NAUTICO YACHTING LTD ν. ΑΝΔΡΕΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Αρ. Αγωγής: 3126/08, 27/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A137 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3126/08 Μεταξύ: NAUTICO YACHTING LTD Εναγόντων και ΑΝΔΡΕΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ Εναγομένου Ημερομηνία: 27.5.2015 Για τους Ενάγοντες: κ. Μ. Ιωάννου. Για τον Εναγόμενο: κ. Α. Καριτζής για Α. Καριτζής Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Ενάγοντες με την αγωγή τους αξιώνουν από τον Εναγόμενο το ποσό των €33.652,59, ως υπόλοιπο οφειλόμενο δυνάμει συμφωνίας πώλησης σκάφους και/ή δυνάμει τιμολογίων και/ή δυνάμει κατάστασης λογαριασμού, πλέον τόκους και έξοδα. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης οι Ενάγοντες είναι εταιρεία με έδρα την Λεμεσό και αντιπρόσωποι εργοστασίου κατασκευής σκαφών και/ή ασχολούνται με πωλήσεις πλοίων και/ή σκαφών και/ή σκαφών αναψυxής. Κατά ή περί τον Φεβρουάριο του 2008 στην Λεμεσό, οι Ενάγοντες συμφώνησαν με τον Εναγόμενο όπως του πουλήσουν ένα καινούργιο σκάφος μάρκας CRANCHI μοντέλο ZAFFIRO 34 με δύο μηχανές VOLVO ΡΕΝΤΑ 2XD4 EVC/DP-H (2Χ260ΗΡ) έναντι της συμφωνηθείσας τιμής των €231.215, συμπεριλαμβανομένων και των έξτρα αντικειμένων και/ή εξαρτηματων (accessories) τα οποία ο Εναγόμενος παρήγγειλε. Συμφωνήθηκε επίσης όπως ο Εναγόμενος πληρώσει επιπλέον προς τους Ενάγοντες τα μεταφορικά του σκάφους, πλέον τα εκτελωνιστικά του, πλέον τα έξοδα έκδοσης πιστοποιητικού κατασκευής. Οι Ενάγοντες συμφώνησαν όπως στην πιο πάνω συμφωνηθείσα τιμή κάνουν προς τον Εναγόμενο έκπτωση 11%. Έτσι με δεδομένο ότι το ποσό της έκπτωσης ήταν €25.433, το οφειλόμενο από τον Εναγόμενο προς τους Ενάγοντες ποσό θα ήταν €205.781 πλέον ΦΠΑ, πλέον μεταφορικά, εκτελωνιστικά και έξοδα έκδοσης πιστοποιητικού κατασκευής. Ο Εναγόμενος κατά την υπογραφή της εν λόγω συμφωνίας και/ή παραγγελίας πλήρωσε ως προκαταβολή το ποσό των €20.000 και ανέλαβε υποχρέωση όπως, κατά την παράδοση του σκάφους, πληρώσει το υπόλοιπο ποσό των €185.203, πλέον ΦΠΑ, πλέον μεταφορικά, εκτελωνιστικά και έξοδα έκδοσης πιστοποιητικού κατασκευής. Κατά την παράδοση του σκάφους στον Εναγόμενο οι Ενάγοντες έκδωσαν αναλυτικό τιμολόγιο υπ' αρ. 3 στο οποίο αναφερόταν λεπτομερώς η περιγραφή του σκάφους, η ποσότητα, η τιμή και η έκπτωση τόσο του σκάφους όσο και του εξοπλισμού (accessories). Τα μεταφορικά έξοδα του σκάφους ανήλθαν στο ποσό των €14.950 συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ, ενώ τα εκτελωνισιικά έξοδα, πλέον τα έξοδα εκδόσεως πιστοποιητικού κατασκευής ανήλθαν στο ποσό των €1.229,
- Εκτός των πιο πάνω οι Ενάγοντες διατηρούσαν και κατάσταση λογαριασμού στην οποία καταγράφονταν οι διάφορες χρεωπιστώσεις του Εναγομένου για την περίοδο από 20.2.08 μέxρι 1.7.
- Ο Εναγόμενος εισηγήθηκε προς τους Ενάγοντες όπως έναντι του πιο πάνω υπόλοιπου οφειλόμενου ποσού τους παραδώσει, μεταβιβάσει και εγγράψει ένα σκάφος τύπου ΒΑYLINER το οποίο ήταν ιδιοκτησία του, στην συμφωνηθείσα τιμή των €25.
- Οι Ενάγοντες αρχικά αποδέχθηκαν αυτήν την εισήγηση αλλά εισηγήθηκαν όπως αυτό μεταβιβασθεί και εγγραφεί επ' ονόματι αγοραστή τον οποίον αυτοί βρήκαν, κάτι που ο Εναγόμενος αρχικά αποδέχθηκε. Οι Ενάγοντες παρέδωσαν και/ή μεταβίβασαν και/ή ενέγραψαν επ' ονόματι του Εναγομένου το πωλούμενο σκάφος και ζήτησαν από αυτόν όπως υπογράψει τα αναγκαία έγγραφα για την μεταβίβαση και εγγραφή του σκάφους ΒΑYLINER επ' ονόματι του αγοραστή τον οποίο βρήκαν. Όμως ο Εναγόμενος αρνήθηκε να πράξει αυτό και οι Ενάγοντες του τόνισαν ότι θα έπρεπε να τους καταβάλει την συμφωνηθείσα αξία του σκάφους εκ €25.600, πλέον το υπόλοιπο των €8.052,59 που έδειχνε η πιο πάνω αναφερόμενη κατάσταση λογαριασμού την 1.7.
- Ο Εναγόμενος πλήρωσε στους Ενάγοντες διάφορα ποσά και παρέμεινε υπόλοιπο οφειλόμενο το ποσό των €33.652,59, ποσό που θα έπρεπε να καταβάλει κατά την παράδοση του σκάφους. Ο Εναγόμενος αρνήθηκε και/ή παρέλειψε να πράξει τούτο με αποτέλεσμα οι Ενάγοντες να του επιδώσουν επιστολή μέσω ιδιώτη δικαστικού επιδότη ημερ. 3.7.08, την οποία αυτός παρέλαβε την ίδια ημέρα και δια της οποίας τον καλούσαν όπως εντός 4 ημερών από την επίδοση της επιστολής πληρώσει το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό των €33.652,
- Αντί όμως ο Εναγόμενος να πληρώσει την οφειλή του, κατά ή περί την 5.7.08 μετέβηκε με το σκάφος του στην Ελλάδα για διακοπές. Μέχρι και σήμερα ο Εναγόμενος δεν κατέβαλε το πιο πάνω ποσό με αποτέλεσμα αυτό να παραμένει οφειλόμενο προς τους Ενάγοντες. Ο Εναγόμενος καταχώρησε έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτηση στην αγωγή. Στην έκθεση υπεράσπισης του αρνείται τον ισχυρισμό ότι οι Ενάγοντες κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν και/ή ενήργησαν ως αντιπρόσωποι εργοστασίου κατασκευής σκαφών. Επίσης αρνείται τους λοιπούς ισχυρισμούς των Εναγόντων και αναφέρει ότι τα πραγματικά γεγονότα είναι τα ακόλουθα: Ο Εναγόμενος συμφώνησε με τους Ενάγοντες για την αγορά και παράδοση σ' αυτόν ενός καινούριου σκάφους αναψυχής μάρκας CRANCHI ZAFFIRO 34 με δύο μηχανές VOLVO ΡΕΝΤΑ 2XD4 EVC/DP-H (2Χ260ΗΡ) (στο εξής το «σκάφος»). Προς το σκοπό αυτό στις 19.2.08 στη Λεμεσό ο Εναγόμενος υπόγραψε σχετική γραπτή συμφωνία πώλησης με τους Ενάγοντες (οι οποίοι ενεργούσαν ως έμποροι της συγκεκριμένης μάρκας σκαφών αναψυχής και ανεξάρτητα από τους κατασκευαστές αυτών), όπου συμφωνήθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:
(1)Η αγορά και παράδοση στον Εναγόμενο του σκάφους,
(2)Επιπλέον από τα πρότυπα κατασκευαστικά χαρακτηριστικά, προδιαγραφές και/ή εξοπλισμό του σκάφους, οι διάδικοι συμφώνησαν όπως το σκάφος φέρει, ως «έξτρα», τα χαρακτηριστικά και/ή προδιαγραφές και/ή εξοπλισμό (accessories) που αναφέρονται σε κατάλογο, ο οποίος επισυνάφθηκε στην πιο πάνω συμφωνία και κατέστη αναπόσπαστο μέρος αυτής, στις τιμές που αναγράφονται στον ίδιο κατάλογο,
(3)Ο Εναγόμενος συμφώνησε να αγοράσει και παραλάβει από τους Ενάγοντες το σκάφος με την καταβολή του ποσού των €205.781 πλέον ΦΠΑ, από το οποίο ποσό €25.433, πλέον ΦΠΑ συμφωνήθηκε να πληρωθεί στους Ενάγοντες ως προκαταβολή με την υπογραφή της πιο πάνω συμφωνίας. Το υπόλοιπο ποσό των €185.203, πλέον ΦΠΑ συμφωνήθηκε να καταβληθεί από τον Εναγόμενο με την παράδοση της κατοχής του σκάφους σ' αυτόν από τους Ενάγοντες,
(4)Η παράδοση του σκάφους συμφωνήθηκε να πραγματοποιηθεί το μήνα Μάιο του 2008,
(5)Καμία πρόνοια ή συμφωνία δεν έγινε στα πλαίσια της συμφωνίας ημερ. 19.2.08 αναφορικά με τα μεταφορικά και/ή εκτελωνιστικά και/ή έξοδα έκδοσης πιστοποιητικού κατασκευής, τα οποία περιλαμβάνονται στην τιμή αγοράς του σκάφους για το πιο πάνω ποσό των €205.781, πλέον ΦΠΑ,
(6)Για την υπογραφή της πιο πάνω συμφωνίας, ο Εναγόμενος είχε θέσει ως προϋπόθεση την αποδοχή και/ή αγορά από τους Ενάγοντες του σκάφους του τύπου ΒΑYLINER στην τιμή των €25.600 ως μέρος του τιμήματος αγοράς του σκάφους,
(7)Με την υπογραφή της εν λόγω συμφωνίας ο Εναγόμενος πλήρωσε στους Ενάγοντες το ποσό των €20.000 ως προκαταβολή. Περαιτέρω κατά την υπογραφή της συμφωνίας οι διάδικοι κατέληξαν σε συμπληρωματική, προφορική συμφωνία, με την οποία συμφώνησαν και/ή καθόρισαν ως τόπο παράδοσης του σκάφους τη μαρίνα του Πόρτο Καρράς στη Χαλκιδική, όπου ο Εναγόμενος είχε διευθετήσει και ενοικιάσει χώρο ελλιμενισμού του σκάφους σε ετήσια βάση. Με βάση τις διευθετήσεις των Εναγόντων, το σκάφος θα παραδιδόταν στο συμφωνηθέντα τόπο παράδοσης, αφού προηγουμένως μεταφερόταν επί άλλου πλοίου στην Αθήνα, απ' όπου θα οδηγείτο από τους Ενάγοντες στον τόπο παράδοσης. Εντός του μηνός Μαϊου του 2008, κατόπιν διαβεβαιώσεων από μέρους των Εναγόντων για την ετοιμότητα του σκάφους να μεταφερθεί και/ή οδηγηθεί στον προαναφερόμενο τόπο παράδοσης και σχετικών παρακλήσεων από μέρους τους προς τον Εναγόμενο, ο τελευταίος χωρίς αποδοχή μεταβίβασης της κυριότητας και/ή της κατοχής του σκάφους σ' αυτόν, κατέβαλε στους Ενάγοντες ως μέρος του τιμήματος αγοράς το ποσό των €173.729, το οποίο οι Ενάγοντες ήθελαν να προεισπράξουν με σκοπό την εξόφληση του σκάφους προς τους κατασκευαστές, από τους οποίους το παράγγειλαν και την πληρωμή και/ή κάλυψη των εξόδων μεταφοράς και/ή οδήγησης του στον τόπο παράδοση, ποσά τα οποία διαφορετικά, όπως οι Ενάγοντες ισχυρίστηκαν, θα αδυνατούσαν να πληρώσουν και/ή δεν επιθυμούσαν να πληρώσουν. Περί τα τέλη Μαϊου και/ή αρχές Ιουνίου του 2008, οι Ενάγοντες γνωστοποίησαν στον Εναγόμενο την απόφαση τους όπως, για δικούς τους λόγους, μεταφέρουν και/ή εισαγάγουν το σκάφος στη Λεμεσό αντί στην Αθήνα και οδηγήσουν και/ή παραδώσουν αυτό στη Χαλκιδική όπως είχε συμφωνηθεί, επιβεβαιώνοντας στον Εναγόμενο και/ή αναλαμβάνοντας τη δέσμευση να οδηγήσουν οι ίδιοι ή να πληρώσουν την αμοιβή του κυβερνήτη, τον οποίο θα προσλάμβαναν για να οδηγήσει το σκάφος στη Χαλκιδική από τη Λεμεσό και τα έξοδα αγοράς και/ή κατανάλωση καυσίμων για το ταξίδι αυτό. Ο Εναγόμενος βασίστηκε στην πιο πάνω επιβεβαίωση και/ή δεσμεύσεις των Εναγόντων και κατέστησε σ' αυτούς σαφές ότι θα αποδέχονταν παράδοση του σκάφους στη Χαλκιδική και μόνο ως είχε συμφωνηθεί και ότι η ενέργεια αυτή των Εναγόντων δεν αποτελούσε αλλαγή και/ή παρέκκλιση και/ή παραίτηση από τα συμφωνηθέντα. Περί τα τέλη Ιουνίου του 2008 και αφού το σκάφος είχε μεταφερθεί στη Λεμεσό, ο Εναγόμενος, κατόπιν παράκλησης των Εναγόντων για την κάλυψη διαφόρων εξόδων, δαπανών και/ή τελών με σκοπό την εισαγωγή του σκάφους στην Κύπρο και/ή άλλων εξόδων, πλήρωσε στους Ενάγοντες, χωρίς αποδοχή από μέρους του μεταβίβασης της κυριότητας και/ή παράδοσης και/ή κατοχής του σκάφους σ' αυτόν, το ποσό των €25.000 ως μέρος του τιμήματος αγοράς το οποίο, με την προσθήκη της αξίας του πιο πάνω σκάφους τύπου ΒΑYLINER, το οποίο συμφωνήθηκε να μεταβιβαστεί στους Ενάγοντες, υπερέβαινε το συνολικό τίμημα πώλησης κατά €7.680 περίπου. Κατά ή περί τις 3.7.08 και ενώ το σκάφος είχε μεταφερθεί στη μαρίνα του ξενοδοχείου St. Raphael στη Λεμεσό, ο Εναγόμενος κάλεσε τους Ενάγοντες όπως προβούν στις απαραίτητες διαδικασίες με το Τμήμα Τελωνείων, ως είχαν υποχρέωση, προς το σκοπό εξασφάλισης της αναγκαίας άδειας απόπλου με προορισμό τη Χαλκιδική όπως ήταν προγραμματισμένο και παραδώσουν σ' αυτόν το πρωτότυπο πιστοποιητικό κατασκευής του σκάφους, το οποίο είναι απαραίτητο για την μόνιμη εγγραφή του στο Νηολόγιο Κυπριακών Πλοίων. Υπό την προϋπόθεση εκπλήρωσης των πιο πάνω και της επιστροφής στον Εναγόμενο του ποσού των €7.680 περίπου, που πλήρωσε πέραν του τιμήματος πώλησης, αυτός δήλωσε την ετοιμότητα του για την ταυτόχρονη υπογραφή της σχετικής πράξης πώλησης και μεταβίβασης (Βill of Sale) του σκάφους BAYLINER στους Ενάγοντες και/ή στο πρόσωπο που οι Ενάγοντες θα του υποδείκνυαν. Εντούτοις οι Ενάγοντες αρνήθηκαν να ανταποκριθούν και/ή να συμμορφωθούν με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις ως ανωτέρω, με αποτέλεσμα ο Εναγόμενος να αναγκαστεί να προβεί ο ίδιος στις αναγκαίες ενέργειες, χωρίς αποδέσμευση των Εναγόντων και χωρίς να έχει προηγουμένως παραιτηθεί από τα δικαιώματα του έναντι αυτών, καταθέτοντας στο Τμήμα Τελωνείων τα στοιχεία που του ζητήθηκαν με σκοπό την εξασφάλιση της σχετικής άδειας και/ή έγκρισης και καταβάλλοντας στη μαρίνα του ξενοδοχείου St. Raphael τα σχετικά τέλη ελλιμενισμού του σκάφους για την περίοδο που αυτό παρέμεινε σταθμευμένο εκεί. Παράλληλα, κατά ή περί την πιο πάνω περίοδο και μετά από επιθεώρηση του εσωτερικού μέρους του σκάφους από τον Εναγόμενο και/ή από τους αντιπροσώπους αυτού, διαπιστώθηκε ότι ο πιο κάτω επιπλέον εξοπλισμός, τον οποίο θα έπρεπε να περιλαμβάνει το σκάφος, σύμφωνα με τον επισυνημμένο, επί της συμφωνίας ημερομηνίας 19.2.08, κατάλογο δεν είχε ενσωματωθεί και/ή περιληφθεί στον εξοπλισμό του σκάφους: (α) κάλυμμα του πίνακα οργάνων (dashboard cover) €179, (b) συστήματα κλιματισμού 16,000 BTU €8.747 και (γ) προστατευτικό παράβλημα (bow fender holder plus 2 ffenders plus 2 fender holders) €341 (σύνολο €9.267). Κατόπιν της άρνησης των Εναγόντων να οδηγήσουν το σκάφος και/ή να προσλάβουν κυβερνήτη για να οδηγήσει το σκάφος στο Πόρτο Καρράς της Χαλκιδικής, ο Εναγόμενος αφού προηγουμένως διεκπεραίωσε όλες τις αναγκαίες διαδικασίες και εξασφάλισε τις απαραίτητες άδειες, προσέλαβε ο ίδιος κυβερνήτη με τα κατάλληλα προσόντα ναυσιπλοϊας για να οδηγήσει το σκάφος και το σκάφος απέπλευσε από τη μαρίνα του ξενοδοχείου St. Raphael στις 4.7.
- Λόγω της παράβασης από μέρους των Εναγόντων της συμφωνίας ημερομηνίας 19.2.08 και/ή της συμπληρωματικής προφορικής συμφωνίας και/ή γενικά των μεταξύ των μερών συμφωνηθέντων και της μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων τους έναντι του Εναγόμενου, ο τελευταίος αναγκάστηκε να προβεί σε δαπάνες και/ή έξοδα τα οποία οι Ενάγοντες είχαν συμφωνήσει και/ή αναλάβει και/ή δεσμευτεί να καλύψουν, ως ακολούθως: (α) Έξοδα κυβερνήτη €2.000, (β) Έξοδα μαρίνας ξενοδοχείου St. Raphael €729,62 και (γ) Καύσιμα για την οδήγηση του σκάφους στο Πόρτο Καρράς της Χαλκιδικής €2.719,61 (σύνολο €5.449,23). Ανεξάρτητα και χωρίς επηρεασμό των πιο πάνω, ο Εναγόμενος αρνείται ότι στις 17.6.08 έγινε παράδοση του σκάφους από τους Ενάγοντες στον Εναγόμενο και περαιτέρω αναφέρει ότι το εν λόγω τιμολόγιο της ίδιας ημερομηνίας υπ' αριθμό 3 παραλήφθηκε από τον Εναγόμενο χωρίς έγκριση του περιεχομένου αυτού, το οποίο εν πάση περιπτώσει είναι λανθασμένο και/ή παραπλανητικό και/ή ελλιπές και/ή αντίθετο με τα όσα έχουν συμφωνηθεί. Όσον αφορά το σκάφος ΒΑYLINER παραδέχεται ότι οι Ενάγοντες εισηγήθηκαν όπως το εν λόγω σκάφος μεταβιβασθεί στο όνομα συγκεκριμένου αγοραστή τον οποίο είχαν προτείνει, αλλά απορρίπτει τον ισχυρισμό ότι αρνήθηκε να του μεταβιβάσει και εγγράψει αυτό. Η μεταβίβαση του εν λόγω σκάφους στους Ενάγοντες και/ή στο πιο πάνω αναφερόμενο αγοραστή δεν πραγματοποιήθηκε κατόπιν της διαπίστωσης ότι οι Ενάγοντες αρνούνταν και/ή δεν ήταν έτοιμοι και/ή πρόθυμοι να εκπληρώσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις έναντι του Εναγόμενου, ταυτόχρονα ή έστω κατόπιν της μεταβίβασης σ' αυτούς και/ή στον ανωτέρω αναφερόμενο αγοραστή του εν λόγω σκάφους, αφού ισχυρίζονταν ότι ο Εναγόμενος τους όφειλε, πέραν από το σκάφος, το ποσό των €8.052,59 το οποίο απαιτούσαν να τους καταβληθεί ως προϋπόθεση για την εκπλήρωση των δικών τους συμβατικών υποχρεώσεων. Αρνείται επίσης ότι οι Ενάγοντες παρέδωσαν και/ή μεταβίβασαν και/ή ενέγραψαν στο όνομα του το σκάφος. Με βάση δε τα πιο πάνω γεγονότα ο Εναγόμενος ανταπαιτεί από τους Ενάγοντες τα ακόλουθα: Α. €5.449,23 ως αποζημιώσεις για έξοδα και/ή δαπάνες (έξοδα κυβερνήτη, μαρίνας και καυσίμων) τις οποίες επιβαρύνθηκε λόγω της άρνησης των Εναγόντων να εκπληρώσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις. Β. €9.267 ως η αξία του επιπλέον εξοπλισμού, ο οποίος δεν συμπεριλήφθηκε και/ή δεν ενσωματώθηκε στο σκάφος. Γ. Διάταγμα με το οποίο να διατάσσονται οι Ενάγοντες να παραδώσουν στον Εναγόμενο άμεσα ή εντός προθεσμίας που θα καθορισθεί, το πρωτότυπο του Πιστοποιητικού Κατασκευαστή (Builder's Certificate) το οποίο έχουν στην κατοχή τους και/ή το οποίο έχουν εξασφαλίσει, το οποίο είναι απαραίτητο για την μόνιμη εγγραφή του σκάφους στο Νηολόγιο Κυπριακών Πλοίων. Δ. Νόμιμους τόκους. Ε. Έξοδα. Στην απάντηση τους στην υπεράσπιση και στην υπεράσπιση στην ανταπαίτηση οι Ενάγοντες αρχικά αρνούνται όλους και κάθε ένα από τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου που είναι αντίθετοι με τους αναφερόμενους στην έκθεση απαίτησης. Δέχονται ότι στις 19.2.08 ο Εναγόμενος υπέγραψε με τους Ενάγοντες γραπτή συμφωνία πώλησης του σκάφους αλλά αρνούνται τους λοιπούς ισχυρισμούς του Εναγόμενου για το θέμα αυτό. Αναφορικά με τον κατάλογο που επισυνάφθηκε στην εν λόγω συμφωνία ισχυρίζονται ότι ο κατάλογος λήφθηκε από την επίσημη ιστοσελίδα των κατασκευαστών του σκάφους από τον ίδιο τον Εναγόμενο, αρνούνται όμως ότι αυτός αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της συμφωνίας και ισχυρίζονται ότι για τα αντικείμενα του καταλόγου εκδόθηκαν 4 τιμολόγια από τους Ενάγοντες τα οποία ο Εναγόμενος υπέγραψε και/ή αποδέχθηκε και η διαφορά που υπάρχει στα τιμολόγια από τον κατάλογο εντοπίζεται ως ακολούθως: (α) Ο Εναγόμενος αντί να παραγγειλει μια θήκη για τις προστατευτικές φούσκες (Bow fender holder) παρήγγειλε δύο και έτσι χρεώθηκε στα τιμολόγια το επί πλέον ποσό των €341 κάτι για το οποίο συμφώνησε και αποδέχθηκε, (β) Αναφορικά με το σύστημα κλιματισμού, κατόπιν εισήγησης και του εργοστασίου, ο Εναγόμενος αποδέχθηκε όπως τοποθετηθεί το σύστημα κληματισμού ισχύος 7000 ΒTU αξιας €5.922 αντί 16000 ΒTU αξίας €8.847 και έτσι στα τιμολόγια χρεώθηκε με το ποσό των €5.922, (γ) Όλα τα υπόλοιπα αντικείμενα τοποθετήθηκαν επι του σκάφους και χρεώθηκαν στα τέσσερα τιμολόγια με τα ίδια ποσά. Οι Ενάγοντες παραδέχονται ότι το συμφωνηθεν ποσό για την πώληοη του σκάφους ήταν €205.781 πλέον ΦΠΑ, τιμή παράδοσης στο εργοστάσιο στην Ιταλία, αλλά ισχυρίζονται ότι στο ποσό αυτό δεν συμπεριλαμβανόταν το κόστος μεταφοράς του σκάφους από την Ιταλία στην Κύπρο, ούτε τα εκτελωνιστικά έξοδα και τα έξοδα έκδοσης πιστοποιητικού κατασκευής του σκάφους. Περαιτέρω οι Ενάγοντες αρνούνται ότι το συμφωνηθέν ποσό της προκαταβολής ήταν €25.433, πλέον ΦΠΑ και ισχυρίζονται ότι ήταν €20.000, το οποίο πληρώθηκε από τον Εναγόμενο στις 20.2.08 ενώ το ποσό των €25.433 αποτελεί το ποσό της έκπτωσης ως αναφέρεται και στη γραπτή συμφωνία. Ο Εναγόμενος πλήρωσε τους Ενάγοντες το συνολικό ποσό των €218.729 ως ακολούθως: (α) στις 20.2.08 το ποσό των €20.000, (β) στις 7.5.08 το ποσό των €160.729, (γ) στις 16.5.08 το ποσό των €13.000, (δ) στις 30.5.08 το ποσό των €25.600 και (ε) στις 27.6.08 το ποσό των €25.
- Το δε τιμολόγιο 0017 ημερ. 30.5.08 για το ποσό των €25.600 αφορά την συμφωνηθείσα αξία του σκάφους ΒΑYLINER το οποίο ο Εναγόμενος κατά παράβαση της συμφωνίας του με τους Ενάγοντες (ως θα αναφερθεί στη συνέχεια) ουδέποτε μεταβίβασε και συνεπώς το ποσό αυτό θα πρέπει να αφαιρεθεί από τις πληρωμές του Εναγομένου και άρα το υπό αυτού συνολικώς πληρωθέν ποσό ήταν €218.
- Περαιτέρω οι Ενάγοντες παραδέχονται ότι η παράδοση του σκάφους από αυτούς στον Ενάγοντα συμφωνήθηκε να γίνει τον Μάιο του 2008, επαναλαμβάνουν δε ότι έγινε συμφωνία αναφορικά με τα μεταφορικά και/ή εκτελωνιστικά έξοδα του σκάφους. Παραδέχονται ότι υπήρχε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων να αφαιρεθεί από το συμφωνηθέν ποσό πώλησης του σκάφους το ποσό των €25.600, που ήταν η συμφωνηθείσα αξια ενός σκάφους τύπου ΒΑYLINER, κάτι που αναφέρθηκε και στην γραπτή συμφωνία. Μάλιστα οι Ενάγοντες παρέλαβαν από τον Εναγόμενο το σκάφος ΒΑYLINER το οποίο και πώλησαν στον Ευριπίδου Νίκο Χρυσάνθου στο συμφωνηθέν ποσό των €23.000 για το οποίο το εν λόγω πρόσωπο έκδωσε και επιταγή. Όμως επειδή ο Εναγόμενος κατά παράβαση των όσων είχαν συμφωνηθεί αρνείτο να μεταβιβάσει και εγγράψει το εν λόγω σκάφος επ' ονόματι του Ευριπίδου αυτός σταμάτησε την πληρωμή της επιταγής με αποτέλεσμα οι Ενάγοντες να μην εισπράξουν το ποσό αυτής. Ο Εναγόμενος παρέλαβε κατοχή του ΒΑYLINER σκάφους το οποίο κατέχει μέχρι σήμερα. Περαιτέρω οι Ενάγοντες αρνούνται ότι έγινε οποιαδήποτε προφορική συμφωνία με την οποία συμφωνήθηκε ως τόπος παράδοσης του σκάφους η μαρίνα του Πόρτο Καρράς στην Χαλκιδική. Ισχυρίζονται δε σε σχέση με αυτό ότι έδωσαν στον Εναγόμενο μία προσφορά προκειμένου να μεταφερθεί το σκάφος στην Αθηνα αλλά ο ίδιος ο Εναγόμενος δεν την αποδέχθηκε και ζήτησε όπως το σκάφος μεταφερθεί στην Κύπρο καθ' ότι έπρεπε να γίνουν κάποιες δουλειές επί αυτού. Περαιτέρω οι Ενάγοντες αρνούνται ότι αποφάσισαν μονομερώς να μεταφέρουν και εισάγουν το σκάφος στην Λεμεσό αντί στην Αθήνα και ότι ανέλαβαν δέσμευση να οδηγήσουν οι ίδιοι ή να πληρώσουν την αμοιβή κυβερνήτη για να οδηγήσουν το σκάφος από την Λεμεσό στην Χαλκιδική καθώς και να πληρώσουν τα έξοδα αγοράς και κατανάλωσης καυσίμων για το εν λόγω ταξίδι. Περαιτέρω οι Ενάγοντες αρνούνται ότι ο Εναγόμενος πλήρωσε πέραν του συμφωνηθέντος τιμήματος πώλησης το ποσό των €7.
- Όσον δε αφορά το πιστοποητικό κατασκευής του σκάφους, οι Ενάγοντες αρνούνται τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου και προσθέτουν ότι τόνισαν σε αυτόν ότι για να του παραδώσουν το εν λόγω πιστοποιητικό θα έπρεπε να τους εξοφλήσει το υπόλοιπο οφειλόµενο ποσό των €33.652,
- Αρνούνται επίσης ότι στις 3.7.08 ο Εναγόµενος έθεσε θέµα επιστροφής του ποσού των €7.680 λόγω καταβολής πέραν του τιµήµατος πώλησης και ισχυρίζονται ότι ο Εναγόμενος εµποδίζεται από του να προβάλλει τέτοιο ισχυρισµό καθ' ότι επανειληµµένα αναγνώρισε την οφειλή του προς τους Ενάγοντες και ειδικότερα µε την υπογραφή τιµολογίου ηµερ. 20.6.
- Περαιτέρω αναφέρουν ότι ουδέποτε ανέλαβαν υποχρέωση να πληρώσουν οι ίδιοι τα έξοδα ελλιµενισµού του σκάφους στην μαρίνα του ξενοδοχειου St. Raphael. Αναφέρουν επίσης ότι ουδέποτε χρέωσαν τον Εναγόµενο µε ποσά πέραν αυτών που φαίνονται στα 4 τιµολόγια, τα οποία έχει υπογράψει ο Εναγόμενος αφού τα έλεγξε και συµφώνησε µε αυτά. Ως εκ των άνω αρνούνται ότι οφείλουν στον Εναγόμενο τα ποσά που ανταπαιτεί και ζητούν την απόρριψη της ανταπαίτησης µε έξοδα υπέρ τους. Μαρτυρία Για την απόδειξη της υπόθεσης των Εναγόντων κατέθεσαν τέσσερεις μάρτυρες ενώ από πλευράς Εναγόμενου κατέθεσε μόνον ο ίδιος. Κατά την ακροαματική διαδικασία κατατέθηκαν συνολικά 32 τεκμήρια ενώ δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα, τα οποία αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα:
- Την 19.2.08 µε γραπτή συµφωνία (τεκμήριο 1) οι Ενάγοντες και ο Εναγόµενος συµφώνησαν ο Εναγόµενος να αγοράσει από τους Ενάγοντες ένα καινούργιο σκάφος αναψυχής µάρκας CRANCHI ZAFFIRΟ 34, το οποίο θα φέρει 2 µηχανές µάρκας VOLVO ΡΕΝΤΑ 2Χ4D4 EVC/DP Η (2Χ260ΗΡ) στην τιµή των €179.856, πλέον €51,359 που ήταν συµφωνηθέν ποσό για έξτρα εξοπλισµό του σκάφους, τον οποίο εξοπλισµό ο Εναγόµενος επέλεξε από τον κατάλογο optional extra που επισυνάφθηκε στη συµφωνία και περαιτέρω συνεφωνήθη να γίνει έκπτωση, η οποία αντιστοιχεί σε €25.433 και το ποσό που παρέµεινε µετά τους πιο πάνω υπολογισµούς ήταν €205.781, πλέον ΦΠΑ.
- Για τους σκοπούς της αγοραπωλησίας του σκάφους οι Ενάγοντες και ο Εναγόµενος υπέγραψαν σχετική γραπτή συµφωνία ηµεροµηνίας 19.2.
- Από την τιµή πώλησης, ποσό €20.578 πλέον 15% ΦΠΑ συµφωνήθηκε να πληρωθεί από τον Εναγόµενο στους Ενάγοντες ως προκαταβολή µε την υπογραφή της συµφωνίας και το υπόλοιπο ποσό των €185,203, πλέον ΦΠΑ, µε την παράδοση κατοχής του σκάφους από τους Ενάγοντες στον Εναγόµενο.
- Η παράδοση του σκάφους από τους Ενάγοντες στον Εναγόµενο συµφωνήθηκε να πραγµατοποιηθεί τον Μάιο του
- Κατά την υπογραφή της συµφωνίας ο Εναγόµενος πλήρωσε στους Ενάγοντες το ποσό των €20.000 ως προκαταβολή, δυνάµει των όρων της εν λόγω συµφωνίας και εκδόθηκε απόδειξη µε αριθµό 0006 (τεκμήριο 2).
- Προς αποπληρωµή του συµφωνηθέντος τιµήµατος πώλησης ο Εναγόµενος πλήρωσε στους Ενάγοντες τα πιο κάτω ποσά κατά τις αντίστοιχες ηµεροµηνίες και προς τούτο εκδόθηκαν από τους Ενάγοντες αποδείξεις ως ακολούθως α. Στις 7.5.08 ο Εναγόµενος πλήρωσε το ποσό των €160.729 και οι Ενάγοντες έκδοσαν απόδειξη υπ' αριθµό 0014 (βλ. τεκμήριο 3). β. Στις 27.6.08 ο Εναγόµενος πλήρωσε το ποσό των €25.000 και οι Ενάγοντες έκδοσαν απόδειξη υπ' αριθµό 0020 (βλ. τεκμήριο 3). Περαιτέρω ο Εναγόµενος κατέβαλε στους Ενάγοντες στις 16.5.08 το ποσό των €13.
- Αναφορικά µε αυτό το ποσό παραµένει επίδικο θέµα για ποιο σκοπό το κατέβαλε.
- Στις 3.7.08 οι δικηγόροι των Εναγόντων επέδωσαν στον Εναγόμενο, μέσω ιδιώτη επιδότη, επιστολή ίδιας ηµεροµηνίας (βλ. τεκμήριο 4).
- Το σκάφος µεταφέρθηκε από τους Ενάγοντες στην Κύπρο περί τα τέλη lουνίου του
- Μετά που έκλεισε την υπόθεση του ο Εναγόμενος και αφού η υπόθεση αναβλήθηκε τρεις φορές, μετά από αίτημα των διαδίκων, για τελικές αγορεύσεις, η πλευρά του Ενάγοντα καταχώρησε στις 6.10.14 αίτηση επανακλήτευσης του Μ.Ε.1 και για προσκόμιση περαιτέρω μαρτυρίας. Η πλευρά του Εναγόμενου καταχώρησε ένσταση στην αίτηση. Μετά από αρκετές αναβολές που ζητήθηκαν από κοινού για να εξετασθεί κατά πόσο θα συμφωνούσαν σε δήλωση περαιτέρω παραδεκτών γεγονότων για το ίδιο θέμα, αντί της επάνακλήτευσης μάρτυρα ή κλήτευσης νέου μάρτυρα, τελικά οι διάδικοι κατέληξαν στα ακόλουθα περαιτέρω παραδεκτά γεγονότα και η αίτηση αποσύρθηκε:
- Την 11.2.14 στα πλαίσια της αγωγής με αριθμό 3125/2008 εκδόθηκε απόφαση εναντίον του Εναγομένου και υπέρ της εταιρείας Tuti Mare Trading Ltd, για το ποσό των €784,28 με τόκο 5,5% ετησίως επ' αυτού από 22.7.08 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα 1.811, με τόκο προς 8% ετησίως επ' αυτού από 22.7.08 μέχρι 14.10.08 και με τόκο προς 5,5% από 15.10.08 μέχρι τελείας εξοφλήσεως, πλέον ΦΠΑ επί ποσού €1.
- Η αγωγή 3125/2008 αφορούσε υπόλοιπο δυνάμει τιμολογίων για παρασχεθέντα υλικά και/ή εξαρτήματα από την εταιρεία Tuti Mare Trading Ltd προς τον Εναγόμενο.
- Στα πλαίσια της αγωγής 3125/2008 εκδόθηκε ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας εναντίον του Εναγόμενου.
- Ο δικαστικός επιδότης κ. Σάββας Κωνσταντίνου κατάσχε το σκάφος Sophia με αρ. εγγραφής LL10842 τύπου Bayliner (στο εξής το «Bayliner») για σκοπούς εκτέλεσης της απόφασης που εκδόθηκε στην αγωγή 3125/
- Το Bayliner βρίσκεται υπό την ασφαλή φύλαξη του Δικαστηρίου και του Ανώτερου Πρωτοκολλητή Λεμεσού στο χώρο στάθμευσης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού.
- Οι δικηγόροι του Εναγόμενου παρέδωσαν δια χειρός στον Ανώτερο Πρωτοκολλητή Λεμεσού επιστολές ημερομηνίας 6.6.14 και 15.7.14 επεξηγώντας του τους κινδύνους που ελλόχευαν σε περίπτωση κατάσχεσης και πώλησης του Bayliner αφού αυτό θεωρείται επίδικο θέμα στην παρούσα αγωγή την κυριότητα και κατοχή του οποίου θα αποφασίσει το Δικαστήριο. Περαιτέρω, στις εν λόγω επιστολές οι δικηγόροι του Εναγόμενου ενημέρωσαν τον Ανώτερο Πρωτοκολλητή Λεμεσού ότι ο τελευταίος δεν θα έφερε οποιαδήποτε ευθύνη σε περίπτωση που ο δικαστικός επιδότης κ. Σάββας Κωνσταντίνου προέβαινε σε ενέργειες προς κατάσχεση και πώληση του Bayliner σε πλειστηριασμό.
- Ο Ανώτερος Πρωτοκολλητής με επιστολή του ημερομηνίας 24.6.14 απάντησε στην επιστολή των δικηγόρων του Εναγόμενου ημερομηνίας 6.6.
- Ως Μ.Ε.1 κατέθεσε ο Άδωνης Μιχαηλίδης, διευθυντής των Εναγόντων, του οποίου η εκδοχή ήταν η ακόλουθη: Οι Ενάγοντες ήταν και συνεχίζουν να είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα την Λεμεσό (βλ. τεκμήριο 6), αντιπρόσωποι εργοστασίου κατασκευής σκαφών Cantiere Nautico Cranchi (βλ. τεκμηρίο 7) και ασχολούνται με πωλήσεις πλοίων, σκαφών και σκαφών αναψυχής. Ο Εναγόμενος ήταν πελάτης των Εναγόντων και στις 19.2.08 οι Ενάγοντες συμφώνησαν γραπτώς με τον Εναγόμενο (βλ. τεκμήριο 1) όπως του πωλήσουν ένα καινούργιο σκάφος μάρκας CRANCHI μοντέλο ZAFFIRO 34 με δυο μηχανές VOLVO ΡΕΝΤΑ 2XD4 EVC/DP-H (2Χ260ΗΡ) (στο εξής το σκάφος) έναντι της τιμής των €231.
- Στην εν λόγω συμφωνία περιγράφεται λεπτομερώς και ο έξτρα εξοπλισμός (accessories), ο οποίος σύμφωνα με τις επιλογές που έκανε ο Εναγόμενος ανήλθε στο ποσό των €51.
- Ο κατάλογος που επισυνάπτεται στην συμφωνία (τεκμήριο 1) λήφθηκε από την επίσημη ιστοσελίδα των κατασκευαστών του σκάφους αλλά δεν αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της συμφωνίας. Για τα αντικείμενα δε του καταλόγου εκδόθηκαν από τους Ενάγοντες 4 τιμολόγια τα οποία ο Εναγόμενος υπέγραψε και αποδέχθηκε. Όσον αφορά τις διαφορές που υπάρχουν μεταξύ καταλόγου και των εν λόγω τιμολογίων είπε ότι (α) αντί ο Εναγόμενος να παραγγείλει μια θήκη για τις προστατευτικές φούσκες (Βοw fender holder) παράγγειλε δυο και έτσι χρεώθηκε το επί πλέον ποσό των €341, (β) αναφορικά με το σύστημα κλιματισμού ο Εναγόμενος παρήγγειλε ένα σύστημα 16,000 BTU αξίας €8.847 αλλά μετά την υπογραφή της συμφωνίας ο μάρτυρας του εξήγησε ότι το σύστημα αυτό είναι συνήθως για τις αραβικές χώρες και ότι υπάρχει αυτό των 7,000 BTU αξίας €5.922 που το εργοστάσιο προτείνει για την Μεσόγειο, κάτι που ο Εναγόμενος αποδέχθηκε και συμφώνησε και έτσι χρεώθηκε μόνο με το ποσό των €5.
- Συμφώνησε δε ο μάρτυρας ότι στο εξοπλισμό του σκάφους δεν συμπεριλήφθηκε κάλυμμα πινάκων οργάνων (dashboard cover) αξίας €179, λέγοντας ότι το εργοστάσιο δεν το είχε διαθέσιμο τη συγκεκριμένη στιγμή καθώς και ότι ο Εναγόμενος παράγγειλε 4 fenders και 4 fender covers και δεν του παραδόθηκαν. Όλα όμως τα υπόλοιπα αντικείμενα τοποθετήθηκαν επί του σκάφους όπως αναφέρονται στον κατάλογο και χρεώθηκαν στα τιμολόγια με τα ίδια ποσά. Ως εξήγησε, ο Εναγόμενος χρεώθηκε ακριβώς και μόνο ότι υπήρχε πάνω στο σκάφος. Η τιμή που αναγράφεται στο τεκμήριο 1 ήταν τιμή παράδοσης του σκάφους στο εργοστάσιο στην Ιταλία, εκτός από το ΦΠΑ. Επιπλέον συμφωνήθηκε όπως ο Εναγόμενος πληρώσει στους Ενάγοντες και τα μεταφορικά του σκάφους, πλέον τα εκτελωνιστικά του, πλέον τα έξοδα έκδοσης πιστοποιητικού κατασκευής. Αφαιρουμένης δε της έκπτωσης που ήταν για το ποσό των €25.433, το παραμένον οφειλόμενο υπόλοιπο ήταν λοιπόν €205.781 πλέον ΦΠΑ, πλέον μεταφορικά, εκτελωνιστικά και έξοδα έκδοσης πιστοποιητικού κατασκευής. Τα τιμολόγια τα οποία έκδωσαν οι Ενάγοντες και υπέγραψε ο Εναγόμενος του παραδόθηκαν αμέσως μετά την υπογραφή τους και του εξηγήθηκε ακριβώς τι αναφερόταν στο κάθε τιμολόγιο. Κατά την υπογραφή της συμφωνίας ο Εναγόμενος πλήρωσε ως προκαταβολή το ποσό των €20.000 και οι Ενάγοντες του έδωσαν απόδειξη ημερ. 20.2.08 (τεκμήριο 2). Ο Εναγόμενος ανέλαβε υποχρέωση όπως κατά την παράδοση του σκάφους στο εργοστάσιο πληρώσει το υπόλοιπο ποσό των €185.203, πλέον ΦΠΑ, πλέον μεταφορικά, εκτελωνιστικά και έξοδα έκδοσης πιστοποιητικού κατασκευής. Οι Ενάγοντες έκδωσαν αναλυτικό τιμολόγιο υπ' αρ. 3, ημερ. 17.6.08, το οποίο υπέγραψε ο Εναγόμενος, για το ποσό των €236.202,52 (τεκμήριο 11) και στο οποίο αναφερόταν λεπτομερώς η περιγραφή του σκάφους, η ποσότητα, η τιμή, η έκπτωση τόσο του σκάφους όσο και του εξοπλισμού (accessories). Το τιμολόγιο ανερχόταν στο εν λόγω ποσό αφού προστέθηκε και το ΦΠΑ που ήταν €30.809,
- Αναφορικά με τη διαφορά που υπάρχει, διευκρίνισε ότι αυτή προέκυψε από το ότι η έκπτωση που έγινε στον Εναγόμενο ήταν 11% ενώ πάνω στο τιμολόγιο ημερ. 17.6.08 η έκπτωση ήταν 10%. Δήλωσε δε σχετικά ότι οι Ενάγοντες δέχονται και συμφωνούν να αφαιρέσουν το ποσό αυτό και έτσι το οφειλόμενο ποσό που αξιούν είναι €233.578,
- Τα μεταφορικά έξοδα του σκάφους ανήλθαν στο ποσό των €14.950, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ (ο Εναγόμενος υπέγραψε προς τούτο το τιμολόγιο υπ' αρ. 4 για το ποσό των €14.950, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. (τεκμήριο 9) και τα εκτελωνισnκά έξοδα πλέον τα έξοδα εκδόσεως πιστοποιητικού κατασκευής ανήλθαν στο ποσό των €1.229,01 (ο Εναγόμενος υπέγραψε προς τούτο τιμολόγιο υπ' αρ. 5 για το ποσό των €1.229 περιλαμβανομένου του ΦΠΑ (τεκμήριο 10). Όσον αφορά το σκάφος ΒΑYLINER (στο εξής το ΒΑYLINER), ο ίδιος ο Εναγόμενος εισηγήθηκε προς τους Ενάγοντες όπως έναντι του οφειλομένου ποσού τους παραδώσει, μεταβιβάσει και εγγράψει ένα σκάφος τύπου ΒΑYLINER, το οποίο ήταν ιδιοκτησίας του, στην συμφωνηθείσα τιμή των €25.600 και το ποσό αυτό θα αφαιρείτο από το οφειλόμενο. Οι Ενάγοντες απεδέχθησαν την εισήγηση αυτή. Οι Ενάγοντες παρέδωσαν στον Εναγόμενο το πρωτότυπο πωλητήριο έγγραφο (Bill of sale), με βάση το οποίο ο τελευταίος μεταβίβασε την 1.7.08 και ενέγραψε επ' ονόματι του το σκάφος, αφου προέβηκε στις διαδικασίες στο Τμήμα Εμπορικής Ναυτιλίας. Αμέσως μετά οι Ενάγοντες του ζήτησαν να τους υπογράψει το πωλητήριο έγγραφο (Βill of sale) για το ΒΑYLINER για να το μεταβιβάσουν επ' ονόματι του αγοραστού, τον οποίον βρήκαν και ήταν κοινός φίλος των διαδίκων. Όμως ο Εναγόμενος αρνήθηκε να πράξει αυτό και οι Ενάγοντες του τόνισαν ότι θα έπρεπε να τους καταβάλει την συμφωνηθείσα αξία του σκάφους εκ €25.600, επί πλέον του πιο πάνω οφειλομένου ποσού των €8.052,
- Οι Ενάγοντες δεν είχαν ανάμειξη στην παράδοση του ΒΑYLINER προς τον αγοραστή Ευριπίδου Νίκο Χρυσάνθου. Το εν λόγω σκάφος παρέδωσε στον Ευρυπίδου ο ίδιος ο Εναγόμενος. Ο δε Ευρυπίδου παρέδωσε στους Ενάγοντες μεταχρονολογημένη επιταγή (νομίζει ότι αυτή εκδόθηκε 3 εβδομάδες πριν την ημερομηνία που αναγράφει) υπ' αρ. 08520635, ημερ. 22.7.08, για το ποσό των €23.000 (τεκμήριο 14). Ο Εναγόμενος αρνήθηκε να μεταβιβάσει και εγγράψει το ΒΑYLINER επ' ονόματι του Ευριπίδου, από τον οποίο μάλιστα ζήτησε επίμονα όπως μεταφέρει το σκάφος και του το παραδώσει σε περιφραγμένο χώρο δίπλα από την κατοικία του, πράγμα που ο Ευριπίδου έπραξε. Από τότε το σκάφος βρίσκεται στην κατοχή του Εναγομένου σε περιφραγμένο κλειστό χώρο δίπλα από την κατοικία του και ουδέποτε περιήλθε στην κατοχή των Εναγόντων ή οποιουδήποτε τρίτου. Μετά την πιο πάνω εξέλιξη ο Ευριπίδου ζήτησε από τους Ενάγοντες όπως μη εξαργυρώσουν την επιταγή όπως και έπραξαν. Σε σχέση με το ΒΑYLINER οι Ενάγοντες στις 30.5.08 έκδωσαν και απόδειξη αρ. 0017 για το ποσό των €25.600 (τεκμήριο 13). Ακύρωσαν όμως την εν λόγω απόδειξη καθότι ο Εναγόμενος ουδέποτε τους παράδωσε και μεταβίβασε το εν λόγω σκάφος. Όσον δε αφορά το θέμα των μεταφορικών οι Ενάγοντες αρχικά έκδωσαν μια απόδειξη αρ. 15 ημερ. 16.5.08, στην οποία αναφερόταν ότι το ποσό των μεταφορικών του σκάφους ήταν €13.000, όπως είχε συμφωνηθεί με τον Εναγόμενο προτού μεταφερθεί στην Κύπρο, και στην συνέχεια μετά που έφθασε το σκάφος στην Κύπρο έκδωσαν τιμολόγιο αρ. 4 ημερομηνία 20.6.08 (τεκμήριο 9) στο οποίο αναφέρεται ότι το κόστος μεταφοράς του σκάφους από την Ιταλία στην Κύπρο ήταν €13.000, πλέον ΦΠΑ, €1.950, δηλ. σύνολο €14.
- Το σκάφος έφτασε στην Κύπρο τον Ιούνιο του 2008 εκτελωνίσθηκε και μεταφέρθηκε στην μαρίνα του St Raphael. Ελέγχθηκε από τον Εναγόμενο στον οποίο παραδόθηκε την 1.7.
- Ο δε Εναγόμενος αφού έλεγξε το σκάφος υπέγραψε τα σχετικά τιμολόγια συμπεριλαμβανομένων των τιμολογίων για τα μεταφορικά και εκτελωνιστικά. Ο Εναγόμενος πλήρωσε στους Ενάγοντες το συνολικό ποσό των €218.729 ως ακολούθως: (α) στις 20.2.08 το ποσό των €20.000 με την απόδειξη αρ. 0006, (β) στις 7.5.08 το ποσό των €160.729 με την απόδειξη αρ. 0014, (γ) στις 16.5.08 το ποσό των €13.000 με την απόδειξη αρ. 0015, (δ) στις 30.5.08 το ποσό των €25.600 με την απόδειξη αρ. 0017 (αυτή αφορά το σκάφος BAYLINER, το οποίο ο Εναγόμενος δεν παρέδωσε ούτε μεταβίβασε ως είχε συμφωνήσει και για αυτό η απόδειξη ακυρώθηκε) και (ε) στις 27.6.08 το ποσό των €25.000 με την απόδειξη αρ.
- Έτσι μετά τις πληρωμές που έκανε ο Εναγόμενος παρέμεινε υπόλοιπο οφειλόμενο το ποσό των €33.652,59, το οποίο έπρεπε να καταβάλει κατά την παράδοση του σκάφους πλην όμως παρέλειψε να πράξει τούτο. Από το ποσό αυτό θα πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό της διαφοράς της έκπτωσης του 10% με 11%, το οποιο ανέρχεται στις €2.282,65, και έτσι το ποσό που τελικά οι Ενάγοντες αξιώνουν με την παρούσα είναι €31.369,
- Λόγω της παράλειψης του οι Ενάγοντες επέδωσαν στον Εναγόμενο επιστολή ημερ. 3.7.08 (τεκμήριο 4) την οποία παρέλαβε την ίδια ημέρα και με την οποία τον καλούσαν όπως εντός 4 ημερών από της επιδόσεως, πληρώσει το πιο πάνω υπόλοιπο πλην όμως αυτός αρνήθηκε και μέχρι σήμερα αρνείται να το πράξει με αποτέλεσμα να παραμένει το εν λόγω ποσό οφειλόμενο στους Ενάγοντες. Αντί δε ο Εναγόμενος να πληρώσει την οφειλή του την 4 ή 5.7.08 μετέβηκε με το σκάφος του στην Ελλάδα για διακοπές και το σκάφος μέχρι σήμερα βρίσκεται στην Ελλάδα. Δεν έγινε δε καμία προφορική συμφωνία με την οποία συμφωνήθηκε ως τόπος παράδοσης του σκάφους η μαρίνα του Πόρτο Καρράς στην Χαλκιδική αφού προηγουμένως μεταφερόταν επί πλοίου στην Αθήνα. Με βάση τη συμφωνία το σκάφος θα έπρεπε να μεταφερθεί στην Κύπρο καθότι έπρεπε να γίνουν κάποιες δουλειές όπως η τοποθέτηση των τεντών, των καθισμάτων, των προπελών των μηχανών, να περαστεί η εγγύηση των μηχανών από τους Ενάγοντες κατόπιν ελέγχου των μηχανών, εργασία την οποία έκαναν οι Ενάγοντες στους αντιπροσώπους μηχανικούς της VOLVO και διάφορων άλλων εξαρτημάτων καθώς επίσης και να γίνει μπογιάτισμα με ειδική μπογιά στα βρεχάμενα μέρη του σκάφους. Εκείνο που έγινε ήταν ότι ο Εναγόμενος ζήτησε να του κάνουν οι Ενάγοντες μια προσφορά για να πληρώσει το κόστος μεταφοράς από την Ιταλία στην Αθήνα ενώ ο Μ.Ε.1 του εξήγησε ότι δεν επέτρεπε το εργοστάσιο κάτι τέτοιο διότι υπήρχε άλλος αντιπρόσωπος στην Αθήνα και τελικά συμφώνησε το σκάφος να μεταφερθεί στην Κύπρο. Περαιτέρω οι Ενάγοντες ουδέποτε ανέλαβαν δέσμευση να οδηγήσουν οι ίδιοι ή να πληρώσουν την αμοιβή κυβερνήτη για να οδηγήσει το σκάφος από την Λεμεσό στην Χαλκιδική, ούτε τα έξοδα αγοράς και κατανάλωσης καυσίμων. Σχετικά με τα τέλη ελλιμενισμού στην μαρίνα του St. Raphael επίσης ουδέποτε οι Ενάγοντες ανέλαβαν υποχρέωση να τα πληρώσουν αυτοί. Ως Μ.Ε.2 κατέθεσε η Αθηνά Χρυσοστόμου, Λειτουργός Ναυτιλίας στο Τμήμα Εμπορικής Ναυτιλίας, η οποία ανέφερε τα ακόλουθα: Έχει στην κατοχή της τους φακέλους των σκαφών στο Τμήμα. Είχε δε μαζί της στο Δικαστήριο τους φακέλους των σκαφών ΣΟΦΙΑ και ΣΟΦΙΑ ΙΙ. Εξήγησε ότι στο Τμήμα Εμπορικής Ναυτιλίας έχουν το Νηολόγιο Κυπριακών πλοίων που είναι για τα πιο μεγάλα σκάφη ή αυτά που εκτελούν διεθνείς πλόες και των μικρών σκαφών όπου εγγράφονται τα πιο μικρά σκάφη. Το σκάφος ΣΟΦΙΑ ΙΙ είναι εγγεγραμμένο στο Νηολόγιο Κυπριακών πλοίων. Αναφορικά με την εγγραφή είπε ότι υπάρχει μια διαδικασία στο Νηολόγιο, με την οποία μπορεί να εγγραφεί ένα σκάφος προσωρινά και να ακολουθήσει μετά η μόνιμη νηολόγηση. Έτσι το υπό αναφορά σκάφος για πρώτη φορά εγγράφηκε την 1.7.08 και εκδόθηκε προσωρινό πιστοποιητικό νηολόγησης, το οποίο είχε ημερομηνία λήξης την 31.12.08 (κατατέθηκε ως τεκμήριο 18). Εξήγησε δε ότι επρόκειτο για πρώτη εγγραφή και όχι για μεταβίβαση και ως φαίνεται από το τεκμήριο 18 ο ιδιοκτήτης ήταν ο Εναγόμενος. Εξήγησε περαιτέρω ότι ο Νηολόγος Κυπριακών πλοίων λαμβάνει υπόψη διάφορα απαιτούμενα έγγραφα για να προχωρήσει στην εγγραφή, μεταξύ των οποίων ήταν και το πωλητήριο έγγραφο. Κατέθεσε ως τεκμήριο 19 το πωλητήριο έγγραφο για την εν λόγω περίπτωση. Το τεκμήριο αυτό αναφέρει ως πωλητή τους Ενάγοντες και ως αγοραστή τον Εναγόμενο. Φέρει ημερομηνία 18.6.08, αλλά η πιστοποίηση, δηλαδή η υπογραφή εκ μέρους του πωλητή δηλ. η υπογραφή του Μ.Ε.1 ενώπιον του Νηολόγου έγινε στις 20.6.
- Για την προσωρινή νηολόγηση το Τμήμα χρησιμοποίησε και άλλα έγγραφα. Κατά τη σχετική διαδικασία ο Εναγόμενος παρουσίασε στις 26.6.08 αντίγραφο του πιστοποιητικού κατασκευαστή (τεκμήριο 20). Από τη στιγμή που εκδόθηκε προσωρινό πιστοποιητικό νηολόγησης ο Εναγόμενος, για το Τμήμα, θεωρείται εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του σκάφους. Η προσωρινή νηολόγηση έληξε αφού δεν είχαν προσκομιστεί όλα τα απαιτούμενα έγγραφα για τη μόνιμη νηολόγηση, εντός της περιόδου των 6 μηνών που ήταν η διάρκεια της νηολόγησης πάνω στο πιστοποιητικό. Στις 2.2.11 το Τμήμα απέστειλε επιστολή στον Εναγόμενο (τεκμήριο 21) με την οποία ενημέρωναν ότι έληξε η προσωρινή νηολόγηση στις 31.12.08 και ότι από εκείνη την ημερομηνία το σκάφος έπαυσε να φέρει την Κυπριακή σημαία και ζήτησαν όπως τους ενημερώσουν για τις προθέσεις του δηλ. κατά πόσο θα προχωρήσει με τη μόνιμη εγγραφή του σκάφους. Αρχικά ο Εναγόμενος τους έστειλε μια επιστολή ημερ. 4.4.11 (τεκμήριο 22) με την οποία τους ενημέρωνε ότι στο εξής θα χειρίζοταν την υπόθεση συγκεκριμένο δικηγορικό γραφείο και αργότερα με επιστολή το εν λόγω γραφείου ημερ. 6.4.11 (τεκμήριο 23) εξήγησε ότι η προσωρινή εγγραφή έληξε λόγω της αδυναμίας του πελάτη του να προωθήσει τη διαδικασία για τη μόνιμη εγγραφή, επειδή ο αντιπρόσωπος της συγκεκριμένης μάρκας σκαφών αρνείται να παραδώσει το πρωτότυπο πιστοποιητικό κατασκευαστή. Με την ίδια επιστολή αιτήθηκε όπως προχωρήσει η μόνιμη νηολόγηση, χωρίς να κατατεθεί το απαιτούμενο πρωτότυπο πιστοποιητικό κατασκευαστή, καταθέτοντας γραπτή ανάληψη υποχρέωσης για κατάθεση του μετά την τελεσίδικη απόφαση κάποιας υπόθεσης. Το Τμήμα εφόσον ικανοποιήθηκε ότι τα έγγραφα ήταν εντάξει, προχώρησε στη μόνιμη νηολόγηση του σκάφους στις 23.5.11 στο όνομα του Εναγόμενου. Εξήγησε δε ότι το πρωτότυπο πιστοποιητικό κατασκευαστή είναι απαιτούμενο για τη μόμιμη νηλόγηση στο Νηολόγιο Κυπριακών Πλοίων και ότι στην προκειμένη μετά τις εξηγήσεις που δόθηκαν από το δικηγόρο στην επιστολή του, ικανοποιήθηκε ο Νηολόγος και δέχτηκε στο τέλος να κατατεθεί μόνο το αντίγραφο και προχώρησε στη μόνιμη νηολόγηση. Σε ερώτηση ουσιαστικά εάν από τη λήξη της προσωρινής νηολόγησης μέχρι την εγγραφή της μόνιμης νηολόγησης ο Εναγόμενος θεωρείτο από το Τμήμα ως εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του σκάφους απάντησε ότι από την λήξη του προσωρινού πιστοποιητικού το σκάφος ΣΟΦΙΑ ΙΙ έπαυσε πλέον να θεωρείται Κυπριακό πλοίο και ως εκ τούτου για το Τμήμα δεν υπήρχε πλέον ούτε το σκάφος, ούτε ο ιδιοκτήτης. Ανέφερε επίσης ότι αναμένεται από τον Εναγόμενο όταν ολοκληρωθεί η διαδικασία να καταθέσει στο Τμήμα το πρωτότυπο πιστοποιητικό κατασκευαστή. Μετά τις 23.5.11 χρησιμοποιήθηκαν έγγραφα για περαιτέρω μεταβίβαση του εν λόγω σκάφους. Το σκάφος ΣΟΦΙΑ είναι μικρό σκάφος τύπου BAYLINER, νηολογημένο στο μητρώο μικρών σκαφών με αριθμό εγγραφής LL
- Γράφτηκε για πρώτη φορά στο εν λόγω μητρώο στις 28.7.
- Κατά την εγγραφή του ενεγράφη στο όνομα του Εναγόμενου και του Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ, επειδή επρόκειτο για ενοικιαγορά. Αργότερα εξοφλήθηκε το οφειλόμενο ποσό και έτσι το σκάφος από τις 3.10.06 έχει ως εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη μόνο τον Εναγόμενο. Εάν γινόταν οποιαδήποτε διαδικασία για να εγγραφεί το εν λόγω σκάφος επ' ονόματι οποιουδήποτε τρίτου προσώπου ο φάκελος του Τμήματος θα ήταν ενημερωμένος. Θα έπρεπε να γίνει μεταβίβαση για να είναι ορθή. Δεν υπάρχει στο φάκελο αίτημα για μεταβίβαση του σκάφους από οποιονδήποτε, από την εγγραφή του σκάφους μέχρι σήμερα. Εξήγησε ότι είναι άλλο πράγμα η εγγραφή και άλλο η μεταβίβαση. Πρώτα γίνεται η εγγραφή ενός σκάφους και μετά, εάν πουληθεί, γίνεται μεταβίβαση σε άλλο πρόσωπο. Στην περίπτωση μεταβίβασης το Τμήμα ζητά κάποια έγγραφα όπως είναι η αίτηση από τον νέο ιδιοκτήτη και πωλητήριο έγγραφο, όπου πρέπει να είναι πιστοποιημένη η υπογραφή του πωλητή και κάποια άλλα έγγραφα. Ρωτήθηκε ουσιαστικά κατά πόσο στην περίπτωση που κάποιος κάνει συμφωνία αγοράς μικρού σκάφους που δεν είναι γραπτή και ο πωλητής αρνείται να του το παραδώσει, εάν αποδείξει στο Τμήμα ότι έκανε τέτοια συμφωνία, το Τμήμα μπορεί να εγκρίνει αίτηση για μεταβίβαση του σκάφους στο όνομα του εν λόγω προσώπου, στην απουσία πωλητήριου εγγράφου. Απάντησε ότι για να γίνει μια μεταβίβαση είναι προαπαιτούμενο έγγραφο το πωλητήριο έγγραφο και ουσιαστικά ότι ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε περίπτωσης είναι θέμα του Διευθυντή να αποφασίσει αν μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο αλλά δεν μπορεί να ξέρει τι θα αποφάσιζε ο εκάστοτε Διευθυντής. Για την προκειμένη όμως δεν υπάρχει κάτι σχετικό στο φάκελο. Ως Μ.Ε.3 κατέθεσε ο Νίκος Ευρυπίδου, ο οποίος ανέφερε τα ακόλουθα: Γνωρίζει τόσο τους Ενάγοντες όσο και τον Εναγόμενο εφόσον ο ίδιος ως ασφαλιστικός αντιπρόσωπος συνεργαζόταν και με τους δύο. Μέσα στο 2008 αγόρασε ένα σκάφος τύπου BAYLINER. Ενδιαφέρθηκε να αγοράσει το σκάφος αυτό όταν έμαθε ότι ο Εναγόμενος θα αγόραζε από τους Ενάγοντες καινούριο σκάφος και αυτός κλήθηκε να δώσει προσφορά για την ασφάλεια του σκάφους. Δεν θυμάται όμως πότε έγινε αυτό. Το σκάφος ήλθε στην κατοχή του το καλοκαίρι του 2008 αλλά δεν θυμάται ακριβώς πότε. Για να παραλάβει το σκάφος μίλησε με τον Εναγόμενο τηλεφωνικά και την στιγμή της παραλαβής στο σπίτι βρισκόταν η σύζυγος του Εναγόμενου για να τους δείξει τον τρόπο να μπουν μέσα. Πριν την παραλαβή μίλησε και με τον Μ.Ε.
- Δηλ. συνεννοήθηκε και με τους δύο. Παρέλαβε το σκάφος ο ίδιος από την κατοικία του Εναγόμενου. Κατά την παραλαβή δεν ήταν παρών ούτε ο Μ.Ε.
- Μετά την παραλαβή μετέφερε το σκάφος στη μαρίνα του St Raphael στη Λεμεσό. Αν θυμάται καλά δεν πρέπει να είχε κατοχή του σκάφους πάνω από ένα μήνα. Όταν συμφώνησαν με τον πωλητή, που για τον μάρτυρα ήταν ο Μ.Ε.1, ο μάρτυρας πήρε το σκάφος στην μαρίνα και περίμενε να του γίνει η μεταβίβαση στο όνομα του. Όταν δεν γινόταν η μεταβίβαση επικοινώνησε και με τον Εναγόμενο για να του μεταβιβάσει το σκάφος. Εκείνος του είπε ότι ο λόγος που δεν μεταβίβαζε το σκάφος ήταν γιατί υπήρχαν κάποιες προσωπικές διαφορές, περίμενε ένα χαρτί από τον Μ.Ε.1 για το καινούργιο σκάφος που αγόρασε για να γίνουν ταυτοχρόνως οι πράξεις. Δεν έγινε καμία μεταβίβαση και έτσι ο μάρτυρας αναγκάστηκε να πάρει ο ίδιος το σκάφος πίσω εκεί από όπου το παρέλαβε, σε συνεννόηση με τον Μ.Ε.1 ότι θα το παρέδιδε για τον πιο πάνω λόγο. Δεν του ζήτησε κανένας να επιστρέψει το σκάφος στην κατοικία του Εναγόμενου αλλά όταν δεν μεταβιβαζόταν το σκάφος στο όνομα του ενημέρωσε και τις δύο πλευρές ότι θα το επιστρέψει. Όταν επέστρεψε το σκάφος δεν ήταν κανένας παρών, ούτε από τους Ενάγοντες ούτε ο Εναγόμενος. Τοποθέτησε το σκάφος στο ίδιο ακριβώς σημείο από όπου το παρέλαβε. Επρόκειτο για ένα ιδιωτικό χώρο, πάρκινγκ δίπλα από την κατοικία του ιδιοκτήτη. Ο χώρος ήταν περιφραγμένος όμως δεν είχε κλειδί πάνω. Ήταν συρόμενο κάγκελο που άνοιγε. Όταν επέστρεψε το σκάφος νομίζει ότι μίλησαν τηλεφωνικώς με τον Εναγόμενο, ο οποίος τότε ήταν στο εξωτερικό. Μετά που παρέδωσε το σκάφος δεν έκανε άλλη ενέργεια. Γνώριζε ποιος ήταν ο ιδιοκτήτης του σκάφους αλλά την πράξη ο ίδιος την έκαμε με τον Μ.Ε.
- Αναγνώρισε το τεκμήριο 14 ως την επιταγή που έκδωσε στον Μ.Ε.1 ως αντίτιμο της αξίας του σκάφους, η οποία ήταν μεταχρονολογημένη (δεν θυμάται όμως το λόγο γι' αυτό). Δεν θυμάται ακριβώς πότε έκδωσε την επιταγή. Ο ίδιος έδωσε εντολή στην τράπεζα να μην πληρωθεί η εν λόγω επιταγή αφού πρώτα ενημέρωσε τον Μ.Ε.
- Ο μάρτυρας δεν ήταν παρών κατά την υπογραφή συμφωνίας μεταξύ Εναγόντων και Εναγόμενου για το καινούριο σκάφος. Έτυχε σε άλλη περίπτωση να συναντηθεί και με τους δύο στο γραφείο του Μ.Ε.
- Έτυχε να είναι εκεί δεν κλήθηκε. Ο σκοπός εκείνης της συνάντησης ήταν «κάποιες συμφωνίες, για παράδοση του σκάφους». Δεν θυμάται πολλά πράγματα απ' όσα λέχθηκαν τότε στην εν λόγω συνάντηση. Το μόνο που θυμάται ήταν ότι η παράδοση του σκάφους θα γινόταν στη Θεσσαλονίκη, Ελλάδα, δεν θυμάται ακριβώς και θα ήταν και ο ίδιος μέλος του πληρώματος. Σε ερώτηση αν η συνάντηση αυτή ήταν μετά που συμφώνησαν οι Ενάγοντες με τον Εναγόμενο είπε ότι ο ίδιος προσωπικά έμαθε εκ των υστέρων ότι δόθηκε παραγγελία στον Μ.Ε.1 από τον Εναγόμενο για το συγκεκριμένο σκάφος. Στην επανεξέταση του όταν του ζητήθηκε να διευκρινίσει κατά πόσο ήταν παρών σε οποιαδήποτε συμφωνία των διαδίκων που είχε σχέση με την παράδοση του σκάφους είπε ότι στη συγκεκριμένη συνάντηση που είχαν μεταξύ τους «για συμπληρωματικές, φαντάζομαι, διευθετήσεις αναφέρθηκε και το θέμα της παράδοσης», το οποίο άκουσε και ο ίδιος εφόσον βρισκόταν εκεί και για τον λόγο αυτό ζήτησε επειδή ήταν και οι δύο γνωστοί του να είναι μέλος του πληρώματος. Δεν θυμάται αν στην εν λόγω συνάντηση άκουσε να συμφωνείται και οποιοδήποτε άλλο θέμα. Ως Μ.Ε.4 κατέθεσε ο Χριστάκης Φελλάς, λογιστής-ελεγκτής, το γραφείο του οποίου είναι ελεγκτές των Εναγόντων. Ανέφερε ότι διορίσθηκαν από τους Ενάγοντες τέλη του
- Αναγνώρισε το τεκμήριο 12 δηλ. την κατάσταση λογαριασμού των Εναγόντων από 20.2.08 μέχρι και 1.7.08 (τυπωθείσα την 1.7.08). Όταν του ζητήθηκε να εξηγήσει ως λογιστής το ποσό €8,052.59 στο μέρος του τεκμηρίου όπου λέει «closing balance» είπε ότι σημαίνει ότι ο Εναγόμενος χρωστά στους Ενάγοντες το εν λόγω ποσό, δηλ. η εταιρεία έχει να εισπράξει αυτό το ποσό από τον Εναγόμενο. Τελείωσαν τον έλεγχο των Εναγόντων για τα έτη 2008-2009 και γι' αυτά τα έτη το πιο πάνω ποσό εξακολουθούσε να είναι οφειλόμενο. Δεν γνωρίζει να πει αν είναι οφειλόμενο μέχρι σήμερα αλλά μπορεί να πει τι έγινε το
- Στα πλαίσια της δουλειάς του όταν υπάρχουν οφειλόμενα ποσά συζητούν την κάθε περίπτωση ξεχωριστά. Στη παρούσα είδαν ότι το ποσό ήταν οφειλόμενο και την επόμενη χρονιά και κατά την συζήτηση με τους πελάτες τους του είπαν ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει διαφορά και έδωσαν την υπόθεση σε δικηγόρο προς επίλυση της. Στο ίδιο τεκμήριο υποδείχθηκε ότι υπάρχει ποσό €25.
- Σε ερώτηση αν το συζήτησε αυτό με τον πελάτη απάντησε ότι επειδή το ποσό αυτό φαίνεται σαν προκαταβολή ρώτησε τον πελάτη τι αφορά γιατί και η περιγραφή του είναι διαφορετική από τα άλλα και εκείνος του είπε ότι μέρος της συναλλαγής ήταν να αγοράσει μία μεταχειρισμένη βάρκα αξίας €25.
- Σε ερώτηση αν γνωρίζει κατά πόσο εκδόθηκε απόδειξη για το εν λόγω ποσό απάντησε καταφατικά, προσθέτοντας ότι από την λογιστική αυτή εγγραφή στα βιβλία φαίνεται ότι ο Εναγόμενος έδωσε το εν λόγω ποσό. Σε ερώτηση αν του ανέφεραν οι Ενάγοντες κατά πόσο εισέπραξαν το εν λόγω ποσό είπε ότι του είπαν ότι μέρος της διαφωνίας ήταν αυτή η βάρκα. Σε ερώτηση εάν συμφωνεί ότι από την στιγμή που δεν δόθηκαν χρήματα για το σκοπό αυτό αλλά μία βάρκα, μέσα στα βιβλία των Εναγόντων η βάρκα παρουσιάζεται ως περιουσιακό τους στοιχείο απάντησε «λογικά ναι». Τέλος η εκδοχή του Εναγόμενου ήταν η εξής: Κατά το 2008 είχε συμφωνήσει με τους Ενάγοντες την αγορά ενός καινούριου σκάφους αναψυχής μάρκας CRANCHI ZAFFIRO 34 με δύο μηχανές VOLVO ΡΕΝΤΑ 2XD4 EVC/DP-H (2Χ260ΗΡ) (στον εξής το σκάφος). Είχε προηγηθεί διαπραγμάτευση μεταξύ των Εναγόντων και του γιου του Δημήτρη. Σκοπός αγοράς του σκάφους ήταν να χρησιμοποιηθεί για αναψυχή του Εναγόμενου και της οικογένειας του. Περαιτέρω ο Εναγόμενος σκόπευε εξ αρχής να μεταβιβάσει το σκάφος στον γιο του Δημήτρη όταν αυτός θα επέστρεφε από τις σπουδές του. Προς το σκοπό αυτό στις 19.2.08 στα γραφεία των Εναγόντων στη Λεμεσό, ο Εναγόμενος υπέγραψε με τους Ενάγοντες σχετική γραπτή συμφωνία πώλησης (τεκμήριο 1 - στο εξής η συμφωνία). Παρόντες κατά την υπογραφή της συμφωνίας ήταν ο γιος του Εναγόμενου Δημήτρης, ο διευθυντής των Εναγόντων Άδωνης Μιχαηλίδης (Μ.Ε.1) κι ο Εναγόμενος. Οι Ενάγοντες ενεργούσαν ως έμποροι της συγκεκριμένης μάρκας σκαφών. Η συμφωνία, προνοούσε, μεταξύ άλλων:
(1)την αγορά και παράδοση του σκάφους στον Εναγόμενο,
(2)όπως το σκάφος φέρει ως «έξτρα» (τοποθετηθούν και συμπεριληφθούν) τον εξοπλισμό που αναφέρεται σε κατάλογο, τα στοιχεία του οποίου λήφθηκαν από την επίσημη ιστοσελίδα των κατασκευαστών του σκάφους και ο οποίος επισυνάφθηκε στην συμφωνία και κατέστη αναπόσπαστο μέρος της. Απέναντι δε από το κάθε στοιχείο του πρόσθετου εξοπλισμού αναγραφόταν η τιμή αγοράς,
(3)η παράδοση του σκάφους για το ποσό των €205.781, πλέον ΦΠΑ, από το οποίο ποσό €20.578 πλέον ΦΠΑ. θα καταβαλλόταν στους Ενάγοντες ως προκαταβολή με την υπογραφή της συµφωνίας. Το υπόλοιπο των €185.203 πλέον ΦΠΑ θα καταβαλλόταν με την παράδοση της κατοχής του σκάφους,
(4)η παράδοση του σκάφους θα γινόταν το Μάιο του 2008,
(5)καμία πρόνοια ή συμφωνία δεν έγινε αναφορικά με τα μεταφορικά, εκτελωνιστικά ή τα έξοδα έκδοσης πιστοποιητικού κατασκευής του σκάφους, ούτε ο Εναγόμενος ανέλαβε την πληρωμή τέτοιων εξόδων. Ήταν προφανές ότι τα έξοδα αυτά περιλαμβάνονταν στην τιμή αγοράς του σκάφους,
(6)για την υπογραφή της συμφωνίας ο Εναγόμενος είχε θέσει ως προϋπόθεση την αποδοχή και αγορά από τους Ενάγοντες του σκάφους του τύπου BAYLINER (στο εξής το BAYLINER) στην τιμή των €25.600, ως μέρος του τιμήματος αγοράς του καινούριου σκάφους. Με την υπογραφή της συµφωνίας ο Εναγόμενος πλήρωσε στους Ενάγοντες το ποσό των €20.000 ως προκαταβολή (σχετική απόδειξη το τεκμήριο 2). Κατά την υπογραφή της συμφωνίας είχαν επίσης συμφωνήσει ότι το σκάφος θα παραδιδόταν στη Μαρίνα του Πόρτο Καρράς στη Χαλκιδική, όπου ο Εναγόμενος είχε διευθετήσει και ενοικιάσει χώρο ελλιμενισμού σε ετήσια βάση. Εξ όσων ο Εναγόμενος είχε ενημερωθεί από τον Μ.Ε.1 οι Ενάγοντες θα προέβαιναν σε σχετικές διευθετήσεις ώστε το σκάφος να μεταφερόταν επί άλλου πλοίου στην Αθήνα και μετά θα οδηγείτο από τους Ενάγοντες στον εν λόγω τόπο παράδοσης στη Χαλκιδική. Προς τούτο οι Ενάγοντες είχαν λάβει και προσφορά από συγκεκριμένη μεταφορική εταιρεία (παρέπεμψε σε ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 18.2.08 - τεκμήριο 16). Κατά την εκτέλεση της συμφωνίας και συγκεκριμένα τον Μάιο του 2008, οι Ενάγοντες ζήτησαν από τον Εναγόμενο να τους καταβάλει το μεγαλύτερο μέρος του υπολοίπου του τιμήματος αγοράς του σκάφους, το οποίο θα έπρεπε να πληρώσουν στους κατασκευαστές για να τους το παραδώσουν ώστε να το παραδώσουν στη συνέχεια στον Εναγόμενο. Παρά το ότι είχαν συμφωνήσει το υπόλοιπο να πληρωθεί κατά την παράδοση του σκάφους στον Εναγόμενο, αυτός δέχθηκε και πλήρωσε στους Ενάγοντες στις 7.5.08 και στις 16.5.08 το συνολικό ποσό των €173.729 (κατέθεσε σχετικές αποδείξεις ως τεκμήριο 26). Περί τα τέλη Μαιου, αρχές lουνίου του 2008, οι Ενάγοντες γνωστοποίησαν στον Εναγόμενο ότι για δικούς τους λόγους θα μετέφεραν το σκάφος στη Λεμεσό αντί στην Αθήνα. Όπως διαπίστωσε ο Εναγόμενος εκ των υστέρων, ο λόγος που οι Εναγόμενοι ήθελαν να γίνει αυτό ήταν για να προβούν σε ορισμένες εργασίες και εγκαταστήσουν συγκεκριμένο εξοπλισμό επί του σκάφους για να μπορέσουν να το παραδώσουν στον Εναγόμενο πλήρες. Έχοντας τη διαβεβαίωση του Μ.Ε.1 ότι οι Ενάγοντες θα αναλάμβαναν να οδηγήσουν οι ίδιοι ή να πληρώσουν την αμοιβή κυβερνήτη τον οποίο θα προσλάμβαναν για να οδηγήσει το σκάφος από την Λεμεσό στη Χαλκιδική καθώς και τα έξοδα αγοράς ή κατανάλωσης καυσίμων για το εν λόγω ταξίδι, ο Εναγόμενος δεν έφερε ένσταση στην μεταφορά του σκάφους στη Λεμεσό αλλά είχε καταστήσει σαφές ότι θα αποδεχόταν παράδοση του σκάφους μόνο στην Χαλκιδική, ως είχαν συμφωνήσει. Περί τα τέλη lουνίου του 2008 και αφού το σκάφος είχε μεταφερθεί στην Λεμεσό, οι Ενάγοντες απαίτησαν από τον Εναγόμενο όπως τους καταβάλει το ποσό των €25.000 για την κάλυψη, όπως του ανέφεραν, του ΦΠΑ που θα έπρεπε να καταβληθεί για την εκτελώνιση και εισαγωγή του σκάφους διαφορετικά δεν θα προχωρούσαν στην εκτελώνιση. Μέχρι εκείνο το χρονικό σημείο δεν είχε μεταβιβασθεί στον Εναγόμενο η κυριότητα του σκάφους ούτε και του είχε παραδοθεί. Υπό την πίεση του χρόνου, αφού εντός των αμέσως επόμενων ημερών ο Εναγόμενος είχε προγραμματισμένο ταξίδι με την οικογένεια του και θεωρώντας ότι το πιο πάνω ποσό καλυπτόταν από το υπόλοιπο του τιμήματος αγοράς του σκάφους προχώρησε στην πληρωμή του πιο πάνω ποσού στους Ενάγοντες. Με την πληρωμή αυτή και προσθήκη της αξίας του BAYLINER, το συνολικό ποσό που ο Εναγόμενος είχε καταβάλει στους Ενάγοντες υπερέβαινε το συνολικό τίμημα πώλησης κατά €7.
- Περί τις 3.7.08 και ενώ το σκάφος είχε µεταφερθεί στη μαρίνα του ξενοδοχείου St. Raphael στη Λεμεσό, ο Εναγόμενος κάλεσε τους Ενάγοντες να προβούν στις απαραίτητες διαδικασίες με το Τμήμα Τελωνείων και με άλλες αρμόδιες αρχές, ως είχαν υποχρέωση, με σκοπό την εξασφάλιση της αναγκαίας άδειας απόπλου με προορισμό τη Χαλκιδική, όπως ήταν προγραμματισμένο και συμφωνημένο. Περαιτέρω ανέμενε ότι ο Μ.Ε.1 ή κυβερνήτης που θα προσλάμβαναν οι Ενάγοντες με δικά τους έξοδα θα οδηγούσε το σκάφος στην Χαλκιδική. Επίσης ο Εναγόμενος ζήτησε να του παραδοθεί το πρωτότυπο πιστοποιητικό κατασκευής του σκάφους, το οποίο ήταν απαραίτητο για την μόνιμη εγγραφή του στο Νηολόγιο Κυπριακών Πλοίων. Υπό την προϋπόθεση τήρησης των πιο πάνω από τους Ενάγοντες και της επιστροφή των €7.680 που τους είχε καταβάλει, πέραν του συμφωνηθέντος τιμήματος αγοράς του σκάφους, ο Εναγόμενος δήλωσε ετοιμότητα να υπογράψει ταυτόχρονα τη σχετική πράξη μεταβίβασης (Bill of Sale) του σκάφους BAYLINER στους Ενάγοντες ή σε τρίτο πρόσωπο που θα του υποδείκνυαν. Παρά ταύτα οι Ενάγοντες αρνήθηκαν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους και να οδηγήσουν το σκάφος στην Χαλκιδική, με αποτέλεσμα ο Εναγόμενος να αναγκαστεί να προβεί ο ίδιος στις αναγκαίες ενέργειες. Προέβηκε δε στις ενέργειες αυτές χωρίς αποδέσμευση των Εναγόντων από τις υποχρεώσεις τους και χωρίς να έχει προηγουμένως παραιτηθεί από τα δικαιώματα του έναντι τους. Έτσι ο Εναγόμενος κατέθεσε στο Τμήμα Τελωνείων τα στοιχεία που του ζητήθηκαν και εξασφάλισε την σχετική άδεια απόπλου. Παράλληλα κατά την πιο πάνω χρονική περίοδο και μετά από επιθεώρηση του εσωτερικού μέρους του σκάφους κυρίως από το γιο του διαπιστώσαν ότι δεν είχε ενσωματωθεί ή περιληφθεί στο σκάφος ο επιπλέον εξοπλισμός σύμφωνα με τον επισυνημμένο επί της συμφωνίας κατάλογο δηλ. το κάλυμμα του πίνακα οργάνων (dashboard cover) αξίας €179, το συστήμα κλιματισμού 16,000 BTU αξίας €8,747 και το προστατευτικό παράβλημα (4 fenders plus 4 fender covers) αξίας €337 (δηλ. συνολική αξίας €9,263) . Το σύστημα κλιματισμού που είχε εγκατασταθεί στο σκάφος ήταν ισχύος 7.000 BTU αξίας €5.922 και έτσι επί του ποσού που ο Ενάγοντας ανταπαιτεί για το θέμα αυτό θα πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό αυτό. Περαιτέρω ο Εναγόμενος κατέβαλε στη μαρίνα του ξενοδοχείου St. Raphael τα σχετικά τέλη ελλιμενισμού του σκάφους για την περίοδο που αυτό παρέμεινε σταθμευμένο εκεί ενώ επίσης προσέλαβε κυβερνήτη με τα κατάλληλα προσόντα ναυσιπλοίας για να οδηγήσει το σκάφος στο Πόρτο Καρράς στη Χαλκιδική όπου ήταν ο συµφωνηµένος τόπος οδήγησης και παράδοσης του σκάφους. Απέπλευσαν από την μαρίνα του ξενοδοχείου St. Raphael στις 4.7.
- Έτσι ο Εναγόμενος κατέβαλε τα ακόλουθα έξοδα (συνολικό ποσό €5.449,23) τα οποία έπρεπε να πληρώσουν οι Ενάγοντες με βάση τα όσα είχαν συμφωνήσει:
(1)έξοδα κυβερνήτη €2,000 (κατέθεσε ως τεκμήριο 29 σχετική απόδειξη),
(2)έξοδα μαρίνας ξενοδοχείου St. Raphael €729,62 (κατέθεσε ως τεκμήριο 28 σχετική απόδειξη) και
(3)έξοδα για καύσιμα για την οδήγηση του σκάφους στο Πόρτο Καρράς της Χαλκιδικής €2,719.61 (κατέθεσε ως τεκμήριο 27 σχετική δέσμη αποδείξεων). Επισήμανε όσον αφορά το τεκμήριο 27 ότι σχετικά με την απόδειξη του Θεράπων Ι. Κόβρα ημερ. 7.7.08 ποσού €1.389, από το ποσό αυτό κατέβαλε μόνο το ποσό των €495 το οποίο και απαιτεί από τους Ενάγοντες. Όσον αφορά το σκάφος BAYLINER από τις 30.5.08 οι Ενάγοντες αποδέχτηκαν και ουσιαστικά τη μεταβίβαση της κυριότητας του σκάφους και εξέδωσαν στον Εναγόμενο απόδειξη παραλαβής και αποδοχής του (τεκμήριο 13). Μετά από αυτό οι Ενάγοντες είχαν το δικαίωμα να διαπραγματευτούν την πώλησή του σε οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο. Σε κάποιο χρονικό σημείο ενδιαφέρθηκε για την αγορά του ο Νίκος Ευρυπίδου, ο οποίος ήταν γνωστός και στις δύο πλευρές αφού ήταν ασφαλιστής τόσο των Εναγόντων όσο και του Εναγόμενου και λόγω της ιδιότητας του γνώριζε για την αγοραπωλησία του σκάφους αφού ο Εναγόμενος τον είχε καλέσει να του δώσει προσφορά για την ασφάλισή του. Προς το σκοπό αυτό ο Ευρυπίδου ζήτησε και διευθετήθηκε συνάντηση στο γραφείο των Εναγόντων με σκοπό να εξασφαλίσει περισσότερες πληροφορίες. Στη συνάντηση αυτή ήταν παρόντες ο Μ.Ε.1, ο Ευρυπίδου και ο Εναγόμενος και τότε είχε αναφερθεί επίσης ότι η μεταφορά του σκάφους θα γινόταν στη Χαλκιδική και ο Ευρυπίδου θα ήταν ένας από τους επιβάτες. Ο Ευρυπίδου έλαβε γνώση των όρων της συμφωνίας μεταξύ Εναγόντων και Εναγόμενου και γνώριζε ότι ως μέρος του ανταλλάγματος ο Εναγόμενος θα παραχωρούσε στους Ενάγοντες το BAYLINER. Για την αγορά του σκάφους αυτού ο Ευρυπίδου προσέγγισε τους Ενάγοντες. Έτσι οι Ενάγοντες ζήτησαν από τον Εναγόμενο αντί να τους μεταβιβάσει το BAYLINER στο όνομα τους, να υπογράψει πωλητήριο έγγραφο (Bill of Sale) στο όνομα του Νίκου Ευρυπίδου. Η υποχρέωση του Εναγόμενου ήταv vα παραδώσει τηv κυριότητα του BAYLINER στους Ενάγοντες όπως και έπραξε καθώς και να τους μεταβιβάσει τον τίτλο. Δεν είχε οποιαδήποτε συμβατική ή νομική υποχρέωση να δηλώσει με την υπογραφή του πωλητηρίου εγγράφου, ότι πώλησε το εν λόγω σκάφος στο Νίκο Ευρυπίδου, όπως οι Ενάγοντες του ζητούσαν να πράξει. Ήταν όμως πρόθυμος να το πράξει και στην ουσία να μεταβιβάσει τον τίτλο κατ' ευθεία στο όνομα του Ευρυπίδου όπως ήταν έτοιμος να πράξει το ίδιο στο όνομα των Εναγόντων, εάν και εφόσον αυτοί εκπλήρωναν τις δικές τους συμβατικές υποχρεώσεις απέναντι του δηλ. την παράδοση του πρωτότυπου πιστοποιητικού κατασκευής του σκάφους, την επιστροφή του ποσού των €7.680 που είχε καταβάλει πέραν του τιμήματος αγοράς και την διεκπεραίωση των αναγκαίων διαδικασιών με τις αρμόδιες τελωνειακές ή άλλες αρχές για την εξασφάλιση των απαραίτητων εγκρίσεων και αδειών για τον απόπλου του σκάφους. Αφού λοιπόν ο Ευρυπίδου συνεννοήθηκε με τους Ενάγοντες επικοινώνησε με τον Εναγόμενο για να παραλάβει την κατοχή του BAYLINER. Αυτό ήταν σταθμευμένο δίπλα από το σπίτι του Εναγόμενου σε περιφραγμένο άδειο οικόπεδο, η είσοδος του οποίου ήταν πάντοτε ανοικτή. Την ημέρα που ο Ευρυπίδου επικοινώνησε με τον Εναγόμενο για να παραλάβει την κατοχή του BAYLINER, ως οι οδηγίες του Μ.Ε.1, ο Εναγόμενος βρισκόταν εκτός σπιτιού και επικοινώνησε με τη σύζυγό του, η οποία εκείνη την ώρα βρισκόταν στην οικία, την οποία ενημέρωσε σχετικά ώστε να παράσχει οποιαδήποτε βοήθεια τυχόν χρειαζόταν ο Ευρυπίδου κατά την παραλαβή του σκάφους. Από τότε ο Εναγόμενος δεν είχε οποιαδήποτε άλλη επικοινωνία με τον Ευρυπίδου παρά μόνο όταν ο τελευταίος τον πήρε τηλέφωνο και του ζήτησε να του υπογράψει πωλητήριο έγγραφο (bill of sale) για να εγγράψει το σκάφος επ' ονόματι του, οπότε ο Εναγόμενος τον ενημέρωσε ότι δεν μπορούσε να το πράξει για τους λόγους που προαναφέρε. Στη συνέχεια περί τον Ιούλιο του 2008 ο Ευρυπίδου του τηλεφώνησε ενώ ο Εναγόμενος βρισκόταν στη Χαλκιδική με την οικογένεια του και τον ενημέρωσε ότι θα μετέφερε το σκάφος στο σημείο από το οποίο το είχε παραλάβει. Ο Εναγόμενος του ανέφερε ότι η είσοδος του περιφραγμένου χώρου είναι ανοικτή και ότι, εφόσον συνεννοήθηκε με τον Μ.Ε.1, δεν είχε οποιαδήποτε ένσταση για τη μεταφορά του. Από τότε και όποτε διδόταν η ευκαιρία στον Εναγόμενο ζητούσε από τους Ενάγοντες να διευθετήσουν την παραλαβή του BAYLINER από τον ιδιόκτητο του χώρο αφού στην ουσία ανήκει στους Ενάγοντες, χωρίς όμως να το πράξουν μέχρι σήμερα. Παρά το ότι το σκάφος έκτοτε καταλαμβάνει χώρο σε οικόπεδο του ο Εναγόμενος δεν απαιτεί αποθηκευτικά ή άλλη αμοιβή από τους Ενάγοντες αφού βρίσκεται σε χώρο που ούτως ή άλλως δεν χρησιμοποιει και δεν του προκαλεί ενόχληση. Από την άλλη αναμένει την απόφαση του Δικαστηρίου για να λάβει γνώση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του και να πράξει ανάλογα. Όσον αφορά δε το πρωτότυπο πιστοποιητικό κατασκευής του σκάφους αυτό ήταν απαραίτητο για να γίνει η εγγραφή του σκάφους στην Κυπριακή Σημαία, επ' ονόματι του Εναγόμενου. Οι Ενάγοντες αρνήθηκαν να τον εφοδιάσουν ακόμα και με αντίγραφο του πιστοποιητικού κατασκευαστή το οποίο, κατόπιν παρακλήσεων προς το Τμήμα Τελωνείων ο Εναγόμενος κατάφερε να εξασφαλίσει αφού προηγουμένως ο Μ.Ε.1, μέσω των διασυνδέσεων και γνωριμιών του με το Τμήμα Τελωνείων, προσπαθούσε να εμποδίσει να του παραχωρηθεί τέτοιο. Τελικά με την εξασφάλιση αντιγράφου του πιστοποιητικού κατασκευαστή, έγινε προσωρινή εγγραφή του σκάφους για έξι μήνες (βλ. τεκμήριο 18), αφού για τη μόνιμη εγγαφή θα έπρεπε ο Εναγόμενος να καταχωρούσε το πρωτότυπο πιστοποιητικό. Η προσωρινή εγγραφή έληγε στις 31.12.08. Εν τέλει μετά από συζητήσεις και παραστάσεις προς το Τμήμα Εμπορικής Ναυτιλίας καθώς και ανταλλαγή αλληλογραφίας, το εν λόγω Τμήμα αποδέχτηκε να προχωρήσει με τη μόνιμη εγγραφή του σκάφους στο όνομα του Εναγόμενου στις 23.5.11 δηλ. δυόμισι χρόνια μετά τη λήξη της προσωρινής εγγραφής. Κατά το διάστημα αυτό ο Εναγόμενος στερήθηκε του δικαιώματος χρήσης και απόλαυσης του σκάφους. Σχετικά με τα τιμολόγια τεκμήρια 9-11 αυτά παραλήφθηκαν από τον Εναγόμενο χωρίς έγκριση του περιεχομένου τους αφού υπέγραψε μόνο ότι τα είχε παραλάβει. Άλλωστε δεν θα μπορούσε να είχε εγκρίνει το περιεχόμενό τους αφού δεν διαβάζει την αγγλική γλώσσα. Τα εν λόγω τιμολόγια του είχαν δοθεί όλα μαζί από τον Μ.Ε.1 σε ανύποπτο χρόνο και ενώ ο Εναγόμενος βρισκόταν στο κατάστημά των Εναγόντων, περί τα τέλη lουνίου όταν είχε μεταβεί εκεί για να αγοράσει ορισμένα υλικά για το σκάφος. Την ίδια ημέρα ο Μ.Ε.1 του είχε δώσει και όλες τις αποδείξεις που είχε εκδώσει για τις πληρωμές που είχε κάνει έναντι του τιμήματος αγοράς του σκάφους. Όλες δε τις πληρωμές ο Εναγόμενος τις είχε κάνει μέσω εμβασμάτων και με κατάθεση επιταγών ή μετρητών στο λογαριασμό των Εναγόντων. Όλα δε τα προαναφερόμενα τιμολόγια και αποδείξεις του τα είχε παρουσιάσει ο Μ.Ε.1 και του ζήτησε να τα υπογράψει. Ο Εναγόμενος τον ρώτησε τι ακριβώς αφορούσαν και του ζήτησε να περιμένει έως ότου ερχόταν ο γιος του Δημήτρης στην Κύπρο εντός των επόμενων ημερών για να τα υπογράψει. Ο Μ.Ε.1 επέμενε να τα υπογράψει και αρκέστηκε να αναφέρει στον Εναγόμενο ότι αφορούσαν το σκάφος λέγοντας του χαρακτηριστικά, «Θα σου γελάσει ο φίλος σου;». Αρχές που διέπουν την ερμηνεία σύμβασης Πριν προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας κρίνω ότι θα πρέπει να γίνει αναφορά στις αρχές στην βάση των οποίων ερμηνεύεται μια σύμβαση. Στην Θεολόγου κ.α. ν. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ
(1998)1Α Α.Α.Δ 407 λέχθηκε σχετικά ότι «συνεχής είναι η τάση προς εναρμόνιση των αρχών ερμηνείας των συμβάσεων με τα κρατούντα στην καθημερινή ζωή. Το κριτήριο είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο. Για το σκοπό αυτό μπορεί να εμπλουτισθεί η γνώση με την αποκάλυψη του υπόβαθρου της συμφωνίας, εξαιρουμένων πάντοτε των διαπραγματεύσεων, καθώς και μονομερών δηλώσεων και υποκειμενικών προθέσεων των συμβαλλομένων. Το αντικείμενο βέβαια της ερμηνείας παραμένει πάντοτε η έννοια των όρων της συμφωνίας κατά το μέσο λογικό άνθρωπο. Η έννοια, η οποία μεταδίδεται σ΄ αυτόν, για τα συμφωνηθέντα». Η βασική αρχή είναι ότι η πρόθεση των συμβαλλομένων είναι όπως εκφράστηκε με τις λέξεις που περιέχονται στο έγγραφο (βλ. Panayiotou v. Island Beach Development
(1985)1 C.L.R. 623). Στην Γεωργική Εταιρεία Δ.Γ. Φούτας ν. Εταιρεία Βάσος, Έμποροι Γεωργικών Προϊόντων Λτδ
(1993)1 Α.Α.Δ 168 λέχθηκε ότι όταν η εξακρίβωση της πρόθεσης των συμβαλλομένων βρίσκει έκφραση στην εξωτερικευμένη δήλωση τους σε γραπτή συμφωνία, είναι κατά κανόνα επιτρεπτή μόνο η αντικειμενική ερμηνεία της δήλωσης μακριά από κάθε υποκειμενική εκτίμηση. Συνεχίζει στην ίδια απόφαση ότι το λεκτικό νόημα της σύμβασης, παρόλο που συνιστά βασικό κριτήριο, δε θέτει φραγμό στην εξακρίβωση της πρόθεσης των μερών με εξωγενή μαρτυρία όποτε διαπιστώνεται η ύπαρξη κενού ή αμφιβολιών στην ερμηνευόμενη σύμβαση. Για να εξευρεθεί το νόημα των διαφόρων όρων που περιλαμβάνει μια σύμβαση πρέπει να ερμηνεύεται συνολικά και με συμμετρικότητα μη τυχόν δημιουργηθεί δυσαρμονία στην εξήγηση τους, η οποία δε θα φανερώνει την αντικειμενικοποιημένη πρόθεση των μερών. Ως δε λέχθηκε στην Ευθυμίου ν. Δημητρίου
(2001)1Γ Α.Α.Δ 1721 δεν είναι δυνατή η προσκόμιση μαρτυρίας, με λίγες καλά καθορισμένες εξαιρέσεις, γραπτής ή προφορικής, έξω από το γραπτό κείμενο συμφωνίας, για να τροποποιήσει το περιεχόμενο της. Η μόνη δικαιολογία για την εισαγωγή εξωγενούς, όπως αποκαλείται, μαρτυρίας, είναι η αμφισημία του κειμένου. Αποτελεί λοιπόν γενικό κανόνα του δικαίου της απόδειξης ότι η παράθεση εξωγενούς μαρτυρίας που αντικρούει, αλλοιώνει, αφαιρεί, προσθέτει, τροποποιεί ή επιφέρει διαφοροποιήσεις στο περιεχόμενο των όρων έγγραφης συμφωνίας είναι απαράδεκτη (βλ. και Χριστοδούλου Πόκουρου κ.α. ν. Κώστα
(1998)1Γ Α.Α.Δ 1618). Ο κανόνας είναι με άλλα λόγια ότι αποκλείεται η προσαγωγή εξωγενούς μαρτυρίας για να βρεθεί το νόημα γραπτής σύμβασης. Σκοπός του κανόνα είναι η διασφάλιση της βεβαιότητας των συναλλαγών (βλ. Marketventures Ltd ν. Δικωμίτη
(2009)1Α Α.Α.Δ 383). Εξωγενής μαρτυρία για τις διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών πριν την υπογραφή του εγγράφου δεν είναι αποδεκτή (βλ. Λαζούρας ανωτέρω). Όμως η νομολογία αναγνωρίζει ότι αυστηρή εφαρμογή του κανόνα πολλές φορές οδηγεί σε αδικία, ιδιαίτερα όταν το έγγραφο στο οποίο διατυπώνεται η συμφωνία δεν είναι λεπτομερές, με αποτέλεσμα να μη φανερώνει πλήρως και με σαφήνεια την πρόθεση των μερών. Σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο έχει δικαίωμα να εξετάζει, και οφείλει να εξετάζει, όλη τη μαρτυρία, στο σύνολό της, προκειμένου να διαπιστώσει την πραγματική φύση της μεταξύ των μερών συμφωνίας (βλ. Marketventures Ltd ανωτέρω). Στον κανόνα λοιπόν αυτό υπάρχουν εξαιρέσεις και εξωγενής μαρτυρία είναι επιτρεπτή σε περίπτωση διευκρίνισης ασάφειας ή αμφιβολίας σε ένα έγγραφο με σκοπό τη διευκρίνιση της πρόθεσης των συμβαλλομένων (βλ. Λαζούρας ανωτέρω, Georghiades v. Georghiades
(1988)1 CLR 428, Polycarpou v. Polycarpou
(1982)2 CLR 182, Mavrou ανωτέρω). Κατ' εξαίρεση του κανόνα επιτρέπεται επίσης η απόδειξη παράλληλης προφορικής συμφωνίας συνδεόμενης με τη βασική δεδομένου ότι αυτή δε συγκρούεται με το έγγραφο (βλ. Γερμανού ν. Κόκκαλου
(1994)1 Α.Α.Δ 788). Τέλος σύμφωνα με τη νομολογία το Δικαστήριο, συμβιβάζοντας τον κανόνα με τις εξαιρέσεις θα πρέπει να ισοζυγίζει την ανάγκη για τη βεβαιότητα στη διεκπεραίωση των ανθρωπίνων σχέσεων και την ανάγκη για την απρόσκοπτη επιδίωξη της αλήθειας (βλ. Belcy Company Ltd ν. Λουκά
(2003)1Β Α.Α.Δ 871). Αξιολόγηση μαρτυρίας Η Μ.Ε.2 μου έκανε καλή εντύπωση. Προσήλθε και κατάθεσε στο Δικαστήριο ως ανεξάρτητος λειτουργός, παρέθεσε όλα τα στοιχεία και τα δεδομένα που της ζητήθηκαν με βάση τους σχετικούς φακέλους που είχε στην κατοχή της και απάντησε με αμεσότητα και με βάση την πείρα της για τις διαδικασίες που ακολουθούνται από το Τμήμα της. Πρέπει δε να λεχθεί ότι η μαρτυρία της βασικά δεν αμφισβητήθηκε. Όσον αφορά την μεταβίβαση μικρού σκάφους - όπως το BAYLINER στην παρούσα - ήταν βασικά η θέση της ότι είναι προαπαιτούμενο έγγραφο το πωλητήριο έγγραφο. Σε σχέση όμως με το κατά πόσο μπορεί τέτοια μεταβίβαση να γίνει χωρίς τέτοιο έγγραφο, διαφάνηκε από τα όσα είπε ότι δεν είχε προσωπικά υπόψην της να έγινε κάτι τέτοιο και ουσιαστικά μιλώντας γενικά αναφέρθηκε ότι σε εξαιτερικές περιστάσεις (χωρίς να διευκρινίσει ή να δώσει κάποια παραδείγματα), ανάλογα με τα περιστατικά κάθε περίπτωσης είναι θέμα του Διευθυντή του Τμήματος αν μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο, προσθέτοντας ότι η ίδια δεν μπορεί να ξέρει τι θα αποφάσιζε ο εκάστοτε Διευθυντής. Ως εκ των άνω, με την διευκρίνιση που προηγήθηκε, η μαρτυρία της Μ.Ε.2 γίνεται δεκτή. Καλή εντύπωση μου έκανε και ο Μ.Ε.3. Κατά τη μαρτυρία του απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα σε όλα όσα ρωτήθηκε, εξέθεσε όλα τα γεγονότα που ήταν εις γνώση του και πάντα με βάση τα όσα μπορούσε να θυμηθεί και γενικά μου άφησε την εντύπωση ενός ειλικρινούς μάρτυρα που ήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια και όχι για να βοηθήσει οποιονδήποτε από τους διαδίκους. Πρέπει τέλος να λεχθεί ότι ούτε αυτού η μαρτυρία αμφισβητήθηκε. Συνεπώς και αυτού η μαρτυρία γίνεται δεκτή. Δεκτή γίνεται και η μαρτυρία του Μ.Ε.4, ο οποίος επίσης μου άφησε την εικόνα ενός ειλικρινούς μάρτυρα που ήλθε στο Δικαστήριο για να πει όσα πραγματικά γνωρίζει και του οποίου η μαρτυρία δεν αμφισβητήθηκε. Ο Μ.Ε.1 θα πρέπει να λεχθεί ότι, λαμβανομένης υπόψην του συνόλου της μαρτυρίας του, μου έκανε καλή εντύπωση. Οι θέσεις του επί των ουσιωδών θεμάτων ήταν σταθερές και συνεπείς και η όλη εκδοχή του ήταν λογική ενώ σε αρκετά σημεία της υποστηρίζεται και από άλλη μαρτυρία που έγινε δεκτή. Κατά την αντεξέταση του δεν περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις και γενικά η αξιοπιστία του δεν κλονίσθηκε. Σε σχέση δε με την μαρτυρία του θα πρέπει περαιτέρω να λεχθούν τα ακόλουθα: Δεν μου διαφεύγει ότι όσον αφορά τον δισέλιδο κατάλογο που επισυνάπτεται στην γραπτή συμφωνία (τεκμήριο 1) στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι αυτός δεν αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της εν λόγω συμφωνίας. Το γεγονός όμως ότι στην αντεξέταση του δέχθηκε ότι αποτελούσε κάτι τέτοιο, δεν κρίνεται ως αντίφαση η οποία να πλήττει την αξιοπιστία του σε καίριο βαθμό ώστε να οδηγήσει σε απόρριψη του συνόλου της μαρτυρίας του. Αυτό γιατί αμέσως δέχθηκε ότι ο κατάλογος ήταν μέρος της συμφωνίας και όλη η μαρτυρία του δόθηκε με αυτό ως δεδομένο. Όσον αφορά την σχέση των Εναγόντων με τους κατασκευαστές του επίδικου σκάφους ο Μ.Ε.1 ανέφερε ότι οι Ενάγοντες είναι αντιπρόσωποι αυτών χωρίς να αναφέρει κάτι άλλο. Αυτό όμως προφανώς αποτελεί νομικό χαρακτηρισμό της εν λόγω σχέσης, κάτι που ασφαλώς κρίνεται με βάση τα δεδομένα που την αφορούν. Για τον σκοπό αυτό ο ίδιος ο μάρτυρας κατέθεσε το τεκμήριο 7, το περιεχόμενο του οποίου δεν αμφισβητήθηκε. Από το τεκμήριο δε αυτό φαίνεται ότι η σχέση των Εναγόντων με τη συγκεκριμένη Ιταλική εταιρεία είναι ότι η τελευτατία τους παραχώρησε αποκλειστική άδεια διανομής και πώλησης των προιόντων της, στην Κύπρο. Αναφορικά με τη συμφωνία ως προς τον τόπο παράδοσης του σκάφους και τα σχετικά έξοδα, ήταν βασικά η θέση του Μ.Ε.1 ότι αφού εξηγήθηκε στον Εναγόμενο, συμφωνήθηκε προφορικά όπως το σκάφος παραδοθεί στην Κύπρο και ο Εναγόμενος πληρώσει στους Ενάγοντες και τα μεταφορικά του σκάφους από το εργοστάσιο, πλέον τα εκτελωνιστικά του έξοδα, πλέον τα έξοδα έκδοσης πιστοποιητικού κατασκευαστή. Η θέση του, ως συνάγεται από το σύνολο της μαρτυρίας του και όχι αποσπασματικά, ήταν ότι η τιμή που αναφέρεται στην έγγραφη συμφωνία τεκμήριο 1, είναι η τιμή όταν η παράδοση του σκάφους γίνεται στο εργοστάσιο στην Ιταλία. Παρέπεμψε δε προς επίρρωση αυτού στην αναφορά «Shipping: ex works, Italy», που αναγράφεται στην δεύτερη σελίδα του καταλόγου που επισυνάπτεται στην συμφωνία. Πράγματι η εν λόγω φράση αναγράφεται κάτω από την φράση «Total price VAT excl.: €231.215» που είναι η τιμή της αξίας του σκάφους (listed price) με τα έξτρα (Accessories), χωρίς την έκπτωση και το ΦΠΑ. Σε σχέση με την έννοια του πιο πάνω όρου, ο Μ.Ε.1 κατάθεσε το τεκμήριο 15 που είναι αντίγραφο επιστολής της Διευθύντριας του Τμήματος Τελωνείων ημερ. 29.9.08, που ουσιαστικά περιέχει την Εγκύκλιο ΕΕ-Ε
(43)προς το τελωνειακό προσωπικό σε σχέση με την ανάλυση των εμπορικών όρων παράδοσης εμπορευμάτων που εφαρμόζονται στις διεθνείες εμπορικές συναλλαγές (International Commercial TERMS) του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου. Εκεί ο όρος «Ex Works» αναλύεται ως «Εκ του εργοταξίου». Σίγουρα ο πιο πάνω όρος είναι γνωστός μεταξύ των εμπορευομένων, κάτι που και ο μάρτυρας ανέφερε δεχόμενος ουσιαστικά ότι ο Εναγόμενος δεν εμπίπτει σε αυτή την κατηγορία. Είπε όμως περαιτέρω ότι κατά την υπογραφή του τεκμηρίου 1 εξήγησε στον Εναγόμενο τι σημαίνει αυτό και ότι ο Εναγόμενος συμφώνησε να πληρώσει τα μεταφορικά του σκάφους. Πιο συγκεκριμένα είπε ότι του εξήγησε ότι τα μεταφορικά είναι ένα έξοδο επιπλέον και ότι το σκάφος θα μπορούσε να έλθει στην Κύπρο είτε με το να οδηγήσει κάποιος είτε πάνω σε φορτηγό είτε πάνω σε πλοίο και ο Εναγόμενος ήθελε το σκάφος να έλθει κλειστό με τα νάιλον πάνω σε πλοίο. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι η καταφατική απάντηση του μάρτυρα σε κάποιο σημείο στην αντεξέταση του σε ερώτηση εάν με βάση το «Ex works» η συμφωνία ήταν το σκάφος να παραδοθεί στην Ιταλία, δεν μεταβάλλει τη θέση του για το τι συμφωνήθηκε σχετικά καθότι ως προκύπτει καθαρά από το σύνολο των όσων ανέφερε αυτό που εννοούσε ήταν ότι ο πιο πάνω όρος στο τεκμήριο 1 είχε την έννοια ότι η συμφωνηθείσα τιμή ήταν για παράδοση του σκάφους στο εργοστάσιο στην Ιταλία και εάν κάποιος επιθυμούσε να του παραδοθεί αλλού τα έξοδα μεταφοράς δεν περιλαμβάνονταν στην εν λόγω τιμή. Η θέση αυτή του μάρτυρα άλλωστε κρίνεται λογική εάν ληφθούν υπόψην τα τεκμήρια 7 και 8. Συγκεκριμένα το τεκμήριο 7 είναι η συμφωνία που είχαν οι Ενάγοντες με τον κατασκευαστή του σκάφους στην Ιταλία, η οποία επρόκειτο για συμφωνία διανομής και άδειας πώλησης προιόντων του εν λόγω κατασκευαστή (αναφέρεται ως «Principal») από τους Ενάγοντες (αναφέρονται ως «Distributor») στην Κύπρο. Στην παράγραφο 6.4.3 της εν λόγω συμφωνίας λοιπόν αναφέρεται βασικά ότι οι Ενάγοντες θα πρέπει να πωλούν τα προιόντα στις τιμές του καταλόγου («List prices») του κατασκευαστή, πλέον τα έξοδα μεταφοράς, τους φόρους και οποιαδήποτε έξοδα εγγραφής. Το δε τεκμήριο 8 που αποτελεί τον προαναφερόμενο κατάλογο («Price List») του συγκεκριμένου κατασκευαστή αναφέρει στην σελίδα 3 ότι όλες οι τιμές του καταλόγου είναι «Ex works, Italy» και χωρίς ΦΠΑ. Περαιτέρω να σημειωθεί ότι ο κατάλογος που επισυνάπτεται στο τεκμήριο 1 δηλ. που αφορά τα εξτρα που παρήγγειλε ο Εναγόμενος με τις αντίστοιχες τιμές, περιλαμβάνεται αυτούσιος στο τεκμήριο 8 στο μέρος που αφορά τον συγκεκριμένο τύπο σκάφους όπως το επίδικο. Δεν θα ήταν λοιπόν λογικό οι Ενάγοντες να δεσμεύονται από τα πιο πάνω με τον κατασκευαστή και να επωμισθούν οι ίδιοι τα υπό αναφορά έξοδα. Η θέση του μάρτυρα ότι έγινε παράλληλα και συμφωνία για τα προαναφερόμενα έξοδα κρίνεται επίσης βάσιμη και από εξέταση του ίδιου του τεκμηρίου 1 που είναι κοινώς αποδεκτό ότι αποτελεί τη συμφωνία πώλησης του επίδικου σκάφους. Και εξηγώ. Στο τεκμήριο 1 δεν γίνεται αναφορά σε τέτοια έξοδα και ούτε σε τόπο παράδοσης του σκάφους. Το ότι δεν έγινε εκεί τέτοια γραπτή πρόνοια δεν είναι όμως τυχαίο. Αυτό γιατί το τεκμήριο 1 δεν αποτελεί ένα συνηθισμένο έγγραφο συμφωνίας πώλησης. Φέρει τίτλο «PURCHASE ORDER FOR A NEW CRANCHI MOTOR YACHT» και φαίνεται ότι αποτελεί το έντυπο που χρησιμοποιείτο για την παραγγελία σκαφών απευθυνόμενη προς τον συγκεκριμένο κατασκευαστή και όχι προς τους Ενάγοντες. Μάλιστα φαίνεται σε αυτό ότι ο Μ.Ε.1 ως διευθυντής εταιρείας προβαίνει στην παραγγελία του σκάφους από τον «Cranchi Dealer» που με βάση το τεκμήριο 7 αλλά και την υπογραφή στο τέλος του εν λόγω τεκμηρίου είναι οι Ενάγοντες. Ο δε Εναγόμενος υπογράφει στη θέση «Customer». Ο επισυνημμένος δε κατάλογος, ως ανέφερε ο Μ.Ε.1, ήταν διαθέσιμος και στην ιστοσελίδα του κατασκευαστή στο διαδίκτυο. Για αυτό και ως εξηγήθηκε ανωτέρω στον κατάλογο αναφέρεται η φράση «Shipping: ex works, Italy» εφόσον το έγγραφο απευθύνεται στον κατασκευαστή και όχι στους Ενάγοντες και προφανώς έχει την έννοια ότι η τιμή που αναγράφει και αφορά τον κατασκευαστή είναι με παράδοση στο εργοστάσιο αυτού και όχι αλλού. Εδώ θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι δεν ευσταθεί η θέση του Εναγόμενου ότι οι Ενάγοντες στην έκθεση υπεράσπισης τους παραδέχονται ότι το συμφωνηθέν τίμημα πώλησης του σκάφους €205.781 περιλάμβανε και την παράδοση του σκάφους εφόσον ως φαίνεται από την παρ. 8 της εν λόγω έκθεσης υπεράσπισης οι Ενάγοντες αναφέρουν ρητά ότι στο ποσό αυτό δεν περιλαμβανόταν το κόστος μεταφοράς, τα εκτελωνιστικά έξοδα και τα έξοδα έκδοσης πιστοποιητικού κατασκευής. Το ότι ο Εναγόμενος συμφώνησε να πληρώσει τα μεταφορικά καθώς και τα εκτελωνιστικά και έκδοσης του πιστοποιητικού κατασκευαστή επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι αργότερα στις 16.5.08 πλήρωσε το ποσό των €13.000 και υπέγραψε τόσο το τιμολόγιο τεκμήριο 9, ημερ. 20.6.08, το οποίο είναι για το ποσό των €14.950 (€13.000 πλέον ΦΠΑ) και αναγράφει «Transport Zaffiro 34» όσο και το τιμολόγιο τεκμήριο 10 ίδιας ημερομηνίας, το οποίο είναι για το ποσό των €1.229 (€1.008,70 πλέον €60 πλέον ΦΠΑ) και αναγράφει «Clearing Expenses - Builders Certificate». Ως έχει νομολογηθεί τα τιμολόγια από μόνα τους ναι μεν δεν έχουν «αυτοδύναμη αποδεικτική σημασία» αλλά πρέπει να συνεκτιμούνται με την υπόλοιπη μαρτυρία που προσάγεται (βλ. Palatino Development Ltd v. Telectronics Com Ltd
(2002)1 B Α.Α.Δ. 962, Παναγιώτης Μαστρής Λτδ v. Επιπλώσεις Λάσκο Λτδ
(2006)1 (Α) Α.Α.Δ. 728 και A. L. Mantovani & Sons Ltd v. Christis Travel & Tourism Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 156). Ως εκ των άνω βάσιμη είναι και η θέση του Μ.Ε.1 ότι δεν έγινε καμία προφορική συμφωνία για παράδοση του σκάφους στην μαρίνα του Πόρτο Καρράς στην Χαλκιδική, αφού προηγουμένως μεταφερόταν επί πλοίου στην Αθήνα. Τα όσα ανέφερε προς τούτο και θα εκτεθούν στην συνέχεια βρίσκουν έρεισμα στη λογική αλλά και σε άλλη μαρτυρία που κατατέθηκε στο Δικαστήριο. Προς επίρρωση λοιπόν του πιο πάνω ο Μ.Ε.1 εξήγησε ότι θα έπρεπε να μεταφερθεί στην Κύπρο το σκάφος καθότι έπρεπε να γίνουν κάποιες δουλειές όπως η τοποθέτηση των τεντών, των καθισμάτων, των προπελών των μηχανών, να περαστεί η εγγύηση των μηχανών από τους Ενάγοντες κατόπιν ελέγχου των μηχανών, εργασία την οποία έκαναν οι Ενάγοντες στους αντιπροσώπους μηχανικούς της VOLVO και διάφορων άλλων εξαρτημάτων καθώς επίσης και να γίνει μπογιάτισμα με ειδική μπογιά στα βρεχάμενα μέρη του σκάφους. Εδώ να σημειωθεί ότι οι ίδιοι οι Ενάγοντες αποκάλυψαν με επιστολή του δικηγόρου τους στις 28.1.09 την ύπαρξη προσφοράς για το κόστος μεταφοράς του σκάφους από την Ιταλία στην Αθήνα και ο μάρτυρας δέχθηκε ότι αυτήν (την αναγνώρισε και κατατέθηκε ως τεκμήριο 16 κατά την αντεξέταση του), την ζήτησε ο ίδιος γιατί πήρε διάφορες προσφορές κατ' εντολή του Εναγόμενου για να βρουν την πιο κατάλληλη και φτηνή λύση. Εξήγησε σχετικά ότι εάν το σκάφος πήγαινε στην Αθήνα το ΦΠΑ που θα πληρωνόταν θα ήταν 19% αντί 15% που ήταν στην Κύπρο και περαιτέρω υπήρχε και αντιπρόσωπος του ίδιου εργοστασίου στην Αθήνα και το εργοστάσιο δεν μπορούσε να στείλει απευθείας το σκάφος στην Αθήνα αλλά έπρεπε να πάει μέσω τρίτης χώρας και επίσης έπρεπε να πάει ο μάρτυρας στην Αθήνα για να το παραλάβει. Είπε δε ότι τελικά ήταν θέμα κόστους και ουσιαστικά ότι ο Εναγόμενος επέλεξε την παράδοση στην Κύπρο που ήταν η πιο οικονομική λύση. Εδώ να σημειωθεί ότι η πιο πάνω εξήγηση για το τεκμήριο 16 επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι αυτό φέρει ημερ. 18.2.08 δηλ. λήφθηκε μια μέρα πριν την υπογραφή της συμφωνίας τεκμηρίο 1 και περαιτέρω αυτή δείχνει και κόστος μεταφοράς €10.400 που δεν ήταν λογικό να το επωμισθούν οι Ενάγοντες και να μη το αναφέρουν στην γραπτή συμφωνία. Αποκάλυψε δε ο μάρτυρας από μόνος του ότι ουσιαστικά υποσχέθηκε στον Εναγόμενο σαν πελάτη του να οδηγήσει αυτός σαν καπετάνιος το σκάφος μέχρι την Χαλκιδική από την Κύπρο για να του μάθει το σκάφος δηλ. σαν δάσκαλος χωρίς καμία δέσμευση, χαριστικά και με την προυπόθεση ότι είχε χρόνο την δεδομένη ημερομηνία που θα πήγαιναν. Μάλιστα δίδοντας εξήγηση γιατί δημιουργήθηκαν τα προβλήματα στην παρούσα είπε ότι ουσιαστικά όλα πήγαιναν κατά τα συμφωνηθέντα αλλά επειδή στην μαρίνα του Saint Raphael από τα φουγάρα του τσιμεντοποιίου έκατσε πάνω στο σκάφος θειάφι και ο γιος του Εναγόμενου άρχισε να βρίζει δημοσίως ότι το σκάφος που τους παρέδωσαν ήταν μεταχειρισμένο, ο μάρτυρας του είπε ότι με αυτά τα δεδομένα δεν μπορεί να οδηγήσει το σκάφος στη Χαλκιδική και από εκεί και πέρα άρχισαν τα διάφορα. Η διαφορά δεν προέκυψε ούτε γιατί είχαν διαφωνία στη συμφωνία, ούτε ακόμα για το σκάφος, ούτε για το BAYLINER. Εκ των ανωτέρω προκύπτει λοιπόν ότι παράλληλα με το τεκμήριο 1 έγινε προφορικά και συμφωνία παράδοσης του σκάφους στην Κύπρο και ότι τα σχετικά έξοδα που προαναφέρθηκαν θα τα επωμιζόταν ο Εναγόμενος. Θα πρέπει δε να λεχθεί ότι η σχετική μαρτυρία του Μ.Ε.3 δεν διαψεύδει την πιο πάνω θέση του Μ.Ε.
- Και εξηγώ. Κατ' αρχήν ο Μ.Ε.3 δήλωσε ρητά ότι δεν ήταν παρών κατά την υπογραφή του τεκμηρίου
- Πέραν τούτου τα όσα ανέφερε ο Μ.Ε.3 δεν επιβεβαιώνουν την θέση του Εναγόμενου για παράδοση του σκάφους στην Χαλκιδική μέσω Αθήνας. Αυτό που προκύπτει από τη μαρτυρία του Μ.Ε.3, πάντα με βάση τα όσα θυμόταν (τόσο στην αντεξέταση αλλά και στην επανεξέταση) είναι ότι σε άλλη περίπτωση (όχι κατά την υπογραφή της συμφωνίας) που έτυχε να συναντηθεί με τον Μ.Ε.1 και τον Εναγόμενο στο γραφείο του πρώτου αναφέρθηκε ότι η παράδοση του σκάφους θα γινόταν στην Θεσσαλονίκη και επειδή αυτός γνώριζε και τους δύο τους ζήτησε να είναι μέλος του πληρώματος. Όταν μάλιστα ρωτήθηκε αν η συνάντηση αυτή ήταν μετά που συμφώνησαν οι Ενάγοντες με τον Εναγόμενο είπε ότι ο ίδιος προσωπικά έμαθε εκ των υστέρων ότι δόθηκε παραγγελία στον Μ.Ε.1 από τον Εναγόμενο για το συγκεκριμένο σκάφος. Η δε θέση του Μ.Ε.3 αντίθετα συνάδει με την θέση του Μ.Ε.1 ότι υποσχέθηκε στον Εναγόμενο να οδηγήσει αυτός σαν καπετάνιος το σκάφος μέχρι την Χαλκιδική από την Κύπρο (ο Μ.Ε.3 δεν είπε ότι θα μετέβαινε στην Αθήνα για να πάει μαζί τους ως μέλος του πληρώματος) για να του μάθει το σκάφος δηλ. σαν δάσκαλος χωρίς καμία δέσμευση και με την προυπόθεση ότι είχε χρόνο την δεδομένη ημερομηνία που θα πήγαιναν. Όσον αφορά τη θέση του Μ.Ε.1 ότι ο Εναγόμενος ανέλαβε υποχρέωση όπως κατά την παράδοση του σκάφους στο εργοστάσιο πληρώσει το ποσό των €185.203, πλέον ΦΠΑ, πλέον μεταφορικά, εκτελωνιστικά και έξοδα έκδοσης πιστοποιητικού κατασκευής θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι αυτό θα γινόταν με την παράδοση στο εργοστάσιο καθότι δεν συνάδει με το παραδεκτά γεγονότα όπου γίνεται αναφορά σε παράδοση της κατοχής του σκάφους από τους Ενάγοντες στον Εναγόµενο. Όσον αφορά τα τιμολόγια που έκδωσαν οι Ενάγοντες και υπέγραψε ο Εναγόμενος δηλ. τα τεκμήρια 9-11 ήταν η θέση του Μ.Ε.1 ότι εξηγήθηκε στον Εναγόμενο ακριβώς τι αναφερόνταν σε κάθε τιμολόγιο και του παραδόθηκαν αμέσως μετά την υπογραφή τους. Δεν δέχθηκε ότι ο Εναγόμενος υπέγραψε τα τιμολόγια επιβεβαιώνοντας την λήψη-παραλαβή τους μόνο. Ο Μ.Ε.1 αναφέρθηκε δε κατά τη μαρτυρία του στο λάθος που υπήρχε στο τεκμήριο 11 και συγκεκριμένα ότι εκεί αντί να γίνει έκπτωση 11% όπως συμφωνήθηκε και φαίνεται στο τεκμήριο 1, έγινε μόνο 10% και αυτό γιατί το λογιστικό τους σύστημα δεν τους επέτρεπε να κάνουν έκπτωση πέραν του 10%. Είπε δε ότι αυτό ήταν λάθος και για αυτό το ανέφερε στην μαρτυρία του στο Δικαστήριο γιατί η συμφωνία ήταν 11% και έπρεπε να τηρηθεί. Πρέπει δε να λεχθεί ότι δεν υποβλήθηκε στον Μ.Ε.1 η θέση που αργότερα προέβαλε ο Εναγόμενος ότι δηλ. έλεγε στον μάρτυρα για τα τιμολόγια να περιμένει να έλθει ο γιος του, ο οποίος γνώριζε αγγλικά, από το εξωτερικό. Όσον αφορά το σκάφος ΒΑYLINER ήταν η σταθερή θέση του Μ.Ε.1 ότι μετά από εισήγηση του Εναγόμενου αυτό που συμφωνήθηκε ήταν αυτός, έναντι του οφειλομένου ποσού για το καινούριο σκάφος, να παραδώσει, μεταβιβάσει και εγγράψει στους Ενάγοντες το ΒΑYLINER, το οποίο ήταν ιδιοκτησίας του, στην συμφωνηθείσα τιμή των €25.
- Ανέφερε επίσης ότι σε σχέση με το ΒΑYLINER οι Ενάγοντες στις 30.5.08 έκδωσαν και απόδειξη αρ. 0017 για το ποσό των €25.600 (τεκμήριο 13) την οποία αργότερα ακύρωσαν. Όσον αφορά το τι έγινε σε σχέση με την παραλαβή του ΒΑYLINER από τον Μ.Ε.3 περί τον Ιούλιο του 2008 και την επιστροφή του αργότερα, τα όσα είπε ο Μ.Ε.1 στο μέρος που δεν συνάδουν με την μαρτυρία του Μ.Ε.3 (έχει ήδη γίνει δεκτή) δεν μπορούν να γίνουν δεκτά. Όμως αυτό δεν κρίνεται ότι κλονίζει την αξιοπιστία του καθότι δεν ήταν ο ίδιος που μιλούσε με τον Εναγόμενο και δεν ήταν παρών ούτε κατά την παραλαβή ούτε και κατά την επιστροφή του σκάφους από τον Μ.Ε.
- Αυτό που προκύπτει από τη μαρτυρία του Μ.Ε.3 είναι ότι οι Ενάγοντες δεν έλαβαν φυσική κατοχή του ΒΑYLINER, το οποίο ο ίδιος παρέλαβε από τον χώρο δίπλα από την οικία του Εναγόμενου όπου και το επέστρεψε όταν αργότερα δεν του έγινε η μεταβίβαση. Ανέφερε δε ο Μ.Ε.1 ότι όταν μετά που οι Ενάγοντες παρέδωσαν στον Εναγόμενο το πρωτότυπο πωλητήριο έγγραφο (Bill of sale) του άλλου σκάφους, με βάση το οποίο αυτό την 1.7.08 μεταβιβάστηκε και ενεγράφη επ' ονόματι του Εναγόμενου, του ζήτησαν να υπογράψει το πωλητήριο έγγραφο για το ΒΑYLINER για να γίνει η μεταβίβαση επ' ονόματι του αγοραστή αλλά εκείνος αρνήθηκε να πράξει αυτό. Το ότι ο Εναγόμενος συμφώνησε να κάνει την μεταβίβαση στον Μ.Ε.3, αγοραστή που βρήκαν οι Ενάγοντες αντί στους Ενάγοντες και στη συνέχεια αρνήθηκε να το μεταβιβάσει για λόγο που αφορούσε το ότι ουσιαστικά δεν του έδιναν το πρωτότυπο πιστοποιητικό κατασκευαστή επιβεβαιώνεται ουσιαστικά από τον ίδιο τον Μ.Ε.
- Η δε αναφορά του Μ.Ε.1 στην αντεξέταση του ότι οι Ενάγοντες πώλησαν το σκάφος στον Μ.Ε.3 μετά που αυτό τους είχε παραδοθεί από τον Εναγόμενο δεν μεταβάλλει τα πραγματικά γεγονότα που προκύπτουν από την μαρτυρία του Μ.Ε.3 ότι δηλ. το BAYLINER παρέλαβε από τον Εναγόμενο, ο οποίος το είχε στην κατοχή του, ο Μ.Ε.3 και ότι ο Εναγόμενος ουδέποτε υπέγραψε το απαιτούμενο πωλητήριο έγγραφο (bill of sale) με σκοπό την μεταβίβαση του εν λόγω σκάφους. Αναφορικά τέλος με το ότι οι Εναγόντες διατηρούσαν και κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 12) στην οποία καταγράφονταν οι διάφορες χρεοπιστώσεις για την περίοδο από 20.2.08 μέχρι 1.7.08 θα πρέπει να λεχθεί ότι ο Μ.Ε.1 δεν μπορούσε να θυμηθεί εάν αυτή την κατάσταση την είχαν δώσει ποτέ στον Εναγόμενο και συνεπώς σίγουρα δεν μπορεί να γίνεται λόγος για παραδεδεγμένο λογαριασμό. Αυτή αποτελεί απλώς ένα εσωτερικό έγγραφο που τηρούσαν οι Ενάγοντες. Ως εκ των άνων η μαρτυρία του Μ.Ε.1, με τις διευκρινίσεις που έγιναν ανωτέρω, γίνεται δεκτή. (Αναφορικά με την αποδοχή μέρους μαρτυρίας μάρτυρα και απόρριψης άλλου μέρους παραπέμπω στις υποθέσεις Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Ο Εναγόμενος θα πρέπει να λεχθεί ότι αντίθετα δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση. Η όλη του εκδοχή σε αρκετά ουσιώδη σημεία της δεν βρίσκει έρεισμα στη λογική, δεν συνάδει με την μαρτυρία που έγινε δεκτή, στερείται πειστικότητας ενώ περαιτέρω οι θέσεις του κάθε άλλο παρά από σταθερότητα και συνέπεια χαρακτηρίζονται. Πέραν δε των ουσιωδών αντιφάσεων στις οποίες περιέπεσε η μνήμη του παρουσιάστηκε επιλεκτική ώστε να μην διαψεύδει χρονικά την εκδοχή του ενώ κάποιοι εκ των ισχυρισμών του είναι προφανώς όψιμοι. Συγκεκριμένα: Στην κυρίως εξέταση του είπε ότι της υπογραφής της συμφωνίας τεκμήριο 1 στις 19.2.08 είχε προηγηθεί διαπραγμάτευση μεταξύ των Εναγόντων και του γιου του. Στην αντεξέταση του είπε αρχικά ότι όταν πήγε με τον γιο του για να υπογράψει την συμφωνία, ο γιος του του είπε τι διαπραγματεύονταν και ότι πριν υπογράψουν την συμφωνία του τα ανέφεραν και ο γιος του και ο Μ.Ε.1. Σε άλλο σημείο όμως της αντεξέτασης είπε ότι δεν γνωρίζει τις διαπραγματεύσεις που έκανε ο γιος του. Στην κυρίως εξέταση του αναφορικά με το τι συμφωνήθηκε στις 19.2.08 είπε μεταξύ άλλων ότι:
(1)καμία πρόνοια ή συμφωνία έγινε αναφορικά με τα μεταφορικά, εκτελωνιστικά ή τα έξοδα έκδοσης πιστοποιητικού κατασκευής του σκάφους και ότι ήταν προφανές ότι τα έξοδα αυτά περιλαμβάνονταν στην τιμή αγοράς του σκάφους.
(2)Κατά την υπογραφή της συμφωνίας είχαν επίσης συμφωνήσει ότι το σκάφος θα παραδιδόταν στη μαρίνα του Πόρτο Καρράς στη Χαλκιδική, όπου ο ίδιος είχε ενοικιάσει χώρο ελλιμενισμού σε ετήσια βάση. Στην αντεξέταση του αναφορικά με το τι συμφωνήθηκε ως προς την παράδοση του σκάφους είπε ότι στις 19.2.08 συμφωνήθηκε ότι οι Ενάγοντες θα του το παρέδιδαν στην Χαλκιδική με δικά τους έξοδα. Είπε επίσης ότι αυτή τη συμφωνία την έκαναν πριν υπογράψουν το τεκμήριο 1 και τα σχετικά τα είπαν στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων για να υπογράψουν τη συμφωνία. Έγινε όμως ήδη αναφορά ανωτέρω για το τι είπε σε άλλο σημείο για το περιεχόμενο των διαπραγματεύσεων κάτι που δεν συνάδει με το αμέσως προαναφερθέν. Μάλιστα για πρώτη φορά στην αντεξέταση του είπε ότι ανέφερε στον Μ.Ε.1 ότι αυτό ήθελε να γραφτεί στο τεκμήριο 1 αλλά εκείνος του είπε «Τα έγγραφα τα έχω. Δεν με εμπιστεύεσαι. Τον φίλο σου;». Σε άλλο δε σημείο της αντεξέτασης του πρόσθεσε και πάλι για πρώτη φορά ότι ο Μ.Ε.1 του είπε ότι εάν δεν μπορεί να του το πάρει εκείνος στην Χαλκιδική θα του έφερνε καπετάνιο για να γίνει η παράδοση εκεί. Αυτά όμως θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν τέθηκαν στον Μ.Ε.1 κατά την αντεξέταση του. Δεν είναι δε πειστική η θέση του Εναγόμενου ότι δέχθηκε να μην αναγραφεί κάτι τόσο σημαντικό στο τεκμήριο 1 παρά το ότι, ως ο ίδιος είπε, δεν ήταν φίλοι με τον Μ.Ε.1, το οποίο πρώτη φορά γνώριζε. Είπε επίσης στην αντεξέταση του ότι ο γιος του γνώριζε καλά αγγλικά και διάβασε τη συμφωνία πριν την υπογράψει ο Εναγόμενος καθώς και ότι τόσο ο γιος του όσο και ο Μ.Ε.1 του την εξηγήσαν όπως και ότι απορίες είχε. Όταν όμως ρωτήθηκε εάν του εξήγησαν τι σημαίνει η φράση «Shipping: ex workς, Italy», που ως προαναφέρθηκε αναγράφεται στην δεύτερη σελίδα του καταλόγου που επισυνάπτεται στο τεκμήριο 1, στο μέρος που αναγράφεται η τιμή αγοράς του σκάφους, μείον η έκπτωση και η αξία του σκάφους ΒΑYLINER, απάντησε αμέσως μη πειστικά και υπεκφεύγοντας «Όχι, δεν ξέρω». Όταν ρωτήθηκε εάν ήξερε ο γιος του, είπε ότι δεν ξέρει εάν το ήξερε ο γιος του. Πρέπει δε να αναφερθεί ότι για να πείσει για την πιο πάνω θέση του περί παράδοσης στην Χαλκιδική στην κυρίως εξέταση του είπε (μιλώντας για τον χρόνο υπογραφής της συμφωνίας τεκμήριο 1) ότι εκεί ο ίδιος είχε διευθετήσει και ενοικιάσει χώρο ελλιμενισμού σε ετήσια βάση. Κατά την αντεξέταση του όμως είπε ότι την κράτηση και τη συμφωνία για τον ελλιμενισμό στην Χαλκιδική την έκανε ένα με δύο μήνες μετά που υπέγραψε τη συμφωνία. Προς επίρρωση δε της εν λόγω θέσης του στην κυρίως εξέταση του (αναφερόμενος πάντα στον ίδιο χρόνο υπογραφής της συμφωνίας) είπε μάλιστα ότι ο Μ.Ε.1 τον ενημέρωσε ότι οι Ενάγοντες θα προέβαιναν σε σχετικές διευθετήσεις ώστε το σκάφος να μεταφερόταν επί άλλου πλοίου στην Αθήνα και μετά θα οδηγείτο από τους Ενάγοντες στην Χαλκιδική. Προς τούτο, είπε επίσης, ότι οι Ενάγοντες είχαν λάβει και προσφορά από συγκεκριμένη μεταφορική εταιρεία (παρέπεμψε στο τεκμήριο 16 ημερ. 18.2.08). Στην αντεξέταση του όμως είπε σχετικά ότι ο Μ.Ε.1 του έκανε αυτή την ενημέρωση λίγες μέρες πριν ξεκινήσει το σκάφος (δηλ. όχι στις 19.2.08). Σε ερώτηση εάν αυτό έγινε μέσα στον Ιούνιο είπε πολύ βολικά, όπως και για άλλες περιπτώσεις ότι δεν θυμόταν ημερομηνίες. Επίσης ενώ στην γραπτή του κατάθεση που υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, παρέπεμψε σχετικά στο τεκμήριο 16, στην αντεξέταση του όταν ρωτήθηκε για το τεκμήριο αυτό είπε ότι δεν γνώριζε για την προσφορά. Ανεξάρτητα δε από τα πιο πάνω, η θέση του ότι στις 19.2.09 δεν συμφωνήθηκε ότι τα μεταφορικά του σκάφους από το εργοστάσιο στην Ιταλία καθώς και τα εκτελωνιστικά και τα έξοδα έκδοσης πιστοποιητικού κατασκευής του σκάφους θα τα πλήρωνε αυτός και δεν περιλαμβάνονταν στην τιμή που αναφέρεται στο τεκμήριο 1, διαψεύδεται και από το γεγονός ότι αυτός στις 16.5.08 πλήρωσε στους Ενάγοντες το ποσό των €13.000 ενώ αργότερα υπέγραψε και τα τιμολόγια αρ. 4 και 5 ημερ. 20.6.08 (τεκμήρια 9-10) (αναφορά έγινε ανωτέρω), για τα οποία η εξήγηση που έδωσε, ως θα αναλυθεί κατωτέρω, δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Στην κυρίως εξέταση του είπε ότι περί τα τέλη Μαιου, αρχές lουνίου του 2008, οι Ενάγοντες του γνωστοποίησαν ότι για δικούς τους λόγους θα μετέφεραν το σκάφος στη Λεμεσό αντί στην Αθήνα. Στην αντεξέταση του είπε ότι το δέχθηκε αυτό με την προυπόθεση ότι ο τελικός του προορισμός είναι η Χαλκιδική και επειδή ήταν ταξίδι το οποίο θα ήταν και ο γιος του, ο οποίος ήθελε να αποκτήσει και εμπειρία. Είπε δε ότι συμφώνησε να παει το σκάφος στην Χαλκιδική μέσω Λεμεσού. Ανέφερε επίσης ότι η συνάντηση στην οποία αναφέρθηκε ο Μ.Ε.3 στην μαρτυρία του έγινε λίγες μέρες μετά την υπογραφή του τεκμήριου
- Η όλη εκδοχή του όμως δεν συνάδει χρονολογικά. Αυτό γιατί εάν η εν λόγω συνάντηση έγινε λίγες μέρες μετά τις 19.2.08, όταν η συμφωνία ήταν ακόμη η μεταφορά του σκάφους στην Χαλκιδική μέσω Αθήνας, όπου θα μεταφερόταν από το εργοστάσιο επί πλοίου, δεν είναι δυνατό να έγινε και συμφωνία για παράδοση του σκάφους από τους Ενάγοντες, από την Λεμεσό στην Χαλκιδική. Όσον αφορά τα τιμολόγια που υπέγραψε, με αρ. 3 ημερ. 17.6.08 (τεκμήριο 11), όπου αναγράφεται η τιμή του σκάφους με τα έξτρα (ως τελικά παραδόθηκε στον Εναγόμενο) και με αρ. 4 (τεκμήριο 9) και 5 (τεκμήριο 10), τα οποία αναφέρθηκαν ανωτέρω, είπε στην κυρίως εξέταση του ότι αυτά παραλήφθηκαν από τον ίδιο χωρίς έγκριση του περιεχομένου τους και ότι υπέγραψε μόνο ότι τα είχε παραλάβει. Για να πείσει δε για την θέση του αυτή πρόσθεσε ότι δεν θα μπορούσε να είχε εγκρίνει το περιεχόμενό τους αφού δεν διαβάζει την αγγλική γλώσσα. Εδώ να σημειωθεί ότι στην έκθεση υπεράσπισης του περιορίζεται να αναφέρει μόνο για το τεκμήριο 11 ότι παραλήφθηκε χωρίς έγκριση του περιεχομένου του, χωρίς να αναφέρεται έστω για αυτό το τιμολόγιο ότι δεν αντιλήφθηκε το περιεχόμενο του καθότι δεν γνώριζε αγγλικά. Στην μαρτυρία του είπε περαιτέρω ότι τα τιμολόγια του δόθηκαν όλα μαζί από τον Μ.Ε.1 σε ανύποπτο χρόνο και ενώ ο Εναγόμενος βρισκόταν στο κατάστημα των Εναγόντων, περί τα τέλη lουνίου όταν είχε μεταβεί εκεί για να αγοράσει ορισμένα υλικά για το σκάφος. Την ίδια ημέρα ο Μ.Ε.1 του είχε δώσει και όλες τις αποδείξεις που είχε εκδώσει για τις πληρωμές που είχε κάνει έναντι του τιμήματος αγοράς του σκάφους. Όλα δε τα τιμολόγια και αποδείξεις του τα είχε παρουσιάσει ο Μ.Ε.1 και του ζήτησε να τα υπογράψει. Ο Εναγόμενος τον ρώτησε τι ακριβώς αφορούσαν και του ζήτησε να περιμένει έως ότου ερχόταν ο γιος του στην Κύπρο εντός των επόμενων ημερών για να τα υπογράψει. Ο Μ.Ε.1 επέμενε να τα υπογράψει και αρκέστηκε να αναφέρει στον Εναγόμενο ότι αφορούσαν το σκάφος λέγοντας του χαρακτηριστικά «Θα σου γελάσει ο φίλος σου;». Σε σχέση με τα πιο πάνω θα πρέπει να λεχθεί ότι ούτε αυτή η θέση του ότι δηλ. ο Εναγόμενος ζήτησε από τον Μ.Ε.1 να περιμένει να έλθει ο γιος του από την Αγγλία σε λίγες μέρες για να υπογράψει τα τιμολόγια, τέθηκε στον Μ.Ε.1 κατά την αντεξέταση του. Στην αντεξέταση του δε ο Εναγόμενος είπε και πάλι ότι δεν γνώριζε τίποτε από το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων καθότι δεν γνωρίζει αγγλικά. Παρόλα αυτά και ενώ ζήτησε από τον Μ.Ε.1 να περιμένει λίγες μέρες να έλθει ο γιος του και ο Μ.Ε.1 επέμενε, εντούτοις ούτε ζήτησε από τον Μ.Ε.1 να του τα εξηγήσει, ούτε τα πήρε σε κάποιο άλλο πρόσωπο να το κάνει αυτό αλλά ούτε και πήρε έστω τηλέφωνο το γιο του για να εξηγηθεί με τον Μ.Ε.
- Σε άλλο δε σημείο της αντεξέταση του όταν ρωτήθηκε γιατί δεν είπε στον Μ.Ε.1 ότι δεν του υπογράφει και να φέρει κάποιον που ξέρει αγγλικά είπε ότι του το είπε αλλά εκείνος επέμενε και ο ίδιος παραπλανήθηκε και έκανε λάθος. Αυτά δε πρέπει να λεχθεί ότι δεν προέρχονται από κάποιο πρόσωπο που δεν έχει σχέση με δοσοληψίες και συμφωνίες αλλά από τον Εναγόμενο, ο οποίος ως ανέφερε είναι επιχειρηματιάς ανάπτυξης γης (Developer), είχε εταιρεία, έκτισε και πούλησε περίπου 100 σπίτια, έκανε σχετικά συμβόλαια, είχε λογιστές και ποτέ του δεν υπέγραψε κάτι που δεν αντιλήφθηκε το περιεχόμενο του. Πέραν όμως των ανωτέρω δεν φαίνεται ότι ο Εναγόμενος δεν μπορούσε να αρνηθεί να τα υπογράψει εφόσον δεν γνώριζε το περιεχόμενο τους, παρά την επιμονή του Μ.Ε.1, ο οποίος μάλιστα σύμφωνα με τα όσα είπε ο Εναγόμενος, είχε ήδη αλλάξει την συμφωνία για παράδοση του σκάφους αντί από την Αθήνα στην Χαλκιδική από την Λεμεσό στην Χαλκιδική. Για να πείσει δε για την εκδοχή του σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του είπε ότι όσον αφορά την υπογραφή των εν λόγω τιμολογίων ο Μ.Ε.1 τον εξαπάτησε ενώ σε άλλο ότι τον εκβίασε. Σε άλλο πάλι μέρος της αντεξέτασης του δεν θυμόταν πλέον πόσα τιμολόγια υπέγραψε την ίδια ημέρα. Όσον αφορά το τεκμήριο 9 δέχθηκε ότι πλήρωσε τις €13.
- Όταν όμως ερωτήθηκε για ποιο σκοπό του ζήτησε ο Μ.Ε.1 να πληρώσει αυτό έδωσε την μη πειστική απάντηση ότι απλά του ζήτησε αυτό το ποσό και το πλήρωσε. Όταν μάλιστα ρωτήθηκε εάν ο Μ.Ε.1 δεν του έλεγε τον λόγο απάντησε μη πειστικά ότι δεν τον αφορούσε ο λόγος. Ενόψει των ανωτέρω δεν μπορεί να γίνει δεκτή η θέση του Εναγόμενου που είναι ουσιαστικά ότι η υπογραφή εκ μέρους του των τιμολογίων σήμαινε μόνο την παραλαβή αυτών ως εγγράφων και όχι αποδοχή του περιεχομένου τους (βλ. και Μεσσαρής ν. Κατσιαμίδη
(2010)1Γ Α.Α.Δ 1851). Άλλωστε ο γενικός κανόνας - που ισχύει και στην παρούσα - είναι ότι αυτός που υπογράφει ένα έγγραφο θεωρείται ότι λαμβάνει γνώση του περιεχομένου του (βλ. Μακρή κ.α. ν. Χ'Ευαγγέλου
(1993)1 Α.Α.Δ 203). Το προσώπο δε αυτό έχει την ευθύνη να προσέχει τι υπογράφει και εμποδίζεται από του να αρνηθεί την όποια ευθύνη του με βάση το έγγραφο και σύμφωνα με το περιεχόμενο του (βλ. Χ'Στυλλη ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 38/2009, ημερ. 22.5.12). Όσον αφορά την γνώση του Εναγόμενου για διάφορα τεκμήρια που ήταν γραμμένα στα αγγλικά για να πείσει ότι δεν γνώριζε το περιεχόμενο τους, ήταν ουσιαστικά η θέση του ότι, είτε ήταν μαζί του ο γιος του και του το εξήγησε είτε του το εξήγησε αργότερα. Έτσι όσον αφορά την πληρωμή που έκανε ο ίδιος για την μαρίνα στο Saint Raphael (τεκμήριο 28) είπε ότι πήρε αυτός την απόδειξη αλλά και πάλι δεν θυμάται εάν ήταν και ο γιος του παρών. Όταν ρωτήθηκε εάν γνωρίζε τι έγραφε η απόδειξη απάντησε αρνητικά και για να πείσει πρόσθεσε οτι αν δεν είναι στα ελληνικά δεν κατάλαβε. Όσον αφορά την απόδειξη τεκμήριο 2 που είναι γραμμένη στα αγγλικά και δέχθηκε ότι την πήρε στις 20.2.08 όταν ρωτήθηκε εάν κατάλαβε τι αναγραφόταν σε αυτήν είπε και πάλι ότι εάν ήταν με το γιο του κατάλαβε. Ακόμη και για τα τεκμήρια 27-29 που κατέθεσε ο ίδιος, στο μέτρο που αυτά γράφουν αγγλικά, ερωτώμενος εάν αντιλήφθηκε τι γράφουν είπε ότι θα του τα εξήγησε ο γιος του. Όσον δε αφορά το τεκμήριο 11 όταν ρωτήθηκε εάν συμφωνεί ότι ό,τι δεν τοποθέτησαν οι Ενάγοντες από τον έξτρα εξοπλισμό που φαίνεται στον κατάλογο που επισυνάπτεται στο τεκμήριο 1, δεν του τα χρέωσαν είπε μη πειστικά ότι δεν το γνωρίζει έστω και εάν πέρασαν τόσα χρόνια από την παραλαβή του σκάφους. Σε άλλο δε σημείο της αντεξέτασης του είπε ότι όλα τα έγγραφα που κατέθεσε στο Δικαστήριο και είναι στα αγγλικά του τα εξήγησε ο γιος του πλην του τεκμηρίου 11 που τότε έλειπε. Δεν είναι όμως λογικό ο γιος του να του τα εξήγησε όλα αλλά το τεκμήριο 11 έστω και αργότερα να μην του το εξήγησε. Όσον δε αφορά τις αποδείξεις πληρωμών που του έδωσε ο Μ.Ε.1 ενώ στην κυρίως εξέταση του είπε ότι του τις είχε δώσει την ίδια ημέρα με τα τιμολόγια εντούτοις στην αντεξέταση του είπε ότι του τις έδωσε μετά που έκανε τις πληρωμές - εμβάσματα αλλά και πάλι δεν θυμόταν πότε. Στην κυρίως εξέταση του είπε ότι περί τα τέλη lουνίου του 2008 και αφού το σκάφος είχε μεταφερθεί στην Λεμεσό, οι Ενάγοντες απαίτησαν από αυτόν όπως τους καταβάλει το ποσό των €25.000 για την κάλυψη του ΦΠΑ, που θα έπρεπε να καταβληθεί για την εκτελώνιση και εισαγωγή του σκάφους διαφορετικά δεν θα προχωρούσαν στην εκτελώνιση. Μέχρι εκείνο το χρονικό σημείο δεν είχε μεταβιβασθεί στον Εναγόμενο η κυριότητα του σκάφους ούτε και του είχε παραδοθεί. Υπό την πίεση του χρόνου, αφού εντός των αμέσως επόμενων ημερών είχε προγραμματισμένο ταξίδι με την οικογένεια του και θεωρώντας ότι το πιο πάνω ποσό καλυπτόταν από το υπόλοιπο του τιμήματος αγοράς του σκάφους προχώρησε στην πληρωμή του πιο πάνω ποσού στους Ενάγοντες. Με την πληρωμή αυτή και προσθήκη της αξίας του BAYLINER, το συνολικό ποσό που είχε καταβάλει στους Ενάγοντες υπερέβαινε το συνολικό τίμημα πώλησης κατά €7.
- Περί τις 3.7.08 και ενώ το σκάφος είχε µεταφερθεί στη μαρίνα του ξενοδοχείου St. Raphael στη Λεμεσό, ο Εναγόμενος κάλεσε τους Ενάγοντες να προβούν στις απαραίτητες διαδικασίες με το Τμήμα Τελωνείων και με άλλες αρμόδιες αρχές με σκοπό την εξασφάλιση της αναγκαίας άδειας απόπλου με προορισμό τη Χαλκιδική όπως ήταν προγραμματισμένο και συμφωνημένο. Περαιτέρω ανέμενε ότι ο Μ.Ε.1 ή κυβερνήτης που θα προσλάμβαναν οι Ενάγοντες, με δικά τους έξοδα θα οδηγούσε το σκάφος στην Χαλκιδική. Επίσης ο Εναγόμενος ζήτησε να του παραδοθεί το πρωτότυπο πιστοποιητικό κατασκευαστή του σκάφους, το οποίο ήταν απαραίτητο για την μόνιμη εγγραφή του στο Νηολόγιο Κυπριακών Πλοίων. Υπό την προϋπόθεση τήρησης των πιο πάνω από πλευράς των Εναγόντων και της επιστροφή του ποσού των €7.680 που ο Εναγόμενος τους είχε καταβάλει, πέραν του συμφωνηθέντος τιμήματος αγοράς του σκάφους, ο τελευταίος δήλωσε ετοιμότητα να υπογράψει ταυτόχρονα τη σχετική πράξη μεταβίβασης (Bill of Sale) του BAYLINER στους Ενάγοντες ή σε τρίτο πρόσωπο που θα του υποδείκνυαν. Παρά ταύτα οι Ενάγοντες αρνήθηκαν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους αυτές με αποτέλεσμα ο Εναγόμενος να αναγκαστεί να προβεί ο ίδιος στις αναγκαίες ενέργειες χωρίς αποδέσμευση των Εναγόντων από τις υποχρεώσεις τους. Έτσι κατέθεσε στο Τμήμα Τελωνείων τα στοιχεία που του ζητήθηκαν και εξασφάλισε την σχετική άδεια απόπλου. Παράλληλα κατά την πιο πάνω χρονική περίοδο και μετά από επιθεώρηση του εσωτερικού μέρους του σκάφους κυρίως από το γιο του διαπιστώσαν ότι δεν είχε ενσωματωθεί ή περιληφθεί στο σκάφος συγκεκριμένος επιπλέον εξοπλισμός σύμφωνα με τον επισυνημμένο επί της συμφωνίας κατάλογο. Στην αντεξέταση του όταν ρωτήθηκε πότε ο ίδιος κατάλαβε για πρώτη φορά ότι παρέλειψαν οι Ενάγοντες να συμμορφωθούν με αυτό που ανέλαβαν να πράξουν με βάση τη συμφωνία είπε ότι αυτό έγινε όταν δεν ανταποκρίνονταν να του φέρουν το πιστοποιητικό για να γίνει η εγγραφή του σκάφους επ' ονόματι του και όταν απόφευγαν να κάνουν τις διαδικασίες για απόπλουν του σκάφους και να συμμετέχει στην οδήγηση του σκάφους στη Χαλκιδική. Χρονικά είπε αρχικά ότι αυτό έγινε όταν ήλθε το σκάφος στην Κύπρο. Όταν ρωτήθηκε πότε ήλθε διερωτήθηκε εάν ήταν τέλη Μαίου. Στη συνέχεια είπε ότι δεν πρέπει να είναι τότε και είπε ότι ήλθε στις 3.7.
- Όταν ρωτήθηκε όμως εάν πριν ήταν στο λιμάνι είπε ότι δεν ξέρει και ότι περίμενε τον Μ.Ε.1 να του το παραδώσει. Δεν θυμόταν πόσες μέρες έμεινε το σκάφος στην μαρίνα του Saint Raphael. Δέχθηκε δε στη συνέχεια ότι το σκάφος ήταν εκεί πριν τις 3.7.08 αλλά όταν ρωτήθηκε εάν ήταν ένα μήνα πριν ήταν σίγουρος ότι δεν ήταν μήνα αλλά δεν μπορούσε να πει πόσες μέρες. Όταν ρωτήθηκε εάν όταν έκανε την τελευταία πληρωμή στις 27.6.08 είχε δει το σκάφος στην μάρινα απάντησε και πάλι πολύ βολικά για τον ίδιο ότι δεν θυμάται. Είπε δε ότι ο ίδιος δεν έλεγξε το σκάφος αλλά ήταν ο γιος του που έλεγξε σε σχέση με το τι έβαλε και τι δεν έβαλε μέσα, τι έλειπε, αλλά ενώ στην κυρίως εξέταση του καθόρισε συγκεκριμένα περίοδο, στην αντεξέταση του και πάλι δεν θυμόταν πότε έγινε αυτό. Δέχθηκε δε ότι για την υπόθεση η ανάμειξη του ιδίου περιορίσθηκε στο να υπογράψει το τεκμήριο 1 και να πηγαίνει στην τράπεζα να πληρώνει και ότι σε σχέση με το τι μπήκε από τα έξτρα που παρήγγειλαν στο σκάφος και τι δεν μπήκε τον ενημέρωσε ο γιος του. Από το σύνολο όμως των ανωτέρω φαίνεται ότι η μνήμη του ήταν επιλεκτική και δεν είναι τυχαίο που «δεν θυμόταν» συγκεκριμένες ημερομηνίες εφόσον τέτοιες ουσιαστικά θα καταδείκνυαν το αβάσιμο των ισχυρισμό του. Στην αντεξέταση του είπε επίσης ότι κατά την τελευταία πληρωμή (δηλ. στις 27.6.08) ήταν εις γνώση του ότι το ποσό που πλήρωσε υπερέβαινε κατά €7.680 το ποσό που συμφωνήθηκε. Παρόλα αυτά έδωσε ως δικαιολογία ότι πλήρωσε το ποσό γιατί βιαζόταν να βγει το σκάφος και ότι ήταν αναγκασμένος να τα δώσει γιατί πλήρωσε πάρα πολλά λεφτά και σκάφος δεν είχε. Είπε δε ότι αυτό τον έκαιγε και όχι εάν έχανε 7.000 ή 10.
- Περαιτέρω στην αντεξέταση του όταν ρωτήθηκε πότε αντιλήφθηκε ότι έκανε λάθος που υπέγραψε τα προαναφερόμενα τιμολόγια είπε ότι το αντιλήφθηκε μετά που δεν του έδιναν το πιστοποιητικό κατασκευαστή για το σκάφος. Του υποδείχθηκε η επιστολή που του επέδωσαν στις 3.7.08 οι Ενάγοντες (τεκμήριο 4) στην οποία του ζητείται όπως εντός 4 ημερών τους πληρώσει το συνολικό ποσό των €33.652.59 (€8.052,29 ως υπόλοιπο για την αγορά του σκάφους και €25.600 συμφωνηθείσα αξία του σκάφους ΒΑYLINER) και πληροφορείται ότι σε αντίθετη περίπτωση θα εγείρουν αγωγή εναντίον του. Δέχθηκε ότι παρέλαβε την εν λόγω επιστολή και την διάβασε. Όταν ρωτήθηκε εάν δεν αντιλήφθηκε από την επιστολή αυτή ότι τον παραπλάνησε ο Μ.Ε.1 να υπογράψει το τεκμήριο 11 απάντησε αρνητικά και είπε, σε αντίθεση με τα ανωτέρω, ότι το αντιλήφθηκε μετά που ήλθαν στο Δικαστήριο. Σε άλλο σημείο είπε ότι το αντιλήφθηκε αυτό όταν ήρθε από την Ελλάδα. Είπε δε ότι όταν πήρε την επιστολή δεν είχε χρόνο να αντιληφθεί τι έγινε και η έγνοια του ήταν να παραλάβει το σκάφος. Την διάβασε και δεν όφειλε το ποσό που εκεί αναφέρεται. Σε ερώτηση όμως γιατί δεν πήγε σε δικηγόρο πριν φύγει για να απαντήσει ότι δεν οφείλει τα χρήματα διερωτήθηκε εάν υπήρχε λόγος την επόμενη μέρα να τρέχει και είπε ότι είχε τις φασαρίες με το σκάφος, έτρεχε Tελωνείο για να πάρει πιστοποίηση ότι είναι πληρωμένοι οι δασμοί και επειδή ήταν προγγραμματισμένος ο απόπλους δεν μπορούσε να τον αναβάλει. Μάλιστα ανέφερε ότι το θέμα δεν ήταν επείγον για εκείνον και θα το έβλεπε μετά. Δεν είναι όμως λογική η όλη θέση του ότι όχι μόνο οι Ενάγοντες δεν συμμορφώθηκαν με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις αλλά μάλιστα τους πλήρωσε και περισσότερα λεφτά από όσα συμφώνησαν και δεν έβαλαν στο σκάφος όλα όσα παραγγέλθηκαν και εντούτοις ενώ του ζητούσαν και το πιο πάνω ποσό επέλεξε ουσιαστικά να μην απαντήσει ποτέ στην εν λόγω επιστολή ενώ είπε ότι άφησε το θέμα για μετά που θα επέστρεφε από τις διακοπές του. Πέραν τούτου εύλογα ερωτήματα ως προς το αξιόπιστο της πιο πάνω θέσης του προκαλεί και το ότι ενώ ήγειρε ανταπαίτηση, με αυτήν δεν αξιώνει και το ποσό των €7.680, που σύμφωνα με τον ίδιο κατέβαλε στους Ενάγοντες, πέραν του συμφωνηθέντος. Το γεγονός ότι κατά την μαρτυρία του στο Δικαστήριο, 5½ περίπου χρόνια μετά την καταχώρηση της ανταπαίτησης του, δήλωσε ότι ανταξιώνει και αυτό το ποσό δεν μεταβάλλει τα πιο πάνω αλλά αντίθετα δείχνει την όλη μη πειστική προσπάθεια του να δικαιολογήσει τα κενά λογικής των θέσεων του. Όσον αφορά τη θέση του ότι δεν υπέγραψε το πωλητήριο έγγραφο για το ΒΑYLINER καθότι οι Ενάγοντες δεν του έδωσαν το πρωτότυπο πιστοποιητικό κατασκευαστή του σκάφους και τα απαραίτητα για εξασφάλιση άδειας απόπλου θα πρέπει κατ' αρχήν να λεχθεί οτι δεν προκύπτει, από τα όσα συμφωνήθηκαν σχετικά, ότι οι Ενάγοντες ανέλαβαν να του παραδώσουν το εν λόγω πιστοποιητικό πριν την εξόφληση του τιμήματος ούτε ότι ανέλαβαν να του εξασφαλίσουν άδεια απόπλου. Όσον αφορά το σκάφος BAYLINER στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι από τις 30.5.08 οι Ενάγοντες αποδέχτηκαν και ουσιαστικά τη μεταβίβαση της κυριότητας του και εξέδωσαν σε αυτόν απόδειξη παραλαβής και αποδοχής του (τεκμήριο 13). Η υποχρέωση του ιδίου ήταv vα παραδώσει τηv κυριότητα του BAYLINER στους Ενάγοντες όπως και έπραξε καθώς και να τους μεταβιβάσει τον τίτλο. Αργότερα ενδιαφέρθηκε για το εν λόγω σκάφος ο Μ.Ε.3, ο οποίος με σκοπό να εξασφαλίσει περισσότερες πληροφορίες ζήτησε και διευθετήθηκε συνάντηση στο γραφείο των Εναγόντων, οπόταν είχε αναφερθεί και ότι η μεταφορά του σκάφους θα γινόταν στη Χαλκιδική. Οι Ενάγοντες ζήτησαν από τον Εναγόμενο αντί να τους μεταβιβάσει το BAYLINER στο όνομα τους, να υπογράψει πωλητήριο έγγραφο στο όνομα του Μ.Ε.
- Παρά δε το ότι ο Εναγόμενος δεν είχε συμβατική υποχρέωση να κάνει κάτι τέτοιο εντούτοις ήταν πρόθυμος να το κάνει αυτό δηλ. να μεταβιβάσει τον τίτλο εφόσον οι Ενάγοντες εκπλήρωναν τις δικές τους συμβατικές υποχρεώσεις απέναντι του δηλ. την παράδοση του πρωτότυπου πιστοποιητικού κατασκευαστή του σκάφους, την επιστροφή του ποσού των €7.680 που είχε καταβάλει πέραν του τιμήματος αγοράς και την διεκπεραίωση των αναγκαίων διαδικασιών με τις αρμόδιες τελωνειακές ή άλλες αρχές για την εξασφάλιση των απαραίτητων εγκρίσεων και αδειών για τον απόπλου του σκάφους. Ο Μ.Ε.3, κατόπιν συνεννοήσεως και με τον Εναγόμενο παρέλαβε την κατοχή του σκάφους BAYLINER, από περιφραγμένο άδειο οικόπεδο δίπλα από το σπίτι του Εναγόμενου. Μετά που οι Ενάγοντες δεν τήρησαν τις προαναφερόμενες συμβατικές τους υποχρεώσεις ο Εναγόμενος δεν προχώρησε στην μεταβίβαση του σκάφους στο όνομα του Μ.Ε.3, ο οποίος τον Ιούλιο του 2008 τηλεφώνησε στον Εναγόμενο ενώ αυτός βρισκόταν στη Χαλκιδική με την οικογένεια του και τον ενημέρωσε ότι θα μετέφερε το σκάφος στο σημείο από το οποίο το είχε παραλάβει. Ο Εναγόμενος του ανέφερε ότι η είσοδος του περιφραγμένου χώρου είναι ανοικτή και δεν είχε οποιαδήποτε ένσταση για τη μεταφορά του. Αναφορικά με τα πιο πάνω θα πρέπει κατ' αρχήν να σημειωθεί ότι ο Μ.Ε.3 δεν ανέφερε ότι την συγκεκριμένη συνάντηση στο γραφείο του Μ.Ε.1 την ζήτησε αυτός ώστε να πάρει περισσότερες πληροφορίες για το ΒΑYLINER. Ούτε ανέφερε ότι εκείνη την ημέρα έγινε οποιαδήποτε αναφορά στο ΒΑYLINER ή ότι έλαβε γνώση των όρων της συμφωνίας μεταξύ Εναγόντων και Εναγόμενου. Όσον δε αφορά τη μη μεταβίβαση του εν λόγω σκάφους σε αυτόν, ο Μ.Ε.3 ανέφερε ότι σε επικοινωνία που είχε με τον Εναγόμενο για τον σκοπό αυτό εκείνος του είπε ότι δεν μεταβίβαζε το σκάφος γιατί περίμενε ένα χαρτί από τον Μ.Ε.1 για το καινούργιο σκάφος που αγόρασε για να γίνουν ταυτοχρόνως οι πράξεις. Προκύπτει λοιπόν ότι είναι όψιμοι οι ισχυρισμοί του Εναγόμενου ότι ο λόγος που δεν προχώρησε στην μεταβίβαση του ΒΑYLINER, πέραν της μη παράδοσης του πρωτότυπου πιστοποιητικού κατασκευαστή ήταν και η επιστροφή του ποσού των €7.680 που είχε καταβάλει πέραν του τιμήματος αγοράς. Αυτό άλλωστε προκύπτει και από την αντεξέταση του Εναγόμενου όπου ερωτώμενος σχετικά δέχθηκε ουσιαστικά ότι για να μεταβιβάσει το ΒΑYLINER έπρεπε να πάρει το πιστοποιητικό κατασκευαστή και να εγγραφεί το σκάφος επ' ονόματι του. Ως προκύπτει από αυτά που ανέφερε στην γραπτή του κατάθεση, η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέταση του, η θέση του είναι ότι το BAYLINER ανήκει στους Ενάγοντες αφού τους παρέδωσε την κυριότητα του αν και δεν τους μεταβίβασε τον τίτλο, κάτι που οι Ενάγοντες αποδέχθηκαν εκδίδοντας του απόδειξη παραλαβής και αποδοχής (τεκμήριο 13). Κατ' αρχήν θα πρέπει να λεχθεί ότι η πιο πάνω θέση που διακρίνει την «παράδοση της κυριότητας» του σκάφους από την «μεταβίβαση του τίτλου» είναι προφανώς μια νομική θέση, η οποία τίθεται από ένα πρόσωπο που από τα όσα έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έχει έστω στοιχειώδεις νομικές γνώσεις. Ο Εναγόμενος όμως όπως και κάθε μάρτυρας που καταθέτει στο Δικαστήριο (πλην εμπειρογνωμόνων) παραθέτουν γεγονότα επί των οποίων το Δικαστήριο θα καταλήξει στο νομικό προσδιορισμό της διαφοράς και θα την κρίνει. Το γεγονός λοιπόν που θέτει με την πιο πάνω ισχυριζόμενη θέση του ο Εναγόμενος είναι ότι αυτός παρέδωσε την κατοχή του σκάφους στους Ενάγοντες και προς επιβεβαίωση αυτού οι τελευταίοι του έκδωσαν την απόδειξη τεκμήριο
- Η πιο πάνω θέση του όμως δεν συνάδει με τα όσα δικογραφεί σχετικά όπου όχι μόνο δεν αναφέρεται σε παράδοση της κατοχής του ΒΑYLINER στους Ενάγοντες αλλά αναφέρει ότι συμφωνήθηκε η μεταβίβαση του ΒΑYLINER (βλ. παρ. 10 Ε/Υ), ως μέρος του τιμήματος αγοράς του σκάφους για το ποσό των €25.600 και ότι δήλωσε στην ετοιμότητα του να υπογράψει την «σχετική πράξη πώλησης και μεταβίβασης (Βill of Sale) στους Ενάγοντες ή στο πρόσωπο που αυτοί θα του υποδείκνυαν» (βλ. παρ. 12 και 17.6) καθώς και ότι δεν έγινε η εν λόγω μεταβίβαση για συγκεκριμένους λόγους (βλ. παρ. 17.7). Όσον δε αφορά την απόδειξη τεκμήριο 13 αυτή φέρει ημερ. 30.5.08 κατά την οποία ως προκύπτει από τα γεγονότα τότε το σκάφος δεν το είχε καν πάρει στην κατοχή του ο Μ.Ε.
- Προκύπτει επίσης από τα γεγονότα και ιδιαίτερα από την μαρτυρία του Μ.Ε.3 ότι η παράδοση αυτής καθ' αυτής της κατοχής του BAYLINER έγινε από τον Εναγόμενο στον Μ.Ε.3 εφόσον ο πρώτος επέτρεψε στον τελευταίο να το πάρει από τον χώρο που το είχε δίπλα από την οικία του. Δεν είναι δε λογική η θέση του Εναγόμενου ότι παρά το ότι δεν μεταβίβασε τον τίτλο στον Μ.Ε.3, αφού δέχθηκε πριν να το πράξει αντί να κάνει τη μεταβίβαση στο όνομα των Εναγόντων, με τους οποίους είχε συμφωνήσει σχετικά και παρά το ότι θεωρούσε ότι είχε παραδώσει το σκάφος στους Ενάγοντες και τους ανήκε πλέον, όταν ο Μ.Ε.3 τον ενημέρωσε ότι θα το επιστρέψει στο χώρο από όπου το πήρε δεν έφερε ένσταση ενώ λογικά θα αναμενόταν να πει στον Μ.Ε.3 να το παραδώσει στους Ενάγοντες. Προσπαθώντας μάλιστα να το δικαιολογήσει αυτό είπε στην κυρίως εξέταση του ότι μετά όποτε του διδόταν η ευκαιρία ζητούσε από τους Ενάγοντες να διευθετήσουν την παραλαβή του σκάφους. Δεν είναι όμως και πάλι λογική η θέση του ότι παρά το ότι οι Ενάγοντες σχεδόν αμέσως ήγειραν εναντίον του την παρούσα αγωγή και ζητούσαν και την αξία του εν λόγω σκάφους, αυτός να τους ζητούσε να το παραλάβουν προφορικά, χωρίς να στείλει έστω μια επιστολή. Το μόνο που προέκυψε σχετικά από τον ίδιο τον Μ.Ε.1 είναι ότι 3-4 χρόνια μετά σε συνάντηση που είχε με τον Εναγόμενο εκείνος του είπε να παραλάβει το BAYLINER και να εξοφλήσουν κάτι που φυσικά δεν επιβεβαιώνει την πιο πάνω θέση του Εναγόμενου. Περαιτέρω στην κυρίως εξέταση του για να πείσει για το αδικαιολόγητο της αποδοχής της παραμονής του σκάφους στην κατοχή του είπε ότι παρά το ότι αυτό έκτοτε καταλαμβάνει χώρο σε οικόπεδο του δεν απαιτεί αποθηκευτικά ή άλλη αμοιβή από τους Ενάγοντες αφού βρίσκεται σε χώρο που ούτως ή άλλως δεν χρησιμοποιει και δεν του προκαλεί ενόχληση. Παρόλα αυτά πρόσθεσε ότι από την άλλη αναμένει την απόφαση του Δικαστηρίου για να λάβει γνώση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του και να πράξει ανάλογα. Στην αντεξέταση του δε όταν ρωτήθηκε εάν είναι και μέχρι σήμερα η θέση του ότι αν δεν του δώσουν οι Ενάγοντες τις €7.680 δε θα του δώσες το ΒΑYLINER απάντησε ουσιαστικά υπεκφεύγοντας «Βεβαίως. Θα αποφασίσει το Δικαστήριο». Τέλος θα πρέπει να λεχθεί ότι η όλη θέση του για το θέμα παράδοσης και μεταβίβασης ήταν επιλεκτική εφόσον όσον αφορούσε το θέμα του τόπου παράδοσης του καινούριου σκάφους είπε ότι ο ίδιος αντιλαμβάνεται ως παράδοση μόνο το να πάρει κάποιος το πράγμα το οποίο έχει αγοράσει και να μεταβιβαστεί πάνω του ενώ στην περίπτωση του ΒΑYLINER παρά το ότι δεν το έχει μεταβιβάσει θεωρεί ότι το παρέδωσε στους Ενάγοντες. Ως εκ των άνω κρίνω ότι ο Εναγόμενος δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και η μαρτυρία του, στο μέτρο που έρχεται σε αντίθεση με την υπόλοιπη μαρτυρία που έγινε δεκτή, απορρίπτεται. Ευρήματα Με βάση τα παραδεκτά γεγονότα και την μαρτυρία που έγινε δεκτή καταλήγω στα ακόλουθα: Οι Ενάγοντες είναι εταιρεία με έδρα την Λεμεσό και ασχολούνται με πωλήσεις πλοίων, σκαφών και σκαφών αναψυχής. Δυνάμει συμφωνίας έχουν αποκλειστική άδεια διανομής και πώλησης προιόντων της Ιταλικής εταιρείας CRANCHI Srl, στην Κύπρο (τεκμήριο 7). Στις 19.2.08 οι Ενάγοντες και ο Εναγόµενος υπέγραψαν γραπτή συµφωνία (τεκμήριο 1) πώλησης προς τον Εναγόμενο ενός καινούριου σκάφους αναψυχής µάρκας CRANCHI ZAFFIRΟ 34, το οποίο θα έφερε 2 µηχανές µάρκας VOLVO ΡΕΝΤΑ 2Χ4D4 EVC/DP Η (2Χ260ΗΡ) (στο εξής το σκάφος) στην τιµή των €179.856, πλέον €51.359 που ήταν το συµφωνηθέν ποσό για έξτρα εξοπλισµό του σκάφους, τον οποίο εξοπλισµό ο Εναγόµενος επέλεξε από τον κατάλογο «optional extra» που επισυνάφθηκε στη συµφωνία και αποτελεί αναπόσπατο μέρος αυτής. Συμφωνήθηκε επίσης στο ίδιο έγγραφο να γίνει έκπτωση 11%, η οποία αντιστοιχεί σε €25.433 και το ποσό που παρέµεινε µετά τους πιο πάνω υπολογισµούς ήταν €205.781, πλέον ΦΠΑ. Το σκάφος θα παραδιδόταν δε με βάση την ίδια συμφωνία τον Μάιο του
- Περαιτέρω συμφωνήθηκε προφορικά και έγινε σχετική αναφορά στο τεκμήριο 1 (βλ. επισυνημμένο κατάλογο «-25.600 bayliner») ότι προς εξόφληση μέρους του τιμήματος πώλησης του σκάφους, ύψους €25.600, ο Εναγόμενος θα παρέδιδε και θα μεταβίβαζε στους Ενάγοντες ένα σκάφος τύπου ΒΑYLINER (στο εξής το ΒΑYLINER) το οποίο ήταν ιδιοκτησίας του. Από την τιµή πώλησης ποσό €20.578, πλέον 15% ΦΠΑ συµφωνήθηκε να πληρωθεί από τον Εναγόµενο στους Ενάγοντες, ως προκαταβολή µε την υπογραφή της συµφωνίας και το υπόλοιπο ποσό των €185.203, πλέον ΦΠΑ, µε την παράδοση του σκάφους από τους Ενάγοντες στον Εναγόµενο. Παράλληλα συμφωνήθηκε προφορικά την ίδια ημέρα ότι το σκάφος θα παραδιδόταν από τους Ενάγοντες στον Εναγόμενο στην Λεμεσό και ότι ο Εναγόμενος θα πλήρωνε περαιτέρω τα έξοδα μεταφοράς του σκάφους από το εργοστάσιο του κατασκευαστή στην Ιταλία στην Λεμεσό, πλέον τα εκτελωνιστικά έξοδα και τα έξοδα έκδοσης του πιστοποιητικού κατασκευαστή. Κατά την υπογραφή της συµφωνίας τεκμήριο 1 ο Εναγόµενος πλήρωσε στους Ενάγοντες το ποσό των €20.000 ως προκαταβολή και εκδόθηκε σχετική απόδειξη µε αριθµό 0006 (τεκμήριο 2). Προς αποπληρωµή του συµφωνηθέντος τιµήµατος πώλησης του σκάφους ο Εναγόµενος πλήρωσε στους Ενάγοντες στις 7.5.08 το ποσό των €160.729 και οι Ενάγοντες του έκδοσαν απόδειξη υπ' αριθµό 0014 (βλ. στο τεκμήριο 3). Περαιτέρω στις 16.5.08 ο Εναγόμενος πλήρωσε στους Ενάγοντες το ποσό των €13.000 για τα έξοδα μεταφοράς του σκάφους. Στις 30.5.08 οι Ενάγοντες έκδοσαν προς τον Εναγόμενο απόδειξη είσπραξης του ποσού των €25.600 (τεκμήριο 13) όπου αναγράφεται «deposit on a/s (Bayliner boat)». Στις 18.6.08 οι Ενάγοντες υπέγραψαν και παρέδωσαν το πωλητήριο έγγραφο (Βill of sale) προς μεταβίβαση του σκάφους στον Εναγόμενο (τεκμήριο 19). Η υπογραφή δε του Μ.Ε.1 στο εν λόγω τεκμήριο πιστοποιήθηκε από τον Νηολόγο Κυπριακών Πλοίων στις 20.6.
- Το σκάφος µεταφέρθηκε από τους Ενάγοντες στην Κύπρο περί τα τέλη Ιουνίου του 2008 (η θέση του τέθηκε από την υπεράσπιση κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.1 ήταν ότι στις 20.6.08 το σκάφος ήταν ήδη στην Κύπρο), εκτελωνίσθηκε, μεταφέρθηκε στην μαρίνα του St Raphael στη Λεμεσό και ελέγχθηκε από τον Εναγόμενο. Ο Εναγόμενος υπέγραψε σχετικά το τιμολόγιο αρ. 3 (τεκμήριο 11) που έκδοσαν οι Ενάγοντες όπου αναγράφεται η τιμή του σκάφους και αναλυτικά ο έξτρα εξοπλισμός και η τιμή ενός εκάστου μέρους του εν λόγω εξοπλισμού συνολικά για €228.815, μείον έκπτωση €2.281,50 πλέον ΦΠΑ (€30.809,02) σύνολο €236.202,
- Από το εν λόγω τιμολόγιο στο οποίο φαίνονται αναλυτικά τα έξτρα που τελικά τοποθετήθηκαν στο σκάφος σε σύγκριση με τον κατάλογο που επισυνάπτεται στο τεκμήριο 1, προκύπτει ότι στο σκάφος δεν περιλήφθηκε το κάλυμμα του πίνακα οργάνων (dashboard cover) αξίας €179, το οποίο σύμφωνα με τον Μ.Ε.1 το εργοστάσιο δεν το είχε διαθέσιμο την συγκεκριμένη στιγμή, και τα 4 «fenders» και 4 «fender covers» αξίας €
- Περαιτέρω αντί να τοποθετηθεί σύστημα κλιματισμού 16,000 BTU αξίας €8.747 τοποθετήθηκε σύστημα κλιματισμού 7,000 BTU αξίας €5.
- Ο Εναγόμενος, μετά την υπογραφή του τεκμηρίου 1 δέχθηκε και συμφώνησε την τοποθέτηση του εν λόγω συστήματος κλιματισμού, μετά που ο Μ.Ε.1 του εξήγησε ότι το σύστημα 16,000 BTU είναι συνήθως για τις Αραβικές χώρες ενώ ο κατασκευαστής πρότεινε για την Μεσόγειο το σύστημα 7,000 BTU. Περαιτέρω ο Εναγόμενος αντί να παραγγείλει ένα «Βοw fender holder» παράγγειλε δυο και έτσι χρεώθηκε επί πλέον €
- Με βάση δε το τεκμήριο 11 χρεώθηκε στον Εναγόμενο μόνο ότι του παραδόθηκε. Περαιτέρω στο τεκμήριο 11 αντί να γίνει η συμφωνηθείσα έκπτωση των 11% έγινε έκπτωση 10%. Ο Εναγόμενος υπέγραψε επίσης το τιμολόγιο αρ. 4 (τεκμήριο 9) που έκδοσαν οι Ενάγοντες όπου αναγράφεται «Transport Zaffiro 34» για €13.000, πλέον ΦΠΑ δηλ. €14.950 και το τιμολόγιο αρ. 5 (τεκμήριο 10) που επίσης έκδοσαν οι Ενάγοντες όπου αναγράφεται «1.Clearing Expenses €1,008.70, 1.Builders Certificate €60» συνολικά με ΦΠΑ δηλ. €1.
- Εν τω μεταξύ ο Μ.Ε.3, ο οποίος γνώριζε και τους δύο διαδίκους έμαθε για το BAYLINER και ενδιαφέρθηκε να το αγοράσει. Συμφώνησε δε με τον Μ.Ε.1 να το αγοράσει για το ποσό των €23.
- Προς τούτο έκδοσε προς τον Μ.Ε.1 μεταχρονολογημένη επιταγή (με ημερ. πληρωμής 22.7.08) με το αντίστοιχο πο