← Κύπρος

Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας ν. Κ.Κ. New Extra Limited, Αγωγή αρ.: 2774/09, 26/6/2015

Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας ν. Κ.Κ. New Extra Limited, Αγωγή αρ.: 2774/09, 26/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A179 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 2774/09 Αίτηση ημερ.: 30/10/14 Μεταξύ: Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Εναγόντων Και Κ.Κ. New Extra Limited Εναγόμενων -------------------------------------------------- 26/6/2015 Για τους Εναγόμενους/Αιτητές: κα Αντωνίου για Γιώργος Χαραλαμπίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. (Για ν' ακούσει απόφαση η κα Σωφρονίου) Για τους Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση: κα Π. Ευαγγέλου (Για ν' ακούσει απόφαση ο κ. Μ. Ευαγγέλου) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Εναγόμενοι, με την υπό εξέταση αίτηση τους, αξιώνουν την έκδοση διατάγματος με το οποίο να αναστέλλεται η εκτέλεση της απόφασης ημερομηνίας 09.09.2014 στην αγωγή υπ' αριθμό 2774/2009 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού μέχρι την αποπεράτωση της Έφεσης που καταχωρίστηκε εναντίον της πιο πάνω απόφασης. Όπως υπήρξε αδιαμφισβήτητο, κατά την 9/9/2014 εξεδόθη απόφαση εναντίον των Εναγόμενων στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, για το ποσό των €231.055,57, πλέον νόμιμο τόκο, πλέον έξοδα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η υπό εξέταση αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του διευθυντή των Εναγόμενων, Κούλλη Κωνσταντίνου, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Κατά την 17/10/14 οι Εναγόμενοι καταχώρησαν έφεση εναντίον της ως άνω απόφασης του Δικαστηρίου, για τους ακόλουθους λόγους: «Α) Η Πρωτόδικη Απόφαση πάσχει από έλλειψη εμφανούς αιτιολογίας και/ή ο Πρωτόδικος Δικαστής παρέλειψε να προβεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας και/ή να προβεί σε συγκεκριμένα ευρήματα αξιοπιστίας για τον κάθε μάρτυρα και/ή η αξιολόγηση της μαρτυρίας πάσχει σε βαθμό που να δικαιολογείται επέμβαση του Εφετείου. Β) Το Πρωτόδικο Δικαστήριο προσέγγισε και/ή ερμήνευσε λανθασμένα την ενώπιον του μαρτυρία και/ή παρέλειψε να λάβει υπ' όψιν του τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε, με αποτέλεσμα λανθασμένα να μην καταλήξει σε εύρημα ότι οι διάδικοι είχαν συμφωνήσει πως με την καταβολή του ποσού των €171.137,00 θα εξοφλείτο η οφειλή των Εναγομένων στον Ενάγοντα και ότι σε κάθε περίπτωση η εξαργύρωση της εγγυητικής-Τεκμήριο 3 από τον Ενάγοντα οδήγησε σε εξόφληση της οφειλής των Εναγομένων στον Ενάγοντα, αλλά αντίθετα, ότι οι Εναγόμενοι είχαν συμφωνήσει να παραδώσουν στον Ενάγοντα εγγυητική επιστολή για τον οφειλόμενο φόρο, και για τους επιβληθέντες τόκους και επιβαρύνσεις θα υπέβαλλαν πρόταση για σταδιακή αποπληρωμή τους και ότι, ως εκ τούτου, δεν είχαν εξοφλήσει τον Ενάγοντα. Γ) Το Πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα έλαβε υπόψη και/ή προσέδωσε βαρύτητα σε εξ ακοής μαρτυρία κατά παράβαση του Περί Αποδείξεως Νόμου και των σχετικών αρχών και/ή μαρτυρία η οποία δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη ενόψει του καθήκοντος του Ενάγοντα να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία.» Η αναστολή εκτέλεσης της απόφασης κανένα επηρεασμό στα συμφέροντα των Εναγόντων θα επιφέρει. Αντίθετα, η μη αναστολή εκτέλεσης της απόφασης θα επηρεάσει τα συμφέροντα και δικαιώματα των Εναγόμενων, ήτοι θα τους είναι πάρα πολύ δύσκολο, αν όχι αδύνατον, να τα εξασκήσουν και να τα προασπίσουν, ακόμα και σε περίπτωση επιτυχούς έκβασης της έφεσής τους. Επιπλέον, σε περίπτωση επιτυχούς κατάληξης της έφεσης, αυτή θα καταστεί αναποτελεσματική και άνευ αντικειμένου. Ειδικότερα, τυχόν εκτέλεση της απόφασης θα οδηγήσει σε οικονομική καταστροφή των Εναγόμενων, ενόψει του ύψους του ποσού που έχει επιδικαστεί εναντίον τους, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να προωθήσουν την έφεση τους στο Ανώτατο Δικαστήριο. Εάν δε οι Εναγόμενοι καταβάλουν το ποσό της απόφασης στους Ενάγοντες, θα είναι δύσκολο να το ανακτήσουν, σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης, ενόψει της οικονομικής αδυναμίας και αφερεγγυότητας των Εναγόντων. Ως εκ τούτου, τυχόν άρνηση αναστολής της απόφασης θα εξουδετερώσει ουσιαστικά το δικαίωμα της έφεσης, καθιστώντας την άνευ αντικειμένου και συνεπώς θα ισοδυναμεί με άρνηση δικαιοσύνης. Οι Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση εναντιώθηκαν στην αιτούμενη θεραπεία. Με την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης τους, την οποία καταχώρησαν, προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους ένστασης: «1) Οι προβαλλόμενοι ως λόγοι για τους οποίους οι αιτητές αιτούνται την αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης, είναι γενικοί, ασαφείς και αόριστοι και δεν ικανοποιούν τα κριτήρια και αρχές που έχουν καθιερωθεί για τέτοια αναστολή. 2) Τα όσα οι αιτητές ισχυρίζονται στην ένορκη δήλωση του κ. Κούλλη Κωνσταντίνου ημερ. 30/10/14 ως και στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση της κας Έλενας Ευριπίδου ημερ. 2/12/14, που συνοδεύουν την σχετική αίτηση, δεν είναι αρκετά και/ή ικανοποιητικά ούτως ώστε το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να διατάξει την αναστολή της εκτέλεσης της Δικαστικής Απόφασης. 3) Οι αιτητές δεν έχουν πιθανότητα επιτυχίας της Έφεσης. 4) Οι αιτητές δεν έχουν δείξει γιατί η ενδεχόμενη επιτυχία της έφεσης θα χάσει τη σημασία της και/ή θα την καταστήσει αναποτελεσματική και άνευ αντικειμένου. 5) Σε κάθε περίπτωση, η πιθανότητα επιτυχίας της Έφεσης δεν είναι δεσπόζων ζήτημα και αποφασιστικής σημασίας παράγοντας στο θέμα της αναστολής της εκτέλεσης της απόφασης. Περαιτέρω δε και στην απόμακρη περίπτωση που οι αιτητές επιτύχουν στην Έφεση τους, υπάρχουν τρόποι παροχής δικαστικής προστασίας προς εξασφάλιση των όποιων δικαιωμάτων των εναγομένων. 6) Ο ενάγοντας-καθ' ου η αίτηση δεν είναι αφερέγγυος καθ' ότι πρόκειται για την Κυπριακή Δημοκρατία. 7) Η αίτηση δεν πληρεί το ορθό κριτήριο για την παροχή αναστολής της εκτέλεσης της απόφασης που έγκειται στην εξισορρόπηση του παράγοντα της φυσιολογικής προσδοκίας του ενάγοντα να δρέψει άμεσα τους καρπούς της νίκης του και της ανάγκης όπως η ενδεχόμενη επιτυχία της έφεσης να μην χάσει τη σημασία της μένοντας χωρίς αντίκρισμα. 8) Ο ισχυρισμός ότι εάν οι εναγόμενοι καταβάλουν το ποσό της απόφασης θα είναι δύσκολο να το ανακτήσουν σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης, εκτός του ότι δεν εμπίπτει στα καθορισθέντα κριτήρια, κινείται σε γενικολογία, είναι αστήρικτος και δεν ευσταθεί και περαιτέρω στερείται σοβαρότητας. 9) Αντίθετα σε περίπτωση αναστολής της εκτέλεσης δυνατό να επηρεαστούν τα συμφέροντα και δικαιώματα του ενάγοντα σε περίπτωση που η εναγόμενη εταιρεία καταστεί αφερέγγυα. 10) Η αίτηση και ένορκες δηλώσεις που τη συνοδεύουν, είναι ανεπαρκής, ουσιαστικά και τυπικά αστήρικτη και αβάσιμη.» Η ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Μαρίνας Παντελή, Λειτουργού στην υπηρεσία Φ.Π.Α., στην οποία, κατ' ουσία, αναλύονται οι λόγοι ένστασης. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.35 Θ. 18 και 19, Δ.40 Θ. 11, Δ.48 Θ. 1 - 3 και 9, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, άρθρα 8 και 9, στα άρθρα 29

(1)(γ), 32 και 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Δ.35, Θ. 18 προνοεί τα ακόλουθα: «Μια έφεση δεν θα ενεργεί σαν αναστολή εκτελέσεως ή διαδικασίας στην απόφαση που εφεσιβάλλεται εκτός κατόπιν διατάγματος του Δικαστηρίου που εφεσιβάλλεται ή του Εφετείου ή ενός Δικαστού των ανωτέρω Δικαστηρίων και ουδεμία ενδιάμεση πράξη ή διαδικασία θα παύει να ισχύει εκτός κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου που εφεσιβάλλεται.» Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να διατάξει αναστολή εκτέλεσης, έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το ορθό κριτήριο για την παροχή δικαστικής αναστολής έγκειται στην εξισορρόπηση δύο παραγόντων. Πρώτον, της φυσιολογικής προσδοκίας του Ενάγοντα να δρέψει άμεσα τους καρπούς της νίκης του στο δικαστικό αγώνα που διεξήγαγε. Και, δεύτερον, την ανάγκη η ενδεχόμενη επιτυχία της έφεσης να μη χάσει τη σημασία της μένοντας χωρίς κανένα αντίκρισμα (I. Aristidou v. N. Aristidou
(1985)1 C.L.R. 649, Christofi and Others v. Iacovidou
(1985)1 C.L.R. 713, Charalambous v. C. Nicolaides & A. Neophytou Co.
(1985)1 C.L.R. 737, Νεοφύτου ν. Δημητρίου
(1989)1E Α.Α.Δ. 592 και ABP Holdings Ltd και Άλλοι ν. Κιταλίδη και Άλλων (Αρ. 1)
(1994)1 Α.Α.Δ. 287). Στην υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1147, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης. Η αναστολή μπορεί να εγκριθεί στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στο Δικαστήριο από τη Δ.35 Θ.18. Η διασφάλιση του τελεσφόρου της πρωτόδικης απόφασης, αφενός και της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης, αφετέρου, συνιστούν τους κατεξοχή παράγοντες που επενεργούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Η εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων επιβάλλει τη στάθμιση κάθε γεγονότος που σχετίζεται τόσο με τις επιπτώσεις της αναστολής, όσο και τη ζωτικότητα του δικαιώματος για την άσκηση έφεσης. Οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι μεν παράγοντας σχετικός, αλλά οριακής σημασίας στις πλείστες περιπτώσεις. Το πλαίσιο για τη διάγνωση των δικαιωμάτων του εφεσείοντα σε συνάρτηση με την αποτίμηση των λόγων της έφεσης είναι η ακρόαση της έφεσης. Μόνο όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης, χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος, ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου.» Έχω μελετήσει με προσοχή τα όσα προβάλλουν οι Εναγόμενοι προς υποστήριξη της αίτησης τους, υπό το φως των αρχών της νομολογίας μας, τις οποίες έχω παραθέσει πιο πάνω. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η μη αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης θα επιφέρει επηρεασμό των συμφερόντων και δικαιωμάτων τους, τα οποία θα είναι πάρα πολύ δύσκολο να εξασκήσουν, ακόμα και σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσής τους. Αυτό το οποίο έχω παρατηρήσει είναι ότι δεν επεξηγούν τον τρόπο με τον οποίο θα επηρεαστούν τα δικαιώματα τους, σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης τους, με αποτέλεσμα ο ως άνω ισχυρισμός τους να παραμείνει γενικός και αόριστος. Ισχυρίζονται επίσης ότι η τυχόν απόρριψη της αίτησης τους θα καταστήσει την έφεση που καταχώρησαν άνευ αντικειμένου, ειδικότερον δε ότι η τυχόν εκτέλεση της απόφασης θα τους οδηγήσει σε οικονομική καταστροφή, ενόψει του ύψους του ποσού που έχει επιδικαστεί εναντίον τους, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να προωθήσουν την έφεση τους. Όπως όμως είναι νομολογημένο, οι οικονομικές δυσχέρειες του εξ αποφάσεως οφειλέτη να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από την απόφαση, δεν μπορούν να προβληθούν ως λόγοι για τη χορήγηση αναστολής. Αν γινόταν δεχτή αυτή η πρόταση, ως θέμα αρχής, τότε οι επιπτώσεις, ιδιαίτερα σε μακρούς δικαστικούς αγώνες, θα ήταν επικίνδυνα αρνητικές στην αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης (Βογιαζιάνου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1997)1Β Α.Α.Δ. 591, 595). Όσον αφορά τον ισχυρισμό τους ότι θα είναι δύσκολο να ανακτήσουν το ποσό της απόφασης, εφόσον το πληρώσουν στους Ενάγοντες, σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης τους, ενόψει της οικονομικής αδυναμίας και αφερεγγυότητας των Εναγόντων, αυτό το οποίο θα ήθελα να αναφέρω είναι ότι οι Ενάγοντες αποτελούν τμήμα του Υπουργείου Οικονομικών και, κατ' επέκταση, κρατική υπηρεσία. Καθίσταται λοιπόν φανερό ότι δεν τίθεται ζήτημα να χάσουν το ποσό που θα πληρώσουν στους Ενάγοντες, σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης τους. Τα όσα προβάλλονται από τους Εναγόμενους περί οικονομικής αδυναμίας και αφερεγγυότητας των Εναγόντων, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά, ενόψει του ότι αυτή που θα είναι υπόλογος σε τυχόν επιστροφή του ποσού που θα πληρωθεί από τους Εναγόμενους είναι η Κυπριακή Δημοκρατία. Παντελώς αβάσιμος κρίνεται ακόμα ο ισχυρισμός των Εναγόμενων ότι τυχόν άρνηση αναστολής εκτέλεσης της απόφασης θα εξουδετερώσει ουσιαστικά το δικαίωμα της έφεσης, καθιστώντας την άνευ αντικειμένου. Θα ήθελα, ακόμα, να προσθέσω ότι έχω μελετήσει με προσοχή τους λόγους έφεσης, όπως αυτοί περιγράφονται στην ειδοποίηση εφέσεως, η οποία επισυνάπτεται στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της κας Έλενας Ευρυπίδου. Κατ' αρχή, θα πρέπει να αναφέρω ότι δεν μπορούν να εξαχθούν οποιαδήποτε συμπεράσματα από το παρόν Δικαστήριο για την πιθανότητα επιτυχίας των λόγων έφεσης, ούτε μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία τους. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημάνω ότι, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου (ανωτέρω), η πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης δεν είναι ο δεσπόζον και αποφασιστικός παράγοντας στην επιτυχία της αίτησης. Έχοντας κατά νουν τα όσα έχω παραθέσει πιο πάνω, καταλήγω ότι οι Εναγόμενοι απέτυχαν να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι η άρνηση χορήγησης του αιτούμενου διατάγματος θα επηρεάσει τα δικαιώματα τους, ειδικότερο δε ότι θα καταστήσει την έφεση τους άνευ αντικειμένου. Όσον αφορά τα έξοδα της αίτησης, δεν βλέπω οποιοδήποτε λόγο για απόκλιση από το γενικό κανόνα ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα. Η αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγόμενων/Αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΘΘ/ΑΓ Subject: Civil / Other actions / Interim Αναφορά: Αναστολή εκτέλεσης απόφασης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.