Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Λούης Μιχαήλ Μιχαηλίδης κ.α., Αρ. Αγωγής: 5281/09, 29/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A181 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής׃ 5281/09 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων και 1.Λούης Μιχαήλ Μιχαηλίδης 2.Σταύρος Σταύρου 3.Χριστάκης Γεωργίου 4.Milesevic Milorads Eναγομένων Ημερομηνία: 29.6.2015 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες/Αιτητές׃ κα Δήμου (για την απαγγελία της απόφασης η κα Κ. Παπή) Για Εναγόμενο 2/Καθ' ου η αίτηση: κα Πελαγία Για Εναγόμενο 3/Καθ' ου η αίτηση: κ. Α. Γεωργίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αφορμή για έκδοση της παρούσας απόφασης αποτέλεσε η αίτηση των εναγόντων ημερομηνίας 17/9/2014, με την οποία επιδιώκουν την τροποποίηση του παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης. Την αίτηση υποστηρίζει ένορκος δήλωση της Πέρσας Κυριακίδου, υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους ενάγοντες. Όπως αναφέρει εναντίον των εναγομένων 1 και 4 έχει ήδη, από τις 21/10/2011, εκδοθεί απόφαση, ενώ η αγωγή εκκρεμεί για τους εναγομένους 2 και
- Κατά τη δακτυλογράφηση της αγωγής υπήρξαν λάθη και παραλείψεις γι' αυτό και μόλις διαπιστώθηκε ότι η διατύπωση του παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης είναι λανθασμένη, καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση χωρίς καμία καθυστέρηση και με καλή πίστη και για να συνάδει με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης. Το αίτημα αυτό των εναγόντων συνάντησε την ένσταση των εναγομένων 2 και 3 οι οποίοι εκπροσωπούνται από διαφορετικούς δικηγόρους και καταχώρησαν δύο ξεχωριστές ειδοποιήσεις ένστασης. Η ένσταση που καταχώρησε ο εναγόμενος 2 υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση του ίδιου. Ως λόγους για απόρριψη της αίτησης προβάλλει ότι επειδή έχει ήδη εκδοθεί απόφαση για τους εναγομένους 1 και 4, τυχόν έγκριση της αίτησης, θα έχει ως αποτέλεσμα την έκδοση δύο διαφορετικών δικαστικών αποφάσεων, ότι η ένορκος δήλωση που στηρίζει την αίτηση είναι γενική, ελλιπής και ανεπαρκής και δεν δικαιολογεί την έγκριση της αίτησης και ενώ σε αυτήν αναφέρεται ότι η αίτηση θα πρέπει να εγκριθεί για να συνάδει με τα πραγματικά γεγονότα, τα γεγονότα αυτά δεν προσδιορίζονται, ότι η αγωγή εκκρεμεί από το 2009 και τυχόν έγκριση της θα προκαλέσει περαιτέρω καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης και γιατί δεν δίδεται λόγος γιατί η ενάγουσα δεν προέβη η ίδια στην ένορκη δήλωση. Την ειδοποίηση ένστασης που καταχώρησε ο εναγόμενος 3 υποστηρίζει ένορκος δήλωση της Μαίρης Σαββίδου υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο του δικηγόρου του εναγομένου
- Και με αυτήν υποστηρίζεται ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί καθότι παραβιάζει συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα του, είναι καταχρηστική και θα επηρεάσει δυσμενώς την υπόθεση του. Η ακροαματική διαδικασία περιορίσθηκε σε αγορεύσεις και οι θέσεις και τα επιχειρήματα των διαδίκων, καταγράφονται και προκύπτουν από την αίτηση, την ένσταση και τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις που τις υποστηρίζουν, καθώς επίσης και από τις γραπτές αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων τους, γι' αυτό και δεν θεωρώ απαραίτητο να τα παραθέσω. Οι αρχές που διέπουν το θέμα της τροποποίησης έχουν εκτεθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Στέλιος Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation Ltd and another
(1989)1 Α.Α.Δ. 33, οι αρχές αυτές συνοψίσθηκαν ως ακολούθως: «α. Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. β. Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30
(2)του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου. γ. Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση του διατάγματος. δ. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο όμως αυτό η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.». Ο κυρίαρχος λόγος όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Geto Trading Import-Export Ltd v. Το Πλοίο M/V Vladimir Vasilief (αρ. 4)
(1993)1 Α.Α.Δ., σ.71 που λαμβάνει υπόψη το Δικαστήριο για να επιτρέψει τροποποίηση είναι η παροχή δυνατότητας στους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου τις πραγματικές τους διαφορές. Όπως και ο Λόρδος Denning έχει αναφέρει στην υπόθεση Associated Leisure Ltd and others v. Associated Newspapers Ltd [1970] 2 All E.R.754, η οποία και υιοθετήθηκε και στην Κύπρο, σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως την Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 CLR 1, Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 934, «I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money». Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. σ. 704 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής». Όπως τέθηκε και στην απόφαση Νικολάου v. Μιλτιάδου κ.α.
(2007)1(Β) ΑΑΔ 1005 «ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και η διαπίστωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης». Στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Αντρέας Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, στη σελίδα 562 της απόφασης λέχθηκε πως: «Όσο φιλελεύθερη και να δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση, το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας είναι το σύνολο των περιστατικών και η εισήγηση των Εφεσειόντων στην έκταση που την θέλει να ασκείται μόνο με αναφορά στο επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης, ανεξάρτητα δηλαδή από οτιδήποτε άλλο, δεν μας βρίσκει σύμφωνους». Όπως αναφέρθηκε στην Βασιλειάδης ν. Πετρολίνα
(1994)
(1)Α.Α.Δ. σ.14: «Άκαμπτοι κανόνες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δεν θα μπορούσαν να διαγραφούν αλλά παράγοντες με ποικίλλουσα βαρύτητα ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης». Στην Saba & Co v. T.P.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. σ. 426 λέχθηκε ότι: «Η καθυστέρηση δε, δεν είναι αφ΄ εαυτής αποφασιστικής σημασίας. Καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή». Στην υπόθεση Astor Manufacturing & Exporting Ltd κ.α. ν. A & G Leventis κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. σ.72 λέχθηκε ότι ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός και το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας συνυπολογίζει όλους τους παράγοντες που η νομολογία καθιέρωσε διαδραματίζοντες ρόλο καθώς και όλα τα σχετικά γεγονότα στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης. Στην υπόθεση Δόμνα Χριστοδούλου ν. Α. Ι. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. σ. 934, επετράπηκε η τροποποίηση, παρά το ότι η διαδικασία βρισκόταν σε πολύ προχωρημένο στάδιο και η αίτηση είχε καταχωρηθεί μετά την έναρξη της ακρόασης και αφού είχαν ακουσθεί επτά μάρτυρες, σε υπόθεση μάλιστα όπου είχε διεξαχθεί και επιτόπια έρευνα από το Κτηματολόγιο. Αναφέρθηκαν στην υπόθεση αυτή μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σύγχρονη Νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί σε χρήμα». Στην Ε. Φιλίππου Λτδ v. Compass Insurance Co Ltd
(1990)1 AAΔ 24, υποβλήθηκε αίτημα για τροποποίηση στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων και αφού είχε ήδη ολοκληρωθεί η αγόρευση της μιας πλευράς. Η αίτηση βασιζόταν στο Καν. 90 των Κυπριακών Θεσμών Ναυτοδικείου, όπου η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου σε τέτοιας φύσης υποθέσεις, ασκείται με βάση τις ίδιες αρχές, όπως και στις αστικές υποθέσεις. Αναφέρθηκε στην απόφαση αυτή ότι: «Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο παράγων ο οποίος δεσπόζει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία τα οποία συνθέτουν και προσδιορίζουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης και εξισορροπούνται μετά από συνεκτίμηση των συμφερόντων των διαδίκων και των ευρύτερων συμφερόντων της δικαιοσύνης για τελέσφορο επίλυση όλων των συναφών διαφορών μεταξύ τους και των συμφερόντων του δημοσίου στη εξασφάλιση της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης». Αξίζει στο σημείο αυτό να γίνει αναφορά στην Clive Preece κ.α. v. Νάσως Θεοφίλου Ρωσσίδου,, Πολτ. Εφ. 271/2008, ημερομ. 16/12/2011, όπου έγινε συμπερίληψη όλης της πιο πάνω νομολογίας και όπου το Ανώτατο Δικαστήριο ανάφερε μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «Οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, Διαταγή 25 καν. 1, παρέχουν δυνατότητα τροποποίησης των δικογράφων. Η επί τούτου απόφαση, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου η οποία ασκείται στη βάση καθιερωμένων κριτηρίων. Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα». Στο στάδιο αυτό και πριν προχωρήσω να εξετάσω την ουσία της αίτησης, θεωρώ χρήσιμο να αναφερθώ σε σημαντικά στάδια από τα οποία διήλθε η παρούσα υπόθεση. Κλητήριο ένταλμα καταχωρήθηκε στις 10/12/2009 και αφού καταχωρήθηκαν σημειώματα εμφάνισης και στη συνέχεια Υπερασπίσεις από όλους τους εναγομένους, ακολούθησε στις 21/10/2011 η έκδοση απόφασης εναντίον των εναγομένων 1 και 4, ενώ για τους εναγομένους 2 και 3 η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση. Όπως προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης, βάση της αξίωσης των εναγόντων, αποτελεί σύμβαση ενοικιαγοράς την οποία συνήψε με τους ενάγοντες ο εναγόμενος 1 ως ενοικιαγοραστής και οι λοιποί εναγόμενοι ως εγγυητές. Στη συνέχεια και αφού η ακρόαση της αγωγής αναβλήθηκε επανειλημμένα και στο μεταξύ έλαβαν χώρα και άλλες ενδιάμεσες διαδικασίες εναντίον του εναγομένου 1, στις 17/9/2014 καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση. Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω θα προχωρήσω να την εξετάσω, λαμβάνοντας υπόψη τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης, ξεκινώντας πρώτα και λόγω της φύσης του από την ισχυριζόμενη ελαττωματικότητα της ένορκης δήλωσης που στηρίζει την αίτηση. Λαμβάνοντας υπόψη τις πρόνοιες της Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας κρίνεται ότι ο λόγος αυτός ένστασης δεν μπορεί να ευσταθήσει. Και αυτό γιατί η ενόρκως δηλούσα ρητά αναφέρει ότι είναι «δεόντως εξουσιοδοτημένη» από τους ενάγοντες για να προβεί στην ένορκο δήλωση, ενώ περαιτέρω αποκαλύπτει την πηγή της πληροφόρησης της λέγοντας ότι αυτή προέρχεται από τους δικηγόρους που χειρίζονται την υπόθεση. Ως εκ τούτου, κρίνεται ότι η ένορκος δήλωση πληροί τις απαραίτητες προϋποθέσεις που θέτουν οι δικονομικοί κανόνες και συνεπώς ο προβαλλόμενος αυτός λόγος ένστασης δεν μπορεί να ευσταθήσει. Θα προχωρήσω λοιπόν να εξετάσω την ουσία της αίτησης η οποία κρίνεται ότι θα πρέπει να απορριφθεί. Και αυτό γιατί δεν επεξηγούνται με την ένορκο δήλωση που στηρίζει την αίτηση, τα λάθη και τα σφάλματα που έγιναν και τα οποία σύμφωνα με τους ενάγοντες καθιστούν αναγκαία την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Παραλείπει να αναφέρει ο ενόρκως δηλών που έγκεινται τα σφάλματα και τα λάθη αυτά. Γιατί επιδιώκεται η τροποποίηση; Ποια λάθη και σφάλματα έγιναν και πρέπει να αποκατασταθούν; Υπάρχει λάθος στο αξιούμενο σήμερα ποσό; Είναι αυτό που επιδιώκεται να διορθωθεί; Και εάν ναι, που συνίσταται το λάθος αυτό; Δεν αναφέρει ακόμα ποια είναι τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαίο να τεθούν για να συνάδει όπως αναφέρεται με αυτά η Έκθεση Απαίτησης. Και αυτό λαμβανομένου ιδιαίτερα υπόψη ότι αυτό που επιδιώκεται δεν είναι η τροποποίηση του σώματος της Έκθεσης Απαίτησης, αλλά μόνο του παρακλητικού. Άρα ποια είναι τα πραγματικά περιστατικά που πρέπει να τεθούν; Πουθενά δεν διασαφηνίζονται τα πιο πάνω, αλλά γίνεται μόνο μια γενική αναφορά που δεν είναι αρκετή για να δικαιολογήσει την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Και αυτό γιατί όπως είναι νομολογημένο το ζήτημα της τροποποίησης και όσο φιλελεύθερη κι αν είναι πλέον η τάση, εξακολουθεί να υπάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται πάντοτε δικαστικά και στη βάση δεδομένων. Εκείνος ο οποίος επιζητεί την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς όφελος του, οφείλει να θέτει ενώπιον του όλα τα απαραίτητα δεδομένα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι ενάγοντες δεν έχουν θέσει όπως θα έπρεπε ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα απαραίτητα στοιχεία που να δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας υπέρ της έγκρισης της αίτησης. Και αυτό γιατί δεν προσδιορίζονται τα πιο πάνω. Ως αποτέλεσμα κρίνεται ότι οι ενάγοντες δεν έχουν πετύχει να καταδείξουν γεγονότα που να δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς όφελος τους. Τυχόν έγκριση της αίτησης με τα στοιχεία που έχουν τεθεί και τα οποία είναι ελλιπή, θα ισοδυναμούσε με την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς όφελος των εναγόντων, ανεξάρτητα και χωρίς συνυπολογισμό όλων των στοιχείων που περιβάλλουν την υπόθεση. Διότι όπως λέχθηκε και στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Αντρέας Παύλου πιο πάνω, η αναφορά και μόνο στο επανορθώσιμο των συνεπειών δεν είναι αρκετή. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον των αιτητών/εναγόντων και υπέρ των καθ' ων η αίτηση/εναγομένων 2 και 3, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και τα οποία να είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ............. Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής civil/interim subject: tropopiisi cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο