← Κύπρος

Αναφορικά με τον κ. Δημήτρη Δημητρίου, Αίτηση Κατακράτησης Τεκμηρίων Αρ: 448/14, 30/6/2015

Αναφορικά με τον κ. Δημήτρη Δημητρίου, Αίτηση Κατακράτησης Τεκμηρίων Αρ: 448/14, 30/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A189 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλέξανδρου Φυλακτού, Ε.Δ Αίτηση Κατακράτησης Τεκμηρίων Αρ: 448/14 Αναφορικά με την μονομερή αίτηση υπ΄ αριθμό 448/14 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και Αναφορικά με το Διάταγμα κατακράτησης τεκμηρίων που εξέδωσε το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στις 28/11/2014 και Αναφορικά με τον κ. Δημήτρη Δημητρίου Ημερομηνία: 30/6/2015 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κ. Κύπρος Τούμπας Για τον Καθ'ου η Αίτηση: κα Βένη Δανηιλίδου Α Π Ο Φ Α Σ Η Το παρόν Δικαστήριο, στις 28/11/2014, κατ΄ όπιν μονομερούς αιτήσεως η οποία βασιζόταν στα άρθρα 27 και 32 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, εξέδωδε Διάταγμα, σύμφωνα με το οποίο διατασσόταν η κατακράτηση των τεκμηρίων που αναγράφονταν στην αίτηση και έφεραν αρίθμηση 1 έως 33 μέχρι εκδικάσεως της υπόθεσης που προέκυψε και που αφορούσε συνάθροιση με σκοπό την κυβεία και δεν κρίνεται σκόπιμο να παρατεθούν αυτολεξεί, διότι είναι ευκρινώς καταγραμμένα στον φάκελλο της διαδικασίας. Επίσης, το Δικαστήριο διέταξε όπως το Διάταγμα επιδοθεί στο επηρεαζόμενο μέρος μέχρι τις 3/12/2014. Στην ένορκη δήλωση που υποστήριζε την αίτηση, έγινε αναφορά σε έρευνα που έγινε στα επίδικα υποστατικά στις 23/11/2014, εντοπίστηκαν 57 άτομα τα οποία συναθροίστηκαν παράνομα με σκοπό την κυβεία και παράνομα επιδίδονταν σε κυβεία και στην απουσία του υπευθύνου του υποστατικού, εντοπίστηκαν και κατασχέθηκαν τα εν λόγω τεκμήρια. Επίσης στην ίδια ένορκη δήλωση που υποστήριζε την αίτηση, αναφέρθηκε ότι όλα τα τεκμήρια εντοπίστηκαν στο επίδικο υποστατικό και στην κατοχή των 57 ατόμων που συναθροίστηκαν με σκοπό την διεξαγωγή κυβείας και κατασχέθηκαν δυνάμει της κείμενης νομοθεσίας. Με αίτηση του ημερομηνίας 7/4/2015, ήτοι το αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας, ο αιτητής - επηρεαζόμενο μέρος της αρχικής αίτησης - ζήτησε την ακύρωση του πιο πάνω Διατάγματος, ως επίσης και Διάταγμα, σύμφωνα με το οποίο να διατάσσεται ο Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού, όπως επιστρέψει την περιουσία του αιτητή εντός προθεσμίας που θα ορίσει το Δικαστήριο. Νομοθετικό έρεισμα της αίτησης, υπήρξαν τα άρθρα 15,17,23,30,33,34 και 35 του Συντάγματος, τα άρθρα 2,32, και 32Α του Κεφ. 155, τα άρθρα 2,29 και 32 του Ν.14/60, το άρθρο 9 του Κεφ.6, τα άρθρα 37 και 44 του Κεφ. 148, τα άρθρα 2 και 11 του Κεφ. 2, στην Δ.48 Θ.1,2 και 8

(4)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, οι αρχές της φυσικής Δικαιοσύνης και της επιείκιας και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό εκδίκαση αίτηση, ο ενόρκως δηλών προβαίνει σε αναφορά ότι είναι ο πρόεδρος του σωματείου που κατονομάζει και που διοργανώνει τουρνουά Texas Poker χωρίς κανένα κέρδος ή άλλο αντάλλαγμα να παραχωρείται στους συμμετέχοντες και κατέθεσε προς αυτόν τον σκοπό σχετικά τεκμήρια. Επίσης ο ενόρκως δηλών ήταν και το πρόσωπο το οποίο ο Αστ. 3084 Γιάννης Μερακληγιάννης από τον αστυνομικό σταθμό Γερμασόγιας παρέλαβε τα τεκμήρια την 25/11/
  1. Αφού κάνει μια αναφορά σε προηγούμενες υποθέσεις και διαδικασίες, αναφέρει ότι τα χρηματικά ποσά που κατασχέθηκαν και που φέρουν αρίθμηση 28,30,31,32,33 στην πρώτη αίτηση ημερομηνίας 28/11/2014, αυτά τα χρήματα δεν έχουν καμία σχέση με το σωματείο, αλλά αυτά τα χρήματα βρέθηκαν σε χρηματοκιβώτιο το οποίο ανήκει στην εκπαιδευτική σχολή T.M.J. ΄΄ΤEXAS C΄΄ LTD , της οποίας είναι διευθυντής και μέτοχος και κατέθεσε προς αυτόν τον σκοπό σχετικά τεκμήρια και περαιτέρω ανέφερε ότι τα χρήματα βρέθηκαν στην κουζίνα του σωματείου και φυλάγονταν σε ασφαλές μέρος. Υποστήριξε ο ενόρκως δηλών, ότι για τα εν λόγω χρήματα δεν υπάρχει μαρτυρία από την αστυνομία ότι δόθηκαν με αντάλλαγμα για να επιδοθεί κάποιος σε κυβεία, είτε ότι τα χρήματα δεν ανήκουν στην πιο πάνω εταιρεία. Ως λόγοι για την καθυστέρηση της παρούσας αίτησης, προβλήθηκαν ότι ο αστυνομικός σταθμός Γερμασόγιας τον διαβεβαίωνε ότι σε περίπτωση που δεν καταχωρούσε αίτηση για επιστροφή των τεκμηρίων, θα του επέστρεφαν τα πιο πάνω χρήματα, ως επίσης προβλήθηκε και η αναμονή σχετικού αναλυτικού ισοζυγίου για το έτος 2014 από λογιστικό γραφείο και λοιπές καταστάσεις και κατατέθηκε προς αυτόν τον σκοπό σχετικό τεκμήριο και τέλος έγινε αναφορά σε προσπάθειες εξώδικου συμβιβασμού. Ο ενόρκως δηλών, ανέφερε ότι απέστειλε σχετική επιστολή - τεκμήριο Θ αλλά και μέσω των δικηγόρων του - τεκμήριο Ι, όπου δήλωνε το ενδιαφέρον του να παραστεί σε Δικαστική διαδικασία, σε περίπτωση όπου θα καταχωρείτο σχετική αίτηση για κατακράτηση τεκμηρίων. Επίσης ανέφερε ο ενόρκως δηλών ότι δεν έχει καταχωρηθεί ακόμα σχετική υπόθεση και τόσο το σωματείο, όσο και η εταιρεία έχουν υποστεί μεγάλη οικονομική ζημιά. Τέλος, ο ενόρκως δηλών περιορίζει την απαίτηση του στην επιστροφή των σχετικών χρηματικών ποσών. Η πιο πάνω αίτηση, αντίκρυσε την ένσταση από πλευράς αστυνομίας και επικαλέστηκε ως λόγους ένστασης, ότι το Διάταγμα κατακράτησης τεκμηρίων από την αστυνομία ημερομηνίας 28/11/2014 εκδόθηκε καθ΄ όλα νόμιμα, ότι ο αιτητής δεν αποκαλύπτει λόγους και/ή επαρκείς λόγους για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και ότι η αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα ήταν υπό τις περιστάσεις καταπιεστικό μέτρο που δεν θα υποβοηθούσε την ορθή απονομή της Δικαιοσύνης. Νομοθετικό έρεισμα της ένστασης, υπήρξαν τα άρθρα 15,17,23,30,33,34,35 του Συντάγματος, τα άρθρα 2,27,32 και 32Α του περί Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155, στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.
  2. Θ.1, 2 και 8
(4)και άρθρα 6,7,8 Κεφ. 151, στις αρχές της φυσικής Δικαισύνης και της επιείκειας και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Μαρτυρικό υπόβαθρο της ένστασης, υπήρξε η ένορκή δήλωση του αστ. 3084 Γιαννάκη Μερακληγιάννη. Στην ένορκη του δήλωση, ο ενόρκως δηλών αναφέρεται στην έρευνα που έγινε στο επίδικο υποστατικό στις 23/11/2014, όπου κατασχέθηκαν τα εν λόγω τεκμήρια και εκεί εντοπίστηκαν 58 άτομα, τα οποία είτε επιδίδονταν σε κυβεία, είτε συναθροίστηκαν με σκοπό την κυβεία και άλλα παρείχαν συνδρομή στην διεξαγωγή κυβείας. Δύο μέρες αργότερα, κλητεύθηκε στον αστυνομικό σταθμό το επηρεαζόμενο πρόσωπο, όπου στην παρουσία του, ανοίχθηκαν τέσσερα χρηματοκιβώτια στα οποία υπήρχαν μεγάλα χρηματικά ποσά και αριθμός φισιών διαφόρων χρωμάτων και ποσών και ακολούθως έλαβε ανακριτική κατάθεση από το εν λόγω πρόσωπο, ο οποίος ανέφερε πως ότι έχει να πει, θα το πει στο Δικαστήριο. Εξέφρασε την θέση της αστυνομίας ότι τα κατασχεθέντα χρηματικά ποσά προέρχονται από διεξαγωγή κυβείας και ότι τα τεκμήρια αυτά είναι τεκμήρια καταχωρηθείσας υπόθεσης, ότι τα άτομα που συναθροίστηκαν δεν είναι μέλη του σωματείου και στο εν λόγω σωματείο βρέθηκαν αντικείμενα που σχετίζονται με παιγνίδια, πέραν του Πόκερ, ήτοι ρουλέττα και Black Jack. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Αναφορικά με το νομικό πλαίσιο που διέπει την παρούσα αίτηση, το Δικαστήριο αντλεί διαφώτιση και καθοδήγηση από την σχετική επί του θέματος νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και πιο συγκεκριμένα από τις υποθέσεις Concrete Mix Limited v. Αστυνομίας
(1991)2Α.A.Δ. 363, και την υπόθεση Ανδρέας Ησαΐας και άλλος v. Αστυνομίας, Π.Ε. 179/11, ημερ. 22/10/2013 και θα γίνεται ειδική αναφορά εκεί όπου χρειάζεται για σκοπούς αξιολόγησης της παρούσας διαδικασίας. Οι σχετικές νομοθετικές πρόνοιες που διέπουν την παρούσα αίτηση, είναι τα άρθρα 27 και 32 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, όπου προνοούνται τα ακόλουθα: «27. Όταν δικαστής ικανοποιείται με εγγράφου δηλώσεως ότι υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι σε οποιοδήποτε τόπο υπάρχει - (α) οτιδήποτε στο οποίο ή σε σχέση με το οποίο διαπράχτηκε ποινικό αδίκημα ή υπάρχει υποψία ότι διαπράχτηκε· ή (β) οτιδήποτε για το οποίο υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι θα παρέχει απόδειξη ως προς τη διάπραξη ποινικού αδικήματος· ή (γ) οτιδήποτε για το οποίο υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύεται ότι προορίζεται να χρησιμοποιηθεί για το σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος, ο δικαστής δύναται σε οποιοδήποτε χρόνο να εκδώσει ένταλμα (το οποίο αναφέρεται στο νόμο αυτό ως "ένταλμα έρευνας"), που εξουσιοδοτεί το πρόσωπο που κατονομάζεται σε αυτό - (ι) να ερευνήσει τον τόπο αυτό προς ανεύρεση οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος και να κατάσχει και μεταφέρει αυτό ενώπιον του Δικαστηρίου από το οποίο εκδόθηκε το ένταλμα έρευνας ή ενώπιον άλλου Δικαστηρίου για να τύχει αυτό μεταχείρισης σύμφωνα με το νόμο· και (ιι) να συλλάβει και να προσαγάγει ενώπιον Δικαστή τον κάτοχο της οικίας ή του τόπου όπου βρέθηκε το πράγμα ή οποιοδήποτε πρόσωπο εντός ή πέριξ της οικίας αυτής ή του τόπου το οποίο κατέχει τέτοιο πράγμα, αν o Δικαστής κρίνει σκόπιμο να διατάξει με αυτό τον τρόπο στο ένταλμα.» «32.-
(1)Όταν, κατά την εκτέλεση εντάλματος έρευνας, κατασχεθεί οτιδήποτε και προσκομιστεί ενώπιον Δικαστή, όπως προβλέπεται στο άρθρο 27, το πράγμα αυτό, τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2)του άρθρου αυτού, δύναται να κατακρατηθεί από τέτοιο πρόσωπο ως ο Δικαστής ήθελε ορίσει, λαμβανόμενης πάντοτε εύλογης φροντίδας για τη διατήρησή του μέχρι την αποπεράτωση οποιασδήποτε ποινικής διαδικασίας η οποία είναι δυνατό να διεξαχθεί σε σχέση με αυτό.
(2)Όταν οτιδήποτε που κατασχέθηκε δυνάμει εντάλματος έρευνας και προσκομίστηκε ενώπιον Δικαστή υπόκειται σε φθορά ή είναι επιβλαβές, το πράγμα αυτό δύναται αμέσως να διατεθεί με τέτοιο τρόπο όπως ο Δικαστής ήθελε ορίσει.
(3)Αν ο Δικαστής είναι της γνώμης ότι οτιδήποτε που κατασχέθηκε δυνάμει εντάλματος έρευνας δεν απαιτείται πλέον για οποιαδήποτε ποινική διαδικασία, τότε εκτός αν εξουσιοδοτείται ή υποχρεώνεται από αυτόν ή οποιοδήποτε άλλο Νόμο να διαθέσει αυτό διαφορετικά, διατάσσει- (α) όπως το πράγμα ή οποιοδήποτε μέρος του επιστραφεί στο πρόσωπο το οποίο φαίνεται στο Δικαστή ότι έχει δικαίωμα σε αυτό και, αν το εν λόγω πρόσωπο είναι ο κατηγορούμενος, όπως επιστραφεί στον ίδιο ή σε τέτοιο άλλο πρόσωπο ως ο κατηγορούμενος ήθελε ορίσει· ή (β) όπως το πράγμα αυτό, αν ανήκει στον κατηγορούμενο, ή μέρος αυτού, χρησιμοποιηθεί για την πληρωμή οποιωνδήποτε εξόδων ή αποζημιώσεων τα οποία ο κατηγορούμενος διατάχτηκε να πληρώσει.» ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΘΕΣΕΩΝ Ως έχει περιοριστεί εν τέλει το αίτημα του αιτητή, αυτό έχει ως αντικείμενο εξέτασης πλέον τα 2/3 των κατασχεθέντων χρημάτων, διότι ο αιτητής δεν ζητά πλέον οποιαδήποτε επιστροφή τεκμηρίων και απαιτεί πλέον μόνο τα 2/3 των εν λόγω χρημάτων και συναινεί στην κατακράτηση του 1/3 των κατασχεθέντων χρημάτων. Ως προς το θέμα της εκπρόθεσμης καταχώρησης ένστασης και παράτυπης επίδοσης της που προέβαλε η πλευρά του αιτητή, ήτοι ότι αυτή καταχωρήθηκε στις 9/6/2015, ενώ οι οδηγίες του Δικαστηρίου ήταν να καταχωρηθεί μέχρι της 8/6/2015, το Δικαστήριο το θεωρεί απλή παρατυπία, πλην όμως το Δικαστήριο εκφράζει την θλίψη του επί αυτής της θέσης, διότι υπήρχε αναφορά στην αγόρευση της ευπαιδεύτου συνηγόρου εκ μέρους της αστυνομίας, με βάση την οποία υπήρχε προηγούμενη συνεννόηση και που εν πάσει περιπτώσει, είναι θεμιτό και αναγκαίο να υπάρχει μια στοιχειώδης κατανόηση και συνεννόηση για αυτά τα θέματα μεταξύ δικηγόρων, έτσι ώστε να αποφεύγονται τυπολαγνείες που ως νοοτροπία θα πρέπει να εκλείψει και να υπάρχει προσπάθεια εντοπισμού της ουσίας εκάστης υπόθεσης ξεχωριστά. Επίσης έχουν εγκαταλειφθεί οι θέσεις που προβλήθηκαν με την αγόρευση εκ μέρους του αιτητή, όπως είναι το θέμα της ύπαρξης εντάλματος έρευνας και επίδοσης του εκδοθέντος Διατάγματος, μετά και την προσκόμιση των απαραίτητων αποδεικτικών στοιχείων από πλευράς αστυνομίας και που έχουν γίνει αποδεκτά από πλευράς αιτητή, δηλώνοντας ότι έχουν προβληθεί αυτές οι θέσεις επειδή δεν ήταν υπόψη του τα σχετικά τεκμήρια. Αναφορικά με το εγερθέν ζήτημα της νομιμοποίησης του ενόρκως δηλούντα Αστ. 3084 Γιαννάκη Μερακληγιάννη στην ένσταση ημερομηνίας 9/6/2015, το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει οτιδήποτε το επιλήψιμο, διότι ο ίδιος ο αιτητής στην ένορκη του δήλωση, προβαίνει σε άμεση αναφορά στο εν λόγω πρόσωπο και συνακόλουθα Αστ. Γιαννάκης Μερακληγιάννης είναι το πλέον αρμόδιο πρόσωπο να απαντήσει σε όσα του καταλογίζονται. Αναφορικά με το εγερθέν ζήτημα της κατάχρησης της διαδικασίας, λόγω τού ότι έχει καταχωρηθεί η υπόθεση στις 22/5/2015, ήτοι έξι μήνες μετά την κατάσχεση των τεκμηρίων, το Δικαστήριο κρίνει ότι υπό τις περιστάσεις, ήτοι τον χρόνο που έχει διαρρεύσει, ως επίσης και τις προσπάθειες που γίνονταν, ως είναι η θέση του αιτητή, για εξώδικο συμβιβασμό για το θέμα των τεκμηρίων, δεν τίθεται θέματα κατάχρησης της διαδικασίας και που εν πάσει περιπτώσει αυτό το θέμα δύναται να εγερθεί στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας της υπόθεσης με αριθμό 10184/2015. Ως προς το εγερθέν ζήτημα της μη προσκόμισης των τεκμηρίων από την Αστυνομία στο Δικαστήριο, αυτό έχει ήδη αποκρυσταλλωθεί, ήτοι ότι δεν είναι απαραίτητη η παρουσίαση τους, μέσα από την υπόθεση Ανδρέας Ησαΐας και άλλος v. Αστυνομίας, Π.Ε. 179/11, ημερ. 22/10/2013 και το κατά πόσο ή πως θα προσκομιστούν αυτά στο Δικαστήριο κατά την ακροαματική διαδικασία, αυτό θα αποφασιστεί από τον φυσικό Δικαστή που θα εκδικάσει την πιο πάνω υπόθεση. Ως προς το εγερθέν ζήτημα ότι η αρχική αίτηση προωθήθηκε από μη δικηγόρο, το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει οτιδήποτε το επιλήψιμο ή το παράτυπο, εν΄ όψει και του περιεχομένου των άρθρων 27 και 32 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, στα οποία δεν υπάρχει οποιαδήποτε ρητή πρόνοια περί τούτου και που εν πάσει περιπτώσει αυτό που απαιτείται είναι η έγγραφή δήλωση και προφανώς ένορκη μαρτυρία που να καταδεικνύει αυτά που προνοούνται στο άρθρο 27 και δεν πρέπει να λησμονείται ότι αυτού του είδους η αίτηση είναι ιδιόμορφη, διότι ναι μεν θεωρείται με βάση την νομολογία (βλ. τις υποθέσεις Concrete Mix Limited v. Αστυνομίας
(1991)2Α.A.Δ. 363, και την υπόθεση Ανδρέας Ησαΐας και άλλος v. Αστυνομίας, Π.Ε. 179/11, ημερ. 22/10/2013 ) αστικής φύσεως, πλην όμως εκ των πραγμάτων και ως λογική απόρροια, προωθείται από την αστυνομία η οποία κατείσχε τα τεκμήρια και ζητά την κατακράτηση της για σκοπούς ολοκλήρωσης της ποινικής διαδικασίας. Αναφορικά με το εγερθέν ζήτημα, ότι δηλαδή με την καταχώρηση του κατηγορητηρίου παρέχεται η δυνατότητα με βάση το άρθρο 32
(3)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 και σε παραπομπή με την υπόθεση Concrete Mix Limited v. Αστυνομίας
(1991)2Α.A.Δ. 363 παρέχεται το δικαίωμα της προβολής αιτήματος για αποδέσμευση των τεκμηρίων, το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτό το ζήτημα έχει αποκρυσταλλωθεί, ερμηνευθεί και επεξηγηθεί πλήρως με την μεταγενέστερη υπόθεση Ανδρέας Ησαΐας και άλλος v. Αστυνομίας, Π.Ε. 179/11, ημερ. 22/10/2013, όπου κρίθηκε ορθή η διαταγή για κατακράτηση των τεκμηρίων μέχρι αποπεράτωσης της ποινικής διαδικασίας η οποία δυνατό να εγείρετο και παρόλο που πέρασαν δύο χρόνια από την έκδοση του Διατάγματος, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι τελικός κριτής ήταν το πρωτόδικο Δικαστήριο στο οποίο θα αποτείνονταν οι διάδικοι για οδηγίες και σε περίπτωση που δεν το έπραταν, καθόρισε ημερομηνία επιστροφής των Τεκμηρίων. Όπως όμως θα αξιολογηθεί πιο κάτω, η διακριτική ευχέρεια χειρισμού των τεκμηρίων είναι ευρεία, ανάλογα με τα γεγονότα της κάθε περίπτωσης. Το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο, υπεισέρχεται στον πυρήνα της παρούσας υπόθεσης, ο οποίος έχει δύο υποδιαιρέσεις. Συγκεκριμένα, η μια υποδιαίρεση αφορά το εγερθέν ζήτημα της απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων, ήτοι το εκδηλωθέν ενδιαφέρον του αιτητή όπως εμφανιστεί σε ενδεχόμενη αίτηση για κατακράτηση τεκμηρίων και η άλλη υποδιαίρεση είναι η συγκατάθεση του αιτητή όπως κατακρατηθούν όλα τα τεκμήρια, πλην του ποσοστού των 2/3 των κατασχεθέντων τεκμηρίων. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία, ότι δύναται να εγερθεί ζήτημα απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων, διότι η αίτηση για κατακράτηση τεκμηρίων προωθήθηκε μενομερώς (ex - parte) και ισχύουν, τηρουμένων των αναλογιών (mutatis mutandis) οι αρχές από την πλούσια και πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφορικά με την υποχρέωση του προσφεύγοντος μονομερώς στο Δικαστήριο, να προσφεύγει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και να αποκαλύπτει όλα εκείνα τα ουσιώδη γεγονότα, τα οποία θα επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου. Δεν διαφεύγει βεβαίως της προσοχής του Δικαστηρίου ότι η φύση και ο τύπος της αίτησης για κατακράτηση προωθείται μονομερώς, εν τούτοις αυτό δεν παρέχει ευχέρεια για απόκλιση από το καθήκον για αποκάλυψη όλων εκείνων των ουσιωδών γεγονότων, ως επίσης δεν αποστερεί και από το Δικαστήριο όπως διατάξει την επίδοση μονομερούς αιτήσεως, ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια εκεί όπου κρίνει ότι θα πρέπει να ακουστεί και η άλλη πλευρά. Δεν πρέπει επίσης να λησμονείται, ότι η φύση της παρούσας αίτησης, είναι αστική με βάση και την πιο πάνω αναφερθείσα νομολογία (Concrete Mix Limited v. Αστυνομίας
(1991)2Α.A.Δ. 363, και την υπόθεση Ανδρέας Ησαΐας και άλλος v. Αστυνομίας, Π.Ε. 179/11, ημερ. 22/10/2013) και συνεπώς το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο, παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά, σε σχετική επί του θέματος νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφορικά με την υποχρέωση αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων, η οποία εφαρμόζεται και τηρουμένων των αναλογιών και σε αιτήσεις αυτής της φύσεως. Όπως έχει τονιστεί από το Δικαστή Καλλή στην υπόθεση Cobelfret Ro-Ro Services κ.ά. v. The Cyprus Potato Marketing Board
(1996)1 Α.Α.Δ. 733, "Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου. (Βλέπε Jadranska Slobodna Plovidba v. Photos Photiades & Co
(1965)1 C.L.R. 58, Abdu Ali Altobeiqui v. M/V Nada G. and Another
(1985)1 C.L.R. 543, Sekavin S.A. v. Ship "Platon Ch"
(1987)1 C.L.R. 297, Amathus Navigation Co Ltd v. Concord Express Liners and Others
(1993)1 A.A.Δ. 1030 και Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd κ.ά.
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 597." Στην υπόθεση The King v. The General Commissioners for the Purposes of the Income Tax Acts for the District of Kensington, Ex parte Princess Edmond De Polignac [1917] 1 K.Β. 486 όπου το θέμα της μη αποκάλυψης όλων των ουσιωδών στοιχείων εξετάστηκε σε έκταση, το Δικαστήριο εξέδωσε προσωρινό διάταγμα με το οποίο ο Διευθυντής του Φόρου Εισοδήματος κλήθηκε να απαντήσει γιατί να μην εκδοθεί ένταλμα Prohibition το οποίο θα απαγόρευε τον καθορισμό καταβολής φόρου εισοδήματος που θα έπρεπε να καταβληθεί από την αιτήτρια (Πριγκίπισσα Edmond De Polignac). Η τελευταία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς που περιέχονταν σε ένορκη δήλωση της, δεν ήταν Αγγλίδα υπήκοος, δεν ήταν κάτοικος Αγγλίας εκτός μόνο για προσωρινούς λόγους και δεν είχε συμπληρώσει ποτέ συνολική διαμονή έξι μηνών στην Αγγλία σε ένα οποιοδήποτε χρόνο. Αντίθετα η αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι ήταν Γαλλίδα υπήκοος και μόνιμη κάτοικος Γαλλίας. Από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που καταχωρήθηκαν εκ μέρους των καθ'ων η αίτηση και της αιτήτριας ως απάντηση, διεφάνη ότι η αιτήτρια είχε πληρώσει για την ενοικίαση και επίπλωση ενός διαμερίσματος στην περιοχή Chelsea του Λονδίνου και ότι τα έξοδα συντήρησης του διαμερίσματος τα κατέβαλλε από κοινού μαζί με τον αδελφό της. Το Δικαστήριο ακύρωσε το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε χωρίς να εξετάσει την ουσία της υπόθεσης, αφού η αιτήτρια απέκρυψε ή παρουσίασε ψευδώς γεγονότα, που ήταν ουσιώδη με την αίτηση που καταχώρισε. Όπως έθεσε το θέμα ο Δικαστής Scrutton L.J., "It has been for many years the rule of the Court, and one which it is of the greatest importance to maintain, that when an applicant comes to the Court to obtain relief on an ex parte statement he should make a full and fair disclosure of all the material facts - facts, not law. He must not misstate the law if he can help it - the Court is supposed to know the law. But it knows nothing about the facts, and the applicant must state fully and fairly the facts, and the penalty by which the Court enforces that obligation is that if it finds out that the facts have not been fully and fairly stated to it, the Court will set aside any action which it has taken on the faith of the imperfect statement." Σε μετάφραση, "Έχει καθιερωθεί για πολλά χρόνια ως κανόνας του Δικαστηρίου και ένας κανόνας μεγάλης σπουδαιότητας που θα πρέπει να διατηρηθεί, ότι όταν ένας αιτητής έρχεται στο δικαστήριο επιζητώντας ανακούφιση με μονομερή αίτηση θα πρέπει να προβαίνει σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων, όχι του νόμου. Δεν πρέπει αν μπορεί να παραθέτει λανθασμένα το νόμο αφού το δικαστήριο θεωρείται ότι γνωρίζει το νόμο. Το Δικαστήριο όμως δεν γνωρίζει τίποτε για τα γεγονότα και ο αιτητής θα πρέπει να παραθέτει πλήρως και δικαίως τα γεγονότα, και η τιμωρία με την οποία το δικαστήριο εφαρμόζει αυτή την υποχρέωση, είναι ότι όταν διαπιστώνει ότι τα γεγονότα δεν έχουν παρουσιαστεί πλήρως και δικαίως, το δικαστήριο θα πρέπει να παραμερίσει οποιοδήποτε διάταγμα έχει εκδώσει με βάση την ατελή έκθεση." Η υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο εκείνα τα γεγονότα που ήταν γνωστά στον αιτητή, αλλά επεκτείνεται και σε εκείνα τα γεγονότα τα οποία ο αιτητής θα μπορούσε να αποκαλύψει με μια εύλογη έρευνα. (Βλ. Χριστοφόρου ν. Γρηγορίου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Αν ο αιτητής παραλείψει να συμμορφωθεί με την πιο πάνω υποχρέωση τότε το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να προβεί στην έκδοση του διατάγματος, ανεξάρτητα αν η παράλειψη ήταν αθώα ή σκόπιμη. (Βλ. Lloyds Bowmaker Ltd v. Britannia Arrow Holdings plc (Lavens, third party) [1988] 3 All E.R. 178). Το θέμα της υποχρέωσης αποκάλυψης των γεγονότων εξετάστηκε στην αγγλική υπόθεση Brink's - MAT Ltd v. Elcombe and Others [1988] 3 All E.R. 188 στην οποία τονίστηκαν τα ακόλουθα:
(1)Ο αιτητής έχει υποχρέωση να προβαίνει σε πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων.
(2)Τα ουσιώδη στοιχεία είναι εκείνα τα οποία θα πρέπει να γνωρίζει ο Δικαστής όπως αυτά καθορίζονται από το Δικαστή και όχι από τους δικηγόρους των διαδίκων.
(3)Η υποχρέωση της αποκάλυψης δεν περιορίζεται στα γεγονότα που ήταν γνωστά στον αιτητή, αλλά και σε εκείνα που μπορούσαν να αποκαλυφθούν με μια εύλογη έρευνα.
(4)Η έκταση της έρευνας που πρέπει να γίνει εξαρτάται από τα περιστατικά της υπόθεσης που περιλαμβάνει τη (
  1. i)φύση της υπόθεσης και (
  2. ii)το επιζητούμενο διάταγμα και τα επακόλουθα της έκδοσης του για τον εναγόμενο.
(5)Το Δικαστήριο που διαπιστώνει τη μη αποκάλυψη θα πρέπει να αποστερήσει από τον αιτητή οποιοδήποτε πλεονέκτημα που έχει αποκομίσει.
(6)Η μη αποκάλυψη που οφείλεται σε αθώα συμπεριφορά ή σε μη ορθή εκτίμηση της σχετικότητας της είναι μια σημαντική πτυχή, αλλά όχι αποφασιστική στην εξέταση της μη αποκάλυψης και
(7)Κάθε παράλειψη δεν εξυπακούει την άμεση ακύρωση του διατάγματος. Το θέμα της μη αποκάλυψης απασχόλησε την κυπριακή δικαιοσύνη στην υπόθεση Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd κ.ά.
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 597, στην οποία οι ενάγοντες, στην ένορκη δήλωση που καταχώρισαν προς υποστήριξη του αιτήματος τους για την παροχή άδειας για επίδοση της αγωγής στο εξωτερικό, παρέλειψαν να αναφέρουν ότι στη σχετική φορτωτική που είχε επισυναφθεί στην ένορκη δήλωση, υπήρχε όρος για παραπομπή της διαφοράς σε αλλοδαπή δικαιοδοσία. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η μη αποκάλυψη για παραπομπή της διαφοράς σε Δικαστήριο της αλλοδαπής αποτελούσε εκτροπή από την υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων και προέβη στην ακύρωση του σχετικού διατάγματος. (Βλέπε επίσης Δήμος Πάφου ν. Βοσκού
(2001)1 Α.Α.Δ. 1168). Η ίδια γραμμή με τα ίδια ακριβώς γεγονότα ακολουθήθηκε στην υπόθεση Caspi Shipping Ltd. κ.ά. v. Πλοίου Saphire Seas (Αρ.2)
(1997)1 Α.Α.Δ. 833, στην οποία τονίστηκε ότι, "Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι ένας διάδικος που ζητά τη χορήγηση θεραπείας με μονομερή αίτηση (ex parte), πρέπει να προβαίνει σε πλήρη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων τα οποία μπορεί να επενεργήσουν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να παράσχει θεραπεία. (Altobeiqui v. M/V Nada G. and Another
(1985)1 C.L.R. 543. Ειδικότερα στην υπόθεση Zachariades Ltd. v. Economides
(1989)1 C.L.R. 437, τονίστηκε ότι η μη αποκάλυψη όρου με τον οποίο διαφορές μεταξύ των συμβαλλομένων παραπέμπονται σε διαιτησία στην αλλοδαπή συνιστά παραβίαση της υποχρέωσης για πλήρη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων και δικαιολογεί την ακύρωση του διατάγματος." Στην υπόθεση Fedossova Larissa (Αρ.2)
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1333, η αιτήτρια ζητούσε την έκδοση εντάλματος Certiorari για την ακύρωση διατάγματος κατάσχεσης σε χέρια τρίτου επειδή υπήρξε παραβίαση του δικαιώματος εκπροσώπησης της κατά παράβαση του Άρθρου 30.3 του Συντάγματος. Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση αφού η αιτήτρια παρέλειψε να αποκαλύψει πρακτικό του Δικαστηρίου στο οποίο φαινόταν ότι το Δικαστήριο της είχε δώσει την ευκαιρία να εκπροσωπηθεί πριν από την έκδοση του επίδικου διατάγματος.>> Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία, ότι στην υπό εκδίκαση αίτηση, η αστυνομία, δυστυχώς, απέκρυψε από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα, μη όντας ειλικρινής, όταν αιτείτο μονομερώς την κατακράτηση τεκμηρίων στις 28/11/2014, διότι όπως έχει διαφανεί, αλλά και αποδειχθεί, το ενδιαφερόμενο μέρος με επιστολή του ημερομηνίας 27/11/2014, ήτοι μια μέρα πριν την καταχώρηση της αίτησης και την έκδοση του επίδικου Διατάγματος, εκδήλωσε το ενδιαφέρον του όπως σε περίπτωση που υπήρχε το ενδεχόμενο να προωθηθεί αίτηση για κατακράτηση τεκμηρίων, όπως ενημερωθεί για να εμφανιστεί μαζί με τον δικηγόρο του. Το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτή η απόκρυψη, πέραν του ότι ως γεγονός είναι θλιβερή, είναι και ουσιώδης, ναρκοθετόντας τα δικαιώματα του αιτητή όπως ακουστούν οι θέσεις του, ασχέτως εάν οι θέσεις του κρίνονταν βάσιμες ή αβάσιμες, εν΄ όλω ή εν μέρει, διότι το Δικαστήριο θα είχε την ευχέρεια να ακούσει αμφότερες τις πλευρές εντός πολύ σύντομου χρόνου και όχι να ακούει τις πλευρές σε αυτό το χρονικό σημείο. Από την στιγμή όμως που ο αιτητής συγκατατίθεται στην κατακράτηση των τεκμηρίων, πλην του ποσοστού των 2/3 των κατασχεθέντων χρημάτων, αποτελεί πλέον αποκρυσταλλωμένο ζήτημα και δεν θα εξετάσει το Δικαστήριο εάν θα προχωρούσε σε ακύρωση του εκδοθέντος Διατάγματος λόγω απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων, στην έκταση του Διατάγματος αναφορικά με τα τεκμήρια για τα οποία υπάρχει συγκατάθεση για κατακράτηση. Όμως, το Δικαστήριο θα εξετάσει κατά πόσο θα ακυρώσει εν μέρει το εκδοθέν Διάταγμα ως προς την έκταση που αφορά το ποσοστό των 2/3 των κατασχεθέντων χρημάτων, εν΄ όψει και της συγκατάθεσης του αιτητή όπως κατακρατηθεί το 1/3 των κατασχεθέντων χρημάτων, σε συνδυασμό με τις εκατέρωθεν προβληθείσες θέσεις και πιο συγκεκριμένα με την θέση του ενδιαφερόμενου μέρους ότι τα χρήματα δεν αποτελούν προιόν κυβείας, αλλά περιουσία της εταιρείας που κατονόμασε και που βρίσκονταν σε ασφαλή θέση εντός του σωματείου, σε συνδυασμό με την θέση της αστυνομίας ότι τα κατασχεθέντα χρήματα είναι προιόν κυβείας, έχοντας βεβαίως το Δικαστήριο πολύ σοβαρά υπόψην του την ήδη διαπιστωθείσα απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων που άπτονταν του ενδιαφέροντος του αιτητή να ενημερωθεί και να εμφανιστεί στην αίτηση κατακράτησης τεκμηρίων. Σίγουρα ως θέμα αρχής, το Δικαστήριο δεν δεσμεύεται από οποιεσδήποτε εισηγήσεις αναφορικά με ποσοστό κατακράτησης τεκμηρίων από οποιονδήποτε εκ των διαδίκων, διότι το ζήτημα της κατακράτησης τεκμηρίων, είναι ζήτημα ευρείας διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για το πως θα χειριστεί τα κατασχεθέντα τεκμήρια, συγκεράζοντας το Δικαστήριο από την μια την αναγκαιότητα κατακράτησης των κατασχεθέντων τεκμηρίων για σκοπούς προώθησης ποινικής διαδικασίας και από την άλλη συγκεράζοντας τα δικαιώματα του ενδιαφερόμενου μέρους, κυρίως αυτά της ιδιοκτησίας. Αναφορικά με την ευρεία διακριτική ευχέρεια που έχει το Δικαστήριο ως έχει αναφερθεί, το Δικαστήριο παραπέμπει στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Ανδρέας Ησαΐας και άλλος v. Αστυνομίας, Π.Ε. 179/11, ημερ. 22/10/2013: << Όπως σημειώθηκε στις υποθέσεις Concrete Mix Ltd v. Αστυνομίας, ανωτέρω και C.T. Tobacco Ltd κ.α. ν. Τμήματος Τελωνείων
(2003)2 ΑΑΔ 212, η απόφαση για κατακράτηση τεκμηρίων θεωρείται αυτοτελής απόφαση, η οποία αν και άμεσα συνδεδεμένη με το ένταλμα έρευνας, εντούτοις έχει τη δική της αυτοτέλεια, εφόσον ο δικαστής δυνάμει των άρθρων 27-34 του Κεφαλαίου έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια να χειριστεί αντικείμενα που κατασχέθηκαν, ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης>>. Αποτελεί ακόμα μια θλιβερή διαπίστωση, ότι στην μονομερής αίτηση δεν έγινε καμία αναφορά περί ύπαρξης και ανοίγματος χρηματοκιβωτίου και τέτοια πρόνοια έγινε για πρώτη φορά από το ενδιαφερόμενο μέρος. Θα πρέπει βεβαίως εδώ να τονιστεί ότι ήταν τέσσερα τα χρηματοκιβώτια που έχουν ανοιχθεί και που έχουν βρεθεί χρηματικά ποσά και άλλα αντικείμενα και όχι ένα και αυτό διαφαίνεται μέσα από το περιεχόμενο των αποδείξεων παραλαβής τεκμηρίων που έχουν κατατεθεί στο Δικαστήριο. Η αναφορά που έγινε στην μονομερή αίτηση ημερομηνίας 28/11/2014 με την αναφορά του τρίτου αντικειμένου, ήτοι δύο κιβωτίων κλειστά με φίσιες (κλειδωμένα) σίγουρα δεν παραπέμπει σε χρηματοκιβώτια, ούτε ταυτίζεται ο αριθμός και ούτε γίνεται σύνδεση των κουτιών αυτών με τα εν λόγω χρήματα. Η απόκρυψη αυτή, θεωρείται ως ουσιώδης, διότι το Δικαστήριο θα μπορούσε, αλλά και θα έπρεπε να αξιολογήσει αυτό το γεγονός κατά πόσο τα χρήματα που ανευρέθησαν στα εν λόγω χρηματοκιβώτια είναι προιόν κυβείας ή κατά πόσο έχουν άλλη νόμιμη προέλευση. Είναι λοιπόν το Δικαστήριο, ενώπιον μιας ακόμα απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων, ήτοι αυτού του θέματος των χρηματοκιβωτίων και μάλιστα κλειστών, χωρίς εκ πρώτης όψεως να υπάρχει διασύνδεση με κυβεία ή άμεση κατάσχεση από παράνομα παίγνια, στην αίτηση ημερομηνίας 28/11/2014 να γίνεται αναφορά ότι τα χρήματα έχουν κατασχεθεί από το επίδικο υποστατικό χωρίς να γίνεται αναφορά σε κατάσχεση από παρευρισκόμενους θαμώνες και από την άλλη, στην ένορκη δήλωση του αστ. 3084 Γιαννάκη Μερακληγιάννη, να προβαίνει για πρώτη φορά σε επίκληση της θέσης και του γεγονότος, ότι επιπρόσθετα χρηματικά ποσά έχουν βρεθεί στην κατοχή προσώπων που βρίσκονταν στον πρώτο όροφο του επίδικου υποστατικού, χωρίς δηλαδή να δύναται να γίνει διασύνδεση, αλλά και διαχωρισμός, των οποιωνδήποτε ανευρεθέντων χρημάτων, χωρίς βεβαίως το Δικαστήριο να παραγνωρίζει το περιεχόμενο των αποδείξεων παραλαβής τεκμηρίων. Η θέση του αστ. 3084 Γιαννάκη Μερακληγιάννη, ότι δηλαδή τα κατασχεθέντα χρήματα προέρχονται από την διεξαγωγή κυβείας, είναι υπό τις περιστάσεις πολύ γενική, σε αντίθεση με την εξειδικευμένη και συνοδευόμενη από σχετικά τεκμήρια θέση του αιτητή ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς αυτών. Ως προς την θέση του αστ. 3084 Γιαννάκη Μερακληγιάννη ότι βρέθηκαν και άλλα αντικείμενα που δεν συνάδουν με τον σκοπό του σωματείου, είναι πλέον άνευ σημασίας, εν΄ όψει και της πιο πάνω συγκατάθεσης του αιτητή για κατακράτηση τους. Όλοι οι πιο πάνω παράγοντες που προκύπτουν από την πιο πάνω αξιολόγηση, καταδεικνύουν ότι υπήρξε απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων που επηρεάζουν δραστικά την κρίση του Δικαστηρίου και που θα οδηγούσαν, άνευ ετέρου, στην ακύρωση του εκδοθέντος Διατάγματος. Όμως, εν΄ όψει της πιο πάνω αναφερθείσας συγκατάθεσης εκ μέρους του αιτητή και περιορισμού του αιτήματος του, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν είναι εφικτός εκ των πραγμάτων ο απόλυτος μαθηματικός διαμοιρασμός των κατασχεθέντων χρημάτων, σε συνδυαμό με το γεγονός ότι το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια ως πιο πάνω αναφέρθηκε ως προς τον χειρισμό των κατασχεθέντων τεκμηρίων, το Δικαστήριο εκδίδει το πιο κάτω Διάταγμα: Τα τεκμήρια που αναφέρονται στην αίτηση ημερομηνίας 28.11.2014 και υπ' αριθμόν 1-27 και 29, θα παραμείνουν στην κατοχή της αστυνομίας, μέχρι αποπεράτωσης της ακροαματικής διαδικασίας της υπόθεσης με αριθμό 10184/2015 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Ως προς τα χρηματικά ποσά, τόσο σε ευρώ, όσο και σε ξένα νομίσματα, να παραμείνουν σε κάθε περίπτωση στην κατοχή της αστυνομίας το 1/3 των αντίστοιχων ποσών στην κατοχή της και τα υπόλοιπα 2/3 να επιστραφούν στον αιτητή. Στην περίπτωση όμως που δεν είναι κατορθωτός ο απόλυτος μαθηματικός διαχωρισμός τους, τότε να παραμείνει στην αστυνομία τέτοιο ποσοστό στην κατοχή της που να υπερβαίνει στο ελάχιστο δυνατό το ποσοστό του 1/3, ήτοι να κατακρατηθεί το λιγότερο δυνατό ποσοστό που να υπερβαίνει το 1/3, κατακρατώντας τέτοιο νόμισμα ή χαρτονόμισμα που συμποσούμενο με τα νομίσματα ή χαρτονομίσματα που δεν συμπληρώνουν το ποσοστό του 1/3, να υπερβαίνουν στο ελάχιστο το ποσοστό του 1/3. Πριν να επιστραφούν τα υπόλοιπα χρηματικά ποσά στον αιτητή, αυτά να φωτογραφηθούν στην παρουσία του αιτητή. Καμία διαταγή ως προς τα έξοδα. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.