Kώστας Πετρίδης ν. Περιφερειακή Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Λεμεσού Λίμιτεδ, Αρ. Αγωγής 2389/14, 29/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A143 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Η. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 2389/14 Μεταξύ: Kώστας Πετρίδης, από τη Λευκωσία Ενάγοντα και Περιφερειακή Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Λεμεσού Λίμιτεδ, από τη Λεμεσό Εναγόμενης ----------------------------- Aίτηση ημερ. 26.9.14 29.5.2015 Για Ενάγοντα/Αιτητή: κ. Γ. Παγιάσης για Παπαντωνίου & Παπαντωνίου Δ.Ε.Π.Ε. (για ν' ακούσει απόφαση ο κ. Σωτηριάδης) Για Εναγόμενη/Καθ' ης η αίτηση: κ. Θ. Χριστοδούλου για Chrysses Demetriades & Co LLC (για ν' ακούσει απόφαση η κα Στυλιανίδου) Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η 1. O Αιτητής επιζητεί διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναστέλλεται η διαδικασία διαιτησίας μεταξύ του Ενάγοντα και της Εναγομένης εταιρείας σε σχέση με δύο δάνεια ως επίσης και διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στο διαιτητή να εκδώσει οποιαδήποτε απόφαση σε σχέση με τα πιο πάνω δάνεια. 2. Η αίτηση στηρίζεται «στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6, άρθρα 4 και 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 άρθρα 31, 32, 43 και 47, στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.35 θ.18 και 19, Δ.40 θ.θ.7 και 11, Δ.47, Δ.48 θ.θ.1-4 και 8
(1)(ii) και (ee), Δ.64, στον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο, ιδία: άρθρο 52, στον περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμο και στις οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, στον περί Διαιτησίας Νόμο (Κεφ.4), ιδία: άρθρα 20, 21 και 26, στα Άρθρα 28 και 30
(1), 30
(2)και 30
(3), (α), (β) και (γ) του Συντάγματος, στις αρχές της ίσης μεταχείρισης, της δίκαιης δίκης και στους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης, στις αρχές της επιείκειας (equity), στη νομολογία, την πρακτική, τη διακριτική ευχέρεια και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου».
- Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, μεταξύ άλλων αναφέρονται τα ακόλουθα: (α) Ο Ενάγοντας πληροφορήθηκε για τη διαδικασία διαιτησίας σε σχέση με δύο δάνεια στα οποία υπέγραψε ως εγγυητής, με επιστολές που του επιδόθηκαν στις 31.3.2014 (βλ. Τεκμήρια 1 και 2). Με επιστολή του ημερ. 24.4.2014 (βλ. Τεκμήριο 3) ζητούσε από το διαιτητή αναβολή της διαδικασίας διαιτησίας η οποία ήταν προγραμματισμένη για ακρόαση στις 28.4.2014 ώστε να προετοιμαστεί κατάλληλα και να λάβει σχετική νομική συμβουλή. (β) Αφού έλαβε αντίγραφα των σχετικών εγγράφων που αφορούσαν τα επίδικα θέματα και μελετώντας τα προσεκτικά καταχώρησε στις 22.5.2014 την παρούσα αγωγή εναντίον της Εναγομένης. Με την αγωγή αξιώνει όπως οι επίδικες συμφωνίες και εξασφαλίσεις κριθούν άκυρες συνεπεία δόλου, απάτης, ψευδών παραστάσεων, εικονικές και άνευ νομίμου ανταλλάγματος εκ μέρους της Εναγομένης. Αναφέρει ότι η αγωγή εμπερικλείει σοβαρά νομικά ζητήματα που άπτονται της εγκυρότητας των διαδικασιών και απαιτούν ενδελεχή δικαστική αξιολόγηση και κρίση. Επισυνάπτει ως Τεκμήριο 4 την έκθεση απαίτησης η οποία, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, επιβεβαιώνει του λόγου το αληθές. (γ) Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι το ποσό που αξιώνεται είναι προϊόν παράνομων και αντισυμβατικών χρεώσεων της Εναγομένης το οποίο ουδέποτε αποδέχτηκε. Επισημαίνει ότι η διαδικασία διαιτησίας δεν προσφέρεται για ενδεδειγμένη εξέταση των σοβαρών ζητημάτων που προτίθεται να εγείρει κατά τη δικαστική διαδικασία. Όπως ενημερώνεται από τους δικηγόρους του καθώς και από τα όσα ο ίδιος αντιλήφθηκε από τις προσωπικές επαφές που είχε στη διαδικασία διαιτησίας, αυτές δεν διασφαλίζουν τα συνταγματικά του δικαιώματα σε δίκαιη δίκη ούτε πληρούν τις προϋποθέσεις αμεροληψίας και αντικειμενικότητας. Ισχυρίζεται ότι ο διαιτητής δεν έχει τα απαραίτητα προσόντα και ικανότητες για να αποφασίσει επί τέτοιων σοβαρών γεγονότων και νομικών ζητημάτων τα οποία πρέπει να τύχουν δικαστικής αξιολόγησης. (δ) Σε δύο περιπτώσεις στις 5.6.2014 και στις 8.7.2014 απευθύνθηκε στο διαιτητή μέσω των δικηγόρων του ζητώντας από αυτόν να αναστείλει τις ενώπιον του διαδικασίες μέχρι την ολοκλήρωση της παρούσας αγωγής (βλ. Τεκμήριο 5). Ο διαιτητής δεν συμμορφώθηκε με το περιεχόμενο της επιστολής του και ως εκ τούτου καταχώρησε την παρούσα αίτηση.
- Η Εναγόμενη/Καθ' ης η αίτηση έφερε ένσταση στην πιο πάνω αίτηση καθότι, μεταξύ άλλων, (α) δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση δόλου αφού δεν έχουν τεθεί ισχυρισμοί στην ένορκη δήλωση που να δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, (β) η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και (γ) δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των διαταγμάτων. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της κας Σούλας Χρήστου, υπαλλήλου στη δικηγορική εταιρεία των δικηγόρων της Εναγομένης, στην οποία, μεταξύ άλλων, επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης.
- Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων, στο στάδιο των αγορεύσεων, υιοθέτησαν εκ διαμέτρου αντίθετες προσεγγίσεις. Ο μεν συνήγορος του Αιτητή εισηγήθηκε ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Ο δε συνήγορος της Καθ' ης η αίτηση εισηγήθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί καθότι δεν υπάρχουν ισχυρισμοί στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και κατ' επέκταση μαρτυρία για εκ πρώτης όψεως υπόθεση δόλου ή συζητήσιμη υπόθεση.
- Το άρθρο 52 των περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμων προνοεί τα ακόλουθα: «52.-
(1)Οσάκις εγείρεται οιαδήποτε διαφορά αφορώσα τας εργασίας εγγεγραμμένης εταιρείας- (α) μεταξύ άλλων, πρώην μελών, και προσώπων αξιούντων μέσω μελών·ή (β) μεταξύ μέλους, πρώην μέλους ή προσώπου αξιούντος μέσω μέλους, πρώην μέλους ή αποβιώσαντος μέλους και της εταιρείας, της επιτροπείας ή του συμβουλίου αυτής ή οιουδήποτε αξιωματούχου, αντιπροσώπου ή υπαλλήλου της εταιρείας· ................................
(2)Ο Έφορος δύναται, επί τη λήψει της δυνάμει του εδαφίου
(1)παραπομπής: (α) να επιχειρήση συνδιαλλαγήν της διαφοράς·ή (β) να παραπέμψη την διαφοράν προς επίλυσιν εις διαιτησίαν ήτις διεξάγεται συμφώνως προς τας διατάξεις της εκάστοτε ισχυούσης νομοθεσίας περί διαιτησίας. ...............................» Σύμφωνα λοιπόν με το αρ.52
(2)(β) η διαιτησία διεξάγεται συμφώνως προς τις διατάξεις της εκάστοτε ισχυούσης νομοθεσίας περί διαιτησίας. Το δε άρθρο 9
(2)του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ.4 προνοεί: «
(2)Όταν συμφωνία μεταξύ συμβαλλόμενων προβλέπει ότι τυχόν διαφορές που δυνατόν να προκύψουν μεταξύ τους στο μέλλον παραπέμπονται σε διαιτησία και σε τέτοια διαφορά που αναφύεται στη συνέχεια εγείρεται το ζήτημα κατά πόσο οποιοσδήποτε από τους συμβαλλόμενους έχει καταστεί ένοχος δόλου, το Δικαστήριο έχει εξουσία, στην έκταση που είναι αναγκαίο όπως το ζήτημα αυτό αποφασιστεί από το Δικαστήριο, να διατάξει όπως η συμφωνία παύσει να ισχύει και να παραχωρήσει άδεια για ακύρωση οποιουδήποτε συνυποσχετικού που έγινε βάσει της συμφωνίας αυτής.» Στην υπόθεση Ψηλογένη κ.α. ν. Νέας Συνεργατικής Εταιρείας Πάνω Πλατρών κ.α.
(2004)1 Α Α.Α.Δ.243 οι ενάγοντες/εφεσείοντες καταχώρησαν στο επαρχιακό δικαστήριο Λεμεσού κλητήριο ένταλμα γενικά οπισθογραφημένο αξιώνοντας δήλωση ότι η εφεσείουσα δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στους εφεσίβλητους και συνεπώς οι εφεσείοντες 2, 3 και 4 έχουν απαλλαγεί από τη δοθείσα εγγύηση. Επικαλέστηκαν δόλο και/ή συνωμοσία των εφεσιβλήτων προς εξαπάτηση τους και την ίδια μέρα καταχώρησαν μονομερή αίτηση με την οποία επιδίωξαν την έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο να εμποδίζονται οι εφεσίβλητοι να προωθήσουν την έναρξη διαιτητικής διαδικασίας εναντίον τους. Στην ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση, ήγειραν σαφώς θέματα απάτης, δόλου και συνωμοσίας. Το πρωτόδικο δικαστήριο δέχθηκε ότι υπήρξε συζητήσιμη υπόθεση και απλή πιθανότητα επιτυχίας η οποία εξισωνόταν με απόδειξη εκ πρώτης όψεως δόλου και έκρινε ότι οι εφεσείοντες έπρεπε να προβάλουν τους ισχυρισμούς τους για δόλο ενώπιον του διαιτητή. Έτσι απέρριψε την αίτηση. Το Ανώτατο Δικαστήριο παραμερίζοντας την πιο πάνω πρωτόδικη απόφαση εξέδωσε σχετικά διατάγματα και ανέφερε: «Έχουμε την άποψη πως σκοπός του αρ.9
(2)του Κεφ.4 είναι η παροχή διακριτικής ευχέρειας στο Δικαστήριο να αποτρέπει ή εμποδίζει την διεξαγωγή διαιτησίας σε υποθέσεις στις οποίες εγείρονται θέματα δόλου.» Περαιτέρω ανέφερε τα ακόλουθα: «Στον Russel on the Law of Arbitration, 20η εκ., σελ.148, υποδεικνύεται ότι δεν υπάρχει Αγγλική αυθεντία ερμηνευτική της εφαρμογής του αρ.24
(2)και σε προηγούμενες εκδόσεις διατυπώνεται η άποψη ότι προφανώς η διακριτική ευχέρεια θα εφαρμόζεται με τον ίδιο τρόπο που εφαρμόζεται η διακριτική ευχέρεια για άρνηση αναστολής της διαδικασίας σε ταυτόχρονη αγωγή*. (*Previous editions of Russell expressed the view that 'presumably the discretion will be exercised in the same manner as the discretion to refuse a stay of a concurrent action in such cases.') Στην Russell v. Russell [1880]14 Ch.D.471 o Jessel M.R. αποφάσισε ότι: 'Ιn the case where fraud is charged, the Court will in general refuse to send the dispute to arbitration if the party charge with the fraud desires a public inquiry. But where the objection to arbitration is by the party charging the fraud, the Court will not necessarily accede to it, and will never do so unless a prima facie case of fraud is proved.' Σε μετάφραση: 'Σε υπόθεση όπου διατυπώνεται κατηγορία για δόλο, το Δικαστήριο γενικώς θα αρνηθεί να παραπέμψει την υπόθεση σε διαιτησία αν ο διάδικος που κατηγορείται για δόλο επιθυμεί δημόσια έρευνα. Πλην όμως όπου η ένσταση στη διαιτησία εγείρεται από το διάδικο που διατυπώνει την κατηγορία για δόλο, το δικαστήριο δεν θα δεχθεί κατ' ανάγκη την ένσταση, και δεν θα το πράξει ποτέ, εκτός αν αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση δόλου.' Η πιο πάνω απόφαση υιοθετήθηκε από το Αγγλικό Εφετείο στην Cunningham-Reid and Another v. Buchanan-Jardine [1988]2 All E.R.438." 7. Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Πολεμίου
(2009)1 Α Α.Α.Δ.242 αναφορικά με το άρθρο 9
(2)του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ.4, με σαφή τρόπο αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "Από το περιεχόμενο της πιο πάνω νομοθετικής πρόνοιας προκύπτει καθαρά ότι τα δικαστήρια δεν έχουν διακριτική ευχέρεια να αναστείλουν μια διαιτητική διαδικασία που βασίζεται στα Άρθρα 52
(1)(α),(β), 52
(2)(β) του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου και στο Άρθρο 9
(2)του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ.4, αλλά εφόσον υπάρχει ισχυρισμός ότι ένας από τους συμβαλλόμενους είναι ένοχος δόλου, έχουν την υποχρέωση να ακυρώσουν τη συμφωνία παραπομπής της διαφοράς σε διαιτησία. Στην παρούσα περίπτωση, έχοντας υπόψη τον ισχυρισμό του εφεσείοντος για την ύπαρξη δόλου, η διαφορά που προέκυψε θα πρέπει να εκδικαστεί από τα Δικαστήρια. Η ύπαρξη κατ' ισχυρισμού δόλου δεν παρέχει στο Δικαστήριο διακριτική ευχέρεια να αναστείλει, αλλά αντίθετα υποχρέωση να ακυρώσει τη συμφωνία παραπομπής σε διαιτησία και τη διαδικασία που ακολουθεί. Η αναστολή δεν θεραπεύει το πρόβλημα αλλά αντίθετα το διαιωνίζει. Τούτο φαίνεται και από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, αφού η τρίμηνη αναστολή που έχει δοθεί για τη λήψη μέτρων από οποιοδήποτε των διαδίκων έχει εκπνεύσει και η διαφορά εξακολουθεί να παραμένει. Αυτός δεν ήταν ο σκοπός του νομοθέτη.» Στην εν λόγω απόφαση η πρωτόδικη απόφαση ακυρώθηκε και εκδόθηκε διάταγμα ακύρωσης της συμφωνίας παραπομπής σε διαιτησία και της διαδικασίας της διαιτησίας. 8. Κατ' αρχή η νομική βάση της αίτησης δεν αναφέρεται στο άρθρο 9
(2)του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ.4. Όπως έχει νομολογηθεί, η αίτηση πρέπει απαραιτήτως να προσδιορίζει τις δικονομικές διατάξεις στις οποίες βασίζεται και θα πρέπει η αίτηση να στηρίζεται στην ορθή δικονομική και/ή νομική διάταξη. Αν η διάταξη στην οποία στηρίζεται είναι εντελώς άσχετη, τότε η νομική της βάση είναι ανύπαρκτη. Δεν προωθήθηκε από μέρους των Αιτητών, οποιοδήποτε διάβημα ώστε να διορθώσει την πιο πάνω παρατυπία. Ανεξάρτητα όμως από το πιο πάνω γεγονός, με βάση τη νομολογία, υιοθέτηση ενόρκως του περιεχομένου της αίτησης ή δικογραφήματος δεν τα καθιστά μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. Νίνος Β. Μιχαηλίδης Λτδ ν. Κυριάκου Γ. Δρουσιώτη κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ.877 και Interpartemental Concern "Uralmetrom" v. Besuno Ltd
(2004)1A A.A.Δ.557). Στην υπόθεση Καϊμης v. Euroinvestment & Finance Ltd (Aρ.1)
(2004)1Γ Α.Α.Δ.1968 γενικά και αόριστα προβλήθηκαν ισχυρισμοί χωρίς να παρατίθενται τα στοιχεία που απαιτούνται προς τεκμηρίωση της βασικής θέσης του εφεσείοντα ότι είχε καλή/συζητήσιμη υπεράσπιση και κρίθηκε ότι η περίπτωση δεν ήταν κατάλληλη για να εκδοθεί συνοπτική απόφαση με βάση τις πρόνοιες της Δ.18 κ.1(α). Αναφέρθηκε ότι η υιοθέτηση του περιεχομένου της υπεράσπισης και ανταπαίτησης σε αίτηση για συνοπτική απόφαση αντίκειται στις αρχές της νομολογίας οι οποίες αποτελούν δεσμευτικό προηγούμενο. Η απλή επίκληση της φύσης της υπόθεσης χωρίς οτιδήποτε άλλο δεν διέσωσε την ένσταση. Στην προκείμενη περίπτωση έχω διέλθει με ιδιαίτερη προσοχή τα όσα εκτίθενται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Ο Ενάγοντας/Αιτητής ισχυρίζεται σε αυτή, μεταξύ άλλων, ότι οι συμφωνίες δανείων μαζί με τις εγγυήσεις και εξασφαλίσεις θα πρέπει να «κριθούν εξ' υπαρχής άκυρες ως συνομολογηθείσες συνεπεία δόλου, απάτης, ψευδών παραστάσεων, εικονικά και άνευ νομίμου ανταλλάγματος εκ μέρους των Εναγομένων. Η γενικώς οπισθογραφημένη αγωγή βρίσκεται εντός του φακέλου του Δικαστηρίου.» Όπως διαφαίνεται πρόκειται για γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς. Δεν υφίσταται οποιοδήποτε υπόβαθρο γεγονότων τα οποία συνιστούν εκ πρώτης όψεως δόλο ή συζητήσιμη υπόθεση. 9. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή εισηγήθηκε ότι θα πρέπει να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα αφού υφίσταται μεροληψία από μέρους του διαιτητή που οδηγεί σε αυτόματο αποκλεισμό του. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αναφέρεται: «Όπως ενημερώνομαι από τους δικηγόρους μου καθώς και από τα όσα ο ίδιος αντιλήφθηκα από τις προσωπικές επαφές που είχα μέχρι σήμερα από τις παρουσίες μου στις υπό αναφορά διαδικασίες διαιτησίας, αυτές δεν διασφαλίζουν τα συνταγματικά μου δικαιώματα σε δίκαιη δίκη, ούτε πληρούν τις προϋποθέσεις αμεροληψίας και αντικειμενικότητας. Ούτε θεωρώ πως ο ορισθέντας διαιτητής έχει κατάλληλα προσόντα και ικανότητες για να αποφασίσει επί τέτοιων σοβαρών γεγονότων και νομικών ζητημάτων.» Με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 20
(2)του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ.4 όταν ο διαιτητής επιδείξει κακή συμπεριφορά ή χειρίστηκε κακώς την υπόθεση το Δικαστήριο δύναται να ακυρώσει τη διαιτητική απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει εκδοθεί διαιτητική απόφαση. Στην υπόθεση Οικοδομικές Επιχειρήσεις Σταύρος Α. Σταύρου Λτδ ν. Άντρου Τυλλη κ.ά.
(2007)1 Β Α.Α.Δ.1172 υιοθετήθηκαν τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Dynacon Limited κ.ά.
(1999)1 Β Α.Α.Δ.717 και ειδικότερα αναφέρθηκε ότι ο όρος «misconduct» - ανάρμοστη συμπεριφορά του διαιτητή περιλαμβάνει κάθε μορφής συμπεριφορά η οποία τείνει να διασαλεύσει και να καταστρέψει την εμπιστοσύνη την οποία οι διάδικοι ή εκάτερος απ΄ αυτούς πρέπει να έχει στους διαιτητές ότι θα καταλήξουν σε δίκαιη απόφαση. Το έργο των διαιτητών είναι οιωνεί δικαστικό. Δικαστική είναι η αποστολή τους. Αποτελεί θεμελιωμένη αρχή πως ο Δικαστής δεν πρέπει απλά να είναι αλλά και να φαίνεται αμερόληπτος. Η αμεροληψία δεν συναρτάται μόνο με υποκειμενικά αλλά και με αντικειμενικά κριτήρια. Η ύπαρξη προκατάληψης ανατρέπει το θεμέλιο της δίκης και καθιστά τη διαδικασία άκυρη. Η αμεροληψία του Δικαστή κατοχυρώνεται ως ένα από τα εχέγγυα της δίκαιης δίκης και της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, στο άρθρο 30.2 του Συντάγματος (βλ. Μόδεστος Πίτσιλλος ν. Δημητράκη Ευγενίου
(1989)1 Α.Α.Δ. 691). Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει και στην υπόθεση Χριστόδουλος Νικολαΐδης ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 271 όπου εξετάστηκε ζήτημα μεροληψίας Δικαστή από υποκειμενική σκοπιά, και στις Αγγλικές αποφάσεις Locabail Ltd v. Bayfield Properties
(2001)1 All E.R. 65 και Ex Parte Pinochet Ugarte (No.2)
(1999)2 All E.R. 577 (HL), όπου καθορίστηκαν κατευθυντήριες γραμμές. Η πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων του διαιτητή συνιστά λόγο ακύρωσης του τελικού πορίσματος (βλ. Halsbury´s Laws of England 4η Έκδοση, Τόμος 2, παρ.693).
- Όπως έχει ήδη αναφερθεί και πιο πάνω, στην προκείμενη περίπτωση δεν έχει εκδοθεί διαιτητική απόφαση. Ανεξάρτητα όμως από το πιο πάνω γεγονός κατά τρόπο γενικό και αόριστο, ο Ενάγοντας/Αιτητής, ισχυρίζεται στην ένορκη δήλωση του ότι οι διαδικασίες διαιτησίας δεν πληρούν τις προϋποθέσεις αμεροληψίας και αντικειμενικότητας χωρίς και πάλι να διευκρινίζεται και χωρίς να εκτίθενται γεγονότα τα οποία να καταδεικνύουν καθ' οιονδήποτε τρόπο ότι ο διαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφορά ή χειρίστηκε κακώς την υπόθεση ή ότι με τη συμπεριφορά του διασάλευσε και κατέστρεψε την εμπιστοσύνη που πρέπει να έχει στο διαιτητή κάθε διάδικος ότι θα καταλήξει σε τέτοια απόφαση.
- Συνοψίζοντας τα πιο πάνω, κρίνω ότι η αίτηση δεν βασίζεται στην ορθή νομική βάση και ειδικότερα δεν αναφέρεται σ' αυτή, το άρθρο 9
(2)του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ.4. Ανεξάρτητα όμως από τα πιο πάνω και επί της ουσίας, με τα όσα εκτίθενται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, κρίνω ότι δεν υφίσταται μαρτυρία για εκ πρώτης όψεως δόλο ή έστω συζητήσιμη υπόθεση ώστε να εκδοθούν τα σχετικά διατάγματα. Συνακόλουθα, η αίτηση απορρίπτεται. Έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Εναγομένης/Καθ' ης η αίτηση και εναντίον του Αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή στο τέλος. (Υπ.) .................................................. Η. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής. /ΜΚ Subject: Civil/Other Action/Interim Αναφορά: Αίτηση για αναστολή διαιτησίας cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο