ΔΗΜΗΤΡΗ ΣΟΥΓΛΗ κ.α. ν. ΗΛΙΑ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 4390/09, 24/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A173 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Τ. Κατσικίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4390/09 Μεταξύ: 1.ΔΗΜΗΤΡΗ ΣΟΥΓΛΗ 2.ΚΑΛΛΙΟΠΗ ΚΟΥΖΗ Εναγόντων και
- ΗΛΙΑ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ
- ΝΕΝΤΚΑ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ Εναγομένων Ημερομηνία: 24.6.2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους ενάγοντες 1 και 2: κ. N. Χαραλαμπίδης και κα Χρ. Αντωνίου Eνάγοντες 1 και 2: Απόντες Για τους εναγόμενο 1 ο οποίος παρουσιάζεται και χειρίστηκε την υπόθεση του προσωπικά, ουδείς. Εναγόμενος 1: Απών Για την Εναγόμενη 2: Ουδείς Εναγόμενη 2 : Απούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή οι ενάγοντες 1 και 2 απαιτούν από τους εναγόμενους 1 και 2: Α. Απόφαση για το ποσό των €20.000,00 που δόθηκε ως προκαταβολή για την αγορά ενός ακινήτου, και/ή ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και/ή λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή ως ποσό το οποίο λήφθηκε από τους εναγόμενους 1 και 2 προς χρήση των εναγόντων ως money had and received και/ή ως ποσό που καταβλήθηκε αχρεωστήτως από τους ενάγοντες προς τους εναγόμενους 1 και 2 και/ή ως ποσό που οι εναγόμενοι 1 και 2 έχουν προσπορισθεί εις βάρος των εναγόντων και/ή ως ποσό που οι εναγόμενοι 1 και 2 έχουν υποχρέωση να αποκαταστήσουν και/ή αποζημιώσουν τους ενάγοντες 1 και
- Β. Απόφαση για το ποσό των €612,00 ως ειδικές αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας. Γ. Αναγνωριστική απόφαση και δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι ενάγοντες 1 και 2 ορθά και/ή νόμιμα και/ή δίκαια έχουν τερματίσει και/ή υπαναχωρήσει από, και/ή αποκηρύξει, τη συμφωνία τους με τους εναγόμενους 1 και 2, που έγινε κατά ή περί την 02.08.2009, για την αγορά οικίας και/ή ακινήτου στην οδό Κοντέας 8, στη Λεμεσό. Δ. Γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις λόγω ψευδών παραστάσεων και/ή απάτης και/ή παράβασης συμφωνίας εκ μέρους των εναγομένων. Ε. Νόμιμο τόκο. Ζ. Οποιανδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει ως δίκαια και/ή προσήκουσα υπό τας περιστάσεις. Η. Έξοδα, πλέον Φ.Π.Α. πλέον έξοδα επίδοσης. Σύμφωνα δε με την έκθεση απαίτησης του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, οι Ενάγοντες 1 και 2 (στο εξής καλουμένων «οι Ενάγοντες»), ισχυρίζονται τα εξής: Δυνάμει προφορικής συμφωνίας που έγινε κατά ή περί την 2.8.09, κατόπιν πρότασης και/ή πρόσκλησης και/ή προσφοράς των εναγομένων 1 και 2, συμφωνήθηκε όπως αυτοί πωλήσουν στους ενάγοντες ένα ακίνητο με την εντός αυτού ανεγερθείσαν κατοικία που βρίσκεται στην οδό Κοντέας 8, στη Λεμεσό (στο εξής καλουμένου «το επίδικο ακίνητο»), έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος πώλησης των €440.000,00 (στο εξής καλουμένης «η επίδικη η συμφωνία»). Ήταν ρητός όρος της επίδικης συμφωνίας ότι με τη σύναψη της οι ενάγοντες θα κατέβαλλαν στους εναγόμενους 1 και 2 ως προκαταβολή το ποσό των €20.000,00 ενώ το υπόλοιπο ποσό των €420.000,00 θα καταβάλλετο από τους ενάγοντες κατά και/ή ταυτόχρονα με τη μεταβίβαση και/ή εγγραφή στο όνομα τους, του επίδικου ακινήτου στο αρμόδιο επαρχιακό κτηματολόγιο. Ήταν περαιτέρω ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος της επίδικης συμφωνίας και/ή οι ρητές διαβεβαιώσεις και/ή παραστάσεις των εναγομένων 1 και 2, ότι το επίδικο ακίνητο δεν ήταν βεβαρημένο με οποιοδήποτε εμπράγματο βάρος και/ή ότι είχε και/ή εκαλύπτετο με τίτλο ιδιοκτησίας. Δυνάμει των όρων της επίδικης συμφωνίας οι ενάγοντες 1 και 2, με τη σύναψη της κατέβαλαν στους Εναγόμενους 1 και 2 τη συμφωνηθείσα προκαταβολή των €20.000,00 και περαιτέρω συνεφωνήθη η μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου να εγίνετο στις 24.9.09 στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού. Είχε συμφωνηθεί περαιτέρω ότι οι συμβαλλόμενοι θα έπρεπε κατά το χρόνο που συμφωνήθηκε για τη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου να ήταν παρόντες και έτοιμοι να εκπληρώσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις. Οι ενάγοντες συμμορφούμενοι πλήρως προς τα συμφωνηθέντα, στις 24.9.09 προσήλθαν στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού έτοιμοι και πρόθυμοι να καταβάλουν το υπόλοιπο του συμφωνηθέντος τιμήματος αγοράς του επίδικου ακινήτου και να εκπληρώσουν πλήρως τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, πλην όμως δεν κατέστη δυνατή η μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι τους υπαιτιότητι και/ή λόγω αδυναμίας και/ή επιδειχθείσας αμέλειας από πλευράς των εναγομένων 1 και 2 και/ή των αντιπροσώπων και/ή άλλων προσώπων που συνδέονταν με αυτούς και/ή που ενεργούσαν κατόπιν οδηγιών και/ή εντολών και/ή εκ μέρους των εναγομένων 1 και
- Κατόπιν τούτου συνεφωνήθη μεταξύ των διαδίκων ως νέα ημερομηνία μεταβίβασης και εγγραφής του επίδικου ακινήτου στο όνομα των εναγόντων, η 30.9.
- Οι ενάγοντες στις 24.9.09 συμφώνησαν να ορισθεί ως νέα ημερομηνία μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου η 30.9.09 και ως η νέα ημερομηνία μεταβίβασης και ως η ημερομηνία εκπλήρωσης των συμβατικών τους υποχρεώσεων, με την επιφύλαξη και/ή υπό τον όρο ότι κατά την εν λόγω ημερομηνία θα πραγματοποιείτο η μεταβίβαση. Ακόμη οι ενάγοντες πληροφόρησαν τους εναγόμενους 1 και 2 ότι σε περίπτωση που στις 30.9.09 δεν θα πραγματοποιείτο η μεταβίβαση και εγγραφή του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι τους, λόγω αδυναμίας και/ή υπαιτιότητας και/ή αμέλειας των εναγομένων 1 και 2 και/ή των αντιπροσώπων και/ή άλλων προσώπων που ενεργούσαν κατόπιν οδηγιών και/ή εντολών των εναγομένων 1 και 2 και/ή για οποιονδήποτε λόγο που θα αφορούσε τους εναγομένους 1 και 2, τότε οι ενάγοντες θα προχωρούσαν σε τερματισμό της επίδικης συμφωνίας και/ή θα υπαναχωρούσαν από αυτή. Περαιτέρω οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι ενώ αυτοί προσήλθαν στις 30.9.09 στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού, έτοιμοι και πρόθυμοι να εκπληρώσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και να καταβάλουν στους εναγόμενους 1 και 2 το υπόλοιπο του συμφωνηθέντος τιμήματος αγοράς του επίδικου ακινήτου, η μεταβίβαση τούτου δεν κατέστη δυνατή και/η δεν πραγματοποιήθηκε και/ή απετράπη, λόγω αδυναμίας και/ή υπαιτιότητας και/ή αμέλειας των εναγομένων 1 και 2 και/ή των αντιπροσώπων και/ή άλλων προσώπων που ενεργούσαν κατόπιν οδηγιών και/ή εντολών των εναγομένων 1 και 2 και/ή για οποιονδήποτε λόγο που αφορούσε τους εναγομένους 1 και
- Περαιτέρω οι ενάγοντες, όπως επίσης ισχυρίζονται στην έκθεση απαίτησης τους, κατά τον αυτό χρόνο διαπίστωσαν και/ή πληροφορήθηκαν ότι το επίδικο ακίνητο κατά παράβαση των συμφωνηθέντων και/ή των παραστάσεων και/ή διαβεβαιώσεων των εναγομένων 1 και 2, ήταν βεβαρημένο με εμπράγματο βάρος και/ή δεν υπήρχε ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας γι αυτό, κάτι που αν γνώριζαν και τίθετο υπόψη τους από προηγουμένως και/ή εξ αρχής, δεν θα προχωρούσαν στη σύναψη και/ή συνομολόγησης της επίδικης συμφωνίας. Ακόμα και ή διαζευκτικά οι ενάγοντες 1 και/ή 2 ισχυρίζονται ότι προχώρησαν στη σύναψη και/ή συνομολόγηση της επίδικης συμφωνίας κατόπιν ψευδών παραστάσεων και/ή εξαπάτησης και/ή παραπλάνησης τους από μέρους των εναγομένων 1 και/ή 2, παραθέτοντας προς τούτο και σχετικές λεπτομέρειες. Μετά τη διαπίστωση των πιο πάνω, οι ενάγοντες, κατά ή περί την 2.10.09 ενημέρωσαν τους εναγόμενους 1 και 2 ότι τερματίζουν άμεσα και/ή πάραυτα και/ή ότι υπαναχωρούν από την επίδικη συμφωνία αγοράς του επίδικου ακινήτου και/ή ότι απέσυραν το ενδιαφέρον τους για την αγορά τούτου και παράλληλα ζήτησαν από αυτούς να τους επιστρέψουν την καταβληθείσα προκαταβολή των €20.000,00 πλην όμως οι εναγόμενοι 1 και 2 αρνήθηκαν να το πράξουν και δήλωσαν ότι δεν επροτίθεντο να επιστρέψουν προς τους ενάγοντες το εν λόγω ποσό. Την επιστροφή του ποσού της προκαταβολής οι ενάγοντες ζήτησαν από τους εναγόμενους 1 και 2 προσωπικά ως και δια των δικηγόρων τους, τόσο προφορικά όσο και/ή γραπτώς και/ή επανειλημμένα, χωρίς όμως οι εναγόμενοι 1 και 2 να το πράξουν, αρνούμενοι τούτο. Μέχρι δε και την καταχώρηση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλον αγωγής, οι εναγόμενοι 1 και 2 δεν επέστρεψαν και/ή αρνούνται και/ή αμελούν να επιστρέψουν το ποσό της προκαταβολής εκ €20.000,00 και/ή οποιοδήποτε μέρος από του εν λόγω ποσού. Οι ενάγοντες διαζευκτικά και περαιτέρω, ισχυρίζονται ότι κατέβαλαν στους Εναγόμενους 1 και 2 το ποσό των €20.000,00 ουχί πάνω σε χαριστική βάση και/ή έναντι ανταλλάγματος και/ή αντιπαροχής που απέτυχε και/ή δεν δόθηκε και/ή δεν εκπληρώθηκε και/ή οι εναγόμενοι 1 και 2 έχουν προσπορισθεί όφελος σε βάρος των εναγόντων το οποίο ανέρχεται στο πιο πάνω ποσό των €20.000,00 και/ή ότι με αυτό το ποσό οι εναγόμενοι 1 και 2 έχουν αδικαιολόγητα πλουτίσει σε βάρος των εναγόντων. Περαιτέρω οι ενάγοντες, ισχυρίζονται ότι συνεπεία της παράβασης των όρων της επίδικης συμφωνίας εκ μέρους των εναγομένων 1 και 2 και/ή της αδυναμίας και/ή αμέλειας των εναγομένων 1 και 2 να εκπληρώσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, υπέστησαν ταλαιπωρία και/ή έξοδα και/ή ζημιές ανερχόμενες στο ποσό των €362,00 που αντιπροσωπεύει τα έξοδα εκτίμησης που διενεργήθηκε για το επίδικο ακίνητο και την εντός αυτού ανεγερθείσαν κατοικία, από διορισμένο εκτιμητή των εναγόντων και επίσης για το ποσό των €250,00 που αντιπροσωπεύει έξοδα και/ή τέλη και/ή κόστος για την εξασφάλιση εκ μέρους των εναγόντων τραπεζικού δανείου για την αγορά του επίδικου ακινήτου. Συνεπεία όλων των πιο πάνω ισχυρισμών τους οι ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των εναγομένων 1 και 2, αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως, τις θεραπείες των παραγράφων υπό στοιχεία Α, Β, Γ, Δ, Ε, Ζ και Η, του παρακλητικού της έκθεσης απαίτησης. Oι εναγόμενοι 1 και 2, οι οποίοι εκπροσωπούντο από τους ίδιους δικηγόρους, με την έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης τους ισχυρίζονται τα εξής: Α. Στην έκθεση υπεράσπισης τους: Απορρίπτουν τις θεραπείες των εναγόντων 1 και 2 (από τώρα και στο εξής καλουμένων «οι ενάγοντες») στις παραγράφους Α - Η. Περαιτέρω παραδέχονται την κατάρτιση της επίδικης συμφωνίας με την οποία συνεφωνήθη να πωλήσουν στους ενάγοντες το επίδικο ακίνητο με την εντός αυτού αναγερθείσαν κατοικία, με τη διευκρίνιση ότι αυτή έγινε προφορικά και δεν τέθηκαν σε αυτήν οποιαδήποτε χρονοδιαγράμματα για την υλοποίηση της. Ακόμα παραδέχονται ότι το τίμημα πώλησης του επίδικου ακινήτου ήταν το αναφερόμενο στην έκθεση απαίτησης, εκ του οποίου επίσης παραδέχονται ότι εισέπραξαν το ποσό των €20.000,00 ως προκαταβολή το δε υπόλοιπο που ανερχόταν σε €420.000,00 συνεφωνήθη να τους καταβληθεί ταυτόχρονα με τη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου στο όνομα των εναγόντων. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες ενημερώθηκαν από τον ίδιο τον εναγόμενο 1 στην παρουσία τρίτου προσώπου, ότι για την κατοικία υπήρχε αγοραπωλητήριο έγγραφο μεταξύ της εταιρείας Petevinos Estates Ltd (στο εξής καλουμένης «η εταιρεία») και των εναγομένων 1 και 2 (στο εξής καλουμένου «το αγοραπωλητήριο έγγραφο») και ότι το ακίνητο στο οποίο ανηγέρθηκε ήταν βεβαρημένο με υποθήκη από την Λαϊκή Τράπεζα, η οποία θα εξαλείφετο άμεσα με τη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου από την εταιρεία, επ' ονόματι των εναγόντων. Ακόμα ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες προχώρησαν στη σύναψη ακυρωτικής συμφωνίας του αγοραπωλητηρίου εγγράφου για την πώληση του επίδικου ακινήτου και την εντός αυτού ανεγερθείσαν κατοικία, από την εταιρεία στους εναγόμενους 1 και 2, στην οποία υπήρχε πρόβλεψη ότι η μεταβίβαση θα γινόταν άμεσα από την εταιρεία στο όνομα των εναγόντων. Συνεπεία δε της μη νόμιμης και / η αδικαιολόγητης ακύρωσης της επίδικης συμφωνίας από τούς ενάγοντες, οι εναγόμενοι 1 και 2 υπέστηκαν έξοδα τα οποία επιφυλάττουν το δικαίωμα τους να διεκδικήσουν. Προς τούτο δε επιφυλάσσουν το δικαίωμα τους να αναφερθούν με περαιτέρω λεπτομέρειες και μαρτυρία κατά τη δικάσιμο. Οι εναγόμενοι 1 και 2 παραδέχονται στην έκθεση υπεράσπισης τους το περιεχόμενο των παραγράφων 3 και 4 της έκθεσης απαίτησης των εναγόντων με τη διευκρίνιση όμως ότι η ημερομηνία που συμφωνήθηκε για να γίνει μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου καθορίστηκε κατόπιν παράκλησης των εναγόντων οι οποίοι είχαν ζητήσει χρόνο ώστε να εξασφάλιζαν το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό του συμφωνηθέντος τιμήματος πώλησης από τη Σ.Π.Ε. Αγ. Φύλας στη Λεμεσό, εξ' ου και οι εναγόμενοι 1 και 2 συμφώνησαν και έδωσαν αυτό το χρόνο στους ενάγοντες. Από την παράγραφο 5 της έκθεσης απαίτησης των εναγόντων, οι εναγόμενοι 1 και 2, παραδέχονται ότι συμφώνησαν να παρουσιαστούν στις 24.9.2009 στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού για να εκπληρώσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, πλην όμως αρνούνται ότι η μεταβίβαση δεν κατέστη δυνατή υπαιτιότητι και/ή λόγω αδυναμίας και/ή λόγω δικής τους αμέλειας, ισχυριζόμενοι ότι αυτή δεν έγινε για λόγους που οφείλοντο στις υπηρεσίες του κράτους και/ή λόγω διαφωνίας και/ή διαφορετικής άποψης και/ή θέσης ατόμων του γραφείου φόρου εισοδήματος, επιφυλάσσοντας προς τούτο το δικαίωμα τους να αναφερθούν με περισσότερες λεπτομέρειες κατά τη δικάσιμο αναφορικά με την επιδειχθείσα κωλυσιεργία, για την οποία και για την εξ' αυτής πρόκληση της καθυστέρησης οι ίδιοι δεν έφεραν οποιανδήποτε ευθύνη. Περαιτέρω και επειδή δεν κατέστη δυνατή η μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου στις 24.9.2009 για λόγους που δεν οφείλοντο στο πρόσωπο τους, αποδέχονται ότι συμφωνήθηκε νέα ημερομηνία για να γίνει μεταβίβαση και για να παρουσιαστούν αμφότερες οι πλευρές στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού, ήτοι η 30.9.2009, ισχυριζόμενοι περαιτέρω ότι οι ίδιοι ήταν σε θέση να παρουσιαστούν στο Κτηματολόγιο Λεμεσού και πριν τις 30.9.2009, όμως τούτο και πάλι δεν κατέστη δυνατό λόγω αδυναμίας και/ή υπαιτιότητι των εναγόντων και/ή των αντιπροσώπων αυτών και/ή των ατόμων που ενεργούσαν κατόπιν οδηγιών και/ή εντολών τους. Προς τούτο επιφυλάσσουν επίσης το δικαίωμα τους να αναφερθούν με περαιτέρω λεπτομέρειες και μαρτυρία κατά τη δικάσιμο. Οι εναγόμενοι 1 και 2 αρνούνται το περιεχόμενο της παραγράφου 6 της έκθεσης απαίτησης και περαιτέρω ισχυρίζονται ότι ουδέποτε οι ενάγοντες τους έδωσαν και ουδέποτε αυτοί παρέλαβαν οποιαδήποτε προειδοποίηση για τερματισμό και/ή υπαναχώρηση από τη μεταξύ τους καταρτισθείσα επίδικη συμφωνία σε περίπτωση που δεν θα πραγματοποιείτο η μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου κατά την 30.9.
- Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι η μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου δεν έγινε λόγω πράξης ή παράλειψης των εναγόντων και προς τούτο επιφυλάσσουν το δικαίωμα τους να αναφερθούν σε περισσότερες λεπτομέρειες και μαρτυρία κατά τη δικάσιμο. Περαιτέρω είναι η θέση των εναγομένων 1 και 2, ότι η μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου στις 30.9.2009 δεν κατέστη δυνατόν να γίνει λόγω του ότι οι ενάγοντες δεν ήταν έτοιμοι να καταβάλουν το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης στους εναγόμενους 1 και 2 και/ή επειδή παρεμποδίστηκε η μεταβίβαση λόγω αδυναμίας και/ή υπαιτιότητας των εναγόντων και/ή προσώπων που συνδέοντο με αυτούς και/ή που ενεργούσαν κατόπιν οδηγιών και/ή εντολών και/ή εκ μέρους τους. Αναφορικά με το περιεχόμενο της παραγράφου 8 της έκθεσης απαίτησης των εναγόντων, οι εναγόμενοι 1 και 2 ισχυρίζονται πως οι ενάγοντες γνώριζαν από την πρώτη στιγμή, δηλαδή από τις 2.8.2009, ότι το επίδικο ακίνητο βαρύνετο με υποθήκη και ότι αυτή θα εξαλείφετο ταυτόχρονα με τη μεταβίβαση και συνεπώς δεν αποτελούσε εμπόδιο για την μεταβίβαση του. Είναι περαιτέρω η θέση τους πως ουδέποτε εξαπάτησαν και/ή παραπλάνησαν τους ενάγοντες, αλλά ότι είναι οι ενάγοντες που τους εξαπάτησαν με τις πράξεις και/ή παραλείψεις τους και/ή την αδικαιολόγητη υπαναχώρηση και/ή αδικαιολόγητο τερματισμό της επίδικης συμφωνίας. Συνακόλουθα αρνούνται και απορρίπτουν όλες και κάθε μια ξεχωριστά τις λεπτομέρειες ψευδών παραστάσεων και/ή απάτης και/ή παραβίασης από μέρους τους της επίδικης συμφωνίας. Είναι δε περαιτέρω ισχυρισμός τους πως συνεπεία της αδικαιολόγητης υπαναχώρησης από την επίδικη συμφωνία και/ή τον αδικαιολόγητο τερματισμό της, από τους ενάγοντες, έχουν οι ίδιοι υποστεί απώλειες και/ή έξοδα που δεν θα υπόκειντο αν οι ενάγοντες εκπλήρωναν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις. Προς τούτο δε επιφυλάσσουν το δικαίωμα τους να δώσουν λεπτομέρειες και μαρτυρία κατά την ακροαματική διαδικασία. Ακόμη οι εναγόμενοι 1 και 2 παραδέχονται ότι κρατούν το ποσό των €20.000,00 που τους καταβλήθηκε σαν προκαταβολή το οποίο αναφέρεται στην παράγραφο 9 της έκθεσης απαίτησης, πλην όμως ισχυρίζονται περαιτέρω ότι είναι οι εναγόμενοι στις 5.10.2009 (που προφανώς πρόκειται περί τυπογραφικού λάθους διότι ως εύλογα συνάγεται από τους λοιπούς δικογραφημένους ισχυρισμούς, η αναφορά αυτή έχει σχέση με τους ενάγοντες), αδικαιολόγητα και/ή χωρίς κανένα λόγο και/ή καταχρηστικά, προχώρησαν στον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας με διάφορες αστήρικτες δικαιολογίες και/ή υπαναχώρησαν από αυτή. Προς τούτο οι εναγόμενοι 1 και 2 ισχυρίζονται ότι με επιστολή τους ημερ. 7.10.2009, απέρριψαν το περιεχόμενο της επιστολής των εναγόντων ημερ. 5.10.2009 και τους κάλεσαν να τηρήσουν τις υποχρεώσεις τους δυνάμει της επίδικης συμφωνίας και προς τούτο να παρουσιαστούν στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού. Για τη συγκεκριμένη δε θέση τους οι εναγόμενοι επιφυλάσσουν το δικαίωμα τους να αναφερθούν με λεπτομέρειες και μαρτυρία ως προς το περιεχόμενο της επιστολής τους. Όσον αφορά το περιεχόμενο της παραγράφου 10 της έκθεσης απαίτησης των εναγόντων, με την υπεράσπιση τους οι εναγόμενοι 1 και 2 το αποδέχονται, πλην όμως είναι ισχυρισμός τους ότι το ποσό της προκαταβολής κρατείται από αυτούς για να καλύψει μέρος της ζημιάς που αυτοί έχουν υποστεί εξαιτίας της συμπεριφοράς και/ή των πράξεων και/ή παραλείψεων και/ή της μη εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων των εναγόντων. Οι εναγόμενοι 1 και 2 αρνούνται το περιεχόμενο των παραγράφων 11 και 12 της έκθεσης απαίτησης των εναγόντων και περαιτέρω ισχυρίζονται ότι συνεπεία της μη εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων των εναγόντων και/ή της άρνησης και/ή της παράλειψης τους να συμμορφωθούν με αυτές, οι εναγόμενοι 1 και 2 υπέστησαν ζημιές και έξοδα ως ακολούθως: (α). Για την ακυρωτική συμφωνία του αγοραπωλητηρίου εγγράφου μεταξύ της εταιρείας και των εναγομένων 1 και 2, υπέστηκαν ζημιές και/ή έξοδα ανερχόμενα στο ποσό των €600,
- (β). Για την αμοιβή σε τρίτο πρόσωπο που είχε αναλάβει να προβεί σε όλες τις ενέργειες και/ή τη συμπλήρωση των διαφόρων εντύπων που έπρεπε να κατατεθούν στο Κτηματολόγιο για τη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου €200,
- (γ). Για την ζημία που υπέστηκαν λόγω του ότι κατά ή περί την 8.8.2009, απέρριψαν πρόταση που έγινε από άλλον αγοραστή με την οποία τους προσέφερε το ποσό των €470.000,00, για να αγοράσει αυτός το επίδικο ακίνητο και την εντός αυτού ανεγερθείσαν κατοικία, €30.000,
- Είναι δε η θέση και ισχυρισμός τους ότι η απόρριψη αυτή έγινε από τους εναγόμενους 1 και 2 και/ή από τον εναγόμενο 1, ο οποίος ενεργούσε σε όλους τους ουσιώδεις χρόνους και για λογαριασμό της εναγόμενης 2, διότι ήθελαν να τηρήσουν την επίδικη συμφωνία που συνήψαν με τους ενάγοντες. Προς τούτο δε οι εναγόμενοι 1 και 2 επεφύλαξαν το δικαίωμα τους να αναφερθούν με λεπτομέρειες κατά την δικάσιμο και να προσκομίσουν την απαραίτητη μαρτυρία. (δ). Λόγω και συνεπεία της μη εκπλήρωσης από τους ενάγοντες των συμβατικών υποχρεώσεων τους προς τους εναγόμενους 1 και 2 και/ή της αδυναμίας και/ή αμέλειας τούτων να τιμήσουν την μεταξύ τους συναφθείσα συμφωνία, οι εναγόμενοι 1 και 2 χρεώθηκαν τόκους επί του το οφειλόμενου προς την τράπεζα τους ποσό για την περίοδο από 2.8.2009 μέχρι την 23.2.2010, που ανήλθαν στο ποσό των €19.957,30, το οποίο δεν θα εχρεώνοντο αν οι ενάγοντες τιμούσαν τη μεταξύ τους επίδικη συμφωνία. Β. Με την δε ανταξίωση τους: Ενόψει των όσων εκθέτουν στην έκθεση υπεράσπισης τους οι εναγόμενοι 1 και 2, αξιώνουν εναντίον των εναγόντων αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, τα πιο κάτω ποσά: (α). Το ποσό που αναφέρεται πιο πάνω στην παράγραφο υπό στοιχείο (α) εξ €600,
- (β). Το ποσό που αναφέρεται πιο πάνω στην παράγραφο υπό στοιχείο (β) εκ €200,
- (γ). Το ποσό που αναφέρεται πιο πάνω στην παράγραφο υπό στοιχείο (γ) εκ €30.000,
- (δ). Το ποσό που αναφέρεται πιο πάνω στην παράγραφο υπό στοιχείο (δ) εκ €19.957,
- (ε). Τόκους. (στ). Έξοδα. Οι ενάγοντες 1 και 2 με την απάντηση τους στην υπεράσπιση και με την υπεράσπιση τους στην ανταπαίτηση των εναγομένων 1 και 2, ισχυρίζονται τα εξής: Α. Στην απάντηση τους στην υπεράσπιση: Εμμένουν στις θέσεις και ισχυρισμούς τους που περιέχονται στην έκθεση απαίτηση τους και περαιτέρω απορρίπτουν τα όσα οι εναγόμενοι 1 και 2 ισχυρίζονται στην έκθεση υπεράσπισης τους τα οποία δεν συνάδουν και/ή δεν συμφωνούν με τους δικούς τους ισχυρισμούς. Περαιτέρω παραδέχονται ότι έλαβαν την επιστολή ημερ. 7.10.09 από τους εναγόμενους 1 και 2, πλην όμως αρνούνται όλους τους ισχυρισμούς που περιέχονται σε αυτήν και στην παράγραφο 13 της έκθεσης υπεράσπισης, ισχυριζόμενοι ότι ο τερματισμός της επίδικης συμφωνίας και/ή υπαναχώρηση από αυτήν εκ μέρους τους έγινε νόμιμα και/ή δικαιολογημένα. Περαιτέρω αρνούνται τον ισχυρισμό ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 δικαιούνται και/ή νομιμοποιούνται να κρατούν το ποσό των €20.000,00 που έλαβαν ως προκαταβολή και περαιτέρω ισχυρίζονται πως με την παραδοχή τους ότι το κατέχουν, οι ενάγοντες νομιμοποιούνται στην έκδοση απόφασης προς όφελος τους. Ακόμη ισχυρίζονται διαζευκτικά πως ακόμα και σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι οι εναγόντες αδικαιολόγητα τερμάτισαν και/ή υπαναχώρησαν από την επίδικη συμφωνία και πάλιν οι εναγόμενοι 1 και 2, δεν δικαιούνται να κατακρατούν το ποσό που εισέπραξαν ως προκαταβολή ύψους €20.000,00, με το οποίο έχουν καταστεί αδικαιολόγητα πλουσιότεροι εις βάρος τους και συνακόλουθα οφείλουν όπως επιστρέψουν τούτο άμεσα στους ενάγοντες, πλέον τόκους. Περαιτέρω αρνούνται και απορρίπτουν τους ισχυρισμούς των παραγράφων 15 και 16 της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης των εναγομένων 1 και 2, όπως επίσης αρνούνται ότι αυτοί υπέστησαν οποιαδήποτε ζημιά και/ή έξοδα, σε περίπτωση δε και διαζευκτικά, που αποδειχθεί ότι αυτοί όντως υπέστησαν οποιαδήποτε έξοδα και/ή ζημιά, ως η υπεράσπιση τους, αυτή δεν οφείλεται με οποιοδήποτε τρόπο στους ενάγοντες αλλά στους ίδιους τους εναγόμενους 1 και
- Ακόμα και διαζευκτικά οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι τα διεκδικούμενα από τους εναγόμενους 1 και 2 ποσά με την ανταπαίτηση τους, είναι υπέρογκα και/ή υπερβολικά και/ή εξωπραγματικά και/ή αδικαιολόγητα και/ή καταχρηστικά. Ενόψει δε των όσων αναφέρουν στην απάντηση τους στην έκθεση υπεράσπισης των εναγομένων 1 και 2, αιτούνται την έκδοση απόφασης προς όφελος τους ως το αιτητικό μέρος της έκθεσης απαίτησης τους, πλέον έξοδα εναντίον των εναγομένων 1 και
- Β. Στην υπεράσπιση τους στην ανταπαίτηση των Εναγομένων 1 και 2: Οι ενάγοντες εγείρουν καταρχάς προδικαστική ένσταση ότι το ποσό που οι εναγόμενοι 1 και 2 αξιώνουν δια της ανταπαιτήσεως τους είναι μεγαλύτερο από την κλίμακα εξόδων που αναγράφεται ή καθορίζεται στον τίτλο της αγωγής. Άνευ βλάβης της προδικαστικής τους ένστασης, την οποία σημειωτέον δεν προώθησαν και ουσιαστικά εγκατέλειψαν, οι ενάγοντες επικαλούμενοι και επαναλαμβάνοντας τους ισχυρισμούς τους που περιέχονται στην έκθεση απαίτησης, αλλά και στην απάντηση τους στην υπεράσπιση των εναγομένων 1 και 2, αρνούνται και απορρίπτουν την ανταπαίτηση των εναγομένων 1 και 2, το αιτητικό μέρος αυτής και θέτουν τους εναγομένους 1 και 2 σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους. Τούτο δε ισχυριζόμενοι πώς αυτοί είναι αβάσιμοι και ή αστήριχτοι, τόσο νομικά όσο και πραγματικά και/ή είναι καταχρηστικοί και/ή ενοχλητικοί. Περαιτέρω δε ζητούν όπως η απόρριψη της ανταπαίτησης των εναγομένων 1 και 2 να είναι με έξοδα και εις βάρος αυτών. Επί τη βάση των εκατέρωθεν θέσεων των διαδίκων, ως εκτίθενται ανωτέρω και μετά την ολοκλήρωση της ανταλλαγής των δικογράφων η παρούσα αγωγή οδηγήθηκε σε ακρόαση. Στο στάδιο αυτό και επειδή οι δικηγόροι των εναγομένων 1 και 2 στις 26.10.12 ζήτησαν άδεια και αποσύρθηκαν, λόγω διαφωνίας ως προς τον χειρισμό της υπόθεσης με τους πελάτες τους και επειδή τελικώς η αγωγή και η αξίωση των εναγόντων σε σχέση με την εναγόμενη 2 ορίστηκε για απόδειξη, κρίνω ορθό να παραθέσω την πορεία και ιστορικό της υπόθεσης από την ημερομηνία που οι δικηγόροι τους απεσύρθηκαν, μέχρι και που αυτή ορίστηκε για απόδειξη για την εναγόμενη 2 . Όπως λοιπόν προκύπτει από τον φάκελο της υπόθεσης και τα πρακτικά του Δικαστηρίου: Κατ' αρχάς τo κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής επιδόθηκε δεόντως στους εναγόμενους 1 και 2 στις 19.10.2009 και εν συνεχεία αυτοί καταχώρησαν δια δικηγόρων εμφάνιση στις 26.10.
- Μετά το κλείσιμο των δικογράφων και μετά που η αγωγή αναβλήθηκε σε διάφορες ημερομηνίας για διάφορους λόγους, στις 26.10.12, που ήταν ορισμένη για ακρόαση, τόσο ο εναγόμενος 1 όσο και η εναγόμενη 2 που ήταν παρόντες, μετά που εδόθη άδεια στους δικηγόρους που μέχρι την εν λόγω ημερομηνία τους εκπροσωπούσαν να αποσυρθούν, υπέβαλαν αίτημα να οριστεί η αγωγή σε μια άλλη ημερομηνία για οδηγίες έτσι ώστε να διόριζαν νέο δικηγόρο. Στο αίτημα τους αυτό δεν έφερε ένσταση ο συνήγορος των εναγόντων, με επακόλουθο η υπόθεση να οριστεί για τις 3.12.12 για οδηγίες. Στις 3.12.12 οι εναγόμενοι 1 και 2, που εμφανίστηκαν προσωπικά, δήλωσαν πως θα χειριστούν την υπόθεση για τους λόγους που ανέφεραν, οι ίδιοι προσωπικά και έκαστος εξ΄ αυτών για τον εαυτό του. Μετά δε την δήλωση τους αυτή, το Δικαστήριο όρισε την υπόθεση για ακρόαση στις 20.2.13 και ώρα 11:00π.μ. Στις 20.2.13 από τους εναγόμενους παρουσιάστηκε ο εναγόμενος 1, όχι όμως η εναγόμενη 2, όμως λόγω έλλειψης χρόνου του δικαστηρίου η υπόθεση αναβλήθηκε ξανά για ακρόαση και για τους δύο εναγόμενους, για την 18.6.13 η ώρα 11:00 π.μ. Στις 18.6.13 και πάλι παρουσιάστηκε ο εναγόμενος 1 όχι όμως η εναγόμενη 2, ελλείψει δε χρόνου του δικαστηρίου η υπόθεση αναβλήθηκε για ακρόαση για την 11.12.
- Στις 11.12.13 εμφανίστηκε ο εναγόμενος 1 και πάλι προσωπικά όχι όμως η εναγόμενη 2, όμως και πάλιν ελλείψει χρόνου του δικαστηρίου, η υπόθεση επαναορίστηκε για ακρόαση για τις 9.5.
- Επίσης κατά την εν λόγω ημερομηνία και κατόπιν επισήμανσης του δικαστηρίου ότι ο εναγόμενος 1 δεν μπορούσε να εκπροσωπεί την εναγόμενη 2, αφού δεν είναι δικηγόρος και η εναγόμενη 2 όπως ο ίδιος δήλωσε ήταν πρώην σύζυγος του, ο ίδιος ο εναγόμενος 2 ανέλαβε να την ειδοποιήσει και να την ενημερώσει για την νέα ημερομηνία ακρόασης. Στις 9.5.14 που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση εμφανίστηκε ο εναγόμενος 1 προσωπικά και ενημέρωσε το Δικαστήριο πως η εναγόμενη 2 δεν μπορούσε να εμφανιστεί στο Δικαστήριο για επαγγελματικούς λόγους και γι΄ αυτό ζήτησε αναβολή της υπόθεσης. Τούτο για να εμφανιστεί η ίδια η εναγόμενη 2 που ήταν ενήμερη για την ημερομηνία ακρόασης, έτσι ώστε στην νέα ημερομηνία να παρουσιαστεί η ίδια για να τοποθετηθεί αναφορικά με τον περαιτέρω χειρισμό της υπόθεσης για τον εαυτόν της. Ο συνήγορος των εναγόντων δεν έφερε ένσταση με επακόλουθο η αγωγή να οριστεί για οδηγίες στις 2.6.
- Στις 2.6.14 εμφανίστηκαν τόσο ο εναγόμενος 1 όσο και η εναγόμενη 2 και ζήτησαν όπως η υπόθεση οριστεί για ακρόαση, κάτι που είχε σαν επακόλουθο αυτή να αναβληθεί και να οριστεί προς τούτο στις 7.11.14 και ώρα 11:00 π.μ. Στις 7.11.14 παρουσιάστηκε ο εναγόμενος 1 όχι όμως και η εναγόμενη
- Παρών επίσης ήταν ο συνήγορος των εναγόντων καθώς επίσης και ο ενάγοντας
- Λόγω του ότι η εναγόμενη 2, η οποία επισημαίνω ότι ήταν παρούσα στην προηγούμενη δικάσιμο και γνώριζε τόσο για την ημερομηνία που είχε αναβληθεί η υπόθεση για ακρόαση όσο και την ώρα αυτής, δεν παρουσιάστηκε, ο συνήγορος των εναγόντων ζήτησε όπως η αγωγή σε σχέση με την εναγόμενη 2 ενόψει της απουσίας της, προχωρήσει με απόδειξη της αξίωσης των εναγόντων. Επειδή λοιπόν η εναγόμενη 2 μέχρι και την 12:30 φωνήθηκε κατ' επανάληψη και δεν παρουσιάστηκε και επειδή ουδείς εμφανίστηκε δια να την εκπροσωπήσεις δεόντως, το αίτημα του συνηγόρου των εναγόντων δυνάμει των προνοιών των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, Δ.33 Θ.3 ενεκρίθη. Με σχετική δε ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, αποφασίστηκε επίσης ότι η απόδειξη της αξίωσης των εναγόντων 1 και 2, εναντίον της εναγομένης 2, γίνει δια και μέσω της μαρτυρίας που θα παρουσίαζαν οι ενάγοντες 1 και 2, στα πλαίσια της ακρόασης της αγωγής σε σχέση με τον εναγόμενο
- Μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου αναφορικά με την εναγόμενη 2, ακολούθησε η έναρξη και ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας με την προσκόμιση μαρτυρίας από τους ενάγοντες και τον εναγόμενο 1, με την οποία συνεκδικάστηκαν η αξίωση των εναγόντων 1 και 2 και η ανταξίωση των εναγομένων 1 και
- Προς υποστήριξη της εκδοχής των εναγόντων 1 και 2 προσφέρθηκε μαρτυρία από τους ίδιους τους ενάγοντες, ήτοι τον κ. Δημήτρη Σούγλη (Μ.Ε.1) και την κα Καλλιόπη Κούζη (Μ.Ε.2), προς υποστήριξη δε της εκδοχής του εναγομένου 1, έδωσε μαρτυρία ο ίδιος (Μ.Υ.1). ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΞΙΩΣΗ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ 1 ΚΑΙ 2 ΚΑΙ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΚΑΙ ΑΝΤΑΞΙΩΣΗ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ 1 ΚΑΙ 2 : Επισημαίνεται κατ' αρχάς ότι σύμφωνα με τη νομολογία, δεν είναι αναγκαίο το Δικαστήριο να παραθέτει ολόκληρη την μαρτυρία που παρουσίασε η κάθε πλευρά, ή και να αναφέρεται σε όλες τις πτυχές της, γι΄ αυτό θα προχωρήσω να εκθέσω όσον είναι δυνατό περιεκτικά την μαρτυρία του κάθε μάρτυρα, όμως κατά την αξιολόγηση θα έχω υπόψη μου το σύνολο της μαρτυρίας ως είναι καταγραμμένη στα πρακτικά και όχι ως θα εκτεθεί περιληπτικά (βλ. Χρυσούλλα Καννάουρου κ.α. v. Ανδρέα Στατιώτη
(1990)1 Α.Α.Δ. 35). Ο ενάγοντας 1 (Μ.Ε.1) και η ενάγουσα 2 (Μ.Ε.2), στην κυρίως εξέταση τους και ως μέρος αυτής, ανέγνωσαν και υιοθέτησαν το περιεχόμενο των γραπτών ενυπόγραφων δηλώσεων τους τις οποίες κατέθεσαν και σημειώθηκαν σαν Τεκμήρια 1 και 4, αντίστοιχα. Το τι αναφέρουν σε αυτές οι ενάγοντες (Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2), είναι καταγεγραμμένο και δεν κρίνω σκόπιμο να το επαναλάβω αυτολεξεί στην παρούσα. Περαιτέρω αναφορά στο περιεχόμενο αυτών θα γίνεται κατωτέρω όπου κρίνεται αναγκαίο και στο στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Αναφερόμενος συνοπτικά στα όσα αναφέρουν ο ενάγοντας 1 (Μ.Ε.1) και η ενάγουσα 2 (Μ.Ε.2), στις γραπτές τους δηλώσεις Τεκμήριο 1 και Τεκμήριο 4 αντίστοιχα, είναι αρκετό να λεχθεί ότι η εκφρασθείσα θέση τους υποστηρίζει την εκδοχή τους όπως παρατέθηκε πιο πάνω δια των ισχυρισμών τους που περιέχονται στην έκθεση απαίτησης τους, με εμμονή ότι τα γεγονότα εξελίχθηκαν με τρόπο ώστε οι ενάγοντες να παραπλανηθούν από τις δηλώσεις του εναγομένου 1, ο οποίος κατά πάντα ουσιώδη χρόνο εκπροσωπούσε και ενεργούσε και δια λογαριασμό της εναγόμενης
- Συγκεκριμένα όπως και στην έκθεση απαίτησης τους ισχυρίζονται, έτσι και στις γραπτές τους δηλώσεις, προέβαλαν την θέση ότι ενώ ο εναγόμενος 1 τους διαβεβαίωσε πρίν, κατά τον χρόνο κατάρτισης της επίδικης συμφωνίας, αλλά και μετά, κατά τον χρόνο που μετέβηκαν για την μεταβίβαση και εγγραφή επ' ονόματι τους του επίδικου ακινήτου, ότι αυτό ήταν ελεύθερο από οποιοδήποτε βάρος η εμπόδιο για σκοπούς μεταβίβασης, διαπίστωσαν στο Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού όταν μετέβηκαν για την μεταβίβαση κατά τους ρητά καθορισθέντας και συμφωνηθέντας χρόνους, την πραγματική και νομική κατάσταση του, ήτοι ότι το επίδικο ακίνητο και η ανεγερθείσα εντός αυτού οικία, εβαρύνετο με υποθήκη και άλλα εμπράγματα βάρη, ότι γι αυτό δεν υπήρχε ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας και συνακόλουθα δεν μπορούσε να μεταβιβαστεί στο όνομα τους. Ακόμη κατά την 30.9.2009 που μετέβηκαν για δεύτερη φορά για την μεταβίβαση, δεν ήταν παρόντες τα πρόσωπα που έπρεπε να υπογράψουν τα έντυπα μεταβίβασης για λογαριασμό της εταιρείας από την οποίαν το επίδικο ακίνητο και οικία εντός αυτού είχε αγοραστεί από τους εναγόμενους 1 και
- Περαιτέρω ο ενάγοντας 1 (Μ.Ε.1), στην κυρίως εξέταση του πρόσθετα των όσων αναφέρει στην γραπτή ενυπόγραφη δήλωση του (Τεκμήριο 1), απαντώντας σε ερωτήσεις του συνηγόρου του ανέφερε τα εξής: · Ότι με επιστολή των δικηγόρων τους ημερ. 5.10.09 η οποία επιδόθηκε στους εναγόμενους 1 και 2 με ιδιώτη επιδότη, οι ενάγοντες τερμάτισαν την επίδικη συμφωνία και κάλεσαν τους εναγόμενους 1 και 2 να τους επιστρέψουν το ποσό των €20.000,00 το οποίο τους είχαν καταβάλει ως μέρος του τιμήματος πώλησης και ως προκαταβολή. Την εν λόγω επιστολή και την ένορκη δήλωση επίδοσης της ο ενάγοντας 1 κατέθεσε χωρίς ένσταση από τον εναγόμενο 1, οι οποίες σημειώθηκαν σαν Τεκμήρια 2(α) και 2(β), αντίστοιχα. · Ότι έχει στην κατοχή του έγγραφα τα οποία απέστειλαν στη Σ.Π.Ε. Αγ. Φύλας μέσω των τραπεζών με τις οποίες συνεργαζόταν τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγος του ενάγουσα 2, με τα οποία εδίδοντο οδηγίες για να αποπληρώνεται η δόση του δανείου το οποίο έλαβαν για να πληρώσουν το τίμημα πώλησης του επίδικου ακινήτου. Τα εν λόγω έγγραφα κατέθεσε σαν Τεκμήρια, χωρίς ένσταση, ως ακολούθως: (α). Χειρόγραφη σημείωση στην οποία επισυνάπτονται δύο τραπεζικές εντολές η μια της Ελληνικής Τράπεζας Λτδ και η άλλη προς τη Λαϊκή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, σαν Τεκμήριο 3(α). (β). Φωτοτυπία τραπεζικής εντολής ημερ. 14.9.09, με την οποία ο ενάγοντας 1 εξουσιοδοτεί την Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, η οποία στάληκε με τηλεομοιότυπο, να καταβάλλει προς την Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ, δια και μέσω του λογαριασμού της στη Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγ. Φύλας, το ποσό των €1.600,00 μηνιαίως, σαν Τεκμήριο 3(β). (γ). Φωτοτυπία τραπεζικής εντολής ημερ. 14.9.09, με την οποία Ενάγουσα 2 εξουσιοδοτεί την Μarfin Popular Bank Co. Ltd , η οποία στάληκε με τηλεομοιότυπο, να καταβάλλει προς την Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ, δια και μέσω του λογαριασμού της στη Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγ. Φύλας, το ποσό των €1.500,00 μηνιαίως, σαν Τεκμήριο 3(γ). · Ότι με τις εν λόγω εξουσιοδοτήσεις Τεκμήρια 3(β) και 3(γ), αυτός και η σύζυγος του εξουσιοδοτούσαν την Ελληνική Τράπεζα και Λαϊκή Τράπεζα, αντίστοιχα, να πληρώνουν από τους λογαριασμούς που διατηρούσαν στα εν λόγω τραπεζικά ιδρύματα, πρός την Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα μέσω του λογαριασμού της στη Σ.Π.Ε. Αγ. Φύλας, τη μηνιαία δόση για το δάνειο που είχαν εξασφαλίσει για την αγορά του επίδικου ακινήτου, που ανερχόταν σε €3.100,00 μηνιαίως. · Ότι στις 30.9.09 διαπίστωσε ότι για το επίδικο ακίνητο και την εντός αυτού αναγερθείσαν κατοικία δεν είχε εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας. Τούτο διότι εκ των υστέρων και μετά από σχετική έρευνα, κατά την 30.9.09, διαπίστωσε ότι είχε υποβληθεί μόνο αίτηση διαχωρισμού οικοπέδων του ακινήτου, μέρος του οποίου αποτελούσε το επίδικο ακίνητο και η εντός αυτού ανεγερθείσα κατοικία. · Ότι κατόπιν έρευνας που πραγματοποιήθηκε στο Κτηματολόγιο Λεμεσού διαπίστωσε ότι, ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας για το επίδικο ακίνητο και την εντός αυτού ανεγερθείσα κατοικία εξεδόθη τον Ιούνιο του 2012, όταν αυτό, πωλήθηκε σε κάποιο κύριο Μπρούκ. Ο ενάγοντας 1 (Μ.Ε.1), στην αντεξέταση του από τον εναγόμενο 1, ανέφερε συνοπτικά τα εξής: · Ότι οι εντολές πληρωμής δόθηκαν από τον ίδιο και τη σύζυγο του ενάγουσα 2 στις 14.9.09 για να συμμορφωθούν σύμφωνα με τη διαδικασία που ζήτησε η Σ.Π.Ε. Αγ. Φύλας για να προχωρήσει στην έκδοση επιταγής την οποία θα έπαιρναν μαζί τους στο κτηματολόγιο στη διαδικασία μεταβίβασης και εγγραφής του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι τους. Στις δύο δε συναντήσεις που έγιναν στο κτηματολόγιο παρών ήταν ο ίδιος, η σύζυγος του ενάγουσα 2, ο εναγόμενος 1 και ο υπάλληλος της Σ.Π.Ε. Αγ. Φύλας, ο οποίος είχε την επιταγή για εξόφληση του τιμήματος πώλησης. Όμως η μεταβίβαση δεν έγινε διότι στις 30.9.09 δεν παρουσιάστηκαν τα πρόσωπα που ήταν αναγκαία και έπρεπε να παρουσιαστούν για να γίνει η σχετική μεταβίβαση, κάτι που τον οδήγησε στο να αποσύρει το ενδιαφέρον τους για αγορά του επίδικου ακινήτου και στη νόμιμη υπαναχώρηση τους από την επίδικη συμφωνία. · Ότι τόσο στις 24.9.09 όσο και στις 30.9.09 στο κτηματολόγιο μετέβηκαν και ήταν παρόντες οι ενάγοντες 1 και 2 και ο ίδιος ο εναγόμενος 1 και συνακόλουθα δεν έκανε αποδεχτή τη θέση πως ο εναγόμενος 1 κατά την 24.9.09 δεν παρουσιάστηκε στο κτηματολόγιο γιατί βρισκόταν στο γραφείο του φόρου εισοδήματος από το πρωί έως το μεσημέρι. · Σε ερώτηση τι είναι αυτό το οποίο δεν έπραξαν οι εναγόμενοι 1 και 2 για να καταστεί δυνατή η μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου και της εντός αυτού ανεγερθείσας κατοικίας επ' ονόματι των εναγόντων στις 30.9.09, απάντησε ότι ενώ κατά την εν λόγω ημερομηνία μετέβηκαν στο κτηματολόγιο οι ενάγοντες 1 και 2, ο εκπρόσωπος της τράπεζας (Σ.Π.Ε. Αγ. Φύλας) έχοντας μάλιστα στην κατοχή του την επιταγή για εξόφληση του τιμήματος πώλησης, ο εναγόμενος 1 που επίσης ήταν παρών, ανέφερε σε όλους τους παρευρισκόμενους ότι δεν μπορούσε να ολοκληρωθεί η διαδικασία καθότι τα πρόσωπα που έπρεπε να είναι παρόντα από πλευράς των εναγομένων 1 και 2 δεν πήγαν στο κτηματολόγιο. Ακόμα από έρευνα που πραγματοποίησε ο ίδιος ο ενάγοντας 1 μέσω ανώτερου κτηματολογικού λειτουργού, πληροφορήθηκε για πρώτη φορά κατά την εν λόγω ημερομηνία ότι το επίδικο ακίνητο μέσα στο οποίο είχε ανεγερθεί η αγορασθείσα κατοικία, ήταν βεβαρημένο με εμπράγματα βάρη για φορολογικές υποχρεώσεις και νομικά δεν ήταν δυνατή η μεταβίβαση του. Ακόμα επανέλαβε πως μετά από αυτή τη διαπίστωση ανέφερε στον εναγόμενο 1 ότι απέσυρε το ενδιαφέρον του για αγορά του επίδικου ακινήτου και γι' αυτό ζήτησε και την επιστροφή του ποσού της προκαταβολής ύψους €20.000,
- Η ενάγουσα 2 (Μ.Ε.2), στην κυρίως εξέταση της πρόσθετα της γραπτής ενυπόγραφης δήλωσης της (Τεκμήριο 4), απαντώντας σε ερωτήσεις του συνηγόρου της ανέφερε τα εξής: · Ότι είχε την κατοχή της και κατέθεσε σαν τεκμήρια: (α). Το πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας ημερ. 14.11.14 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού, για το οποίο κάνει αναφορά στην παράγραφο 3(Α) του Τεκμηρίου 4, σαν Τεκμήριο
- (β). Την βεβαίωση-επιστολή του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού, ημερ. 12.11.14, για την οποία κάνει αναφορά στην παράγραφο 3(Β) του Τεκμηρίου 4, με την οποία βεβαιούται ότι μετά από σχετική αίτηση ημερ. 3.9.09, η Σ.Π.Ε. Αγ. Φυλάξεως ενέκρινε, αλλά δεν παρεχώρησε τελικά, δάνειο στους ενάγοντες 1 και 2, ύψους €512.000,00, σαν Τεκμήριο
- · Ότι αυτό που αναφέρεται στη 2η παράγραφο του Τεκμηρίου 6, ήτοι πως το εν λόγω δάνειο δεν παραχωρήθηκε, εννοεί πως από τη στιγμή που δεν ολοκληρώθηκε η συμφωνία και η μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου στο Κτηματολόγιο δεν υπήρχε λόγος να πάρουν τα χρήματα του δανείου και αυτά δεν εκταμιεύθηκαν ούτε και τα πήρανε. Στην αντεξέταση της η ενάγουσα 2 (Μ.Ε.2), απαντώντας σε ερωτήσεις και υποβολές του εναγομένου 1, ανέφερε τα εξής: · Ότι ο λόγος που δεν ολοκληρώθηκε η διαδικασία της μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου μέσα στο οποίο είχε ανεγερθεί η αγορασθείσα κατοικία, επ' ονόματι των εναγόντων στις 30.9.09, είναι διότι ενώ η ίδια, ο σύζυγος της ενάγοντας 1 (Μ.Ε.1) και ο υπάλληλος της τράπεζας (Σ.Π.Ε. Αγ. Φύλας) μετέβηκαν στο κτηματολόγιο, μετά που περίμεναν για πολλή ώρα χωρίς η μεταβίβαση να γίνει κατορθωτή, ο σύζυγος της ενάγοντας 1, προσπαθώντας να εντοπίσει το πρόβλημα της καθυστέρησης διαπίστωσε πως υπήρχε πρόβλημα με τους τίτλους ιδιοκτησίας. · Σε ερώτηση ποιο ήταν το πρόβλημα που δεν επέτρεπε να γίνει η μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου, απάντησε ότι από τη στιγμή που ο σύζυγος της ενάγοντας 1 της είπε πως υπήρχε πρόβλημα και δεν μπορούσε να γίνει η μεταβίβαση, η ίδια δεν ζήτησε να μάθει περισσότερες λεπτομέρειες. · Σε ερώτηση δε γιατί δεν ενδιαφέρθηκε αφού ήταν και μέλλουσα συνιδιοκτήτρια και γιατί δεν ζήτησε περισσότερες λεπτομέρειες και τεκμηρίωση του λόγου και του προβλήματος, απάντησε ότι σαν ζευγάρι και από τη στιγμή που ο σύζυγος της μετά από έρευνα την πληροφόρησε πως υπήρχε πρόβλημα για την μεταβίβαση, η ίδια εξέλαβε σαν δεδομένο την ύπαρξη σημαντικού λόγου και τον πίστεψε. Η ενάγουσα 2 (Μ.Ε.2), σε διευκρινιστικές ερωτήσεις από το Δικαστήριο ανέφερε τα εξής: · Ότι κατά τον χρόνο πού είχαν μεταβεί στο Κτηματολόγιο στις 30.9.2009, για την μεταβίβαση του επίδικου ακίνητου εντός του οποίου είχε ανεγερθεί η οικία, ήταν παρόντες η ίδια, ο σύζυγος της, ενάγοντας 1 (Μ.Ε.1), ο εκπρόσωπος της Τράπεζας τους Σ.Π.Ε Αγίας Φύλας και ο εναγόμενος 1, τον οποίον και υπέδειξε στην αίθουσα του Δικαστηρίου. Ο εναγόμενος 1 στην κυρίως εξέταση του και ως μέρος αυτής, ανέγνωσε και υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής ενυπόγραφης δήλωσης του την οποία κατέθεσε και σημειώθηκε σαν Τεκμήριο
- Το τι αναφέρει σε αυτήν ο εναγόμενος 1 (Μ.Υ.1), είναι καταγεγραμμένο, λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του, όμως για περιορισμό της έκτασης της απόφασης μου δεν κρίνω σκόπιμο να το επαναλάβω στην παρούσα αυτολεξεί. Αναφερόμενος συνοπτικά στα όσα αναφέρει ο εναγόμενος 1 (Μ.Υ.1), στις γραπτή του δήλωση Τεκμήριο 7, ως τελικώς διαμορφώθηκε μετά την διαγραφή μέρους της με σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ως μη καλυπτόμενο από τα δικόγραφα, η εκφρασθείσα θέση του υποστηρίζει την εκδοχή του όπως παρατέθηκε πιο πάνω δια των ισχυρισμών του που περιέχονται στην έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης του. Συγκεκριμένα: Εμμένει ότι τα γεγονότα εξελίχθηκαν με τρόπο ώστε αυτός, αλλά και η εναγόμενη 2 ουδεμία ευθύνη φέρουν για την μη υλοποίηση των συμφωνηθέντων. Αυτό γιατί υπαίτιοι για την μη εκτέλεση των όρων της επίδικης συμφωνίας είναι οι ενάγοντες 1 και 2 οι οποίοι για δικούς τους λόγους δεν ήσαν έτοιμοι και δεν επιθυμούσαν όταν μετέβηκαν στο Κτηματολόγιο Λεμεσού στις 30.9.2015, να προχωρήσουν στην υλοποίηση των συμφωνηθέντων. Αυτό ως ισχυρίζεται γιατί οι υπάλληλοι της Σ.Π.Ε Αγίας Φύλας, στα έγγραφα τους που ετοίμασαν, ανέγραψαν λάθος εμβαδόν για το επίδικο ακίνητο. Πρόσθετα ο εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι από την πρώτη στιγμή των συζητήσεων που είχε με τον ενάγοντα 1 τον πληροφόρησε πως επί του επίδικου ακινήτου είχε εγγράψει υποθήκη όταν αυτό αγοράστηκε από τον ίδιο και την εναγόμενη 2 από την εταιρεία Petevinos Estates Ltd. Πρόσθετα ισχυρίστηκε ότι επέδειξε στον Ενάγοντα 1, αντίγραφο του αγοραπωλητηρίου εγγράφου που συνήψε με την εταιρεία Petevinos Estates Ltd από την οποία αγόρασε την οικία, καθώς επίσης και του συμβολαίου υποθήκης με τη Λαϊκή Τράπεζα και αντίγραφο τελικής έγκρισης διαχωρισμού του ακινήτου μέρος του οποίου χρησιμοποιήθηκε για την ανέγερση της οικίας που είχε εκδοθεί από τις αρμόδιες αρχές. Ακόμα είναι ισχυρισμός του εναγόμενου 1 ότι πληροφόρησε τον ενάγοντα 1 ότι για το υπόλοιπο του τιμήματος αγοράς του επίδικου ακινήτου θα έπρεπε να εκδοθούν τέσσερις επιταγές από την Σ.Π.Ε Αγίας Φύλας, μία επ΄ ονόματι της Λαϊκής Τράπεζας για οφειλόμενο χρέος που ο ίδιος και η εναγόμενη 2 είχαν για δάνειο που εξασφάλισαν για την αγορά της οικίας, μία επ΄ ονόματι της εταιρείας Petevinos Estates Ltd, επίσης για ποσό που οφείλετο ως υπόλοιπο του τιμήματος αγοράς της οικίας, μία επ΄ ονόματι του Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων για τον κεφαλαιουχικό φόρο και μία επ΄ ονόματι του ιδίου για το υπόλοιπο ποσό το οποίο θα προέκυπτε μετά την αφαίρεση των ποσών των τριών πρώτων επιταγών. Ακόμα εξήγησε στον ενάγοντα 1 ότι με την πληρωμή των επιταγών η Λαϊκή Τράπεζα θα απέσυρε το έγγραφο υποθήκης, οι εναγόμενοι 1 και 2 θα απέσυραν το αγοραπωλητήριο έγγραφο που κατέθεσαν στο Κτηματολόγιο Λεμεσού και η εταιρεία Petevinos Estates Ltd και αφού καταβαλλόταν τα μεταβιβαστικά τέλη από τους ενάγοντες 1 και 2, θα μεταβίβαζε το επίδικο ακίνητο στον ενάγοντα 1 και
- Ακόμη ο εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι κατέληξαν σε συμφωνία με τους ενάγοντες 1 και 2 για αγορά του επίδικου ακινήτου και της οικίας για το ποσό των €440.000,00, εκ των οποίων €20.000,00 θα πληρωνόντουσαν ως προκαταβολή και το υπόλοιπο κατά την ημέρα της μεταβίβασης, οι δε ενάγοντες ζήτησαν να αφαιρέσει τις πινακίδες που είχε αναρτήσει για πώληση του επίδικου ακινήτου και της οικίας. Επίσης ισχυρίζεται ότι ζήτησε από τον ενάγοντα 1 να υπογράψουν γραπτή συμφωνία αναφορικά με την αγορά του επίδικου ακινήτου και της εντός αυτού οικίας, πλην όμως αυτός δεν αποδέχθηκε κάτι τέτοιο. Σε σχέση με την χρηματοδότηση που θα εξασφάλιζαν οι ενάγοντες 1 και 2 με δάνειο από την Σ.Π.Ε Αγίας Φύλας, ο εναγόμενος 1 ισχυρίζεται στο Τεκμήριο 7, ότι είχε συναντήσει τον αρμόδιο υπάλληλο ο οποίος του ανέφερε πως η Σ.Π.Ε Αγίας Φύλας χρηματοδοτεί μόνο ακίνητα τα οποία δεν είναι βεβαρημένα με εμπράγματα βάρη και γι΄ αυτό προτού προχωρήσουν στην εξέταση του αιτήματος των εναγόντων για παραχώρηση δανείου, θα προχωρούσαν σε έρευνα στο κτηματολόγιο για το επίδικο ακίνητο. Αυτή η συζήτηση είναι η θέση του πως έγινε στην παρουσία του ενάγοντα 1 ο οποίος τον διαβεβαίωσε να μην ανησυχεί καθότι θα εξασφάλιζαν το σχετικό δάνειο. Επίσης ο εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι όταν παρέλαβε το ποσό της προκαταβολής ύψους €20.000,00 επικοινώνησε με τη δική του τράπεζα, ήτοι τη Λαϊκή Τράπεζα και ενημέρωσε τον αρμόδιο υπάλληλο της για την πρόθεση του και τη συμφωνία που κατέληξε με το ενάγοντα 1 για την πώληση του επίδικου ακινήτου και ότι αυτός θα εξασφάλιζε δάνειο από την Σ.Π.Ε Αγίας Φύλας. Ο δε υπεύθυνος υπάλληλος της Λαϊκής Τράπεζας, επικοινώνησε με την Σ.Π.Ε Αγίας Φύλας και ενημερώθηκε ότι εγκρίθηκε το αίτημα για παραχώρηση δανείου στους ενάγοντες 1 και 2 και ως εκ τούτου θα προχωρούσαν στην προετοιμασία των απαραίτητων εγγράφων για την ολοκλήρωση της επίδικης συμφωνίας. Ακόμα στις 13.9.09 είναι η θέση του Εναγόμενου 1, ότι του τηλεφώνησε ο αρμόδιος υπάλληλος της Σ.Π.Ε Αγίας Φύλας και τον ενημέρωσε πως εγκρίθηκε το δάνειο για τους Ενάγοντες 1 και 2 και επίσης ότι είχαν κάνει έρευνα στο Κτηματολόγιο Λεμεσού και διαπίστωσαν ότι το επίδικο ακίνητο δεν εβαρύνετο με εμπράγματα βάρη. Ακόμα ο εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι μεταξύ των διαδίκων συνεφωνήθη η μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου και η εξόφληση του τιμήματος αγοράς να εγινόταν στις 24.9.09 και ο ενάγοντας 1 του επεσήμανε πως σε περίπτωση που δεν γινόταν αυτή κατά την εν λόγω ημερομηνία τότε δυνάμει των συμφωνηθέντων θα ματαίωνε την αγορά της οικίας. Επίσης ο ενάγοντας 1 του ανέφερε κατά τον αυτόν χρόνο, ήτοι στις 14.9.09, ότι η μεταβίβαση μπορεί να γίνει μόνο ημέρα Τετάρτη αφού ο υπάλληλος της Σ.Π.Ε Αγίας Φύλας μόνο τη συγκεκριμένη ημέρα της εβδομάδας μπορούσε να μεταβεί στο κτηματολόγιο. Μετά τον καθορισμό της εν λόγω ημερομηνίας είναι η θέση του Εναγόμενου 1 ότι στις 23.9.09 μετέβη ο ίδιος στο Επαρχιακό Γραφείο του Φόρου Εισοδήματος Λεμεσού έτσι ώστε να εξασφαλίσει όλα τα απαραίτητα έγγραφα του ιδίου αλλά και της πρώην συζύγου του που απαιτούντο για να μπορέσει να γίνει η μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου. Λόγω όμως λάθους που εντοπίστηκε στην ετοιμασία των σχετικών εγγράφων (τύπου ΙNF 11051.REP) αυτό δεν μπορούσε να γίνει στις 23.9.09 και ως εκ τούτου ενημέρωσε τηλεφωνικά τον υπάλληλο της Σ.Π.Ε Αγίας Φύλας, τον ενάγοντα 1 αλλά και τη Λαϊκή Τράπεζα ότι η μεταβίβαση δεν μπορούσε να γίνει στις 24.9.09 για να μην μεταβούν άδικα στο κτηματολόγιο. Στη συνέχεια ισχυρίζεται, ότι στις 29.9.09 και αφού ετοιμάστηκαν τα σχετικά έγγραφα από τον προϊστάμενο του Γραφείου Φόρου Εισοδήματος Λεμεσού, ενημέρωσε τη Σ.Π.Ε Αγίας Φύλας, τον ενάγοντα 1 και τη Λαϊκή Τράπεζα για να μετέβαιναν στο κτηματολόγιο προς υλοποίηση των συμφωνηθέντων, πλην όμως η απάντηση που πήρε ήταν πως αυτό μπορούσε να γίνει στις 30.9.09 που ήταν ημέρα Τετάρτη. Στις 30.9.09 όντως, όπως πάντοτε ο εναγόμενος 1 ισχυρίζεται στο Τεκμήριο 7, ο υπάλληλος της Σ.Π.Ε Αγίας Φύλας πέρασε από το Γραφείο Φόρου Εισοδήματος έδωσε την επιταγή για τον κεφαλαιουχικό φόρο σφράγισε το έγγραφο τύπου INF 11051.REP, το οποίο είχε στην κατοχή του. Το εν λόγω έντυπο προσπάθησε να καταθέσει στο Δικαστήριο, κάτι όμως το οποίο δεν κατέστει δυνατόν λόγω μη παρουσίασης του σύμφωνα με τους κανόνες Απόδειξης. Εν συνεχεία συναντήθηκαν όλοι στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού και εκ μέρους των διευθυντών της εταιρείας Petevinos Estates Ltd, ένας εκ των οποίων απουσίαζε στο εξωτερικό παρουσιάστηκε κάποια κυρία Νιόβη Γεωργίου - Πετρίδου, κτηματομεσίτης, η οποία ήταν πλήρως εξουσιοδοτημένη με ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο το οποίο είχε στην κατοχή του. Το εν λόγω έγγραφο προσπάθησε να καταθέσει στο Δικαστήριο, κάτι όμως το οποίο δεν κατέστει δυνατόν λόγω μη παρουσίασης του σύμφωνα με τους κανόνες Απόδειξης. Ο ίδιος εκπροσωπούσε και την εναγόμενη 2 δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου το οποίο κατέθεσε στο κτηματολόγιο το 2012 όταν πώλησε την οικία σε άλλο αγοραστή. Ισχυρίζεται ακόμη ότι στις 30.9.09, ενώ ήταν όλοι στο Κτηματολόγιο Λεμεσού ο ενάγοντας 1 και μετά που επισκέφθηκε το διευθυντή του κτηματολογίου για να βεβαιωθεί ότι το ακίνητο ήταν ελεύθερο από εμπράγματα βάρη, τους πληροφόρησε ότι όντως το επίδικο ακίνητο ήταν ελεύθερο, κάτι που όπως πληροφορήθηκε και από την αρμόδια υπάλληλο του κτηματολογίου ο ενάγοντας 1 καταγράφετο και στο έντυπο μεταβίβασης. Το εν λόγω έντυπο Ν.270, το οποίο είχε στην κατοχή του. Το εν λόγω έγγραφο προσπάθησε να το καταθέσει στο Δικαστήριο, πλήν όμως τούτο δεν κατέστει δυνατόν λόγω μη παρουσίασης του σύμφωνα με τους κανόνες Απόδειξης. Είναι ακόμα η θέση του εναγόμενου 1 πως η αρμόδια λειτουργός του κτηματολογίου στην πορεία προς ολοκλήρωση της διαδικασίας της μεταβίβασης διαπίστωσε ότι στο έγγραφο που παρουσίασε ο υπάλληλος της Σ.Π.Ε Αγίας Φύλας αναγραφόταν ότι το εμβαδόν του επιδίκου ακινήτου που θα μεταβιβαζόταν στους ενάγοντες 1 και 2 αντί για 182 τ.μ. από το σύνολο των 720 τ.μ. που αντιστοιχούσε στο τεμάχιο γης για την οικία που αγόρασαν, έγραφε ότι θα τους μεταβιβαζόταν το συνολικό εμβαδόν στο οποίο περιλαμβάνοντο άλλες τρεις κατοικίες που είχε ανεγείρει η εταιρεία Petevinos Estates Ltd οι οποίες ήδη ανήκαν σε άλλους ιδιοκτήτες. Μετά από αυτή τη διαπίστωση ο εναγόμενος 1, όπως πάντοτε ισχυρίζεται στο Τεκμήριο 7, ο υπάλληλος της Σ.Π.Ε Αγίας Φύλας πρότεινε στη λειτουργό να διορθώσει το λάθος που έκανε ο ίδιος με στυλό όμως η υπάλληλος του κτηματολογίου για να αποδεχθεί τούτο ζήτησε να γίνει η διόρθωση στην παρουσία των διευθυντών της εταιρείας Petevinos Estates Ltd. Τούτο διότι παρά την ύπαρξη νόμιμου και έγκυρου πληρεξουσίου ήθελε η χειρόγραφη διόρθωση να γίνει στην παρουσία και των δύο διευθυντών της εταιρείας και με τη συγκατάθεση τους, για να μην φέρει η ίδια ή το κτηματολόγιο ευθύνη για την χειρόγραφη διόρθωση. Λόγω του ότι ο ένας εκ των διευθυντών απουσίαζε στο εξωτερικό, μετά από την τηλεφωνική επικοινωνία που είχε μαζί του ο εναγόμενος 1, πληροφορήθηκε πως θα επέστρεφε το βράδυ της 30.9.09 στην Κύπρο. Μετά από αυτό τόσο ο ίδιος, όσο και ο υπάλληλος της Λαϊκής Τράπεζας εξήγησαν στους ενάγοντες 1 και 2 ότι παρόλο που δεν φέρουν ευθύνη οι ίδιοι για το λάθος στο έγγραφο της Σ.Π.Ε Αγίας Φύλας, ήταν πρόθυμοι να μεταβούν ξανά στις 2.10.09 στο Κτηματολόγιο, αφού η επομένη ημέρα 1.10.09 ήταν αργία, πλην όμως ο υπάλληλος της ΣΠΕ Αγίας Φύλας τους ανέφερε πως δεν μπορούσε κατά την ημερομηνία αυτή να ήταν παρών, όμως θα μπορούσε να μεταβεί στις 7.10.09 που ήταν ημέρα Τετάρτη. Μετά από αυτήν την εξέλιξη ο ενάγοντας 1, όπως ο εναγόμενος 1 ισχυρίζεται στο Τεκμήριο 7, ανέφερε σε όλους που ήταν παρόντες ότι εφ΄ όσον δεν πραγματοποιήθηκε η μεταβίβαση της οικίας και του επίδικου ακινήτου ματαιώνει την επίδικη συμφωνία, οπόταν ο ίδιος ο εναγόμενος 1 τον πληροφόρησε πως δεν θα του επιστρέψει την προκαταβολή που ζήτησε να του επιστραφεί αφού το λάθος για την μη υλοποίηση των συμφωνηθέντων οφειλόταν στο λάθος που έγινε στο έγγραφο της δικής του τράπεζας. Τον πληροφόρησε ακόμα πως θα μπορούσε αν ήταν έτοιμος να μεταβεί με τη Λαϊκή Τράπεζα και τους διευθυντές της εταιρείας Petevinos Estates Ltd, την μεθεπόμενη ημέρα για ολοκλήρωση της διαδικασίας. Στις 5.10.09 ο εναγόμενος 1 παραδέχεται ότι έλαβε με την επίδοση δια χειρός επιστολή από τους ενάγοντες μέσω των δικηγόρων τους, ότι τερμάτιζαν την επίδικη συμφωνία και περαιτέρω με αυτήν απαιτούσαν την επιστροφή του ποσού της προκαταβολής που του έδωσαν. Ο εναγόμενος 1, αναφέρει περαιτέρω στο Τεκμήριο 7, ότι αρνήθηκε να επιστρέψει το ποσό της προκαταβολής και ότι αξιώνει αποζημιώσεις για τις αρνητικές οικονομικές επιπτώσεις που υπέστη συνεπεία της συμπεριφοράς των εναγόντων. Ακόμη ο εναγόμενος 1 (Μ.Υ.1), στην κυρίως εξέταση του και πρόσθετα των όσων αναφέρει στην γραπτή ενυπόγραφη δήλωση του (Τεκμήριο 7), κατέθεσε την απόδειξη παραλαβής από τους ενάγοντες 1 και 2, του ποσού των €20.000,00, το οποίο του καταβλήθηκε ως έναντι και προκαταβολή του τιμήματος πώλησης του επίδικου ακινήτου και της εντός αυτού ανεγερθείσας κατοικίας, ημερ. 2.8.09, η οποία σημειώθηκε σαν Τεκμήριο
- Περαιτέρω αναφορά στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 7, θα γίνεται κατωτέρω όπου κρίνεται αναγκαίο και στο στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Στην αντεξέταση του ο εναγόμενος 1 απαντώντας σε ερωτήσεις και υποβολές του συνηγόρου των εναγόντων ανέφερε τα εξής: · Δεν συμφώνησε ότι οι ενάγοντες του ανέφεραν δια του ενάγοντα 1 ότι αναζητούσαν σπίτι που να μην φέρει εμπράγματα βάρη και να έχει ξεχωριστό τίτλο ιδιοκτησίας. Συμφώνησε όμως πως ερωτήθηκε από τον ενάγοντα 1 αν το επίδικο ακίνητο είχε ξεχωριστό τίτλο ιδιοκτησίας και κατά πόσο ήταν υποθηκευμένο, διευκρινίζοντας ότι αυτά τα ερωτήματα, όπως και αν είναι εξοφλημένο η αν πληρώθηκε τοις μετρητοίς, η αν έχει δάνειο με υποθήκη, είναι τα συνήθη στις περιπτώσεις αγοραπωλησίας ακίνητης περιουσίας. · Σε υποβολή ότι πριν την κατάρτιση της επίδικης συμφωνίας είχε διαβεβαιώσει ρητά τους ενάγοντες ότι το επίδικο ακίνητο δεν βαρύνετο με οποιοδήποτε εμπράγματο βάρος, αρχικά αντί να απαντήσει ευθέως, ανέφερε ότι οι ενάγοντες δεν είχαν οποιαδήποτε επαφή με την πρώην σύζυγο του, εναγόμενη 2, αφού ακόμη και όταν καταρτίστηκε η προφορική συμφωνία η ίδια δεν ήταν παρούσα. Αποδέχτηκε όμως τελικά και συμφώνησε ότι διαβεβαίωσε τους ενάγοντες πριν την συνομολόγηση της επίδικης συμφωνίας, ότι το επίδικο ακίνητο δεν βαρυνόταν με εμπράγματα βάρη. Η απάντηση του στη σχετική ερώτηση ήταν: «Πρώτον ο κ. Σούγλης και η σύζυγος του δεν είχαν ποτέ επαφή με την πρώην σύζυγο μου και όταν κάναμε την προφορική συμφωνία, η ίδια δεν ήταν παρών. Μάλιστα, τους διαβεβαίωσα ότι δεν είχε εμπράγματα βάρη · Διαφώνησε με υποβολή ότι πριν τη συνομολόγηση της επίδικης συμφωνίας διαβεβαίωσε τους ενάγοντες πως για την επίδικη κατοικία είχε εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας. Περαιτέρω ανέφερε ότι όχι μόνο δεν είπε κάτι τέτοιο αλλά πρόσθετα εξήγησε στον ενάγοντα 1 και του επέδειξε αντίγραφο της τελικής έγκρισης των αρμοδίων υπηρεσιών που είχε εκδοθεί το 2008 για το επίδικο ακίνητο και την εντός αυτού ανεγερθείσαν κατοικία, ο ξεχωριστός όμως τίτλος ιδιοκτησίας για να εκδοθεί χρειαζόντουσαν 3 - 5 χρόνια μετά. · Σε υποβολή ότι η ύπαρξη ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας και η διαβεβαίωση του πως το επίδικο ακίνητο δεν βαρύνετο με εμπράγματα βάρη ήταν προϋποθέσεις και προαπαιτούμενα για τους ενάγοντες για να προχωρούσαν στη σύναψη της επίδικης συμφωνίας, απάντησε πως αυτό δεν το αποδέχεται και προς τούτο παρέπεμψε στο γεγονός ότι για να εκδώσει η Σ.Π.Ε. Αγ. Φύλας την επιταγή για εξόφληση του τιμήματος πώλησης, θα έπρεπε να είχε ικανοποιηθεί από έρευνα που έκανε στο κτηματολόγιο πως δεν υπήρχαν εμπράγματα βάρη. Όσον αφορά τη μη ύπαρξη ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας και ότι ο ενάγοντας 1 το γνώριζε, ανέφερε πώς αυτό αποδεικνύεται από το περιεχόμενο της έρευνας που ο ενάγοντας 1, έκανε στο κτηματολόγιο που κατατέθηκε στο Δικαστήριο. · Ότι ο ίδιος δεν υπέβαλε προσωπικά αίτηση για έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας του επίδικου ακινήτου επειδή πρόθεση του ήταν να το πωλήσει μαζί με την εντός αυτού ανεγερθείσαν κατοικία και συνεπώς δεν υπήρχε λόγος να πληρώσει μεταβιβαστικά τα οποία θα πλήρωνε ξανά ο επόμενος ιδιοκτήτης αυτού. Ο διαχωρισμός δε και η έκδοση ξεχωριστών τίτλων ιδιοκτησίας που αφορούσαν το ενιαίο συγκρότημα που ανηγέρθηκε εντός του ακινήτου, μέρος του οποίου ήταν και το επίδικο με την εντός αυτού ανεγερθείσα κατοικία, όπως βεβαιούται από το Τεκμήριο 5, έγινε το 2011 οπόταν και εκδόθηκαν ξεχωριστοί τίτλοι ιδιοκτησίας κάτι που δείχνει πως δεν υπήρχε ούτε και εμπόδιο για την έκδοση τους. · Ότι για να γίνει μεταβίβαση και να πληρωθούν τα μεταβιβαστικά τέλη, αυτά πληρώνονται μετά την έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας, όμως το ζήτημα αυτό καλύπτεται από δύο πτυχές, ήτοι πρώτη περίπτωση είναι όταν τα μεταβιβαστικά τέλη προς το κράτος πληρώνονται με τη μεταβίβαση στο όνομα του αγοραστή και όχι όταν εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας κάτι που έπαιρνε αρκετά χρόνια. Η δεύτερη πτυχή είναι και ο λόγος που ο ίδιος δεν μετέβηκε για να πληρώσει τα μεταβιβαστικά και να μεταβιβάσουν το επίδικο ακίνητο και την εντός αυτού ανεγερθείσαν κατοικία, αυτοί από τους οποίους την αγόρασε στο όνομα του, δηλαδή οι κκ. Petevinos Estates Ltd, αφού το κόστος αυτό έπρεπε να το μετακυλήσει στον επόμενο αγοραστή που ανερχόταν περίπου στα €25.000,
- · Σε υποβολή ότι ουδέποτε επέδειξε στον ενάγοντα 1 τα έγγραφα που αναφέρει στην παράγραφο 4 της γραπτής του δήλωσης, Τεκμήριο 7, απορρίπτοντας την ανέφερε ότι τα εν λόγω έγγραφα τα επέδειξε στον ενάγοντα 1 και τα είδε και ο τραπεζίτης του στις 28.7.
- · Ακόμα σε άλλη υποβολή ότι τα όσα αναφέρει στις παραγράφους 5 και 6 του Τεκμηρίου 7 δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, απάντησε πως όλα όσα λέει είναι καταχωρημένα στα αρχεία και πρακτικά που τηρούνται από τη Σ.Π.Ε. Αγ. Φύλας και που αφορούν τη συγκεκριμένη υπόθεση και ημερομηνία, όπως επίσης και από τις ακυρωμένες επιταγές. · Σε ερώτηση γιατί στο Τεκμήριο 7 λέει πως η Σ.Π.Ε. Αγ. Φύλας χρηματοδοτεί μόνο αγορά ακινήτων που δεν είναι βεβαρημένα με εμπράγματα βάρη, ενώ στη μαρτυρία του σε προγενέστερο στάδιο αποδέχτηκε και συμφώνησε πως το επίδικο ακίνητο εντός του οποίου είχε αναγερθεί η κατοικία, ήταν βεβαρημένο με υποθήκη στη Λαϊκή Τράπεζα, απάντησε ότι η υποθήκη και εμπράγματα βάρη έχουν διαφορά όσο η δύση από την ανατολή. Προς τούτο δε παρέπεμψε στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθήκευσης Ακινήτων Νόμο, Ν.9/65, στον οποίο επιβαρύνσεις χαρακτηρίζονται όλα τα εμπόδια που καθιστούν αδύνατη τη μεταβίβαση ή υποθήκευση ακινήτου. · Σε ερώτηση πώς εξηγεί το γεγονός ότι η 24.9.09 ήταν ημέρα Πέμπτη σε αντίθεση με την επαναλαμβανόμενη αναφορά του ότι ο υπάλληλος της Σ.Π.Ε. Αγ. Φύλας μόνο Τετάρτη μπορούσε να πάει στο κτηματολόγιο, απάντησε ότι αυτός για τη συγκεκριμένη υπόθεση έκανε μια ιδιαίτερη εξαίρεση. · Σε υποβολή ότι τα όσα αναφέρει στην παράγραφο 19 του Τεκμηρίου 7 δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα αφού ο υπάλληλος της Σ.Π.Ε. Αγ. Φύλας μετέβηκε στο κτηματολόγιο και ήταν παρών στις 24.9.09, αρχικά απάντησε πως δεν είναι δυνατό να ήταν εκεί στο κτηματολόγιο για το λόγο ότι ακύρωσε και την επιταγή που είχε εκδοθεί, στη συνέχεια όμως πρόσθεσε ότι δεν γνώριζε. · Σε περαιτέρω υποβολή ότι ο υπάλληλος της Σ.Π.Ε. Αγ. Φύλας ήταν παρών στο κτηματολόγιο στις 24.9.09, απάντησε ότι ήταν αδύνατο να ήταν γιατί θα έπρεπε πρώτα να είχε δώσει ο υπάλληλος την επιταγή για πληρωμή του κεφαλαιουχικού φόρου στο φόρο εισοδήματος. · Σε ερώτηση ποιο από τα δύο ισχύει, ήτοι αν δεν γνώριζε ότι ήταν παρών ή ότι δεν ήταν παρών ο υπάλληλος της Σ.Π.Ε. Αγ. Φύλας γιατί έπρεπε να δώσει την επιταγή για τον κεφαλαιουχικό φόρο στο φόρο εισοδήματος, απάντησε διαφοροποιώντας τις προηγούμενες θέσεις του ότι μπορεί να ήταν παρών στο κτηματολόγιο για άλλο πελάτη όχι όμως και για τη συγκεκριμένη υπόθεση. Περαιτέρω σε υποβολή ότι στις 24.9.09 ο υπάλληλος της Σ.Π.Ε. Αγ. Φύλας ήταν παρών στο Κτηματολόγιο και για τη συγκεκριμένη υπόθεση, αποφεύγοντας να απαντήσει ανέφερε ότι χωρίς το clearance του φόρου εισοδήματος δεν υπάρχει περίπτωση το κτηματολόγιο να δεχθεί να κάνει μεταβίβαση και αυτή είναι η απάντηση του. · Σε ερώτηση αν συμφωνεί πως στην παράγραφο 21 του Τεκμηρίου 7 αναφέρει πως είχε πληρωθεί ο κεφαλαιουχικός φόρος, απάντησε πως από τη στιγμή που κατατέθηκε η επιταγή στο φόρο λήφθηκε το clearance το οποίο ήταν προϋπόθεση για το Κτηματολόγιο για να γίνει η μεταβίβαση. Τούτο δε έγινε αφού είχαν συμφωνήσει ο κεφαλαιουχικός φόρος που έπρεπε να πληρωθεί από τον ίδιο και την πρώην σύζυγο του εναγόμενη 2, ως πωλητές του επίδικου ακινήτου, να πληρωθεί, όπως και έγινε, από την Σ.Π.Ε. Αγ. Φύλας. · Σε ερώτηση αν μετά το τερματισμό της συμφωνίας οι ενάγοντες ζήτησαν πίσω το ποσό που είχε καταβάλει η Σ.Π.Ε. Αγ. Φύλας, όπως ισχυρίζεται, για τον κεφαλαιουχικό φόρο, απάντησε ότι την ίδια ημέρα που αυτός πληρώθηκε, γύρω στις 13.30 που ο ενάγοντας 1 ακύρωσε την επίδικη συμφωνία και τη μεταβίβαση, ο υπάλληλος της Σ.Π.Ε. Αγ. Φύλας πέρασε ξανά από το γραφείο του φόρου εισοδήματος, αμέσως επέστρεψε το clearance και του επιστράφηκε από το γραφείο του φόρου εισοδήματος η επιταγή που είχε δοθεί προηγουμένως. · Σε υποβολή ότι δεν έγινε κάτι τέτοιο αλλά και ότι δεν θα μπορούσε να γίνει, χωρίς να απαντήσει ευθέως σε αυτή, ανέφερε πως όλα αυτά τα σχετικά έγγραφα βρίσκονται στα γραφεία του φόρου εισοδήματος, αλλά και σε αυτά της Σ.Π.Ε. Αγ. Φύλας. · Σε υποβολή ότι τα όσα αναφέρει στις παραγράφους 22, 24, 25 και 26 του Τεκμηρίου 7 στο βαθμό που δεν συνάδουν με τη μαρτυρία των εναγόντων δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, απάντησε ότι τα γεγονότα αυτά που καταγράφει και αναλύει τα γνωρίζουν και οι αντιπρόσωποι των δύο τραπεζών οι οποίοι ήταν παρόντες, όπως και η λειτουργός του κτηματολογίου που επεξεργαζόταν τα έγγραφα. Επέμενε δε ότι τα όσα οι ενάγοντες ανέφεραν στη μαρτυρία τους ουδεμία σχέση έχουν με την αλήθεια και την πραγματικότητα. · Σε υποβολή ότι τόσο για πραγματικούς όσο και για νομικούς λόγους όπως αυτοί καταγράφονται στην έκθεση απαίτησης, οι ενάγοντες δικαιούνται στην έκδοση απόφασης για επιστροφή του ποσού των €20.000,00 που του κατέβαλαν σαν προκαταβολή για την αγορά του επίδικου ακινήτου πλέον τους τόκους και τα έξοδα, απορρίπτοντας την επανέλαβε πως η μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου δεν ολοκληρώθηκε λόγω δικής του υπαιτιότητας. Ο εναγόμενος 1 σε διευκρινιστικές ερωτήσεις από το Δικαστήριο ανέφερε τα εξής: · Ότι κατά τον χρόνο πού είχαν μεταβεί στο Κτηματολόγιο για την μεταβίβαση του επίδικου ακίνητου εντός του οποίου είχε ανεγερθεί η οικία, αυτό εβαρύνετο με υποθήκη, αλλά όχι με εμπράγματο βάρος. · Ότι γνώριζε για την υποθήκη με την οποία εβαρύνετο το επίδικο ακίνητο, καθ' ότι αυτή ενεγράφη από την πρώτη στιγμή που αγόρασε την οικία και προς τούτο υποθήκευσε το ακίνητο εντός του οποίου αυτή ανηγέρθηκε, στη Λαϊκή Τράπεζα, ήτοι από το Νοέμβριο του
- ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ ׃ Τόσο ο συνήγορος των εναγόντων όσο και εναγόμενος 1, είχαν την ευγενή καλοσύνη να ετοιμάσουν γραπτώς τις αγορεύσεις τους, αντίγραφα των οποίων κατέθεσαν στο Δικαστήριο και ανέγνωσαν. Τα όσα αναφέρουν στις εν λόγω αγορεύσεις τους έχουν μελετηθεί και ληφθεί υπόψη στο σύνολο τους, δεν θεωρώ όμως αναγκαίο να τα επαναλάβω στην παρούσα αυτολεξεί αφού είναι γραπτώς διατυπωμένα και βρίσκονται στον φάκελο της υπόθεσης. Ο συνήγορος των εναγόντων στη δική του αγόρευση, η οποία σημειώθηκε σαν Έγγραφο Γ.Α.1, συνοπτικά αναφέρει τα εξής: Κάλεσε το Δικαστήριο αξιολογώντας την προσφερθείσα μαρτυρία σε συνάρτηση με τις αναγνωρισμένες δια της νομολογίας αρχές, αναφορικά με το βάρος και μέτρο απόδειξης της αξίωσης των εναγόντων, να προβεί σε ευρήματα σύμφωνα με την εκδοχή της πλευράς των πελατών του απορρίπτοντας τις θέσεις και ισχυρισμούς του εναγόμενου 1, του οποία την μαρτυρία χαρακτήρισε ως αναξιόπιστη. Προς τούτο παρέπεμψε το Δικαστήριο σε σχετική νομολογία και συγκεκριμένα στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Μαρσέλ κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1Γ ΑΑΔ 1858, Stavrou v Papadopoulou
(1969)1 CLR 172 και Κωνσταντίνου ν Χατζηκυριάκου
(1993)1 ΑΑΔ 864. Περαιτέρω αναφορικά με την νομική πτυχή σε σχέση με το διεκδικούμενο από τους ενάγοντες ποσό των €20.000,00, παρέπεμψε επίσης σε σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Συγκριμένα στην απόφαση στην Πολιτική Έφεση 104/05 Μάριος Αγαπίου κ.α. ν. Ευαγγελίας Λεωνίδου
(2007)1 Α.Α.Δ. 2050, στην οποία, ως εισηγείται, το Ανώτατο Δικαστήριο παρά την απόφανση και συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ότι ο τερματισμός της συμφωνίας για αγορά ακινήτου οφειλόταν στην υπαναχώρηση της εφεσίβλητης - ενάγουσας - αγοράστριας, το ποσό που είχε δοθεί από αυτήν ως προκαταβολή έπρεπε να της επιστραφεί από τους εφεσείοντες. Συνακόλουθα, πάντοτε κατά την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγόντων, το Ανώτατο Δικαστήριο επικρότησε την απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου με την οποία εξέδωσε απόφαση εναντίον των εφεσειόντων για το ποσό της προκαταβολής το οποίο θεώρησε επιστρεπτέο εφόσον η συμφωνία τερματίστηκε, ανεξάρτητα από τον λόγο τερματισμού της. Προς τούτο παραθέτει σχετικά αποσπάσματα από την εν λόγω απόφαση στα οποία το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρει ότι από την ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου μαρτυρία και δεδομένα, δεν μπορούσε το ποσό της προκαταβολής να εκληφθεί ότι είχε συμφωνηθεί πώς αποτελούσε είδος εγγύησης που θα χανόταν εάν με υπαιτιότητα της η εφεσίβλητη τερμάτιζε τη συμφωνία και ότι εν όψει μη απόδειξης μέτρου για επιδίκαση αποζημιώσεων για παράβαση της συμφωνίας, αλλά και μη απόδειξης ζημιών, το εν λόγω ποσό της προκαταβολής έπρεπε να επιστραφεί στην ενάγουσα - εφεσίβλητη. Είναι δε η θέση του συνηγόρου των εναγόντων ότι και στην παρούσα αγωγή, ακόμα και στην περίπτωση που κριθεί πως η επίδικη συμφωνία τερματίστηκε αδικαιολόγητα από τους ενάγοντες και/ή ότι αυτοί υπαναχώρησαν από την ολοκλήρωση της επίδικης συμφωνίας άνευ λόγου ή αδικαιολόγητα, κάτι που εν πάση περιπτώσει δεν είναι αποδεχτό, εφόσον οι εναγόμενοι 1 και 2 στην ίδια την έκθεση υπεράσπισης τους αλλά και ο ίδιος ο εναγόμενος 1 στη μαρτυρία του ενώπιον του δικαστηρίου, παραδέχονται ότι τους κατεβλήθη και έλαβαν το ποσό των €20.000,00 ως προκαταβολή, με βάση τις αρχές της νομολογίας και του αποδεχτού αυτού γεγονότος, το Δικαστήριο πρέπει να εκδώσει απόφαση υπέρ των εναγόντων για επιστροφή του συγκεκριμένου ποσού από τους εναγόμενους 1 και 2. Επισημαίνω επίσης ότι δια της αγόρευσης του ο συνήγορος των εναγόντων δεν προώθησε και δεν επιχειρηματολόγησε για την προδικαστική ένσταση που περιέχεται στην απάντηση των εναγόντων, αλλά ούτε και ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει και δικαιούνται σε απόφαση για το ποσό των €612,00 που διεκδικούν στην παράγραφο Β του παρακλητικού της έκθεσης απαίτησης τους, για έξοδα που υπεβλήθηκαν ως αναφέρεται στην παράγραφο 12 της έκθεσης απαίτησης. Για αυτό δε το ποσό και αξίωση των εναγόντων 1 και 2, στην γραπτή του αγόρευση Έγγραφο Γ.Α.1, δηλώνει ότι δεν προωθήθηκε. Ακόμη όσον αφορά την προδικαστική ένσταση των εναγόντων, όπως διαπιστώνω από τον φάκελο της υπόθεσης η κλίμακα της αγωγής έχει αυξηθεί σε €50.000,00 - €100.000,00 και έχουν επίσης επικολληθεί στην έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης των εναγομένων 1 και 2 κατά την ημέρα καταχώρησης της, τα απαιτούμενα προς συμπλήρωση των νενομισμένων τελών, χαρτόσημα και δικηγορόσημα ένεκεν της τοιαύτης αύξησης. Συνακόλουθα κι αν ακόμη επέμεναν στην προδικαστική τους ένσταση οι ενάγοντες, αυτή κατέστει έκθετη σε απόρριψη. Ο εναγόμενος 1 στη δική του αγόρευση, η οποία σημειώθηκε σαν Έγγραφο Γ.Α.2, συνοπτικά αναφέρει τα εξής: Επαναλαμβάνει ουσιαστικά τα όσα ανέφερε στην ενώπιον του δικαστηρίου μαρτυρία του εισηγούμενος ότι ο Μ.Ε.1 δεν είπε την αλήθεια στο δικαστήριο, σε αντίθεση με τα όσα ο ίδιος ανέφερε και τα οποία είναι η αλήθεια, κάτι που υποστηρίζεται ως ισχυρίζεται και από τα ενώπιον του δικαστηρίου κατατεθέντα τεκμήρια. Ακόμα και παρά τις επισημάνσεις του δικαστηρίου περί της μη δυνατότητας να επικαλείται μαρτυρία σε αυτήν που δεν δόθηκε σύμφωνα με την νενομισμένη διαδικασία, στην αγόρευση του ο εναγόμενος 1 παραθέτει και πρόσθετη μαρτυρία, κάτι που βεβαίως δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, αλλά και διάφορα άσχετα σχόλια που ξεφεύγουν πλήρως των πλαισίων αγόρευσης και επιχειρηματολογίας αναφορικά με τα επίδικα θέματα (βλέπε Ποινική Έφεση Hamisi Mwinyi Selmani κ.α. ν. Δημοκρατίας, αριθμ.235/13, απόφαση σε αίτηση για τροποποίηση των λόγων έφεσης και παράτασης του χρόνου καταχώρησης της τροποποιημένης Ειδοποίησης Έφεσης, ημερομηνίας 5.6.2015). Ακόμα και παρά το ότι του ζητήθηκε από το Δικαστήριο να τοποθετηθεί αναφορικά με τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Αγαπίου ν. Λεωνίδου, στην οποία παρέπεμψε ο συνήγορος των εναγόντων, ουδέν σχόλιο έκαμε ούτε και παρουσίασε, παρά το ότι του δόθηκε προς τούτο χρόνος, νομολογία ή αυθεντία που να αντικρούει την θέση του συνηγόρου των εναγόντων σε σχέση με τα όσα αποφασίστηκαν στην εν λόγω υπόθεση. Αντιθέτως, αποδέχθηκε, αφού του επεξηγήθηκε από το Δικαστήριο πως η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι δεσμευτική για τα πρωτόδικα δικαστήρια, πώς τα όσα αποφασίστηκαν σε αυτήν είναι δεσμευτικά και για το παρόν Δικαστήριο. Επισημαίνει όμως στην αγόρευση του, ότι η κάθε υπόθεση ανεξαρτήτως των αρχών της νομολογίας, θα πρέπει να κρίνεται επί τη βάση των δικών της νομικών ζητημάτων και πραγματικών γεγονότων, αφού καμία δεν μπορεί να είναι ακριβώς η ίδια με τις άλλες. Επίσης και παρά το ότι ούτε ο ίδιος αλλά ούτε και άλλος μάρτυρας για λογαριασμό του έδωσε οποιαδήποτε και / η αποδεκτή μαρτυρία, στην αγόρευση του εισηγείται ότι ενόψει της παραβίασης των όρων της επίδικης συμφωνίας από τους ενάγοντες, το δικαστήριο θα πρέπει να του επιδικάσει τις αποζημιώσεις που διεκδικεί με την ανταξίωση του. Για το ζήτημα αυτό παρά το ότι του επισημάνθηκε από το Δικαστήριο πώς επί τη βάση των αρχών της νομολογίας σε σχέση με το ζήτημα της απόδειξης ειδικών ζημιών θα έπρεπε να προσκομίσει σχετική μαρτυρία, έτσι ώστε να αποσείσει το βάρος απόδειξης από τους ώμους του αναφορικά με τα ποσά που διεκδικεί με την ανταξίωση του κάτι που δεν έπραξε, επέμενε πώς δικαιούται στην έκδοση απόφασης ως η ανταξίωση του. Με βάση τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου επισημαίνεται σ' αυτό το στάδιο ότι προς συναγωγή ευρημάτων, εξαγωγή συμπερασμάτων και της τελικής κρίσης του Δικαστηρίου, τίθενται υπό κρίση τόσο οι περιστάσεις που οδήγησαν στην κατάρτιση συμφωνίας για την αγορά από τους ενάγοντες 1 και 2 από τους εναγομένους 1 και 2 του επίδικου ακινήτου και της εντός αυτού ανεγερθείσας οικίας και την δυνάμει ταύτης καταβολή εκ μέρους των εναγόντων 1 και 2 του αξιούμενου ποσού των €20.000,00, που είναι κοινώς αποδεκτό ότι δόθηκε και παραλήφθηκε ως προκαταβολή (βλ. και το Τεκμήριο 8), όσο και τα επακολουθήσαντα γεγονότα που οδήγησαν στην έγερση της παρούσας αγωγής. Επίσης οι συνέπειες της συμπεριφοράς των διαδίκων και πως αυτή επηρεάζει την νομική πτυχή της υπόθεσης, αφού σύμφωνα με τις σε αντιδιαστολή θέσεις του συνηγόρου των εναγόντων 1 και 2 και του εναγομένου 1 και σύμφωνα με τα όσα οι ίδιοι εισηγούνται, αυτές είναι διαφορετικές όσον αφορά τα δικαιώματα εκάστου. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ: Παρακολούθησα με πολλή προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως ενώπιον μου. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας τους μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έγινε με γνώμονα, μεταξύ άλλων, τις γνώσεις τους για τα επίδικα γεγονότα, τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα σε συνδυασμό με το στάδιο που ανέκυψε η μαρτυρία τους, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος καθώς και τη μνήμη, ειλικρίνεια και τρόπο αφήγησης των γεγονότων (Bauer v. Ηροδότου & Υιοι Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου ν. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού ν. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447, Ζαμπάς ν. Α & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820). Επισημαίνω ακόμη ότι έστω και εάν κατά τη δίκη εμφιλοχωρήσει η εισαγωγή μαρτυρίας κατά νόμο ή νομολογία απαράδεκτη και πάλι το Δικαστήριο διατηρεί τη δυνατότητα στο τέλος της δίκης, αλλά και την υποχρέωση, όπως βασισθεί μόνο πάνω σε αποδεκτή μαρτυρία, αγνοώντας την όποια απαράδεκτη μαρτυρία (Βλπ. Mahattou v. Viceroy Shipping
(1981)1 C.L.R. 335 και Lefkaritis Bros v. Tanya Shipping
(1994)1 Α.Α.Δ.
- Έχοντας κατά νού τα πιο πάνω και προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση έκαστου μάρτυρα ξεχωριστά, σε σχέση με τα διάφορα έγγραφα - τεκμήρια που έχουν κατατεθεί ενώπιον μου, τα οποία κατατέθηκαν όλα χωρίς ένσταση, έχω αποφασίσει τα εξής: (α) Από τα κατατεθέντα έγγραφα εξ' αυτών τα Τεκμήρια 2(α), 2(β), 3(α), 5, 6, και 8 είναι πρωτότυπα, το περιεχόμενο τους δεν έχει αμφισβητηθεί και συνακόλουθα γίνεται πλήρως αποδεχτό. (β) Από τα κατατεθέντα έγγραφα εξ' αυτών τα Τεκμήρια 3(β) και 3(γ), τα οποία επισημαίνω ξανά ότι κατατέθηκαν χωρίς ένσταση, είναι όχι σε πρωτότυπη μορφή αλλά σε φωτοαντίγραφα, έχουν δε αποσταλεί με τηλεομοιότυπο. Έχοντας όμως υπόψη τις πρόνοιες του άρθρου 34 του περί Αποδείξεως Νόμου, αλλά και τη μη αμφισβήτηση του περιεχομένου τους από τον εναγόμενο 1, έχω ικανοποιηθεί και δέχομαι ότι επίσης έχει αποδειχθεί το περιεχόμενο τους, εξ' ου και γίνεται πλήρως αποδεχτό. Έχοντας αποφασίσει ως ανωτέρω αναφορικά με τα κατατεθέντα ενώπιο μου έγγραφα, προχωρώ στην αξιολόγηση ενός εκάστου των μαρτύρων που κατέθεσαν ενώπιον μου κατά την ακροαματική διαδικασία. Αξιολογώντας αρχικά την μαρτυρία του ενάγοντα 1 (Μ.Ε.1), έχοντας κατά νου το σύνολο της προσφερθείσας μαρτυρίας στην υπόθεση, τα κατατεθέντα τεκμήρια τόσο από τον ίδιο και την ενάγουσα 2 (Μ.Ε.2), αλλά και του Τεκμηρίου 8 που κατέθεσε ο εναγόμενος 1, σε συνάρτηση και με την αντεξέταση που του έγινε από τον εναγόμενο 1, κρίνω ότι δεν εντοπίζεται οποιαδήποτε αντίφαση τόσο στα όσα ο ενάγοντας 1 ανέφερε στην κυρίως εξέταση και αντεξέταση του, αλλά και με τα όσα ανέφερε η ενάγουσα 2 (Μ.Ε.2). Ακόμη τα όσα αναφέρει στη γραπτή του δήλωση Τεκμήριο Γ.Δ.1 και τα όσα ανέφερε πρόσθετα στην κυρίως εξέταση του, συνάδουν πλήρως με τα έγγραφα - Τεκμήρια 2(α), 2(β), 3(β), 5, 6 και 8 τα οποία υπομιμνήσκω, ότι όχι μόνο κατατέθηκαν χωρίς ένσταση, σε κανένα σημείο δεν αμφισβητήθηκε το περιεχόμενο τους από τον ίδιο τον εναγόμενο
- Το μόνο σημείο από τα όσα ανέφερε ο ενάγοντας 1 στο Δικαστήριο το οποίο αμφισβητήθηκε από τον εναγόμενο 1, ήταν η θέση του ενάγοντα 1 και της ενάγουσας 2, ότι ο εναγόμενος 1 στις 24.9.09, είχε παρουσιαστεί στο κτηματολογικό γραφείο Λεμεσού για να γίνει η μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου. Αυτό διότι ο εναγόμενος 1 στην υποβολή που έκανε στον ενάγοντα 1, ισχυρίζεται ότι κατά την εν λόγω ημερομηνία βρισκόταν από το πρωί έως το μεσημέρι στο γραφείο του φόρου εισοδήματος στη Λεμεσό. Αυτή δε η υποβολή του χωρίς να καλύπτεται από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του. Εν πάση περιπτώσει, η συγκεκριμένη υποβολή, όπως θα αναφερθεί κατωτέρω στο στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας του εναγομένου 1, ουσιαστικά αυτοαναιρέθηκε από τον ίδιο τον εναγόμενο 1 αφού στην κυρίως εξέταση του, βλέπε γραπτή του δήλωση Τεκμήριο 7, παράγραφος 18, αυτό το οποίο αναφέρει είναι ότι στο φόρο εισοδήματος για πληρωμή και διευθέτηση του κεφαλαιουχικού φόρου είχε μεταβεί στις 23.9.09 και όχι στις 24.9.
- Συνεχίζοντας δε στο Τεκμήριο 7 στην παράγραφο 19, σε πλήρη αντίφαση με την ενώπιον του Δικαστηρίου και στο στάδιο της αντεξέτασης του θέση και ισχυρισμό του, ότι δεν ήταν παρών στο Κτηματολόγιο στις 24.9.09 γιατί ήταν στο φόρο εισοδήματος, αναφέρει ότι ενημέρωσε τον αρμόδιο υπάλληλο της Σ.Π.Ε. Αγ. Φύλας όσο και τον κ. Σούγλη ενάγοντα 1, αλλά και τη Λαϊκή Τράπεζα για το πρόβλημα που παρουσιάστηκε στις 23.9.09, έτσι ώστε να μην μεταβούν άδικα την επόμενη μέρα στο Κτηματολόγιο. Συνακόλουθα, η εισήγηση του εναγομένου 1 ότι ο ενάγοντας 1 δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο, δεν γίνεται αποδεκτή. Επίσης ο ενάγοντας 1 με τις ενέργειες και συμπεριφορά του, η οποία υποστηρίζεται πλήρως από τα Τεκμήρια 3(β), 3(γ) και Τεκμήριο 6, είναι πρόδηλο πώς σε ανύποπτο χρόνο, προχώρησε σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για υλοποίηση των συμφωνηθέντων έτσι ώστε να ήταν έτοιμος τόσο ο ίδιος όσο και η ενάγουσα 2, την ημέρα που θα μετέβαιναν στο Κτηματολόγιο Λεμεσού για τη μεταβίβαση, να κατέβαλλαν το υπόλοιπο του συμφωνηθέντος τιμήματος πώλησης του επίδικου ακινήτου στους εναγόμενους 1 και
- Επίσης από τα εν λόγω τεκμήρια υποστηρίζεται πλήρως η μαρτυρία του ενάγοντα 1, σε σχέση με τις διάφορες ημερομηνίες που έλαβαν χώρα τα επίδικα γεγονότα, τα οποία επισημαίνεται ότι σε κανένα απολύτως σημείο δεν αμφισβητήθηκαν από τον εναγόμενο
- Αυτά τα στοιχεία καταδεικνύουν με απόλυτη σαφήνεια πώς ο ενάγοντας 1 ουδεμία πρόθεση είχε τόσο αυτός όσο και η σύζυγος του, ενάγουσα 2 - Μ.Ε.2, να μην προχωρήσουν στην υλοποίηση των συμφωνηθέντων, ως ήταν η εισήγηση του εναγόμενου
- Το μόνο σημείο στη μαρτυρία του ενάγοντα 1 για το οποίο δεν προσκομίστηκε η απαραίτητη από τη νομολογία μαρτυρία προς απόδειξη, είναι οι κατ' ισχυρισμό ζημιές που υπέστηκαν οι ενάγοντες 1 και 2, ύψους €612,00, αφού ως ειδικές αποζημιώσεις θα έπρεπε να αποδειχθούν με σχετική σαφή, λεπτομερή και αποδεχτή μαρτυρία, κάτι που δεν έγινε. Αξίωση που ειρήσθω εν παρόδω, όπως και ο συνήγορος των εναγόντων 1 και 2 αναφέρει στην γραπτή αγόρευση του, Έγγραφο Γ.Α.1, δεν προωθήθηκε και ουσιαστικά εγκαταλείφθηκε. Αναφορικά με τη μαρτυρία του ενάγοντα 1 (Μ.Ε.1) δεν μου διαφεύγει ότι σύμφωνα με τα όσα ο ίδιος και η ενάγουσα 2 (Μ.Ε.2), ανέφεραν στη μαρτυρία τους σε σχέση με την εξασφάλιση δανείου από τη Σ.Π.Ε. Αγ. Φύλας και συγκεκριμένα ότι για την πληρωμή του τιμήματος πώλησης του επίδικου ακινήτου θα έπρεπε να παραχωρηθεί υπό μορφή εξασφάλισης υποθήκη, εύλογα αναμενόμενο, αλλά και ως θέμα κοινής λογικής και με δεδομένο επίσης ότι για την εγγραφή της θα έπρεπε να είχαν ετοιμαστεί όλα τα απαραίτητα έγγραφα από τη Σ.Π.Ε. Αγ. Φύλας, ήταν να είχαν δοθεί λεπτομέρειες αυτού. Τούτο όμως δεν εξυπακούει από μόνο του ότι έγινε έρευνα στο Κτηματολόγιο για τα εμπράγματα βάρη αυτού, κι αν και κατά πόσο υπήρχε ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας για το επίδικο ακίνητο, έτσι ώστε να γίνει αποδεκτή η θέση του εναγόμενου 1 ότι τόσο οι ενάγοντες 1 και 2 όσο και ο αρμόδιος υπάλληλος της Σ.Π.Ε. Αγ. Φύλας γνώριζαν πριν την 30.9.2009 για την ύπαρξη τούτων. Ένας ισχυρισμός αόριστος που αφέθηκε να αιωρείται χωρίς προσκόμιση ίχνους μαρτυρίας από τον εναγόμενο
- Αντιθέτως η μόνη μαρτυρία για έρευνα στο Κτηματολόγιο που έχει τεθεί ενώπιον μου είναι γι αυτήν που έγινε στις 14.11.2014 από τους δικηγόρους των εναγόντων 1 και 2, αλλά και η προφορική τοιαύτη που έγινε από τον ενάγοντα 1 στις 30.9.2009 στο Κτηματολόγιο, θέση μάλιστα που δεν αμφισβητήθηκε από τον εναγόμενο
- Ούτε κι αν καλώς η κακώς δεν έγινε σχετική έρευνα ενωρίτερα, ή αν οι ενάγοντες εξασκώντας την συνήθη υπό τας περιστάσεις επιμέλεια θα μπορούσαν να είχαν ανακαλύψει την αλήθεια, επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο την αξιοπιστία του ενάγοντα
- Αυτό το οποίο αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός και κοινό έδαφος, είναι πώς για το επίδικο ακίνητο και την εντός αυτού ανεγερθείσαν οικία, κατά τον ουσιώδη χρόνο σύναψης της επίδικης συμφωνίας δεν υπήρχε ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας. Επίσης ότι επί του επίδικου ακινήτου με την εντός αυτού ανεγερθείσαν οικία, όπως είναι παραδεκτό και από τον ίδιο τον εναγόμενο 1, είχε εγγραφεί υποθήκη προς όφελος της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ. Μια υποθήκη που ο ίδιος ο εναγόμενος 1 ανέφερε ότι ενέγραψαν από την πρώτη στιγμή που αγόρασαν την εντός του επίδικου ακινήτου ανεγερθείσαν οικία, το οποίο μάλιστα παραδέχθηκε πώς παρά το ότι ερωτήθηκε σχετικά, απέκρυψε και δεν ανέφερε στον ενάγοντα 1, πριν και κατά την κατάρτιση της επίδικης συμφωνίας. Ενόψει των προρρηθέντων, ο ενάγοντας 1 (Μ.Ε.1), κρίνεται ως αξιόπιστος μάρτυρας και αποδέχομαι τα όσα ανέφερε στο Δικαστήριο ως ανταποκρινόμενα στην αλήθεια. Τα όσα αναφέρονται πιο πάνω αναφορικά με την αξιοπιστία του ενάγοντα 1 (Μ.Ε.1), ισχύουν και για την ενάγουσα 2 (Μ.Ε.2). Συγκεκριμένα, τα όσα ανέφερε στο Δικαστήριο στην κυρίως εξέταση της δεν αμφισβητήθηκαν από τον εναγόμενο 1 στο στάδιο της αντεξέτασης της αφού αυτός της υπέβαλε τρεις ερωτήσεις τις οποίες αυτή απάντησε με πλήρη σαφήνεια και σταθερότητα. Τα όσα δε απάντησε στις ερωτήσεις του εναγόμενου 1 δεν της υποβλήθηκε ότι δεν ανταποκρίνοντο στην αλήθεια, αλλά ούτε και ότι δεν γινόντουσαν αποδεχτά, καθιστώντας τοιουτοτρόπως τη μαρτυρία της στο σύνολο αδιαμφισβήτητη. Ακόμα και αυτής η μαρτυρία υποστηρίζεται πλήρως από τα τεκμήρια που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ήτοι τα Τεκμήρια 3(α), 3(β), 5, 6 και
- Επισημαίνω ακόμη ότι και γι αυτήν, δεν εντοπίζεται οποιαδήποτε αντίφαση τόσο στα όσα η ίδια ανέφερε στην κυρίως εξέταση και αντεξέταση της, αλλά και με τα όσα ανέφερε ο ενάγων 1 (Μ.Ε.1). Ενόψει λοιπόν των προρρηθέντων και η ενάγουσα 2 (Μ.Ε.2), κρίνεται ως αξιόπιστη μάρτυρας και αποδέχομαι τα όσα ανέφερε στο Δικαστήριο ως ανταποκρινόμενα στην αλήθεια. Ό εναγόμενος 1 (Μ.Υ.1), δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση σαν μάρτυρας. Πέραν των αντιφάσεων και ανακριβειών στις οποίες περιέπεσε κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία του, τις οποίες θα παραθέσω στη συνέχεια, αλγεινή εντύπωση μου προκάλεσε και η προσπάθεια του να αποφεύγει να απαντά ευθέως και / η καθόλου, να δίνει απαντήσεις άσχετες με τις ερωτήσεις που του εγίνοντο και όταν αυτές ενείχαν το στοιχείο της επιβλαβούς για την υπόθεση του απάντησης, απαντούσε με το να επικαλείται γεγονότα άσχετα και για τα οποία ίχνος μαρτυρίας δεν έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Είναι δε έντονο το στοιχείο αυτό αφού ενώ στην υπεράσπιση του επανειλημμένως αναφέρει ότι θα προσκόμιζε στο Δικαστήριο μαρτυρία για διάφορους ισχυρισμούς και θέσεις του, εν τέλει ουδεμία τέτοια μαρτυρία προσεκόμισε. Επίσης το στοιχείο αυτό εύκολα αναδύεται και από τα όσα ισχυρίστηκε και στην ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία του, στην οποία ενώ επικαλέστηκε επανειλημμένως ότι διάφορα γεγονότα έλαβαν χώραν και ήταν σε γνώση τρίτων προσώπων, είτε των υπαλλήλων της Σ.Π.Ε. Αγίας Φύλας, είτε των υπαλλήλων του γραφείου του Φόρου Εισοδήματος Λεμεσού, καθώς και ότι αυτά μπορούσαν να αποδειχτούν από έγγραφα τα οποία τα εν λόγω πρόσωπα είχαν στην κατοχή τους, εν τέλει επίσης ουδεμία μαρτυρία προς τούτο προσεκόμισε. Σοβαρές αντιφάσεις και ανακρίβειες, που εντοπίζονται στη μαρτυρία του εναγόμενου 1 είναι: · Ενώ ισχυρίστηκε ότι είχε ενημερώσει τους ενάγοντες από την πρώτη στιγμή και πριν την κατάρτιση της επίδικης συμφωνίας ότι το επίδικο ακίνητο και η εντός αυτού ανεγερθείσαν οικία είχε αγορασθεί από τον ίδιο και την εναγόμενη 2 δυνάμει αγοραπωλητηρίου εγγράφου από την εταιρεία, σύμφωνα με τη δική του εκδοχή, με την επωνυμία Petevinos Estates Ltd και ότι γι' αυτό δεν υπήρχε ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας και ότι το εν λόγω αγοραπωλητήριο έγγραφο με σχετική συμφωνία ακυρώθηκε, έτσι ώστε να γίνει η μεταβίβαση απευθείας επ' ονόματι τους και με αυτόν τον τρόπο να μην πληρώσει ο ίδιος μεταβιβαστικά δικαιώματα, εν συνεχεία ανέφερε πώς μετέβη ό ίδιος να πληρώσει τον κεφαλαιουχικό φόρο. Προς τούτο δε επιβαρύνθηκε και με έξοδα για τα οποία επιφύλαξε το δικαίωμα του να παρουσιάσει μαρτυρία, κάτι το οποίο ως άνωθι αναφέρεται δεν έπραξε. Αυτή του η θέση και ισχυρισμός έρχεται σε αντίφαση με την σχετική νομοθεσία αφού υπεύθυνος στην καταβολή κεφαλαιουχικού φόρου για την πώληση του επίδικου ακινήτου, ήταν o διαθέτης - πωλητής, που στην προκειμένη περίπτωση ήταν η εταιρεία που ο ίδιος ανέφερε (Βλέπε Ν.52/1980, άρθρα 12 και 16). Συνακόλουθα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ο ισχυρισμός του εναγόμενου 1, ότι ο λόγος που δεν πραγματοποιήθηκε η μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου στις 24.9.2009 ήταν διότι μετέβηκε ο ίδιος προσωπικά για να πληρώσει τον κεφαλαιουχικό φόρο στις αρμόδιες υπηρεσίες του κράτους την ημέρα που θα γινόταν η μεταβίβαση. · Ο ισχυρισμός του εναγόμενου 1 ότι για να αποφύγει την καταβολή μεταβιβαστικών από τον ίδιο, καταρτίστηκε ακυρωτική συμφωνία του αγοραπωλητηρίου εγγράφου και ότι μερίμνησε ο ίδιος για καταβολή προσωπικά του κεφαλαιουχικού φόρου, παραδίδοντας προς τούτο σχετική επιταγή, την οποία την ίδια ημέρα μετά που δεν έγινε η μεταβίβαση την πήρε πίσω, έρχεται σε αντίφαση με την άλλη εκδοχή του ότι την επιταγή την παρέδωσε στις 30.9.2009 στο γραφείο του Φόρου Εισοδήματος και εν συνεχεία την πήρε πίσω, ο αρμόδιος υπάλληλος της Σ.Π.Ε. Αγίας Φύλας κι όχι ο ίδιος. · Ενώ στη γραπτή του δήλωση Τεκμήριο 7, στην παράγραφο 5, ισχυρίζεται πως το ποσό για την αγορά του επίδικου ακινήτου έπρεπε να πληρωθεί με την έκδοση τεσσάρων διαφορετικών επιταγών, μια προς τη Λαϊκή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ για εξόφληση του οφειλομένου ποσού για το χρέος που είχαν οι εναγόμενοι 1 και 2, μια προς την εταιρεία Petevinos Estates Ltd για κάποιο υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό για την αγορά του επίδικου ακινήτου, μια επιταγή για το Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων για τον κεφαλαιουχικό φόρο και το υπόλοιπο προς τον ίδιο και την εναγόμενη 2, σε κανένα σημείο δεν αμφισβήτησε στο στάδιο της αντεξέτασης των εναγόντων Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2, ότι η τράπεζα τους εξέδωσε μία μόνο επιταγή, την οποία είχε στην κατοχή του και στις δύο ημερομηνίες που είχαν μεταβεί στο Κτηματολόγιο, ο αρμόδιος υπάλληλος. Είναι δε αξιοσημείωτο ότι τίποτα δεν ανέφερε σχετικά με τα ποσά των τεσσάρων επιταγών που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του έπρεπε να εκδοθούν αντί της μίας που ισχυρίστηκε ο ενάγοντας
- Συνακόλουθα δεν μπορεί να γίνει δεκτή η θέση και μαρτυρία αυτή του Εναγόμενου
- · Μια άλλη σοβαρή αντίφαση που εντοπίζεται στα όσα ο εναγόμενος 1 ισχυρίζεται, είναι και το τι αναφέρει στην παράγραφο 15 της γραπτής του δήλωσης, Τεκμήριο 7, μαζί με τα όσα αναφέρει στη συνέχεια τόσο στο εν λόγω τεκμήριο, αλλά και στην ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία του στο στάδιο της αντεξέτασής του. Συγκεκριμένα, ενώ στην παράγραφο 15 του Τεκμηρίου 7 αναφέρει ότι ο ενάγοντας 1 του τηλεφώνησε στις 2.9.2009 και του είπε ότι τερματίζει την επίδικη συμφωνία χωρίς να του δώσει οποιαδήποτε εξήγηση, στη συνέχεια τα γεγονότα τα οποία ακολούθησαν το κατ' ισχυρισμό τηλεφώνημα, τον διαψεύδουν. Συγκεκριμένα, με την αδιαμφισβήτητη ενώπιον μου μαρτυρία από τους ενάγοντες, αλλά και τα όσα ο ίδιος παραδέχεται και αναφέρει στην παράγραφο 16 και 17 του Τεκμηρίου 7, οι ενάγοντες όχι μόνο δεν υπαναχώρησαν και δεν τερμάτισαν την επίδικη συμφωνία στις 2.9.2009, αλλά πρόσθετα με τις ενέργειες τους εξασφάλισαν το δάνειο για εξόφληση του τιμήματος πώλησης και μετέβησαν όχι μια, αλλά δύο φορές στο Κτηματολόγιο για να γίνει η μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου. Αν όντως ο ενάγοντας 1 στις 2.9.2009 είχε αναφέρει στον εναγόμενο 1 ότι τερμάτισε τη συμφωνία, τότε η κοινή λογική υπαγορεύει πως αυτός και η ενάγουσα 2, δεν θα προχωρούσαν σε όλες τις πιο πάνω αναφερόμενες ενέργειες. Άλλωστε ως ζήτημα κοινής λογικής, αν όντως οι ενάγοντες δεν είχαν πρόθεση ολοκλήρωσης της επίδικης συμφωνίας τότε δεν θα προέβαιναν στην κατάρτιση της συμφωνίας δανείου, στην γραπτή εντολή για πληρωμή των δόσεων του με απευθείας καταβολή του μηνιαίως συμφωνηθέντος ποσού από τις τράπεζες τους προς την Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα και στην έκδοση από την τράπεζα τους, Σ.Π.Ε. Αγίας Φύλας, της επιταγής για το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης του επίδικου ακινήτου, την οποία μάλιστα είχε μαζί του ο αρμόδιος υπάλληλος στις 30.9.2009, αλλά και στις 24.9.2009 στο Κτηματολόγιο Λεμεσού. Μαρτυρία των εναγόντων, που δεν αμφισβητήθηκε από τον εναγόμενο
- Συνακόλουθα, εύλογο είναι και το συμπέρασμα, πως αν οι ενάγοντες και η τράπεζα τους είχαν επίγνωση του γεγονότος της μη ύπαρξης ξεχωριστού τίτλου καθώς και της αδυναμίας μεταβίβασης του επιδίκου ακινήτου και της εντός αυτού ανεγερθείσας οικίας λόγω εμπραγμάτων βαρών, δεν θα προχωρούσαν στην υποβολή αίτησης και παραχώρησης δανείου για αγορά του, αλλά ούτε και θα προέβαιναν σε όλες τις απαραίτητες διαδικασίες για μετάβαση τους στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού για να προχωρήσει και ολοκληρωθεί η μεταβίβαση. · Το ότι ψεύδεται ο εναγόμενος 1 συνάγεται και από τα όσα αναφέρει στην παράγραφο 16 του Τεκμηρίου 7 σε σχέση με τα όσα κατ' ισχυρισμό του αναφέρθηκαν τηλεφωνικώς από υπάλληλο της Σ.Π.Ε. Αγίας Φύλας στις 13.9.2009, με το οποίο τον πληροφόρησε πως είχαν προβεί σε έρευνα στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού και βεβαιώθηκαν ότι το ακίνητο δεν βαρυνόταν με εμπράγματα βάρη ή απαγορεύσεις (memo) και ότι είχαν εγκρίνει το δάνειο προς τους ενάγοντες. Ο ίδιος μάλιστα όπως πάντα ισχυρίζεται, ανέφερε στον εν λόγω υπάλληλο ότι θα προχωρούσε αυτός με την προετοιμασία των εγγράφων και θα τον ενημέρωνε στην πορεία για τα οποία μάλιστα ως ισχυρίζεται στην έκθεση υπεράσπισης του, πλήρωσε και το ποσό των €200,
- Όλα αυτά σε πλήρη αντίφαση με την μετέπειτα δική του θέση και παραδοχή, ότι από την πρώτη στιγμή που αγόρασε την επίδικη οικία επιβαρύνθηκε το ακίνητο εντός του οποίου αυτή ανηγέρθηκε, με υποθήκη που εξασφάλιζε το δάνειο για την αγορά της από αυτόν και την εναγόμενη 2, κάτι που ενημέρωσε τον ενάγοντα
- Συνακόλουθα αν όντως είχε τηλεφωνική συνομιλία με τον εν λόγω υπάλληλο και αν όντως είχε γίνει σχετική έρευνα όπως ισχυρίζεται, εύλογο είναι ότι από αυτήν θα διαπιστώνετο τουλάχιστον η υποθήκη με την οποία είχε επιβαρύνει ο εναγόμενος 1 το επίδικο ακίνητο και συνεπώς ουδείς λόγος υπήρχε να του λεχθεί το αντίθετο. Επίσης αυτή του η θέση έρχεται και σε αντίφαση με τον ισχυρισμό του που προβάλλει στην παράγραφο 11 του Τεκμηρίου 7, ότι ο υπάλληλος της Σ.Π.Ε Αγίας Φύλας ανέφερε σε αυτόν και στους ενάγοντες ότι δεν χρηματοδοτούν πρόσωπα για την αγορά ακινήτων που είναι βεβαρημένα με εμπράγματα βάρη. Αν όντως αναταποκρίνετο στην αλήθεια ο ισχυρισμός του ότι έγινε έρευνα από την Σ.Π.Ε Αγίας Φύλας πριν την 24.9.2009, τότε με την διαπίστωση ότι το επίδικο ακίνητο εβαρύνετο με την υποθήκη που οι εναγόμενοι 1 και 2 ενέγραψαν, δεν θα προχωρούσε η περαιτέρω διαδικασία παραχώρησης δανείου στούς ενάγοντες 1 και
- · Ενώ στις παραγράφους 18 και 19 του Τεκμηρίου 7 αναφέρει πως στις 23.9.2009, ενημέρωσε τον υπάλληλο της Σ.Π.Ε. Αγίας Φύλας για το πρόβλημα που αντιμετώπισε στο Γραφείο του Φόρου Εισοδήματος στη Λεμεσό, αναφορικά με την πληρωμή του κεφαλαιουχικού φόρου και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να γίνει η μεταβίβαση στις 24.9.2009 για να μην μεταβούν άσκοπα στο Κτηματολόγιο, στην ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία του και στο στάδιο της αντεξέτασης του, σε πλήρη αντίφαση με την εν λόγω θέση, τελικά αποδέχθηκε ότι όντως στις 24.9.2009 ο αρμόδιος υπάλληλος κάνοντας όμως ειδική εξαίρεση, αφού δεν ήταν ημέρα Τετάρτη, αλλά και οι ενάγοντες 1 και 2, μετέβηκαν στο Κτηματολόγιο για να γίνει η μεταβίβαση. · Ενώ στην παράγραφο 22 του Τεκμηρίου 7 αναφέρει ότι στις 30.9.2009 ήταν παρούσα πληρεξούσια αντιπρόσωπος της εταιρείας Petevinos Estates Ltd, η οποία ήταν εξουσιοδοτημένη να υπογράψει τα έντυπα μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου εκ μέρους της εταιρείας Petevinos Estates Ltd, εκ μέρους των διευθυντών της, εν συνεχεία προβάλλει τον ανεδαφικό ισχυρισμό πως δεν έγινε αποδεκτό από την λειτουργό του Κτηματολογίου να γίνει διόρθωση του αριθμού των τετραγωνικών μέτρων που αναγραφόταν στο έντυπο που ετοίμασε η Σ.Π.Ε Αγίας Φύλας, καθότι είχε αναγραφεί λανθασμένα το εμβαδό του επιδίκου ακινήτου. Αυτό από μόνο του καταδεικνύει την προσπάθεια του εναγόμενου 1, με ψεύδη και αναλήθειες να επιρρίψει την ευθύνη της μη μεταβίβασης και ολοκλήρωσης της επίδικης συμφωνίας στους ώμους των εναγόντων 1 και
- Άλλωστε αυτή η θέση και ισχυρισμός έρχεται και σε πλήρη αντίφαση με τη θέση του εναγόμενου 1 ότι η διόρθωση έπρεπε να γίνει στην παρουσία και των διευθυντών της εταιρείας. Τούτο διότι πως είναι δυνατό από τη μια να ισχυρίζεται πως η πληρεξούσια αντιπρόσωπος τους είχε το δικαίωμα να υπογράψει όλα τα αναγκαία έγγραφα για τη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου, ήτοι της πλέον σοβαρής μορφής ενέργειας σε σχέση με την μεταβίβαση ενός ακινήτου και από την άλλη να μην μπορεί να προβεί στη διόρθωση του κατ' ισχυρισμό τυπογραφικού ουσιαστικά λάθους στο μεταβιβαζόμενο εμβαδό του ακινήτου, το οποίο αναλογούσε στο τεμάχιο γης εντός του οποίου είχε ανεγερθεί η κατοικία. Ακόμη το έντυπο που η Σ.Π.Ε Αγίας Φύλας προφανώς ετοίμασε, ήταν το έντυπο υποθήκης κι όχι το έντυπο μεταβίβασης. Συνακόλουθα αν στις 30.9.2009 όντως υπήρχε ξεχωριστός τίτλος και γινόταν η μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου, για την ταυτόχρονη εγγραφή της υποθήκης το συγκεκριμένο έντυπο θα έπρεπε να υπογραφεί από την Σ.Π.Ε Αγίας Φύλας και τους ενάγοντες 1 και 2, κι όχι την εταιρεία. · Επίσης σε αντιφάσεις περιέπεσε αναφορικά με τη θέση του πως η ημέρα που θα έπρεπε να γίνει η μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου έπρεπε να ήταν ημέρα Τετάρτη διότι μόνο αυτή την ημέρα της εβδομάδας μπορούσε να μεταβεί στο Κτηματολόγιο ο αρμόδιος υπάλληλος της Σ.Π.Ε. Αγ. Φύλας. Συγκεκριμένα όταν του επισημάνθηκε από τον συνήγορο των εναγόντων ότι η ημερομηνία 24.9.09 που συμφωνήθηκε όπως είναι αποδεκτό, σαν η πρώτη φορά που θα μετέβαιναν για τη μεταβίβαση ήταν ημέρα Πέμπτη, απάντησε αρχικά ότι ο αρμόδιος υπάλληλος της Σ.Π.Ε. Αγ. Φύλας έκαμε ιδιαίτερη εξαίρεση για τη συγκεκριμένη υπόθεση και ακολούθως διαφοροποιώντας την αρχική του εκδοχή, απάντησε ότι αυτός ήταν στο Κτηματολόγιο όχι όμως για την επίδικη συμφωνία, αλλά για άλλη υπόθεση. Αυτοί δε οι ισχυρισμοί του καταρρίπτουν και την θέση του ότι στις 24.9.2009 δεν μετέβη ο ίδιος στο Κτηματολόγιο γιατί βρισκόταν από το πρωί μέχρι το μεσημέρι στο Γραφείο του Φόρου Εισοδήματος. Τούτο διότι αν όντως ο ίδιος δεν είχε μεταβεί στο Κτηματολόγιο για τον λόγο που ανέφερε, τότε δεν μπορούσε να γνωρίζει αν είχε μεταβεί ο υπάλληλος της Σ.Π.Ε Αγίας Φύλας. · Ενώ στην κυρίως εξέταση του και συγκεκριμένα στην παράγραφο 4 του Τεκμηρίου 7, αναφέρει ότι είχε ενημερώσει από την πρώτη στιγμή τον ενάγοντα 1 πώς το επίδικο ακίνητο βαρυνόταν με υποθήκη η οποία ενεγράφη από τον Νοέμβριο 2006 όταν αγόρασε την οικία από την εταιρεία Petevinos Estates Ltd, στην αντεξέταση του σε πλήρη αντίφαση με την θέση αυτή, παραδέχθηκε ότι δεν τους είχε ενημερώσει περί τούτου παρά τω ότι ρωτήθηκε σχετικά. · Επίσης δεν ευσταθεί και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, η θέση του εναγομένου 1, ότι η εγγραφή υποθήκης δεν συνιστά εμπράγματο βάρος. Τούτο εύκολα διαπιστώνεται από τις πρόνοιες του άρθρου
- -
(5)(α) και
(6), του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, Ν.9/1965, σε συνδυασμό με το 1ο Παράρτημα, Μέρος (Ι) αυτού, στο οποίο ρητά καθορίζεται ως εμπράγματο βάρος και η εγγραφή υποθήκης δυνάμει των προνοιών του ιδίου Νόμου. Επισημαίνω δε ότι τις πρόνοιες του εν λόγω Νόμου επικαλέστηκε ο ίδιος ο εναγόμενος 1 δια να πείσει ανεπιτυχώς το Δικαστήριο, για τον ανεδαφικό ισχυρισμό του. Ούτε βεβαίως και γίνεται αποδεκτός ο ισχυρισμός του πώς «υποθήκη και εμπράγματα βάρη έχουν διαφορά όσο η δύση από την ανατολή.» ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Ως προς τη νομική πτυχή, επισημαίνεται αρχικά ότι σύμφωνα με τα άρθρα 2 και 10 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, για τη δημιουργία σύμβασης απαιτούνται η ύπαρξη υπόσχεσης, που αποτελείται από την πρόταση και την αποδοχή της, η νόμιμη αντιπαροχή και η δικαιοπρακτική βούληση και ικανότητα. Το κατά πόσο δε έχει συναφθεί σύμβαση σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί θέμα που κρίνεται με βάση τα δικά της δεδομένα και τις αρχές που η νομολογία έχει αναγνωρίσει διαχρονικά (βλ. σύγγραμμα Chitty on Contracts, General Principles, 24η έκδοση, παραγρ.41, σελ. 21). Όπως δε αναφέρεται στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, General Principles, 27η έκδοση, παραγρ.12-002, σελ. 559, μια συμφωνία μπορεί να συναφθεί εν μέρει προφορικά και εν μέρει γραπτώς. Περαιτέρω, πολλές συμφωνίες μπορεί να γίνουν μόνο προφορικά ή να περιλαμβάνονται σε έγγραφα που δεν υπογράφηκαν από το επηρεαζόμενο μέρος. Σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να αποδεικνύεται τί αποτελεί το περιεχόμενο της συμφωνίας και έχει δεσμευτική ισχύ. Η μεταξύ των διαδίκων στην παρούσα υπόθεση επίδικη συμφωνία, αποτελεί κοινό τόπο και αποδεκτό ουσιαστικά γεγονός, ότι συνήφθη με την ελεύθερη συναίνεση τους ως προνοείται στο άρθρο 10 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 (βλ. και Pollock and Mulla, Indian Contract and Specific Relief Acts, 9η έκδοση, σελ. 104). Έχει επίσης αποδειχθεί στην υπό κρίση υπόθεση ότι οι διάδικοι, ενάγοντες και εναγόμενοι 1 και 2, προτίθεντο να δημιουργήσουν έννομη σχέση, στοιχείο απαραίτητο για τον καταρτισμό δεσμευτικής σύμβασης (βλ. Στυλιανίδης ν. British American Insurance Co Ltd
(2003)1 A.A.Δ. 1772). Στην παρούσα δε υπόθεση, αποτελεί κοινό έδαφος βάσει της προσαχθείσας μαρτυρίας, ότι συνήφθη εν μέρει προφορικά και εν μέρει γραπτώς, Τεκμήριο 8, συμφωνία αγοράς του επιδίκου ακινήτου και της εντός αυτού ανεγερθείσας οικίας, μεταξύ των εναγόντων 1 και 2 και των εναγομένων 1 και 2. Αναφορικά με το ζήτημα του τερματισμού μίας νόμιμα καταρτισθείσας σύμβασης, δυνάμει των αρχών που η νομολογία έχει αναγνωρίσει, με την άσκηση του δικαιώματος τερματισμού της σύμβασης επέρχεται ακύρωση της και δημιουργείται αξίωση για αποζημιώσεις για την ζημιά που υπέστη το αναίτιο μέρος συνεπεία της συγκεκριμένης παράβασης που οδήγησε στην ακύρωση της συμφωνίας (βλ. Κωμοδρόμου ν. A. Th. Shikkis Motors Ltd κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 481, Καλησπέρας ν. Δρυάδη κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 867 και Δρυάδης κ.α. ν. Καλησπέρα
(1998)1 Α.Α.Δ. 881). Σύμφωνα δε με το άρθρο 73 -
(1), του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, το ζημιωθέν συμβαλλόμενο μέρος συνεπεία παράβασης της σύμβασης, δικαιούται αποζημίωση από το υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο μέρος για τη ζημιά ή απώλεια που έχει υποστεί συνεπεία της παράβασης της σύμβασης, που προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνήψαν τη σύμβαση ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της, χωρίς να καταβάλλεται αποζημίωση για απομακρυσμένη και έμμεση απώλεια ή ζημιά. Σύμφωνα δε με την παράγραφο
(3)του ίδιου άρθρου, κατά τον υπολογισμό της απώλειας ή ζημιάς συνεπεία της παράβασης, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα μέσα που υπήρχαν για τη θεραπεία της δυσχέρειας που προκάλεσε η μη εκτέλεση της σύμβασης. Ακόμη στο άρθρο 75 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, προνοείται ότι το πρόσωπο που νόμιμα υπαναχωρεί από τη σύμβαση δικαιούται αποζημίωσης για κάθε ζημιά που έχει υποστεί συνεπεία της μη εκπλήρωσης της σύμβασης. Ακόμη όπως έχει αποφασιστεί στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Αχιλλέως κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1058, βάση του κανόνα και των αρχών της νομολογίας που διέπουν τον καθορισμό των αποζημιώσεων, αυτό που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει είναι την αποκατάσταση του αναίτιου μέρους στη θέση που θα βρισκόταν αν δεν μεσολαβούσε η παράβαση της συμφωνίας κατά τον χρόνο της διάρρηξης της, με την προϋπόθεση βέβαια ότι οι αποζημιώσεις είναι δίκαιες μεταξύ του υπαίτιου και του αναίτιου μέρους. Ο σκοπός της αποκατάστασης, είναι η τοποθέτηση του αθώου μέρους στη θέση που θα απολάμβανε αν η συμφωνία εφαρμοζόταν. (βλ. επίσης McGrecor on Damages, 14η έκδοση, παραγρ. 10-11, σελ. 7- 8, ΑΛΠΑΝ (Αδελφοί Τάκη) Λτδ κ.α. ν. Τρυφωνίδου
(1996)1 Α.Α.Δ. 679, Δρυάδης κ.ά. ν. Καλησπέρα (πιο πάνω)). Όπως όμως αναφέρεται στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, General Principles, 24η έκδοση, παραγρ.1476, σελ. 696 και παραγρ.1817, σελ.868, σε περίπτωση τερματισμού της συμφωνίας, είναι επιτρεπτό το υπαίτιο για τον τερματισμό μέρος να ανακτήσει χρήματα που πληρώθηκαν ως μέρος του τιμήματος αγοράς. Στην υπόθεση Αγαπίου κ.ά. ν. Λεωνίδου,
(2007)1 Α Α.Α.Δ 50, στην οποία παρέπεμψε το Δικαστήριο και ο συνήγορος των εναγόντων, κρίθηκε ότι κατά τον τερματισμό της συμφωνίας πώλησης της κατοικίας που οφείλετο σε υπαναχώρηση της εφεσίβλητης, χωρίς να έχουν υπαιτιότητα οι εφεσείοντες, ορθά επιδικάστηκε υπέρ της εφεσίβλητης η προκαταβολή που αυτή είχε καταβάλει εφόσον ήταν μέρος του συμφωνηθέντος τιμήματος και ως εκ τούτου επιστρεπτέα εφόσον η συμφωνία τερματίστηκε, ανεξάρτητα από τον λόγο τερματισμού της. Ως προς τις αποζημιώσεις που διεκδίκησαν οι εφεσείοντες, θεωρήθηκε ορθή η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου που δεν αποδέχθηκε την προφορική μαρτυρία σε σχέση με το τίμημα πώλησης της κατοικίας σε τρίτο, στην απουσία οποιουδήποτε άλλου στοιχείου, με την επισήμανση ότι δεν είχε γίνει αναφορά στην αγοραία αξία της κατοικίας κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ίδια ήταν η αντιμετώπιση του θέματος στην υπόθεση Οδυσσέως ν. Χαρίτου
(2004)1(Β) Α.Α.Δ 1061, όπου ανατράπηκε η πρωτόδικη απόφαση και εκδόθηκε απόφαση υπέρ του αγοραστή ακινήτου, ο οποίος παρέβη την σύμβαση αγοράς και τερματίζοντας την ζήτησε την επιστροφή της προκαταβολής που είχε καταβάλει στον πωλητή. Τούτο διότι κρίθηκε πώς επειδή είχε διαλάθει της προσοχής του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι εζητείτο επιστροφή της προκαταβολής. Αυτό δε είχε σαν επακόλουθο και επειδή ο εφεσείων εκρίθη από το Πρωτόδικο Δικαστήριο ότι ήταν ο υπαίτιος της παράβασης της συμφωνίας, να αποφασιστεί λανθασμένα πώς ο εφεσείων - ενάγοντας, δεν εδικαιούτο θεραπείας και στην απόρριψη της αγωγής του. Αναφορικά δε με το βάρος απόδειξης σε υποθέσεις με βάση αγωγής την παράβαση σύμβασης, στην υπόθεση Ανδρέας Μιχαηλίδης ν. Ανδρέα Δημοσθένους Κακουλλή και άλλων
(1992)1 Α.Α.Δ 674, στις σελίδες 684 και 685 της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναφέρεται ότι, είναι πρωτίστως καθήκον του εφεσείοντα να ικανοποιήσει το Δικαστήριο με αξιόπιστη μαρτυρία για τη βασιμότητα της απαίτησης του και όχι στους εφεσίβλητους να την αντικρούσουν. Τέλος αναφορικά με τις ειδικές ζημιές αποτελεί καθιερωμένη αρχή, ότι πρέπει να καταγράφονται στις έγγραφες προτάσεις και να αποδεικνύονται με συγκεκριμένη, σαφή και αποδεκτή μαρτυρία. Η απόδειξη τους κινείται πάντοτε μέσα σε αυστηρά πλαίσια (βλ. Papakokkinou v. Kanther
(1982)1 Α.Α.Δ 65, Kakoullou v. Kakoulli
(1985)1 Α.Α.Δ 355, Κούνουνα κ.ά ν. Κώστας Κυριάκου & Υιός Λτδ κ.α.
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ 2126). Στο δε σύγγραμμα McGregor on Damages (14η έκδοση, παράγραφοι 16 - 20), σελ.13 -16, όπου στη σελίδα 15, αναφέρονται τα ακόλουθα:- «"Special damages", on the other hand, are such as the law will not infer from the nature of the act. They do not follow in ordinary course. They are exceptional in their character and, therefore, they must be claimed specially and proved strictly». Σε ελεύθερη δε δική μου ελληνική μετάφραση: «Από την άλλη "ειδικές αποζημιώσεις", είναι αυτές οι οποίες δυνάμει του νόμου, δεν προκύπτουν ως φυσικό επακόλουθο από την φύση της πράξης. Δεν προκαλούνται από την φυσική ροή των γεγονότων. Είναι έκτακτες από την φύση τους και ως εκ τούτου πρέπει να αξιώνονται ειδικά και να αποδεικνύονται αυστηρά». Όσον αφορά την νομική πτυχή που αφορά την αξίωση των εναγόντων 1 και 2 που έχει σαν αιτία - βάση αγωγής, την από μέρους των εναγομένων 1 και 2, επίδειξη συμπεριφοράς που συνιστά απάτη και ψευδείς παραστάσεις, ήτοι συμπεριφοράς που εμπίπτει στις πρόνοιες του άρθρου 36 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ.148, αλλά και των άρθρων 17 και 18 του Περί Συμβάσεων νόμου Κεφ.149, κρίνω κατ' αρχάς σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο το κείμενο του άρθρου 36 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ.148 και τα συστατικά που το στοιχειοθετούν. Όπως λοιπόν προνοεί το άρθρο 36: «36. Απάτη συνίσταται σε ψευδή παράσταση γεγονότος, η οποία γίνεται εν γνώσει του ψεύδους αυτής, ή χωρίς πίστη για το αληθές αυτής ή απερίσκεπτα, αδιάφορα του κατά πόσο είναι αληθής ή ψευδής, με σκοπό όπως το πρόσωπο που εξαπατήθηκε ενεργήσει με βάση αυτή: Νοείται ότι καμιά αγωγή δεν εγείρεται σε τέτοια παράσταση εκτός αν αυτή έγινε με σκοπό εξαπάτησης του ενάγοντα και πράγματι εξαπάτησε αυτόν, και αυτός ενέργησε με βάση αυτή και εξαιτίας αυτού υπέστη ζημιά: Νοείται περαιτέρω ότι καμιά αγωγή δεν εγείρεται σε τέτοια παράσταση για το χαρακτήρα, τη συμπεριφορά, την πίστη, την ικανότητα, το επιτήδευμα ή τις συναλλαγές οποιουδήποτε προσώπου, η οποία έγινε με σκοπό εξασφάλισης πίστωσης, χρημάτων ή αγαθών στο πρόσωπο αυτό, εκτός αν η παράσταση αυτή έγινε γραπτώς και υπογράφτηκε από τον ίδιο τον εναγόμενο.» Τα συστατικά δε στοιχεία του αστικού αδικήματος της απάτης και των ψευδών παραστάσεων είναι τα ακόλουθα: (α) ότι έγινε παράσταση γεγονότος από τον εναγόμενο, (β) ότι ο εναγόμενος να γνώριζε πώς η παράσταση ήταν ψευδής ή δεν είχε πίστη ότι ήταν αληθής ή απερίσκεπτα, (γ) ότι έγινε με πρόθεση να ενεργήσει ο ενάγων βασιζόμενος σ΄ αυτή, (δ) ότι ο ενάγων ενήργησε με βάση αυτή, και (ε) ότι ο ενάγων υπέστη ζημιά. Ακόμη: (α) Η παράσταση πρέπει να αφορά γεγονός όχι απλή έκφραση γνώμης. Η παράσταση συνήθως γίνεται προφορικά ή γραπτώς, αλλά μπορεί να γίνει και με συμπεριφορά. (β) Κριτήριο για να χαρακτηριστεί ή καταταγεί μία δήλωση ότι αποτελεί ή όχι ψευδή παράσταση είναι κατά πόσο ο εναγόμενος είχε έντιμη και γνήσια πεποίθηση ότι η δήλωση του ήταν αληθής. Η απερισκεψία υποδηλώνει την έλλειψη τέτοιας πεποίθησης εκτός αν ο εναγόμενος ειλικρινά πίστευε στο αληθές της δήλωσης του, με την έννοια που ο ίδιος αντιλαμβανόταν, έστω και λανθασμένα. (γ) Η παράσταση πρέπει να γίνεται με την πρόθεση να ενεργήσει ο ενάγων βασιζόμενος σ΄ αυτή. Επομένως εάν δεν εξαπατηθεί, δεν δικαιούται σε αποζημίωση. Επίσης ο ενάγων πρέπει να είναι το πρόσωπο προς το οποίο απευθυνόταν η δήλωση και όχι άλλος. (δ) Ο ενάγων πρέπει να βασιστεί στην παράσταση και σαν αποτέλεσμα της, να ενεργήσει βασιζόμενος σ΄ αυτή. (ε) Ο ενάγων να υποστεί ζημιά η οποία αποδεικνύεται. Το αστικό αδίκημα της απάτης απετέλεσε επίσης ζήτημα που εξετάστηκε και για το οποίο διαμορφώθηκαν αρχές, από τη νομολογία των Δικαστηρίων. Στην υπόθεση Frederickou Schools Co. Ltd κ.α. v. Acuac Inc.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ 1527 στις σελ. 1545-1549), στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο απορρίπτοντας την έφεση των εναγόντων αναφέρει τα εξής : «Θα μπορούσε στο σημείο αυτό, σχετικά με το τελευταίο αυτό επιχείρημα, να ειπωθεί ότι οι λεπτομέρειες του δόλου δεν περιλαμβάνουν τέτοιο εξειδικευμένο ισχυρισμό, όπως απαιτείται επιτακτικά: βλ. Bullen & Leake, 12η έκδοση, σελ. 452, 453 και
- Το ίδιο ισχύει και για τον ισχυρισμό ότι η εφεσίβλητη συνεστήθη μόλις στις 10/7/
- Στο σύγγραμμα του A.C. Patra "The Indian Contract Act", 1ος τόμος, στη σελ. 357 αναφέρεται: "In order to plead fraud effectively the particulars of fraud must be given by the party, and in the absence of such particulars, there cannot be any averment of fraud." H ενεργός απόκρυψη ή αποσιώπηση αληθινού γεγονότος από πρόσωπο που το γνωρίζει συνιστά, κατά το άρθρ. 17
(1)(β), μορφή απάτης, και ελκύει τις συνέπειες του άρθρ.
- Όμως η απλή σιωπή, κατά το ίδιο άρθρο, δεν αρκεί, εκτός αν οι περιστάσεις επιβάλλουν στο πρόσωπο αυτό να δηλώσει το γεγονός ή αν η σιωπή του μπορεί από μόνη της να εκληφθεί ως δήλωση ή αν ισοδυναμεί με δήλωση. Αποδίδοντας στο επίθετο "ενεργός" τη φυσική του σημασία, για να είναι νομικά επιλήψιμη ή απόκρυψη, πρέπει να εκδηλώνεται με συγκεκριμένη πράξη, συμπεριφορά ή στάση. Το παράδειγμα, το οποίο δίνουν οι Pollock and Mulla, που σημειώνει και η πρωτόδικη απόφαση είναι αρκετά διαφωτιστικό. Αν ο Β αναφέρει στον Α "αν δεν το αρνηθείς θα το εκλάβω ότι το άλογο (που θα αγόραζε) είναι γερό" και ο Α δεν είπε οτιδήποτε, η σιωπή του υπό τις συνθήκες αυτές εξομοιώνεται με δήλωση και έχουμε "ενεργό απόκρυψη γεγονότος". Ακόμη ένα παράδειγμα, αλλά στο οποίο η σιωπή έμεινε χωρίς συνέπειες, προσφέρει η παλιά αμερικανική υπόθεση Laidlaw v. Organ [1817] Wheat 178, από το ίδιο σύγγραμμα. Ο πωλητής καπνών ρώτησε τον αγοραστή αν υπήρχαν νέα που επηρέαζαν την τιμή του πωλούμενου προϊόντος, αλλά δεν του απάντησε. Ο τελευταίος γνώριζε ότι είχε ήδη συναφθεί ειρήνη μεταξύ Βρετανίας και Αμερικής που ήταν τότε σε εμπόλεμη κατάσταση (παράγων που επηρέαζε την τιμή). Όχι όμως ο πωλητής. Το Ανώτατο Δικαστήριο Αμερικής έκρινε ότι η σιωπή τού αγοραστή δεν επηρέαζε την εγκυρότητα της συμφωνίας που έγινε. Έτσι, και στην προκείμενη περίπτωση, η σιωπή του Μ.Ε.1 ήταν απλή σιωπή, όπως έκρινε το δικαστήριο, μέσα στην έννοια του άρθρ. 17, χωρίς να αντανακλά στη βούληση των εφεσειόντων να προχωρήσουν σε συμφωνία, ή να διαφαίνεται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των δύο. Τούτο γίνεται περισσότερο από βέβαιο, αν ληφθεί υπόψη ότι το τεκμ. 2 έδινε ρητά δικαίωμα στην εφεσίβλητη να προβεί σε συμφωνία στο ίδιο ζήτημα με τρίτο με μόνη επιφύλαξη το χρονικό όριο του Ιουνίου
- Δεν υπήρξε αθέμιτη παρασιώπηση.» Συνακόλουθα εν όψει των προνοιών των άρθρων 17 και 18 του Πεί Συμβάσεων Νόμου Κεφ.149, των προνοιών του άρθρου 36, του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ.148, αλλά και των αρχών της νομολογίας, σε αξιώσεις αυτού του είδους θα πρέπει κατ' αρχάς να παρατίθενται λεπτομέρειες στην έκθεση απαίτησης και να αποδεικνύεται με αποδεκτή μαρτυρία, είτε ότι υπήρξε απόκρυψη γεγονότος που εν όψει της φύσεως της σύμβασης υπήρχε υποχρέωση αποκάλυψης του, είτε ότι υπήρξε ενεργός απόκρυψη ή αποσιώπηση αληθινού γεγονότος από πρόσωπο που γνωρίζει την ύπαρξη του, είτε ότι έγινε παράσταση για ύπαρξη γεγονότος η οποία δεν αναταποκρίνεται στην πραγματικότητα, εν γνώσει του δηλούντος ότι αυτό δεν είναι αλήθεια. Ακόμη πρέπει να αποδειχτεί ότι ο ενάγων στηρίχτηκε επί του συγκεκριμένου γεγονότος για να προχωρήσει στην σύναψη της σύμβασης, ή έστω ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια του συγκεκριμένου γεγονότος με την κατάρτιση της και εξ αυτής να υποστεί ζημία. ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Έχοντας κατά νου την ενώπιον του Δικαστηρίου προσκομισθείσα και ως αποδεκτή κριθείσαν μαρτυρία, τα τεκμήρια που κατέθεσαν οι ενάγοντες 1 και 2, μάρτυρες Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 αντίστοιχα, αλλά και ο εναγόμενος 1 (Μ.Υ.1) και επί τη βάσει της αξιολόγησης των μαρτύρων αυτών που παρατίθεται πιο πάνω, έχω καταλήξει στα πιο κάτω ευρήματα: Το έτος 2009 o ενάγοντας 1 με την ενάγουσα 2, σύζυγο του, αποφάσισαν να προχωρήσουν στην αγορά οικίας. Προς τούτο προχώρησαν σε έρευνα αγοράς και περί τον Ιούλιο του 2009 εντόπισαν μια οικία η οποία έφερε πωλητήρια πινακίδα στην περιοχή που αποτελούσε την πρώτη τους επιλογή, στην οδό Κοντέας 8, στη Λεμεσό. Αφού χτύπησαν το κουδούνι της οικίας αυτής, τους άνοιξε ο εναγόμενος 1 ο οποίος παρουσίασε προς αυτούς τον εαυτό του και την εναγόμενη 2, ως τους ιδιοκτήτες της οικίας. Ακολούθως οι ενάγοντες 1 και 2, επιθεώρησαν την οικία την οποία βρήκαν της αρεσκείας τους. Ρητώς οι εναγόμενοι 1 και 2, δια του εναγόμενου 1, ο οποίος αποτελεί εύρημα μου ότι κατά τους επίδικους και ουσιώδης χρόνους αντιπροσώπευε και την εναγόμενη 2 ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της, κατά το στάδιο των συζητήσεων πριν την κατάρτιση συμφωνίας για την αγορά της οικίας, παρέστησαν και διαβεβαίωσαν τους ενάγοντες ότι το ακίνητο εντός του οποίου είχε ανεγερθεί η οικία, δεν βαρύνετο από οποιοδήποτε εμπράγματος βάρος. Ο εναγόμενος 1 πληροφόρησε επίσης τους ενάγοντες 1 και 2, ότι για αυτήν και το ακίνητο εντός του οποίου αυτή ανηγέρθηκε, υπήρχε ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας με ιδιοκτήτες τρίτο πρόσωπο, ήτοι την εταιρεία με την επωνυμία Petevinos Estates Ltd, σύμφωνα με την εκδοχή του εναγόμενου 1 ή Petevinos Developers Ltd, σύμφωνα με την εκδοχή του ενάγοντα 1, η ορθή επωνυμία της εν λόγω εταιρείας κρίνω πώς δεν επηρεάζει τα αμφισβητούμενα ζητήματα ή γεγονότα (από τώρα και στο εξής καλούμενης «η εταιρεία»), από την οποία οι εναγόμενοι 1 και 2 την είχαν αγοράσει δυνάμει αγοραπωλητηρίου εγγράφου (από τώρα και στο εξής καλουμένου το «αγοραπωλητήριο έγγραφο»). Αυτή δε η παράσταση και διαβεβαίωση, εν γνώση τόσο του ιδίου όσο και της εναγόμενης 2, ότι δεν ανταποκρίνετο στην πραγματικότητα, αφού ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας δεν υπήρχε και το επίδικο ακίνητο ήταν βεβαρυμένο με υποθήκη προς όφελος της Λαϊκής Τράπεζας, ήτοι εμπράγματο βάρος, την οποία ο ίδιος και η εναγόμενη 2 ενέγραψαν επί τούτου, από το
- Γεγονός που ο ίδιος ο εναγόμενος 1 παραδέκτηκε ότι είχε αποκρύψει, όταν ρωτήθηκε σχετικά από τον ενάγοντα
- Ακόμα ο εναγόμενος 1, στο στάδιο των διαπραγματεύσεων πληροφόρησε τους ενάγοντες ότι αν κατέληγαν στην κατάρτιση συμφωνίας για την πώληση της οικίας, αυτός και η εναγόμενη 2, θα προχωρούσαν σε ακυρωτική συμφωνία του αγοραπωλητηρίου εγγράφου το οποίο συνήψαν με την εταιρεία, έτσι ώστε η μεταβίβαση του ακινήτου και της εντός αυτού ανεγερθείσας οικίας (από τώρα και στο εξής καλουμένου «το επίδικο ακίνητο»), να γινόταν απευθείας από την εταιρεία επ΄ ονόματι των εναγόντων 1 και
- Επίσης αποτελεί εύρημα μου ότι εξ΄ αρχής και με την έναρξη των διαπραγματεύσεων που είχαν προηγηθεί της κατάρτισης της συμφωνίας πώλησης, οι ενάγοντες 1 και 2, κατέστησαν σαφές στον εναγόμενο 1, που όπως και πιο πάνω αναφέρεται κατά τους ουσιώδεις χρόνους εκπροσωπούσε ως αντιπρόσωπος της και την εναγόμενη 2, πως η ύπαρξη ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας για το επίδικο ακίνητο και η απουσία οποιουδήποτε εμπράγματου βάρους σε αυτό, αποτελούσε απαραίτητους και ουσιώδης όρους της συμφωνίας πώλησης, έτσι ώστε να είναι δυνατή με την εξόφληση του τιμήματος αγοράς η άμεση μεταβίβαση τούτου επ΄ ονόματι τους. Περαιτέρω αποτελεί εύρημα μου ότι οι ενάγοντες, δια του ενάγοντα 1, κατέστησαν σαφές προς τους εναγόμενους 1 και 2, ότι η υλοποίηση τυχόν καταρτισθείσας συμφωνίας τελούσε υπό την αίρεση της πλήρωσης των δύο αυτών προϋποθέσεων και όρων, καθότι προς εξόφληση του τιμήματος αγοράς θα προχωρούσαν στην εξασφάλιση δανείου από την Σ.Π.Ε. Αγίας Φύλας. Ο εναγόμενος 1 προσωπικά και ως αντιπρόσωπος της εναγόμενης 2, αποδέχθηκε πλήρως και συμφώνησε με τους όρους και προϋποθέσεις που είχαν τεθεί από τους ενάγοντες 1 και
- Οι ενάγοντες στηριζόμενοι και εξωθούμενοι από τις παραστάσεις και διαβεβαιώσεις των εναγομένων 1 και 2, συνεφώνησαν να προχωρήσουν στην κατάρτιση συμφωνίας με επακόλουθο στις 02.8.2009 να καταρτιστεί συμφωνία, εν μέρει προφορικά και εν μέρει γραπτώς, ως συνάγεται και από το Τεκμήριο 8, μεταξύ των εναγομένων 1 και 2 και των εναγόντων 1 και 2 (από τώρα και στο εξής καλούμενης «η επίδικη συμφωνία»), για την αγορά του επιδίκου ακινήτου. Δυνάμει των όρων της επίδικης συμφωνίας είχε συμφωνηθεί: Α. Ότι για το επίδικο ακίνητο είχε εκδοθεί και υπήρχε ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας. Β. Ότι αυτό ήταν εγγεγραμμένο επ΄ ονόματι της εταιρείας. Γ. Μεταξύ της εταιρείας και των εναγομένων 1 και 2, είχε καταρτιστεί το αγοραπωλητήριο έγγραφο, το οποίο θα ακυρωνόταν με σχετική συμφωνία που θα καταρτιζόταν μεταξύ των εναγομένων 1 και 2 και της εταιρείας, έτσι ώστε το επίδικο ακίνητο να μεταβιβαζόταν απευθείας στο όνομα των εναγόντων 1 και
- Προς τούτο θα έπρεπε κατά τον χρόνο που θα καθοριζόταν για την εξόφληση του τιμήματος πώλησης και της μεταβίβασης, να είναι παρόντες στο Κτηματολόγιο οι εναγόμενοι 1 και 2 καθώς επίσης και τα αρμόδια πρόσωπα της εταιρείας έτσι ώστε να γινόταν δυνατή η μεταβίβαση επ' ονόματι των εναγόντων 1 και
- Δ. Οι ενάγοντες 1 και 2 θα κατέβαλλαν το συμφωνηθέν τίμημα αγοράς του επίδικου ακινήτου εκ €440.000,00 ως ακολούθως: i. Με την κατάρτιση της επίδικης συμφωνίας θα καταβαλλόταν ως προκαταβολή και έναντι του τιμήματος αγοράς το ποσό των €20.000,
- ii. Το υπόλοιπο του τιμήματος αγοράς άτοκα ύψους €420.000,00, ταυτόχρονα και με τη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι των εναγόντων 1 και
- Ε. Η ημερομηνία μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου θα καθοριζόταν σε μεταγενέστερο χρόνο και αφού οι ενάγοντες 1 και 2 θα ενημέρωναν τους εναγόμενους 1 και 2, ότι είχαν εξασφαλίσει δάνειο από την Σ.Π.Ε. Αγ. Φύλας. Στ. Ήταν επίσης ρητός και / η εξυπακουόμενος όρος της επίδικης συμφωνίας ότι η υλοποίηση αυτής από πλευράς εναγόντων τελούσε υπό την αίρεση της ύπαρξης των πιο πάνω υπό στοιχεία (Α) και (Β) προϋποθέσεων και ότι αν το επίδικο ακίνητο δεν μπορούσε να μεταβιβαστεί με ξεχωριστό τίτλο και ελεύθερο οποιουδήποτε εμπράγματου βάρους κατά την ημερομηνία που θα καθοριζόταν, τότε οι ενάγοντες 1 και 2, θα είχαν το δικαίωμα να προχωρήσουν σε άμεσο τερματισμό και υπαναχώρηση από την εν λόγω συμφωνία. Προς υλοποίηση των συμφωνηθέντων οι ενάγοντες 1 και 2, συμμορφούμενοι πλήρως με τους όρους της επίδικης συμφωνίας, με την κατάρτιση αυτής στις 2.8.09, κατέβαλαν στον εναγόμενο 1, που εκπροσωπούσε ως αντιπρόσωπος της και την εναγόμενη 2, το ποσό των €20.000,00, που δυνάμει των όρων αυτής αποτελούσε την προκαταβολή και μέρος του συμφωνηθέντος τιμήματος αγοράς - πώλησης (βλ. Τεκμήριο 8). Ακολούθως οι ενάγοντες 1 και 2 προέβηκαν σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες έτσι ώστε να εξασφάλιζαν δάνειο για το υπόλοιπο του τιμήματος αγοράς του επίδικου ακινήτου που ανερχόταν στο ποσό των €420.000,00, αποτεινόμενοι προς τούτο στην Σ.Π.Ε. Αγίας Φύλας. Μετά την έγκριση της αίτησης τους, καταρτίστηκε συμφωνία μεταξύ των εναγόντων 1 και 2 και της Σ.Π.Ε. Αγ. Φύλας για την παραχώρηση προς αυτούς οικιστικού δανείου ύψους €512.000,00, έτσι ώστε από το εν λόγω ποσό να καταβάλουν το υπόλοιπο του τιμήματος αγοράς προς τους εναγόμενους 1 και 2 (βλ. Βεβαίωση του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού με το οποίο συγχωνεύθηκε η Σ.Π.Ε. Αγ. Φυλάξεως - Τεκμήριο 6). Ανάμεσα στους όρους που είχαν συμφωνηθεί για την παραχώρηση από την Σ.Π.Ε. Αγίας Φύλας του οικιστικού δανείου προς τους ενάγοντες 1 και 2, ήταν και ο τρόπος αποπληρωμής του και συγκεκριμένα δια της καταβολής του ποσού των €3.100,00 μηνιαίως από 10.12.09 μέχρι εξόφλησης. Για τον σκοπόν αυτόν και προς υλοποίηση των συμφωνηθέντων οι ενάγοντες 1 και 2 με γραπτές τραπεζικές εντολές που στάληκαν με τηλεομοιότυπο στις 14.9.09, έδωσαν οδηγίες ο μεν ενάγοντας 1 στην Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, η δε ενάγουσα 2 στην Marfin Popular Bank Public Co Ltd, για καταβολή €1.600,00 και €1.500,00 αντίστοιχα, από τους λογαριασμούς που αυτοί διατηρούσαν στις εν λόγω τράπεζες, προς την Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ των εν λόγω ποσών ( Βλ. Τεκμήρια 3 (α), 3(β) και 3(γ)). Ακόμη συνεφωνήθη ότι με την καταβολή του τιμήματος αγοράς και τη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι των εναγόντων 1 και 2, αυτό θα υποθηκεύετο προς όφελος της Σ.Π.Ε Αγίας Φύλας για σκοπούς εξασφάλισης αποπληρωμής του δανείου. Στην συνέχεια και στα πλαίσια των όρων της επίδικης συμφωνίας, καθορίστηκε όπως η εξόφληση του υπολοίπου του τιμήματος αγοράς και η ταυτόχρονη με την εξόφληση μεταβίβαση και εγγραφή του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι των εναγόντων 1 και 2, γίνει και ολοκληρωθεί στις 24.09.2009 στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού. Προς τούτο συμφωνήθηκε να είναι παρόντες οι ενάγοντες 1 και 2, οι εναγόμενοι 1 και 2, αλλά και οι δεόντως εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι της εταιρείας προς υπογραφή όλων των απαραιτήτων εγγράφων και/ή εντύπων για τη μεταβίβαση. Δυνάμει των συμφωνηθέντων και των όρων της επίδικης συμφωνίας, οι ενάγοντες 1 και 2, μαζί τον αρμόδιο υπάλληλο της Σ.Π.Ε. Αγίας Φύλας, ο οποίος ταυτόχρονα με την μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι των εναγόντων 1 και 2 και την εγγραφή υποθήκης προς όφελος της Σ.Π.Ε. Αγ. Φύλας επί του επίδικου ακινήτου, θα παρέδιδε την επιταγή στους εναγόμενους 1 και 2 για το υπόλοιπο του τιμήματος αγοράς, μετέβησαν στις 24.9.09 στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού έτοιμοι για να τηρήσουν τα συμφωνηθέντα και να ολοκληρωθεί η επίδικη συμφωνία. Παρών κατά την 24.9.2009 στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού ήταν και ο εναγόμενος 1, ο οποίος είχε στην κατοχή του πληρεξούσιο έγγραφο εκ μέρους της εναγόμενης 2, καθώς επίσης και εξουσιοδοτημένο πρόσωπο από την εταιρεία που θα υπέγραφε τα απαραίτητα έγγραφα για την πραγματοποίηση της μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου στους ενάγοντες 1 και
- Παρά την παρουσία και ετοιμότητα των εναγόντων 1 και 2 για υλοποίηση των συμφωνηθέντων και την μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου επ΄ ονόματι τους στις 24.9.2009, η μεταβίβαση δεν κατέστη δυνατή καθότι κατά την εν λόγω ημερομηνία δεν έγινε δυνατή η εξασφάλιση της απαραίτητης βεβαίωσης αναφορικά με την πληρωμή του κεφαλαιουχικού φόρου που θα έπρεπε να καταβληθεί από τους πωλητές, για την σκοπούμενη μεταβίβαση. Μετά από αυτή την εξέλιξη και μετά που οι εναγόμενοι 1 και 2 δια του εναγόμενου 1, δεσμεύτηκαν προς τους ενάγοντες 1 και 2, ότι το φορολογικό πρόβλημα που παρουσιάστηκε θα επιλύετο εντός μερικών ημερών, συμφωνήθηκε και πάλι προφορικά, η μεταβίβαση και εγγραφή του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι των εναγόντων 1 και 2, να εγίνετο και να ολοκληρώνετο στις 30.9.2009, ημερομηνία κατά την οποία θα μπορούσε να είναι ξανά παρών και ο αρμόδιος υπάλληλος της Σ.Π.Ε. Αγίας Φύλας. Προς τούτο η Σ.Π.Ε. Αγίας Φύλας θα ακύρωνε την επιταγή που είχε ήδη εκδοθεί για την 24.9.2009 και θα προχωρούσε στην έκδοση νέας. Κατά τον καθορισμό της νέας ημερομηνίας ολοκλήρωσης της επίδικης συμφωνίας, ο ενάγοντας 1 κατέστησε σαφές στους εναγόμενους 1 και 2, ότι σε περίπτωση που δεν πραγματοποιείτο η μεταβίβαση και εγγραφή του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι του ιδίου και της συζύγου του ενάγουσας 2 στις 30.9.2009, θα προχωρούσαν δυνάμει των συμφωνηθέντων, σε τερματισμό της επίδικης συμφωνίας και θα απαιτούσαν επιστροφή του ποσού της προκαταβολής. Στις 30.9.2009 οι ενάγοντες 1 και 2, μετέβηκαν ξανά στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού, μαζί με τον υπάλληλο της Σ.Π.Ε. Αγίας Φύλας, ο οποίος είχε στην κατοχή του νέα επιταγή για το υπόλοιπο του τιμήματος αγοράς του επίδικου ακινήτου, για να υλοποιήσουν τα συμφωνηθέντα. Κατά την εν λόγω ημερομηνία ήταν παρών και ο εναγόμενος 1, έχοντας στην κατοχή του πληρεξούσιο έγγραφο από την εναγόμενη
- Όμως κατά παράβαση των συμφωνηθέντων και παρά την δέσμευση και υπόσχεση των εναγομένων 1 και 2 ότι κατά την εν λόγω ημερομηνία θα ήταν παρών και εκπρόσωπος της εταιρείας, έτσι ώστε να υπογράψει όλα τα απαραίτητα έγγραφα για τη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι των εναγόντων 1 και 2, το εν λόγω πρόσωπο δεν ήταν παρών. Περαιτέρω την ίδια ημέρα και επειδή καθυστερούσε και δεν προχωρούσε η διαδικασία μεταβίβασης, ο ενάγοντας 1 πραγματοποίησε έρευνα οπόταν διαπίστωσε και πληροφορήθηκε για πρώτη φορά από τους αρμόδιους υπαλλήλους του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού, ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 και/ή η εταιρεία, δεν μπορούσαν να προχωρήσουν στη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου. Τούτο διότι από τη σχετική έρευνα που έκανε την ίδια ημέρα μέσω λειτουργού του Κτηματολογίου, δεν υπήρχε ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας για το επίδικο ακίνητο, αφού ο τίτλος ιδιοκτησίας του ακινήτου εντός του οποίου αυτή είχε ανεγερθεί, κάλυπτε πολύ μεγαλύτερη έκταση γής, εντός της οποίας μάλιστα ε