ΠΙΕΡΗ ΝΙΚΟΛΑ ν. ΜΙΧΑΛΗ ΣΑΠΑΡΙΛΛΑ, Αρ. Αγωγής: 5820/12, 7/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A117 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ.Ι. Κίτσιου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5820/12 Μεταξύ: ΠΙΕΡΗ ΝΙΚΟΛΑ, από τη Λεμεσό Ενάγοντα και ΜΙΧΑΛΗ ΣΑΠΑΡΙΛΛΑ, από τη Λεμεσό Εναγόμενου Αίτηση ημερομηνίας 17.12.2014 για συνοπτική απόφαση Ημερομηνία: 07.05.2015 Για τον Αιτητή - Ενάγοντα: κ. Κ. Καρατσής για ΦΩΚΑΣ Α. ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ ΔΕΠΕ (κ. Φ. Σωφρονίου κατά την απόφαση) Για τον Καθ' ου η Αίτηση - Εναγόμενο: κ. Μ. Κονής για Πανίκος Α. Λεωνίδου & Σία Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Απαίτηση του Ενάγοντα (με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα καταχωρημένο 17.12.2012) εναντίον του Εναγόμενου, πηγάζει, ως ισχυρίζεται ο Ενάγοντας, από την υπογραφή και παράδοση περί τις 11.05.2011, εκ μέρους της εταιρείας Niagrius Enterprises Ltd (στο εξής η εταιρεία), δύο γραμματίων συνήθους τύπου για το ποσό των €67.500,00 και €62.665,00 πληρωτέα στις 11.12.2011 σε διαταγή του Ενάγοντα, πλέον τόκους και δικηγορικά έξοδα σε περίπτωση μη πληρωμής. Ο Εναγόμενος, ως ισχυρίζεται ο Ενάγοντας, εγγυήθηκε γραπτώς την αποπληρωμή και εξόφληση των προαναφερόμενων γραμματίων. Εκ μέρους του Εναγόμενου καταχωρήθηκε στις 26.02.2013 Σημείωμα Εμφάνισης. Στις 17.12.2014 ο Ενάγοντας (στο εξής ο Αιτητής) καταχώρησε Αίτηση (στο εξής η επίδικη Αίτηση) με την οποία ζητά την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον του Εναγόμενου (στο εξής Καθ΄ ου η Αίτηση). Η επίδικη Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Πιερή Νικόλα, Αιτητή, ο οποίος δηλώνει ότι συμφωνεί με το περιεχόμενο του κλητηρίου εντάλματος, της παρούσας αγωγής, και το υιοθετεί. Γνωρίζει πλήρως και προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης. Ως αναφέρει περαιτέρω, ο Καθ' ου η Αίτηση, κατά τον ουσιώδη χρόνο για την αγωγή, ήταν διευθυντής της εταιρείας Niagrius Enterprises Ltd η οποία, μέσω του, υπέγραψε και παρέδωσε στον Αιτητή δύο γραμμάτια για τα ποσά των €67.500,00 και €62.665,00, πληρωτέα στις 11.12.2011 με τόκους από 11.05.2011. Τα εν λόγω ποσά αφορούσαν οφειλή της προαναφερόμενης εταιρείας προς τον Αιτητή. Ο Καθ' ου η Αίτηση, ο οποίος ήταν εκ των διευθυντών της προαναφερόμενης εταιρείας, υπέγραψε και εγγυήθηκε προσωπικά την πληρωμή των γραμματίων. Στις 11.12.2011 (προφανώς η ημερομηνία είναι λανθασμένη αφού επί του διατάγματος αναγράφεται 11.12.2012) εκδόθηκε εναντίον της εταιρείας διάταγμα εκκαθάρισης (Τεκμήριο 1). Ο Αιτητής υπέβαλε έντυπο επαλήθευσης χρέους (Τεκμήριο 4), πλην όμως μέχρι σήμερα δεν έλαβε οποιοδήποτε ποσό έναντι του λαβείν του. Στις 23.12.2012, μέσω του δικηγόρου του Αιτητή, στάληκε επιστολή (Τεκμήριο 5) προς τον Καθ' ου η Αίτηση προκειμένου να πληρώσει την οφειλή του. Μέχρι σήμερα ο Καθ' ου η Αίτηση δεν του έχει καταβάλει οποιοδήποτε ποσό. Τέλος, ο Αιτητής αναφέρει ότι εξ όσων ειλικρινά πιστεύει, ο Καθ' ου η Αίτηση δεν έχει καλόπιστη ή βάσιμη υπεράσπιση και η εμφάνιση καταχωρήθηκε για σκοπούς καθυστέρησης της διαδικασίας. Ο Καθ' ου η Αίτηση έχει καταχωρήσει στις 17.03.2015 Ειδοποίηση Περί Πρόθεσης Ένστασης, προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους ένστασης: 1. Η Αίτηση είναι αβάσιμη και χωρίς πραγματικό και νομικό υπόβαθρο. 2. Ο Εναγόμενος έχει σοβαρή και ουσιαστική υπεράσπιση. 3. Η αγωγή είναι πρόωρη. 4. Τα γραμμάτια είναι άκυρα. 5. Ο Εναγόμενος παραπλανήθηκε κατά την υπογραφή των γραμματίων. 6. Ο Εναγόμενος έχει υποβάλει επαλήθευση στον Έφορο Εταιρειών όπως διοριστεί εκκαθαριστής ο κ. Ανδρέας Κυριάκου και άρα θα αναμένει από αυτόν σε περίπτωση που εγκριθεί η επαλήθευση ή πληρωμή. Οι λόγοι ένστασης υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση του Μιχάλη Σαπαρίλλα, Καθ' ου η Αίτηση, ο οποίος γνωρίζει, ως αναφέρει, πλήρως τα γεγονότα της υπόθεσης. Είναι ένας εκ των διευθυντών της εταιρείας Niagrius Enterprises Ltd. Εκ των μετόχων της εν λόγω εταιρείας είναι και η εταιρεία Rombenius στην οποία είναι μέτοχος σε ποσοστό 25%. Περί το Μάιο του 2011 ο Αιτητής τον φώναξε για να συζητήσουν ως προς τα υπόλοιπα που είχε η εταιρεία Niagrius Enterprises Ltd προς αυτόν. Ο Αιτητής γνώριζε ότι υπήρχαν διαφορές μεταξύ αυτού και του έτερου διευθυντή της Niagrius Enterprises Ltd. Του παρουσίασε δύο γραμμάτια τα οποία αυτός υπέγραψε για να νιώθει ο Αιτητής σίγουρος επειδή η εταιρεία δεν πήγαινε καλά, αλλά όχι ως εγγυητής. Πίστευε δε ότι επρόκειτο για δύο ίδια έγγραφα και το ένα ήταν αντίγραφο του άλλου, και πως επρόκειτο για ένα γραμμάτιο. Τα δύο γραμμάτια είναι άκυρα επειδή δεν είναι υπογραμμένα και από τον άλλο διευθυντή της εταιρείας, τον οποίο, επισκέφθηκε ο Αιτητής αλλά αρνήθηκε να τα υπογράψει. Το καταστατικό της εταιρείας προβλέπει ότι πρέπει να υπογράψουν και οι δύο διευθυντές προκειμένου να υπάρχει δέσμευση. Επίσης δεν είχε γίνει συνέλευση των μετόχων για την έγκριση των γραμματίων. Η αγωγή είναι πρόωρη επειδή θα πρέπει ο εκκαθαριστής να εγκρίνει την απαίτηση του Αιτητή. Η δε εταιρεία έχει περιουσία εκατομμυρίων, με την πώληση της οποίας ο διαχειριστής θα προχωρήσει σε διαχείριση. Ο ίδιος ουδέποτε υποσχέθηκε να πληρώσει προσωπικά στον Αιτητή για χρέη της εταιρείας. Ούτε και η εταιρεία όμως οφείλει στον Αιτητή, γι' αυτό παρότρυνε τον τελευταίο να προχωρήσει σε επαληθεύσεις προκειμένου να γίνει έλεγχος. Με συμπληρωματική ένορκη δήλωση του, ο Αιτητής απορρίπτει τη μαρτυρία του Καθ' ου η Αίτηση ότι αποτάθηκε στον άλλο διευθυντή της εταιρείας για να του υπογράψει τα σχετικά γραμμάτια. Ο άλλος διευθυντής ουδέποτε είχε εμπλοκή στις συμφωνίες με την εταιρεία. Όλες οι πληρωμές που γίνονταν προς αυτόν ήταν με επιταγές που ο Καθ' ου η Αίτηση υπέγραφε και του παρέδιδε. Παρουσίασε ως Τεκμήριο επιταγή η οποία εκδόθηκε εκ μέρους της εταιρείας, ύψους €10.000,00 ημερομηνίας 23.02.2010 υπογραμμένη από τον Καθ' ου η Αίτηση, η οποία λόγω έλλειψης κεφαλαίων της εταιρείας παραμένει ακόμα απλήρωτη. Η ακροαματική διαδικασία της επίδικης Αίτησης διεξάχθηκε στη βάση των προαναφερόμενων ενόρκων δηλώσεων και των αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων. Οι διατυπωθείσες θέσεις προβάλλουν ως εκ διαμέτρου αντίθετες. Θα αξιολογηθούν από το Δικαστήριο στο βαθμό που είναι αναγκαίο για την αιτιολόγηση της απόφασής του και όπου χρειαστεί θα γίνει μνεία σε αυτές. Νομική πτυχή:- Η ειδική πρόνοια στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας είναι η Δ.18 Κ.1(α), η οποία τίθεται αυτούσια: «Ο.18, r.1(
- a)Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2, rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend.» Σε ελεύθερη μετάφραση: «Όπου ο Εναγόμενος εμφανίζεται σε κλητήριο ειδικά οπισθογραφημένο σύμφωνα με τη Διάταξη 2 Κανονισμός 6, ο Ενάγοντας μπορεί, με ένορκη δήλωση την οποία θα κάνει ο ίδιος ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα, βεβαιώνοντας την αιτία της αγωγής και το ποσό που απαιτείται (αν υπάρχει) και αναφέροντας ότι από ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή, να αποταθεί για απόφαση για το ποσό που απαιτείται μαζί με τόκο (αν υπάρχει) ή για ανάκτηση γης (με ή χωρίς ενοίκιο) ή για παράδοση συγκεκριμένου κινητού πράγματος, ανάλογα με την περίπτωση και τα έξοδα, μπορεί να δοθεί απόφαση υπέρ του Ενάγοντα, εκτός εάν ο Εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα είναι ουσιώδη για να του δοθεί δικαίωμα υπεράσπισης.» Από τη γραμματική ερμηνεία της πιο πάνω διάταξης καθώς και την πλούσια νομολογία που την έχει εφαρμόσει μέχρι σήμερα, προκύπτει ότι το Δικαστήριο, πριν εξετάσει τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου ως προς το κατά πόσο υπάρχει συζητήσιμη υπεράσπιση, θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι πληρούνται οι πιο κάτω προϋποθέσεις: (α) Το κλητήριο ένταλμα που καταχωρήθηκε από τον Ενάγοντα να είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2, Κ.6. (β) Ο Εναγόμενος να έχει καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης, και (γ) Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για συνοπτική απόφαση πρέπει να γίνεται από τον Ενάγοντα, ή από πρόσωπο που μπορεί θετικά να ορκιστεί ως προς τα γεγονότα, και που μπορεί να επαληθεύσει το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται, και να δηλώνει ότι εξ' όσων πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Σε περίπτωση που πληρούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις, τότε αμέσως μετατοπίζεται στον εναγόμενο το βάρος της απόδειξης ότι έχει καλή υπεράσπιση, ή ότι έχουν αποκαλυφθεί τέτοια γεγονότα τα οποία θα του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί σε διαδικασία πλήρους ακρόασης. Ουσιαστικά η πλήρωση των πιο πάνω προϋποθέσεων, σχετίζεται άμεσα με την ενεργοποίηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για να κάνει χρήση της διαδικασίας για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Στην υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ,
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782, γίνεται διάκριση αφενός μεν των προσώπων που μπορούν να ορκιστούν θετικά για τα γεγονότα μιας υπόθεσης, και αφετέρου των προσώπων που ορκίζονται με βάση τα όσα πληροφορούνται και πιστεύουν, τονίζοντας ότι η Δ.39 Κ. 2 αφορά μόνο τις ενδιάμεσες αιτήσεις όπου μπορεί κάποιος, ενόρκως δηλών, να κάνει αναφορά σε γεγονότα που είναι εξ΄ ακοής. Ωστόσο, η εξ ακοής μαρτυρία, είναι πλέον επιτρεπτή, υποκείμενη σε αξιολόγηση από το Δικαστήριο. Επίσης επιβεβαιώνεται από την πιο πάνω απόφαση η λογική αναγκαιότητα ότι, εκεί που ο Ενάγοντας είναι νομικό πρόσωπο, την ένορκη δήλωση θα κάνει κάποιο φυσικό πρόσωπο το οποίο όμως γνωρίζει θετικά τα γεγονότα της υπόθεσης. Όσον αφορά την έννοια της λέξης «θετικά» ως προς την αναφορά των γεγονότων, στην ίδια υπόθεση (Αθηνούλλα Δημητρίου) αναφέρθηκε ότι, το ζήτημα του κατά πόσο ένα πρόσωπο είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης, και εντός της έννοιας της Δ.18 Κ. 1, πρέπει να κρίνεται με βάση τα γεγονότα και τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, καθώς και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης, ενώ πολύ σημαντικό ρόλο διαδραματίζει η φύση της αξίωσης. Η ιδιαίτερη φύση της συνοπτικής απόφασης έχει τονιστεί, μεταξύ άλλων, και στην υπόθεση Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 A.A.Δ. 239, όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις κυπριακές όσο και αγγλικές αποφάσεις είναι ότι η συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο Εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη δήλωση του αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε θα πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (CY.E.M.S. CO LTD v. The Central Co-Operative Industries Co ltd
(1982)1 A.A.Δ. 897). Έτσι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο.» Περαιτέρω στην Ετήσια Πρακτική του 1958, Τόμος 1, στη σελίδα 243, αναφέρονται τα πιο κάτω, στα πλαίσια της Δ.14 των Αγγλικών Θεσμών, η οποία είναι ίδια με τη Δ.18 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας: «The purpose of O.14 is to enable a plaintiff to detain a summary judgment without trial, if he can prove his claim clearly; and if the defendant is unable to set up a bona fide defence or raise an issue against the claim which ought to be tried (Rodsents v. Plant
(1985)1 Q.B.597).» Στη σελίδα 248 του πιο πάνω συγγράμματος αναφέρεται ότι, αν στην ένορκη δήλωση του εναγόμενου αποκαλύπτεται υπεράσπιση, είναι γενικά αχρείαστο για τον ενάγοντα να καταχωρήσει απαντητική ένορκη δήλωση, εκτός αν είναι σε θέση να παρουσιάσει έγγραφα που να δείχνουν καθαρά την αναλήθεια της ένορκης δήλωσης του εναγόμενου. Σημαντική επίσης είναι η αναφορά στην υπόθεση Χριστάκης Αυγουστή και άλλοι ν. Γεώργιου Πίριλλου,
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 5 όπου αναφέρεται πως όταν τα νομικά και πραγματικά ζητήματα, λόγω της φύσεως τους, είναι απλά και καθίσταται δυνατό για το Δικαστήριο να μορφώσει άποψη, χωρίς περαιτέρω διευκρίνιση στο στάδιο της δίκης, τότε πρέπει να εκδίδεται συνοπτική απόφαση υπέρ του ενάγοντα. Αξιολόγηση των εκατέρωθεν εκδοχών και συμπέρασμα:- Είναι σαφές και συνάγεται από τη πιο πάνω νομολογία, ότι το κύριο ερώτημα που τίθεται, μεταξύ άλλων επιμέρους ερωτημάτων, είναι κατά πόσο η παρούσα υπόθεση αφορά καθαρή και κατάλληλη περίπτωση, ούτως ώστε να εκδοθεί συνοπτική απόφαση, έχοντας κατά νου τη φύση της διαφοράς. Προέχει ωστόσο η εξέταση, κατά πόσο πληρούνται οι αρχικές προϋποθέσεις ούτως ώστε να μετατοπισθεί στον Καθ' ου η Αίτηση το βάρος απόδειξης ότι έχει συζητήσιμη υπεράσπιση ή ότι έχει θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοια γεγονότα και ισχυρισμούς, οι οποίοι του παρέχουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί σε διαδικασία πλήρους ακρόασης της αγωγής. Προκύπτει αβίαστα μέσα από τον φάκελο της υπόθεσης ότι, η αγωγή του Αιτητή καταχωρήθηκε με Κλητήριο Ένταλμα Ειδικώς Οπισθογραφημένο, και ότι ο Καθ' ου η Αίτηση καταχώρησε εμφάνιση στις 26.02.
- Το επόμενο ερώτημα είναι αν προκύπτει από την ένορκη δήλωση του Αιτητή ότι επιβεβαιώνεται θετικά η απαίτηση του, έστω, έχοντας προσωπική γνώση, ως Ενάγοντας, των γεγονότων. Η απάντηση στο ερώτημα θα πρέπει να δοθεί λαμβάνοντας υπόψη τη φύση της απαίτησης. Όπως έχει προαναφερθεί η φύση της διαφοράς αποτελεί σημαντικό κριτήριο στην κρίση του Δικαστηρίου. Ο Αιτητής στηρίζει την απαίτηση του σε δύο γραμμάτια συνήθους τύπου, και/ή σε αναγνώριση χρέους, και/ή συναλλαγματικές, και/ή χρεωστικά ομόλογα. Αυτός ο διαζευκτικός τρόπος διατύπωσης είναι αποδεκτός για την Έκθεση Απαίτησης, όχι όμως για ένορκες δηλώσεις. Διαπιστώνεται ότι στην ένορκη του δήλωση (παράγραφος 4 και 5), ο Αιτητής διατυπώνει ξεκάθαρα τη βάση της απαίτησης του. Ομιλεί περί γραμματίων συνήθους τύπου την πληρωμή των οποίων εγγυήθηκε ο Καθ' ου η Αίτηση. Την επιβεβαιώνει θετικά έχοντας προσωπική γνώση των γεγονότων που άπτονται της υπογραφής των δύο γραμματίων. Λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 2 και 3, που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση του Αιτητή, συνάγεται ότι πρόκειται για γραμμάτια συνήθους τύπου. Υπογράφονται από δύο μάρτυρες και το γεγονός αυτό δεν αμφισβητήθηκε από τον Καθ' ου η Αίτηση. Άλλωστε, αυτό μαρτυρείται και επί των ιδίων των εγγράφων. Το περιεχόμενο τους είναι ξεκάθαρο, και ως προς τα ποσά αλλά και ως προς την ημερομηνία πληρωμής. Τα πλεονεκτήματα που εκπορεύονται από έγγραφα που κρίνονται ως γραμμάτια συνήθους τύπου, προνοούνται στο άρθρο 80 του ΚΕΦ.
- Στην υπόθεση Αναξαγόρας Χαραλάμπους κ.α. ν. ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΩΝ ΠΑΝΘΗΡΑ ΛΤΔ
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 733 αναφέρθηκε ότι: «Στο άρθρο 80 του Κεφ.149 προνοείται ότι το περιεχόμενο του γραμματίου συνιστά αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που εκτίθενται σε αυτό και υπεράσπιση συνιστά μόνο το ότι η υπογραφή του οφειλέτη δεν είναι στην πραγματικότητα η δική του ή ότι η έκδοση του γραμματίου επιτεύχθηκε κατόπιν εξαναγκασμού ή απάτης. Στην παρούσα περίπτωση δεν υπήρξε στην υπεράσπιση των εφεσειόντων τέτοιος ισχυρισμός, αλλά μόνο αμφισβήτηση του ύψους της αντιπαροχής. Όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Raif v. Dervish
(1971)1 C.L.R. 158, το Δικαστήριο δεν μπορεί να υπεισέλθει στην αναφερόμενη στο ίδιο το γραμμάτιο αντιπαροχή. Κρίνουμε, κατά συνέπεια, ότι καλώς το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν επέτρεψε ερωτήσεις που σκοπό είχαν την αμφισβήτηση του ύψους της αντιπαροχής, που αναφερόταν στο επίδικο γραμμάτιο.» Θα πρέπει να επισημανθεί ακόμη πως ένα γραμμάτιο συνήθους τύπου συνιστά από μόνο του αιτία αγωγής, όχι όμως το έγγραφο αναγνώρισης χρέους (βλέπε υπόθεση Νικόλας και Χρήστος Ιγνατίου ως διαχειριστές κ.α. ν. Νικόλα Λεμονάρη
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1562). Ενόψει των πιο πάνω, και λαμβάνοντας υπόψη τη φύση της απαίτησης του Αιτητή, κρίνεται ότι ο Αιτητής έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου την αναγκαία μαρτυρία ούτως ώστε να αποδεικνύεται ότι τα Τεκμήρια 2 και 3, επί της ένορκης δήλωσης του, συνιστούν γραμμάτια συνήθους τύπου καθώς και ότι επιβεβαίωσε θετικά την απαίτηση του. Συνακόλουθα των πιο πάνω, μετατίθεται στον Καθ' ου η Αίτηση το βάρος απόδειξης συζητήσιμης υπεράσπισης ή στοιχείων που να δικαιολογούν την παραχώρηση δικαιώματος καταχώρησης υπεράσπισης. Ερχόμενο το Δικαστήριο στα όσα προβλήθηκαν στην ένορκη δήλωση του Καθ' ου η Αίτηση, κρίνεται ότι ουδέν από τα προβαλλόμενα στοιχεία συνιστά συζητήσιμη υπεράσπιση. Όπως έχει πιο πάνω ξεκαθαριστεί, μέσα από τη νομολογία, οι λόγοι υπεράσπισης έναντι απαίτησης στηριζόμενης σε γραμμάτιο συνήθους τύπου είναι συγκεκριμένοι. Τα όσα ο Καθ' ου η Αίτηση προβάλλει δεν εμπίπτουν σε αυτούς τους λόγους. Περαιτέρω, το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 2 και 3 δεν αφήνει περιθώρια για αποδοχή των θέσεων του Καθ' ου η Αίτηση. Ειδικότερα, το περιεχόμενο της εγγύησης του Καθ' ου η Αίτηση ανατρέπει από μόνο του τη θέση του περί του ότι δεν έδωσε εγγύηση. Επιπλέον τα όσα ο Καθ' ου η Αίτηση προβάλλει περί του ότι κατά την υπογραφή θεώρησε ότι επρόκειτο περί ενός εγγράφου και όχι δύο, δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι στοιχειοθετούν συζητήσιμη υπεράσπιση. Δεν χωρεί λογική στη θέση του εφόσον δεν υπάρχει εξήγηση γιατί αποδέχτηκε να υπογράψει έστω το ένα έγγραφο, όπως θεωρούσε, και ποιο από τα δύο αποδεχόταν. Εν πάση περιπτώσει, τα δύο γραμμάτια αναφέρονται σε διαφορετικά χρηματικά ποσά και δεν μπορούσε να επρόκειτο για ένα έγγραφο. Διαφαίνεται αντιφατικότητα στη θέση του αν ληφθεί υπόψη ότι ταυτόχρονα ισχυρίζεται ότι η εταιρεία δεν όφειλε οποιοδήποτε ποσό στον Αιτητή, θέση η οποία, ούτως ή άλλως, δεν μπορεί να συνιστά συζητήσιμη υπεράσπιση εκτός και αν υπήρχε μαρτυρία περί εξόφλησης των γραμματίων. Συνακόλουθα των πιο πάνω, κρίνεται ότι ο Αιτητής απέδειξε την Αίτηση του και δικαιούται απόφασης. Ως εκ τούτου, εκδίδεται απόφαση προς όφελος του Αιτητή και εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση για τα ποσά των (α) €67.500,00 και (β) €62.665,00 πλέον τόκο 5% από 11.05.2011 και για τα δύο ποσά, μέχρι εξόφλησης πλέον δικηγορικά έξοδα όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Επειδή διαπιστώνεται ότι τα γραμμάτια, Τεκμήρια 2 και 3, δεν είναι χαρτοσημασμένα, η απόφαση να μην συνταχθεί μέχρι να χαρτοσημανθούν τα γραμμάτια ή να καταβληθούν τα νενομισμένα τέλη στον Έφορο Χαρτοσήμων. (Υπ.) ................ Δ. Ι. Κίτσιος, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΔ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Αίτηση για συνοπτική απόφαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο