ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΕΥΡΙΠΙΔΗ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ κ.α., Αγωγή αρ.: 4384/09, 29/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A140 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 4384/09 Αίτηση ημερ.: 3/3/2015 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, εκ Λευκωσίας Εναγόντων και
- ΕΥΡΙΠΙΔΗ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ, εκ Λεμεσού
- ΔΗΜΗΤΡΑ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ, εκ Λεμεσού Εναγομένων -------------------------------------------------- 29/5/2015 Για τους Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση: κα Β. Αδαμίδου για Νίκος Χρ. Αναστασιάδης & Συνεταίροι (Για ν' ακούσει απόφαση η κα Δήμου) Για τον Εναγόμενο 1/Αιτητή: κ. Γ. Διογένους για Αρετή Χαριδήμου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ (Για ν' ακούσει απόφαση η κα Χριστοδούλου) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Εναγόμενος 1 (στο εξής «ο Αιτητής»), με την υπό εξέταση αίτηση του επιδιώκει να επιφέρει εκτεταμένες τροποποιήσεις στο δικόγραφο της Υπεράσπισης του. Οι τροποποιήσεις, τις οποίες ειδικότερα επιδιώκει να επιφέρει, είναι οι ακόλουθες: «Α.
- Δια της προσθήκης των ακολούθων στο τέλος της παραγράφου 1 μετά την λέξη «Αγωγής»: «και/ή ότι οι Ενάγοντες κωλύονται να εγείρουν την παρούσα αγωγή αφού οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα είχαν ή ενδέχεται να έχει παραγραφεί μετά την παρέλευση 10 χρόνων από την ημέρα τερματισμού του επίδικου δανείου και την καταχώρηση της παρούσας αγωγής.»
- Δια της προσθήκης των ακολούθων στο τέλος της παραγράφου 4 μετά τη λέξη «παράγραφο»: «και καλούν αυτούς σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους».
- Δια της τροποποίησης της παραγράφου 4 και ειδικότερα την τροποποίηση της ημερομηνίας 15/07/1993 στην τρίτη γραμμή και την αντικατάσταση αυτής με την «ημερομηνίας 15/08/1993».
- Δια της τροποποίησης της παραγράφου 6 προσθέτοντας ως υποπαράγραφο 6(α) το περιεχόμενο της παραγράφου
- Δια της προσθήκης των ακολούθων στην 1η γραμμή της παραγράφου 6 μετά τη λέξη «παράγραφο 5»: «της Έκθεσης Απαίτησης και καλεί αυτούς σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους»
- Δια της αντικατάστασης των ακολούθων στην 3η γραμμή της παραγράφου 6 «τον τερματισμό της λειτουργίας του ρηθέντος λογαριασμού δανείου δια επιστολής των Εναγόντων με» με τα πιο κάτω: «την λήψη επιστολής ημερομηνίας 04/02/1999»
- Δια της προσθήκης των ακολούθων στην 5η γραμμή της παραγράφου 6 μετά τη λέξη «σε αυτήν»: «και καλεί αυτούς σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους»
- Δια της προσθήκης των ακολούθων στην 15η γραμμή της παραγράφου 6 μετά από τη λέξη «δανείου»: «και της ισχύουσας κατά τον επίδικο χρόνο σύναψης της επίδικης συμφωνίας νομοθεσίας ήτοι τον Περί Τόκου Νόμο του 1977,»
- Δια της προσθήκης των ακολούθων στην τελευταία γραμμή της παραγράφου 6 μετά από τη λέξη «έξοδα»: «που σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία ήτοι τον Περί Τόκου Νόμο του 1977 οι Ενάγοντες αυθαίρετα προέβηκαν σε αυτές τις χρεώσεις κατά παράβαση της εν ισχύ νομοθεσίας χρεώνοντας τόκο πέραν του 9% πράγμα το οποίο ρητά απαγορευόταν από την πιο πάνω αναφερόμενη νομοθεσία. Ως εκ των ανωτέρω ο Εναγόμενος 1 αναφέρει ότι η επίδικη συμφωνία είναι άκυρη ή ακυρώσιμη αφού σύμφωνα με τους όρους της και συγκεκριμένα το άρθρο 4 οι Ενάγοντες χρέωναν τόκο πέραν του 9%, πράγμα το οποίο έρχεται σε αντίθεση με τις αρχές του Περί Τόκου Νόμου του 1977 ο οποίος ήταν σε ισχύ την περίοδο σύναψης της επίδικης συμφωνίας»
- Δια της προσθήκης της πιο κάτω παραγράφου μετά την παράγραφο 6(α) ως παράγραφος 6(β): «Περαιτέρω ο Εναγόμενος 1 αναφέρει ότι δεν δόθηκε ο εύλογος και/ή προβλεπόμενος χρόνος προειδοποίησης αφού δεν στάλθηκε προειδοποιητική επιστολή όπως όφειλαν οι Ενάγοντες να πράξουν πριν τον τερματισμό του επίδικου δανείου κατά παράβαση της συνήθης πρακτικής αλλά και της νομοθεσίας και ή των αρχών που διέπουν της σχέσεως πελάτη και τράπεζας και/ή της συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 15/07/1993 με αποτέλεσμα να μη δοθεί η ευκαιρία και το εύλογο χρονικό διάστημα στον Εναγόμενο 1 να λάβει γνώση για την ισχυριζόμενη καθυστέρηση καταβολής των δόσεων του και να λάβει μέτρα επ' αυτού. Εν' αντιθέσει οι Ενάγοντες ενεργώντας καταπιεστικά και από θέση ισχύος επέλεξαν μονόπλευρα να απαιτήσουν το ποσό δανείου χωρίς να δοθεί εύλογη ειδοποίηση ή χρόνος προς τον Εναγόμενο να ενεργήσει επί τούτου».
- Δια της προσθήκης της πιο κάτω παραγράφου μετά την παράγραφο 6(β) ως παράγραφος 6(γ): «Περαιτέρω σε σχέση με την παράγραφο 6 της έκθεσης απαίτησης ο Εναγόμενος 1 αναφέρει ότι η εν λόγω επιστολή ημερομηνίας 04/02/1999 δεν έχει τερματίσει τον λογαριασμό δανείου και καλεί τους Ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους και ως εκ τούτου αναφέρουν ότι οι Ενάγοντες αυθαίρετα και παράτυπα και/ή πρόωρα έχουν προωθήσει την παρούσα αγωγή αφού δεν τερμάτισαν την επίδικη σύμβαση και ως εκ τούτου η εν λόγω αγωγή είναι πρόωρη. Περαιτέρω σε σχέση με την επιστολή επιβεβαίωσης ημερομηνίας 16/06/2009 ο Εναγόμενος 1 αναφέρει ότι οι Ενάγοντες καθυστέρησαν αδικαιολόγητα να προωθήσουν την εν λόγω υπόθεση με παράνομα τόκους και έξοδα για 10 χρόνια αφού οι Ενάγοντες στην ουσία όλη αυτή την περίοδο ήτοι από την περίοδο που ισχυρίζονται ότι έχουν τερματίσει την επίδικη συμφωνία με επιστολή τους ημερομηνίας 04/02/1999 μέχρι και τον Ιούλιο του 2011 δεν είχαν λάβει μέτρα δικαστικά εναντίον του Εναγόμενου 1 με αποτέλεσμα ο Εναγόμενος 1 να υποχρεώνεται να καταβάλει παράνομους τόκους, χρεώσεις και έξοδα για όλο αυτό το χρονικό διάστημα των 10 χρόνων πράγμα το οποίο είναι απαράδεκτο και σε καμία περίπτωση δίκαιο. Επιπλέον ο Εναγόμενος 1 αναφέρει ότι όλοι αυτοί οι τόκοι και τα έξοδα ή και χρεώσεις όλων αυτών των 10 χρόνων δεν θα πρέπει να καταβληθούν από τον Εναγόμενο 1 ενόψει της αδικαιολόγητης καθυστέρησης την οποία προέβηκαν οι Ενάγοντες στην προώθηση της υπόθεσης τους αφού κάτι τέτοιο θα ήταν κατάφορα άδικο για τον Εναγόμενο 1 που θα επωμιστεί όλα αυτά τα έξοδα και οι Ενάγοντες θα πλουτίσουν αδικαιολόγητα εις βάρος του Εναγόμενου 1 για λάθη και ή παραλήψεις που οι ίδιοι οι Ενάγοντες εσκεμμένα επέλεξαν να πράξουν με απώτερο σκοπό την υπερχρέωση του λογαριασμού του Εναγόμενου 1».
- Δια της προσθήκης της πιο κάτω παραγράφου μετά την παράγραφο 6(γ) ως παράγραφος 6(δ): «Περαιτέρω ο Εναγόμενος 1 αναφέρει ότι το επίδικο δάνειο ή και συμφωνία παραβιάστηκε ή και διαρρήχτηκε από τους Ενάγοντες αφού οι τελευταίοι αναιρώντας τις δεσμεύσεις που είχαν με βάση την συμφωνία δανείου αλλά και τις πρόνοιες της εν ισχύει νομοθεσίας, υπερχρέωναν τον λογαριασμό του Εναγόμενου 1 με υπέρογκα έξοδα τόκους και παράνομες χρεώσεις με αποτέλεσμα ο Εναγόμενος 1 να εξαναγκαστεί να σταματήσει την καταβολή των μηνιαίων δόσεων αφού δεν συμφωνούσε πλέον με τον τρόπο που οι Ενάγοντες χρέωναν τον Εναγόμενο 1 εκμεταλλευόμενοι μάλιστα την δεσπόζουσα θέση την οποία είχαν έναντι του Εναγόμενου
- Δια της προσθήκης των ακολούθων στο τέλος της παραγράφου 7 μετά τη λέξη «Εναγόμενου 1»: «Ο Εναγόμενος 1 επιφυλάσσει το δικαίωμα του να προσκομίσει όλες αυτές τις επιστολές κατά τη δικάσιμο».
- Δια της αλλαγής της λέξης «Ενάγοντα» στην 9η γραμμή της παραγράφου 8 με την λέξη: «Εναγόμενος 1»
- Δια της προσθήκης των ακολούθων στο τέλος της παραγράφου 9 μετά τη λέξη «υπόλοιπο»: «και καλεί αυτούς σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους».
- Δια της προσθήκης των ακολούθων στην 3η γραμμή της παραγράφου 11 μετά από τη λέξη «καταχώρηση»: «και/ή προώθηση»
- Δια της προσθήκης των ακολούθων στο τέλος της παραγράφου 11 μετά από τη λέξη «Εναγόμενου 1»: «αφού ο εν λόγω λογαριασμός δανείου με βάση τους ισχυρισμούς των Εναγόντων τερματίστηκε στις04/02/1999 και η παρούσα αγωγή εγέρθηκε το 2009 ήτοι 10 χρόνια μετά το τερματισμό του, καθυστέρηση η οποία είναι αδικαιολόγητη».
- Δια της προσθήκης των ακολούθων στην 6η γραμμή της παραγράφου 12 μετά από τη λέξη «όφελος» «από παράνομους τόκους, υποχρεώσεις και/ή άλλα αδικαιολόγητα έξοδα και/ή επιβαρύνσεις»
- Δια της προσθήκης των ακολούθων στο τέλος της παραγράφου 12 μετά από τη λέξη «καταπιεστική»: «και/ή ως τέτοια θα πρέπει να απορριφθεί εις βάρος των Εναγόντων».
- Δια της προσθήκης της πιο κάτω παραγράφου μετά την παράγραφο 13: «13(α) «Ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται περαιτέρω ότι οι Ενάγοντες παράνομα χρέωσαν τόκο πέραν του 9% ως η συμφωνία δανείου προέβλεπε. Περαιτέρω, είναι η θέση του Εναγόμενου ενόψει του ότι το δάνειο συνάφθηκε πριν το 1999 αλλά και όπως ισχυρίζονται οι Ενάγοντες τερματίστηκε πριν την εν λόγω ημερομηνία ήτοι την 04/02/1999, εάν το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι όντως η επιστολή ημερομηνίας 04/02/1999 ήταν τερματική επιστολή τότε οι πρόνοιες του Περί Τόκου Νόμου 1977 τυγχάνουν εφαρμογής σε αυτή την περίπτωση. Συνεπώς ο Εναγόμενος 1 αναφέρει με πλήρη επιφύλαξη των πιο πάνω ότι οι Ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται να αξιώσουν τόκους πέραν του 9% και/ή το ποσόν του τόκου δεν μπορεί να ξεπερνά το διπλάσιο του ποσού του αρχικού δανείου ήτοι €215.
- Συνεπώς οποιοδήποτε ποσό αξιώνεται από τους Ενάγοντες πέραν του αναφερθέντος είναι παράνομο και/ή αυθαίρετο και/ή οι Ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται στην αξίωση οποιουδήποτε ποσού πέραν του αναφερομένου πιο πάνω συνολικού ποσού. Σημειωτέο δε, ότι η θέση του Εναγόμενου 1 είναι ότι στο πιο πάνω ποσό θα πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό το οποίο έχει ήδη καταβάλει ο Εναγόμενος 1 από την ημέρα σύναψης της συμφωνίας δανείου μέχρι και το 1998 όπου κατέβαλλε ανελλιπώς τις μηνιαίες δόσεις του. Ο Εναγόμενος 1 απέστειλε δια μέσω των δικηγόρων του επιστολή ημερομηνίας 18/11/2013 με την οποία πρότεινε εξώδικη διευθέτηση της πιο πάνω υπόθεσης στην βάση των πιο πάνω αλλά αυτή δεν είχε γίνει αποδεκτή από τους Ενάγοντες σύμφωνα με επιστολή των δικηγόρων τους ημερομηνίας 10/10/2013 τις οποίες ο Εναγόμενος επιφυλάσσεται να παρουσιάσει στο δικαστήριο».
- Δια της προσθήκης των ακολούθων στην 2η γραμμή της παραγράφου 14 μετά από τη λέξη «θεραπείες»: «υπό στοιχεία Α-Ε»
- Δια της προσθήκης της ακόλουθης παραγράφου μετά την παράγραφο 15: 16 «ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ 1» 16(α) Γενικές Αποζημιώσεις υπέρ του Εναγόμενου 1 και εναντίον των Εναγόντων για παράβαση της επίδικης συμφωνίας 16(β) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η συμφωνία δανείου παραβιάστηκε από τους Ενάγοντες 16(γ) Διαζευκτικά με την παράγραφο 16(β) δήλωση του δικαστηρίου ότι η επίδικη συμφωνία είναι άκυρη ή ακυρώσιμη.» Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Αιτητή στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρει τα ακόλουθα: Οι νέοι δικηγόροι του, τους οποίους διόρισε περί τον Οκτώβριο του 2013, θεωρούν ότι η γραμμή της υπεράσπισης του είναι ελλιπής σε σημαντικά σημεία. Σημειωτέο ότι στο μεσοδιάστημα, από το χρόνο που ανέλαβαν οι νέοι δικηγόροι του, μεσολάβησαν διαβουλεύσεις και συζητήσεις, με σκοπό την εξώδικη διευθέτηση της υπόθεσης, οι οποίες όμως δεν καρποφόρησαν. Περαιτέρω, ο λόγος που οι δικηγόροι του δεν είχαν προβεί πιο νωρίς στην υποβολή της αίτησης τροποποίησης ήταν γιατί ενώπιον του σεβαστού Δικαστηρίου εκκρεμούσε άλλη υπόθεση με τους ίδιους διαδίκους και παρόμοια γεγονότα, συγκεκριμένα η αγωγή υπ' αρ. 4507/09, το αποτέλεσμα της οποίας ευελπιστούσαν ότι θα καθόριζε την τύχη και της παρούσας, πράγμα το οποίο όμως δεν έγινε, αφού ακόμα αναμένουν την απόφαση του Δικαστηρίου. Επιπλέον, οι δικηγόροι του δεν είχαν όλα τα απαραίτητα στοιχεία ενώπιον τους, με αποτέλεσμα να μην ήταν σε θέση να προχωρήσουν στην υποβολή της αίτησης για τροποποίηση. Η αιτούμενη τροποποίηση αποσκοπεί στο να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου η πραγματική θέση και/ή οι ισχυρισμοί του, σε σχέση με την απαίτηση των Εναγόντων. Η τυχόν απόρριψη της θα τον θέσει σε δυσμενή θέση αφού, εξ όσων τον πληροφορούν οι δικηγόροι του, δεν θα μπορούν να προβάλουν ορθά την υπόθεση του ενώπιον του Δικαστηρίου, θα αποτρέψει δε το Δικαστήριο από του να απονέμει ορθά τη δικαιοσύνη, υπό τις περιστάσεις. Οι Ενάγοντες δεν θα υποστούν οποιαδήποτε ζημιά από την αιτούμενη τροποποίηση, η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με την έκδοση κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Οι Ενάγοντες εναντιώθηκαν στην αιτούμενη θεραπεία. Με την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης τους, την οποία καταχώρησαν, προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους ένστασης: «
- Η Αίτηση έχει υποβληθεί καθυστερημένα και οι λόγοι τους οποίους ο Αιτητής επικαλείται στην Ένορκη του Δήλωση ως αιτία καθυστέρησης δεν συνιστούν επαρκή και εύλογη αιτιολογία. Σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί από το Σεβαστό Δικαστήριο.
- Η Αίτηση έχει καταχωρηθεί κακόπιστα και με σκοπό κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας με σκοπό τον εκτροχιασμό της παρούσας υπόθεσης από την προσδιορισθείσα πορεία της και/ή την κωλυσιεργία και/ή την επιβράδυνση και/ή την περαιτέρω αναστολή εκδίκασης της υπόθεσης και δίκαιη διεξαγωγή της δίκης.
- Με την αιτούμενη τροποποίηση εισάγονται νέοι ισχυρισμοί οι οποίοι είναι αναληθείς και/ή ανυπόστατοι.
- Η Αίτηση καθώς επίσης και η Ένορκη Δήλωση που την υποστηρίζει είναι νόμω και ουσία αβάσιμη, κακόπιστη και αόριστη μη προσκομίζοντας ουσιαστικά καμία μαρτυρία, κατά τρόπο ώστε το Σεβαστό Δικαστήριο να βασιστεί και να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα.
- Η αιτούμενη τροποποίηση δεν αποβλέπει στην διακρίβωση των μεταξύ των διαδίκων υφιστάμενων πραγματικών διαφορών αλλά αντίθετα τείνει να προκαλέσει σύγχυση και δυσμενή επηρεασμό των συμφερόντων των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση καθώς επίσης θα καθυστερήσει την δίκαια εκδίκαση της υπόθεσης.» Η ένσταση των Εναγόντων υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του υπαλλήλου τους, Γιάννη Φώτη στην οποία, κατ' ουσία, αναλύονται οι λόγοι ένστασης. Μεταξύ άλλων, υπάρχει ισχυρισμός ότι με την καθυστέρηση που θα παρουσιαστεί, σε περίπτωση αποδοχής της αιτούμενης θεραπείας, θα επηρεαστούν ουσιωδώς τα δικαιώματα των Εναγόντων έναντι του Αιτητή, που προκύπτουν από το επίδικο δάνειο. Προβάλλεται επίσης ο ισχυρισμός ότι ο Αιτητής επιχειρεί την προσθήκη νέων ισχυρισμών, κάτι το οποίο ρητά απαγορεύει η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, περαιτέρω δε τίθενται ισχυρισμοί οι οποίοι είναι αναληθείς και/ή ανυπόστατοι. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 Θ. 1-4 και στη Δ.48 Θ. 1, 2, 3 και 9, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης δια την προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (κυρωτικού) Νόμου 39/62 και στη διακριτική ευχέρεια και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, η δυνατότητα τροποποίησης τέθηκε ως εξής από το Ανώτατο Δικαστήριο: «Αναμφισβήτητα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα.» Στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation Ltd
(1989)1 A.A.Δ. (Ε) 33, τέθηκαν οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου κατά τον χειρισμό αιτήσεων τροποποίησης. Σύμφωνα με αυτές: «
- Η τροποποίηση επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας νοουμένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
- Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντίδικου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
- Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνην που μπορεί να θεραπευτεί με την έκδοση της κατάλληλος διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο Αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
- Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντίδικου.» Όπως έχει ήδη αναφερθεί, ένας από τους βασικούς λόγους ένστασης είναι ότι η αίτηση υπεβλήθη με υπέρμετρη καθυστέρηση. Στην πρόσφατη υπόθεση IKOS CIF LTD v.
- MARTIN COWARD κ.ά., ECLI:CY:AD:2014:A205, Πολ. Εφέσεις αρ. 137/2013 και 138/2013, ημερομηνίας 20/3/2014, το ζήτημα της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης τέθηκε περιεκτικά ως ακολούθως: «Ειδικότερα ως προς το θέμα του παράγοντα χρόνου στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης, σταθερή γραμμή της Νομολογίας αναγνωρίζει ότι ο παράγοντας αυτός είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εξαρχής και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Όταν η καθυστέρηση οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή, η δικαιολόγηση της και η σημασία της ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως εάν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Όπως ήδη έχει καταγραφεί, τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, Astor Manufacturing & Exporting Co κ.ά. ν. A.G. Leventis κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, SABA & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426, Ιωάννης Νικολάου ν. Ζωής Μιλτιάδους κ.ά.,
(2007)1 Α.Α.Δ. 1005).» Στην πιο πάνω υπόθεση το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία απορρίφθηκαν δύο αιτήσεις τροποποίησης της οπισθογράφησης του κλητηρίου εντάλματος και της Έκθεσης Απαίτησης συνεπεία της καθυστέρησης στην υποβολή τους, η οποία θα είχε ως αποτέλεσμα, σε περίπτωση αποδοχής των αιτήσεων, την παράταση της ισχύος ενδιάμεσου διατάγματος που είχε εκδοθεί εναντίον του Εναγόμενου 1 - εφεσίβλητου τρία χρόνια προηγουμένως και, συνακόλουθα, τη συνέχιση επηρεασμού των δικαιωμάτων του. Έχω μελετήσει με προσοχή τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου από τις εκατέρωθεν πλευρές. Αυτό το οποίο διαπιστώνω τόσο από την ένορκη δήλωση του Αιτητή που υποστηρίζει την υπό εξέταση αίτηση, όσο και τη συμπληρωματική του ένορκη δήλωση ημερομηνίας 30/4/2015, η οποία κατεχωρήθη κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου, είναι ότι το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί με την αιτούμενη τροποποίηση, ήταν σε γνώση του Αιτητή, τουλάχιστον από το χρόνο της καταχώρησης της αρχικής Υπεράσπισης του, η οποία κατεχωρήθη πέντε χρόνια σχεδόν πριν την υποβολή της υπό εξέταση αίτησης. Δεν έχει διαφανεί μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία ότι πρόκειται για νέους ισχυρισμούς, οι οποίοι περιήλθαν σε γνώση του πρόσφατα. Επισημαίνω ότι αυτό το οποίο αναφέρει στη συμπληρωματική του ένορκη δήλωση είναι ότι, όταν διόρισε τους νέους δικηγόρους του, περίμεναν να τους προσκομίσει όλα τα απαιτούμενα έγγραφα που είχαν ζητήσει. Κατά διαστήματα τους έπαιρνε κάποια έγγραφα αλλά προσπαθούσε να εντοπίσει όλα τα έγγραφα που του ζήτησαν, πράγμα που ήταν δύσκολο, επειδή πέρασε αρκετός καιρός. Περί τις αρχές του 2015 εντόπισε όλα τα έγγραφα που του ζητούσαν οι δικηγόροι του. Δυστυχώς, δεν δίνεται οποιαδήποτε επεξήγηση από τον Αιτητή, για το λόγο που δεν εισήξε τους ως άνω ισχυρισμούς με την αρχική του Έκθεση Υπεράσπισης ή, τουλάχιστον, με την Έκθεση Υπεράσπισης του ημερομηνίας 27/6/2011, την οποία καταχώρησε στην τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης των Εναγόντων. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, στην ένορκη δήλωση του αναφέρει ότι οι νέοι δικηγόροι του, τους οποίους είχε διορίσει περί τον Οκτώβριο του 2013, του είχαν ζητήσει να προσκομίσει όλα τα απαιτούμενα έγγραφα, με απώτερο σκοπό να μελετήσουν την υπόθεση του. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφέρω ότι, όπως είναι νομολογημένο, η αλλαγή δικηγόρου διαδίκου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογία για παρατηρούμενη καθυστέρηση και δεν παρέχει, αφ' εαυτής, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας (Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία ν. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 A.A.Α και United Sea Transport Ltd ν. Zakou
(1980)1 Α.Α.Δ. 501, 510). Όπως έχω ήδη αναφέρει, ο Αιτητής δεν έχει δώσει οποιαδήποτε επεξήγηση για την παράλειψη του να υποβάλει έγκαιρα την αίτηση τροποποίησης του, συγκεκριμένα, από τα αρχικά στάδια της αγωγής. Σε σχέση με την παρατηρούμενη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης, από το χρόνο που ανέλαβαν οι νέοι δικηγόροι του, ισχυρίζεται ότι είχαν μεσολαβήσει διαβουλεύσεις και συζητήσεις για εξώδικη διευθέτηση της υπόθεσης, χωρίς αυτό να καταστεί δυνατό. Προβάλλει, επίσης, ως δικαιολογία, το ότι εκκρεμούσε ενώπιον του Δικαστηρίου η υπόθεση 4507/09, με τους ίδιους διαδίκους και παρόμοια γεγονότα, το αποτέλεσμα της οποίας ευελπιστούσε ότι θα καθόριζε την τύχη και της παρούσας υπόθεσης, κάτι όμως το οποίο δεν έγινε εφικτό, αφού δεν έχει ακόμα εκδοθεί η απόφαση του Δικαστηρίου. Ακόμα και στην περίπτωση που αποδεχόμουν ότι η καθυστέρηση που σημειώθηκε στην υποβολή της υπό εξέταση αίτησης από τον χρόνο διορισμού των νέων δικηγόρων του, θα μπορούσε να κριθεί ως δικαιολογημένη, εντούτοις δεν έχει δικαιολογηθεί η καθυστέρηση των 3 ½ περίπου χρόνων από της ημερομηνίας καταχώρησης της αρχικής Έκθεσης Υπεράσπισης του, μέχρι τον διορισμό των τελευταίων δικηγόρων του. Με βάση τα όσα αναφέρω πιο πάνω καταλήγω, αποδεχόμενος το σχετικό λόγο ένστασης, ότι πράγματι υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας αίτησης. Φυσικά, όπως είναι νομολογημένο, η καθυστέρηση στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης είναι μεν παράγοντας σχετικός και θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, δεν είναι όμως απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Αυτό το οποίο προέχει είναι το κατά πόσο η καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα των αντιδίκων (IKOS CIF LTD v. 1. MARTIN COWARD κ.ά. (ανωτέρω)). Ενόψει των πιο πάνω θα προχωρήσω στην εξέταση των επιπτώσεων της καθυστέρησης στην υποβολή της παρούσας αίτησης, σε συνδυασμό με τους λόγους ένστασης, οι οποίοι προβάλλονται από τους Καθ' ων η Αίτηση. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι με την αιτούμενη τροποποίηση διευρύνεται η βάση της Έκθεσης Υπεράσπισης του Αιτητή και προστίθενται νέοι ισχυρισμοί. Υπενθυμίζω ότι, μεταξύ άλλων, επιδιώκεται η προσθήκη ισχυρισμών ότι υπήρξαν χρεώσεις τόκων, οι οποίες έγιναν κατά παράβαση της περί τόκου νομοθεσίας, όπως αυτή ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Επιπλέον, επιδιώκεται η προσθήκη Ανταπαίτησης. Αναμφίβολα δε, οι αιτούμενες τροποποιήσεις θα επιφέρουν επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων. Όπως είναι νομολογημένο, η προσθήκη νέας βάσης υπεράσπισης δεν έχει την ίδια δυναμική με την προσθήκη νέας βάσης αγωγής, εφόσον ο Ενάγοντας έχει πάντοτε τη δυνατότητα να αντικρούσει τους όποιους ισχυρισμούς με την Απάντηση του στην Υπεράσπιση (Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας
(2012)1 Α.Α.Δ. 745). Όμως, ακόμα και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής ή απαίτησης, η οποία θεωρείται πολύ πιο σοβαρή δικονομική ενέργεια από την εισαγωγή νέας βάσης υπεράσπισης, η αίτηση τροποποίησης δεν οδηγείται χωρίς άλλο σε απόρριψη, αλλά ο παράγοντας αυτός συνεκτιμάται με τα υπόλοιπα στοιχεία (Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704). Δεν με βρίσκει σύμφωνο η θέση των Καθ' ων η Αίτηση ότι η προσθήκη των νέων ισχυρισμών θα οδηγήσει στον εκτροχιασμό της υπόθεσης από την προσδιορισθείσα πορεία και θα προκαλέσει σύγχυση και δυσμενή επηρεασμό των συμφερόντων των Καθ' ων η Αίτηση. Επισημαίνω ότι ακόμα δεν έχει ξεκινήσει η ακρόαση της αγωγής. Δεν έχω ικανοποιηθεί ότι θα προκληθεί αδικία και τέτοια βλάβη στους Καθ' ων η Αίτηση, η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με την έκδοση κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Κανένας δυσμενής επηρεασμός θα επέλθει, κατά την άποψη μου, στα δικαιώματα των αντιδίκων, με την αιτούμενη τροποποίηση η οποία, αναμφίβολα, θα οδηγήσει στον επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων. Χωρίς να παραγνωρίζω ότι η αποδοχή των αιτούμενων τροποποιήσεων θα προκαλέσει κάποια καθυστέρηση στην έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, εντούτοις δεν θα συμφωνούσα ότι θα επηρεάσει τη δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης. Όσον αφορά τον ισχυρισμό των Καθ' ων η Αίτηση ότι οι ισχυρισμοί, των οποίων ζητείται η εισαγωγή με την αιτούμενη τροποποίηση, είναι αναληθείς και/ή ανυπόστατοι, αυτό το οποίο θα ήθελα να επισημάνω είναι ότι στο στάδιο αυτό είναι ανεπιθύμητο το Δικαστήριο να προβαίνει σε οποιουδήποτε είδους εκτίμηση ή αξιολόγηση των ως άνω ισχυρισμών. Οι Καθ' ων η Αίτηση στους λόγους ένστασης τους προβάλλουν ακόμα ότι υπήρξε κακοπιστία από πλευράς Αιτητή στην υποβολή της υπό εξέταση αίτησης. Όπως είναι νομολογημένο, για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα (Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας (ανωτέρω)). Στην υπό εξέταση υπόθεση δεν έχω εντοπίσει οποιαδήποτε στοιχεία που να υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς των Καθ' ων η Αίτηση περί ύπαρξης κακοπιστίας. Είμαι της άποψης ότι το γεγονός και μόνο ότι υπήρξε καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης, δεν θα μπορούσε να με οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι υπήρξε σκοπιμότητα στην καθυστέρηση της καταχώρησης, με απώτερο στόχο την καθυστέρηση στην ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας. Θα ήθελα ακόμα να αναφέρω ότι δεν με βρίσκει σύμφωνο ο ισχυρισμός της ενόρκου δηλώσεως του Γιάννη Φώτη, η οποία υποστηρίζει την ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση, ότι κατά τις ημερομηνίες 26/11/14, 13/2/15 και 4/3/15, που ήταν ορισμένη για ακρόαση η αγωγή, ζητείτο αναβολή από τους δικηγόρους του Αιτητή, με σκοπό την υποβολή της αίτησης τροποποίησης της Υπεράσπισης. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά του Δικαστηρίου, για πρώτη φορά είχε ζητηθεί αναβολή για να καταχωρηθεί αίτηση τροποποίησης στις 13/2/
- Η αγωγή, μετά την έγκριση του αιτήματος, επαναορίστηκε για ακρόαση στις 4/3/
- Κατ' εκείνη την ημερομηνία, επειδή είχε καταχωρηθεί στο μεταξύ η υπό εξέταση αίτηση, η ακρόαση αναβλήθηκε, με σκοπό να δοθεί προτεραιότητα στην αποπεράτωση της αίτησης. Κατά συνέπεια, ούτε αυτός ο λόγος θα μπορούσε να γίνει αποδεκτός. Με βάση τα όσα αναφέρω πιο πάνω, καταλήγω ότι η αιτούμενη τροποποίηση θα πρέπει να επιτραπεί στην ολότητα της. Όλα τα έξοδα, τα οποία θα σπαταληθούν από την τροποποίηση (all costs thrown away), επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση/Εναγόντων. Όσον αφορά τα έξοδα της αίτησης, έχοντας κατά νου τη μεγάλη καθυστέρηση στην υποβολή της, έχω καταλήξει ότι και αυτά θα πρέπει να βαρύνουν τον Αιτητή. Εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος Α της αίτησης. Η τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης να καταχωρηθεί εντός 14 ημερών από σήμερα. Η Απάντηση και Υπεράσπιση στην τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης να καταχωρηθεί εντός δέκα ημερών από της καταχώρησης και παράδοσης στους Ενάγοντες ή στους δικηγόρους τους αντιγράφου της τροποποιημένης Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Όλα τα έξοδα τα οποία θα σπαταληθούν από την τροποποίηση (all costs thrown away), καθώς και τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστηρίου, επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον του Εναγόμενου/Αιτητή, θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. Η αγωγή επαναορίζεται για ακρόαση στις 19/10/15, η ώρα 10:30 π.μ. (Υπ.) ........... Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΘΘ/ΑΓ Subject: Civil / Other actions / Interim Αναφορά: Αίτηση τροποποίησης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο