← Κύπρος

Ανδρέα Δημητριάδη ν. Ρίκκου Ερωτοκρίτου κ.α., Αρ. Αγωγής: 4498/08, 22/4/2015

Ανδρέα Δημητριάδη ν. Ρίκκου Ερωτοκρίτου κ.α., Αρ. Αγωγής: 4498/08, 22/4/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A97 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4498/08 Μεταξύ: Ανδρέα Δημητριάδη Ενάγοντα Και

  1. Ρίκκου Ερωτοκρίτου
  2. Ρίκκου Ερωτοκρίτου & Σια Εναγομένων Ημερομηνία: 22/4/2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντα/ Αιτητή: κα Δαμιανού Για Ενάγομενους/ Καθ' ων η Αίτηση: κα Χαραλάμπους (για την απαγγελία της απόφασης κα Ν. Καραπατέα) Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση ημερομηνίας 7/11/2014 ο ενάγοντας/αιτητής, επιδιώκει όπως του δοθεί άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων. Το αίτημα αυτό συνάντησε την ένσταση των εναγομένων /καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι και καταχώρησαν σχετική ειδοποίηση ένστασης. Οι θέσεις και τα επιχειρήματα των διαδίκων, καταγράφονται και προκύπτουν από την αίτηση, την ένσταση και τις ένορκες δηλώσεις που τις στηρίζουν, καθώς επίσης και από τις αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων τους, γι' αυτό και δεν θεωρώ αναγκαίο να τα παραθέσω. Το θέμα της αποκάλυψης εγγράφων ρυθμίζεται από τη Δ.28 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και έχει ευρέως νομολογηθεί. Στην υπόθεση Τηλλυρή v. Λαϊκής Τράπεζας Λτδ

(1998)1 (Δ) ΑΑΔ 2271 λέχθηκαν τα ακόλουθα : «Η αποκάλυψη εγγράφων, υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και στοχεύει, όπως αναφέρθηκε στην G.A.P. Navigation Ltd v. Merzario Marrittima SRL,
(1998)1 Α.Α.Δ. 1624, στη λήψη πληροφοριών και στην παρουσίαση εγγράφων που σχετίζονται με τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων για το σκοπό προετοιμασίας για την ακρόαση και μπορεί να ζητηθεί από οποιοδήποτε από τους διαδίκους. Αίτημα για αποκάλυψη απορρίπτεται όπου εύλογα μπορεί να λεχθεί ότι τέτοια αποκάλυψη δεν θα χρησιμεύσει σε οτιδήποτε ή όπου μπορεί να θεωρηθεί κάτω από τις περιστάσεις ως μη αναγκαία για τη δίκαιη διεκπεραίωση της δίκης. Τέτοια έγγραφα είναι τα έγγραφα που περιέχουν πληροφορίες που μπορεί άμεσα ή έμμεσα να βοηθήσουν το μέρος που ζητά την αποκάλυψη, είτε να προωθήσει την υπόθεσή του, είτε να βλάψει την υπόθεση του αντιδίκου του, είτε που να μπορούν δίκαια (fairly) να οδηγήσουν στις πιο πάνω συνέπειες και είναι άσχετο με το κατά πόσο μπορούν ή όχι να δοθούν σαν μαρτυρία. Κάθε έγγραφο που μπορεί να ρίξει φως στην υπόθεση είναι σχετικό. Επίσης, θα πρέπει να αναφερθεί ότι δεν επιτρέπεται η αποκάλυψη για σκοπούς "ψαρέματος" μαρτυρίας ή όπου εύλογα μπορεί να λεχθεί ότι τέτοια αποκάλυψη δεν θα χρησιμεύσει σε οτιδήποτε ή όπου μπορεί να θεωρηθεί κάτω από τις περιστάσεις ως μη αναγκαία για τη δίκαιη διεκπεραίωση της δίκης. Ο χρόνος που διατάσσεται η αποκάλυψη των εγγράφων δεν προσδιορίζεται περιοριστικά στη Δ.28 αλλά συνήθως γίνεται μετά την ολοκλήρωση των εγγράφων προτάσεων, γιατί τότε διαφαίνονται τα επίδικα θέματα. Είναι σημαντικό για ένα διάδικο να έχει την πρέπουσα αποκάλυψη πριν προχωρήσει στη δίκη. (βλ. μεταξύ άλλων O΄Rourke v. Darbishire [1920] A.C. 581, H.L., 630, Compagnie Financiere v. Peruvian Guano Co. [1882] 11 Q.B.D. 55, Board v. Thomas Hedley & Co Ltd [1951] 2 All E.R. 43, Lagos Ltd v. Πλοίου FT Zolotets κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ., σελ. 600, The National Bank of Greece S.A. v. Paraskevas Mitsides Debtor and Another
(1962)C.L.R. 40)». Καθοδήγηση ως προς το εξεταζόμενο θέμα, μπορεί να αντληθεί και από το Annual Practice του 1958. Όπως προκύπτει από τα όσα καταγράφονται στη σελίδα 716, το Δικαστήριο και μέσα στα πλαίσια άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας, μπορεί να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αποκάλυψης. Αναφέρεται συγκεκριμένα κάτω από τον τίτλο « Further Affidavit» ότι, «Where the affidavit is insufficient in form, a further affidavit will be ordered». Η εξουσία αυτή του Δικαστηρίου, ασκείται κάτω από κάποιες προϋποθέσεις που εκτίθενται στη σελίδα 713 του ιδίου συγγράμματος. «Upon Application for Further Affidavit- (see r.19A, under which a further affidavit can be ordered as to particular documents). The Court is not restricted to requiring from a party one affidavit of documents only: it may require another at any time if it is not unreasonable to suppose.....from certain sources.....or there is a reasonable probability or presumption or ground for suspicion derived from such sources that he has other relevant documents in his possession......if, for example, he has excluded documents under a misconception of the case. Unless the affidavit is shown from these sources to be insufficient no further affidavit can be ordered ; the opponent cannot show by a contentious affidavit that it is insufficient.......». Στη σελίδα 725 του Annual Practice αναφέρεται πως «Α prima facie case of relevancy and possession of the documents is sufficient to entitle the applicant to the order». Πιο κάτω στην ίδια σελίδα αναφέρεται επίσης ότι : «A further affidavit may be ordered under r.12, supra, on an application without an affidavit in support, but under r.12 only when the Court is clearly satisfied from particular sources that the assertions in the affidavit of documents are untrue or cannot be accepted». Σύμφωνα δε και με την Αγγλική νομολογία η υποχρέωση ενός διαδίκου για αποκάλυψη εγγράφων είναι συνεχής. (Verton v. Busley (No2) [1997] 1 ALL.ER 614). Στο σύγγραμμα The Supreme Court Practice 1987, στο τεύχος 1, στην παράγραφο 24/1/2, αναφέρονται σε σχέση με την Αγγλική δικονομική πρόνοια για αποκάλυψη εγγράφων, Ο.24 r.1 τα ακόλουθα. Σε υποθέσεις που αρχίζουν με κλητήριο ένταλμα, οι διάδικοι έχουν υποχρέωση μετά το κλείσιμο των εγγράφων προτάσεων, να προβούν σε αποκάλυψη των εγγράφων που, όπως προνοεί και η αντίστοιχη δική μας δικονομική πρόνοια (Δ.28 θ.1), «είναι ή ήταν» στην κατοχή, έλεγχο ή φύλαξή τους και σχετίζονται με τα επίδικα θέματα: "Continuing obligation to give discovery - Although one reading of O.24, r.1 may suggest that discovery need be given only of the documents which have come into a party´s possession before the date of his list of documents, this is not the limit of a party´s obligation to give discovery imposed by the rule. The obligation is general, and requires the disclosure of all relevant documents whenever they may come into a party´s possession. This requirement is supported by the linked principle that a party must not seek to take his opponent by surprise (cv. O.18, rr.8 and 9) and that he must not, by withholding relevant documents, mislead his opponent or the Court into believing that the statement in his list that he has given full discovery continues to be true . ... An obvious example is where a plaintiff, who is claiming damages for prospective loss of earnings, obtains new lucrative employment during the course of the action; this fact must be communicated to the defendant and further discovery must be made (or, at all events, offered). In default, the plaintiff may be ordered to pay costs occasioned by the failure to give discovery promptly." Στην υπόθεση Touchstone Development Ltd v. Cypromar Shipping Ltd κ.ά. αρ. Αγωγής 1208/06 Ε.Δ. Λάρνακας, η τότε Πρόεδρος του Δικαστηρίου κα Π. Παναγή, εξετάζοντας παρόμοιο ζήτημα σε ενδιάμεση απόφαση της ημερομηνίας 18/10/10 ανάφερε τα ακόλουθα: «Στην καναδική υπόθεση Lib Brokerage and Realty Co
(1977)Ltd ν. Budd
(1992)2 WWR 453 επισημαίνεται σχετικά πως δεν υπάρχει οποιοσδήποτε Κανονισμός ο οποίος να εμποδίζει το Δικαστήριο να εκδώσει, βάσει της σύμφυτης του δικαιοδοσίας, διάταγμα για περαιτέρω αποκάλυψη, ενώ οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας θα πρέπει να ερμηνεύονται υπό το φως των πραγματικοτήτων της σύγχρονης δικαστικής διαδικασίας (".... the Rules requiring disclosure of documents must be interpreted in the light of the realities of current litigation practice"). Στην υπόθεση Mitchell v. Darley Main Colliery Co. 1
(1884)Cab & El 215, αναφέρθηκε ότι η υποχρέωση αποκάλυψης δεν αφορά μόνο έγγραφα τα οποία έρχονται στην κατοχή του διαδίκου μετά την αρχική αποκάλυψη αλλά εκτείνεται και σε έγγραφα τα οποία είτε από λάθος είτε από αβλεψία, ενώ βρίσκονταν στην κατοχή του διαδίκου δεν αποκαλύφθηκαν. Αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Now in my opinion, a party who after filing an affidavit of documents, discovers a document of which his opponent has a right to have inspection, but which is not disclosed in the schedule because it has been forgotten, or overlooked, or supposed not to exist, is bound to inform his opponent of the discovery either by a supplementary affidavit, which I think is the proper course or at least by notice and he has no right to keep back all knowledge of the newly discovered document simply because he was not aware of it at the time he swore his affidavit in obedience to the order for discovery. To keep back under such circumstances a document known to be material, would in my opinion, amount to a reprehensible want of frankness ... .... ». Πριν την εξέταση της ουσίας της αίτησης χρήσιμο θεωρώ να παραθέσω σε συντομία το ιστορικό της υπόθεσης όπως αυτό προκύπτει από το φάκελο της διαδικασίας. Στις 17/11/2008 καταχωρήθηκε κλητήριο ένταλμα γενικά οπισθογραφημένο και στις 27/11/2008 σημείωμα εμφάνισης εκ μέρους και των δύο εναγομένων. Στις 23/3/2009 καταχωρήθηκε Έκθεση Απαίτησης και μετά από κάποιες ενδιάμεσες αιτήσεις ακολούθησε στις 18/1/2010 η καταχώρηση της Έκθεσης Υπεράσπισης. Την 1/2/2010 καταχωρήθηκε εκ μέρους του ενάγοντα ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου, σύμφωνα με την οποία το δικηγορικό γραφείο Ανδρέα Δημητριάδη ΔΕΠΕ, ανέλαβε ως νέοι δικηγόροι του ενάγοντα. Στη συνέχεια και μετά από σχετική αίτηση για παράταση χρόνου, ακολούθησε η καταχώρηση Απάντησης και μετά από ορισμό της υπόθεσης και έκδοση σχετικών οδηγιών του Δικαστηρίου, καταχωρήθηκε στις 18/6/2010 και 21/6/2010, ένορκος αποκάλυψη εγγράφων εκ μέρους των εναγομένων και του ενάγοντα αντίστοιχα. Στις 24/11/2011, καταχωρήθηκε ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου, αυτή τη φορά εκ μέρους των εναγομένων και μετά από ορισμό της υπόθεσης σε διάφορες ημερομηνίες είτε για οδηγίες είτε για ακρόαση, ακολούθησε στις 23/4/2014, η καταχώρηση εκ μέρους του ενάγοντα αίτησης της ίδιας φύσης με την παρούσα η οποία και μετά από ακροαματική διαδικασία απορρίφθηκε με άλλη ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 17/10/2014, για το λόγο ότι σε αυτήν δεν είχε συμπεριληφθεί η ορθή νομική βάση. Μετά από αυτήν ακολούθησε στις 7/11/2014 η καταχώρηση της υπό κρίσης αίτησης. Ως λόγο για απόρριψη της αίτησης προβάλλουν οι εναγόμενοι ότι η ένορκος δήλωση που στηρίζει την αίτηση υπογράφεται από δικηγόρο. Σε σχέση με το ζήτημα σχετικά είναι τα όσα λέχθηκαν στην Rybolovlev Dimitri κ.α. v Elena Rybolovleva
(2010)1(Α) ΑΑΔ 82 στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα : «Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία. Αν χρειάζεται να τις συνοψίσουμε ξανά, θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο». Στη συγκεκριμένη όμως περίπτωση και όπως προκύπτει από τον τίτλο της αγωγής, αλλά και από την ένορκη δήλωση που στηρίζει την υπό κρίση αίτηση ο ενόρκως δηλών είναι ο ίδιος ενάγοντας. Από τη στιγμή που η ένορκος δήλωση υπογράφεται από τον ίδιο τον ενάγοντα, η οποιαδήποτε επαγγελματική ιδιότητα του δεν μπορεί να επηρεάσει αρνητικά το δικαίωμα του να ορκιστεί για γεγονότα που αφορούν την υπόθεση του και συνεπώς ο λόγος αυτός, κρίνεται ανυπόστατος. Επιτυχή κατάληξη δεν μπορεί επίσης να έχει η εισήγηση των εναγομένων ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί λόγω δεδικασμένου, καθότι προηγήθηκε άλλη αίτηση της ίδιας φύσης η οποία όμως απορρίφθηκε από το Δικαστήριο με προηγούμενη ενδιάμεση του απόφαση ημερομηνίας 17/10/2014. Και αυτό γιατί όπως αποφασίσθηκε στην Recnex Trading Ltd v. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου), ECLI:CY:AD:2014:A269, Πολιτ. Εφ.71/11 ημερομηνίας 16/4/2014, η απόρριψη ενδιάμεσης αίτησης δεν μπορεί να θεωρηθεί ως τελική και για το λόγο η καταχώρηση νέας δεν είναι δυνατό να προσκρούσει στην αρχή του δεδικασμένου. Λέχθηκαν συγκεκριμένα τα ακόλουθα : «Οι ενδιάμεσες αποφάσεις, πλην ειδικών περιπτώσεων, δεν θεωρούνται τελεσίδικες ακόμη και αν αποφασίζεται τελικώς ένα ζήτημα το οποίο κρίνεται δεσμευτικό για την μετέπειτα διαδικασία. Η απόρριψη μιας ενδιάμεσης αίτησης δεν μπορεί να θεωρηθεί ως τελική και ως εκ τούτου η καταχώριση νέας δεν μπορεί να προσκρούσει στην αρχή του δεδικασμένου. Εναπόκειται πάντοτε στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου αν θα εγκρίνει τη δεύτερη αίτηση ή αν θα την απορρίψει, ελλείψει νέων στοιχείων. Στο τέλος της ημέρας το Δικαστήριο δεν μόρφωσε και ούτε εξέφρασε τελική γνώμη με τρόπο καθοριστικό επί νομικού ή πραγματικού αιτήματος. Δεν υπήρξε ενασχόληση με την ουσία του επιδίκου ζητήματος που αποτελεί τη βάση για την εφαρμογή του δόγματος res judicata (K.S.R. Commercio Industria de Papel S.A. κ.α. ν. Bluecoral Navigation Ltd
(1995)1 A.A.Δ. 309). Εξαρτάται πάντοτε από το κατά πόσο η απορριπτική απόφαση επεκτάθηκε σε ζητήματα επί της ουσίας. Σε αντίθετη περίπτωση, σε ενδιάμεσης αιτήσεις και εκεί όπου δεν αποφασίζεται οτιδήποτε, εκτός από το γεγονός ότι το Δικαστήριο για άλλους λόγους αρνήθηκε να παραχωρήσει τη θεραπεία που ο διάδικος ζήτησε, τότε το δεδικασμένο δεν καλύπτει την περίπτωση. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Spencer Bower, Turner and Handley, The Doctrine of Res Judicata, 1996, σελ.82: «Although some interlocutory orders may finally determine some question and be binding in later stages of the proceedings, the dismissal of an interlocutory application is not final and will not bar a further application on the ground of res judicata, although the further application is not likely to succeed unless supported by additional evidence or a different argument. Orders granting interlocutory applications in matters of practice and procedure, such as an interlocutory injunction, remain under the control of the court, subject to review. Such orders do not decide any question finally, not even whether there should be an interlocutory injunction, or its terms. Buttes Gas and Oil Co v. Hammer (No.3)
(1982)A.C. 888.» Δεν έχει σημασία αν η απόφαση AK International UK Limited v. Του Πλοίου «ΝΑΙΜΕ S» Σημαίας Comoros Islands (Αρ.2), ανωτέρω, δεν είναι δεσμευτική. Με αναφορά σε Αγγλική νομολογία (Henderson v. Henderson
(1843)3 Hare 100, Lloyds Bowmaker Ltd v. Britannia Arrow
(1988)3 All E.R. 178 (CA), Brink´s MAT Ltd v. Elcombe
(1988)3 All E.R. 188 (CA), Bohbehani v. Salem
(1989)2 All E.R. 143 (CA)Woodhouse v. Consignia Plc
(2002)EWCA Civ 275), το Δικαστήριο ενισχύει την κατάληξη του, την οποία υιοθετούμε. Στο τέλος της ημέρας δεν δημιουργείται δεδικασμένο στην έννοια που ορίζει η νομολογία. (Γαβριήλ κ.α. ν. Αγαπίου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1868, Λοϊζος Λουκά & Υιοι ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ
(1999)1 Α.Α.Δ. 92, Αναστασία Forrest κ.α. ν. Κίμωνα Βαρδάκη κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 6, Μιχαήλ ν. Επίσημος Παραλήπτης
(2003)1 Α.Α.Δ. 975)». Εξετάζοντας λοιπόν την αίτηση στην ουσία της υπό το φως όλων των πιο πάνω και λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα που την περιβάλλουν, θεωρώ ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί προς όφελος του ενάγοντα. Και αυτό για τους ακόλουθους λόγους. Από τη στιγμή που τα έγγραφα των οποίων ζητείται τώρα η αποκάλυψη δεν έχουν αποκαλυφθεί στην προηγούμενη ένορκη δήλωση αποκάλυψης που καταχώρησε ο ενάγοντας, η τελευταία δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ανεπαρκής και μη ικανοποιητική. Τα έγγραφα αυτά είναι σχετικά με την υπόθεση και συγκεκριμένα όπως προκύπτει από τις αναφορές στα έγγραφα που γίνονται στην ένορκο δήλωση που στηρίζει την υπό κρίση αίτηση, πρόκειται κυρίως για επιστολογραφία μεταξύ του ενάγοντα και των δύο εναγομένων, είτε του ενός από αυτούς, είτε και με άλλα πρόσωπα, καθώς και για ένα «απόσπασμα» από ημερολόγιο του ενάγοντα. Τα περισσότερα δε από τα έγγραφα για τα οποία ο ενάγοντας αιτείται άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής δήλωσης αποκάλυψης, τα έχουν αποκαλύψει οι ίδιοι οι εναγόμενοι με τη δική τους ένορκο δήλωση αποκάλυψης ημερομηνίας 18/8/2010, κάτι που καταδεικνύει και τη σχετικότητα των εγγράφων αυτών με την επίδικη διαφορά. Η αποκάλυψη των εγγράφων αυτών δεν έχει διαφανεί να επηρεάζει δυσμενώς τους εναγομένους. Τα όσα προβάλλονται σε σχέση με το ζήτημα είναι γενικόλογα και δεν καταδεικνύουν τέτοιο δυσμενή επηρεασμό. Δεν διαφάνηκε ακόμα ότι παρά και την παρέλευση έξη και πλέον χρόνων από την καταχώρηση της αγωγής, η αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση αφού όπως προκύπτει από την ένορκο δήλωση αυτή καταχωρήθηκε μετά τη διαπίστωση της παράλειψης του ενάγοντα να τα αποκαλύψει και η οποία οφειλόταν σε λανθασμένη αρχειοθέτηση των εγγράφων αυτών και τοποθέτηση τους σε φάκελο άλλης υπόθεσης και εν πάση περιπτώσει πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Ούτε και έχει διαφανεί ότι η παρέλευση του χρονικού αυτού διαστήματος, συνιστά με οποιοδήποτε τρόπο κατάχρηση στη διαδικασία, όπως είναι η εισήγηση των εναγομένων. Σημαντικό πάντως είναι και πρέπει να λεχθεί ότι η μη αποκάλυψη κάποιου εγγράφου, δεν συνεπάγεται χωρίς άλλο ότι δεν θα επιτραπεί και η παρουσίαση του κατά τη δίκη, αφού στην περίπτωση που ήθελε καταδειχθεί ικανοποιητικός λόγος για την παράλειψη, θα μπορούσε ενδεχομένως η παρουσίαση του να επιτραπεί. Ουσιαστικό κριτήριο στο οποίο δίδεται καθοριστική σημασία αποτελεί η ανάγκη να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα στοιχεία, έτσι ώστε να καταστεί δυνατή η πλήρης απονομή δικαιοσύνης. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω θεωρώ ότι η αίτηση θα πρέπει να εγκριθεί. Σε σχέση με τα έξοδα της αίτησης θεωρώ ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχουν λόγοι απόκλισης από το βασικό κανόνα, σύμφωνα με τον οποίο τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας. Και αυτό γιατί ο ενάγοντας/αιτητής φέρει από τη μια την ευθύνη για τη μη αρχική αποκάλυψη των εγγράφων, ενώ από την άλλη η ένσταση που οι εναγόμενοι/καθ' ων η αίτηση έχουν προβάλει κρίθηκαν αβάσιμοι. Κρίνεται συνεπώς ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις όπως η κάθε πλευρά επωμισθεί τα έξοδα της. Συνακόλουθα εκδίδεται διάταγμα με το οποίο επιτρέπεται στον ενάγοντα να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση αποκάλυψης των εγγράφων που εκτίθενται στην παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης που στηρίζει την υπό κρίση αίτηση εντός 15 ημερών από σήμερα. Η κάθε πλευρά να πληρώσει τα έξοδα της. (Υπ.) ............ Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Civil/interim Subject: apokaliphsi egrafon cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.