← Κύπρος

Mores General Trading G.S. Siakola Ltd ν. Ρένα Ζαχαριάδου, Αρ. Αγωγής: 4951/2008, 29/6/2015

Mores General Trading G.S. Siakola Ltd ν. Ρένα Ζαχαριάδου, Αρ. Αγωγής: 4951/2008, 29/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A182 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ENΩΠION: Μ. Λάρμου Παπαδήμα Αρ. Αγωγής: 4951/2008 Μεταξύ: Mores General Trading G.S. Siakola Ltd Εναγόντων Και Ρένα Ζαχαριάδου Εναγομένης Ημερομηνία: 29/6/2015 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες ׃ κ. Μ. Παναγίδης με κα Κκέλη και κα Α. Παναγίδου (για την απαγγελία της απόφασης η κα Κκέλη) Για Εναγομένη: κ. Π. Οικονόμου Α Π Ο Φ Α Σ Η Oι ενάγοντες αξιώνουν από την εναγομένη ποσό Ε2.937.51= το οποίο όπως ισχυρίζονται τους οφείλει δυνάμει συμφωνίας για πώληση επίπλων. Σύμφωνα με τους δικογραφημένους στην Έκθεση Απαίτησης ισχυρισμούς τους, περί τις 16/11/2007 κατόπιν παράκλησης της εναγομένης συμφώνησαν να της πωλήσουν έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος των Λ.Κ.1.719.25= (Ε2.937.51=) κάποια έπιπλα. Η εναγόμενη ως προκαταβολή παρέδωσε στους ενάγοντες μία επιταγή για το ποσό των Λ.Κ.200=. Όταν όμως η επιταγή παρουσιάσθηκε στην τράπεζα δεν πληρώθηκε, καθότι είχε ανακληθεί από την εναγομένη. Κατά ή περί τις αρχές Δεκεμβρίου του 2007 οι ενάγοντες την κάλεσαν να παραλάβει τα έπιπλα που είχε παραγγείλει και να πληρώσει το τίμημα που είχε συμφωνηθεί, όμως αυτή δεν ανταποκρίθηκε, οπόταν περί τις 2/12/2008 της απέστειλαν επιστολή μέσω των δικηγόρων τους με την οποία την καλούσαν να ξοφλήσει το συμφωνηθέν τίμημα και να παραλάβει τα έπιπλα των οποίων η κυριότητα είχε μεταφερθεί στην εναγομένη σύμφωνα και με το περιεχόμενο του τιμολογίου αρ. 0664 ημερομηνίας 16/11/2007, χωρίς όμως και πάλι να υπάρξει ανταπόκριση εκ μέρους της. Η εναγόμενη με την Υπεράσπιση της απορρίπτει τους ισχυρισμούς των εναγόντων και μεταξύ άλλων ισχυρίζεται ότι κατά ή περί τις 16/11/2007 επισκέφθηκε το κατάστημα τους στη Λεμεσό. Εκεί και αφού διαπραγματεύτηκε μαζί με κάποιο πρόσωπο που της παρουσιάσθηκε ως υπεύθυνος του καταστήματος, κατέληξαν σε προκαταρκτική συμφωνία για την αγορά ενός σύνθετου επίπλου για συγκεκριμένο ποσό. Τότε το πρόσωπο αυτό και για ολοκλήρωση της συμφωνίας ζήτησε από την εναγόμενη την καταβολή ποσού Λ.Κ.200= ως προκαταβολή και άρχισε να ετοιμάζει το τιμολόγιο. Η εναγόμενη του παρέδωσε επιταγή της Τράπεζας Κύπρου για το ποσό των Λ.Κ.200=, όταν όμως αυτός της παρέδωσε το τιμολόγιο και αφού προηγουμένως το υπόγραψε διαπίστωσε ότι τα ποσά που είχαν αναγραφεί σε αυτό, ήταν διαφορετικά από αυτά που είχαν συμφωνήσει. Αμέσως η εναγόμενη αντέδρασε ζητώντας την άμεση επιστροφή της επιταγής και την ακύρωση της συμφωνίας. Ο υπεύθυνος του καταστήματος της είπε εντάξει, όμως αρνήθηκε να της επιστρέψει την επιταγή και της ζήτησε να του τηλεφωνήσει την επόμενη ημέρα για να διευθετήσουν το ζήτημα. Παρά το ότι η εναγόμενη τόσο την επόμενη όσο και την μεθεπόμενη ημέρα τηλεφωνούσε επανειλημμένα στο κατάστημα κανένας δεν απαντούσε, γι' αυτό και μετέβη εκεί αρκετές φορές αλλά το έβρισκε κλειστό. Έτσι στις 20/11/2007 έδωσε οδηγίες στην τράπεζα της για ανάκληση της επιταγής και παράλληλα προέβη και σε καταγγελία στον Σύνδεσμο Καταναλωτών. Απορρίπτει επίσης τη θέση των εναγόντων ότι η κυριότητα των επίπλων έχει μεταφερθεί σε αυτήν. Στην Απάντηση τους οι ενάγοντες επαναλαμβάνουν τους ισχυρισμούς τους όπως εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης λέγοντας επίσης ότι η εναγόμενη είχε επισκεφθεί το κατάστημα τους πολλές φορές και είδε τα έπιπλα που περιγράφονται στο εκδοθέν τιμολόγιο. Προτού μάλιστα προβεί στην παραγγελία, μέτρησε τις διαστάσεις τους και βεβαιώθηκε ότι ταίριαζαν στο χώρο της. Την ημέρα δε που έγινε η παραγγελία, παρών ήταν ο διευθυντής των εναγόντων ο οποίος είναι γνωστός και συγχωριανός της εναγομένης και αφού συζήτησαν μεταξύ τους η εναγόμενη πέτυχε να της γίνει μεγάλη έκπτωση. Τότε αυτή υπέγραψε και το τιμολόγιο παρακαλώντας παράλληλα τον διευθυντή των εναγόντων να κρατήσουν τα έπιπλα στα υποστατικά τους μέχρι να ολοκληρωθούν οι εργασίες φρεσκαρίσματος στο χώρο που θα τα τοποθετούσε. H ακροαματική διαδικασία υπήρξε σύντομη αφού προς απόδειξη της υπόθεσης των εναγόντων, μαρτυρία έδωσε ένας μάρτυρας ο Γεώργιος Σιακόλας, ενώ για την πλευρά της εναγομένης μόνο η ίδια. Στη συνέχεια δε και μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων κατέθεσαν στο Δικαστήριο τις γραπτές τους αγορεύσεις, όπου εκτίθενται οι θέσεις και τα επιχειρήματα τους και τα οποία για το λόγο αυτό δεν θεωρώ αναγκαίο να παραθέσω. Αχρείαστο επίσης θεωρώ να επαναλάβω τη μαρτυρία που έχει προσκομισθεί και η οποία είναι καταγραμμένη στα πρακτικά, γι' αυτό και θα προχωρήσω αμέσως σε αξιολόγηση της, έχοντας κατά νου τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων, ότι πρόκειται για υπόθεση πολιτικής φύσης που κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικά ή εξ' ολοκλήρου (βλ. Αγαπίου v. Παναγιώτου 1983

(1)ΑΑΔ 263, Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη 1995
(2)ΑΑΔ 207, Χάρης Χρίστου v. Eυγενία Khoreva 2002 (1Α) 454). Τόσο ο Μ.Ε.1 όσο και η εναγόμενη και σύμφωνα με τη δυνατότητα που παρέχεται από το Νόμο κατάθεσαν στο Δικαστήριο ως Τεκμήρια Α και Β αντίστοιχα, γραπτές δηλώσεις που ετοίμασαν ως μέρος της κύριας τους εξέτασης και στη συνέχεια αντεξετάσθηκε ο καθένας από το συνήγορο του άλλου διαδίκου. Ο Μ.Ε.1 υποστήριξε ότι η εναγόμενη αφού επισκέφθηκε αρκετές φορές το κατάστημα των εναγόντων τόσο μόνη της όσο και με τη μητέρα της ζητώντας ακόμα από τον Μ.Ε.1 να μεταβεί στο σπίτι της για να δει το χώρο στον οποίο θα τοποθετούσε τα έπιπλα και να την συμβουλεύσει ανάλογα, κατέληξε στις 16/11/2007 να προχωρήσει σε παραγγελία επίπλων. Και αυτό αφού προηγουμένως έκαμε με τον Μ.Ε.1 εκτενή συζήτηση για την τιμή με αποτέλεσμα να της γίνει μεγάλη έκπτωση. Ο Μ.Ε.1 προχώρησε και εξέδωσε το τιμολόγιο (Τεκμήριο 2) και στη συνέχεια η εναγόμενη εξέδωσε και του παρέδωσε επιταγή για το ποσό των Λ.Κ.200= (Τεκμήριο 3). Λόγω του ότι η εναγομένη καθυστερούσε να παραλάβει τα έπιπλα, ο Μ.Ε.1 της τηλεφώνησε μερικές φορές ρωτώντας την τι σκόπευε να κάνει. Αυτή του έλεγε ότι χρειαζόταν ακόμα λίγο χρόνο για να βρει τα χρήματα. Όμως επειδή δεν προχώρησε στην παραλαβή των επίπλων και επειδή ανακάλεσε την επιταγή που είχε εκδώσει προχώρησε δικαστικά. Σε αντίθεση με τον Μ.Ε.1, η εναγόμενη υποστήριξε ότι όταν διαπίστωσε ότι ο αυτός έγραψε πάνω στο τιμολόγιο διαφορετικό ποσό από αυτό που είχαν συμφωνήσει ως τίμημα πώλησης των επίπλων κάτι που έγινε ταυτόχρονα με την εκ μέρους της έκδοση της επιταγής, αμέσως είπε στον Μ.Ε. 1 ότι ακύρωνε την συμφωνία και ζήτησε την επιστροφή της επιταγής. Αυτός όμως αρνήθηκε να της την επιστρέψει αμέσως και της ζήτησε να του τηλεφωνήσει την επόμενη μέρα για να διευθετήσουν το ζήτημα. Από την αρχή πρέπει να λεχθεί ότι μεταξύ των δύο αντικρουόμενων εκδοχών επιλέγω ως πλέον ειλικρινή και αξιόπιστη αυτήν των εναγόντων. Και αυτό γιατί ο Μ.Ε.1 παρέμεινε σταθερός στις θέσεις που προέβαλε χωρίς ενδοιασμούς και αμφιταλαντεύσεις και απαντούσε στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν με αμεσότητα και ευθύτητα και χωρίς να περιπέσει σε αντιφάσεις. Και αυτό σε αντίθεση με την εναγόμενη της οποίας η μαρτυρία ήταν κάπως συγκεχυμένη, αλλά και αόριστη σε ουσιαστικό μάλιστα σημείο της υπόθεσης, ενώ περαιτέρω περιέπεσε και σε κάποιες αντιφάσεις, οι οποίες αποστέρησαν την εκδοχή της από το στοιχείο της πειστικότητας. Η ουσιαστικότερη κατά την κρίση μου ασάφεια αφορά το ποσό ένεκα του οποίου προέκυψε η διαφορά. Και αυτό γιατί ουδέποτε ούτε στην Έκθεση Υπεράσπισης της, ούτε και κατά την ένορκη της μαρτυρία ανάφερε την τιμή την οποία σύμφωνα με τη θέση της είχαν συμφωνήσει ως τίμημα για τα έπιπλα. Αυτό το στοιχείο δεν δικογραφείται στην Έκθεση Υπεράσπισης, στην οποία σε κανένα σημείο δεν αναφέρει συγκεκριμένα ποιο ήταν το ποσό που είχαν συμφωνήσει ως τίμημα πώλησης των επίπλων για να διαφανεί η διαφορά με το ποσό που τελικά ανέγραψε ο Μ.Ε.1 στο εκδοθέν τιμολόγιο. Το στοιχείο αυτό δεν το αποκάλυψε ούτε με το Τεκμήριο Β που όπως προαναφέρεται αποτέλεσε την κύρια της εξέταση και στο οποίο επίσης παραλείπει να πει συγκεκριμένα ποιο ποσό σύμφωνα με τους δικούς της ισχυρισμούς είχαν συμφωνήσει με τον Μ.Ε.1 ως τίμημα για την πώληση των επίπλων. Και αυτό παρά το ότι στο Τεκμήριο Β εκθέτει τα όσα εκτυλίχθηκαν όταν κατέληξαν σε «προκαταρκτική» όπως η ίδια τη χαρακτηρίζει συμφωνία και τι έγινε όταν αντιλήφθηκε ότι ο Μ.Ε.1 την ξεγέλασε αναγράφοντας στο τιμολόγιο άλλο ποσό από αυτό που είχαν πράγματι συμφωνήσει. Το ζήτημα όμως δεν σταματά εδώ. Κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης η ίδια είπε ότι το ποσό που της είπε ο Μ.Ε.1 ως τελική τιμή και συμφώνησαν ήταν Λ.Κ.1.495=, δημιουργώντας έτσι το ερώτημα για ποιο λόγο προέκυψε η διαφορά, αφού το ποσό αυτό αναγράφεται ως η αξία των επίπλων στο τιμολόγιο (Τεκμήριο 2) που εξέδωσε ο Μ.Ε.1. Εύλογο πιθανό συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί, είναι ότι η διαφορά δυνατόν να προέκυψε λόγω της πρόσθετης χρέωσης του φ.π.α. που φαίνεται να χρεώνεται πέραν των Λ.Κ.1.495= στο τιμολόγιο. Αυτό μπορεί να πιθανολογηθεί από απάντηση που έδωσε αντεξεταζόμενη και στην οποία προέβαλε κατά λέξη «Ναι. Ήμουν δυσαρεστημένη γιατί προφορικά συμφωνήσαμε άλλο ποσό, μετά έγραψε ακόμα ένα ποσό για φ.π.α., κάτι που δεν γνώριζα. Ήμουν δυσαρεστημένη και απογοητευμένη». Από την απάντηση της αυτή μπορεί να συναχθεί ότι η διαφορά μπορεί να προέκυψε λόγω της αύξησης του τιμήματος ως συνέπεια της προσθήκης του φ.π.α.. Όμως αυτή είναι η μοναδική της απάντηση σε σχέση με το ζήτημα και κρίνεται ότι δεν θα ήταν ασφαλές με μόνο εφαλτήριο αυτήν, να εξαχθεί τέτοιο συμπέρασμα. Περαιτέρω ασάφεια δημιουργείται από άλλη απάντηση που έδωσε και πάλι κατά το στάδιο της αντεξέτασης όταν ερωτάτο τι εννοούσε λέγοντας στο Τεκμήριο Β για προκαταρκτική συμφωνία και στην οποία απάντησε «Βασικά ήταν η τιμή που είχαμε σσυμφωνήσει αρχικά και επιπλέον το μικρό τραπεζάκι το οποίο προστέθηκε. Δεν ξέρω πως το εννοείτε προκαταρκτική συμφωνία». Πρέπει να λεχθεί ότι ακόμα και κατά το στάδιο της αντεξέτασης του Μ.Ε.1 και παρόλο που υποβλήθηκε σε αυτόν ότι στο τιμολόγιο κατέγραψε διαφορετικά ποσά από αυτά που είχαν συμφωνηθεί και πάλι δεν προσδιορίστηκε το ποσό που σύμφωνα πάντα με τις θέσεις της εναγομένης είχε συμφωνηθεί. Πέραν αυτού υπάρχουν και κάποια άλλα σημεία στη μαρτυρία της που μου έχουν δημιουργήσει αμφιβολίες για το βάσιμο των ισχυρισμών της. Τόσο στην Έκθεση Υπεράσπισης της όσο και στο Τεκμήριο Β ισχυρίζεται ότι στις 16/11/2007 επισκέφθηκε ένα κατάστημα στη Λεμεσό και συζήτησε εκεί την αγορά κάποιου επίπλου με ένα άγνωστο της πρόσωπο το οποίο της παρουσιάστηκε ως ο υπεύθυνος του καταστήματος. Αφού συζήτησε μαζί του, κατέληξαν σε «προκαταρκτική» όπως τη χαρακτηρίζει συμφωνία για την αγορά ενός επίπλου. Κατά τη διάρκεια όμως της αντεξέτασης δέχθηκε ότι είχε επισκεφθεί το κατάστημα όχι μόνο σε αυτή την περίπτωση αλλά και σε άλλες περιπτώσεις, κάποιες μάλιστα, που πιθανολόγησε να ήταν δύο, μαζί και με τη μητέρα της. Τόσο στην Έκθεση Υπεράσπισης της όσο και στο Τεκμήριο Β προέβαλε ότι αυτό που «προκαταρκτικά» συμφώνησε να αγοράσει, ήταν μόνο ένα σύνθετο έπιπλο. Όπως όμως προκύπτει από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2 που είναι το εκδοθέν τιμολόγιο, αυτό δεν ήταν το μοναδικό έπιπλο για το οποίο εκδόθηκε το τιμολόγιο και στο οποίο στην περιγραφή των επίπλων καταγράφεται εκτός από το σύνθετο έπιπλο και ακόμα ένα τραπεζάκι. Αυτό ανάφερε και η ίδια αντεξεταζόμενη προβάλλοντας την απάντηση που πιο πάνω αναφέρεται. Ακόμα και για την οδό που ήταν το κατάστημα δεν ήταν σταθερή, αφού ενώ στους δικογραφημένους ισχυρισμούς της προβάλλει ότι βρισκόταν στην οδό Ελλάδος, αντεξεταζόμενη είπε ότι αυτό ήταν σε άλλη οδό και συγκεκριμένα στην οδό Νίκου Παττίχη που ήταν μάλιστα «σχετικά» κοντά με το σπίτι της. Για τους πιο πάνω λόγους δεν μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία της την οποία και απορρίπτω εκτός του μέρους που συνάδει με τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 και η οποία έγινε αποδεκτή για τους λόγους που πιο πάνω έχουν αναφερθεί. Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Η εναγόμενη μετά από επισκέψεις της στο κατάστημα των εναγόντων και αφού είδε τα έπιπλα που βρίσκονταν εκεί, στις 16/11/2007 παράγγειλε από τους ενάγοντες ένα σύνθετο και ένα τραπεζάκι συνολικής αξίας Λ.Κ. 1.719.25= συμπεριλαμβανομένου του φ.π.α., τα οποία βρίσκονταν στο κατάστημα των εναγόντων και ήταν σε παραδόσιμη κατάσταση. Παρέδωσε δε σε αυτούς ως προκαταβολή επιταγή για το ποσό των Λ.Κ.200=. Όταν οι ενάγοντες κατέθεσαν την επιταγή αυτή στην τράπεζα, δεν πληρώθηκε γιατί όπως πληροφορήθηκαν είχε ανακληθεί από την εναγομένη η οποία και παρά το γεγονός ότι κλήθηκε προς τούτο ουδέποτε παρέλαβε τα έπιπλα και ουδέποτε κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος με αποτέλεσμα να ξεκινήσει η παρούσα διαδικασία. Τα έπιπλα εξακολουθούν να βρίσκονται στην κατοχή των εναγόντων. Η συμφωνία μεταξύ των διαδίκων αποτελεί συμφωνία πώλησης αγαθών και διέπεται από τις πρόνοιες του Περί Πωλήσεως Αγαθών Νόμου 10
(1)/94. Σχετικό είναι το άρθρο 20 το οποίο προνοεί ότι : «Όταν υπάρχει σύµβαση χωρίς όρους για την πώληση συγκεκριµένων αγαθών σε παραδόσιµη κατάσταση, η κυριότητα των αγαθών µεταβιβάζεται στον αγοραστή κατά τη σύναψη της σύµβασης, και είναι αδιάφορο κατά πόσο ο χρόνος πληρωµής του τιµήµατος ή ο χρόνος παράδοσης των αγαθών, ή αµφότερα, αναβάλλονται. Συγκεκριµένα αγαθά να περιάγονται σε παραδόσιµη κατάσταση». Σύμφωνα δε με το άρθρο 56
(1)στο οποίο καθορίζονται τα δικαιώματα του πωλητή προνοείται ότι : «Όταν, δυνάµει σύµβασης πώλησης, η κυριότητα των αγαθών µεταβιβαστεί στον αγοραστή και ο αγοραστής εσφαλµένα αµελεί ή αρνείται να πληρώσει για τα αγαθά σύµφωνα µε τους όρους της σύµβασης, ο πωλητής δύναται να τον εναγάγει για το τίµηµα των αγαθών.
(2)Όταν, δυνάµει σύµβασης πώλησης, το τίµηµα είναι πληρωτέο σε ορισµένη µέρα ανεξάρτητα από την παράδοση και ο αγοραστής εσφαλµένα αµελεί ή αρνείται να πληρώσει τέτοιο τίµηµα, ο πωλητής δύναται να τον εναγάγει για το τίµηµα αν και η κυριότητα των αγαθών δε µεταβιβάστηκε και τα αγαθά δεν υπήχθησαν στη σύµβαση». Στην εξεταζόμενη περίπτωση έχει διαφανεί ότι μεταξύ των διαδίκων έχει συνομολογηθεί σύµβαση για την πώληση των επίπλων τα οποία ήταν σε παραδόσιμη κατάσταση χωρίς να έχει διαφανεί ότι οποιοιδήποτε όροι τέθηκαν για την πώληση. Γι' αυτό και η κυριότητα των επίπλων έχει μεταβιβαστεί στην εναγόμενη. Όπως διαφάνηκε η εναγόμενη για λόγους που την αφορούν, υπαναχώρησε από τη συμφωνία και ανακάλεσε την επιταγή που είχε παραδώσει ως προκαταβολή. Έχουν συνεπώς οι ενάγοντες και εφόσον η εναγόμενη αρνείται να καταβάλει το τίμημα το δικαίωμα δυνάμει του άρθρου 56
(1)να την εναγάγουν για την καταβολή του. Κρίνεται συνεπώς ότι για τους πιο πάνω λόγους οι ενάγοντες δικαιούνται την αξία των επίπλων και συνεπώς η αξίωση τους θα έχει επιτυχή κατάληξη. Συνακόλουθα εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον της εναγομένης για το ποσό των Ε2.937.51= πλέον δικηγορικά έξοδα όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Υπ............ Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής civil/final Subject/polisi agathon cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.