡΑ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΔΙΑΙΤΗΣΙΑΣ ΝΟΜΟ ΚΕΦ.4 ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΙΕΩΝ ΝΟΜΟ 22/85, 68/87 ΚΑΙ 171(Ι) 2000 ΑΡΘΡΑ 52 ΚΑΙ 53 ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΠΕΡΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΘΕΣΜΟΥΣ 142/87 ΘΕΣΜΟΣ 79 ΚΑΙ ΣΕ ΟΤΙ ΑΦΟΡΑ ΤΗ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΗΜΙΟΡΕΙΝΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ΑΙΤΗΤΑΙ ΚΑΙ ΣΕ ΟΤΙ ΑΦΟΡΑ ΤΟΥΣ:

  1. ΦΑΝΗ ΜΙΧΑΛΗΣ
  2. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΑΘΩΣ ΚΑΘ' ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΌ ΤΟΝ ΜΙΧΑΛΗ ΦΑΝΗ-ΚΑΘ' ΟΥ Η ΑΙΤΗΣΗ 1-ΑΙΤΗΤΗ ΓΙΑ ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΠΟΜΠΗ ΕΡΩΤΗΜΑΤΩΝ ΣΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ 27.04.2015 Για τον Αιτητή: κ. Βασιλική Γιατρού για Κώστας Μελάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. (για να ακούσει απόφαση κ. Λώρια Χατζηξενοφώντος) Για τους Καθ' ων η Αίτηση: κ. Αντρια Τσαγκάρη για P. Tsangaris & Associates LLC Απόφαση Στις 22.10.2014 ο Αιτητής (Καθ' ων η Αίτηση 1 στην κυρίως Αίτηση) καταχώρησε την παρούσα αίτηση με την οποία ζητά την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων: «Α
  3. Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου όπως τα ακόλουθα νομικά ερωτήματα να παραπεμφθούν ως προδικαστικά ερωτήματα ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ώστε να εκδοθεί απόφαση εξ αυτών: Εχει την έννοια η Οδηγία 93/13 ΕΟΚ του Συμβουλίου για τις καταχρηστικές ρήτρες ότι μπορεί ένα εθνικό Δικαστήριο που επιλαμβάνεται αίτηση εγγραφής και εκτέλεσης Διαιτητικής απόφασης η οποία δεν εφεσιβλήθηκε εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των 21 ημερών να προβαίνει σε εκτίμηση της ακυρότητας και/ή του καταχρηστικού χαρακτήρα ρήτρας περί αποκλειστικής υπαγωγής σε Διαιτησία που περιέχεται σε σύμβαση στα πλαίσια της διαδικασίας αυτής, έστω και αν η ημεδαπή νομολογία υποδεικνύει ότι στο στάδιο της αίτησης εγγραφής μιας διαιτητικής απόφασης το Δικαστήριο δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο πρώτο ερώτημα, έχει την έννοια η Οδηγία 93/13 ΕΟΚ του Συμβουλίου για τις καταχρηστικές ρήτρες ότι το εθνικό Δικαστήριο που στα πλαίσια αίτησης εγγραφής και εκτέλεσης Διαιτητικής απόφασης προβαίνει σε εκτίμηση της ακυρότητας και/ή του καταχρηστικού χαρακτήρα ρήτρας περί αποκλειστικής υπαγωγής σε Διαιτησία που περιέχεται σε σύμβαση, μπορεί και/ή οφείλει να λάβει υπόψη και/ή να αξιολογήσει το γεγονός ότι ο καταναλωτής δεν ακούστηκε και/ή δεν έχει και/ή δεν είχε λόγο στο διορισμό του Διαιτητή που εξέδωσε την Διαιτητική απόφαση και έτσι να αποφανθεί ότι η ρήτρα είναι καταχρηστική. Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο πρώτο ερώτημα, έχει την έννοια η Οδηγία 93/13 ΕΟΚ του Συμβουλίου για τις καταχρηστικές ρήτρες ότι το εθνικό Δικαστήριο που στα πλαίσια αίτησης εγγραφής και εκτέλεσης Διαιτητικής απόφασης προβαίνει σε εκτίμηση της ακυρότητας και/ή του καταχρηστικού χαρακτήρα ρήτρας περί αποκλειστικής υπαγωγής σε Διαιτησία που περιέχεται σε σύμβαση, μπορεί και/ή οφείλει να αξιολογήσει και να λάβει υπόψη ότι το άρθρο 52(α) του περί Συνεργατικών εταιρειών Νόμου, το οποίο αποτελεί νομοθετικό έρεισμα της ρήτρας περί Διαιτησίας, έχει τροποποιηθεί αφήνοντας πλέον ανεπηρέαστο το δικαίωμα και του καταναλωτή να προσφύγει σε αρμόδιο πολιτικό Δικαστήριο αντί να επιλέξει τη διαιτησία, πράγμα που δεν υπάρχει στη σχετική ρήτρα περί υπαγωγής σε Διαιτησία. Α
  4. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναστέλλεται η περαιτέρω διαδικασία και/ή η εκδίκαση της Γενικής Αίτησης με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό μέχρι την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης επί της προδικαστικής παραπομπής». Η αίτηση βασίζεται στο άρθρο 267 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Σ.Λ.Ε.Ε. στο Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ένωσης, στο άρθρο 140 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας ως τροποποιήθηκε με την πέμπτη (5η) τροποποίηση του Συντάγματος, στον περί Προδικαστικής Παραπομπής στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων Διαδικαστικός Κανονισμός (Αρ.1) του 2008, στο άρθρο 34 Α του περί Δικαστηρίων Νόμου, στα άρθρα 20, 21, 47, 52, 53, 54 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ένωσης στις αρχές της δίκης, στο Ευρωπαϊκό κεκτημένο, στο άρθρο 52 του περί Συνεργατικών εταιρειών Νόμου και του άρθρου 79 των Περί Συνεργατικών εταιρειών Θεσμών, στους θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Διαταγή 27 θεσμοί 1, 2 και Διαταγή 48, θεσμοί 2 και 9 επί της Πρακτικής και των Γενικών εξουσιών του Δικαστηρίου και στηρίζεται στην ακόλουθη ένορκη δήλωση: «Εγώ η κάτωθι υποφαινόμενη Αθηνούλλα Χαραλάμπους από τη Λεμεσό, ορκίζομαι και λέγω τα εξής:
  5. Είμαι υπάλληλος εις το δικηγορικό γραφείο Κώστα Μελά & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., δικηγόροι του ως άνω Αιτητή που είναι Καθ' ου η Αίτηση 1 στην πιο πάνω Γενική Αίτηση. Γνωρίζω πλήρως τα γεγονότα της παρούσης Αίτησης από μελέτη των διάφορων εγγράφων του φακέλου από πληροφορίες που πήρα από τον πελάτη μας και είμαι πλήρως και δεόντως εξουσιοδοτημένη από αυτόν να προβώ εις την παρούσα ένορκον δήλωση εις την οποία προβαίνω εξ' όσων κάλλιον γνωρίζω, πληροφορούμαι και πιστεύω και κατόπιν νομικής συμβουλής που έλαβα από τον κ. Κώστα Μελά.
  6. Τα υπό τους λόγους ένστασης 1 και 3 προκείπτοντα νομικά σημεία άπτονται του κύρους της αίτησης και η απόφαση επί αυτών θα κρίνει την τύχη ολόκληρης της διαδικασίας. Πρόκειται για θεμελιακά ζητήματα υπόστασης της Αίτησης τα οποία είναι αμιγώς νομικά και για να αποφασιστούν δεν χρειάζεται να ακουσθεί οιαδήποτε μαρτυρία, αφού αφορούν τη δικονομική μορφή, το τύπο τον οποίο έχει περιβληθεί η Αίτηση και στο αν η νομική της βάση μπορεί να στηρίξει την αιτούμενη θεραπεία σε συνδυασμό με τα γεγονότα και ισχυρισμούς όπως αυτά περιέχονται στην Αίτηση.
  7. Όπως με συμβουλεύει ο κ. Μελάς είναι το πιο βολικό και κατάλληλο στάδιο αυτό για να κριθούν από το Δικαστήριο τα ζητήματα αυτά τα οποία άπτονται της ίδιας της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Έτσι θα περισωθεί πολύτιμος δικαστικός χρόνος, κόπος και έξοδα αφού δεν θα χρειαστεί για την επίλυση των ζητημάτων αυτών η προσαγωγή μαρτυρίας από τις δύο πλευρές.
  8. Σε σχέση με τα αιτητικά Α1 και Α2, όπως πληροφορούμαι από τον κ. Μελά, το παρόν Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να υποβάλει στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης προδικαστικά ερωτήματα αφού είναι αναγκαίο να κριθεί ζήτημα ερμηνείας ή κύρους του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπως αυτό αντικατοπτρίζεται στο Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 6 της Συνθήκης της Λισσαβώνας, έχει το κύρος των Συνθηκών.
  9. Όπως με πληροφορεί ο κ. Μελάς τα νομικά ερωτήματα έχουν την πραγματική τους βάση στις πρόνοιες του άρθρου 52 του περί Συνεργατικών εταιρειών Νόμου και του άρθρου 79 των περί Συνεργατικών εταιρειών Θεσμών σύμφωνα με τις οποίες εάν προκύψει οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ Συνεργατικής εταιρείας και μέλους, οφειλέτη ή εγγυητή της, αυτή παραπέμπεται υποχρεωτικά σε Διαιτησία από τον Έφορο Συνεργατισμού ο οποίος διορίζει τον Διαιτητή, χωρίς το μέλος, οφειλέτης ή εγγυητής να έχει λόγο στο διορισμό του Διαιτητή ή την επιλογή παραπομπής της υπόθεσης σε αρμόδιο Δικαστήριο. Αυτό έγινε και στην περίπτωση του Αιτητή όπως προκύπτει από την Αίτηση, την ένσταση και τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν και βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου. Στο φάκελο του Δικαστηρίου βρίσκονται όλα τα σχετικά ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την παρούσα αίτηση.
  10. Σε σχέση με το δεύτερο προτεινόμενο προδικαστικό ερώτημα, όπως με πληροφορεί ο κ. Μελάς το άρθρο 52 του περί Συνεργατικών εταιρειών Νόμου έχει πλέον τροποποιηθεί και το άρθρο αυτό ρητά δεν κωλύει οποιοδήποτε πρόσωπο, να προσφύγει σε Δικαστήριο αντί να επιλέξει τη Διαιτησία, πράγμα που οι ρήτρες στην επίδικη σύμβαση δεν προνοούν.
  11. Όπως καλύτερα πιστεύω και πληροφορούμαι είναι δίκαιον, ορθόν και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως η αίτηση γίνει δεκτή είτε σε σχέση με την παραπομπή προδικαστικών ερωτημάτων στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είτε με την έγκριση του Αιτητικού Β». Στις 22.01.2015 η Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Ημιορεινής Λεμεσού, Αιτητές στην κυρίως αίτηση και Καθ' ων η Αίτηση στην παρούσα αίτηση, καταχώρησαν ένσταση. Η ένσταση βασίζεται πάνω στο άρθρο 267 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ένωσης, στην Οδηγία 93/13/ΕΟΚ, στα άρθρα 12, 28, 29, 30 και 140 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας ως τροποποιήθηκε με την πέμτπη Τροποποίηση του Συντάγματος, στον περί Προδικαστικής Παραπομπής στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων Διαδικαστικό Κανονισμό (Αρ.1) του 2008, στα άρθρα 34 Α και 36 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60, στα άρθρα 20, 21, 47, 52, 53, 54 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ένωσης, στον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο Ν.22/85άρθρα 2, 21, 23, 52

(1)
(2)
(3)
(4), 53, 56 στους περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς, Θεσμοί 58, 59, 61, 78, 79, 81 και 90, στον περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ. 4 άρθρα 19, 20, 21, 22, 27, 30, στον περί Καταχρηστικών Ρητρών Νόμο Ν. 93(Ι)/96, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.27 Θ.1, 2, Δ.39, Δ.48 Θ.1-4, 8 και 9, στο Ευρωπαϊκό Κεκτημένο, στη Νομολογία, στο Κοινοδίκαιο και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Οι συγκεκριμένοι λόγοι στους οποίους στηρίζεται η ένσταση είναι οι ακόλουθοι: «
  1. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 267 (πρώην 234) της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
  2. Η αίτηση είναι αστήριχτη και/ή στηρίζεται επί λανθασμένων διατάξεων και/ή είναι αντίθετη με τους Διαδικαστικούς Θεσμούς και/ή μη συνάδουσα με τους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς και/ή τον περί Δικαστηρίων Νόμο.
  3. Η παρούσα αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και τυχόν έγκρισή της θα συνιστά κατάφωρη παραβίαση και επηρεασμό των δικαιωμάτων των αιτητών για διεξαγωγή και περάτωση της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο σύμφωνα με το Άρθρο 30 του Συντάγματος.
  4. Δεν προκύπτει ζήτημα το οποίο να αφορά το κύρος και την ερμηνεία των αποφάσεων-πλαίσιο και των αποφάσεων που εκδίδονται βάσει του Τίτλου VI της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ή στην ερμηνεία των συμβάσεων που καταρτίζονται με βάση τον τίτλο VI της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ή στο κύρος και την ερμηνεία των μέτρων εφαρμογής τους.
  5. Στην προκειμένη περίπτωση δεν τίθεται ζήτημα διευκρίνισης ή μη εφαρμογής ή πλημμελούς εφαρμογής ή παραβίασης κοινοτικού Νόμου και/ή κανόνα και/ή Οδηγίας από την Κυπριακή έννομη τάξη, εφ΄ όσον τόσο το κείμενο της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ όσο και το κείμενο του εναρμονιστικού Νόμου περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου του Ν.1996 Ν.93(Ι)/1996είναι σαφή.
  6. Τα εγειρόμενα θέματα μπορούν να αποφασιστούν από το εκδικάζον Δικαστήριο, εφ΄ όσον η υπό αναφορά Οδηγία έχει υιοθετηθεί και εφαρμοστεί στην εθνική νομοθεσία με τη θέσπιση και εφαρμογή του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου του Ν. 1996 Ν.93(Ι)/
  7. Το Δικαστήριο εμποδίζεται να εξετάσει στο παρόν στάδιο ζητήματα ουσίας της διαφοράς.
  8. Η εν λόγω αίτηση υποβάλλεται σε πολύ καθυστερημένο στάδιο και ο Καθ΄ ου η αίτηση 1 δεν προβάλλει καμία ένδειξη και/ή ικανοποιητική εξήγηση και/ή δικαιολογία για την καθυστέρηση στην υποβολή του εν λόγω αιτήματος και/ή δεν προβάλλει ικανοποιητικό λόγο γιατί η αιτούμενη θεραπεία δεν ζητήθηκε σε προγενέστερο στάδιο και/ή μετά την που εναρμονίστηκε ο Νόμος 93(Ι)/96 με την Οδηγία 93/13/ΕΟΚ και/ή την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
  9. Η αίτηση του καθ΄ ου η αίτηση είναι παράτυπη και/ή αόριστη και/ή δεν αναφέρει στο αιτητικό του και/ή δεν καθορίζει τη ρήτρα και/ή όρο της συμφωνίας δανείου ο οποίος παραβιάζει και/ή αντίκειται στην Οδηγία 93/13/ΕΟΚ.
  10. Η παραπομπή του εγειρόμενου θέματος δεν είναι αναγκαία για την έκδοση τελικής απόφασης στην προκειμένη περίπτωση εφ' όσον το αποτέλεσμα της εν λόγω αίτησης δεν εξαρτάται από την απόφαση του ΔΕΕ.
  11. Το εν λόγω αίτημα υποβάλλεται κακόπιστα εφ΄ όσον στην ένσταση του καθ΄ ου η αίτηση δεν γίνεται επίκληση και/ή δεν υπάρχει δικογραφημένος ισχυρισμός περί καταχρηστικών ρητρών.
  12. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα προκαλέσει ισχυρή δυσμένεια στους Αιτητές εφ΄ όσον η εκδίκαση της παρούσας αίτησης θα παραπεμφθεί σε βάθος χρόνου και θα ανασταλεί για αόριστο χρόνο.
  13. Ακόμη κι αν ίσχυαν οι προϋποθέσεις παραπομπής ζητήματος στο ΔΕΕ το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ του καθ΄ ότι η οποιαδήποτε απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου μπορεί να εφεσιβληθεί και το Ανώτατο Δικαστήριο εάν κρίνει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 34 Α του περί Δικαστηρίων Νόμου, οφείλει να παραπέμψει το ζήτημα στο ΔΕΕ και ως εκ τούτου καμία ζημιά δεν θα προκληθεί στον καθ' ου η αίτηση.
  14. Δεν υπάρχει ασάφεια και/ή αμφισβήτηση Κοινοτικής Διάταξης.
  15. Το άρθρο 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου προβλέπει αντίστοιχο δικαίωμα προσφυγής σε αρμόδιο Δικαστήριο από οποιονδήποτε θελήσει να παρακάμψει τη διαδικασία διαιτησίας, δικαίωμα το οποίο δεν άσκησε ο καθ΄ ου η αίτηση.
  16. Τα γεγονότα της υπόθεσης τελούν υπό αμφισβήτηση και ως εκ τούτου δεν είναι δυνατή η υποβολή αίτησης για προδικαστική παραπομπή στο ΔΕΕ.
  17. Δεν είναι αναγκαία η ερμηνεία των επίδικων άρθρων για την ομοιόμορφη εφαρμογή του Δικαίου στα υπόλοιπα Κράτη-Μέλη και/ή για τη διατήρηση του Κοινοτικού χαρακτήρα Νόμου που καθιδρύεται από τη Συνθήκη και/ή δεν έχει στόχο να διασφαλίσει ότι σε όλες τις περιστάσεις ο Νόμος είναι ίδιος σε όλα τα Κράτη-Μέλη.
  18. Η διαιτητική απόφαση ημερ. 20/10/2010 υπόκειτο σε έφεση την οποία δεν άσκησε ο καθ' ου η αίτηση.
  19. Η απάντηση στα νομικά σημεία που ηγέρθησαν δεν είναι απαραίτητη για να κριθεί το αποτέλεσμα της επίδικης αίτησης ημερ. 13/03/13 στο βαθμό που αυτή αφορά την εγγραφή και εκτέλεση της εκδοθείσας διαιτητικής απόφασης ημερ. 20/10/
  20. Η απόφαση του ΔΕΕ επί των συγκεκριμένων ερωτημάτων δεν είναι αναγκαία για την έκδοση απόφασης από το Εθνικό Δικαστήριο και/ή αφορά ζητήματα τα οποία με βεβαιότητα μπορεί να αποφασίσει το Εθνικό Δικαστήριο.
  21. Δεν υπάρχουν ενώπιον του Δικαστηρίου πλήρη νομικά και πραγματικά στοιχεία και σαφής και/ή ξεκάθαρη εικόνα των γεγονότων που περιβάλλουν το αίτημα για προδικαστική παραπομπή.
  22. Τα αιτούμενα προδικαστικά ερωτήματα αφορούν θέματα ακαδημαϊκής θεώρησης και ενδιαφέροντος και/ή υποθετικά ερωτήματα και/ή αποτελούν εικονική αντιδικία και/ή γενικά και αόριστα ερωτήματα τα οποία δεν μπορούν να τύχουν προδικαστικής παραπομπής στο ΔΕΕ.
  23. Το αντικείμενο της διαφοράς αφορά ιδιωτική σύμβαση κατά την οποία ο καθ΄ ου η αίτηση συγκατατέθηκε, υπέγραψε και απεδέχθη εκούσια και με ελεύθερη βούληση τον διορισμό διαιτητή από τον Έφορο Συνεργατισμού σε περίπτωση διαφοράς μεταξύ τους και απεδέχθη την παραπομπή της οφειλής του σε διαδικασία διαιτησίας, θεσμό τον οποίο ουδέποτε αμφισβήτησε μέχρι σήμερα.
  24. Εν πάση περιπτώσει ο καθ΄ ου η αίτηση είχε δικαίωμα να ασκήσει και ιεραρχική προσφυγή βάσει του άρθρου 56 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου εναντίον της παραπομπής της οφειλής του σε διαιτησία από τον Έφορο, κάτι το οποίο ουδέποτε έπραξε.
  25. Η διαιτητική απόφαση ημερ. 20/10/2010 αποτελεί απόφαση εκούσιας διαιτησίας και δεν θεωρείται δικαστική απόφαση για τους σκοπούς άσκησης προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ.
  26. Η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη, ασκείται καταχρηστικά και υστερόβουλα και σκοπό έχει την βλάβη των δικαιωμάτων των αιτητών και την καθυστέρηση στην εκδίκαση της αίτησης ημερ. 13/03/13 για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης προς αποφυγή πληρωμής της οφειλής του». Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση στην οποία αναφέρεται ότι: «Η υπογεγραμμένη Άννα Τσαγκάρη από τη Λεμεσό ορκίζομαι και λέγω τα ακόλουθα:
  27. Είμαι δικηγορική υπάλληλος στη Δικηγορική Εταιρεία Π. Τσαγκάρης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, δικηγόροι των πιο πάνω Αιτητών-Καθ΄ ων η αίτηση στην παρούσα αίτηση. Γνωρίζω πλήρως τα γεγονότα της παρούσης αίτησης από μελέτη του φακέλου της υπόθεσης και από πληροφορίες που έλαβα από τους πελάτες μας και είμαι πλήρως και δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση εξ΄ όσων κάλλιον γνωρίζω και πιστεύω και κατόπιν νομικής συμβουλής που έλαβα από τους εργοδότες μου.
  28. Αρνούμαι και απορρίπτω τις αιτούμενες θεραπείες της αίτησης ημερ. 22/10/14 του Καθ΄ ου η αίτηση 1 ως επίσης και τις παραγράφους 1 έως 6 της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει, εκτός όπου αυτούς ρητά παραδέχομαι πιο κάτω και/ή δεν έρχονται σε αντίθεση με τα όσα πιο κάτω αναφέρω.
  29. Είναι δε η θέση μου ότι στην παρούσα υπόθεση δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για παραπομπή προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ βάσει του Άρθρου 267 (πρώην 234) της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Άρθρου 34 Α του περί Δικαστηρίων Νόμου.
  30. Επιπλέον δεν προκύπτει ζήτημα το οποίο να αφορά το κύρος και την ερμηνεία των αποφάσεων-πλαίσιο και των αποφάσεων που εκδίδονται βάσει του Τίτλου VI της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ή στην ερμηνεία των συμβάσεων που καταρτίζονται με βάση τον Τίτλο VI της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ή στο κύρος και την ερμηνεία των μέτρων εφαρμογής τους.
  31. Η παραπομπή του εγειρόμενου θέματος δεν είναι αναγκαία για την έκδοση τελικής απόφασης στην προκειμένη περίπτωση εφ΄ όσον το αποτέλεσμα της εν λόγω αίτησης δεν εξαρτάται από την απόφαση του ΔΕΕ.
  32. Οι εξουσίες του Δικαστηρίου στο παρόν στάδιο είναι περιορισμένες καθ΄ ότι το Δικαστήριο είναι υπόχρεο να εξετάσει μόνο τις προϋποθέσεις για εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ημερ. 20/10/2010 ως απόφαση Δικαστηρίου. Επομένως δεν μπορεί στο στάδιο αυτό να εξετάσει ζητήματα ουσίας της διαφοράς και ιδιαίτερα τα όσα επικαλείται ο καθ΄ ου η αίτηση τα οποία ουδεμία σχέση έχουν με το επίδικο θέμα εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης ως απόφαση Δικαστηρίου.
  33. Τα ζητήματα που εγείρονται δεν έχουν σχέση με την παρούσα διαδικασία και εν πάση περιπτώσει ακόμη κι αν είχαν σχέση, τα εγειρόμενα θέματα μπορούν να αποφασιστούν από το εκδικάζον Δικαστήριο. Επιπλέον δεν υπάρχει οποιαδήποτε ασάφεια και/ή αμφισβήτηση Κοινοτικής Διάταξης η οποία να χρήζει ερμηνείας εφ΄ όσον η υπό αναφορά Οδηγία έχει υιοθετηθεί και εφαρμοστεί στην εθνική νομοθεσία με τη θέσπιση και εφαρμογή του Περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου του Ν.1996 Ν.93/(Ι)/1996 και ως εκ τούτου παρέχεται σαφής προστασία επί του θέματος σε εθνικό επίπεδο.
  34. Ο καθ΄ ου η αίτηση 1 είχε το δικαίωμα να παραστεί στη διαδικασία διαιτησίας πράγμα το οποίο δεν έπραξε. Επιπλέον παρά την επίδοση της διαιτητικής απόφασης σ΄ αυτόν, παρέλειψε να καταχωρήσει αίτηση/έφεση εντός της τασσσόμενης προθεσμίας των 21 ημερών. Επιπλέον δεν άσκησε οποιαδήποτε Ιεραρχική Προσφυγή βάσει του άρθρου 56 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου εναντίον της παραπομπής της οφειλής του σε διαιτησία από τον Έφορο. Επιπλέον δεν άσκησε δικαίωμά του βάσει του άρθρου 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου για παραπομπή της υπόθεσης σε Δικαστήριο αντί Διαιτησίας. Ως εκ τούτου δεν μπορεί να επωφεληθεί από αυτή του την αμέλεια και εμποδίζεται στο παρόν στάδιο να εγείρει ζητήματα τέτοιας φύσεως.
  35. Δεν τίθεται οποιοδήποτε ζήτημα για το οποίο χρειάζεται προδικαστική παραπομπή στο ΔΕΕ καθ΄ ότι η υπόθεση είναι ξεκάθαρη και αφ΄ ης στιγμής πληρούνται οι προϋποθέσεις για εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ημερ. 20/10/10 το Σεβαστό Δικαστήριο θα πρέπει να εκδώσει τέτοιο διάταγμα. Οποιουσδήποτε άλλους ισχυρισμούς προβάλλει ο καθ΄ ου η αίτηση είναι άσχετοι με την παρούσα διαδικασία και δεν μπορεί να αποτελέσουν αντικείμενο εξέτασης στο παρόν στάδιο.
  36. Η παρούσα αίτηση αποσκοπεί στο να καθυστερήσει την εκδίκαση της αίτησης ημερ. 13/03/13 και αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Τυχόν έγκρισή της θα συνιστά κατάφωρη παραβίαση και επηρεασμό των δικαιωμάτων των αιτητών για διεξαγωγή και περάτωση της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο σύμφωνα με το Άρθρο 30 του Συντάγματος.
  37. Στην προκειμένη περίπτωση δεν τίθεται ζήτημα διευκρίνισης ή μη εφαρμογής ή πλημμελούς εφαρμογής ή παραβίασης κοινοτικού Νόμου και/ή κανόνα και/ή Οδηγίας από την Κυπριακή έννομη τάξη, εφ΄ όσον τόσο το κείμενο της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ όσο και το κείμενο του εναρμονιστικού Νόμου περί Καταχρηστικών Ρητρών Ν.93(Ι)/96είναι σαφείς.
  38. Σε κάθε περίπτωση, η εν λόγω αίτηση υποβάλλεται σε πολύ καθυστερημένο στάδιο και ο Καθ΄ ου η αίτηση 1 δεν προβάλλει καμία ένδειξη και/ή ικανοποιητική εξήγηση και/ή δικαιολογία για την καθυστέρηση στην υποβολή του εν λόγω αιτήματος και/ή δεν προβάλλει ικανοποιητικό λόγο γιατί η αιτούμενη θεραπεία δεν ζητήθηκε σε προγενέστερο στάδιο και ιδιαίτερα μετά που εναρμονίστηκε ο Νόμος 93(Ι)/96 με την Οδηγία 93/13/ΕΟΚ.
  39. Η αίτηση του καθ΄ ου η αίτηση 1 είναι παράτυπη και αόριστη καθ΄ ότι πουθενά δεν αναφέρει στο αιτητικό του και στο σώμα της αίτησής του την ρήτρα και τον όρο της συμφωνίας δανείου ο οποίος παραβιάζει και/ή αντίκειται στην Οδηγία 93/13/ΕΟΚ.
  40. Το εν λόγω αίτημα υποβάλλεται κακόπιστα εφ΄ όσον στην ένσταση του καθ΄ ου η αίτηση δεν γίνεται επίκληση και/ή δεν υπάρχει δικογραφημένος ισχυρισμός περί καταχρηστικών ρητρών.
  41. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα προκαλέσει ισχυρή δυσμένεια στους Αιτητές εφ΄ όσον η εκδίκαση της παρούσας αίτησης θα παραπεμφθεί σε βάθος χρόνου και θα ανασταλεί για αόριστο χρόνο.
  42. Ακόμη κι αν ίσχυαν οι προϋποθέσεις παραπομπής ζητήματος στο ΔΕΕ το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ του καθ΄ ότι η οποιαδήποτε απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου μπορεί να εφεσιβληθεί και το Ανώτατο Δικαστήριο εάν κρίνει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 34 Α του περί Δικαστηρίων Νόμου, οφείλει να παραπέμψει το ζήτημα στο ΔΕΕ και ως εκ τούτου καμία ζημιά δεν θα προκληθεί στον καθ΄ ου η αίτηση
  43. Επιπλέον και σε κάθε περίπτωση υπάρχει νομολογία του Κοινοτικού Δικαίου η οποία ξεκαθαρίζει τα εγειρόμενα θέματα.
  44. Τα νομικά σημεία που εγείρονται, στην ουσία δεν αφορούν θέματα ερμηνείας των διατάξεων των συνθηκών της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά ούτε και την εκτίμηση του κύρους κοινοτικής πράξης. Αντ΄ αυτού αφορούν την ερμηνεία και εφαρμογή του εθνικού Δικαίου και κατά πόσο το εθνικό δίκαιο συνάδει με το Κοινοτικό Δίκαιο δηλαδή κατά πόσο τα άρθρα 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου και το άρθρο 79 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμοί, συνάδουν με την Οδηγία 93/13/ΕΟΚ, γεγονός το οποίο δεν εμπίπτει στις εξουσίες του ΔΕΕ το οποίο αποφαίνεται μόνο επί θεμάτων ερμηνείας και εγκυρότητας του Κοινοτικού Δικαίου.
  45. Τα νομικά σημεία που έθεσε ο καθ΄ ου η αίτηση 1 είναι ατυχή και αβάσιμα καθ΄ ότι το άρθρο 52(α) του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου προβλέπει αντίστοιχο δικαίωμα προσφυγής του μέλους, οφειλέτη ή εγγυητή εναντίον οποιουδήποτε σε αρμόδιο Δικαστήριο, δικαίωμα το οποίο ουδέποτε άσκησε ο καθ΄ ου η αίτηση.
  46. Σε κάθε περίπτωση, όπως προκύπτει μέσα από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ημερ. 13/3/13 των αιτητών και την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ημερ. 28/6/13 του καθ΄ ου η αίτηση, τα γεγονότα της υπόθεσης τελούν υπό αμφισβήτηση και ως εκ τούτου δεν είναι δυνατή η υποβολή της παρούσας αίτησης για προδικαστική παραπομπή στο ΔΕΕ.
  47. Τα νομικά σημεία που θέτει ο καθ΄ ου η αίτηση 1 δεν είναι ξεκάθαρα και σαφή ως προς τις διατάξεις της Κοινοτικής Νομοθεσίας των οποίων ζητείται η ερμηνεία ενώ είναι γενικά, αόριστα και υποθετικά χωρίς να προσδιορίζει σε τι ακριβώς ζητείται ερμηνεία.
  48. Ο καθ΄ ου η αίτηση 1 δεν παραθέτει ενώπιον του Δικαστηρίου πλήρη στοιχεία και σαφή και ξεκάθαρη εικόνα των γεγονότων που περιβάλλουν το αίτημά του για προδικαστική παραπομπή. Αντ΄ αυτού τα αιτούμενα προδικαστικά ερωτήματα αφορούν θέματα ακαδημαϊκής θεώρησης και ενδιαφέροντος, υποθετικά, γενικά και αόριστα ερωτήματα τα οποία δημιουργούν εικονική αντιδικία και τα οποία δεν μπορούν να τύχουν προδικαστικής παραπομπής.
  49. Εν πάση περιπτώσει τα όσα ο καθ΄ ου η αίτηση 1 ισχυρίζεται στην παράγραφο 7 της ένστασής του περί υπογραφής του κατόπιν ψευδών παραστάσεων κλπ είναι θέματα τα οποία άπτοντο της διαιτητικής διαδικασίας στην οποία παρέλειψε να εμφανιστεί και/ή αγωγής του και/ή αίτησης έφεσης εναντίον της διαιτητικής απόφασης, τα οποία απέτυχε να λάβει στον πρέποντα χρόνο.
  50. Τα γεγονότα όπως εκτίθενται στην αίτηση του καθ΄ ου η αίτηση 1 δεν αποκαλύπτουν επεξήγηση του λόγου για τον οποίο ζητείται προδικαστική παραπομπή ενώ τα αναφυόμενα θέματα δεν είναι ουσιώδη για τη διαφορά και τυχόν ερμηνεία τους δεν είναι αναγκαία για την ομοιόμορφη εφαρμογή του Δικαίου στα υπόλοιπα Κράτη-Μέλη.
  51. Η παρούσα αίτηση αφορά τη Σύμβαση Εγγύησης ημερ. 27/11/2006 κατά την οποία ο καθ΄ ου η αίτηση 1 ως Εγγυητής υπέγραψε και απεδέχθη εκούσια, με ελεύθερη βούληση και εγγράφως τον διορισμό διαιτητή από τον έφορο Συνεργατισμού σε περίπτωση διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και ως εκ τούτου δεν μπορεί να επικαλείται εκ των υστέρων παραβίαση των αρχών της δίκαιας δίκης και των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης. Ο ίδιος έθεσε τον εαυτό του στο συγκεκριμένο καθεστώς το οποίο ουδέποτε αμφισβήτησε μέχρι σήμερα και παρά το ότι είχε τη δυνατότητα να προσφύγει σε αρμόδιο Δικαστήριο βάσει του άρθρου 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς. (Επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 η Σύμβαση Εγγύησης μεταξύ των μερών).
  52. Η διαιτητική απόφαση ημερ. 20/10/2010 αποτελεί απόφαση εκούσιας διαιτησίας μεταξύ των μερών, στη βάση συμφωνίας των ενδιαφερομένων μερών, δεν θεωρείται δικαστική απόφαση και ως εκ τούτου δεν δύναται να εξεταστεί από το ΔΕΕ η παρούσα αίτηση προδικαστικής παραπομπής.
  53. Σε κάθε περίπτωση λέγω ότι τα όσα επικαλείται ο Καθ΄ ου η αίτηση 1 στην αίτησή του είναι αβάσιμα και εκ των υστέρων σκέψεις για να αποφύγει το χρέος του, καθ΄ ότι του δόθηκε επανειλημμένα η ευκαιρία να ακουστεί και να διεκδικήσει τα δικαιώματά του, πλην όμως σε κανένα διάβημα δεν προέβη και επέδειξε πλήρη αδιαφορία για τα δικαιώματά του.
  54. Εν πάση περιπτώσει τα θέματα που εγείρονται από τον Καθ΄ ου η αίτηση είναι θέματα τα οποία μπορεί να αποφασίσει με βεβαιότητα το εθνικό δικαστήριο και υπάρχει νομολογία επί τούτου.
  55. Η αίτηση του καθ΄ ου η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη, καταχρηστική και ασκείται με υστεροβουλία αφού έχει ως σκοπό την βλάβη των δικαιωμάτων των αιτητών και την καθυστέρηση στην εκδίκαση της αίτησης ημερ. 13/03/13 για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης με απώτερο στόχο την αποφυγή πληρωμής των οφειλομένων του.
  56. Γενικότερα δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για προδικαστική παραπομπή, η αίτηση του καθ΄ ου η αίτηση 1 είναι ανεδαφική, νόμω και ουσία αβάσιμη και καταχρηστική και ως εκ τούτου το Σεβαστό Δικαστήριο θα πρέπει στα πλαίσια της διακριτικής του ευχέρειας να απορρίψει την αίτηση του με έξοδα υπέρ των Αιτητών-Καθ΄ ων η αίτηση στην παρούσα». Η ακρόαση της αίτησης περιορίσθηκε στις γραπτές αγορεύσεις των ευπαίδευτων δικηγόρων των διαδίκων, οι οποίες ανέπτυξαν και προφορικά ενώπιον του δικαστηρίου την επιχειρηματολογία τους. Το δικαστήριο θα εξετάσει πρώτα τους λόγους ένστασης με αρ. 1 και 16, με τους οποίους οι Καθ' ων η Αίτηση ισχυρίζονται ότι
(1)«Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 267 (πρώην 234) της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ενωσης» και
(16)«Τα γεγονότα της υπόθεσης τελούν υπό αμφισβήτηση και ως εκ τούτου δεν είναι δυνατή η υποβολή αίτησης για προδικαστική παραπομπή στο ΔΕΕ», καθώς κρίνει ότι, αφενός μεν σχετίζονται μεταξύ τους, αφετέρου δε απόφαση επί αυτών των λόγων ένστασης θα κρίνει την τύχη της αίτησης στο σύνολό της. Το άρθρο 34Α του Περί Δικαστηρίου Νόμου (Ν.14/60)προνοεί ότι: «34Α.-
(1)Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου
(2), δικαστήριο ενώπιον του οποίου ανακύπτει ζήτημα, το οποίο αφορά στο κύρος και την ερμηνεία των αποφάσεων-πλαίσιο και των αποφάσεων που εκδίδονται βάσει του Τίτλου VI της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ή στην ερμηνεία των συμβάσεων που καταρτίζονται με βάση τον Τίτλο VI της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ή στο κύρος και την ερμηνεία των μέτρων εφαρμογής τους, δύναται, αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για να αποφανθεί επ' αυτού.
(2)Σε περίπτωση που ζήτημα, το οποίο αναφέρεται στο εδάφιο
(1), ανακύψει ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις περιπτώσεις που οι αποφάσεις του εν λόγω δικαστηρίου δεν υπόκεινται σε έφεση, αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, το Ανώτατο Δικαστήριο παραπέμπει το ζήτημα στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων» (Η υπογράμμιση είναι του γράφοντος). Το άρθρο 3 του Περί Προδικαστικής Παραπομπής στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων Διαδικαστικού Κανονισμού (Αρ.1) του 2008 προνοεί ότι: «3. Το δικαστήριο δύναται να εκδώσει σ' οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας διαταγή- (
  1. i)Κατόπιν αίτησης διάδικου ή (
  2. ii)Αυτεπάγγελτα, αφού ακούσει και τις απόψεις των μερών». Το άρθρο 267 (πρώην άρθρο 234) της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ενωσης (Σ.Λ.Ε.Ε.), το οποίο παρέχει στο Δ.Ε.Ε. την εξουσία να ερμηνεύει τη Συνθήκη προνοεί ότι: «Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ενωσης αποφαίνεται με προδικαστικές αποφάσεις: Α) επί της ερμηνείας των Συνθηκών, Β) επί του κύρους και της ερμηνείας των πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ενωσης. Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα, δύναται, αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο για να αποφανθεί επ' αυτού» (Η υπογράμμιση είναι του γράφοντος). Είναι προφανές, ότι, τόσο από την εσωτερική μας νομοθεσία, όσο και από την ευρωπαϊκή, η προδικαστική παραπομπή ερωτημάτων στο ΔΕΕ είναι αφενός μεν στη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου δικαστηρίου, αφετέρου δε αυτή θα πρέπει να ασκείται προς την κατεύθυνση της παραπομπής μόνο, όταν το παραπέμπων δικαστήριο κρίνει ότι η απόφαση του ΔΕΕ επί των ερωτημάτων είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης. Η κυρίως αίτηση στοχεύει στην εγγραφή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης, που εκδόθηκε στις 20.10.2010. Η κυρίως αίτηση καταχωρήθηκε στις 13.03.2013, ο Καθ' ου η Αίτηση 1-Αιτητής στην παρούσα αίτηση καταχώρησε ένσταση στις 28.06.2013 και η ακρόασή της δεν έχει ξεκινήσει ακόμη, ενόψει της καταχώρησης της παρούσας αίτησης και μιας προγενέστερης, με παρόμοια στόχευση, η οποία είχε καταχωρηθεί στις 25.02.2014 και αποσύρθηκε, άνευ βλάβης, στις 30.06.2014. Στην Ανδρέας Χατζηγεωργίου Νικολάου v. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς, Πολιτική Εφεση 357/08, ημερ. 11.04.2012, αποσαφηνίζεται το δικαιοδοτικό πλαίσιο της διαδικασίας που ακολουθείται στην ακρόαση αιτήσεων για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικών αποφάσεων: «Το επαρχιακό δικαστήριο κατά την ενάσκηση των εξουσιών του στα πλαίσια διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Από την άλλη όμως, η διαδικασία δεν είναι απλώς τυπική εφόσον δι΄ αυτής επιδιώκεται η πρόσδοση δικαστικής ισχύος στη διαιτητική απόφαση για σκοπούς εκτέλεσης μέσω του επαρχιακού δικαστηρίου διά της εφαρμογής των ανάλογων δικονομικών μέτρων που εφαρμόζονται για σκοπούς εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων. Γι΄ αυτό ακριβώς το λόγο κάθε αίτηση που υποβάλλεται στο επαρχιακό δικαστήριο για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης πρέπει να επιδίδεται στο πρόσωπο προς το οποίο στρέφεται η διαιτητική απόφαση ώστε να έχει την ευκαιρία να προβάλει ο,τιδήποτε που ενδεχομένως έχει σχέση μόνο με το επίδικο θέμα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται σε άλλα θέματα αναγόμενα στην ουσία κλπ της διαφοράς αναφορικά με την οποία εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση. Βασική προϋπόθεση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση, φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται». (Η υπογράμμιση είναι του γράφοντος). Στην ένσταση στην κυρίως αίτηση του Καθ΄ου η Αίτηση 1-Αιτητή στην παρούσα αίτηση, αυτός ζητά την απόρριψη της αίτησης, με το λόγο ένστασης με αρ. 5 διότι «Η διαιτητική απόφαση είναι άκυρη και/ή ανυπόστατη καθώς δεν έχει ανανεωθεί ούτε έχει επιδοθεί έγκυρα» και με το λόγο ένστασης με αρ. 9 διότι «Η Διαιτητική απόφαση δεν επιδόθηκε στον Καθ' ου νομότυπα και/ή επιδόθηκε κατά παράβαση των σχετικών δικονομικών προνοιών». Είναι προφανές ότι σε περίπτωση που το δικαστήριο αποφασίσει τα συγκεκριμένα επίδικα ζητήματα, κατά την ακρόαση της κυρίως αίτησης, υπέρ του, η κυρίως αίτηση θα οδηγηθεί σε απόρριψη, χωρίς να υπάρχει ανάγκη εξέτασης οποιουδήποτε άλλου λόγου ένστασης. Είναι προφανές επίσης ότι στο παρόν στάδιο και στα πλαίσια της παρούσας αίτησης το δικαστήριο δεν δύναται να προχωρήσει στην επίλυση των συγκεκριμένων επίδικων ζητημάτων, ενόψει του ότι δεν αποτελούν επίδικα ζητήματα στην παρούσα διαδικασία. Παρενθετικά στο σημείο αυτό οφείλω να παρατηρήσω ότι το επιχείρημα της ευπαίδευτης δικηγόρου του Αιτητή, στην αγόρευσή της, ότι τα γεγονότα της υπόθεσης είναι αδιαμφισβήτητα και αποτελούν κοινό έδαφος και ότι αυτό είναι πρόδηλο από το υλικό που προσκόμισαν οι διάδικοι στο δικαστήριο, δεν είναι ορθό, ενόψει των πιο πάνω επισημάνσεων του δικαστηρίου. Συνεπώς στο παρόν στάδιο το δικαστήριο δεν κρίνει ότι απόφαση του ΔΕΕ επί των ερωτημάτων είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης στην κυρίως αίτηση. Ενδεχομένως, ανάλογα με την εξέλιξη της ακρόασης της κυρίως αίτησης, αυτό το ζήτημα να πρέπει να εξετασθεί εκ νέου, ακόμη και με ενεργοποίηση της αυτεπάγγελτης εξουσίας του Δικαστηρίου, δυνάμει του άρθρου 3(
  3. ii)του Περί Προδικαστικής Παραπομπής στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων Διαδικαστικού Κανονισμού (Αρ.1) του 2008. Μετά την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου, σε σχέση με τη βασιμότητα των λόγων ένστασης με αρ. 1 και 16, παρέλκει η εξέταση των υπόλοιπων λόγων ένστασης. Με το πιο πάνω σκεπτικό η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης πλέον Φ.Π.Α., ακολουθώντας το αποτέλεσμα επιδικάζονται σε βάρος του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ...................................... Κ. Σατολιάς, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim (Αναφορά: Αίτηση για προδικαστική παραπομπή ερωτημάτων στο δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ενωσης) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.