HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD ν. Σωτήρης Διακούρτης, Αρ. Αγωγής: 3418/09, 7/4/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A89 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ.Ι. Κίτσιου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3418/09 Μεταξύ: HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD Εναγόντων -και- Σωτήρης Διακούρτης, από τη Λεμεσό Εναγόμενου Ημερομηνία: 07.04.2015 Για τους Ενάγοντες: κα Μ. Κωνσταντίνου για Αλέκος Μαρκίδης, Βελάρης & Βελάρης, Αντώνης Πασχαλίδης & Σία Για τον Εναγόμενο: κ. Λ. Λουκαΐδης (κα Ρ. Χ"Αράπη κατά την απόφαση) Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αξίωση των Εναγόντων, οι οποίοι είναι τράπεζα, εναντίον του Εναγόμενου είναι για το ποσό των €102.135,97 πλέον τόκο 13% ετησίως επί του ποσού των €97.014,41 από 01.07.2009 μέχρι εξόφλησης, του τόκου κεφαλαιοποιούμενου δύο φορές ετησίως, πλέον έξοδα. Ισχυρίζονται οι Ενάγοντες ότι περί τις 26.03.2001 συνάφθηκε συμφωνία με τον Εναγόμενο, με την οποία αυτός συμφώνησε να συμμετάσχει στο σχέδιο επενδυτικού λογαριασμού των Εναγόντων, και ως εκ τούτου ανοίχθηκε επενδυτικός λογαριασμός με πιστωτικό όριο μέχρι ΛΚ50.000,00 προκειμένου ο Εναγόμενος να προβαίνει σε αγοραπωλησίες μετοχών του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου (στο εξής ΧΑΚ). Οι Ενάγοντες απέστειλαν προς τον Εναγόμενο επιστολή παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων, σε σχέση με τον επενδυτικό λογαριασμό ημερομηνίας 26.03.2001 την οποία αυτός αποδέχθηκε γραπτώς. Ουσιώδης όρος της συμφωνίας προνοεί ότι ο Εναγόμενος υποχρεούται να συνεισφέρει εξασφαλίσεις, υπό μορφή μετρητών ή άλλων ισάξιων αξιών του ΧΑΚ, σε ποσοστό 40% πέραν του εγκεκριμένου ορίου του λογαριασμού. Η εξασφάλιση θα πρέπει να ενεχυριάζεται προς όφελος των Εναγόντων. Κατά ή περί τις 26.03.2001 ο Εναγόμενος υπέγραψε πληρεξούσιο έγγραφο με το οποίο διόρισε την Ελληνική Τράπεζα (Επενδύσεις) Λτδ, ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπό του, για να διενεργεί, μεταξύ άλλων, αγορές, πωλήσεις, μεταβιβάσεις οποιωνδήποτε κινητών αξιών που ήταν εγγεγραμμένες στο ΧΑΚ. Ακόμη, να λειτουργεί ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του για οποιοδήποτε θέμα σχετιζόμενο με κινητές αξίες οι οποίες θα αποκτούνταν μετά τις 26.03.2001 στο όνομά του. Επίσης, να υπογράφει οποιοδήποτε αναγκαίο έγγραφο και/ή έγγραφο ενεχυρίασης των εν λόγω κινητών αξιών προς όφελος των Εναγόντων για εξασφάλιση των υποχρεώσεων του Εναγόμενου που απέρρεαν από τη συμμετοχή του στο σχέδιο επενδυτικού λογαριασμού. Επιπλέον, να δανείζεται και/η να λαμβάνει τραπεζικές διευκολύνσεις και/ή να ανοίγει τραπεζικό λογαριασμό στο όνομα του με τους Ενάγοντες, αν χειρίζεται τέτοιο λογαριασμό στα πλαίσια των όρων του σχεδίου, να εκδίδει, υπογράφει, οπισθογραφεί, αποδέχεται επιταγές ή άλλα έγγραφα συναφή με τη λειτουργία του λογαριασμού αλλά και να δίδει οδηγίες για οποιοδήποτε θέμα σχετικό με τη λειτουργία του. Τέλος, να υπογράφει εκ μέρους του Εναγόμενου όλες τις αναγκαίες συμφωνίες, έγγραφα μεταβίβασης, ενεχυρίασης και άλλα έγγραφα οποιαδήποτε μορφής. Περαιτέρω, κατά ή περί τις 25.11.2001 ο Εναγόμενος υπέγραψε νέο πληρεξούσιο έγγραφο με το οποίο διόρισε την Ελληνική Τράπεζα (Επενδύσεις) Λτδ, ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπό του, για να διενεργεί επιπλέον πράξεις σχετικές με την εμφάνιση ενώπιον αρμοδίων αρχών του ΧΑΚ αλλά και να λειτουργεί και/ή να διενεργεί πράξεις σχετικά με κινητές αξίες, εγγεγραμμένες στο ΧΑΚ, επ' ονόματί του. Κατά ή περί τις 25.11.2001 ο Εναγόμενος υπέγραψε «εξουσιοδότηση διορισμού εμπιστευματοδόχου», εξουσιοδοτώντας τους Ενάγοντες να ενεργούν ως εμπιστευματοδόχοι του σε σχέση με το άνοιγμα λογαριασμού διαπραγμάτευσης. Προς περαιτέρω εξασφάλιση των Εναγόντων, ο Εναγόμενος και/η ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος αυτού, συνέστησε και/ή κατάρτησε και/ή υπέγραψε, υπέρ των Εναγόντων, έγγραφο ενεχυρίασης μετοχών και δικαιωμάτων και/ή χρεογράφων ημερομηνίας 26.03.2001 προς εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων που του παρείχαν οι Ενάγοντες. Κατά ή περί τις 26.03.2001 συμφωνήθηκε γραπτώς, μεταξύ του Εναγόμενου και της Ελληνικής Τράπεζας (Επενδύσεις) Λτδ, όπως ο Εναγόμενος καταβάλλει για την παροχή υπηρεσιών, δυνάμει του πληρεξουσίου ημερομηνίας 26.03.2001 και/ή δυνάμει πληρεξουσίων εγγράφων ημερομηνίας 26.03.2001 και 25.09.2001, ετήσιο δικαίωμα διαχείρισης το οποίο η Ελληνική Τράπεζα (Επενδύσεις) Λτδ δικαιούταν οποτεδήποτε να το αναθεωρήσει κατόπιν ειδοποίησης προς τον Εναγόμενο. Το εν λόγω ποσοστό του ετήσιου δικαιώματος διαχείρισης και/ή προμήθειας για την πώληση μετοχών, χρεογράφων ή αξιών, χρεωνόταν στο λογαριασμό του Εναγόμενου. Σύμφωνα με τους όρους λειτουργίας του επενδυτικού λογαριασμού οι μετοχές οι οποίες αγοράζονταν για λογαριασμό του Εναγόμενου ενεχυριάζονταν αυτόματα προς όφελος των Εναγόντων. Η Ελληνική Τράπεζα (Επενδύσεις) Λτδ, ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του Εναγόμενου, προέβηκε σε αγορά και πώληση αξιών εγγεγραμμένων στο ΧΑΚ προς όφελος και/ή για λογαριασμό του Εναγόμενου. Οι Ενάγοντες, στη βάση της συμφωνίας που υπέγραψαν με τον Εναγόμενο, προέβαιναν σε ανάλογες χρεώσεις και πιστώσεις στον επενδυτικό λογαριασμό του. Απέστελλαν δε προς αυτόν μηνιαία κατάσταση του λογαριασμού του. Επίσης η Ελληνική Τράπεζα (Επενδύσεις) Λτδ του απέστελλε τριμηνιαίες καταστάσεις όλων των αγοραπωλησιών που διενεργούσαν προς όφελος του. Επιπλέον ο Εναγόμενος τύγχανε και τηλεφωνικής και/ή μέσω τηλεομοιότυπου ενημέρωσης για τη διενέργεια ή μη των εντολών του. Ο Εναγόμενος ουδέποτε αμφισβήτησε και/ή αρνήθηκε οποιεσδήποτε πράξεις, χρεώσεις και/ή πιστώσεις που έγιναν στο λογαριασμό του. Επιπρόσθετα, ο Εναγόμενος λάμβανε, για κάθε πράξη που γινόταν προς όφελος του, Σημειώματα Σύμβασης (contract note) τα οποία ουδέποτε αμφισβήτησε. Επειδή ο Εναγόμενος παρέλειψε να παραχωρήσει στους Ενάγοντες εξασφαλίσεις σε ποσοστό 40% πέραν του ορίου του λογαριασμού του ή το απαιτούμενο ποσοστό εξασφάλισης που ήταν σε ισχύ και οι εξασφαλίσεις του είχαν μειωθεί σε ποσοστό μικρότερο από το ποσοστό κάλυψης του ορίου του λογαριασμού του, οι Ενάγοντες τον πληροφόρησαν προς τούτο με επιστολές τους ημερομηνίας 07.11.2002 και 07.03.
- Εξ αιτίας δε του ότι ο Εναγόμενος δεν τήρησε το απαιτούμενο ποσοστό εξασφάλισης ως αναφέρεται πιο πάνω, οι Ενάγοντες τερμάτισαν τη λειτουργία του λογαριασμού με επιστολή τους ημερομηνίας 05.02.2003 αυξάνοντας το χρεωστικό επιτόκιο σε 10,5% και κατέστησαν απαιτητό το υπόλοιπο του λογαριασμού. Η αξίωση καταβολής του οφειλόμενου ποσού έγινε και με επιστολή των Εναγόντων ημερομηνίας 29.06.2009, ωστόσο ο Εναγόμενος αμέλησε και/ή παρέλειψε να εξοφλήσει και/ή να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό. Παράλειψη του Εναγόμενου να καταβάλει το οφειλόμενο χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού αμέσως, θα συνεπαγόταν, ισχυρίζονται οι Ενάγοντες, χρέωση του λογαριασμού του με τόκο 12% ετησίως. Κατά το χρόνο τερματισμού της συμφωνίας, υπήρχαν ενεχυριασμένες μετοχές, προς όφελος των Εναγόντων. Οι Ενάγοντες, ασκώντας το δικαίωμα τους για πώληση των, προς όφελος τους, ενεχυριασμένων μετοχών, πώλησαν τον Ιανουάριο του 2008, μέρος αυτών. Το χρηματικό ποσό που προήλθε από την πώληση των εν λόγω μετοχών και/ή αξιών πιστώθηκε έναντι του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού του Εναγόμενου. Στην Υπεράσπιση του ο Εναγόμενος προβάλλει σωρεία ισχυρισμών, καθώς επίσης, εγείρει πάρα πολλά θέματα, αρκετά από τα οποία επαναλαμβάνονται και δεν συνδράμουν στο σκοπό της εύκολης κατανόησης αλλά και αποκρυστάλλωσης των θέσεων του. Ο Εναγόμενος, αν και αποδέχεται τη συμμετοχή του στο σχέδιο Επενδυτικού Λογαριασμού των Εναγόντων, οι τελευταίοι, ισχυρίζεται ότι κατά το χρόνο υπογραφής της συμφωνίας και κατά το χρόνο που ακολούθησε, του απέκρυψαν ουσιώδεις εμπιστευτικές πληροφορίες, όπως ότι συμμετείχαν σε χειραγώγηση τιμών (μέσω αξιωματούχων και/ή εκπροσώπων τους), δημιουργώντας του εσφαλμένη εντύπωση σε σχέση με την έκταση του επενδυτικού ενδιαφέροντος σε όλους τους χρηματιστηριακούς τίτλους. Επίσης, ότι οι Ενάγοντες και/ή αξιωματούχοι τους, κατά την περίοδο πριν την υπογραφή της συμφωνίας, (26.03.2001), συμμετείχαν σε διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών χάριν επηρεασμού των τιμών και σε χειραγώγηση τους με την Τράπεζα Κύπρου. Στην παράγραφο 30 της Υπεράσπισης παρατίθεται πίνακας με επενδυτές στους οποίους αποδίδεται συνεννόηση στη διενέργεια συναλλαγών με τους Ενάγοντες και/ή αξιωματούχους τους. Ισχυρίζεται ακόμη ο Εναγόμενος ότι η σύναψη και/ή η συνέχιση της επίδικης Συμφωνίας ήταν αντίθετη με ρητές οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, συνεπώς η επίδικη συμφωνία είναι άκυρη. Το δε άνοιγμα του λογαριασμού του ήταν δόλιο και προϊόν απάτης. Οι αιτίες που αποδίδονται από τον Εναγόμενο σχετίζονται με απόκρυψη γεγονότων, πληροφοριών, παράσταση αναληθών γεγονότων, υποσχέσεις χωρίς πρόθεση εκπλήρωσης, χειραγώγηση τιμών και πως οι Ενάγοντες γνώριζαν πως οποιεσδήποτε μετοχές και αν αγόραζε ο Εναγόμενος, κατά την περίοδο της υπογραφής της συμφωνίας, θα ζημιωνόταν. Στις παραγράφους 37, 91 και 97 έως 100 παρατίθενται περιεχόμενα δηλώσεων σε εφημερίδες και περιοδικά οι οποίες προκάλεσαν χειραγώγηση τιμών των μετοχών. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η επίδικη συμφωνία ήταν προϊόν εκμετάλλευσης διότι οι Ενάγοντες ήταν σε θέση ισχύος έναντί του. Κατά ή περί τις 25.09.2001 το περιθώριο ασφάλειας (margin) είχε σχεδόν πλήρως εξαντληθεί και ο Εναγόμενος κάλεσε τους Ενάγοντες να πωλήσουν όλες τις μετοχές του, και να εξοφληθεί το χρέος, υπογράφοντας τους νέο πληρεξούσιο. Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι θεώρησε το λογαριασμό του κλειστό και πως οι Ενάγοντες πώλησαν τις ενεχυριασμένες προς όφελος τους μετοχές. Ενώ είχαν υποχρέωση να πωλήσουν ενεχυριασμένες μετοχές ούτως ώστε να εξοφλήσουν οποιοδήποτε χρέος, δεν το έπραξαν κακόπιστα και παράνομα, αφού επρόκειτο για σχέση παρακαταθήκης (άρθρο 109 Κεφ. 149). Όταν το έπραξαν μερικώς, 6 χρόνια μετά, αυτό ήταν παράνομο. Παράλληλα ωστόσο ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες δεν χειρίστηκαν ορθά τις υπό παρακαταθήκη, με την ευρεία έννοια ενέχυρο μετοχές του και ως θεματοφύλακες που ήταν παρέλειψαν να τις πωλήσουν έγκαιρα προκειμένου να μην προκληθεί σ΄ αυτόν οποιαδήποτε ζημιά η οποία, εάν έχει επέλθει, οφείλεται σε υπαιτιότητα των Εναγόντων. Ακόμη τίθεται ισχυρισμός ότι οι ενάγοντες γνώριζαν και/ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι η σχέση που δημιουργήθηκε ήταν σχέση εμπιστεύματος και/ή εξ επαγωγής εμπιστεύματος, όμως παρέλειψαν να διαχειριστούν την περιουσία του στη βάση αυτής της σχέσης. Τέλος, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι λόγω της καθυστέρησης στην καταχώρηση της αγωγής, παραβιάζονται συνταγματικά του δικαιώματα αφού δεν θα τύχει δίκαιης δίκης. Πέραν όλων των πιο πάνω ισχυρισμών και συνεπεία αυτών, ο Εναγόμενος Ανταπαιτεί από τους Ενάγοντες τα ακόλουθα: Α. Απόφαση και/ή διάταγμα με την οποία να ακυρώνονται (rescission) ο λογαριασμός αριθμός 175-01-079354-75 με υπόλοιπο €102.135,97 και η συμφωνία «Σχέδιο Επενδυτικού Λογαριασμού», ημερομηνίας 26.03.
- Β. Το ποσό των ΛΚ20.000,00 στον Εναγόμενο συνέπεια παραβίασης των εκ του νόμου απορρεόντων καθηκόντων της. Γ. Γενικές και ειδικές αποζημιώσεις τις οποίες υπέστη ο Εναγόμενος λόγω της παράνομης και/ή αντισυμβατικής συμπεριφοράς της Ενάγουσας. Δ. Αποζημιώσεις για δόλο και/ή απάτη και/ή πλημμελή άσκηση των εκ του νόμου και της τραπεζικής πρακτικής καθηκόντων της Ενάγουσας. Ε. Οποιανδήποτε άλλη και/ή περαιτέρω θεραπεία το Δικαστήριο θεωρήσει δίκαιη και/ή πρέπουσα υπό τις περιστάσεις. Στ. Νόμιμο τόκο. Ε. Έξοδα. Στην Απάντηση σε Υπεράσπιση και στην Υπεράσπιση σε Ανταπαίτηση που οι Ενάγοντες καταχώρησαν, απορρίπτονται όλες οι θέσεις και ισχυρισμοί του Εναγόμενου και επιβεβαιώνουν την εκδοχή τους ως αυτή παρατίθεται στην Έκθεση Απαίτησης. Λέγουν δε περαιτέρω πως ουδεμία ευθύνη φέρουν για τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου του Εναγόμενου και πως η σχέση τους ήταν τραπεζίτη - πελάτη. Ουδεμία πληροφορία αποκρύφτηκε από τον Εναγόμενο, οι όροι της συμφωνίας ήταν ξεκάθαροι και ρητοί. Προσαχθείσα μαρτυρία:- Κατά την ακροαματική διαδικασία, Απαίτηση και Ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν. Για την απόδειξη της Απαίτησης τους οι Ενάγοντες παρουσίασαν 7 μάρτυρες. Για την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση ο Εναγόμενος παρουσίασε 6 μάρτυρες. Κατατέθηκαν 72 Τεκμήρια, τα οποία έχουν ως ακολούθως: Τεκμήριο 1 Γραπτή κατάθεση Μ.Ε.1 Ρεβέκκας Παπαγιώργη Τεκμήριο 2Α Κατάσταση λογαριασμού στο όνομα Διακουρτής Σωτήρης με πρώτη ημερομηνίας 01.03.2001 και τελευταία 30.06.2013 Τεκμήριο 2Β Κατάσταση λογαριασμού στο όνομα Διακουρτής Σωτήρης Τεκμήριο 3 Statement of Account 175-01079354-75 στο όνομα Διακουρτής Σωτήρης Τεκμήρια 4 - 8 Φωτοαντίγραφα ανακοίνωσης της Ελληνικής Τράπεζας στην Ελληνική και Αγγλική γλώσσα με χειρόγραφα, ημερομηνίας 05.01.2001, 14.08.2001, 21.09.2001, 04.11.2001 και άνευ ημερομηνίας αντίστοιχα Τεκμήριο 9 Νέα κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 10 Επιστολή ημερομηνίας 12.08.2003 απευθυνόμενη στον Εναγόμενο Τεκμήριο 11 Έγγραφο με τίτλο Σχέδιο Investor Account Τεκμήριο 12 Έγγραφο αποτελούμενο από 4 φύλλα με τίτλο Αίτηση Συμμετοχής στο Σχέδιο Επενδυτικού Λογαριασμού (Investor Account) Τεκμήριο 13 Γραπτή δήλωση Μ.Ε.4 Γιώργου Γρουτίδη Τεκμήρια 14 και 17 Πληρεξούσια έγγραφα ημερομηνίας 26.03.2001 και 25.09.2001 αντίστοιχα Τεκμήριο 15 Έγγραφο με τίτλο Συμφωνία Τεκμήριο 16 Έγγραφο με τίτλο Ενεχυρίαση Μετοχών και Δικαιωμάτων Χρεογράφων Τεκμήριο 18 Εξουσιοδότηση ημερομηνίας 25.09.2001 Τεκμήριο 19 Έγγραφο με τίτλο Πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35
(3)του Νόμου 32/2004 με επισυνημμένα Accountant Notes Τεκμήριο 20 Έγγραφο με τίτλο Πιστοποιητικό και επισυνημμένες 23 καταστάσεις λογαριασμού Τεκμήριο 21 Πιστοποιητικό με τρία επισυνημμένα έγγραφα Τεκμήρια 22 - 25 Επιστολές ημερομηνίας 07.11.2002, 07.01.2003, 05.02.2003, 29.06.2009 Τεκμήριο 26 Πιστοποιητικό με επισυνημμένα έγγραφα Transactions by clients Τεκμήριο 27 Πιστοποιητικό συνοδευόμενο με καταστάσεις Stock Quantity by Client Τεκμήριο 28 Έγγραφο με τίτλο Σχόλια - (χειρόγραφο περιεχόμενο ως επί το πλείστον) Τεκμήρια 29, 30, 69 και 70 Δέσμη από εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου ημερομηνίας 12.7.99, 12.10.99, 24.11.99, 29.11.99, 5.1.2000, 15.3.2000, 28.8.2000, 07.10.1999 και 09.02.2000 Τεκμήριο 31 Πιστοποιητικό με επισυνημμένα έγγραφα Orders of Clients αποτελούμενα από 4 σελίδες. Τεκμήριο 32 Εσωτερικό σημείωμα Ελληνικής Τράπεζας ημερ.21.1.2000 Τεκμήριο 33 Δισκάκι ( CD) με οδηγίες Τεκμήριο 34 Δέσμη από 15 φύλλα χαρτιού η οποία ως αναφέρει ο μάρτυρας περιλαμβάνει περιεχόμενο συνομιλιών σε διαφορετικές ημερομηνίες Τεκμήριο 35 Έγγραφο μιας συνεδρίας που φαίνεται να εκδόθηκε από ηλεκτρονικό υπολογιστή Τεκμήρια 36 - 41 Έγγραφα με τίτλο εσωτερικό σημείωμα ημερομηνίας 21.02.2000, 16.08.2000, 19.09.2000, 23.03.2001 και 04.12.2001 Τεκμήριο 42 Επιστολή ημερομηνίας 23.12.03 από Υπηρεσία Ανθρώπινου Δυναμικού Τεκμήριο 43 Επιστολή ημερομηνίας 23.05.2006 από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς προς Π. Κληρίδη, Γενικό Εισαγγελέα Τεκμήριο 44 CD-R - δισκάκι πληροφορικής σε συσκευασία με συνομιλίες Τεκμήριο 45 Επιστολή ημερομηνίας 05.09.2005 της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς με επισυνημμένο πόρισμα Τεκμήριο 46 Δισκάκι με συνομιλίες που επισυνάπτεται στο Τεκμ.45 Τεκμήριο 47 Πόρισμα ημερομηνίας 22.07.2003 της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Τεκμήριο 48 Μέρος κατάστασης οικονομικών λογαριασμών της Ελληνικής Τράπεζας στην ενότητα 16 με τίτλο «Επενδύσεις σε εξηρτημένες εταιρείες» για το 2000 Τεκμήριο 49 Μέρος κατάστασης οικονομικών λογαριασμών της Ελληνικής Τράπεζας στην ενότητα 15 με τίτλο «Επενδύσεις σε εξηρτημένες εταιρείες» για το 2001 Τεκμήριο 50 Επιστολή Ανώτερου Διευθυντή του Τμήματος Διεύθυνσης Ρυθμίσεως και Εποπτείας Τραπεζικών Ιδρυμάτων ημερομηνίας 30.04.2004 προς Πρόεδρο των Κοινοβουλευτικών Επιτροπών με επισυνημμένη δέσμη εγγράφων Τεκμήριο 51 Δέσμη εγγράφων Τεκμήριο 52 Έκθεση από Υπηρεσία Κοινοβουλευτικών Επιτροπών ημερομηνίας 07.06.2002 Τεκμήριο 53 Γραπτή δήλωση Εναγόμενου Τεκμήριο 54 Εφημερίδα «Οικονομικός Φιλελεύθερος» Τεκμήριο 55 Εφημερίδα «Χρηματιστηριακή» Τεκμήριο 56 Έκθεση της Ερευνητικής Επιτροπής για το ΧΑΚ Τεκμήριο 57 Ενημερωτικό δελτίο ΑΘΗΝΑ Κυπριακή Επενδυτική Τεκμήριο 58 Αντίγραφο ετήσιας έκθεσης της Ελληνικής Τράπεζας Τεκμήριο 59 Έγγραφο ΧΑΚ ημερομηνίας 17.05.2001 Τεκμήριο 60 Γραφική παράσταση Τεκμήριο 61 Γραφική παράσταση Τεκμήριο 62 Έγγραφο «Ανακοίνωση Τύπου» προερχόμενη από το διαδίκτυο Τεκμήριο 63 Ενημερωτικό δελτίο εταιρείας Aqua Sol Hotels Ltd Τεκμήριο 64 Δέσμη από ανακοινώσεις Τεκμήριο 65 Εγχειρίδιο «Mirra Series 2 Voice Recording» Τεκμήριο 66 Δέσμη επιστολών Τεκμήριο 67 Δέσμη από δύο καταστάσεις λογαριασμών Ελληνικής Τράπεζας Τεκμήριο 68 Χρηματιστηριακοί Εκπρόσωποι του Μέλους «Ελληνική Τράπεζα Επενδύσεις Λτδ» Τεκμήριο 71 Γραπτή κατάθεση Μ.Υ.6 Νίκου Μαρκίδη Τεκμήριο 72 Ενημερωτικό φυλλάδιο Μ.Ε.1 κατέθεσε η Ρεβέκκα Παπαγιώργη, εργαζόμενη στο τμήμα του λογιστηρίου των Εναγόντων. Κατόπιν οδηγιών που της δόθηκαν από την Υπηρεσία Ανάκτησης Χρεών των Εναγόντων, έλεγξε τις καταστάσεις του επενδυτικού λογαριασμού του Εναγόμενου. Κατόπιν πάλι οδηγιών ετοίμασε και παρουσίασε στο Δικαστήριο αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού, δηλαδή χωρίς να υπάρχει κεφαλαιοποίηση των τόκων και άλλες χρεώσεις (Τεκμήριο 3). Αναφέρθηκε στον τρόπο με τον οποίο έχει δώσει εντολή για την ετοιμασία τους, προκειμένου να αφαιρεθούν όλες οι χρεώσεις προμηθειών και άλλων εξόδων, εξηγώντας όλες τις στήλες του Τεκμηρίου
- Με βάση το Τεκμήριο 3, το συνολικό οφειλόμενο ποσό ανέρχεται σε €95.893,86, πλέον τόκους 9% ετησίως επί του ποσού των €62.738,55 από 11.10.2013 μέχρι εξόφλησης. Οι εν λόγω καταστάσεις αποτελούν ακριβή αντίγραφα των καταχωρήσεων στα τραπεζικά βιβλία που τηρούνται ηλεκτρονικά από τους Ενάγοντες και αποτελούν συνήθη βιβλία της Τράπεζας. Όλες οι καταχωρήσεις που εμφαίνονται στις καταστάσεις έγιναν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών των Εναγόντων, τα δε τραπεζικά βιβλία βρίσκονται υπό τη φύλαξη και τον έλεγχο τους. Έχει συγκρίνει τις καταχωρήσεις που παρουσιάζονται στις καταστάσεις λογαριασμού του Εναγόμενου με τις αρχικές καταχωρήσεις και διαπίστωσε ότι είναι ταυτόσημες και ορθές. Παρουσίασε δε τις καταστάσεις λογαριασμού για την περίοδο 01.03.2001 μέχρι 30.06.2013 καθώς και την κατάσταση λογαριασμού ημερομηνίας 30.06.2009 (Τεκμήρια 2 Α, Β). Μ.Ε.2 κατέθεσε ο Χάρης Μιχαηλίδης, εργαζόμενος επίσης στην Υπηρεσία Ανάκτησης Χρεών των Εναγόντων. Χειρίζεται το λογαριασμό του Εναγόμενου. Αυτός έδωσε οδηγίες στη Ρεβέκκα Παπαγιώργη (Μ.Ε.1) για την ετοιμασία αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού. Κατέθεσε ως Τεκμήρια 4 - 8 ανακοινώσεις στον τύπο σχετικά με το ύψος του επιτοκίου. Κατά τις οδηγίες προς τη Ρεβέκκα Παπαγιώργη εκ παραδρομής της έδωσε δύο λανθασμένες ημερομηνίες. Ως εκ τούτου, επενέβηκε προκειμένου να γίνουν οι διορθώσεις και παρουσίασε νέα κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 9) μέσα από την οποία υπάρχει μια μικρή διαφορά στο υπόλοιπο το οποίο είναι €95.890,76 αντί €95.893,86 που ανέφερε η Μ.Ε.
- Σύμφωνα με το τι συμφωνήθηκε ο λογαριασμός του Εναγόμενου θα μπορούσε να επιβαρυνθεί με επιτόκιο μέχρι και 12%, όμως η τράπεζα περιορίζεται στο 9% λόγω του ότι οι πλείστες συμφωνίες των επενδυτικών λογαριασμών χρεώθηκαν με 9%. Μ.Ε.3 κατέθεσε ο Γεώργιος Χρυσοστόμου. Είναι προϊστάμενος της υπηρεσίας Ανάκτησης Χρεών των Εναγόντων στη Λάρνακα. Το Μάρτιο του 2001 ήταν διευθυντής του γραφείου επενδύσεων της Ελληνικής στην επαρχία Λεμεσού. Τον Εναγόμενο τον γνώρισε ως αδελφό κάποιας συναδέλφου του. Επειδή γνώριζε και την οικογένεια του, έδωσε τη συγκατάθεση του αλλά και συστάσεις ούτως ώστε να ανοιχθεί λογαριασμός στο όνομα του, κατόπιν αίτησης. Υπήρχε ειδικό τμήμα στη Λευκωσία στο οποίο κατέληγαν όλες οι αιτήσεις για έγκριση. Ουδέποτε παρότρυνε τον Εναγόμενο να προβεί σε άνοιγμα επενδυτικού λογαριασμού. Επίσης ουδέποτε υποσχέθηκε σε αυτόν ότι επρόκειτο για επενδυτικό σχέδιο που του διασφάλιζε απόδοση κερδών. Μ.Ε.4 κατέθεσε ο Γιώργος Γρουτίδης. Εργάζεται στην Ελληνική Τράπεζα (Επενδύσεις) Λτδ (στο εξής ΕΤΕ). Κατέχει τη θέση του προϊστάμενου στο τμήμα χρηματιστηριακών συναλλαγών. Η ΕΤΕ παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες και διενεργεί χρηματιστηριακές συναλλαγές καθώς και εισαγωγές εταιρειών στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (στο εξής ΧΑΚ). Από το Σεπτέμβριο του 1999 μέχρι το Μάρτιο του 2004 ήταν ο προϊστάμενος του τμήματος εργασιών της ΕΤΕ. Είχε ως εκ τούτου την ευθύνη για τη διεκπεραίωση των συναλλαγών για τις οποίες έδιναν εντολές οι επενδυτές. Ο Εναγόμενος το Μάρτιο του 2001 υπέβαλε γραπτή αίτηση προς τους Ενάγοντες για συμμετοχή στο σχέδιο Investor Account για παροχή πιστωτικής διευκόλυνσης. Η αίτηση του εγκρίθηκε στις 19.03.2001 (Τεκμήριο 12). Υπογράφτηκε, ως εκ τούτου, γραπτή συμφωνία (Τεκμήριο 11) μεταξύ του Εναγόμενου και των Εναγόντων. Το ύψος της διευκόλυνσης που παραχωρήθηκε προς τον Εναγόμενο εγκρίθηκε με όριο ΛΚ50.000,
- Για να τεθεί σε λειτουργία το σχέδιο επενδυτικού λογαριασμού, ο Εναγόμενος υπόγραψε στις 26.03.2001 πληρεξούσιο έγγραφο (Τεκμήριο 14). Επίσης, στις 26.03.2001, υπόγραψε συμφωνία (Τεκμήριο 15) με την ΕΤΕ με την οποία συμφώνησε να καταβάλλει προς αυτήν ετήσιο δικαίωμα διαχείρισης σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας. Ο Εναγόμενος υπόγραψε ακόμα στις 26.03.2001 ως πρόσθετη εξασφάλιση και εγγύηση προς τους Ενάγοντες, συμφωνία ενεχυρίασης μετοχών (Τεκμήριο 16). Κατά το χρόνο λειτουργίας του, ο Εναγόμενος όφειλε να παρέχει εξασφαλίσεις, πέραν των ενεχυριασμένων μετοχών, υπό μορφή μετρητών ή άλλων ισάξιων αξιών του ΧΑΚ, σε ποσοστό 40% του ύψους του εκάστοτε εγκεκριμένου ορίου του λογαριασμού του. Ο Εναγόμενος προσέφερε εξασφαλίσεις αξίας ΛΚ17.200,00 που αποτελούσε περίπου το 40% του εγκεκριμένου ορίου του λογαριασμού του. Στις 25.09.2001 ο Εναγόμενος υπέγραψε νέο έγγραφο διορίζοντας την ΕΤΕ ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπό του (Τεκμήριο 17). Λόγω της διαδικασίας αποϋλοποίησης των αξιών του ΧΑΚ οι μετοχές έπαυσαν να ενεχυριάζονται προς όφελος ενεχυριούχου δανειστή και κατατίθονταν σε λογαριασμό εμπιστευματοδόχου οπότε ο Εναγόμενος στις 25.09.2001 υπόγραψε εξουσιοδότηση διορισμού των Εναγόντων ως εμπιστευματοδόχων (Τεκμήριο 18). Στο λογαριασμό του Εναγόμενου, οι Ενάγοντες καταχωρούσαν τις πιστώσεις ή χρεώσεις, ανάλογα με το αν γινόταν αγορά ή πώληση μετοχών του. Ταυτόχρονα η ΕΤΕ διατηρούσε λογαριασμό για σκοπούς χρηματιστηριακών συναλλαγών αναφορικά με αγορές ή πωλήσεις χρηματιστηριακών αξιών που γίνονταν με εντολές του Εναγόμενου. Ο Εναγόμενος είτε με φαξ, είτε τηλεφωνικά, είτε αυτοπροσώπως έδινε εντολή για αγορά ή πώληση συγκεκριμένης ποσότητας μετοχών, με συγκεκριμένη τιμή. Ακολούθως οι εντολές διαβιβάζονταν κατά τη χρονολογική τους σειρά στο ηλεκτρονικό σύστημα του ΧΑΚ. Ο Εναγόμενος ενημερωνόταν είτε με αυτόματη αποστολή φαξ, είτε τηλεφωνικά, κατά πόσο εκτελέστηκε ή όχι η εντολή του. Η ΕΤΕ είχε εγκατεστημένο καταγραφικό σύστημα εντολών, έτσι οι εντολές που λαμβάνονταν τηλεφωνικά καταγράφονταν σε αυτό. Στην περίπτωση που οι εντολές εκτελούνταν, εκδίδονταν αυτόματα από το ηλεκτρονικό σύστημα της ΕΤΕ τα σημειώματα σύμβασης (Contract Notes) τα οποία αποστέλλονταν στον Εναγόμενο. Στην περίπτωση αγοράς μετοχών, αυτές ενεχυριάζονταν αμέσως προς όφελος των Εναγόντων. Με την εφαρμογή της διαδικασίας αποϋλοποίησης των αξιών από το ΧΑΚ οι αγορασθείσες αξίες καταχωρούνταν σε λογαριασμό διαπραγμάτευσης του οποίου εμπιστευματοδόχος ήταν οι Ενάγοντες. Ο ρόλος των Εναγόντων περιοριζόταν στη χρέωση ή στην πίστωση του λογαριασμού του Εναγόμενου, ανάλογα με τις πράξεις που αυτός διενεργούσε. Η ΕΤΕ για τις υπηρεσίες που παρείχε στον Εναγόμενο χρέωνε το λογαριασμό του. Η χρέωση αφορούσε στη διοικητική διαχείριση από την ΕΤΕ, δηλαδή στη διατήρηση πλήρους αρχείου για το λογαριασμό του Εναγόμενου. Σε καμία περίπτωση γινόταν διαχείριση του χαρτοφυλακίου του Εναγόμενου από την ΕΤΕ. Ουδέποτε η ΕΤΕ ενήργησε από μόνη της για αγορά ή πώληση μετοχών του Εναγόμενου χωρίς να υπάρχει προηγουμένως δική του εντολή. Παρουσιάστηκαν (Contract Notes), σημειώματα σύμβασης (Τεκμήριο 19), τα οποία αφορούν στην εκτέλεση των πράξεων που εκτελέστηκαν κατόπιν εντολής του Εναγόμενου. Ο Εναγόμενος, τύγχανε ενημέρωσης και μέσω των μηνιαίων καταστάσεων λογαριασμού (Τεκμήριο 20) οι οποίες του αποστέλλονταν από την ΕΤΕ. Εξήγησε o M.E.4 το περιεχόμενο των επί μέρους καταστάσεων (Contract Notes List for client, client summary statement, Adjustments List for Client, Unrealized Gain/Loss Report) (Τεκμήριο 21). Επιπρόσθετα, ο Εναγόμενος λάμβανε και μηνιαίες τραπεζικές καταστάσεις λογαριασμού, ούτως ώστε από όλες τις καταστάσεις να γνωρίζει το υπόλοιπο του λογαριασμού του, την αξία των ενεχυριασμένων χρηματιστηριακών αξιών, το όριο του λογαριασμού του, τον όγκο των συναλλαγών του και τις αγορές ή πωλήσεις οι οποίες διενεργήθηκαν για λογαριασμό του. Ο Εναγόμενος ουδέποτε εξέφρασε οποιοδήποτε παράπονο ή αμφισβήτησε τις πράξεις οι οποίες είχαν εκτελεστεί για λογαριασμό του ή το υπόλοιπο του λογαριασμού του. Ως υπεύθυνος προϊστάμενος του τμήματος της ΕΤΕ, που ήταν ο Μ.Ε.4, λάμβανε γνώση για οποιαδήποτε παράπονα, εάν υπήρχαν, προς το σκοπό διεκπεραίωσής τους. Έκανε έρευνα στο φάκελο του Εναγόμενου και δεν διαπίστωσε οποιοδήποτε παράπονο εκ μέρους του, και δη ότι διενεργήθηκαν αγορές ή πωλήσεις για λογαριασμό του εκ λάθους ή χωρίς να δώσει αυτός εντολές ή ότι δεν διενεργήθηκε εντολή για ρευστοποίηση του χαρτοφυλακίου του. Δεν υπήρξε τέτοια εντολή από τον Εναγόμενο. Ουδέποτε αποκρύφθηκε από τον Εναγόμενο οποιαδήποτε πληροφορία που να αφορούσε στον επενδυτικό λογαριασμό του ή το συγκεκριμένο σχέδιο επενδυτικού λογαριασμού. Ο Εναγόμενος ήταν ενεργός επενδυτής μέχρι τα μέσα του Φεβρουαρίου του
- Στις 15.02.2002 διενήργησε την τελευταία πράξη, που ήταν πράξη αγοράς. Η αξία του χαρτοφυλακίου του Εναγόμενου στις 07.11.2002 ανερχόταν στο ποσό των ΛΚ22.336,00, στις 07.01.2003 στις ΛΚ18.680,36 και στις 05.02.2003 στις ΛΚ19.018,
- Παρουσίασε ο Μ.Ε.4 σχετικές καταστάσεις για την αξία του χαρτοφυλακίου του Εναγόμενου κατά τις εν λόγω ημερομηνίες, συνοδευόμενες από σχετικό πιστοποιητικό (Τεκμήριο 21). Ο λογαριασμός του Εναγόμενου παρουσίασε προβλήματα και δεν τηρείτο η απαραίτητη από το σχέδιο εξασφάλιση. Ως εκ τούτου άρχισαν οι επαφές με αυτόν με σκοπό να αποκατασταθεί η υπέρβαση του λογαριασμού του αλλά και το ύψος της προβλεπόμενης εξασφάλισης. Τηλεφωνικά ζητήθηκε από τον Εναγόμενο να δώσει περαιτέρω εξασφάλιση. Το Σεπτέμβριο του 2002 ο Εναγόμενος υποσχέθηκε ότι θα κατέθετε στο λογαριασμό του το ποσό των ΛΚ3.000,
- Παρουσιάστηκαν ως Τεκμήρια 22 και 23 επιστολές ημερομηνίας 07.11.2002 και 07.01.2003, αντίστοιχα, με τις οποίες ο Εναγόμενος κλήθηκε για αποκατάσταση της εξασφάλισης του λογαριασμού του. Επειδή ο εναγόμενος δεν ανταποκρίθηκε στις εκκλήσεις των Εναγόντων, αυτοί τερμάτισαν τη λειτουργία του επενδυτικού λογαριασμού του στις 05.02.2003 (Τεκμήριο 24 σχετική επιστολή τερματισμού). Ακολούθως και εφόσον την υπόθεση ανέλαβε η Υπηρεσία Ανάκτησης Χρεών των Εναγόντων, στάληκε επιστολή προς τον Εναγόμενο ημερομηνίας 29.06.2006 (Τεκμήριο 25). Μεταξύ της 15.01.2008 και 25.01.2008, κατόπιν οδηγιών των Εναγόντων, η ΕΤΕ προχώρησε σε πώληση των ενεχυριασμένων μετοχών του Εναγόμενου. Το χρηματικό ποσό που προήλθε από την πώληση πιστώθηκε έναντι του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού του Εναγόμενου. Μ.Ε.5 κατέθεσε ο Πανίκος Χριστοφόρου. Εργάζεται από το 2001 στο ΧΑΚ ως λειτουργός στο τμήμα χρηματιστηριακών συναλλαγών. Αναγνώρισε την εγκύκλιο, Τεκμήριο 30, και αναφέρθηκε στο σκοπό έκδοσης της. Οφειλόταν, ως εξήγησε, στο ότι διαπιστώθηκε από το ΧΑΚ πως υπήρχαν κάποια προβλήματα στη διαχείριση των μετοχών και ως εκ τούτου εγκαταστάθηκε ηλεκτρονικό σύστημα προκειμένου να τηρείται το κεντρικό μητρώο, γι' αυτό υπογράφηκε και το Τεκμήριο
- Μ.Ε.6 κατέθεσε ο Σταύρος Νικολάου. Εργάζεται από την 01.06.2006 στην ΕΤΕ με καθήκοντα να διατηρεί αρχείο και να φυλάσσει έγγραφα καθώς και το σύστημα καταγραφής εντολών υπό τύπο αρχείου. Μετά που του δόθηκε εντολή από προϊστάμενο του εντόπισε εντολές που ο Εναγόμενος έδωσε στην ΕΤΕ για σκοπούς αγοραπωλησίας μετοχών. Απομόνωσε αυτές τις εντολές και τις μετέφερε σε δισκάκι, αφού ολόκληρο το σύστημα δεν μπορεί να μεταφερθεί εύκολα εκτός των γραφείων της ΕΤΕ. Ολόκληρο το σύστημα περιλαμβάνει 30 με 40 χιλιάδες εντολές που δεν ενδιαφέρουν το Δικαστήριο. Κατέθεσε το συγκεκριμένο δισκάκι (Τεκμήριο 33) και τέθηκε σε λειτουργία, με τη βοήθεια ηλεκτρονικού υπολογιστή. Τη συνομιλία αυτή του Εναγόμενου, αφού ο Μ.Ε.6 την είχε ακούσει, την κατέγραψε σε χαρτί (Τεκμήριο 34). Σ' αυτό περιλαμβάνονται δύο εντολές του Εναγόμενου, σε δύο διαφορετικές χρονικές στιγμές. Κατά τον ίδιο τρόπο υπάρχουν οι εντολές του Εναγόμενου στο Τεκμήριο
- Μ.Ε.7 κατέθεσε ο Αντώνης Τσολάκης, σήμερα είναι υπάλληλος στην Ελληνική Τράπεζα Λτδ (Ενάγοντες). Το Μάρτιο του 2001 εργαζόταν στην ΕΤΕ. Τα καθήκοντα του ήταν η λήψη και διαβίβαση εντολών στο ΧΑΚ. Γνωρίζει τον Εναγόμενο καθότι ήταν πελάτης των Εναγόντων, αργότερα είχε και φιλικές σχέσεις μαζί του. Οι εντολές για σκοπούς ΧΑΚ λαμβάνονταν είτε τηλεφωνικά, είτε προσωπικά, είτε με φαξ. Περιλάμβαναν είτε αγορά είτε πώληση, την ποσότητα και την τιμή της μετοχής. Τότε οι εντολές μεταφέρονταν αρχικά στα γραφεία της ΕΤΕ στη Λευκωσία και μετά στο ΧΑΚ. Το σύστημα που διατηρούσε η ΕΤΕ ενημέρωνε για την εκτέλεση της πράξης. Ακολουθούσε η αποστολή των Contract Notes προς τον πελάτη. Θυμόταν ότι πήρε αρκετές εντολές από τον Εναγόμενο, ουδέποτε όμως προέβηκε σε πράξεις αγοράς ή πώλησης μετοχών του Εναγόμενου χωρίς την προηγούμενη σχετική εντολή του. Ούτε και αρνήθηκε οποτεδήποτε να δεχθεί εντολή. Επίσης ουδέποτε παρότρυνε ή προέτρεψε τον Εναγόμενο ποιες μετοχές να αγοράσει ή ποιες να πωλήσει. Άλλωστε θεωρούσε πως επρόκειτο για άτομο που είχε πιο καλή άποψη από αυτόν ως προς τι θα αγόραζε ή τι θα πωλούσε. Μέσα από το Τεκμήριο 33 αναγνώρισε ότι η δεύτερη συνομιλία έγινε μεταξύ αυτού και του Εναγόμενου. Μ.Υ.1 κατέθεσε ο Άλκης Πιερίδης. Είναι ανώτερος λειτουργός στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς από το 2006 και λειτουργός στην Επιτροπή από το
- Είναι κάτοχος πτυχίου και μεταπτυχιακού στις οικονομικές σπουδές και εγκεκριμένος λογιστής. Ρωτήθηκε για το θέμα της χειραγώγησης μετοχών και απάντησε πως η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς διενήργησε έρευνα αναφορικά με τις μετοχές της Ελληνικής Τράπεζας και άλλων εταιρειών. Βάσει εντολής διεξάχθηκε έρευνα στα γραφεία της CISCO. Διαπιστώθηκε ότι υπήρξε μια συνεννόηση για χειραγώγηση της τιμής της μετοχής της Ελληνικής Τράπεζας. Κατάληξη ήταν ότι υπήρχε θέμα χειραγώγησης την περίοδο που προηγήθηκε της εξάσκησης των warrants το Σεπτέμβριο του
- Κατέθεσε το σχετικό πόρισμα ως Τεκμήριο 43 καθώς και δισκάκι (Τεκμήριο 44) που περιλαμβάνει συνομιλίες οι οποίες θεωρήθηκαν ότι συνιστούσαν ή προήγαγαν τη χειραγώγηση μετοχών. Επίσης κατέθεσε πόρισμα (Τεκμήριο 45) καθώς και σχετικό δισκάκι με συνομιλίες που λήφθηκαν από τη CISCO (Τεκμήριο 46) αναφορικά με την Τράπεζα Κύπρου. Τέλος, κατέθεσε τα Τεκμήρια 47, 48 και 49 που σχετίζονται με έρευνες και πόρισμα για την εταιρεία Aquasol καθώς και κατάσταση εταιρειών που είναι εξαρτώμενες εταιρείες με επενδυτικές. Μ.Υ.2 κατέθεσε ο Χρίστος Ιωαννίδης, λειτουργός στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου. Εργάζεται στο τμήμα εποπτείας και ρύθμισης τραπεζικών ιδρυμάτων. Αναφέρθηκε σε ποινή που επιβλήθηκε στην Ελληνική Τράπεζα από το διοικητικό συμβούλιο της Κεντρικής Τράπεζας για το λόγο ότι παρενέβηκε την πιστωτική της επέκταση, δηλαδή έδωσε περισσότερα δάνεια απ' ότι επιτρεπόταν. Αναφέρθηκε επίσης σε εγκυκλίους (Τεκμήρια 50 και 51) προς τις Τράπεζες και σε παραβίαση τους από την Ελληνική Τράπεζα περί το 2000 με
- Μ.Υ.3 κατέθεσε ο Χρίστος Πουργουρίδης. Υπήρξε, ως βουλευτής, πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Παρακολουθήσεως Σχεδίων Ανάπτυξης και Ελέγχου Δημοσίων Δαπανών. Προέδρευσε συνεδριών μαζί με την Επιτροπή Οικονομικών της Βουλής σχετικά με το ΧΑΚ για τα έτη 1998 έως
- Αναφέρθηκε σε έρευνα που έγινε υπό τη μορφή καταθέσεων από εκατοντάδες άτομα προερχόμενα από το Υπουργείο Οικονομικών, μεγάλες Τράπεζες, Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, την Κεντρική Τράπεζα και άλλα πρόσωπα που είχαν εποπτεία στο ΧΑΚ. Μετά το πέρας της έρευνας, συντάχθηκε μακροσκελής έκθεση με συμπεράσματα (Τεκμήριο 52), η οποία οδηγήθηκε στην ολομέλεια της Βουλής και υιοθετήθηκε ομόφωνα. Στάληκε δε στο Γενικό Εισαγγελέα και στον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας με παράκληση να διεξαχθούν έρευνες για τυχόν αδικήματα. Οι ποινικές έρευνες, εξ όσων γνωρίζει, δεν οδήγησαν σε αποτελέσματα. Ανέφερε, ωστόσο, ότι βασική θέση όλων ήταν πως οι επενδυτές έπεσαν θύματα καταδολίευσης και πως ήταν κοινό μυστικό ότι υπήρξαν φαινόμενα χειραγώγησης στο ΧΑΚ. Μ.Υ.4 κατέθεσε ο Σωτήρης Διακουρτής, Εναγόμενος. Είναι πτυχιούχος ηλεκτρολόγος μηχανικός με μεταπτυχιακό στη μηχανική ηλεκτρονικών υπολογιστών. Είναι εκπαιδευτής μηχανικής ηλεκτρονικών υπολογιστών στο δημόσιο και έχει διδάξει προηγουμένως στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και στο European University. Από το 1995 είναι πελάτης των Εναγόντων και η σχέση τους ήταν σχέση τραπεζίτη πελάτη. Το Φεβρουάριο του 2001, για να μπορέσει να διαπραγματευθεί μετοχές τις οποίες κατείχε, ρώτησε τους Ενάγοντες οι οποίοι τον παρέπεμψαν στα γραφεία της ΕΤΕ. Εκεί συνάντησε τον Χρυσοστόμου (Μ.Ε.3), που ήταν διευθυντής του γραφείου επενδύσεων των Εναγόντων, ο οποίος τον πληροφόρησε ότι είχαν ένα πολύ καλό σχέδιο επενδυτικού λογαριασμού. Αφού του εξήγησε το σχέδιο, συμπλήρωσε ο ίδιος ιδιοχείρως την Αίτηση (Τεκμήριο 12). Ο Χρυσοστόμου υπέγραψε την αίτηση, τον σύστησε σαν φίλο και πελάτη που τον γνώριζε αρκετά χρόνια και την έστειλε για έγκριση στη Λευκωσία. Ο Μ.Ε.3 τον παρότρυνε να ανοίξει τον επενδυτικό λογαριασμό λέγοντας του ότι οι τιμές του χρηματιστηρίου ήταν πολύ ελκυστικές και θα ήταν πολύ επικερδές να κάνει το επενδυτικό σχέδιο, αφού καταθέτοντας μόνο ΛΚ20.000,00 θα του έδιναν όριο ακόμα ΛΚ50.000,00 για επενδύσεις στο Χρηματιστήριο. Σε αντίθεση με την κατάθεση που έδωσε, ο Μ.Ε.3 του παρείχε τις συμβουλές και εκτελούσε πράξεις για λογαριασμό του. Ο Εναγόμενος, κατά την ακροαματική διαδικασία, μέσω του ηλεκτρονικού του υπολογιστή, ενεργοποίησε τη συνομιλία ημερομηνίας 25.04.2001 μέσα από σχετικό δισκάκι (Τεκμήριο 33). Η συνομιλία ημερομηνίας 25.04.2001 καταγράφεται στο παράρτημα Α, του Τεκμηρίου
- Προώθησε τη θέση πως μέσα από αυτήν του δόθηκε συμβουλή. Καθοριστικοί παράγοντες για την αίτηση του ήταν και οι δηλώσεις αξιωματούχων των τριών μεγάλων τραπεζών, και ειδικά του προέδρου του Δ.Σ. της Ελληνικής Τράπεζας Πάνου Γαλανού, καθώς και άλλων οικονομικών παραγόντων που έγιναν τους προηγούμενους μήνες. Είχε διαβάσει δε μέσα από εφημερίδες αρκετές δηλώσεις τις οποίες κατέθεσε ως Τεκμήρια 54, 55 και 56 (α) και (β). Όπως γνωρίζει, η Ελληνική Τράπεζα το Δεκέμβριο του 2000 κατείχε πέραν του 30% της Επενδυτικής Αθηνάς, κάτι που σύμφωνα με τη νομοθεσία του χρηματιστηρίου είχε υποχρέωση να υποβάλει δημόσια πρόταση προς αγορά πέραν του 50% των μετοχών. Οι Ενάγοντες και οι αξιωματούχοι τους του απέκρυψαν αυτή την υποχρέωσή τους και δεν την τήρησαν κατά την υπογραφή της συμφωνίας Τεκμήριο
- Εμπιστεύτηκε τη σχέση τραπεζίτη - πελάτη και μετά από παροτρύνσεις από το Μ.Ε.3, υπέγραψε τη συμφωνία (Τεκμήριο 11) η οποία είχε μεγάλες παρεκκλίσεις σε σχέση με την Αίτηση του (Τεκμήριο 12). Στις 26.03.2001 και κατόπιν έγκρισης της Αίτησης του, συμφώνησε να συμμετάσχει στο σχέδιο επενδυτικού λογαριασμού των Εναγόντων στο οποίο κατέθεσε μετρητά και μετοχές αξίας ΛΚ16.800,00 και του παραχώρησαν όριο ΛΚ50.000,
- Κατά την υπογραφή της συμφωνίας όπου του παραχωρήθηκε όριο ΛΚ50.000,00 αποκλειστικά για επένδυση στο ΧΑΚ, το ποσοστό εξασφάλισης που κατέθεσε ήταν ΛΚ16.800,00, δηλαδή ποσοστό 33,6%. Αυτό εξ αρχής παραβίαζε τον ουσιώδη όρο 11 του συμβολαίου (Τεκμήριο 11) από μέρους των Εναγόντων. Ο Εναγόμενος ανέφερε ακόμη ότι δεν γνώριζε τον Γ. Γρουτίδη (Μ.Ε.4) αλλά ούτε και μίλησε ποτέ μαζί του, παρά μόνο όταν τον είδε ως μάρτυρα στο Δικαστήριο. Η επαφή του κυρίως για τη διαχείριση του επενδυτικού λογαριασμού ήταν με κάποιον Καραγιώργη. Επειδή οι Γ. Γρουτίδης και Καραγιώργης, αξιωματούχοι της ΕΤΕ, υπέγραψαν τη συμφωνία δανείου (Τεκμήριο 11) μεταξύ του και των Εναγόντων κατά τον ουσιώδη χρόνο, αλλά και την έγκριση του επενδυτικού λογαριασμού εκ μέρους των Εναγόντων, ως επίσης ο Καραγιώργης υπέγραψε εκ μέρους της ΕΤΕ την Αίτηση (Τεκμήριο 12), του είχαν δημιουργήσει την εντύπωση ότι, ΕΤΕ και Ενάγοντες ήταν ο ίδιος οργανισμός. Ο Τσολάκης (Μ.Ε.7), του παρουσιαζόταν σαν βοηθός χρηματιστής και απόφοιτος Αγγλικού πανεπιστημίου στον κλάδο οικονομικών. Του παρείχε συμβουλές και προτροπές σχετικά με τα χρηματιστηριακά δρώμενα. Ισχυριζόταν ότι έβλεπε το βάθος της αγοράς και μπορούσε να προβλέψει κατά πόσο υπήρχαν πολλοί αγοραστές που σήμαινε άνοδο ή πολλοί πωλητές που σήμαινε πτώση. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 33, στις 10.04.2001 όταν τηλεφώνησε και ήθελε να αγοράσει μετοχές της Interfund, ο Μ.Ε.7 τον απέτρεψε λέγοντας του ότι έχει τρομακτική πίεση και θα πάει κάτω. Παράλληλα, τον ενθάρρυνε να αγοράσει Euroinvest η οποία «επέτασεν», όπως του είχε αναφέρει. Εμπιστευόμενος το Μ.Ε.7, αφού ήταν συστημένος και από τους Ενάγοντες, που ήταν τραπεζίτες του, άκουγε πολύ προσεκτικά τις απόψεις του οι οποίες είχαν και βαρύνουσα θέση στις αποφάσεις του για επενδύσεις μετοχών. Περαιτέρω ο Εναγόμενος ανέφερε ότι, όπως φαίνεται στα Τεκμήρια 60 και 61, η πορεία των τραπεζικών τίτλων αλλά και του χαρτοφυλακίου του, ήταν καθοδική καθ' όλη σχεδόν τη διάρκεια λειτουργίας του επενδυτικού λογαριασμού, κάτι που καθιστούσε αδύνατο να προσκομίσει οποιαδήποτε κέρδη. Ο Καραγιώργης τον κάλεσε για δείπνο τον Απρίλιο του 2001, λίγο μετά την υπογραφή της συμφωνίας (Τεκμήριο 11). Του ανέφερε ότι οι τιμές των μετοχών είναι πολύ χαμηλές και σύντομα το χρηματιστήριο θα ανέκαμπτε. Επίσης, το Σεπτέμβριο του 2001 τον πήρε τηλέφωνο και του είπε να καταθέσει ορισμένα χρήματα στο λογαριασμό του. Αυτός είπε ότι δεν είχε εκείνη τη στιγμή και του ζήτησε συνάντηση η οποία έγινε στο γραφείο του στη Λευκωσία. Η συνάντηση έγινε κατά ή περί τις 25.09.2001, στη διάρκεια της οποίας ο Εναγόμενος υπέγραψε έγγραφο με το οποίο έδινε το πράσινο φως στη ρευστοποίηση όλου του χαρτοφυλακίου του και εξόφληση του χρέους, κάτι που δεν έγινε. Κατά τη συνομιλία τους, ο Καραγιώργης ανέφερε στον Εναγόμενο ότι η κυβέρνηση ετοιμάζει μέτρα ανακούφισης των επενδυτών και να περιμένει να μη ρευστοποιήσει, γιατί μετά δεν θα μπορούσε να συμμετέχει στο τότε σχέδιο ανακούφισης. Έτσι ο Καραγιώργης τον ενθάρρυνε να κρατήσει τις μετοχές του και ακόμα να κάνει περισσότερες πράξεις για να έχει «μηδενικές χρεώσεις», σύμφωνα με τον όρο (ii) του Τεκμηρίου
- Έχοντας εμπιστοσύνη στον Καραγιώργη και κάτω από τις παροτρύνσεις του, μπήκε σε μια ψυχοφθόρο διαδικασία μελέτης, προσπαθώντας να τοποθετηθεί σε χρηματιστηριακούς τίτλους για μείωση της ζημιάς του επενδυτικού ορίου. Κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν γνώριζε για τις χειραγωγήσεις τιμών και ότι ο Καραγιώργης ήταν εμπλεκόμενος σ' αυτές. Ο Εναγόμενος κατέθεσε ακόμη πως δεν έχει πάρει καμία επιστολή όπως είναι τα Τεκμήρια 19, 20, 21, 22, 23, 24 και
- Οι επιστολές αυτές έχουν λάθος διεύθυνση αλληλογραφίας και λάθος email, σε σύγκριση με τη διεύθυνση αλληλογραφίας που έδωσε στην Αίτηση του (Τεκμήριο 12). Ουδέποτε πήρε καταστάσεις στο φαξ εκτός από τα Τεκμήρια 11 και 12 που ζήτησε να του σταλούν από κάποια κα Σάββα, χρηματιστή της ΕΤΕ, στις 18.09.
- Οι Ενάγοντες αμελούσαν επιμελώς να τον ενημερώσουν μετά τη λήψη της χρηματιστηριακής συνάντησης, είτε τηλεφωνικά είτε με φαξ κατά πόσο εκτελέστηκε ή όχι μια πράξη. Δήλωσε ο Εναγόμενος ότι δεν έχει δώσει όλες τις εντολές που αναφέρονται στο Τεκμήριο
- Η ΕΤΕ διενεργούσε πράξεις και χρέωνε το λογαριασμό του εν αγνοία του, καταγράφοντας τις στο Τεκμήριο 31 και χρεώνοντας τις στα χρεωστικά υπόλοιπα του. Το Τεκμήριο 31 δεν αντιπροσωπεύει τις πράξεις από το αντίγραφο συνομιλιών (Τεκμήριο 33). Οι Ενάγοντες δεν έφεραν στο Δικαστήριο όλες τις συνομιλίες, όπου υπάρχουν προτροπές και παροτρύνσεις για αγορά μετοχών. Η λίστα με τις εντολές που ισχυρίζονται ότι αυτός έδωσε (Τεκμήριο 31) είναι λανθασμένη και υπάρχουν συνομιλίες παρόμοιες των Τεκμηρίων 44 και 46, όπου αξιωματούχοι διαφόρων γραφείων χειραγωγούν μετοχές σε συνεργασία με τους Ενάγοντες. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 31 όπου καταγράφονται οι εντολές του και το CD (Τεκμήριο 33) που ηχογραφούνται οι εντολές του, υπάρχουν μεγάλες διαφορές των ίδιων ημερών, ακόμα και του ίδιου δευτερόλεπτου. Το Τεκμήριο 34 φαίνεται να μην είναι αντίγραφο του CD (Τεκμήριο 33). Επικαλέστηκε δε συνομιλία με τον Α. Τσολάκη ο οποίος του λέει «Πάσιν ούλλες πάνω πάλε, πάσιν ούλλες πάνω πάλε, όλες, όλες, όλες, ότι γοράσεις είσαι μέσα». Στις 12 Αυγούστου 2003, ο Εναγόμενος πήρε συστημένη επιστολή (Τεκμήριο 10) όπου οι Ενάγοντες τον ενημέρωναν ότι θα προχωρούσαν στην πώληση των ενεχυριασμένων μετοχών. Στον ίδιο περίπου χρόνο, σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τη χρηματιστή της Ελληνικής, Ευδοκία Σάββα, της ανέφερε ότι, σύμφωνα με τη συνάντηση του με τον Καραγιώργη, δεν είχε οποιοδήποτε υπόλοιπο στο λογαριασμό του. Της ανέφερε ότι έλαβε γνώση της επιστολής 12ης Αυγούστου 2003 (Τεκμήριο 10), που μιλούσε για πώληση των ενεχυριασμένων μετοχών του και δεν είχε οποιαδήποτε αντίρρηση. Από τότε δεν είχε πάρει καμία επιστολή, καμία μηνιαία κατάσταση, ούτε τριμηνιαία, ούτε χρονιαία για τον επενδυτικό του λογαριασμό τον οποίο θεωρούσε κλειστό. Στις 25.08.2009, δηλαδή μετά από παρέλευση πέραν των 7 χρόνων, παρέλαβε την επίδικη αγωγή. Το 2010 έπεσε στην αντίληψη του το πόρισμα, Τεκμήριο 43, και προχώρησε σε καταγγελίες στους αρμόδιους φορείς. Κατέθεσε δέσμη επιστολών με καταγγελίες (Τεκμήριο 66). Προχώρησε σε καταγγελίες του Καραγιώργη και των Εναγόντων. Το Σεπτέμβριο του 2013 πήρε απαντητική επιστολή από το Γενικό Εισαγγελέα (μέρος Τεκμηρίου 66). Στην απαντητική του επιστολή ο τέως Γενικός Εισαγγελέας αναφέρει ότι ο Εναγόμενος έχει δίκαιο για το παράπονο που εξέφρασε και έδωσε οδηγίες για συνέχιση της διερεύνησης. Κατέθεσε επίσης ο Εναγόμενος απάντηση από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς της Ελλάδος (μέρος Τεκμηρίου 66). Οι Ενάγοντες, κατά τον Εναγόμενο, γνώριζαν και ήταν σε θέση να γνωρίζουν ότι όποιες μετοχές και εάν αγόραζε ο Εναγόμενος μέσα στην περίοδο υπογραφής της συμφωνίας, θα ζήμιωνε. Είναι επίσης φανερό ότι με τον τρόπο που ενήργησαν οι Ενάγοντες, αυτοί δεν προέβηκαν σε εκείνες τις ενέργειες που θα διασφάλιζαν τα συμφέροντα του και δεν διασφάλισαν το δικαίωμα του να λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή. Αντίθετα οι Ενάγοντες του έδωσαν ένα συμβόλαιο τυποποιημένο το οποίο δεν τύγχανε διαπραγμάτευσης και εκμεταλλευόμενοι την εμπιστοσύνη του, επεδίωξαν ώστε να μη λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή. Εάν ο Εναγόμενος γνώριζε ότι λίγους μήνες πριν την υπογραφή του επενδυτικού λογαριασμού οι Ενάγοντες διατηρούσαν σε ψηλά επίπεδα φούσκας τις τιμές των μετοχών, ή ότι είχαν ενεργό συμμετοχή σε μεγάλους όγκους συναλλαγών και χειραγώγηση τιμών και δημιουργία πλασματικής αγοράς, ή ότι εξέδιδαν δικά τους νέα κεφάλαια σε τιμές φούσκας για είσπραξη μεγάλων ποσών, ή ότι εισήγαγαν προβληματικούς πελάτες στο ΧΑΚ με σκοπό την είσπραξη παλαιών χρεών, και ότι χειραγωγούσαν τις τιμές της μετοχής τους και της Τράπεζας Κύπρου, ή ότι παράβαιναν τις οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας και δέσμευαν παράνομα μετοχές με βροντερό παράδειγμα αυτό των υπαλλήλων τους, δεν θα προχωρούσε στην υπογραφή του επενδυτικού λογαριασμού. Μ.Υ.5 κατέθεσε ο Μάρκελος Χατζημάρκου. Από το Σεπτέμβριο του 2001 εργάζεται ως λειτουργός στο τμήμα συναλλαγών του ΧΑΚ. Στα καθήκοντα του εμπίπτει η έκδοση δελτίων τιμών και παράδοση αρχείων σχετικά με εγγεγραμμένους χρηματιστές. Κατέθεσε σχετικό κατάλογο χρηματιστών της ΕΤΕ για τα έτη 2001 έως 2002 (Τεκμήριο 68). Παρουσίασε επίσης δύο εγκύκλιους (Τεκμήρια 69 και 70) σχετικά με την καταγραφή των εντολών στο ΧΑΚ. Αποδέχθηκε ότι οι βοηθοί χρηματιστών μπορούσαν να λαμβάνουν και να καταχωρούν εντολές στο σύστημα που υπήρχε, μόνο κατόπιν άμεσης επίβλεψης από χρηματιστηριακό εκπρόσωπο. Υπήρχε δε και κατάλογος βοηθών τον οποίο δεν παρουσίασε στο Δικαστήριο διότι δεν του ζητήθηκε. Μ.Υ.6 κατέθεσε ο Νίκος Μαρκίδης. Είναι ιδιοκτήτης και διευθυντής της εταιρείας Panagraphic Communication Systems Ltd από το
- Σπούδασε στην Αγγλία και είναι απόφοιτος του Central London Polytechnic. Στις αρμοδιότητες του είναι η εγκατάσταση, συντήρηση και αναβάθμιση τηλεπικοινωνιακού και μηχανογραφικού εξοπλισμού όπως τηλεφωνικά συστήματα, καταγραφικά, φαξ, υπολογιστές και εξυπηρετητές (servers). Στις 02.10.2014 του ζητήθηκε από τον Εναγόμενο και μετέβηκε στα κεντρικά γραφεία των Εναγόντων, όπου στεγάζεται και η ΕΤΕ. Στην παρουσία του Εναγόμενου, της δικηγόρου των Εναγόντων και του διευθυντή της ΕΤΕ, ο Σταύρος Νικολάου (Μ.Ε.6), υπάλληλος της ΕΤΕ, τους παρουσίασε ένα καταγραφικό τύπου RACAL MIRRA 2, συνδεδεμένο με ένα υπολογιστή, το οποίο επιθεώρησε. Ο ίδιος έχει εγκαταστήσει τηλεπικοινωνιακά συστήματα με καταγραφικά της ίδιας μάρκας, όπως αυτό που επιθεώρησε στην ΕΤΕ. Εξήγησε τον τρόπο λειτουργίας και τις δυνατότητες που αυτό έχει όσον αφορά τις καταγραφές συνομιλιών. Κατέθεσε τις δικές του απόψεις όσον αφορά τη διαδικασία που παρακολούθησε για την ανεύρεση της συγκεκριμένης συνομιλίας από το Νικολάου. Ανέφερε ότι ο Νικολάου χρησιμοποίησε φίλτρα για έρευνα με την ημερομηνία 07.05.2001 η οποία έδωσε αποτέλεσμα περίπου 300 συνομιλιών. Μέσα από τις 300 συνομιλίες, βρήκε την εντολή με το extension «antonis» και διάρκειας 6.51 λεπτά την οποία έβαλε να ακουστεί. Η διαδικασία αυτή πήρε περίπου 8 - 10 λεπτά. Είναι η άποψη του μάρτυρα ότι, εάν ο Νικολάου διενεργούσε έρευνα φιλτράροντας με την ημερομηνία, ώρα, λεπτό και extension, κάτι που του επέτρεπε το λογισμικό του καταγραφικού, θα μπορούσε να ακουστεί η συνομιλία σε λιγότερο από 3 λεπτά. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων ενδιέτριψαν εκτενώς επί όλων των θέσεων και επιχειρημάτων τους αναπτύσσοντας τους συλλογισμούς τους επικαλούμενοι νομολογία προς υποστήριξη της εκδοχής τους. Η επανάληψη τους κρίνεται αχρείαστη. Το Δικαστήριο διατηρεί κατά νου όλες τις θέσεις των διαδίκων και θα αναφερθεί σε αυτές στην έκταση και στο βαθμό που κρίνει ότι είναι απαραίτητο για σκοπούς αιτιολόγησης της παρούσας του απόφασης. Αξιολόγηση μαρτυρίας:- Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευχέρεια και παρακολούθησε με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήριο την όλη συμπεριφορά και στάση τους στο εδώλιο του μάρτυρα καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνιφασμό με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων που κατατέθηκαν στη δίκη, το Δικαστήριο προέβηκε στην αξιολόγηση τους. Οι Μ.Ε.1, Μ.Ε.2 και Μ.Ε.3 είναι υπάλληλοι των Εναγόντων, ως λειτουργοί τους κατέθεσαν, μεταξύ άλλων, τις καταστάσεις λογαριασμού, Τεκμήρια 2(α), 2(β), 3 και 9, εργαζόμενοι, (οι Μ.Ε. 2 και Μ.Ε.3) στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών των Εναγόντων. Οι εν λόγω μάρτυρες άφησαν θετική εντύπωση στα όσα κατέθεσαν, αφού τα λεγόμενα τους ανταποκρίνονταν και στο περιεχόμενο των εγγράφων που κατέθεσαν. Θα πρέπει εδώ να επισημανθεί ότι γενικότερα το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, αλλά και ειδικότερα το περιεχόμενο των προαναφερόμενων καταστάσεων λογαριασμού, δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέτασή τους. Το Δικαστήριο, χωρίς οποιοδήποτε ενδοιασμό, τους κρίνει αξιόπιστους και αποδέχεται τη μαρτυρία τους. Τα ίδια θετικά σχόλια με επιπλέον το γεγονός ότι κατά τη μακρά αντεξέτασή τους, όπου παρέμειναν συνεπείς στη μαρτυρία τους, ισχύουν και για τους Μ.Ε.4 και Μ.Ε.
- Ήταν θετικοί και έδωσαν απαντήσεις ευθέως και χωρίς περιστροφές. Ουδεμία αντίφαση προκύπτει μέσα από το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους αλλά ούτε και με το περιεχόμενο οποιουδήποτε τεκμηρίου που κατατέθηκε στη δίκη. Προκύπτει ξεκάθαρα ότι ο Μ.Ε.7 αποδέχθηκε ότι αυτός ήταν που συνομίλησε με τον Εναγόμενο σε συνομιλία που παραπέμφθηκε. Δε φαίνεται όμως να δίδονται συμβουλές. Συνεπώς ο συλλογισμός του ευπαίδευτου συνηγόρου του Εναγόμενου περί άρνησης του Μ.Ε.7 ότι έδωσε συμβουλές στον Εναγόμενο προκειμένου να αποφύγει ποινική ευθύνη επειδή λάμβανε εντολές για διεκπεραίωση αγοράς μετοχών χωρίς να είναι αδειούχος χρηματιστής, δεν μπορεί να ευσταθήσει. Θα πρέπει επίσης να τονιστεί ότι η αντεξέταση των εν λόγω μαρτύρων περιστράφηκε σε θέματα που δεν αφορούσαν στην εκτέλεση της συμφωνίας Τεκμήριο 11 επί της οποίας οι Ενάγοντες στηρίζουν την αξίωση τους. Προβλήθηκαν όντως θέσεις και ισχυρισμοί που, ως θα φανεί στη συνέχεια, δεν έχουν τη σημασία που τους αποδίδει η Υπεράσπιση στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Ενόψει των προαναφερόμενων, η μαρτυρία τους γίνεται αποδεκτή. Επίσης, αποδεκτή γίνεται και η μαρτυρία του Μ.Ε.5 ο οποίος, ως λειτουργός του ΧΑΚ, εξήγησε την αναγκαιότητα δημιουργίας κεντρικού μητρώου μετά την αποϋλοποίηση των αξιών και τη δημιουργία αποθετηρίου αξιών. Δεν εντοπίζεται οποιοδήποτε στοιχείο που να επιτρέπει στο Δικαστήριο να του αποδώσει οποιοδήποτε κίνητρο ή συμφέρον στην έκβαση της υπόθεσης. Σημειώνεται πως και η αντεξέταση του υπήρξε συντομότατη και δεν είχε χαρακτήρα αμφισβήτησης των λεγομένων του. Ο Μ.Ε.6, τεχνικός στην υπηρεσία της ΕΤΕ, επίσης κρίνεται αξιόπιστος και η μαρτυρία του αποδεκτή. Η προσπάθεια της Υπεράσπισης, για να αποδειχθεί ότι παρουσίασε στο Δικαστήριο μέρος των εντολών που ο Εναγόμενος έδωσε για την αγορά ή πώληση μετοχών του στο ΧΑΚ, απέτυχε για το λόγο ότι δεν αμφισβητήθηκε αλλά ούτε και δόθηκε μαρτυρία από το Μ.Υ.6 ότι δεν υπήρχε μεγάλος αριθμός εντολών στο καταγραφικό της ΕΤΕ. Ομοίως αξιόπιστοι κρίνονται οι Μ.Υ.1, Μ.Υ.2, Μ.Υ.3 και Μ.Υ.5 οι οποίοι, ως λειτουργοί της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, Πρόεδρος Επιτροπής Κοινοβουλευτικού Ελέγχου και Δημοσίων Δαπανών και ο λειτουργός του Τμήματος Συναλλαγών του ΧΑΚ αντίστοιχα, παρουσίασαν με θετικό και πειστικό τρόπο προς το Δικαστήριο τα όσα περιήλθαν σε γνώση τους αλλά και στην αντίληψη τους, στα πλαίσια των καθηκόντων τους, προσκομίζοντας σχετικά έγγραφα - Τεκμήρια. Επισημαίνεται ότι ο Μ.Υ.2 δεν υποβλήθηκε σε αντεξέταση, οι Μ.Υ.3 και Μ.Υ.5 υποβλήθηκαν σε πολύ σύντομη αντεξέταση, διευκρινιστικού χαρακτήρα ενώ ο Μ.Υ.1 παρέμεινε συνεπής στα όσα κατέθεσε στην κύρια εξέταση. Ο Μ.Υ.6 επίσης κρίνεται αξιόπιστος. Ως τεχνικός καταγραφικών συνομιλιών υπήρξε επεξηγηματικός για τη φύση και τις δυνατότητες του καταγραφικού που η ΕΤΕ χρησιμοποιούσε για τη λήψη εντολών αγοράς και πώλησης μετοχών στο ΧΑΚ. Δεν εντοπίζονται κλονιστικά στοιχεία στη μαρτυρία του. Όσον αφορά στον Εναγόμενο - Μ.Υ.4 - για τους λόγους που το Δικαστήριο θα εξηγήσει στη συνέχεια, δεν άφησε θετική εντύπωση ως μάρτυρας. Απέδωσε λεγόμενα στον Μ.Ε.3 πως για να τον παροτρύνει να ανοίξει επενδυτικό λογαριασμό του είπε ότι οι τιμές των μετοχών ήταν πολύ ελκυστικές. Αυτό προφανώς το θεωρεί και ως συμβουλή και άρα πλημμελή ενέργεια εκ μέρους των Εναγόντων. Επίσης απέδωσε στον Μ.Ε.3 ότι εκτελούσε και πράξεις για λογαριασμό του, και άρα υπήρξε αμέλεια εκ μέρους των Εναγόντων. Αν και το θέμα των οδηγιών και της εκτέλεσης των πράξεων αγοράς ή πώλησης σχετίζεται με την ΕΤΕ και Ανταπαίτηση εναντίον της δεν υπάρχει, οφείλει το Δικαστήριο να παρατηρήσει ότι δεν τέθηκε ενώπιον του οποιαδήποτε μαρτυρία, πολύ δε περισσότερο από τον Εναγόμενο, η οποία να συνιστά συμβουλή προς αυτόν ως προς την επιλογή για αγορά ή πώληση συγκεκριμένης κατηγορίας μετοχών. Ούτε υποδείχθηκε από τον Εναγόμενο ότι υπήρξε άρνηση για εκτέλεση συγκεκριμένης εντολής του, είτε για αγορά είτε προς πώληση συγκεκριμένων μετοχών. Το αν του αναφέρθηκε ότι οι τιμές ήταν ελκυστικές, προφανώς δεν θα ήταν λογικό να αναμένει ότι με την εμπλοκή του ως επενδυτής στο ΧΑΚ θα είχε μόνο κέρδη. Ουδείς τον διαβεβαίωσε για κάτι τέτοιο. Εν πάση περιπτώσει, δεν μπορεί να γίνει λόγος για συμβουλή σε συγκεκριμένο θέμα. Αναφέρθηκε ο Εναγόμενος ότι μεταξύ της αίτησης του (Τεκμήριο 12) για επενδυτικό λογαριασμό και της συμφωνίας (Τεκμήριο 11) που υπέγραψε, υπήρχαν διαφορετικοί όροι. Προφανώς ο Εναγόμενος διάβασε και αποδέχθηκε τους όρους του Τεκμηρίου 11, και ως εκ τούτου, έστω και αν υπάρχει οτιδήποτε το διαφορετικό στο Τεκμήριο 12, δεν του επιτρέπει σήμερα να το προβάλλει. Πρώτον, επειδή το Τεκμήριο 12 δεν κατέστηκε μέρος του Τεκμηρίου
- Δεύτερο, όφειλε να εγείρει το θέμα προτού υπογράψει το Τεκμήριο
- Ούτε και κατήγγειλε εξ αιτίας αυτού του λόγου τη συμφωνία Τεκμήριο
- Επί της ουσίας όμως, δεν διαπιστώνεται ότι στο Τεκμήριο 11 περιλαμβάνονται όροι οι οποίοι αντιμάχονται το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
- Εάν ο Εναγόμενος εννοεί τις αναφορές περί των πλεονεκτημάτων του επενδυτικού λογαριασμού όπως αυτές παρατίθενται στην πρώτη σελίδα του Τεκμηρίου 12, δεν φαίνεται τα πλεονεκτήματα αυτά να είναι ασύνδετα με τους όρους του επενδυτικού σχεδίου. Ακόμη και στην περίπτωση του υπ' αριθμό 8 πλεονεκτήματος, με αναφορά πως έμπειροι χρηματιστές και βοηθοί χρηματιστές της ΕΤΕ θα είναι πάντοτε στη διάθεση του Εναγόμενου να δώσουν συμβουλές και πληροφορίες σχετικά με οτιδήποτε αφορά τις εταιρείες που είναι εισηγμένες στο ΧΑΚ, αυτή παραπέμπει σε ενδεχόμενο παράπονο του Εναγόμενου εναντίον της ΕΤΕ και όχι των Εναγόντων. Κατέθεσε επίσης ότι επειδή κάποια πρόσωπα ήταν κοινά στην εμπλοκή τους τόσο στην αίτηση Τεκμήριο 12 όσο και στη συμφωνία Τεκμήριο 11 που υπόγραψε, πίστευε ότι οι Ενάγοντες και η ΕΤΕ ήταν ένας οργανισμός. Η συμφωνία Τεκμήριο 11, μέσα από το περιεχόμενο της, δεν αφήνει περιθώρια αμφιβολίας ότι ο Εναγόμενος δεν συμβλήθηκε με την Ελληνική Τράπεζα Λτδ. Αυτή η συμφωνία είναι και το υπόβαθρο της αξίωσης των Εναγόντων. Αναφέρθηκε ακόμη με γενικότητα ο Εναγόμενος σε παροτρύνσεις του Μ.Ε.7 ως προς την επιλογή του να αγοράσει συγκεκριμένες μετοχές. Επισημαίνεται πρώτιστα ότι από το περιεχόμενο συνομιλίας, το οποίο ο Εναγόμενος επικαλέστηκε, δεν προκύπτει ότι ζητήθηκε γνώμη και δόθηκε συμβουλή με την ορθή έννοια των λέξεων αυτών, ώστε να αποφασίσει ο Εναγόμενος, στηριζόμενος σε συμβουλή, για να αγοράσει συγκεκριμένες μετοχές. Κατά δεύτερο λόγο, και αν ακόμη ήθελε ερμηνευθεί διαφορετικά η εν λόγω συνομιλία, επισημαίνεται ότι ο Μ.Ε.7 ενεργούσε και εκπροσωπούσε την ΕΤΕ ως βοηθός χρηματιστής παραλαμβάνοντας και προωθώντας τις εντολές του Εναγόμενου για διεκπεραίωση τους στο ΧΑΚ. Ανταπαίτηση εναντίον της ΕΤΕ δεν ηγέρθηκε στην παρούσα διαδικασία. Προέβαλε δε ως παράπονο του έναντι των Εναγόντων ότι μέσα από τα Τεκμήρια 60 και 61 συνάγεται ότι υπήρχε καθοδική πορεία των μετοχών μόνο, και άρα ήταν αδύνατο να προσκομίσει κέρδη. Σε κανένα όρο της συμφωνίας Τεκμήριο 11 γίνεται αναφορά ότι ο Εναγόμενος θα αποκόμιζε μόνο κέρδη. Ο σκοπός της συμφωνίας ήταν η παραχώρηση πιστωτικής διευκόλυνσης ορίου μέχρι ΛΚ50.000,
- Πουθενά δεν προκύπτει ότι οι Ενάγοντες αποδέχθηκαν ή συμφώνησαν ρόλο στην πορεία των μετοχών που ο Εναγόμενος θα αγόραζε ή πωλούσε. Παρότι δεν διαφαίνεται να ζητήθηκε εκ μέρους του Εναγόμενου η πώληση των μετοχών του για εξόφληση του λογαριασμού του, αυτός επέμενε ότι ζήτησε την πώληση του χαρτοφυλακίου του η οποία αν γινόταν θα εξοφλούσε το χρέος. Δεν προσκόμισε όμως οποιαδήποτε μαρτυρία για την αξία των μετοχών του η οποία με την πώλησή τους θα εξοφλούσε το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού του. Αντίθετα, από τη μαρτυρία που οι Ενάγοντες προσκόμισαν, φαίνεται ότι λόγω της μείωσης της αξίας των μετοχών του κατά τον τερματισμό του επενδυτικού του λογαριασμού, η μαρτυρία του Εναγόμενου δεν μπορεί να ευσταθεί. Κατέθεσε επιπλέον ο Εναγόμενος ότι ουδέποτε παρέλαβε τα Τεκμήρια 19 - 25 που μαρτυρήθηκε ότι του αποστέλλονταν. Πρόβαλε τη θέση ότι αυτά φέρουν διεύθυνση λανθασμένη. Η θέση και η σχετική μαρτυρία δεν γίνεται αποδεκτή διότι, όπως διαφαίνεται, τα πιο πάνω Τεκμήρια αποστέλλονταν στη διεύθυνση που αυτός έδωσε επί της συμφωνίας Τεκμήριο
- Ουδέποτε ο Εναγόμενος ενημέρωσε τους Ενάγοντες περί αλλαγής της διεύθυνσης του. Η θέση του ότι έδωσε άλλη διεύθυνση για σκοπούς αλληλογραφίας μέσα από το Τεκμήριο 12, δεν γίνεται αποδεκτή, διότι δεν φαίνεται να δίδεται άλλη διεύθυνση επί του Τεκμηρίου
- Επίσης με τον όρο 15 του Τεκμηρίου 16 φαίνεται να αποδέχθηκε ως σωστή τη διεύθυνση όπου αποστελλόταν η αλληλογραφία. Πρόκειται συνεπώς για εκ των υστέρων σκέψεις και προσπάθεια άντλησης στοιχείων υπεράσπισης έναντι της αξίωσης των Εναγόντων και εν πάση περιπτώσει έξω από τα συμφωνηθέντα. Ισχυρίστηκε δε ότι σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με την Ευδοκία Σάββα, υπάλληλο των Εναγόντων, περί τον Αύγουστο του 2003 της ανέφερε ότι σύμφωνα με συνάντηση που είχε με το Γ. Καραγιώργη τον ίδιο περίπου χρόνο, δεν υπήρχε υπόλοιπο στο λογαριασμό του. Προκύπτει αντίφαση στη μαρτυρία του και με την κοινή λογική. Αφού, σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του, αποδέχεται ότι ο Γ. Καραγιώργης το Σεπτέμβριο του 2001 του ζήτησε να καταθέσει ΛΚ3.000,00 στο λογαριασμό του, κάτι που δεν έγινε, άρα πως δεν υπήρχε υπόλοιπο στο λογαριασμό του. Δεν φαίνεται δε να επικαλείται οποιαδήποτε άλλη συνομιλία του με το Γ. Καραγιώργη που να προκύπτει πως ο λογαριασμός του δεν είχε χρεωστικό υπόλοιπο. Επιπλέον, η μαρτυρία αυτή δεν φαίνεται να καλύπτεται, σε τέτοια λεπτομέρεια, από το δικόγραφο του Εναγόμενου, απλά αρνείται ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό. Δεν εξηγεί δε πώς πριν τον Αύγουστο του 2003, ο λογαριασμός του δεν είχε χρεωστικό υπόλοιπο. Τέλος, ο Εναγόμενος προώθησε τη θέση πως οι Ενάγοντες δεν του επέτρεψαν να λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή πριν υπογράψει τη συμφωνία Τεκμήριο
- Η θέση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, αφού δεν συνοδεύεται από συγκεκριμένη μαρτυρία στην οποία, είτε οι Ενάγοντες να του ανέφεραν ότι δεν χρειαζόταν νομική συμβουλή, είτε ο ίδιος να ρώτησε περί τούτου, είτε ακόμη να ζήτησε κάτι τέτοιο και όμως να τον παρότρυναν περί του αντιθέτου ή να μην του επέτρεψαν υποσχόμενοι οτιδήποτε προς παραπλάνησή του. Πρόκειται για γενική και αφηρημένη μαρτυρία. Συνακόλουθα με όλα τα πιο πάνω κρίνεται ότι θα ήταν ακροσφαλές να γίνει αποδεκτή οποιαδήποτε μαρτυρία του Εναγόμενου η οποία αντιμάχεται τα συμφωνηθέντα μεταξύ αυτού και των Εναγόντων, αλλά και τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από τους τελευταίους και κρίθηκε αξιόπιστη για τους λόγους που έχουν ήδη εξηγηθεί. Ευρήματα Δικαστηρίου:- Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και την αποδεκτή μαρτυρία διατυπώνονται στη συνέχεια τα ευρήματα του Δικαστηρίου, επί των ουσιωδών πραγματικών γεγονότων, τα οποία διέπουν την παρούσα υπόθεση. Οι Ενάγοντες είναι εταιρεία εγγεγραμμένη σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία και διεξάγει τραπεζικές εργασίες στην Κύπρο (παραδεκτό από την παράγραφο 1 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης). Κατόπιν αίτησης (Τεκμήριο 12) που ο Εναγόμενος υπέβαλε, για άνοιγμα επενδυτικού λογαριασμού από τους Ενάγοντες, και παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων για σκοπούς επενδύσεων σε αξίες στο ΧΑΚ, οι Ενάγοντες ενέκριναν την παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων στον Εναγόμενο, με παραχώρηση ορίου ύψους ΛΚ50.000,00, και ως εκ τούτου στις 26.03.2001 συνάφθηκε συμφωνία (Τεκμήριο 11) παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων για το εν λόγω ποσό. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος στις 26.03.2001 υπόγραψε πληρεξούσιο έγγραφο (Τεκμήριο 14) διορίζοντας ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του, για τη διεξαγωγή αγοραπωλησιών μετοχών ενταγμένων στο ΧΑΚ, την Ελληνική Τράπεζα (Επενδύσεις) Λτδ (ΕΤΕ), η οποία ασχολείται με τη διεκπεραίωση εντολών για αγορά ή πώληση στο ΧΑΚ. Επίσης, την ίδια μέρα ο Εναγόμενος υπόγραψε έγγραφο ενεχυρίασης μετοχών (Τεκμήριο 16) ως αντάλλαγμα και εξασφάλιση των τραπεζικών διευκολύνσεων που του παραχωρούσαν οι Ενάγοντες, με δικαίωμα όπως οι τελευταίοι να πωλήσουν τις ενεχυριασμένες μετοχές, και το προϊόν της πώλησης να χρησιμοποιηθεί προς ικανοποίηση κάθε οφειλής του προς αυτούς. Σύμφωνα δε με το Τεκμήριο 16, όλοι οι τίτλοι των χρηματιστηριακών αξιών που θα αγοράζονταν από τον Εναγόμενο θα ενεχυριάζονταν υπέρ των Εναγόντων και τα σχετικά δικαιώματα, παρόντα και μέλλοντα θα εκχωρούνταν σε όφελος τους ως εξασφάλιση των υποχρεώσεων του, χωρίς αυτό να εμποδίζει τη ρευστοποίηση των αξιών όταν και εφόσον το αποφάσιζε ο Εναγόμενος, νοουμένου ότι αυτό επιτρεπόταν από το ύψος του λογαριασμού του. Ο Εναγόμενος παραχώρησε ως εξασφάλιση του λογαριασμού του μετοχές τις οποίες κατείχε, καθώς επίσης κατέθεσε σε μετρητά το ποσό των ΛΚ2.000,
- Αφού υπογράφτηκαν τα πιο πάνω έγγραφα, ανοίχθηκε από τους Ενάγοντες επενδυτικός λογαριασμός στο όνομα του Εναγόμενου και αυτός είχε στη διάθεση του το ποσό του ορίου, δηλαδή ΛΚ50.000,00, που του παραχώρησαν οι Ενάγοντες για να προβεί σε αγορές μετοχών. Ο Εναγόμενος στη συνέχεια έδινε εντολές στην ΕΤΕ, οι οποίοι ήταν οι πληρεξούσιοι αντιπρόσωποι του για αγορά/πώληση μετοχών. Όταν πραγματοποιούνταν οι συναλλαγές, το χρηματιστηριακό γραφείο (ΕΤΕ) έκδιδε και απόστελλε στους Ενάγοντες τα πινακίδια συναλλαγής (contract notes), μαζί με τις εξουσιοδοτήσεις για τη χρέωση ή πίστωση του λογαριασμού του Εναγόμενου. Οι Ενάγοντες βασιζόμενοι στα στοιχεία που τους έδινε το χρηματιστηριακό γραφείο, πλήρωναν το τίμημα αγοράς, την προμήθεια του χρηματιστή και χρέωναν ανάλογα το λογαριασμό του Εναγόμενου. Όλες οι αγορασθείσες από τον Εναγόμενο μετοχές/αξίες ενεχυριάζονταν προς όφελος των Εναγόντων. Σε περίπτωση πώλησης οι Ενάγοντες, αφαιρουμένης της προμήθειας του χρηματιστή, πίστωναν το λογαριασμό του Εναγόμενου. Στα πλαίσια ίδρυσης και λειτουργίας Κεντρικού Μητρώου και Μητρώου Αποθετηρίου Αξιών υπογράφτηκε από τον Εναγόμενο το Τεκμήριο 18 προς συμμόρφωση με την εγκύκλιο του ΧΑΚ, Τεκμήριο
- Μετά την έναρξη της λειτουργίας του λογαριασμού του Εναγόμενου λόγω της μείωσης, προφανώς, της αξίας των μετοχών που παρείχε ως ασφάλεια, το ποσοστό ασφάλειας του Εναγόμενου είχε μειωθεί και το Σεπτέμβριο του 2001 του ζητήθηκε προφορικά να καταθέσει μετρητά ΛΚ3.000,00, κάτι που δεν έπραξε. Περί το Σεπτέμβριο του 2001, αφού διαπιστώθηκε αφενός ότι το περιθώριο ασφαλείας του λογαριασμού ήταν μειωμένο, αφετέρου ο Εναγόμενος είχε υπερβεί το παραχωρηθέν όριο των ΛΚ50.000,00, οπότε ζητήθηκε από αυτόν η συμμόρφωση του με τα συμφωνηθέντα. Παρά τις επιστολές που ακολούθησαν με ημερομηνίες 07.11.2002 και 07.01.2003, Τεκμήρια 22 και 23 αντίστοιχα, για συμμόρφωση, ο Εναγόμενος δεν το έπραξε. Ως αποτέλεσμα της μη συμμόρφωσης του με τα Τεκμήριο 22 και 23, οι Ενάγοντες του απέστειλαν επιστολή ημερομηνίας 05.02.2003 (Τεκμήριο 24) τερματίζοντας τον επίδικο λογαριασμό και ζήτησαν την εξόφληση του τότε χρεωστικού υπολοίπου ΛΚ52.354,03 πλέον τόκους. Τον Ιανουάριο του 2008 οι Ενάγοντες προχώρησαν στην πώληση ενεχυριασμένων μετοχών του Εναγόμενου και το προϊόν της πώλησης το πίστωσαν στο λογαριασμό του. Καμία άλλη πίστωση έγινε έκτοτε στο λογαριασμό του Εναγόμενου. Κατόπιν καταγγελιών για τις μετοχές που εισήχθηκαν στο ΧΑΚ και τον τρόπο λειτουργίας του, διεξάχθηκαν έρευνες (α) από την Κοινοβουλευτική Επιτροπή Παρακολουθήσεως Σχεδίων Αναπτύξεως και Ελέγχου Δημοσίων Δαπανών και (β) από την Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών και Προϋπολογισμού. Ετοιμάστηκε έκθεση - Πόρισμα (Τεκμήριο 52). Η εν λόγω έκθεση στάληκε στο Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Περαιτέρω, για το θέμα της χειραγώγησης, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς διεξήγαγε έρευνα και συνέταξε πόρισμα (Τεκμήριο 43) αναφορικά με την άσκηση δικαιωμάτων (Rights) της Ελληνικής Τράπεζας. Σύμφωνα μ' αυτό υπήρξε συνεννόηση για χειραγώγηση. Η έρευνα αφορούσε την περίοδο από 01.09.2000 μέχρι 23.09.
- Από τη μαρτυρία του Μ.Υ.1, ωστόσο δεν προσδιορίστηκε πόσο διήρκεσε η χειραγώγηση. Το ακριβές χρεωστικό υπόλοιπο ποσό στο λογαριασμό του Εναγόμενου σήμερα κατόπιν αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμού, Τεκμήρια 3 και 9, είναι €95.890,
- Οι εν λόγω καταστάσεις ετοιμάστηκαν από τους Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2, μέσα από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή και το μηχανογραφικό σύστημα το οποίο τηρούν οι Ενάγοντες και το οποίο γίνεται αποδεκτό δυνάμει του άρθρου 22 του Κεφ. 9 όπως τροποποιήθηκε. Υπενθυμίζεται ότι η μαρτυρία των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 ως προς το περιεχόμενο των καταστάσεων - Τεκμηρίων 3 και 9, δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση τους αλλά ούτε και δόθηκε εκ μέρους του Εναγόμενου μαρτυρία αντίθετη με το περιεχόμενο τους (βλέπε υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Γιώργος Οικονόμου, ECLI:CY:AD:2014:A786, Πολιτική Έφεση 335/2009 ημερομηνίας 17.10.2014). Είναι περαιτέρω εύρημα ότι σύμφωνα με τις καταστάσεις που παρουσίασαν οι Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 και η χρέωση επιτοκίου στο ποσοστό 9% ήταν δικαιολογημένη και ο τόκος υπολογισμένος μέχρι 10.10.
- Συνεπώς το χρεωστικό υπόλοιπο είναι €95.890,76 πλέον 9% από 11.10.2013 μέχρι εξόφλησης. Είναι επίσης εύρημα του Δικαστηρίου ότι η Κεντρική Τράπεζα Κύπρου εξέδωσε αριθμό εγκυκλίων (Τεκμήρια 29, 30, 69 και 70) τις οποίες απέστειλε στους Ενάγοντες, μέρος των οποίων έχει παραβιασθεί. Τέλος αποτελεί εύρημα ότι στον Εναγόμενο κατά τη λειτουργία του επενδυτικού του λογαριασμού και πριν αυτός τερματισθεί, αποστέλλονταν μηνιαίες καταστάσεις λογαριασμού και ουδέποτε αυτός διαμαρτυρήθηκε για το περιεχόμενο τους εκτός μέσα από το δικόγραφό του. Νομική πτυχή:- Η παρούσα υπόθεση είναι πολιτική, η απόσειση του βάρους απόδειξης θα κριθεί με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων, να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους οι οποίοι περιλαμβάνονται στην έκθεση απαίτησης καθώς και στον Εναγόμενο για να αποδείξει την Ανταπαίτηση του. Η απόσειση του βάρους απόδειξης θα αποτιμηθεί υπό το φως της παραδεκτής μαρτυρίας και όχι το παραδεκτό της μαρτυρίας, υπό το πρίσμα πάντοτε του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου διευκρινίζεται και τονίζεται πως η απόσειση του βάρους απόδειξης συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αξιόπιστη. Έχοντας κατά νου τα επίδικα θέματα με βάση τους δικογραφημένους ισχυρισμούς, κρίνεται απαραίτητη, στη συνέχεια, παραπομπή σε γενικές αρχές και κατευθυντήριες γραμμές της νομολογίας, οι οποίες θα βοηθήσουν στην καλύτερη κατανόηση των συμπερασμάτων του Δικαστηρίου τα οποία θα ακολουθήσουν. Κρίνεται έτσι χρήσιμο να γίνει αναφορά στις αρχές που διέπουν την ερμηνεία εγγράφων και το σκοπό τους, που δεν είναι άλλος από του να ανακαλυφθεί η πρόθεση των μερών, η οποία πρέπει να απορρέει από το έγγραφο. Όπως έχει νομολογιακά καθιερωθεί δεν επιτρέπεται να εικάζεται η πρόθεση των μερών και να αντικαθίσταται η ρητή με την τεκμαιρόμενη πρόθεση (βλέπε υπόθεση Σ. Οικονόμου κ.ά. ν. Γ. Α. Ττοφινή κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 436). Στην υπόθεση Θ. Λαζούρας ν. κ. Σκυλλουριώτου
(1992)1 Α.Α.Δ. 168 επαναλήφθηκε η αρχή πως η ερμηνεία εγγράφων είναι γενικά νομικό ζήτημα το οποίο αποφασίζεται από το Δικαστήριο. Παραπομπή επίσης γίνεται στην υπόθεση Marcou ν. Theothorou
(1984)1 C.L.R. 635 όπου τονίστηκε η αρχή πως δεν είναι επιτρεπτή η προσαγωγή μαρτυρίας για απόδειξη, ότι οι υποκειμενικές προθέσεις των μερών δεν είναι σύμφωνες με τις ειδικές εκφράσεις που χρησιμοποιήθηκαν στο έγγραφο. Λαμβανομένων υπόψη περαιτέρω των επιδίκων θεμάτων της παρούσας υπόθεσης κρίνεται ορθό να αναφερθεί πως το άρθρο 29 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, σκοπό έχει την εισαγωγή του Κανόνα του Κοινοδικαίου και ότι μόνο συμφωνίες οι όροι των οποίων είναι βέβαιοι έχουν νομική ισχύ. Τα στοιχεία μιας έγκυρης συμφωνίας αναφέρθηκαν στην υπόθεση Horrocks v. Forray
(1976)1 All E.R. 737, η οποία υιοθετήθηκε από την υπόθεση Michael Saab & Another v. The Holy Monastery of Ayios Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499, και είναι τα ακόλουθα: «(α) Η σύμπτωση της διάνοιας των συμβαλλομένων μερών. (β) Εύλογη βεβαιότητα των όρων του συμβολαίου. Οι ουσιώδεις όροι της σύμβασης πρέπει να είναι διατυπωμένοι με σαφήνεια. (γ) Η συμφωνία πρέπει να συνοδεύεται με πρόθεση δημιουργίας νομικής δέσμευσης των συμβαλλομένων μερών, και (δ) Πρέπει να υπάρχει αντάλλαγμα που να πηγάζει από την υπόσχεση». Επειδή ο Εναγόμενος εγείρει θέματα τα οποία κατά τη θέση του δικαιολογούν συμπέρασμα περί άκυρης ή παράνομης σύμβασης το Δικαστήριο θεωρεί ορθό να προβεί σε αναφορά περί των γενικών αρχών που ισχύουν για την κήρυξη μιας σύμβασης ως άκυρης. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Κ. Σολωμού ν. Vineyard View Tourist Enterprises Ltd
(1998)1 (A) Α.Α.Δ. 300 το άρθρο 23 στοχεύει στο να αποτρέψει την τέλεση πράξεων που συγκρούονται με το δημόσιο δίκαιο ή τη δημόσια πολιτική επειδή το συμφέρον του δημοσίου θα πληγεί σε περίπτωση που επιτραπεί σε μια σύμβαση που αντιστρατεύεται τη δημόσια πολιτική να ισχύσει. Η δημόσια πολιτική σχετίζεται με πολιτικούς, οικονομικούς ή κοινωνικούς λόγους ένστασης. Το άρθρο 23 δεν ασχολείται με τα κίνητρα. Περιορίζεται στους σκοπούς της πράξης και όχι στους λόγους ή στα κίνητρα που την υπαγόρευσαν. Υπάρχουν δύο γενικές αρχές. Σύμφωνα με την πρώτη μια σύμβαση που συνάπτεται με σκοπό τη διάπραξη παράνομης πράξης είναι ανεφάρμοστη. Σύμφωνα με τη δεύτερη το δικαστήριο δεν εφαρμόζει μια σύμβαση η οποία ρητά ή εξυπακουόμενα απαγορεύεται από το Νόμο (Βλ. Pollock & Mulla, 10η έκδ., σελ. 227-228). Συμπέρασμα Δικαστηρίου:- Λαμβάνοντας υπόψη τα επίδικα θέματα όπως αυτά εγείρονται μέσα από τα δικόγραφα αλλά και όπως αυτά διαμορφώθηκαν κατά τη δίκη, κρίνεται αναγκαίο σ΄ αυτό το στάδιο, να γίνει μνεία στα στοιχεία που η πλευρά των Εναγόντων οφείλει να αποδείξει, αφού έχει το βάρος απόδειξης της απαίτησης της, αλλά και η πλευρά του εναγόμενου ως προς την Ανταπαίτηση του ούτως ώστε να εξετασθεί στη συνέχεια αν αυτά έχουν αποδειχθεί, και κατ΄ επέκταση, εάν δικαιολογείται οποιαδήποτε απόφαση προς όφελος τους. Οι Ενάγοντες οφείλουν να αποδείξουν τα πιο κάτω στοιχεία: (α) Έγκυρη συμφωνία μεταξύ Εναγόντων και Εναγόμενου. (β) Την παραχώρηση των ισχυριζόμενων πιστωτικών διευκολύνσεων. (γ) Παράβαση της συμφωνίας και/ή νόμιμο και/ή συμβατικό δικαίωμα τερματισμού της συμφωνίας. (δ) Απόδειξη οφειλόμενου χρεωστικού υπολοίπου και το ύψος αυτού σε συνδυασμό με οποιεσδήποτε χρεώσεις και τόκους που συμβατικά καλύπτονται. Ο Εναγόμενος, οφείλει να στοιχειοθετήσει απάτη, παράνομη και/ή αντισυμβατική συμπεριφορά ή δόλο ή πλημμελή άσκηση καθηκόντων των Εναγόντων τα οποία να του προκάλεσαν ζημιά, την οποία Ανταπαιτεί. Με βάση τα πιο πάνω προβάλλει στη συνέχεια δικαιολογημένη η εξέταση ενός εκάστου στοιχείου της Απαίτησης ξεχωριστά, κρινόμενο με οτιδήποτε η πλευρά του Εναγόμενου έχει εγείρει υπό τύπο υπεράσπισης ενάντια στην απόδειξη κάθε στοιχείου. Ως εκ τούτου ακολουθεί η ενασχόληση του Δικαστηρίου ξεχωριστά για κάθε ένα των εν λόγω στοιχείων: (α) Έγκυρη συμφωνία μεταξύ Εναγόντων και Εναγόμενου:- Σύμφωνα με τα κρατούντα στη νομολογία και των όσων έχουν ήδη αναφερθεί στην ενότητα νομική πτυχή (βλέπε υπόθεση Michael Saab v. The Holy Monastery of Ayios Neophytos - ανωτέρω), κρίνεται ότι τα ευρήματα που έχουν προκύψει από τα πραγματικά γεγονότα επιτρέπουν στο Δικαστήριο να συμπεράνει ότι, η επίδικη συμφωνία (Τεκμήριο 11) μεταξύ των διαδίκων ημερομηνίας 26.03.2001 με την οποία ανοίχθηκε ο επίδικος λογαριασμός του Εναγόμενου είναι καθ' όλα έγκυρη και ότι ήταν το προϊόν ελεύθερης βούλησης των διαδίκων-συμβαλλομένων. Προς υποστήριξη της εν λόγω απόφανσης του Δικαστηρίου υπενθυμίζεται ότι ο εναγόμενος υπέγραψε το Τεκμήριο 11 ανεπιφύλακτα και ως ο ίδιος αποδέχεται κατόπιν μελέτης των όρων αυτού. Επιπλέον, καμία αμφιβολία είναι δυνατό να υφίσταται ενώπιον του Δικαστηρίου, για το ότι πρόθεση και των δύο μερών ήταν η δημιουργία νομικής δέσμευσης, ως επίσης ουδεμία αμφιβολία τίθεται ως προς το κατά πόσο υπήρχε αντάλλαγμα στην επίδικη συμφωνία, άλλωστε το στοιχείο αυτό δεν αμφισβητείται και ούτε εγείρεται. Βέβαια η πλευρά του εναγόμενου ως έχει διαφανεί έχει θέσει αρκετά ζητήματα και επιχειρήματα υποστηρίζοντας ότι η επίδικη συμφωνία δεν ήταν έγκυρη και/ή ότι ήταν παράνομη, ως εκ τούτου το Δικαστήριο οφείλει να τοποθετηθεί ως προς αυτά τα ζητήματα. Αρχίζοντας από τις θέσεις του Εναγόμενου περί εξαπάτησης και ψευδών παραστάσεων, παρατηρείται πως όταν συντρέχει τέτοια περίπτωση θα πρέπει η σύμβαση είτε να καταγγέλλεται και να διεκδικούνται αποζημιώσεις, είτε να ζητείται η εκτέλεση της και πάλι να διεκδικούνται αποζημιώσεις, εξαιτίας των προαναφερόμενων περιστάσεων. Σημειώνεται ότι ο Εναγόμενος, στην Ανταπαίτηση του δεν ζητά την εκτέλεση της συμφωνίας Τεκμήριο 11 αλλά ούτε και τερμάτισε αυτήν. Αντίθετα προηγήθηκε ο τερματισμός από τους Ενάγοντες. Σύμφωνα με το άρθρο 36 του Κεφ.148 Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμος, προνοούνται τα ακόλουθα: «Απάτη συvίσταται σε ψευδή παράσταση γεγovότoς, η oπoία γίvεται εv γvώσει τoυ ψεύδoυς αυτής, ή χωρίς πίστη για τo αληθές αυτής ή απερίσκεπτα, αδιάφoρα τoυ κατά πόσo είvαι αληθής ή ψευδής, με σκoπό όπως τo πρόσωπo πoυ εξαπατήθηκε εvεργήσει με βάση αυτή: Νoείται ότι καμιά αγωγή δεv εγείρεται σε τέτoια παράσταση εκτός αv αυτή έγιvε με σκoπό εξαπάτησης τoυ εvάγovτα και πράγματι εξαπάτησε αυτόv, και αυτός εvέργησε με βάση αυτή και εξαιτίας αυτoύ υπέστη ζημιά: Νoείται περαιτέρω ότι καμιά αγωγή δεv εγείρεται σε τέτoια παράσταση για τo χαρακτήρα, τη συμπεριφoρά, τηv πίστη, τηv ικαvότητα, τo επιτήδευμα ή τις συvαλλαγές oπoιoυδήπoτε πρoσώπoυ, η oπoία έγιvε με σκoπό εξασφάλισης πίστωσης, χρημάτωv ή αγαθώv στo πρόσωπo αυτό, εκτός αv η παράσταση αυτή έγιvε γραπτώς και υπoγράφτηκε από τov ίδιo τov εvαγόμεvo.» Προκύπτει πως για το αδίκημα της απάτης αναγκαία συστατικά και προϋποθέσεις είναι η πρόκληση ψευδούς παράστασης εν γνώσει του Εναγόμενου (εδώ των Εναγόντων), με την πρόθεση να ενεργήσει ο Ενάγοντας (εδώ ο Εναγόμενος) βασιζόμενος σ΄ αυτή και να επέλθει ζημιά. Επειδή κριτήριο για την ψευδή παράσταση αποτελεί το κατά πόσο οι Ενάγοντες είχαν γνήσια πεποίθηση ότι οι δηλώσεις τους επί του Τεκμηρίου 11 ήταν αληθείς, παρατηρείται ότι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν αποδείχθηκε ότι έστω μέρος των συμφωνηθέντων με τον Εναγόμενο επί του Τεκμηρίου 11 ήταν αναληθές. Τα γεγονότα της υπόθεσης Α. Λοΐζου κ.α. ν. Πατσαλίδη
(2012)1 Α.Α.Δ. 1379 στην οποία παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης, είναι διαφορετικά και ως εκ τούτου αυτή δεν μπορεί να έχει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση. Ομοίως διαφορετικά κρίνεται ότι είναι και τα γεγονότα της υπόθεσης Royal Bank of Canada v. Nowasad
(1972)QB October 4, στην οποία παρέπεμψε ο συνήγορος υπεράσπισης, όπου διευθυντής καταστήματος τράπεζας αφού παρότρυνε εναγόμενο να δανειστεί χρήματα από την τράπεζα προκειμένου να επενδύσει σε σχέδιο της τράπεζας, έδωσε ψευδείς παραστάσεις ως προς τα πιθανά κέρδη από το σχέδιο, από το οποίο ο ίδιος αποκόμισε σημαντικό όφελος από τη συμμετοχή του εναγόμενου στο σχέδιο. Η αγωγή της τράπεζας απορρίφθηκε εξ αιτίας των ψευδών παραστάσεων. Παρατηρείται κατ' αρχήν ότι στην παρούσα υπόθεση ο Εναγόμενος δεν παρακινήθηκε από οποιοδήποτε υπάλληλο των Εναγόντων για να συμμετέχει σε επενδύσεις στο ΧΑΚ. Ως ο ίδιος ανέφερε, ενδιαφέρθηκε από μόνος του για να διαπραγματευθεί στο ΧΑΚ τις μετοχές που είχε και προφανώς είτε επειδή δεν είχε μετρητά είτε δεν ήθελε να τα χρησιμοποιήσει του προσφέρθηκε η λύση του επενδυτικού λογαριασμού την οποία αποδέχθηκε. Επίσης δεν υπάρχει το υπόβαθρο ενώπιον του Δικαστηρίου ότι υπήρξε ψευδής παράσταση σε οτιδήποτε εκ μέρους των Εναγόντων σε σχέση με το προϊόν της επένδυσης που ήταν η αγορά και η πώληση μετοχών. Σε αυτό δεν είχαν οποιαδήποτε ανάμιξη οι Ενάγοντες. Επισημαίνεται δε ότι τα ζητήματα που εγείρει ο Εναγόμενος για την απόδειξη των ισχυρισμών του, περί ψευδών παραστάσεων, δόλου και εξαπάτησης του, δεν σχετίζονται με το άνοιγμα και τη λειτουργία του επενδυτικού λογαριασμού, και δη με τη συμφωνία Τεκμήριο 11, αλλά με τη διενέργεια αγοράς και πώλησης των μετοχών του καθώς και της αξίας αυτών ή γενικότερα τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου του που δεν ήταν όμως υπεύθυνοι οι Ενάγοντες. Συναφές ζήτημα με τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου, περί άκυρης ή παράνομης συμφωνίας είναι η χειραγώγηση των μετοχών του ΧΑΚ. Παρατηρείται πως, αν και το πόρισμα της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, Τεκμήριο 43, υιοθετήθηκε με απόφαση της Επιτροπής, ως ανέφερε ο Μ.Υ.1, δεν υπάρχει μαρτυρία ότι τηρήθηκαν οι υπόλοιπες διαδικασίες που προβλέπονται από τη σχετική νομοθεσία, άρθρο 39, ούτως ώστε να δοθεί βαρύτητα στο εν λόγω πόρισμα. Το ζήτημα έχει κριθεί στην υπόθεση Χρ. Καλότυχος ν. Hellenic Bank Public Company Ltd Πολιτική Έφεση 158/09, ημερομηνίας 13.02.2013, με τη διαφορά ότι δεν είχε εγκριθεί το πόρισμα από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Ειδικότερα, αφενός δεν φαίνεται να έχει κοινοποιηθεί το πόρισμα στην Ελληνική Τράπεζα για να τοποθετηθεί ή να το αποδεχθεί, αφετέρου μέσα από το πόρισμα τα στοιχεία που αποδίδονται σε συνεννόηση για χειραγώγηση, προκύπτουν από λεγόμενα του Γ. Καραγιώργη, ως αντιπρόσωπου ή εκπρόσωπου της ΕΤΕ, όπου πρόκειται για άλλο νομικό πρόσωπο εναντίον του οποίου δεν υπάρχει ανταπαίτηση. Επιπρόσθετα, επισημαίνεται ότι ο Εναγόμενος δεν αγόρασε μετοχές της Ελληνικής Τράπεζας ούτως ώστε να δικαιολογείται επηρεασμός στην αξία του χαρτοφυλακίου του και κατ' επέκταση μείωση στην περιουσία του εξ αιτίας της όποιας χειραγώγησης που δεν είναι ικανή να κηρύξει παράνομη ή άκυρη τη συμφωνία Τεκμήριο 11, ο σκοπός της οποίας δεν ήταν παράνομος. Αν και είναι ξεκάθαρο ότι η ενέργεια χειραγώγησης μετοχών του ΧΑΚ συνιστά ποινικό αδίκημα, όπως διαπιστώθηκε από τη μαρτυρία, δεν έχει καταδικαστεί οποιοδήποτε από τα πρόσωπα που φέρονται να συνεννοούνται, σε σχετικό ποινικό αδίκημα της χειραγώγησης. Ως σημαντικά αρνητικό στοιχείο στην εκδοχή του Εναγόμενου είναι το γεγονός ότι η περίοδος που κάλυψε η έρευνα και το πόρισμα - Τεκμήριο 43 - είναι από 01.09.2000 μέχρι 23.09.2000, χωρίς να υπήρχε προσδιορισμός πόσο διήρκεσε η χειραγώγηση, ενώ ο Εναγόμενος υπόγραψε συμφωνία με τους Ενάγοντες την 26.03.2001 και ακολούθως προέβηκε σε πράξεις στο ΧΑΚ. Ούτε αγόρασε μετοχές της Τράπεζας Κύπρου ή της Aquasol για τις οποίες έγιναν επίσης οι έρευνες και σχετικά πορίσματα (Τεκμήρια 45 και 47). Για τον ίδιο λόγο, επειδή ο Εναγόμενος δεν αγόρασε μετοχές της Ελληνικής Τράπεζας, δεν έχουν σημασία τα δημοσιεύματα ή οικονομικές καταστάσεις που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου (Τεκμήρια 48, 49, 54, 55, 56, 57, 58, 67 και 68). Ομοίως κρίνεται ότι και το πόρισμα Τεκμήριο 52 δεν περιέχει εκείνα τα στοιχεία τα οποία να είναι ικανά να επηρεάσουν την εγκυρότητα της συμφωνίας Τεκμήριο 11 που ο Εναγόμενος έκανε με τους Ενάγοντες. Πουθενά δεν αποδίδεται συμπεριφορά στους Ενάγοντες η οποία να είναι, κατ' αρχήν, ικανή για να καταστήσει το Τεκμήριο 11 άκυρο, αλλά ούτε και οτιδήποτε αποδίδεται στους Ενάγοντες σχετικό με τους όρους εντολής (Τεκμήρια 56(α) και 56(β)) με βάση τους οποίους ετοιμάστηκε το Τεκμήριο 52. Ως εκ τούτου, δεν γίνεται αντιληπτό σε τί βοηθά την εκδοχή του Εναγόμενου. Πρόσθετα, επισημαίνεται ότι οι έρευνες έγιναν σχετικά με την περίοδο 1999 - 2000 (βλέπε σελίδα 32 του Τεκμηρίου 52). Τέλος, σημειώνεται πως ούτε η γενική μαρτυρία του Μ.Υ.3, ότι κοινό συμπέρασμα ήταν πως το επενδυτικό κοινό έπεσε θύμα καταδολίευσης (βλέπει και σελίδα 301 του Τεκμηρίου 52), βοηθά τον Εναγόμενο είτε στην Υπεράσπιση του είτε στην Ανταπαίτηση του που αφορά τους Ενάγοντες. Ένας άλλος λόγος με τον οποίο τίθεται ισχυρισμός, πως, η επίδικη συμφωνία είναι άκυρη, αφορά στο ότι αυτή αντιστρατευόταν τη δημόσια πολιτική, αφού οι Ενάγοντες δεν εφάρμοσαν οδηγίες-εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου. Με το εν λόγω ζήτημα το οποίο όντως έχει την σπουδαιότητα του, έχει ασχοληθεί, η κυπριακή νομολογία. Στην υπόθεση Μ. Τρύφωνος κ.ά. ν. Μινέρβα Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 200 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Ως θέμα δημοσίου συμφέροντος, κανένας δεν δικαιούται βοήθεια του δικαστηρίου για να αποκομίσει όφελος από δική του άδικη ή εγκληματική πράξη. Η αρχή αυτή, εφαρμόζεται ακόμα και στην περίπτωση όπου το καλυπτόμενο από την ασφάλεια ζημιογόνο γεγονός δεν είναι αποτέλεσμα άμεσης επιδίωξης του ασφαλισμένου αλλά τούτο προέκυψε εξαιτίας της εμπλοκής του σε άκρως επικίνδυνη κατάσταση όπου η επέλευση του συνιστά ορατή πιθανότητα και ο ασφαλισμένος εξακολουθεί να διακινδυνεύει». Η πιο πάνω απόφαση εξέτασε το θέμα της δημόσιας πολιτικής όταν βάση αγωγής ήταν απαίτηση από ασφαλιστικό συμβόλαιο και η αγωγή ηγέρθηκε από τους διαχειριστές της περιουσίας του ασφαλισμένου-αποβιώσαντα, ο οποίος ενήργησε με τρόπο παράνομο, διαπράττοντας ένοπλη ληστεία προτάσσοντας όπλο πριν πυροβοληθεί και σκοτωθεί από αστυνομικό. Κρίθηκε για το λόγο αυτό ότι δεν ήταν δίκαιο να αποδοθεί το ποσό της ασφαλιστικής κάλυψης και τούτο ως στοιχείο φραγμού στην παρανομία. Γίνεται όμως αντιληπτό ότι τα γεγονότα της εν λόγω υπόθεσης με την παρούσα είναι κατά πολύ διαφορετικά αφού στην παρούσα υπόθεση δεν αποδείχθηκε ότι οι Ενάγοντες διέπραξαν οποιοδήποτε αδίκημα στα πλαίσια εκτέλεσης της συμφωνίας τους με τον Εναγόμενο. Ακόμη, αν το στοιχείο αυτό συνδεόταν με το θέμα της προσπάθειας για χειραγώγηση μετοχών του ΧΑΚ, οι έρευνες που έγιναν και τα πορίσματα δεν έχουν οδηγήσει στη διαπίστωση διάπραξης ποινικού αδικήματος από ποινικό Δικαστήριο. Ως συναφή με το πνεύμα της έννοιας της δημόσιας πολιτικής, και πάντοτε σε επίπεδο αρχής, κρίνονται και τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Διαχειριστικό Συμβούλιο Εμπορικής Σχολής Μιτσή Λεμύθου ν. Πέτρου Πετράκη
(1998)1(Β) Α.Α.Δ.
- Με συντομία τα ουσιώδη γεγονότα είναι πως πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ότι συμφωνία η οποία έγινε μεταξύ ενοικιαστή και ιδιοκτήτη και η οποία προνοούσε ότι ο ενοικιαστής δεν είχε δικαίωμα στάθμευσης σε καθορισμένο χώρο πολυκατοικίας καταστρατηγούσε τη δημόσια πολιτική. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανατρέποντας την πιο πάνω πρωτόδικη απόφαση καθόρισε μεταξύ άλλων τις ακόλουθες αρχές: «
- Τα Δικαστήρια επιδεικνύουν προθυμία να επεκτείνουν στον τομέα των συμβάσεων αρχή δημόσιας πολιτικής που καθαρά διαμορφώνει ο νομοθέτης.
- ..................................
- ..................................
- Μόνο σε καθαρές περιπτώσεις τίθεται θέμα παρέμβασης σε συμφωνηθέντα, για λόγους δημόσιας πολιτικής.
- Δεν μπορεί να αναγνωριστεί, στην παρούσα υπόθεση, δημόσια πολιτική που εκπηγάζει από το Νόμο και τους Κανονισμούς που αναφέρθηκαν, της φύσης που εξειδικεύθηκε πρωτόδικα. Η σύμβαση μεταξύ των διαδίκων συνάφθηκε ελεύθερα και η υποχρέωση που επιβλήθηκε δε δικαιολογεί παρέμβαση για ακύρωσή της. Τέτοιας σοβαράς μορφής δραστική νομοθετική παρέμβαση θα αναμενόταν να εκφραζόταν ρητά». Με βάση τα πιο πάνω αποσπάσματα κρίνεται ότι είναι ξεκάθαρη η τοποθέτηση της νομολογίας επί του υπό συζήτηση ζητήματος. Ταυτόχρονα γίνεται αντιληπτό ότι υπάρχει διαφορά της παρούσας υπόθεσης από την υπόθεση Πετράκη (ανωτέρω), αφού το Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση, δεν καλείται να αναγνωρίσει ή να προεκτείνει κάτι το οποίο έθεσε ως μέρος της δημόσιας πολιτικής ο νομοθέτης, αλλά ένα όργανο κρατικό (Κεντρική Τράπεζα Κύπρου), οι εγκύκλιοι του οποίου δεν μπορούν να έχουν την άμεση ισχύ που έχει ένα νομοθέτημα. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Πετράκη (ανωτέρω) τέτοιας σοβαρής μορφής ζητήματα δημόσιας πολιτικής, αναμενόταν να τύχουν ρύθμισης με ειδικά νομοθετήματα. Λαμβανομένων περαιτέρω υπόψη των αρχών του Συνταγματικού Δικαίου για την ελευθερία των Συμβάσεων, αρχή η οποία εξασφαλίζεται μέσα από το άρθρο 26 του Συντάγματος, αλλά και της αρχής της διάκρισης των εξουσιών, και ιδιαίτερα στην παρούσα εποχή όπου είναι πλήρως ξεκαθαρισμένος ο ρόλος των νομοθετικών σωμάτων, με αποκλειστικό έργο τη θέσπιση νόμων προσαρμοσμένων στις ανάγκες που απαιτούνται από τις σημερινές εξελίξεις, δεν θα ήταν αποδεκτό ή επιτρεπτό το εγχείρημα τα Δικαστήρια να προβούν σε τέτοιες παρεμβάσεις επί της νομοθετικής εξουσίας. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Καλομοίρα Σ. Σολωμού ν. Εταιρείας Vineyard View Tourist Enterprises Ltd
(1998)1 (Α) Α.Α.Δ. 300 τα Δικαστήρια δεν εφαρμόζουν μία σύμβαση η οποία ρητά ή εξυπακουόμενα απαγορεύεται από το Νόμο. Οι εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας όμως δεν είναι νόμος. Τέλος, επί του θέματος αυτού, κρίνεται ότι τα όσα έχουν αποφασισθεί στην υπόθεση Γ. Καλλικάς ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1238, επισφραγίζουν το συμπέρασμα του Δικαστηρίου. Ένας πρόσθετος λόγος που ο Εναγόμενος επικαλείται ότι η επίδικη συμφωνία είναι άκυρη, είναι επειδή επρόκειτο για σχέδιο, ως ισχυρίζεται, και δεν υπήρχε μόνο σχέση δανειστή-χρεώστη όπως την παρουσιάζουν οι Ενάγοντες, αλλά το εν λόγω σχέδιο ετοιμάστηκε από αυτούς στο οποίο προσχώρησε. Ως εκ τούτου παραβιάζονται διατάξεις του Περί Καταχρηστικών Ρητρών σε καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου 93(I)/1996. Η θέση αυτή δεν είναι δυνατό να δημιουργήσει ακυρότητα στην επίδικη συμφωνία. Ο Εναγόμενος αποδέχθηκε ένα κείμενο ως συμφωνία προφανώς τυπωμένο από πριν, ωστόσο ουδείς τον εξανάγκασε, κανένα στοιχείο ψυχικής πίεσης ή εξαναγκασμού προκύπτει. Ο ίδιος είναι μορφωμένο άτομο και γνώριζε πολύ καλά τους όρους της επίδικης συμφωνίας που υπέγραψε ανεπιφύλαχτα. Προφανώς δεν εκτίμησε τους κινδύνους που διέτρεχε το εγχείρημα του να ασχοληθεί με το ΧΑΚ. Συνακόλουθα δεν είναι δυνατό να κριθεί ότι εκ των πραγμάτων δεν ήταν δυνατό να επηρεάσει το περιεχόμενο της. Διαφορετική ή αντίθετη άποψη θα είχε ως επακόλουθο όλες οι συμφωνίες που υπογράφονται σε προτυπωμένο χαρτί να κηρύσσονται άκυρες. Περαιτέρω επισημαίνεται πως τα παράπονα του Εναγόμενου δεν σχετίζονται με τους όρους της συμφωνίας (Τεκμήριο 11) αλλά με εξωγενή στοιχεία που κατά τη θέση του την καθιστούν άκυρη. Λέγει δε ο Εναγόμενος ότι οι Ενάγοντες καταχράστηκαν το δικαίωμα που τους παραχώρησε για δικούς τους αλλότριους σκοπούς, και στη ζημιά του. Η θέση αυτή δεν γίνεται αποδεκτή, δεν το επιτρέπουν τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση. Οι Ενάγοντες δεν άφησαν να δημιουργηθεί οποιαδήποτε ζημιά στην περιουσία του που ήταν το χαρτοφυλάκιο του. Ουδεμία ευθύνη είχαν ή ανέλαβαν οι Ενάγοντες για τη μείωση της αξίας των μετοχών. Το ότι οι Ενάγοντες είχαν τον έλεγχο επί της περιουσίας του, με την ενεχυρίαση των μετοχών του, αυτό έγινε κατόπιν συμφωνίας και δόθηκαν ως ασφάλεια για την παροχή των πιστωτικών διευκολύνσεων, δεν είναι όμως ορθό όταν παρέχεται τέτοια ασφάλεια να κριθεί ότι αποτελεί καταχρηστική ρήτρα. Ενδεχομένως ο όρος 7 της επίδικης συμφωνίας ο οποίος έδινε το δικαίωμα στους Ενάγοντες να τερματίσουν, χωρίς ειδοποίηση, οποτεδήποτε κατά την απόλυτη τους κρίση, τη λειτουργία του λογαριασμού, να αγγίζει την πτυχή που προώθησε ο Εναγόμενος. Υπάρχουν όμως δύο σημαντικές αδυναμίες για την αποδοχή της εισήγησης του, η οποία σχετίζεται με την ακυρότητα της επίδικης συμφωνίας και συνακόλουθα απαλλαγή του για πληρωμή οποιουδήποτε χρέους. Η πρώτη αδυναμία συνίσταται στο ότι, σύμφωνα με το Άρθρο 3
(2)του Νόμου 93(I)/1996 ρήτρα σύμβασης η οποία είναι διατυπωμένη κατά τρόπο σαφή και κατανοητό, δεν επιτρέπει αμφισβήτηση του θεμιτού της χαρακτήρα, εφόσον αφορά τον καθορισμό του κύριου αντικειμένου της και την αντιπροσωπευτικότητα της τιμής ή του ανταλλάγματος για τα αγαθά ή τις υπηρεσίες που πωλήθηκαν ή παρασχέθηκαν. Κρίνεται ότι οι όροι του Τεκμηρίου 11 ήταν και σαφείς αλλά και κατανοητοί στον Εναγόμενο. Ο ίδιος δεν ανέφερε στη μαρτυρία του ότι δεν κατανόησε κάποιον όρο προ της υπογραφής. Ως δεύτερη αδυναμία παρεμβάλλει η διάταξη του άρθρου 6
(2)του Νόμου 93(Ι)/96 όπου προβλέπεται ότι η σύμβαση εξακολουθεί να δεσμεύει τους συμβαλλόμενους, εκτός αν αυτή δεν δύναται να συνεχίσει να υφίσταται χωρίς την καταχρηστική ρήτρα. Εάν ακόμη κρινόταν ότι ο όρος 7, για τερματισμό οποτεδήποτε κατά την απόλυτη κρίση των Εναγόντων, αποτελεί καταχρηστική ρήτρα, τότε πάλι δεσμεύονται οι διάδικοι από τη σύμβαση με βάση τους υπόλοιπους όρους. Υπενθυμίζεται δε ότι ο τερματισμός της επίδικης συμφωνίας στηρίχθηκε σε παράβαση του όρου 11 και όχι σε τερματισμό με βάση τον όρο 7. Το γεγονός ότι άλλα πιθανόν να είχε στο μυαλό του ή αντιλήφθηκε ο Εναγόμενος δεν του επιτρέπει να τα προβάλλει στο Δικαστήριο ως όρους που διέπουν τη συμφωνία του με τους Ενάγοντες, όταν ο ίδιος με την υπογραφή του αποποιήθηκε τέτοια θέματα και αποδέχθηκε τους όρους της συμφωνίας με τους Ενάγοντες. Η νομολογία επί του θέματος είναι πέραν από ξεκάθαρη. Γίνεται παραπομπή στα όσα αποφασίστηκαν στην υπόθεση Takis Xenophontos v. Thomas Nelson (Insurance) Ltd and others
(1982)1 C.L.R. 674, 682 όπου διαφαίνεται πως ο υπέρτατος νόμος είναι πως η καθαρή και σαφής διατύπωση επικρατεί οποιασδήποτε πρόθεσης, όμως αν οι λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν δεν είναι καθαρές και σαφείς, τότε η πρόθεση των μερών, όπως εκφράστηκε με διατύπωση που χρησιμοποιήθηκε υπερισχύει. Στη συνέχεια επιχειρείται από το Δικαστήριο μια προσπάθεια απάντησης σε επιμέρους ζητήματα τα οποία ήγειρε ο Εναγόμενος σχετιζόμενα με την απαλλαγή του για πληρωμή οποιουδήποτε χρέους. Κρίνεται πως οι Ενάγοντες ξεκάθαρα, μέσα από το περιεχόμενο της επίδικης συμφωνίας δεν ήταν οι διαχειριστές των κινητών αξιών του Εναγόμενου αλλά του επενδυτικού του λογαριασμού. Αποτελεί ακόμη παράπονο του Εναγόμενου ότι η Τράπεζα ενήργησε αμελώς, άφησε να περάσει αρκετός χρόνος και μετά να τερματίσει το λογαριασμό και τον άφησε να γίνει ζημιογόνος. Πρώτιστα επισημαίνεται ότι οι Ενάγοντες δεν είχαν συμβατικό χρονικό περιθώριο για να τερματίσουν το λογαριασμό. Επίρριψη ευθύνης στους Ενάγοντες για το γεγονός ότι ο λογαριασμός κατέστηκε «ζημιογόνος» θα σήμαινε ότι οι Ενάγοντες είχαν καθήκον ή υποχρέωση να μην επιτρέψουν με οποιοδήποτε τρόπο τη μείωση της αξίας των μετοχών του Εναγόμενου. Σύμφωνα όμως με τον όρο 16 της επίδικης συμφωνίας (Τεκμήριο 11), οι Ενάγοντες δεν ανέλαβαν υποχρέωση για άσκηση των δικαιωμάτων του Εναγόμενου σε σχέση με τις μετοχές του ή δικαιώματα (Rights). Δεν φαίνεται, συνεπώς, να ανέλαβαν οι Ενάγοντες μέσα από την επίδικη συμφωνία το ρόλο που εισηγείται ή υποστηρίζει ο Εναγόμενος. Ούτε και δημιουργήθηκε εμπίστευμα ως προς τη διαχείριση των μετοχών του (βλέπε υπόθεση Μ. Συρίμη ν. Παγκυπριακή Χρηματοδοτήσεις Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2010)1 Α.Α.Δ. 1131). Το δε Τεκμήριο 18 αποσκοπούσε στη συμμόρφωση με κανονισμούς του ΧΑΚ για αποϋλοποίηση των αξιών με τη δημιουργία κεντρικού μητρώου (βλ. Τεκμήριο 30). Δεν θα πρέπει δε να παραγνωρίζεται ότι ουδείς εμπόδιζε τον Εναγόμενο να εξοφλήσει το ύψος της πιστωτικής του διευκόλυνσης όταν είχε προηγηθεί ο τερματισμός της επίδικης συμφωνίας και να επιφυλάξει οποιαδήποτε δικαιώματα του, αφού γνώριζε ότι πλέον θα όφειλε τόκους και το ποσό θα αυξανόταν. Σημειώνεται πως το χρεωστικό υπόλοιπο ήταν προϊόν από το περιθώριο το οποίο του παραχωρήθηκε, ουδείς τον εμπόδιζε να αποσύρει κατά καιρούς χρηματικά ποσά αν αυτό ήταν επιτρεπτό μέσα από τη συμφωνία που υπέγραψε νοουμένου ότι θα παρέμειναν οι απαραίτητες εξασφαλίσεις στο λογαριασμό του. Όταν ο ίδιος έβλεπε ότι δεν προέκυπταν κέρδη μέσα από τις διάφορες πράξεις και εντολές που έδινε, θα έπρεπε να προβληματιστεί ως προς τις επιλογές του είτε, αυτές αφορούσαν αγορά είτε πώληση μετοχών, είτε ακόμη και να τερματίσει τη δραστηριότητα του αυτή. Ως ο ίδιος ανέφερε στη μαρτυρία του, τον Απρίλιο του 2001, δηλαδή ένα μήνα μετά τη συμφωνία με την οποία ανοίχθηκε ο επενδυτικός του λογαριασμός, του ζητήθηκε να καταθέσει το ποσό των ΛΚ3.000,00 από τον Γ. Καραγιώργη, άρα ήταν σ' αυτόν ξεκάθαρο ότι οι αγορές ή πωλήσεις του επέφεραν ζημιά. Προφανώς όμως ο Εναγόμενος είχε την ελπίδα, και την επιθυμία, ότι θα κέρδιζε σε κάποια στιγμή από το ΧΑΚ και δεν έδωσε την απαραίτητη προσοχή και σοβαρότητα την οποία απαιτούσε το εγχείρημα του να ασχοληθεί με το χρηματιστήριο και πως θα έπρεπε πάντοτε να διατηρεί ως ασφάλεια του λογαριασμού του το 40% ως πρόσθετη εξασφάλιση (όρος 11 του Τεκμηρίου 11) αλλά και να μην υπερβαίνει το όριο των ΛΚ50.000,00 που του παραχωρήθηκε. Μέσα από τους όρους της συμφωνίας που υπέγραψε, προκύπτει ότι ήταν αποδεκτό εκ μέρους του ότι η αξία των μετοχών του, ήταν δυνατό να μειωθεί, συνεπώς να μειωθεί η περιουσία του. Πουθενά δεν προκύπτει ότι θα είχε μόνο κέρδη ή πάντοτε κέρδη. Εδώ επισημαίνεται πως, ως ο ίδιος ο Εναγόμενος αποδέχεται ότι το Σεπτέμβριο του 2001, κλήθηκε για να καταθέσει το χρηματικό ποσό ούτως ώστε να υπάρχει το αναγκαίο όριο εξασφάλισης στο λογαριασμό του, και τούτο προφανώς επειδή είχε μειωθεί η αξία των μετοχών του (βλέπε σελίδα 7 του Τεκμηρίου 53). Ωστόσο, ο Εναγόμενος, πέραν του ότι δεν το έπραξε, δεν φαίνεται να προβληματίστηκε για το γεγονός αλλά προφανώς ευελπιστούσε ότι σε κάποια στιγμή θα επέρχονταν κέρδη τα οποία δεν ήρθαν, και όμως συνέχισε τη δραστηριότητα του μέχρι το Φεβρουάριο του
- Δεν δικαιολογείται όμως να μέμφεται τους Ενάγοντες. (β) Παραχώρηση των ισχυριζόμενων πιστωτικών διευκολύνσεων:- Αναφορικά με την απόδειξη του στοιχείου της παραχώρησης των πιστωτικών διευκολύνσεων προς τον Εναγόμενο, παρατηρείται ότι το γεγονός της παραχώρησης του ορίου μέχρι του ποσού των ΛΚ.50.000,00 δεν αμφισβητήθηκε. Συνακόλουθα έχει αποδειχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου χωρίς οποιαδήποτε αμφιβολία. (γ) Παράβαση της συμφωνίας και/ή συμβατικό δικαίωμα τερματισμού της συμφωνίας:- Το θέμα του τερματισμού της συμφωνίας διέπεται από τους όρους της επίδικης συμφωνίας, αφενός μεν από τον όρο 7 ο οποίος παρείχε το δικαίωμα στους Ενάγοντες οποτεδήποτε, χωρίς προειδοποίηση, να τερματίσουν τη λειτουργία οποιουδήποτε λογαριασμού, και να καταστήσουν απαιτητές όλες τις πιστωτικές διευκολύνσεις, αλλά και να ζητήσουν πληρωμή όλων των οφειλόμενων ποσών, αφετέρου από τους όρους 11 και 12 όπου προνοήθηκε δικαίωμα των Εναγόντων για απαίτηση πληρωμής από τον Εναγόμενο όλων των χρεωστικών υπολοίπων σε περίπτωση ο Εναγόμενος δεν συμμορφωνόταν με το ποσοστό εξασφάλισης που ήταν 40% του ορίου ή του εκάστοτε εγκεκριμένου ορίου του επενδυτικού λογαριασμού, καθώς επίσης και από τον όρο 14 ο οποίος δίνει δικαίωμα στους Ενάγοντες αν κατά τη γνώμη τους υπάρχει παράβαση οποιουδήποτε όρου του επενδυτικού λογαριασμού τότε ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο ποσό του λογαριασμού θα καθίσταται αμέσως απαιτητό και πληρωτέο. Επί του ζητούμενου πλέον η μαρτυρία η οποία έχει προσαχθεί από τους Ενάγοντες, δικαιολογεί συμπέρασμα για νόμιμο συμβατικό τερματισμό της επίδικης συμφωνίας, ο οποίος επήλθε με την επιστολή Τεκμήριο 24 ημερομηνίας 05.02.2003 και αφού προηγουμένως οι Ενάγοντες με επιστολές τους, Τεκμήρια 22 και 23, καλούσαν τον Εναγόμενο να φροντίσει όπως το όριο ασφαλείας καθώς και η υπέρβαση του ορίου των ΛΚ50.000,00 επανέλθουν στα συμφωνημένα. Επομένως ο τερματισμός διά του Τεκμηρίου 24 ήταν το αποτέλεσμα της μη συμμόρφωσης με τον όρο 12 αλλά, συνάμα, και δυνάμει του όρου 14, αφού η τράπεζα δικαιολογημένα θεωρούσε ότι υπήρχε παράβαση του όρου
- Περαιτέρω θα πρέπει να επισημανθεί πως από την πλευρά του Εναγόμενου δεν αμφισβητήθηκε το γεγονός ότι ο λογαριασμός του κατά τον τερματισμό βρισκόταν σε υπέρβαση του ορίου που του παραχωρήθηκε αλλά και πως το όριο εξασφάλισης του δεν ήταν στο συμφωνημένο. (δ) Απόδειξη ύψους οφειλόμενου χρεωστικού υπολοίπου:- Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου κρίνεται ότι αποδείχτηκε το οφειλόμενο υπόλοιπο που προκύπτει μέσα από τις πράξεις αγοράς και πώλησης μετοχών του Εναγόμενου. Είναι το ποσό των €95.890,76, πλέον τόκο 9% επί του ποσού των €62.738,55 από 11.10.2013 μέχρι εξόφλησης. Ως απάντηση σε αντίθετους ισχυρισμούς του Εναγόμενου για το θέμα αυτό, κρίνεται ότι ουδεμία παράνομη ή αντισυμβατική χρέωση τόκου ή καταχώρηση υπήρξε ή αποδείχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Η συμφωνία η οποία υπόγραψε ο Εναγόμενος δικαιολογεί πλήρως το ποσοστό επιτοκίου 9%. Προγενέστερα υπήρξαν και μικρότερες χρεώσεις (βλέπε Τεκμήρια 3 και 9) στη βάση των δημοσιεύσεων σε εφημερίδες (Τεκμήρια 5 - 8) όπου μειώθηκε το βασικό επιτόκιο, πλέον βέβαια το περιθώριο (βλέπε όρο 4 του Τεκμηρίου 11). Αναφορικά με το θέμα των εντολών για τις αγορές και πωλήσεις των μετοχών του Εναγόμενου στο ΧΑΚ στη βάση των οποίων γίνονταν και οι ανάλογες χρεωπιστώσεις στο λογαριασμό του, αυτές διεξάγονταν από την ΕΤΕ ενώ οι Ενάγοντες προέβαιναν σε χρεωπιστώσεις του επενδυτικού λογαριασμού του με βάση τα στοιχεία που η ΕΤΕ τους έδινε, ως είχε συμφωνηθεί. Στο παρόν στάδιο, γίνεται παραπομπή στην πρόσφατη υπόθεση Δια του Eπίσημου Παραλήπτη και Διαχειριστή της Περιουσίας του Κώστα Λουλλά ν. Cyprus Investment & Securities Corporation Ltd ECLI:CY:AD:2014:A637, Πολιτική Έφεση αρ. 275/2009, ημερομηνίας 03.09.2014 όπου τονίστηκε πως, όπου ο επενδυτής διοχετεύει τις εντολές του μέσω χρηματιστή, ο οποίος ενεργεί ως αντιπρόσωπος του, κατά τη διοχέτευση των εντολών του, όπως και σε περιπτώσεις όπου το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ενεργεί ως δανειοδότης του επενδυτή, του ρόλου του μη επεκτεινόμενου και στη διεξαγωγή των χρηματιστηριακών πράξεων, πρόκειται για άνευ αποχρώσας σημασίας στοιχείο. Ομοίως είναι άνευ σημασίας για την παρούσα δίκη το παράπονο του Εναγόμενου, και κατ' επέκταση το ανάλογο επιχείρημά του, ότι μέρος ή όλες οι εντολές του για τις αγορές και πωλήσεις των μετοχών του γίνονταν από βοηθούς χρηματιστές (Μ.Ε.7) και όχι αδειούχους. Τέτοιο παράπονο θα μπορούσε να εξεταστεί μόνο αν υπήρχε Ανταπαίτηση εναντίον της ΕΤΕ και προφανώς θα έπρεπε να αποδειχθεί και ποια ήταν η ζημιά του Εναγόμενου από τέτοιο γεγονός. Από τις πιο πάνω διαπιστώσεις και συμπεράσματα του Δικαστηρίου γίνεται κατανοητό ότι οι Ενάγοντες έχουν αποδείξει τα στοιχεία που όφειλαν για την απόδειξη της απαίτησης τους. Επειδή, όμως υπάρχουν αναπάντητα ακόμη ζητήματα, τα οποία ηγέρθηκαν από την Υπεράσπιση, το Δικαστήριο επιθυμεί όπως πριν κλείσει την απόφαση του επί της αγωγής να τοποθετηθεί επί αυτών των στοιχείων. Ουσιαστικά μέσα από το σύνολο των ισχυρισμών του Εναγόμενου προκύπτει η θέση ότι αυτός θεωρεί πως οι Ενάγοντες είχαν ρόλο συμβούλου του για την αξία των μετοχών του, εν πάση περιπτώσει ότι οι Ενάγοντες θα ενεργούσαν με κάθε τρόπο ούτως ώστε αυτός να κερδίζει μόνο από τις αγοραπωλησίες των μετοχών στις οποίες θα προέβαινε. Η εν λόγω θέση είναι συνδεδεμένη και με τον ισχυρισμό για ύπαρξη αμέλειας εκ μέρους των Εναγόντων, ο οποίος όμως απορρίπτεται. Κανένας τέτοιος ρόλος είναι δυνατό να ερμηνευθεί μέσα από την επίδικη συμφωνία ότι υπήρχε εκ μέρους των Εναγόντων. Η επίδικη συμφωνία ήταν ξεκάθαρη στους όρους της και δεν επιδέχεται άλλης ερμηνείας από αυτή που δίδεται από το Δικαστήριο, ότι δηλαδή η υποχρέωση των Εναγόντων περιοριζόταν στην χρέωση και πίστωση ανάλογα με τις αγορές ή πωλήσεις των μετοχών του αντίστοιχα. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγόμενου ανέπτυξε επιχειρήματα περί δημιουργίας σχέσεως παρακαταθήκης μεταξύ των διαδίκων και ως εκ τούτου οι Ενάγοντες, ως θεματοφύλακες, παρέβηκαν τα καθήκοντα που απορρέουν από αυτή την έννομη σχέση. Απορρίπτονται τα όσα αναπτύχθηκαν περί του θέματος, η έννομη σχέση που υπήρξε ως προς τις μετοχές ήταν σύμβαση ενεχύρου. Αργότερα δε με την αποϋλοποίηση μέσω του διορισμού των Εναγόντων ως εμπιστευματοδόχων για την τήρηση του λογαριασμού των μετοχών του και μόνο. Ως εκ τούτου, τα γεγονότα που βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου δεν δικαιολογούν συμπέρασμα για σύσταση παρακαταθήκης. Εν κατακλείδι, το Δικαστήριο θα ήθελε να αναφέρει πως πλείστα των ζητημάτων τα οποία ηγέρθηκαν από πλευράς του Εναγόμενου ως υπερασπίσεις, ήτοι τα ζητήματα της παραβίασης των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας, το αν υπήρχε ευθύνη των Εναγόντων στη διαχείριση του χαρτοφυλακίου του Εναγόμενου, το αν υπήρχε υποχρέωση ή δικαίωμα για πώληση των ενεχυριασμένων μετοχών του Εναγόμενου, ή κατά πόσο έχουν δοθεί όλες οι εντολές από τον Εναγόμενο για την αγορά ή πώληση των μετοχών ή ότι δεν του εξασφαλίστηκε η λήψη ανεξάρτητης νομικής συμβουλής, εξετάστηκαν από τη νομολογία (βλέπε υποθέσεις
(1)Ν. Ανδρέου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2005)1 A.A.Δ. 740,
(2)Μ. Συρίμη ν. Παγκυπριακή Χρηματοδοτήσεις Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2010)1 Α.Α.Δ. 1131,
(3)Γ. Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1238,
(4)Στ. Μαρκίδης ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2012)1 Α.Α.Δ. 324,
(5)Π. Ζερβός ν. HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD Πολιτική Έφεση 340/2009 ημερομηνίας 21.11.2013 και
(6)Γ.Π. Λοϊζου ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2015:A168, Πολιτική Έφεση 163/2010, ημερομηνίας 10.03.2015) όπου τέθηκαν τέτοια θέματα χωρίς όμως να αναγνωρισθεί ότι στοιχειοθετείται υπεράσπιση η οποία να απαλλάσσει από την πληρωμή του χρέους σε επενδυτικό λογαριασμό. Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης δεν δικαιολογούν παρέκκλιση από την προαναφερόμενη νομολογία. Τέλος, κρίνεται απαραίτητο να εξεταστεί ο ισχυρισμός της υπεράσπισης για ολιγωρία (laches) και καθυστέρηση είτε στον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας είτε και στην καταχώρηση της αγωγής. Είναι ως εκ τούτου αναγκαίο να παρατεθούν οι αρχές με βάση τις οποίες το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί του εν λόγω θέματος. Στην υπόθεση Πελεκάνου ν. Πελεκάνου
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1768 λέχθηκε ότι η απεμπόληση δικαιώματος μπορεί να τεκμηριωθεί από τη συμπεριφορά του δικαιούχου εφόσον όμως αυτή είναι τέτοια που να υποδηλώνει αναμφισβήτητα την εγκατάλειψη του δικαιώματος του. Στην υπόθεση Καρπασίτης ν. Σιόκουρου
(2002)1 Α.Α.Δ. 472 αποφασίστηκε ότι η ολιγωρία μπορεί να εγερθεί ως υπεράσπιση σε αγωγή στις περιπτώσεις όπου ο ενάγοντας ζητά θεραπεία με βάση το δίκαιο της επιείκειας. Όμως αυτό εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Στην αγγλική υπόθεση Nelson v. Rye and another
(1996)2 All E.R. 186 αναφέρθηκε πως τα Δικαστήρια έχουν καθήκον να εξετάσουν το θέμα της ολιγωρίας όταν εγείρεται ως υπεράσπιση λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων περιστατικών της κάθε υπόθεσης, περιλαμβανομένων, τόσο της περιόδου καθυστέρησης αλλά και του βαθμού που επηρεάζονται τα συμφέροντα του εναγόμενου εξαιτίας της ολιγωρίας του ενάγοντα. Στην υπόθεση Μάρω Α. Φωτίου ν. Σοφοκλή (Άκη) Σοφοκλέους
(2012)1 Α.Α.Δ. 2826 αναφέρθηκαν τα εξής: «Ως γενικός κανόνας μπορεί να λεχθεί ότι υπάρχει μεγαλύτερη ανοχή από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στις αστικές διαφορές, παρά στις ποινικές, αλλά σε κάθε περίπτωση η καθυστέρηση πρέπει να είναι αρκετά ουσιώδης ή σοβαρή («sufficiently serious») Frederick Edel: The length of civil and criminal proceedings in the case-law of the European Court of Human Rights
(2007)σελ.68 και Donna Gomien: Short Guide to the European Convention of Human Rights, 3η έκδοση, σελ. 55-58), για να υπάρξει εύρημα ανεπίτρεπτης καθυστέρησης». Περαιτέρω γίνεται παραπομπή στο σύγγραμμα Bullen & Leake and Jacob's Precedents of Pleading, 12th Ed. όπου στην παράγραφο 959, σελίδα 1154 εξηγείται πως είναι δυνατό ο ενάγοντας να είναι υπεύθυνος αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην καταχώρηση αγωγής όταν δίδει την εντύπωση ή την αντίληψη στον εναγόμενο ότι δεν είχε πρόθεση να υποβάλει απαίτηση εναντίον του και εξαιτίας αυτής της αντίληψης ή πεποίθησης ο εναγόμενος ενήργησε σε βλάβη των δικαιωμάτων του. Λαμβανομένων υπόψη των πιο πάνω αρχών αλλά και των γεγονότων που διέπουν την παρούσα υπόθεση, κρίνεται πως ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπάρχει μαρτυρία ότι οι Ενάγοντες έδωσαν την εντύπωση στον Εναγόμενο, είτε διά λόγων είτε διά συμπεριφοράς, ότι είχαν πρόθεση να εγκαταλείψουν την απαίτηση τους. Τόσο με επιστολές Τεκμήρια 22 και 23 αλλά και 25 (29.06.2009) του υπενθυμιζόταν ότι έπρεπε να συμμορφωθεί με τα συμφωνηθέντα και την πληρωμή του χρεωστικού υπολοίπου αλλιώς θα εγειρόταν εναντίον του αγωγή, όπως και έγινε. Το 2008, Ιανουάριο, προχώρησαν σε πώληση ενεχυριασμένων μετοχών του και το προϊόν της πώλησης το πίστωσαν στο λογαριασμό του. Επίσης, λόγω της όποιας καθυστέρησης και αν ήθελε κριθεί ότι υπήρξε, δεν διαφαίνεται να υπήρξε οποιοσδήποτε επηρεασμός στα δικαιώματα του Εναγόμενου, ο δε τελευταίος δεν υπέδειξε οτιδήποτε προς αυτή την κατεύθυνση. Τέλος, κρίνεται ότι τα προαποφασισθέντα από το Δικαστήριο καλύπτουν και απαντούν και τα όσα εγείρονται ως προδικαστικές ενστάσεις στο δικόγραφο του Εναγόμενου. Συνακόλουθα με όλα τα πιο πάνω, εκδίδεται απόφαση προς όφελος των Εναγόντων και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €95.890,76 πλέον τόκο 9% ετησίως από 11.10.2013 επί του ποσού των €62.738,58 μέχρι εξόφλησης. Τα έξοδα της δίκης στην αγωγή επιδικάζονται σε βάρος του Εναγόμενου, να υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή για να εγκριθούν από το Δικαστήριο. Αναφορικά με την Ανταπαίτηση του Εναγόμενου αυτή απορρίπτεται καθότι τα όσα την στηρίζουν είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με τους προαναφερόμενους ισχυρισμούς του οι οποίοι δεν έγιναν αποδεκτοί, συνεπώς δεν δύναται να επιτύχει. Μέσα δε από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, δεν αποδείχθηκε οποιαδήποτε παραβίαση όρων, εκ μέρους των Εναγόντων, της συμφωνίας Τεκμήριο 11 και ούτε δύναται αυτή να κριθεί άκυρη. Επισημαίνεται δε πως ούτε τέθηκε μαρτυρία για ζημιά ύψους ΛΚ20.000,00 στον Εναγόμενο ή οποιαδήποτε άλλη ζημιά. Απορρίπτεται η Ανταπαίτηση. Καμιά διαταγή ως προς τα έξοδα αυτής, ενόψει της συνεκδίκασης με την αγωγή. (Υπ.) ................ Δ. Ι. Κίτσιος, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΔ Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Πολιτική - Σύμβαση επενδυτικού λογαριασμού για αγορά μετοχών ΧΑΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο