D & H EXECUTIVE HOMES LTD ν. Σόφη Νεοφύτου, Αρ. Αγωγής: 3781/2014, 23/4/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A100 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Xρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3781/2014 Μεταξύ: D & H EXECUTIVE HOMES LTD, εκ Λεμεσού Εναγόντων και Σόφη Νεοφύτου, εκ Λεμεσού Εναγόμενης ------------------------------------------------ Αίτηση ημερομηνίας 16.1.2015 για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης Ημερομηνία: 23.4.15 Εμφανίσεις: Για ενάγοντες - αιτητές: κ.κ. Χρίστος Σ. Χριστοφόρου ΔΕΠΕ για την απαγγελία απόφασης κ. Χριστοφή. Για εναγόμενη - καθ' ης η αίτηση: κ.κ. Χρίστος Τιμοθέου και Λοίζος Νεοφύτου, για την απαγγελία απόφασης κ. Τιμοθέου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την Έκθεση Απαίτησης τους οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η εναγόμενη κατά ή περί την 19.4.05 δυνάμει έγγραφης συμφωνίας με τους ενάγοντες αγόρασε μια κατοικία στο χωριό Πύργος στην Λεμεσό. Με ξεχωριστή συμφωνία μεταξύ των διαδίκων η οποία αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της συμφωνίας 19.4.05 συμφωνήθηκε όπως προς διευκόλυνση και με σκοπό εξασφάλισης δανείου από την εναγόμενη οι ενάγοντες να υποθυκεύσουν το πωλούμενο ακίνητο και τα έξοδα θα επιβαρύνουν την εναγόμενη και σε περίπτωση όπου οι ενάγοντες πλήρωναν τα έξοδα η εναγόμενη ανέλαβε να αποζημιώσει τους ενάγοντες και θα επιβαρυνόταν με τόκο προς 9%. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης οι ενάγοντες στις 25.4.05 για σκοπούς εξασφάλισης δανείου από μέρους της εναγομένης εξέδωσαν εγγυητική επιστολή η οποία θα ανανεωνόταν μέχρι εκδόσεως ξεχωριστού τίτλου επ ονοματι της εναγομένης. Η εναγόμενη πλήρωσε τα έξοδα της εγγυητικής μέχρι 26.4.06 και για τα οφειλόμενα έξοδα από Απρίλιο 2006 μέχρι και Απρίλιο 2010 καταχωρήθηκε η Αγωγή 2394/09 Ε.Δ. Λεμεσού εις την οποία εκδόθηκε απόφαση εκ συμφώνου και η εναγόμενη εξόφλησε το εξ αποφάσεως χρέος. Η απαίτηση των εναγόντων είναι για το ποσό των €12.558,39σ πλέον 9% τόκους αναφορικά με τα έξοδα ανανέωσης της εγγυητικής για την περίοδο από 26.4.10 μέχρι 25.4.15 τα οποία οι ενάγοντες πλήρωσαν δια λογαριασμό και/ή προς όφελος της εναγομένης η οποία κατά παράβαση των συμβατικών της υποχρεώσεων δυνάμει της συμφωνίας την οποία συνήψε με τους ενάγοντες μέχρι σήμερα παραλείπει να καταβάλει. Με την Υπεράσπιση της η εναγόμενη προβάλλει προδικαστική ένσταση δια της οποίας ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες εμποδίζονται και/ή κωλύονται από του να εγείρουν και προωθήσουν την Αγωγή λόγω του δεσμευτικού Κανόνα Δικαστηρίου που περιλαμβάνεται στην απόφαση ημερ. 21.1.13 στην Αγωγή 2394/09 Ε.Δ. Λεμεσού η οποία αφορούσε τους ίδιους διαδίκους. Κατά την εναγόμενη, με τον πιο πάνω Κανόνα Δικαστηρίου τον οποίο οι ενάγοντες αποκρύβουν, ανέλαβαν την υποχρέωση να καταβάλουν οι ίδιοι τα αξιούμενα ποσά μέχρι την έκδοση ξεχωριστού τίτλου εγγραφής του πωλούμενου ακινήτου. Τα πιο πάνω αποτελούν και την ουσία της υπεράσπισης της εναγομένης εκτός από προδικαστικές ενστάσεις. Μετά την καταχώρηση της υπεράσπισης, η οποία καταχωρήθηκε στις 8.10.14, στις 16.1.15 οι ενάγοντες καταχώρησαν την υπό εξέταση αίτηση. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι εμφανείς από την αίτηση και δεν καθίσταται αναγκαίο να επαναλάβω το περιεχόμενο τους. Συνοπτικά οι ενάγοντες με την αίτηση τους αιτούνται την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης δια της προσθήκης του περιεχομένου του Κανόνα Δικαστηρίου, ζητούν την ακύρωση του εν λόγω Κανόνα λόγω του ότι συνήφθηκε με απάτη και/ή δόλο και/ή ψευδείς παραστάσεις παραθέτοντας λεπτομέρειες δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων από μέρους της εναγομένης η οποία κατά τους ενάγοντες είναι υπαίτια για την μη έκδοση του τίτλου εγγραφής του πωλούμενου ακινήτου και ζητούν την έκδοση Διατάγματος δια του οποίου θα καθίσταται άκυρος ο Κανόνας Δικαστηρίου Η αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.20, Δ.25, Θ.1,2,4 και 5, Δ.48 Θ.1 -4, 8 και 9 και Δ.64 και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας Ράντας Χριστοφόρου, η οποία εργάζεται στο γραφείο των δικηγόρων των εναγόντων. Συνοπτικά, η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι μετά από πρόσφατη μελέτη της υπόθεσης με τους ενάγοντες και τον δικηγόρο ο οποίος χειρίζεται την υπόθεση στα πλαίσια ετοιμασίας των δικογράφων εκ παραδρομής και/ή καλόπιστης αβλεψίας και/ή λάθους παραλείφθηκε να συμπεριληφθεί η αιτούμενη τροποποίηση με την οποία επιδιώκεται η συμπερίληψη του Κανόνα Δικαστηρίου ημερ. 23.1.
- Η αιτούμενη τροποποίηση έχει σκοπό να τακτοποιήσει δικογραφικά την Έκθεση Απαίτησης για να μπορέσουν οι ενάγοντες να προσκομίσουν την μαρτυρία τους. Η αίτηση γίνεται καλή τη πίστη και δεν θα προκαλέσει ζημιά στην άλλη πλευρά η οποία να μην μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα. Είναι η θέση της ότι με τις αιτούμενες τροποποιήσεις θα μπορέσουν να παρουσιαστούν στο Δικαστήριο όλα τα γεγονότα για να υπάρχει πλήρης εικόνα των επίδικων ζητημάτων. Αναφορικά με το χρόνο που υποβάλλεται η αίτηση, ισχυρίζεται ότι δεν θα επηρεάσει με οποιοδήποτε τρόπο τα δικαιώματα της εναγομένης αφού η ακρόαση της αγωγής δεν έχει αρχίσει. Η εναγόμενη καταχώρησε ένσταση στις αιτούμενες τροποποιήσεις προβάλλοντας πέντε λόγους ένστασης: (α) Οι ισχυρισμοί που επιδιώκουν να προσθέσουν οι Ενάγοντες-Αιτητές στην Έκθεση Απαίτησης τους ήταν εξ' αρχής γνωστοί σε αυτούς, και δεν αιτιολόγησαν την αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης ως όφειλαν. (β) Οι Ενάγοντες-Αιτητές με τις αιτούμενες τροποποιήσεις επιχειρούν να εισάξουν νέα βάση αγωγής, με αποτέλεσμα να μεταβάλλουν άρδην την ουσία της υφιστάμενης Έκθεσης Απαίτησης. Περαιτέρω η επιδιωκόμενη νέα βάση αγωγής δεν μπορεί να συνεκδικαστεί με την υφιστάμενη βάση αγωγής. (γ) Οι Ενάγοντες-Αιτητές με τις αιτούμενες τροποποιήσεις δεν επιδιώκουν να δικογραφήσουν ορθά τις θέσεις τους, αλλά προσπαθούν να διασώσουν μια λανθασμένη αγωγή, η οποία είναι καταδικασμένη σε απόρριψη. (δ) Οι Ενάγοντες - Αιτητές ενεργούν κακόπιστα καθότι ουδεμία αναφορά για την ύπαρξη του Κανόνα Δικαστηρίου ημερομηνίας 21/1/2013 γίνεται στην υφιστάμενη Έκθεση Απαίτησης, με αποτέλεσμα να μην μπορούν τώρα να ισχυρίζονται ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί εκ παραδρομής δεν συμπεριλήφθηκαν σε αυτή. (ε) Η Εναγόμενη - Καθ' ής η Αίτηση σε περίπτωση έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά, καθότι η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή ως έχει σήμερα είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Η νομική βάση της ένστασης είναι, μεταξύ άλλων, η Δ.20, Δ.25, Θ.1 - 6 και Δ.48, Θ.4 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκο δήλωση της εναγομένης η οποία ουσιαστικά επαναλαμβάνει και επιβεβαιώνει τους λόγους ένστασης, ως ανωτέρω και ζητά την απόρριψη της αίτησης. Η ακρόαση της παρούσας αίτηση διεξήχθη στην βάση γραπτών αγορεύσεων με βάση τις οποίες αμφότερες οι πλευρές προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Δεν κρίνεται σκόπιμο να αναφερθώ σε ολόκληρο το περιεχόμενο των αγορεύσεων και θα αναφέρομαι στα σημεία αυτών όπου κρίνεται αναγκαίο. Η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων και στη Δ.25 θ.1 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών η οποία αποτελεί τη βασική πρόνοια που παρέχει δυνατότητα τροποποίησης κλητηρίου εντάλματος και/ή δικογράφου. Οι γενικές διατάξεις της Δ.25 είναι αυτές που δίδουν στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να προβαίνει στις σχετικές τροποποιήσεις. Η Δ.25 Θ.1 στην οποία στηρίζεται η αίτηση προνοεί ως ακολούθως: "
- The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties." Όσον αφορά τις βασικές αρχές σε θέματα τροποποίησης στο The Annual Practice 1958, στη σελ. 622, η γενική αρχή εκτίθεται ως εξής: "In Tildesley v. Harper, 10 Ch. D. pp. 396, 397, Bramwell, L.J., said: "My practice has always been to give leave to amend unless I have been satisfied that the party applying was acting mala fide, or that, by his blunder, he had done some injury to his opponent which could not be compensated for by costs or otherwise". "However negligent or careless may have been the first omission, and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side. There is no injustice if the other side can be compensated by costs" (per Brett, M.R., Clarapede v. Commercial Union Association, 32 W.R. p. 263; Weldon v. Neal, 19 Q.B. D. p. 396; Australian Steam Navigation Co. v. Smith, 14 App. Cas. P.320; Hunt v. Rice & Son, 53 T.L. R.931, C.A and see the remarks of Bowen, L.J., Cropper v. Smith, 26 Ch. D. pp. 710, 711, of Lindley, L.J., Indigo Co. v. Ogilvy,
(1891)2 Ch. 39, and of Pollock, B., Steward v. North Metropolitan Tramways Co., 16 Q.B.D. p. 180, and C.A.P. 558). An amendment ought to be allowed if thereby "the real substantial question can be raised between the parties", and multiplicity of legal proceedings avoided." Eιδικότερα στο ίδιο σύγγραμμα, σελ. 624, γίνεται εκτενής αναφορά στις νομικές αρχές που διέπουν την τροποποίηση πριν την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης, όπως ισχύει στην προκειμένη περίπτωση: "Leave is readily granted, on payment of the costs occasioned, unless the opponent will be placed in a worse position than he would have been if the amended pleading had been delivered in the first instance (Steward v. North Metropolitan Tramways Co., 16 Q.B. D.556), or some injury caused to him for which he cannot be compensated by payment of costs .» Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος είναι πλούσια και ιδιαίτερα διαφωτιστική. Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι ότι η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Κυρίαρχο επίσης στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι η παροχή δυνατότητας σε κάθε διάδικο να θέσει ενώπιον του το σύνολο των πραγματικών διαφορών των διαδίκων. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ.11 και Περικτιόνη Χρίστου ν Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704. Στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenman Navigation
(1989)1 (E) A.A.Δ.33, τέθηκαν καθαρά οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε αιτήσεις τροποποίησης. Συγκεκριμένα στη σελίδα 36 αναφέρονται τα πιο κάτω: «Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου μπορεί να συνοψιστούν ως εξής:
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντίδικου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο Αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη». Η σύγχρονη τάση σε αιτήσεις τροποποίησης παρατηρείται να είναι φιλελεύθερη (βλ. Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Κ. Σιακόλα,
(2002)1 (Α) ΑΑΔ 223). Στην υπόθεση Δόμνα Χριστοδούλου ν Αθηναϊδος Ι. Χριστοδούλου κ.α
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, λέχθηκε ότι η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης ή αβλεψίας, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με έξοδα (βλ. SABA & Co. (T.M.P) v T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426). Η πιο πάνω αρχή περιορίστηκε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ. ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, όπου τονίστηκε ότι το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης. Αναφορικά με το χρόνο στον οποίο υποβάλλεται αίτηση για τροποποίηση, παραπέμπω στην υπόθεση Astor Co. κ.α. ν. Α & G Leventis Ltd κα
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, στην οποία λέχθηκε ότι σε αιτήσεις για τροποποίηση δικογράφων ο παράγοντας χρόνος είναι μεν σχετικός και συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος, εάν και ο παράγοντας αυτός δεν είναι καθοριστικός υπό την έννοια ότι δεν πρέπει από μόνος του να οδηγεί σε απόρριψη. Φυσικά το σημαντικό δεν είναι η ευρύτητα του χρόνου που διέρρευσε, γιατί διαφορετικά θα ήταν άσκοπη η ενασχόληση με το θέμα, αλλά το χρονικό σημείο που ο αιτητής διαπίστωσε την αναγκαιότητα της τροποποίησης και ο χρόνος που επέλεξε για να δράσει προς αυτή την κατεύθυνση. Περαιτέρω, αποτελεί αρχή ότι τροποποίηση, η αναγκαιότητα της οποίας ήταν σαφώς φανερή ή έκδηλη από καιρό αλλά δεν ζητήθηκε, δεν θα επιτραπεί λόγω του ότι θα δημιουργήσει ακόμα περισσότερη καθυστέρηση αλλά και διότι οι διάδικοι οφείλουν να ετοιμάζουν τη σχετική δικογραφία τους με την απαραίτητη ενδελέχεια και να καταγράφουν από νωρίς τις συγκεκριμένες τους θέσεις οι οποίες είναι ή θα πρέπει να είναι γνωστές σ΄ αυτούς από την αρχή που εκτυλίσσονται τα γεγονότα. Σύμφωνα με τη νομολογία, ο βέβαιος προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων καθώς και η διατύπωση των εκατέρωθεν θέσεων και η απόδειξη τους μέσα σε σταθερό πλαίσιο, είναι άλλος ένας σημαντικός παράγοντας, ο οποίος υπεισέρχεται στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. Kallice Holding Co Ltd v. MTR Metals (Overseas) Ltd (πιο πάνω), Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία ν. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 A.A.Δ. 607, και United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 A.A.Δ. 501). Το όλο ζήτημα όμως παραμένει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω αρχές θα προχωρήσω να εξετάσω την αίτηση λαμβάνοντας υπόψη μου του λόγους ένστασης της εναγομένης οι οποίοι εκτίθενται με λεπτομέρεια ανωτέρω. Έχω μελετήσει την Έκθεση Απαίτησης των εναγόντων και παρατηρώ ότι στην παρ. 8 της Έκθεσης Απαίτησης γίνεται αναφορά στην Αγωγή 2394/09 του Ε.Δ. Λεμεσού και προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι εκδόθηκε απόφαση στις 23.1.13 (προφανώς οι Ενάγοντες αναφέρονται στην απόφαση ημερ. 21.1.13) για τα έξοδα ανανέωσης της τραπεζικής εγγυητικής για την περίοδο Απριλίου 2006 μέχρι Απρίλιο 2010 και το ποσό που αφορούσε η πιο πάνω Αγωγή εξοφλήθηκε από την εναγόμενη. Πρωτού εξετάσω την ουσία της αίτησης και τους λόγους ένστασης σε αυτό το σημείο θα αναφέρω ότι με βάση την ισχύουσα Νομολογία ο Κανόνας Δικαστηρίου ή συμφωνία επί Δικαστηρίω αποτελεί απλή σύμβαση μεταξύ των μερών που δεν μετατρέπεται αυτόματα σε δικαστική απόφαση, γι' αυτό και χρειάζεται η έγερση νέας αγωγής προς εφαρμογή της ή ακύρωσης της. (βλ. Απαισιώτη ν. Ραγιά
(1993)1 ΑΑΔ 882, Μούχτου ν. Χείμαρου
(2001)1 ΑΑΔ, 1794 και Αίτηση Λευτέρη Μήλου κ.α. Αίτηση (Certiorari) Αρ. 18/2008, ημερ. 14.3.2008). Στην προκειμένη περίπτωση ο Κανόνας Δικαστηρίου ημερ. 21.1.13 προέβλεπε τα εξής: «Συμφωνείται μεταξύ των διαδίκων ότι τα οποιαδήποτε έξοδα αφορούν στην επίδικη τραπεζική εγγυητική σε σχέση με την έκδοση και ή ανανέωση της και ή άλλως για την περίοδο από τον Απρίλιο 2010 μέχρι και την έκδοση ξεχωριστού τίτλου εγγραφής του επίδικου ακινήτου επ 'ονοματι της εναγομένης θα επιβαρύνουν τους Ενάγοντες.» Εις την Αγωγή 2394/09 όπου εκδόθηκε και ο Κανόνας Δικαστηρίου οι ενάγοντες ήταν οι ενάγοντες στην παρούσα Αγωγή και εναγόμενη ήταν η εναγόμενη στην παρούσα Αγωγή. Επομένως με τον πιο πάνω Κανόνα Δικαστηρίου προβλέπεται ρητά ότι οι ενάγοντες θα καταβάλλουν τα έξοδα έκδοσης και ή ανανέωσης και ή άλλως της τραπεζικής εγγύησης από τον Απρίλιο 2010 μέχρι έκδοσης ξεχωριστού τίτλου εγγραφής του ακινήτου το οποίο αγόρασε η εναγόμενη από τους ενάγοντες. Οι υποχρεώσεις των εναγόντων με βάση τον πιο πάνω Κανόνα αναφέρονται ρητά επομένως γνώριζαν από τον χρόνο δήλωσης του πιο πάνω Κανόνα ότι οι ίδιοι θα κατέβαλλαν τα έξοδα της εγγυητικής και συνεπώς η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλλει τα έξοδα της εγγυητικής έπαυσε να ισχύει από 21.1.13. Επομένως έχοντας υπόψη την πιο πάνω Νομολογία αναφορικά με την εφαρμογή ή ακύρωση Κανόνα Δικαστηρίου συνεπάγεται ότι οι ενάγοντες σε περίπτωση όπου επέλεγαν να ακυρώσουν τα όσα έχουν συμφωνηθεί στις 21.1.13 το μόνο που νομιμοποιούνταν να πράξουν ήταν να εγείρουν νέα Αγωγή ζητώντας την ακύρωση του Κανόνα Δικαστηρίου προωθώντας τους ισχυρισμούς οι οποίοι αναφέρονται στην αίτηση τροποποίησης τους. Ερχόμενη τώρα στον πρώτο λόγο ένστασης ότι δηλαδή οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις ήταν γνωστές στους Ενάγοντες και δεν δικαιολόγησαν την αναγκαιότητα τροποποίησης, οι ενάγοντες προβάλλουν στην ένορκο δήλωση η οποία συνοδεύει την αίτηση ότι η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε μετά από πρόσφατη μελέτη της υπόθεσης με τους ενάγοντες και τον δικηγόρο ο οποίος χειρίζεται την υπόθεση στα πλαίσια προετοιμασίας των δικογράφων όπου διαπιστώθηκε ότι εκ παραδρομής και/ή καλόπιστης αβλεψίας και/ή λάθους παραλείφθηκε να συμπεριληφθούν οι αιτούμενες τροποποιήσεις. Είναι γνωστό από την Νομολογία και το αναγνωρίζω ότι η σύγχρονη τάση είναι ακόμα και σε περιπτώσεις λάθους και ή αμέλειας να εγκρίνεται η τροποποίηση από το Δικαστήριο. Η παρούσα όμως περίπτωση θεωρώ ότι διαφέρει από πολλές άλλες. Οι ενάγοντες στην παρούσα Αγωγή αναφέρουν στην Έκθεση Απαίτησης τους την Αγωγή 2394/09 καθώς και την απόφαση η οποία εκδόθηκε και μάλιστα αναφέρουν ότι έχει εξοφληθεί. Από την άλλη η ενόρκως δηλούσα στην αίτηση αναφέρει ότι κατά την προετοιμασία των δικογράφων προέκυψε η ανάγκη συμπερίληψης του Κανόνα Δικαστηρίου. Κατ'αρχάς με την προβαλλόμενη δικαιολογία εγείρεται το ερώτημα ποια δικόγραφα προετοίμαζαν οι ενάγοντες εφόσον ουδεμία αναφορά γίνεται σε προετοιμασία συγκεκριμένου δικογράφου. Το δικόγραφο της Έκθεσης Απαίτησης ήταν ήδη καταχωρημένο και Απάντηση στην Υπεράσπιση δεν είχε καταχωρηθεί εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας ούτε αναμένεται λογικά μετά την παρέλευση τριών μηνών από την καταχώρηση της Υπεράσπισης να καταχωρηθεί οποιοδήποτε άλλο δικόγραφο. Επομένως η ενόρκως δηλούσα δεν κατάφερε να πείσει το Δικαστήριο ως προς την αλήθεια των όσων αναφέρει καθότι είχε καθήκον να εξηγήσει με περισσότερη σαφήνεια τα όσα αναφέρει. Αντίθετα περιορίστηκε σε γενικότητα και αοριστία. Πέραν των πιο πάνω εύλογα προκύπτουν τα ακόλουθα ερωτήματα τα οποία με έχουν προβληματίσει. Πώς είναι δυνατόν ενώ κατά την ετοιμασία της έκθεσης απαίτησης να γίνεται αναφορά στην απόφαση ημερ. 21.1.13 χωρίς όμως να γίνεται αναφορά στον Κανόνα Δικαστηρίου ο οποίος προβλέπετο εις το ίδιο έγγραφο όπως φαίνεται από την συνημμένη απόφαση ημερ. 21.1.13 στην Αίτηση. Επίσης πως είναι δυνατόν οι ενάγοντες να καταχωρούν Αγωγή αξιώνοντας το αιτούμενο ποσό λόγω παράβασης συμφωνίας από μέρους της εναγομένης, ενώ οι υποχρεώσεις της εναγομένης με βάση την αρχική συμφωνία μετατέθηκαν στους ίδιους τους ενάγοντες με τον Κανόνα Δικαστηρίου και αντί να προβούν σε ακύρωση ή άλλως πως του εν λόγω Κανόνα να επιλέγουν την καταχώρηση Αγωγής βασίζοντας την αξίωση τους στην αρχική συμφωνία. Οι ενάγοντες ήταν γνώστες του Κανόνα εφόσον προβλέπει υποχρεώσεις των ιδίων, επομένως η δικαιολογία η οποία προβάλλεται από τους ενάγοντες δεν μπορεί να θεωρηθεί καλόπιστη ή ικανή να τεκμηριώσει τους λόγους οι οποίοι προβάλλονται για την αιτιολόγηση των αιτημάτων τους. Ο Κανόνας Δικαστηρίου ήταν ευθύς εξ αρχής γνωστός στους ενάγοντες και τα όσα επιχειρούν να εισάγουν στο Δικόγραφο τους ήταν επίσης γνωστά από την καταχώρηση της Αγωγής εφόσον αναφορά στην απόφαση ημερ. 21.1.13 γίνεται στην Έκθεση Απαίτησης χωρίς όμως να επιδιώκεται η ακύρωση της συμφωνίας επί Δικαστηρίω ευθύς εξ αρχής παρά μόνο μετά την έγερση των προδικαστικών ενστάσεων της εναγομένης. Δεδομένου ότι τα γεγονότα και η ανάγκη για την τροποποίηση προέκυψε από στοιχεία τα οποία βρίσκονταν στο φάκελο που τηρείται από τους ενάγοντες, θεωρώ ότι αυτά ήταν σε γνώση τους και όφειλαν να εντοπίσουν την αναγκαιότητα της έγερσης των αιτούμενων τροποποίησεων ευθύς εξ αρχής. Σχετικά με τα πιο πάνω είναι τα όσα λεχθήκαν στην απόφαση IKOS CIF LTD v Martin Coward κ.α., ECLI:CY:AD:2014:A205, Πολιτικές Εφέσεις 137/13 και 138/13, ημερομηνίας 20.3.2014, σύμφωνα με την οποία: «Πάγια νομολογία διαμόρφωσε τον κανόνα ότι αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. (Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. και United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 A.Α.Δ. 501, 510). Η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.» Ενόψη των πιο πάνω δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω με τον πρώτο λόγο ένστασης της εναγομένης. Όσον αφορά τους λόγους ένστασης δυο και τρια και πάλι αναγνωρίζω ότι με βάση τη Νομολογία όπως αναφέρεται και ανωτέρω η τροποποίηση εγκρίνεται ακόμα και αν με αυτή εισάγεται νέα βάση Αγωγής. Και πάλι όμως θα αναφέρω ότι η παρούσα περίπτωση είναι ιδιάζουσα. Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω η ακύρωση ή εφαρμογή ενός Κανόνα ή Συμφωνίας Δικαστηρίου επιτυγχάνεται μόνο με την καταχώρηση νέας Αγωγής. Είναι ξεκάθαρο ότι αυτό που επιδιώκουν οι ενάγοντες είναι να ακυρώσουν τον Κανόνα Δικαστηρίου ενέργεια την οποία θα έπρεπε υποχρεωτικά να κάνουν πριν να καταχωρήσουν την παρούσα Αγωγή. Οι Ενάγοντες όφειλαν να επιδιώξουν την ακύρωση του Κανόνα Δικαστηρίου και μετά και εφόσον αυτός ακυρώνετο να αξιώσουν τα ισχυριζόμενα οφειλόμενα ποσά. Είμαι της άποψης και συμφωνώ επί του προκειμένου με την θέση της εναγομένης και προσθέτω ότι σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης όχι μόνο θα αλλάξει η βάση της Αγωγής αλλά θα τεθεί η βάση Αγωγής η οποία εξέλειπε από την αρχή. Η υπό κρίση περίπτωση παρουσιάζει αυτή την ιδιαιτερότητα την οποία έχω μόλις περιγράψει ότι δηλαδή λόγω της ύπαρξης του Κανόνα Δικαστηρίου θα έπρεπε να προηγηθεί Αγωγή για την ακύρωση του πρωτού αξιώσουν οι ενάγοντες οποιοδήποτε ποσό από την εναγομένη, εφόσον αυτό επιδιώκουν τελικά οι ενάγοντες. Η δημιουργία αγώγιμου δικαιώματος εναντίον κάποιου εναγόμενου δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσω της αίτησης τροποποίησης, αλλά μέσω της καταχώρησης νέας αγωγής. (βλ. IKOS CIF LTD ανωτέρω) Σχετικό επίσης είναι και το πιο κάτω απόσπασμα απόσπασμα από το Annual Practice 1959, όπου στην σελ. 627 αναφέρονται τα ακόλουθα: «The court will not refuse to allow an amendment simply because it introduces a new case. But it will do so where the amendment would change the action into one of a substantially different character which would more conveniently be the subject of a fresh action.» Συμφωνώ επίσης με την θέση της εναγομένης ότι η επιδιωκόμενη νέα βάση της Αγωγής δεν μπορεί να συνεκδικαστεί με την υφιστάμενη βάση Αγωγής εφόσον η υφιστάμενη Αγωγή αναφέρεται σε συμφωνία η οποία όπως προκύπτει από τον Κανόνα Δικαστηρίου τροποποιήθηκε ή ακυρώθηκε μεταφέροντας τις υποχρεώσεις της εναγομένης στους ενάγοντες ενώ με τις αιτούμενες τροποποιήσεις επιδιώκεται η ακύρωση άλλης συμφωνίας με περιεχόμενο άκρως αντίθετο. Και ενώ το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει και ερμηνεύσει δυο ξεχωριστές συμφωνίες θα πρέπει να εξετάσει και την ακύρωση του Κανόνα Δικαστηρίου για τους λόγους οι οποίοι επιδιώκονται να εισαχθούν στο δικόγραφο. Είμαι της άποψης πως εάν επιτραπεί η τροποποίηση, θα περιπλέξει τα επίδικα θέματα και την εκδίκαση της υπόθεσης, θα προκαλέσει σύγχυση και θα φέρει την πλευρά της εναγομένης σε δύσκολη θέση αφού δεν είναι σαφής η υπόθεση στην οποία θα καλείται να απαντήσει, προκαλώντας έτσι σίγουρα και βλάβη στην ίδια μη δυνάμενη να αποζημιωθεί με έξοδα. Η πιο πάνω τοποθέτηση μου απορρέει από το γεγονός ότι στο τελικό δικόγραφο των εναγόντων ως αυτό θα διαμορφωθεί εάν η τροποποίηση επιτραπεί θα παρουσιάζονται για τα ίδια ζητήματα ποικίλες θέσεις εκ διαμέτρου αντίθετες ήτοι μια για ισχυριζόμενη παράβαση της συμφωνίας για καταβολή των εξόδων της εγγυητικής από μέρους της εναγομένης και μια για ακύρωση του Κανόνα Δικαστηρίου η οποία ανατρέπει την όλη υπάρχουσα Αγωγή γεγονός που προκαλεί σύγχυση, καθιστά ασαφή τη θέση των εναγόντων και δημιουργεί πολυπλοκότητα στην όλη διαδικασία. Η ουσιαστική αλλαγή της βάσης της αγωγής είναι κατά την άποψη μου τέτοια η οποία θα ήταν προτιμότερο και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να διαχωριστεί από την υφιστάμενη και να συμπεριληφθεί σε νέα αγωγή. Επομένως με βάση τα πιο πάνω κρίνω ότι ο δεύτερος και τρίτος λόγος ένστασης ευσταθούν. Με τον τέταρτο λόγο ένστασης η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες ενεργούν κακόπιστα καθότι ουδεμία αναφορά κάνουν στην έκθεση απαίτησης τους για την ύπαρξη του Κανόνα Δικαστηρίου. Στο σύγγραμμα Bullen and League, 12η έκδοση, στη σελίδα 130 γίνεται αναφορά στο πότε μια αίτηση μπορεί να θεωρηθεί ότι υποβάλλεται καλόπιστα: "The first and in a way paramount consideration is whether the application for leave to amend is made in good faith. For these purposes good faith means that the amendment is sought for the purpose of raising the real controversy between the parties and is not dishonest or intended to overreach the opposite party or made for any other ulterior motive and relies on facts which are substantially true and germane to the matters in controversy between the parties. If therefore the court is not satisfied as to the truth and substantiality of the proposed amendment it will be refused." Είναι γεγονός όπως αναφέρεται ανωτέρω ότι οι ενάγοντες ενώ αναφέρουν στο δικόγραφο τους την ύπαρξη της Αγωγής 2394/09 όπου εκδόθηκε απόφαση και έχει πληρωθεί το εξ αποφάσεως χρέος από την εναγόμενη ουδεμία αναφορά κάνουν στην ύπαρξη του Κανόνα Δικαστηρίου ο οποίος επενεργεί εναντίον τους. Σίγουρα το Δικαστήριο θα εξέταζε υπό άλλη σκοπιά το αίτημα των εναγόντων εάν δεν γινόταν καμία αναφορά στην παρούσα Αγωγή για την εκ συμφώνου έκδοση απόφασης ημερ. 21.1.13 αλλά από την στιγμή όπου γίνεται επιλεκτική αναφορά στο περιεχόμενο της αποφεύγοντας την αναφορά και αποκάλυψη του Κανόνα Δικαστηρίου ο οποίος δηλώθηκε εκ συμφώνου δεν μπορεί να δοθεί ερμηνεία άλλη από αυτή της κακοπιστίας από μέρους των εναγόντων. Δεν έχει διαφανεί ούτε μπορώ να διαπιστώσω ότι η μη συμπερίληψη των αιτούμενων τροποποιήσεων πρόκειται για λάθος ή απροσεξία των εναγόντων το οποίο εντόπισαν σε κάποιο στάδιο μετά την έγερση της αγωγής επομένως δεν μπορώ παρά να καταλήξω ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν υποβάλλεται καλόπιστα. Από την άλλη η θέση της εναγομένης περί κακοπιστίας υποστηρίζεται επαρκώς με τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της εναγομένης αλλά και από τα στοιχεία τα οποία προκύπτουν από τον φάκελο της υπόθεσης ως έχουν αναφερθεί ανωτέρω τα οποία δηλούν την ύπαρξη κακοπιστίας η οποία είναι καταλυτικής σημασίας για την έκβαση της αίτησης των εναγόντων. Ουσιαστικά οι ενάγοντες χρησιμοποιούν την εν λόγω διαδικασία για να περιλάβουν τις αιτούμενες τροποποιήσεις τις οποίες γνώριζαν εκ των προτέρων και αντί να προωθήσουν αρχικά την ακύρωση του Κανόνα Δικαστηρίου όπως και επιβάλλεται από τη Νομολογία αποφάσισαν να προωθήσουν την αξίωση τους με βάση την αρχική συμφωνία. Αυτές οι συνθήκες οδηγούν το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι η παρούσα διαδικασία αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και δεικνύει κακή πίστη εκ μέρους των εναγόντων. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Astor Co. κ.ά. ν.A&G Leventis Ltd. κ.ά. (ανωτέρω) και Saba & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, στις οποίες λέχθηκε ότι δεν δικαιολογείται έγκριση του αιτήματος για τροποποίηση αν προκύπτει εμφανής κακοπιστία εκ μέρους του αιτητή. Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει επίσης στην υπόθεση C&A Pelekanos Associates Ltd. v. Ανδρέα Πελεκάνου
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2075 και στο The Annual Practice 1958 ανωτέρω . Όσον αφορά τον πέμπτο λόγο ένστασης αναφορικά με την πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς στην εναγόμενη η οποία δεν αποζημιώνεται σε χρήμα πιο πάνω αναφέρω στα πλαίσια εξέτασης των άλλων λόγων ένστασης ότι όντως σε περίπτωση έγκρισης της τροποποίησης θα προκληθεί ζημιά στην εναγόμενη η οποία δεν δύναται να αποζημιωθεί με έξοδα. Δεν παραγνωρίζω τις αρχές της Νομολογίας ότι ένας διάδικος δεν υπόκειται σε ανεπανόρθωτη ζημιά εφόσον δεν έχει ακόμα ξεκινήσει η Ακρόαση και αναγνωρίζω ότι η όλη διαδικασία βρίσκεται σε αρχικό στάδιο, δεν παραγνωρίζω επίσης το γεγονός ότι η εναγόμενη θα έχει την ευκαιρία να καταχωρήσει τροποποιημένη υπεράσπιση παρ' όλα αυτά για τους λόγους που έχουν αναλυτικά εκτεθεί ανωτέρω η παρούσα περίπτωση παρουσιάζει ιδιάζοντα χαρακτηριστικά τα οποία τείνουν σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος τροποποίησης να επηρεάσουν δυσμενώς την εναγόμενη στην προβολή της υπεράσπισης της αλλά και να περιπλέξουν την υπόθεση την οποία αντιμετωπίζει σε βαθμό που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με την έκδοση διαταγής για έξοδα, με αποτέλεσμα να πλήττονται τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Ως εκ των πιο πάνω η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εναγομένης και εναντίον των Εναγόντων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της Αγωγής. (Υπ.)............. Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Action/ Interim Aναφορά:3781-14amendmentclaim cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο