← Κύπρος

ΑΝΤΩΝΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ν. G. ERGODOMIKI LIMITED κ.α., Αγωγή αρ.: 3730/08, 21/4/2015

ΑΝΤΩΝΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ν. G. ERGODOMIKI LIMITED κ.α., Αγωγή αρ.: 3730/08, 21/4/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A95 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 3730/08 Αίτηση ημερ.: 5/3/15 Μεταξύ: ΑΝΤΩΝΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ Ενάγοντα Και

  1. G. ERGODOMIKI LIMITED
  2. ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΙΧΑΗΛ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΙ ΞΥΛΟΤΥΠΩΝ ΛΤΔ Εναγομένων -------------------------------------------------- 21/4/2015 Για τον Ενάγοντα/Καθ' ου η Αίτηση: κ. Σ. Βασιλείου για κα Αργεντούλα Ιωάννου (Η κα Χρ. Κυριάκου για ν' ακούσει απόφαση) Για τους Εναγόμενους 1/Αιτητές: κα Δ. Τταουξιή για Τάσσος Παπαδόπουλος και Συνεργάτες (Ο κ. Π. Μακρίδης για ν' ακούσει απόφαση) Για τους Εναγόμενους 2/Καθ' ων η Αίτηση: κ. Χ. Ιωάννου για κ. Θεόδωρο Μ. Ιωαννίδη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Ενάγοντας, με την υπό εξέταση αγωγή του, αξιώνει γενικές και ειδικές αποζημιώσεις συνεπεία εργατικού ατυχήματος το οποίο επεσυνέβη την 13/11/2006, στο οποίο ενεπλάκη, για την πρόκληση του οποίου καθιστά υπεύθυνες τις Εναγόμενες 1 και 2 εταιρείες. Κατά την αντεξέταση του επιθεωρητή εργασίας, Ευάγγελου Σωκράτους (Μ.Ε.1), από την ευπαίδευτη συνήγορο της Εναγόμενης 1, του υπεβλήθη η ακόλουθη θέση: «Σου υποβάλλω ότι αν λάμβανες κατάθεση θα ενημερωνόσουν ότι ο κύριος εργολάβος (Εναγόμενη 1) είχε δώσει ρητές οδηγίες στον εργοδότη του Ενάγοντα (Εναγόμενη 2) πριν την ημερομηνία του ατυχήματος για παύση όλων των εργασιών στο εργοτάξιο για το λόγο ότι δεν είχαν τοποθετηθεί σκαλωσιές και στο σημείο που είχε φτάσει η οικοδομή θα έπαιρνε κάποιο χρόνο για να τοποθετηθούν σκαλωσιές.» Ηγέρθη ένσταση από πλευράς Ενάγοντα και Εναγόμενης 2 στην υποβολή της ως άνω θέσης για το λόγο ότι, όπως υποστηρίχθηκε από τους ευπαίδευτους συνηγόρους, δεν καλυπτόταν από τα δικόγραφα της Εναγόμενης
  3. Το Δικαστήριο, με ενδιάμεση απόφαση του αποδέχθηκε την ένσταση και δεν επέτρεψε την υποβολή της ως άνω θέσης. Μετά την ως άνω εξέλιξη, η πλευρά της Εναγόμενης 2 αιτήθηκε αναβολή της ακρόασης με σκοπό να υποβάλει, στο ενδιάμεσο, γραπτό αίτημα για τροποποίηση των δικογράφων της, κατά τρόπο ώστε να περιληφθεί σ' αυτά και η θέση, της οποίας το Δικαστήριο δεν επέτρεψε την υποβολή. Στις 5/3/2015 η Εναγόμενη 1 υπέβαλε την υπό εξέταση αίτηση της με την οποία ζητά τις ακόλουθες θεραπείες: «Α. Άδεια ή/και Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται ή/και να επιτρέπεται η τροποποίηση της Υπεράσπισης της Εναγόμενης 1 στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, ως ακολούθως:

(1)Δια της τροποποίησης της υποπαραγράφου (ii) της παραγράφου 6 της Υπεράσπισης της Εναγόμενης 1 στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή με την προσθήκη μετά την φράση «ανεξάρτητος υπεργολάβος» της ακόλουθης πρότασης: «ο οποίος είχε αναλάβει από την Εναγόμενη 1 την κατασκευή και τοποθέτηση των ξυλοτύπων, σκυροδέτησης και αφαίρεσης των ξυλοτύπων σε ολόκληρο το έργο με δικό του προσωπικό και μηχανήματα ή/και ανέλαβε ολόκληρη την πρώτη φάση του έργου που ήταν το σκελέτωμα του κτιρίου και η τοποθέτηση και αφαίρεση των ξυλοτύπων»
(2)Δια της τροποποίησης της υποπαραγράφου (ii) της παραγράφου 6 της Υπεράσπισης της Εναγόμενης 1 στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή με την προσθήκη μετά την φράση «αφορούσε την Εναγόμενη αρ. 2» της ακόλουθης πρότασης: «ή/και η Εναγόμενη 1 ουδεμία ανάμειξη είχε στην εκτέλεση των εργασιών ή/και μεθόδου εργασίας της Εναγόμενης 2 ή/και η ανάμειξη της Εναγόμενης 1 εξαντλείτο αποκλειστικά και μόνο στον έλεγχο της ποιότητας ή/και την πορεία των εργασιών της Εναγόμενης 2.»
(3)Δια της τροποποίησης της υποπαραγράφου (Α)(ν) της παραγράφου 13 της Υπεράσπισης της Εναγόμενης 1 με την προσθήκη μετά την λέξη «γνωρίζει» της ακόλουθης πρότασης: «ή/και αμελώς ή/και ενώ όφειλε προτού ξεκινήσει να εργάζεται εντός του εργοταξίου να αναμένει την εκτέλεση ή/και αποπεράτωση των αναγκαίων προπαρασκευαστικών εργασιών ή/και μέτρων ασφαλείας στο σημείο του ατυχήματος ή/και στο εργοτάξιο από την Εναγόμενη 1 ή/και την Εναγόμενη 2, παρέλειψε να πράξει τούτο ή/και ενώ γνώριζε ότι τον ουσιώδη χρόνο ή/και πριν από την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος η Εναγόμενη 1 έδωσε οδηγίες στην Εναγόμενη 2, υπεργολάβο και εργοδότη του, για διακοπή ή/και παύση όλων των εργασιών εντός του εργοταξίου ή/και ότι η Εναγόμενη 1 έδωσε εντολές να μην εργαστεί κανένα άτομο ή/και υπάλληλος της Εναγόμενης 2 εντός του εργοταξίου μέχρι την λήψη των πιο πάνω μέτρων ή/και ενεργειών, εντούτοις, ο Ενάγοντας αγνόησε ή/και παράκουσε τις πιο πάνω εντολές ή/και ρητές οδηγίες ή/και οδηγίες ή/και κατευθύνσεις της Εναγόμενης 1 και ξεκίνησε να εργάζεται ή/και εργάστηκε σε σημείο ή/και μέρος του εργοταξίου το οποίο γνώριζε ότι ήταν ανασφαλές ή/και αποδέχτηκε ρητά τον κίνδυνο.»
(4)Δια της τροποποίησης της υποπαραγράφου Β(iii) της παραγράφου 13 της Υπεράσπισης της Εναγόμενης 1 με την προσθήκη μετά την λέξη «εγνώριζε» της ακόλουθης πρότασης: «ή/και ενώ τον ουσιώδη χρόνο ή/και πριν από την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος η Εναγόμενη 2 ή/και οι υπάλληλοι της είχαν λάβει οδηγίες ή/και εντολές ή/και κατευθύνσεις από την Εναγόμενη 1 να μην ξεκινήσουν ή/και συνεχίσουν καμία εργασία εντός του εργοταξίου ή/και να μην εργαστεί κανένα άτομο ή/και υπάλληλος της Εναγόμενης 2 εντός του εργοταξίου, περιλαμβανομένου του Ενάγοντα, μέχρι την λήψη των αναγκαίων υπό τις περιστάσεις μέτρων ασφαλείας στο σημείο του ατυχήματος ή/και στο εργοτάξιο από την Εναγόμενη 1 ή/και την Εναγόμενη 2, εντούτοις η Εναγόμενη 2 ή/και οι αντιπροσώποι της ή/και υπαλλήλοι της αγνόησαν τις πιο πάνω ρητές οδηγίες ή/και υποδείξεις ή/και εντολές της Εναγόμενης 1 και έδωσαν οδηγίες στον Ενάγοντα να εργαστεί ή/και του επέτρεψαν να εργαστεί σε σημείο ή/και σε μέρος του εργοταξίου που γνώριζαν ότι ήταν ανασφαλές ή/και έθεσαν σε άμεσα ορατό κίνδυνο πτώσης και τραυματισμού τον Ενάγοντα.» Β. Άδεια ή/και Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται ή/και να επιτρέπεται η τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης της Εναγόμενης 1 εναντίον της Εναγόμενης 2, καταχωρηθείσας στις 07.09.2010 στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, ως ακολούθως:
(1)Δια της τροποποίησης της παραγράφου 5 της Έκθεσης Απαίτησης της Εναγόμενης 1 εναντίον της Εναγόμενης 2 με την προσθήκη μετά την φράση «ανεξάρτητος υπεργολάβος» της ακόλουθης πρότασης: «ο οποίος είχε αναλάβει από την Εναγόμενη 1 την κατασκευή και τοποθέτηση των ξυλοτύπων, σκυροδέτησης και αφαίρεσης των ξυλοτύπων σε ολόκληρο το έργο με δικό του προσωπικό και μηχανήματα ή/και ανέλαβε ολόκληρη την πρώτη φάση του έργου που ήταν το σκελέτωμα του κτιρίου και η τοποθέτηση και αφαίρεση των ξυλοτύπων»
(2)Δια της τροποποίησης της παραγράφου 6 της Έκθεσης Απαίτησης της Εναγόμενης 1 εναντίον της Εναγόμενης 2 με την προσθήκη μετά την τελευταία φράση της παραγράφου «άλλως πως σχέση» της ακόλουθης πρότασης: «ή/και η Εναγόμενη 1 ουδεμία ανάμειξη είχε στην εκτέλεση των εργασιών ή/και μεθόδου εργασίας της Εναγόμενης 2 ή/και η ανάμειξη της Εναγόμενης 1 εξαντλείτο αποκλειστικά και μόνο στον έλεγχο της ποιότητας ή/και την πορεία των εργασιών της Εναγόμενης 2.»
(3)Δια της τροποποίησης της υποπαραγράφου (iii) της παραγράφου 8 της Έκθεσης Απαίτησης της Εναγόμενης 1 εναντίον της Εναγόμενης 2 με την προσθήκη μετά την λέξη «εγνώριζε» της ακόλουθης πρότασης: «ή/και ενώ τον ουσιώδη χρόνο ή/και πριν από την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος η Εναγόμενη 2 ή/και οι υπάλληλοι της είχαν λάβει οδηγίες ή/και εντολές ή/και κατευθύνσεις από την Εναγόμενη 1 να μην ξεκινήσουν ή/και συνεχίσουν καμία εργασία εντός του εργοταξίου ή/και να μην εργαστεί κανένα άτομο ή/και υπάλληλος της Εναγόμενης 2 εντός του εργοταξίου, περιλαμβανομένου του Ενάγοντα, μέχρι την λήψη των αναγκαίων υπό τις περιστάσεις μέτρων ασφαλείας στο σημείο του ατυχήματος ή/και στο εργοτάξιο από την Εναγόμενη 1 ή/και την Εναγόμενη 2, εντούτοις η Εναγόμενη 2 ή/και οι αντιπροσώποι της ή/και υπαλλήλοι της αγνόησαν τις πιο πάνω ρητές οδηγίες ή/και υποδείξεις ή/και εντολές της Εναγόμενης 1 και έδωσαν οδηγίες στον Ενάγοντα να εργαστεί ή/και του επέτρεψαν να εργαστεί σε σημείο ή/και σε μέρος του εργοταξίου που γνώριζαν ότι ήταν ανασφαλές ή/και έθεσαν σε άμεσα ορατό κίνδυνο πτώσης και τραυματισμού τον Ενάγοντα.» Γ. Άδεια ή/και Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται ή/και να επιτρέπεται η τροποποίηση της Υπεράσπισης της Εναγόμενης 1 στην Έκθεση Απαίτησης της Εναγόμενης 2, καταχωρηθείσας στις 28.01.2011 στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, ως ακολούθως:
(1)Δια της τροποποίησης της παραγράφου 5 της Υπεράσπισης της Εναγόμενης 1 στην Έκθεση Απαίτησης της Εναγόμενης 2 με την προσθήκη μετά την φράση «ανεξάρτητος υπεργολάβος» της ακόλουθης πρότασης: «ο οποίος είχε αναλάβει από την Εναγόμενη 1 την κατασκευή και τοποθέτηση των ξυλοτύπων, σκυροδέτησης και αφαίρεσης των ξυλοτύπων σε ολόκληρο το έργο με δικό του προσωπικό και μηχανήματα ή/και ανέλαβε ολόκληρη την πρώτη φάση του έργου που ήταν το σκελέτωμα του κτιρίου και η τοποθέτηση και αφαίρεση των ξυλοτύπων»
(2)Δια της τροποποίησης της παραγράφου 6 της Υπεράσπισης της Εναγόμενης 1 στην Έκθεση Απαίτησης της Εναγόμενης 2 με την προσθήκη μετά την τελευταία φράση της παραγράφου «άλλως πως σχέση» της ακόλουθης πρότασης: «ή/και η Εναγόμενη 1 ουδεμία ανάμειξη είχε στην εκτέλεση των εργασιών ή/και μεθόδου εργασίας της Εναγόμενης 2 ή/και η ανάμειξη της Εναγόμενης 1 εξαντλείτο αποκλειστικά και μόνο στον έλεγχο της ποιότητας ή/και την πορεία των εργασιών της Εναγόμενης 2.»
(3)Δια της απάλειψης της υφιστάμενης παραγράφου 7 της Υπεράσπισης της Εναγόμενης 1 στην Έκθεση Απαίτησης της Εναγόμενης 2 και την αντικατάσταση της με την ακόλουθη νέα παράγραφο 7: «Περαιτέρω ή/και ειδικότερα η Εναγόμενη 1 ισχυρίζεται ότι ενώ κατά πάντα ουσιώδη ως προς την παρούσα αγωγή χρόνο ή/και πριν από την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος η Εναγόμενη 2 ή/και οι υπάλληλοι της είχαν λάβει οδηγίες ή/και εντολές ή/και κατευθύνσεις από την Εναγόμενη 1 να μην ξεκινήσουν ή/και συνεχίσουν καμία εργασία εντός του εργοταξίου ή/και να μην εργαστεί κανένα άτομο ή/και υπάλληλος της Εναγόμενης 2 εντός του εργοταξίου, περιλαμβανομένου του Ενάγοντα, μέχρι την λήψη των αναγκαίων υπό τις περιστάσεις μέτρων ασφαλείας στο σημείο του ατυχήματος ή/και στο εργοτάξιο από την Εναγόμενη 1 ή/και την Εναγόμενη 2, εντούτοις, η Εναγόμενη 2 ή/και οι αντιπροσώποι της ή/και υπαλλήλοι της ενεργώντας τοσούτων αμελώς ή/και κατά παράβαση των εκ του Νόμου ή/και Κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων τους ή/και ενεργώντας υπό την ιδιότητα τους ως εργοδότες του Ενάγοντα και ανεξάρτητοι υπεργολάβοι του έργου, αγνόησαν τις πιο πάνω ρητές οδηγίες ή/και υποδείξεις ή/και εντολές της Εναγόμενης 1 και έδωσαν οδηγίες στον Ενάγοντα να εργαστεί ή/και του επέτρεψαν να εργαστεί σε σημείο ή/και σε μέρος του εργοταξίου που γνώριζαν ότι ήταν ανασφαλές ή/και χωρίς να αναμένουν την αποπεράτωση ή/και τη λήψη των αναγκαίων εργασιών ή/και μέτρων ασφαλείας από την Εναγόμενη 1 ή/και την Εναγόμενη 2, θέτοντας τον Ενάγοντα σε άμεσα ορατό ή/και εύλογα αναμενόμενο κίνδυνο πτώσης ή/και τραυματισμού.» Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Χριστιάνας Αντωνίου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο Γιώργος Χαραλαμπίδης & Σία ΔΕΠΕ, που είναι το γραφείο επιδόσεως στη Λεμεσό, των δικηγόρων της Εναγόμενης
  1. Τα όσα περιγράφει στην ένορκη της δήλωση προέρχονται από πληροφόρηση της από τη δικηγόρο Δέσποινα Τταουξιή, που χειρίζεται προσωπικά την υπόθεση, καθώς και από μελέτη των εγγράφων και της δικογραφίας. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται από την ενόρκως δηλούσα, η κα Τταουξιή ανέλαβε το χειρισμό της παρούσας υπόθεσης κατά το Νοέμβριο του 2014, σε αντικατάσταση του δικηγόρου που χειριζόταν μέχρι τότε την υπόθεση. Η κα Τταουξιή εμφανίστηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου την 24/11/2014, ημερομηνία κατά την οποία η υπόθεση είχε οριστεί για προγραμματισμό της ημερομηνίας ακρόασης. Κατά την ως άνω ημερομηνία η υπόθεση, κατόπιν κοινού αιτήματος όλων των διαδίκων, επαναορίστηκε για οδηγίες την 1/12/2014, ενόψει των προσπαθειών που καταβάλλονταν για κατάληξη σε παραδεκτά γεγονότα και περιορισμό των επίδικων θεμάτων. Οι δικηγόροι του Ενάγοντα υπέβαλαν συγκεκριμένη πρόταση προς τους δικηγόρους των Εναγομένων 1 και 2 για το ποσό των αποζημιώσεων του Ενάγοντα επί πλήρους ευθύνης και η κα Τταουξιή υπέβαλε τη σχετική πρόταση στους πελάτες της για να τύχει της έγκρισης τους. Την 1/12/2014, ενώ οι δικηγόροι των Εναγομένων 1 και 2 είχαν εξασφαλίσει τις εγκρίσεις των πελατών τους για δήλωση των αποζημιώσεων, όπως τις είχε προτείνει ο Ενάγοντας, οι δικηγόροι του διαφοροποίησαν την αρχική τους θέση, σε σχέση με τις αποζημιώσεις που οι ίδιοι είχαν προτείνει και η κα Τταουξιή θα έπρεπε να εξασφαλίσει εκ νέου έγκριση από τους πελάτες της για την διαφοροποιημένη θέση. Το Δικαστήριο κατά την ως άνω ημερομηνία όρισε την υπόθεση για ακρόαση στις 8/1/2015, ενόψει του ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε πρόοδος όσον αφορά τη δήλωση παραδεκτών γεγονότων. Κατά την 8/1/2015 δηλώθηκε εκ συμφώνου το ποσό των γενικών και ειδικών αποζημιώσεων του Ενάγοντα, στη βάση πλήρους ευθύνης των Εναγομένων και, κατόπιν αυτού, παρέμεινε προς εκδίκαση το ζήτημα της ευθύνης. Κατά την ως άνω ημερομηνία η ακρόαση της υπόθεση ανεβλήθη, κατόπιν αιτήματος των δικηγόρων του Ενάγοντα και επαναορίστηκε για ακρόαση την 13/2/
  2. Η πρώτη ουσιαστική επαφή της κας Τταουξιή με την παρούσα υπόθεση ήταν στις 8/1/
  3. Κατ' εκείνη την ημερομηνία παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, για σκοπούς παρακολούθησης της διαδικασίας, ο Αντώνης Γεωργίου, γιος του διευθυντή της Εναγόμενης 1, με τον οποίο η κα Τταουξιή είχε την ευκαιρία να μιλήσει και να συλλέξει πληροφορίες για το επίδικο ατύχημα. Ο κ. Γεωργίου είχε ενημερώσει την κα Τταουξιή ότι τον πλήρη έλεγχο των εργασιών των καλουψιήδων και υπαλλήλων της Εναγόμενης 2, περιλαμβανομένου του Ενάγοντα, είχε η Εναγόμενη 2, που ήταν η υπεργολάβος του έργου και είχε αναλάβει την πρώτη φάση του έργου, συγκεκριμένα το σκελέτωμα της οικοδομής. Η Εναγόμενη 1 δεν είχε λόγο στις εργασίες που εκτελούσε η Εναγόμενη 2 και ο ρόλος της περιοριζόταν στον έλεγχο της ποιότητας των εργασιών και κατά πόσο οι εργασίες εκτελούνταν με βάση το συμφωνηθέν χρονοδιάγραμμα. Ο λόγος που κατά τον χρόνο του ατυχήματος δεν παρίστατο εκπρόσωπος της Εναγόμενης 1 στο εργοτάξιο, ήταν γιατί οι εργασίες είχαν διακοπεί, ή τουλάχιστον αυτό πίστευε η Εναγόμενη 1, αφού προτού επισυμβεί το ατύχημα είχαν δοθεί οδηγίες στον διευθυντή της Εναγόμενης 2, Αντώνη Μιχαήλ, να σταματήσουν όλες οι εργασίες που εκκρεμούσαν εντός του εργοταξίου και να ξεκινήσουν αφού η Εναγόμενη 1 τοποθετούσε σκαλωσιές περιμετρικά του πρώτου ορόφου της υπό ανέγερση οικοδομής, για σκοπούς ασφαλείας. Ειδικότερον, όπως ανέφερε ο κ. Γεωργίου στην κα Τταουξιή, πριν την ημερομηνία του ατυχήματος η Εναγόμενη 2 είχε ολοκληρώσει τις εργασίες του σκελετώματος της πρώτης και πάνω πλάκας του ισογείου της πολυκατοικίας και το επόμενο βήμα ήταν να ξεκινήσουν οι εργασίες τοποθέτησης των ξυλότυπων, σκυροδέτησης και καλουπώματος στον πρώτο όροφο της πολυκατοικίας. Πριν γίνει αυτό, η Εναγόμενη 1 σκόπευε να τοποθετήσει σκαλωσιές στον πρώτο όροφο, περιμετρικά της οικοδομής, έτσι ώστε να μπορέσουν να προχωρήσουν οι εργασίες. Επειδή όμως η τοποθέτηση τους θα έπαιρνε κάποιο χρόνο, η Εναγόμενη 1 ειδοποίησε τον διευθυντή της Εναγόμενης 2 ότι θα έπρεπε να σταματήσουν όλες οι εργασίες στο εργοτάξιο μέχρι να τοποθετηθούν οι σκαλωσιές. Όμως, ο διευθυντής της Εναγόμενης 2 και οι υπάλληλοι του, περιλαμβανομένου του Ενάγοντα, αγνόησαν πλήρως τις ως άνω οδηγίες και συνέχισαν να εργάζονται, με αποτέλεσμα ο Ενάγοντας να πέσει από ύψος και να τραυματιστεί. Η κα Τταουξιή, αφού πήρε όλες τις ως άνω πληροφορίες, πριν την ημερομηνία ακρόασης της υπόθεσης προέβηκε σε μελέτη των δικογράφων, όμως συνεπεία αβλεψίας και καλόπιστου λάθους παρέλειψε να διαπιστώσει ότι οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί της Εναγομένης 1 στα δικόγραφα της δεν κάλυπταν τα πιο πάνω γεγονότα. Η κα Τταουξιή είχε την εντύπωση ότι οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί της Εναγόμενης 1 κάλυπταν τα πιο πάνω αναφερόμενα γεγονότα και οτιδήποτε άλλο πέραν αυτών, θα αποτελούσε δικογράφηση μαρτυρίας. Όμως, όπως διεφάνη κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.1, οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί της Εναγομένης 1 δεν κάλυπταν τη θέση της ότι πριν το ατύχημα είχαν δοθεί οδηγίες στην Εναγόμενη 2 να σταματήσουν όλες οι εργασίες στο εργοτάξιο μέχρι να τοποθετηθούν σκαλωσιές και η Εναγόμενη 2 παρήκουσε τις οδηγίες αυτές. Αφού προέβηκε σε εκ νέου μελέτη των δικογράφων της Εναγομένης 1, διαπίστωσε ότι όλες οι πληροφορίες που πήρε από τον Αντώνη Γεωργίου, αναφορικά με τις συνθήκες του επίδικου ατυχήματος αποτελούσαν ουσιώδεις θέσεις, γι' αυτό θα έπρεπε να δικογραφηθούν. Η δικογράφηση των πιο πάνω γεγονότων είναι ουσιώδους και καθοριστικής σημασίας για το θέμα της ευθύνης και, κατ' αυτό τον τρόπο, το Δικαστήριο θα έχει ολοκληρωμένη εικόνα ενώπιον του αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα του ατυχήματος. Τόσο ο Ενάγοντας, όσο και η Εναγόμενη 2 εναντιώθηκαν στην αιτούμενη θεραπεία. Με τις ειδοποιήσεις πρόθεσης ένστασης τους, τις οποίες καταχώρησαν, προβάλλουν σειρά λόγων ένστασης. Αμέσως πιο κάτω παραθέτω τους βασικούς από αυτούς: Η αίτηση είναι καταχρηστική. Καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση. Δεν δικαιολογείται η καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης. Δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις που έχει θέσει η νομολογία για την έγκριση της αίτησης. Η υποβολή της αίτησης αποτελεί προσπάθεια πρόκλησης περαιτέρω καθυστέρησης στην εκδίκαση της αγωγής. Με την αιτούμενη τροποποίηση γίνεται προσπάθεια εισαγωγής νέων ισχυρισμών οι οποίοι τροποποιούν την ουσία της υφιστάμενης υπεράσπισης, που αναπόφευκτα συνεπάγονται επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων. Η τυχόν αποδοχή της αίτησης θα προκαλέσει υπέρμετρη αδικία και βλάβη στον Ενάγοντα, που δεν είναι δυνατό να αποζημιωθεί με έξοδα, εφόσον η ακροαματική διαδικασία έχει ήδη αρχίσει και έχει ολοκληρωθεί η κυρίως εξέταση του Μ.Ε.
  4. Η τυχόν αποδοχή της αίτησης θα προκαλέσει την επανακλήτευση μαρτύρων προς τον σκοπό περαιτέρω διευκρινίσεων επί των επίδικων θεμάτων, όπως αυτά δυνατό να διαμορφωθούν. Η ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης του Ενάγοντα υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Χριστιάνας Κυριάκου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Ενάγοντα. Η ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης της Εναγόμενης 2 υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του διευθυντή της, Αντώνη Μιχαήλ. Στις υπό αναφορά ένορκες δηλώσεις αναπτύσσονται, κατ' ουσίαν, οι λόγοι ένστασης. Η υπό εξέταση αίτηση στηρίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Θεσμούς Δ.25 Θ. 1-5 και Δ.48 Θ. 1-9 καθώς και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, η δυνατότητα τροποποίησης τέθηκε ως εξής από το Ανώτατο Δικαστήριο: «Αναμφισβήτητα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα.» Στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation Ltd
(1989)1 A.A.Δ. (Ε) 33, τέθηκαν οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου κατά τον χειρισμό αιτήσεων τροποποίησης. Σύμφωνα με αυτές: «
  1. Η τροποποίηση επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας νοουμένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
  2. Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντίδικου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
  3. Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνην που μπορεί να θεραπευτεί με την έκδοση της κατάλληλος διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο Αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
  4. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντίδικου.» Όπως έχει ήδη αναφερθεί, ένας από τους βασικούς λόγους ένστασης είναι ότι η αίτηση υπεβλήθη με υπέρμετρη καθυστέρηση. Στην πρόσφατη υπόθεση IKOS CIF LTD v.
  5. MARTIN COWARD κ.ά., ECLI:CY:AD:2014:A205, Πολ. Εφέσεις αρ. 137/2013 και 138/2013, ημερομηνίας 20/3/2014, το ζήτημα της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης τέθηκε περιεκτικά ως ακολούθως: «Ειδικότερα ως προς το θέμα του παράγοντα χρόνου στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης, σταθερή γραμμή της Νομολογίας αναγνωρίζει ότι ο παράγοντας αυτός είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εξαρχής και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Όταν η καθυστέρηση οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή, η δικαιολόγηση της και η σημασία της ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως εάν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Όπως ήδη έχει καταγραφεί, τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, Astor Manufacturing & Exporting Co κ.ά. ν. A.G. Leventis κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, SABA & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426, Ιωάννης Νικολάου ν. Ζωής Μιλτιάδους κ.ά.,
(2007)1 Α.Α.Δ. 1005).» Στην πιο πάνω υπόθεση το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία απορρίφθηκαν δύο αιτήσεις τροποποίησης της οπισθογράφησης του κλητηρίου εντάλματος και της Έκθεσης Απαίτησης συνεπεία της καθυστέρησης στην υποβολή τους, η οποία θα είχε ως αποτέλεσμα, σε περίπτωση αποδοχής των αιτήσεων, την παράταση της ισχύος ενδιάμεσου διατάγματος που είχε εκδοθεί εναντίον του Εναγόμενου 1 - εφεσίβλητου τρία χρόνια προηγουμένως και, συνακόλουθα, τη συνέχιση επηρεασμού των δικαιωμάτων του. Έχω μελετήσει με προσοχή ολόκληρο το υλικό που έχει τεθεί ενώπιον μου. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι ισχυρισμοί, των οποίων επιδιώκεται η εισαγωγή με την αιτούμενη τροποποίηση, ήταν σε γνώση της Αιτήτριας - Εναγόμενης 1 από τα αρχικά στάδια της αγωγής, ειδικότερα από της καταχώρησης της Έκθεσης Υπεράσπισής της στην αγωγή, στις 15/6/2009 καθώς και της Έκθεσης Απαίτησης της εναντίον της Εναγόμενης 2 στις 2/9/
  1. Συνεπώς, δεν πρόκειται για νέα γεγονότα, που εκ των υστέρων περιήλθαν σε γνώση της Αιτήτριας. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι δεν έχει προσφερθεί οποιαδήποτε επεξήγηση από πλευράς Αιτήτριας για την παράλειψη της να συμπεριλάβει τους ισχυρισμούς αυτούς στα αρχικά δικόγραφα της. Θα πρέπει ακόμα να επισημανθεί ότι, το γεγονός ότι αυτοί μόλις στις 8/1/15 περιήλθαν σε γνώση της δικηγόρου που πρόσφατα έχει αναλάβει τον χειρισμό της υπόθεσης, όπως ισχυρίζεται η ενόρκως δηλούσα, δεν συνιστά, κατά την άποψη μου, βάσιμο λόγο αλλά ούτε και δικαιολογία για την καθυστέρηση των 4 ½ και πλέον χρόνων στην υποβολή αιτήματος για τροποποίηση. Περαιτέρω, ακόμα και όταν οι ισχυρισμοί, των οποίων επιδιώκεται η εισαγωγή, περιήλθαν σε γνώση της δικηγόρου της Εναγόμενης 1, εντούτοις δεν υπεβλήθη αμέσως αίτημα για τροποποίηση των σχετικών δικογράφων. Οι ισχυρισμοί που προβάλλονται για την παράλειψη να προωθηθεί αμέσως στο Δικαστήριο διαδικασία τροποποίησης των δικογράφων της Εναγόμενης 1, είναι αντιφατικοί. Αφενός προβάλλεται από την ενόρκως δηλούσα ότι η δικηγόρος που ανέλαβε τον χειρισμό της υπόθεσης, αφού έλαβε όλες τις πληροφορίες σε σχέση με τις συνθήκες του ατυχήματος, προέβηκε σε μελέτη των δικογράφων της υπόθεσης πριν από την ακρόαση της υπόθεσης, όμως συνεπεία αβλεψίας της και καλόπιστου λάθους παρέλειψε να διαπιστώσει ότι οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί της Εναγόμενης 1 δεν κάλυπταν τα πιο πάνω γεγονότα. Αφετέρου, προβάλλεται από την ενόρκως δηλούσα ότι η δικηγόρος που ανέλαβε τον χειρισμό της υπόθεσης, από την ημερομηνία που πήρε τις ως άνω πληροφορίες, μέχρι και την έναρξη της ακρόασης, είχε την εντύπωση ότι οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί της Εναγομένης 1 κάλυπταν τα πιο πάνω γεγονότα και ότι, οτιδήποτε άλλο πέραν αυτών, θα αποτελούσε δικογράφηση μαρτυρίας. Με βάση τα όσα αναφέρω πιο πάνω καταλήγω, αποδεχόμενος το σχετικό λόγο ένστασης, ότι πράγματι υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας αίτησης. Φυσικά, όπως είναι νομολογημένο, η καθυστέρηση στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης είναι μεν παράγοντας σχετικός και θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, δεν είναι όμως απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Αυτό το οποίο προέχει είναι το κατά πόσο η καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα των αντιδίκων (IKOS CIF LTD v.
  2. MARTIN COWARD κ.ά. (ανωτέρω)). Ενόψει των πιο πάνω θα προχωρήσω στην εξέταση των επιπτώσεων της καθυστέρησης στην υποβολή της παρούσας αίτησης, σε συνδυασμό με τους λόγους ένστασης, οι οποίοι προβάλλονται από τους Καθ' ων η Αίτηση. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι με την αιτούμενη τροποποίηση θα εισαχθούν νέα, ουσιώδη γεγονότα και συνάμα νέες βάσεις, στην Έκθεση Υπεράσπισης της Εναγόμενης 1, καθώς και στην Έκθεση Απαίτησης της εναντίον της Εναγόμενης
  3. Υπενθυμίζω ότι επιδιώκεται η προσθήκη ισχυρισμών ότι η Εναγόμενη 1 έδωσε ρητές οδηγίες στην Εναγόμενη 2 και στους υπαλλήλους της, μεταξύ των οποίων ήταν και ο Ενάγοντας, για παύση όλων των εργασιών εντός του εργοταξίου, μέχρι να ληφθούν μέτρα ασφαλείας, τις οποίες όμως παρήκουσαν η Εναγόμενη 2 και οι υπάλληλοι της. Όπως είναι νομολογημένο, η προσθήκη νέας βάσης υπεράσπισης δεν έχει την ίδια δυναμική με την προσθήκη νέας βάσης αγωγής, εφόσον ο Ενάγοντας έχει πάντοτε τη δυνατότητα να αντικρούσει τους όποιους ισχυρισμούς με την Απάντηση του στην Υπεράσπιση (Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας
(2012)1 Α.Α.Δ. 745). Όμως, ακόμα και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής ή απαίτησης, η οποία θεωρείται πολύ πιο σοβαρή δικονομική ενέργεια από την εισαγωγή νέας βάσης υπεράσπισης, η αίτηση τροποποίησης δεν οδηγείται χωρίς άλλο σε απόρριψη, αλλά ο παράγοντας αυτός συνεκτιμάται με τα υπόλοιπα στοιχεία (Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704). Πέραν των πιο πάνω, θα συμφωνούσα με τη θέση των Καθ' ων η Αίτηση ότι η προσθήκη των νέων ισχυρισμών, αναπόφευκτα συνεπάγεται επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων. Όμως, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι θα προκληθεί αδικία και τέτοια βλάβη στους Καθ' ων η Αίτηση, η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με την έκδοση κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Κανένας δυσμενής επηρεασμός θα επέλθει, κατά την άποψη μου, στα δικαιώματα των αντιδίκων με την αιτούμενη τροποποίηση. Χωρίς να διαφεύγει της προσοχής μου ότι έχει ήδη ξεκινήσει η ακρόαση της υπόθεσης, εντούτοις αυτή βρίσκεται σε αρχικό στάδιο. Επισημαίνω ότι η υπό εξέταση αίτηση έχει υποβληθεί πριν συμπληρωθεί η μαρτυρία του Μ.Ε.1, συγκεκριμένα πριν ολοκληρωθεί η αντεξέταση του μάρτυρα από τη δικηγόρο της Εναγόμενης
  1. Δεν παραγνωρίζω ακόμα ότι η αποδοχή της αιτούμενης θεραπείας θα προκαλέσει καθυστέρηση στην ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας. Δεν θα συμφωνούσα όμως ότι θα την εκτροχιάσει και θα προκαλέσει την επανακλήτευση μαρτύρων προς περαιτέρω διευκρινίσεις των επίδικων θεμάτων, όπως εισηγείται η πλευρά του Ενάγοντα. Είναι φανερό ότι δεν θα υπάρξει ανάγκη επανακλήτευσης μάρτυρα αφού, όπως έχω ήδη αναφέρει, δεν έχει ακόμα συμπληρωθεί η μαρτυρία του Μ.Ε.
  2. Η πλευρά του Ενάγοντα προβάλλει ακόμα, στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης του, ως επιπρόσθετο λόγο για απόρριψη της αίτησης, ότι εάν γνώριζε τις θέσεις της Εναγόμενης 1, των οποίων ζητείται η εισαγωγή, δεν θα προέβαινε σε συμφωνία και δήλωση του ποσού των γενικών και ειδικών αποζημιώσεων, καθότι η παραδοχή αυτή δηλώθηκε μετά από συνεκτίμηση της δικογραφίας και των υπερασπίσεων των Εναγομένων. Έχω μελετήσει με προσοχή την ως άνω θέση του Ενάγοντα, όμως δεν έχω αντιληφθεί με ποιο τρόπο η τυχόν αποδοχή της αιτούμενης τροποποίησης θα επηρεάσει δυσμενώς τα δικαιώματα του. Είμαι της άποψης ότι ο συσχετισμός, που προσπαθεί να κάμει ο Ενάγοντας, των δηλωθεισών αποζημιώσεων με το ζήτημα της ευθύνης, που τελεί υπό εκδίκαση, είναι παντελώς αδικαιολόγητος, για το λόγο ότι πρόκειται για ανεξάρτητα μεταξύ τους ζητήματα. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εναγόμενης 2 υποστήριξε, κατά την ακρόαση της αίτησης, ότι με την αιτούμενη τροποποίηση η Εναγόμενη 1 προσπαθεί να εισάξει ισχυρισμούς για παράνομη επέμβαση (trespass) της Εναγόμενης 2 και των υπαλλήλων της στο εργοτάξιο. Κατά τον κ. Ιωάννου, η τυχόν αποδοχή του αιτήματος θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στην Εναγόμενη 2 καθότι, λόγω της παρόδου μεγάλου χρονικού διαστήματος από την πρόκληση του ατυχήματος, δεν θα μπορέσει να εξεύρει μαρτυρία για να παρουσιάσει στο Δικαστήριο, προς αντίκρουση των πιο πάνω ισχυρισμών. Έχω εξετάσει με προσοχή τα όσα εισηγείται η πλευρά της Εναγόμενης 2, όμως δεν με βρίσκει σύμφωνο η θέση ότι με την αιτούμενη τροποποίηση επιδιώκεται η εισαγωγή ισχυρισμών για παράνομη επέμβαση. Σε κανένα σημείο των ισχυρισμών, τους οποίους επιδιώκει να εισάξει η Εναγόμενη 1, γίνεται αναφορά σε παράνομη επέμβαση είτε της Εναγόμενης 2, είτε του Ενάγοντα, στο εργοτάξιο. Υπενθυμίζω ότι ο βασικός ισχυρισμός που επιδιώκει να εισάξει η Εναγόμενη 1 είναι ότι το ατύχημα επεσυνέβη συνεπεία του ότι η Εναγόμενη 2 ή και ο Ενάγοντας δεν συμμορφώθηκαν με τις οδηγίες της να παύσουν την εκτέλεση των εργασιών στο εργοτάξιο μέχρι να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα ασφαλείας. Προβλήθηκε ακόμα, από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Εναγόμενης 2, ότι οι επιδιωκόμενοι να εισαχθούν ισχυρισμοί είναι αντιφατικοί μεταξύ τους. Ούτε με αυτή τη θέση θα συμφωνούσα. Αυτό το οποίο έχω διαπιστώσει είναι ότι στις αιτούμενες τροποποιήσεις προβάλλονται διαζευκτικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι όμως δεν μπορούν να θεωρηθούν ως αντιφατικοί. Οι Καθ' ων η Αίτηση προβάλλουν στους λόγους ένστασης τους ότι η καταχώρηση της αίτησης, στο στάδιο αυτό, αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Όπως έχει διαφανεί, η ανάγκη για την υποβολή της υπό εξέταση αίτησης προέκυψε μετά που το Δικαστήριο απέρριψε υποβολή της δικηγόρου της Εναγόμενης 1 προς τον Μ.Ε.1 για το λόγο ότι δεν καλυπτόταν από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Εναγόμενης
  3. Καθίσταται λοιπόν φανερό ότι ο σκοπός της αιτούμενης τροποποίησης είναι να καταστεί δυνατή η εισαγωγή μαρτυρίας η οποία, χωρίς το αναγκαίο δικονομικό υπόβαθρο, δεν θα μπορούσε να εισαχθεί. Με βάση τα όσα αναφέρω πιο πάνω, δεν θα μπορούσα να συμφωνήσω με τη θέση των Καθ' ων η Αίτηση ότι η υποβολή της παρούσας αίτησης έγινε καταχρηστικά. Ο Ενάγοντας στους λόγους ένστασης του προβάλλει, εμμέσως, ότι υπήρξε κακοπιστία από πλευράς Εναγόμενης 1 στην υποβολή της παρούσας αίτησης. Όπως είναι νομολογημένο, για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα (Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας (ανωτέρω)). Στην υπό εξέταση υπόθεση δεν έχω εντοπίσει οποιαδήποτε στοιχεία που να υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα περί ύπαρξης κακοπιστίας. Είμαι της άποψης ότι το γεγονός και μόνο ότι υπήρξε καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης, δεν θα μπορούσε να με οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι υπήρξε σκοπιμότητα στην καθυστέρηση της καταχώρησης, με απώτερο στόχο την καθυστέρηση στην ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας. Κατά συνέπεια, ούτε αυτός ο λόγος θα μπορούσε να γίνει αποδεκτός. Με βάση τα όσα αναφέρω πιο πάνω, καταλήγω ότι η αιτούμενη τροποποίηση θα πρέπει να επιτραπεί στην ολότητα της. Όλα τα έξοδα, τα οποία θα σπαταληθούν από την τροποποίηση (all costs thrown away), επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και της Εναγόμενης 2 και εναντίον της Εναγόμενης 1 - Αιτήτριας. Όσον αφορά τα έξοδα της αίτησης, έχοντας κατά νουν τη μεγάλη καθυστέρηση στην υποβολή της, έχω καταλήξει ότι και αυτά θα πρέπει να βαρύνουν την Εναγόμενη
  4. Εκδίδεται διάταγμα ως οι παράγραφοι Α, Β και Γ της αίτησης. Η τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης της Εναγόμενης 1 στην αγωγή, η τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης της εναντίον της Εναγόμενης 2 και η τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης της στην Έκθεση Απαίτησης της Εναγόμενης 2, να καταχωρηθούν εντός 10 ημερών από σήμερα. Η Απάντηση του Ενάγοντα στην τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από της καταχώρησης και της παράδοσης σε αυτόν ή στους δικηγόρους του, αντιγράφου της τροποποιημένης Έκθεσης Υπεράσπισης της Εναγόμενης
  5. Η Έκθεση Υπεράσπισης της Εναγόμενης 2, στην τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης της Εναγόμενης 1, να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από της καταχώρησης και παράδοσης σε αυτήν ή στους δικηγόρους της, αντιγράφου της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης της Εναγόμενης
  6. Τυχόν Απάντηση της Εναγόμενης 1 στην Έκθεση Υπεράσπισης της Εναγόμενης 2 να καταχωρηθεί εντός 5 ημερών από της καταχώρησης και παράδοσης σε αυτήν ή στους δικηγόρους της, της Έκθεσης Υπεράσπισης της Εναγόμενης
  7. Όλα τα έξοδα τα οποία θα σπαταληθούν από την τροποποίηση (all costs thrown away), καθώς και τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και της Εναγόμενης 2 - Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον της Εναγόμενης 1 - Αιτήτριας, θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. Η αγωγή ορίζεται για συνέχιση της ακρόασης στις 21/5/15, η ώρα 10.30 π.μ. (Υπ.) ........... Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΘΘ/ΑΓ Subject: Civil / Other actions / Interim Αναφορά: Τροποποίηση δικογράφων μετά την έναρξη της ακρόασης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.