Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (πρώην Cyprus Popular Bank Public Co Ltd) ν. ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΣΙΑΚΑΛΛΗ κ.α., Αρ. Αγωγής: 4576/2012, 30/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A190 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 4576/2012 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (πρώην Cyprus Popular Bank Public Co Ltd) Εναγόντων και
- ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΣΙΑΚΑΛΛΗ (Αρ. Ταυτ. 1011561), από τη Λεμεσό
- ΑΝΤΩΝΙΑ ΚΑΚΟΥΛΛΗ(Αρ. Ταυτ. 885214), από τη Λεμεσό
- ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΣΙΑΚΑΛΛΗ(Αρ. Ταυτ. 556243), από τη Λεμεσό
- ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΚΑΚΟΥΛΛΗ(Αρ. Ταυτ. 850029), από τη Λεμεσό Εναγόμενοι -------------------- Αίτηση ημερομηνίας 23.12.2014 για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης. Ημερομηνία: 30 Ιουνίου 2015 Για Ενάγοντες - Αιτητές: κος Γιώργος Ον. Χριστοφίδης Για Εναγόμενες 2 και 4 - καθ΄ων η αίτηση: κος Γεώργιος Γεωργίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Ενάγοντες ζητούν με την παρούσα Αίτηση την τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης ώστε να προστεθούν δυο νέες παράγραφοι με αριθμό 5 και 6 μετά την υφιστάμενη παράγραφο 4 της έκθεσης απαίτησης το περιεχόμενο των οποίων αναφέρεται στην υπό κρίση Αίτηση. Σύμφωνα με την Αγωγή τους οι Ενάγοντες αξιώνουν, μεταξύ άλλων, εναντίον των Εναγομένων 1 -4 αλλυλεγγύως και/ή κεχωρισμένως ποσό €5,598.09σ πλέον τόκους και έξοδα λόγω ισχυριζόμενης παράβασης της συμφωνίας ενοικιαγοράς ημερ. 28.8.
- Η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 Θ.1-6, Δ.39, Δ.48 Θ1 - 4, 8 και 9 και στην Δ.
- Οι Ενάγοντες σύμφωνα με την αίτησης τους, επιθυμούν να προσθέσουν στην έκθεση απαίτησης τους ισχυρισμούς και γεγονότα αναφορικά με την υπογραφή των εναγομένων 2,3 και 4 ως εγγυητές της συμφωνίας ενοικιαγοράς ημερ. 28.8.06 καθώς και την δήλωση την οποία υπέγραψαν κατά την υπογραφή της εγγύησης δίνοντας την συναίνεση τους για σύναψη της συμφωνίας ενοικιαγοράς και αναφορικά με την χρήση των προσωπικών τους δεδομένων. Πράγματι παρατηρώντας την έκθεση απαίτησης ενώ στον τίτλο του κλητηρίου αναφέρονται τα ονόματα των εναγομένων 2,3 και 4, στην παρ. 7 και 8 της έκθεσης απαίτησης γίνεται ισχυρισμός για αποστολή επιστολών προς τους εναγομένους 2,3 και 4 υπό την ιδιότητα τους ως εγγυητών και στο παρακλητικό της έκθεσης απαίτησης η αξίωση στρέφεται εναντίον όλων των εναγομένων αλλυλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, ουδεμία δικογράφηση γίνεται σχετικά με την εγγύηση την οποία παρείχαν οι εναγόμενοι 2,3 και
- Οι Εναγόμενες 2 και 4 καταχώρησαν Υπεράσπιση στις 7.12.12 δια της οποίας ήγειραν ως προδικαστική ένσταση το γεγονός ότι η έκθεση απαίτησης δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον τους και στη συνέχεια προβάλλουν ως υπεράσπιση την γενική άρνηση των ισχυρισμών των Εναγόντων και αρνούνται ότι οφείλουν οποιοδήποτε ποσό. Η αίτηση, υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Ντίνας Κωνσταντίνου, δικηγορικής υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των Εναγόντων, γνωρίζει όλα τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην εν λόγω ένορκο δήλωση. Όπως υποστηρίζει με την ένορκη της δήλωση, κατά την ετοιμασία του κλητηρίου εντάλματος εκ παραδρομής δεν συμπεριλήφθηκαν στην έκθεση απαίτησης όλοι οι ισχυρισμοί των Εναγόντων σχετικά με τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης και ιδιαίτερα για την ευθύνη των Εναγομένων 2,3 και 4 υπό την ιδιότητα τους ως εγγυητές της Εναγομένης
- Η αιτούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία για να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι επιβεβλημένη για σκοπούς απονομής της δικαιοσύνης. Το κλητήριο δεν επιδόθηκε ακόμα στην εναγόμενη 1 λόγω του ότι δεν μπορεί να εντοπιστεί, επιδόθηκε στον εναγόμενο 3 ο οποίος δεν καταχώρησε εμφάνιση και οι Ενάγοντες δεν προχώρησαν εναντίον του σε έκδοση απόφασης λόγω της ανάγκης για τροποποίηση. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν επηρεάζουν τα δικαιώματα των εναγομένων 2 και 4 εφόσον θα μπορέσουν να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα πραγματικά γεγονότα προς υποστήριξη της υπόθεσης τους. Η Αίτηση επιδόθηκε στον Εναγόμενο 3 την 31.1.15 ο οποίος δεν εμφανίστηκε στην διαδικασία της Αίτησης Τροποποίησης αλλά ούτε καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στην Αγωγή. Οι εναγόμενες 2 και 4 - καθ΄ ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση με την οποία προβάλουν τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
- Η Αίτηση των Εναγόντων/Αιτητών είναι αντικανονική και/ή παράτυπη και στερείται νομικής βάσης και/ή στηρίζεται σε λανθασμένη νομική βάση.
- Η Αίτηση των Εναγόντων/Αιτητών είναι αβάσιμη και/ή αστήρικτη και/ή αδικαιολόγητη υπό τις περιστάσεις.
- Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι αντικανονική και/ή παράτυπη και/ή άκυρη και/ή αντιβαίνει τις πρόνοιες της Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να υποστηρίξει την αίτηση και δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να οδηγήσει το Δικαστήριο στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
- Η ένορκως δηλούσα στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν αποκαλύπτει την πηγή πληροφόρησης της σε σχέση με τα γεγονότα που εκθέτει σ' αυτήν και/ή ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση έγινε από δικηγορική υπάλληλο χωρίς να δίδεται λόγος γιατί δεν γίνεται από τους ενάγοντες ή από υπάλληλο τους εκ μέρους τους και για λογαριασμό τους.
- Οι ισχυρισμοί που περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση των Εναγόντων/Αιτητών είναι αόριστοι και δεν δίδονται σ' αυτήν επαρκείς και/ή ικανοποιητικές λεπτομέρειες για να στηρίξουν τους ισχυρισμούς και το αίτημα τους.
- Με την αιτούμενη τροποποίηση επιχειρείται η εισαγωγή βάσης αγωγής κατά τρόπο που θα έχει ως αποτέλεσμα τον δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων των Εναγομένων 2 και 4 σε ανεπανόρθωτο βαθμό και/ή κατά τρόπο ώστε οι εναγόμενες 2 και 4 να βρεθούν σε δυσμενή θέση και/ή κατά τρόπο που η επιδίκαση εξόδων δεν θα συνιστά επαρκή και/ή εύλογη αποζημίωση των Εναγόμενων 2 και 4 υπό τις περιστάσεις.
- Από τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση των Εναγόντων/Αιτητών αλλά και από τις περιστάσεις που περιβάλλουν την υπόθεση δεν δικαιολογείται επαρκώς και/ή καθόλου η προβολή αγώγιμου δικαιώματος και/ή αιτίας αγωγής που δεν υπάρχει στο υφιστάμενο κλητήριο ένταλμα και ως εκ τούτου ελλείπει το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης. Με την αιτούμενη τροποποίηση επιχειρείται στην ουσία η εισαγωγή πραγματικών ισχυρισμών που θεμελιώνουν βάση αγωγής και/ή επιδιώκεται η διεύρυνση των νομικών και πραγματικών πλαισίων της δίκης με αποτέλεσμα τον επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και τον εκτροχιασμό της δίκης. Δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα με το υφιστάμενο κλητήριο ένταλμα και την έκθεση απαίτησης εναντίον των Εναγομένων 2 και 4 και είναι ανεπίτρεπτο να εισαχθεί με την αιτούμενη τροποποίηση αγώγιμο δικαίωμα και/ή αιτία αγωγής εναντίον τους.
- Οι Ενάγοντες δεν ενήργησαν με την απαιτούμενη και αναγκαία ταχύτητα, επιμέλεια και σπουδή για την καταχώρηση αίτησης τροποποίησης αλλά αντίθετα επέδειξαν βραδύτητα, κωλυσιεργία και αδιαφορία, αφού το ζήτημα της μη αποκάλυψης αγώγιμου δικαιώματος και/ή βάσης αγωγής εναντίον των Εναγόμενων 2 και 4 ήταν γνωστό από την καταχώρηση της Υπεράσπισης των Εναγόμενων 2 και 4 και το ζήτημα είχε τεθεί επανειλημμένα ενώπιον του Δικαστηρίου σε δικασίμους κατά τις οποίες ήταν ορισμένη η υπόθεση για ακρόαση και οι Ενάγοντες δήλωναν ότι θα καταχωρούσαν άμεσα αίτηση τροποποίησης και ότι εν πάση περιπτώσει θα καταχωρούσαν πολύ νωρίτερα από τον χρόνο που καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση και δεν δίδεται οποιαδήποτε λογική εξήγηση για την καθυστέρηση αυτή.
- Με την επιδιωκόμενη τροποποίηση θα καθυστερήσει ακόμη περισσότερο η τελική εκδίκαση της υπόθεσης κατά τρόπο που επηρεάζονται ανεπανόρθωτα τα συνταγματικά δικαιώματα των Εναγόμενων 2 και 4 αναφορικά με την εκδίκαση της υπόθεσης τους εντός ευλόγου χρόνου.
- Η επιδιωκόμενη τροποποίηση γίνεται κακόπιστα αφού μεταξύ άλλων επιχειρείται η εξυπηρέτηση αλλότριων σκοπών όπως η αναβίωση του κλητηρίου εντάλματος αναφορικά με την Εναγομένη 1 το οποίο έχει εκπνεύσει προ πολλού και η εξασφάλιση απόφασης εναντίον του Εναγομένου 3 ο οποίος δεν καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στην διαδικασία και οι Ενάγοντες δεν μπορούσαν να προχωρήσουν στην έκδοση απόφασης εναντίον του λόγω του ότι με το υφιστάμενο κλητήριο ένταλμα και την οπισθογράφηση του δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων εναντίον του και/ή βάση αγωγής.
- Το Δικαστήριο στερείται εξουσίας να εκδώσει διάταγμα ως η αίτηση. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της εναγομένης 4 η οποία όπως αναφέρει είναι εξουσιοδοτημένη από την εναγόμενη 2 να προβεί στην ένορκη δήλωση, επαναλαμβάνει και εξειδικεύει τους λόγους της ένστασης. Υποστηρίζει με λεπτομέρεια ότι η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί λόγω του ότι η ένορκος δήλωση η οποία συνοδεύει την Αίτηση είναι αντικανονική, παράτυπη και άκυρη, δεν δίνεται σε αυτήν επαρκείς και/ή ικανοποιητικές λεπτομέρειες για να στηρίξουν οι ενάγοντες το αίτημα τους. Με την αιτούμενη τροποποίηση επιχειρείται η εισαγωγή βάσης αγωγής εναντίον των εναγομένων 2 και 4 ενώ με το υφιστάμενο κλητήριο ένταλμα δεν αποκαλύπτεται βάση αγωγής. Οι Ενάγοντες δεν ενήργησαν με την απαιτούμενη και αναγκαία ταχύτητα για την καταχώρηση της αίτησης τροποποίησης εφόσον το ζήτημα της μη αποκάλυψης αγώγιμου δικαιώματος εναντίον τους ήταν γνωστό από την καταχώρηση της Υπεράσπισης. Με την τροποποίηση θα καθυστερήσει ακόμα περισσότερο η διαδικασία και δεν δίδεται εξήγηση στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση λογική εξήγηση για την καθυστέρηση. Η επιδιωκόμενη τροποποίηση γίνεται κακόπιστα εφόσον επιχειρείται η αναβίωση του κλητηρίου σε σχέση με την εναγόμενη 1 το οποίο έχει εκπνεύσει και η έκδοση απόφασης εναντίον του εναγομένου 3 ο οποίος δεν έχει καταχωρήσει εμφάνιση. Περαιτέρω σε περίπτωση έγκρισης της τροποποίησης θα επηρεαστούν δυσμενώς τα σε ανεπανόρθωτο βαθμό τα δικαιώματα τους. Στην προκειμένη περίπτωση, η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη επί τη βάση των ενόρκων δηλώσεων εφόσον καμία πλευρά δεν άσκησε δικαίωμα αντεξέτασης. Συνεπακόλουθα οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί στις ένορκες δηλώσεις αποτελούν το μαρτυρικό υλικό στο οποίο το δικαστήριο θα στηριχθεί κατά την εξέταση της αίτησης. Επιπλέον, οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν προς υποστήριξη των θέσεων τους. Οι γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων έχουν ληφθεί υπόψη και πιο κάτω θα αναφερθώ σε σημεία αυτών όπου έχουν σημασία για την έκδοση και αιτιολόγηση της απόφασης του Δικαστηρίου. ΕΞΕΤΑΣΗ ΛΟΓΩΝ ΕΝΣΤΑΣΗΣ Οι Εναγόμενες 2 και4 (στο εξής καλούμενες ως οι Εναγόμενες), με τους λόγους ένστασης 3 και 4 διατείνονται ότι η ένορκος δήλωση η οποία συνοδεύει την Αίτηση είναι αντικανονική και/ή παράτυπη και/ή άκυρη και/ή αντιβαίνει τις πρόνοιες της Δ.39 και ως εκ τούτου δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Εξετάζοντας την ένορκο δήλωση η οποία έγινε από την Ντίνα Κωνσταντίνου δικηγορικό υπάλληλο στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των Εναγόντων, προκύπτει από το περιεχόμενο της ικανοποιητική επεξήγηση γιατί η πιο πάνω προβαίνει στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση. Κατά πρώτο αναφέρει ότι γνωρίζει όλα τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, γεγονός το οποίο δεν αμφισβητήθηκε ουσιαστικά από τις Εναγόμενες και προφανώς το γεγονός για το οποίο ορκίζεται ότι δηλαδή εκ παραδρομής δεν συμπεριληφθήκαν οι αιτούμενες τροποποιήσεις στην έκθεση απαίτησης αφορά γεγονός το οποίο διαδραματίστηκε στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των Αιτητών στο οποίο η ενόρκως δηλούσα εργάζεται. Περαιτέρω η ομνύουσα ορκίζεται ότι έχει εξουσιοδοτηθεί δεόντως από τους Ενάγοντες. Ούτε αυτός ο ισχυρισμός αμφισβητήθηκε ουσιαστικά από τις Εναγόμενες εφόσον δεν επιδίωξαν την αντεξέταση επ αυτού του σημείου το οποίο αποτελεί πραγματικό γεγονός η απόδειξη ή αμφισβήτηση του οποίου δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσω των αγορεύσεων ή αναντίλεκτων ενόρκων δηλώσεων. Επί του προκειμένου σημείου δεν μπορώ να συμφωνήσω με τον συνήγορο των Εναγομένων ότι η ομνύουσα ορκίζεται για γεγονότα τα οποία δεν έχει προσωπική γνώση χωρίς να αναφέρει την πηγή πληροφόρησης της ή ότι δεν αναφέρει κατά πόσο έχει στην κατοχή της τον φάκελο της υπόθεσης. Η ομνύουσα ορκίζεται όπως πιο πάνω αναφέρεται ότι γνωρίζει όλα τα γεγονότα της υπόθεσης προφανώς εκ της θέσεως εργασίας της και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από τους Ενάγοντες. Αρκεί ότι δηλώνεται ότι όντως έχει εξουσιοδοτηθεί από τους Αιτητές . Πέραν των πιο πάνω οι αποφάσεις στις οποίες παραπέμπει ο συνήγορος των Εναγομένων αφορούν κατ ουσία την ένορκο δήλωση καταρτισθείσα από Δικηγόρο επομένως δεν μπορούν να τύχουν άμεσης εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση. Υπό αυτές τις συνθήκες, το Δικαστήριο δεν διαπιστώνει να είναι αντικανονική η εν λόγω ένορκος δήλωση ή να μην συνάδει με τους θεσμούς πολιτικής δικονομίας. Σε ότι αφορά τον ισχυρισμό ότι το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση δεν είναι ικανοποιητικό και πρέπει να κριθεί ανεπαρκές για σκοπούς έγκρισης της αίτησης, πρόκειται για ζήτημα που αφορά την ουσία τους αιτήματος και εξετάζεται πιο κάτω. Ως εκ τούτου, οι λόγοι ένστασης 3 και 4 απορρίπτονται. Προχωρώ στην εξέταση των υπόλοιπων λόγων ένστασης οι οποίοι αφορούν την ουσία της υπό κρίση αίτησης. Είναι γνωστές οι βασικές αρχές επί των οποίων το Δικαστήριο αποφασίζει θέματα τροποποίησης. Η έγκριση σχετικού αιτήματος έγκειται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, συνεκτιμώντας τόσο τον παράγοντα της τυχόν καθυστέρησης όσο και τον παράγοντα της αναγκαιότητας της έκδοσης του σχετικού διατάγματος τροποποίησης, έτσι ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη εικόνα για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Η Διαταγή 25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας έτυχε ερμηνείας σε σωρεία αποφάσεων όπου τονίστηκε ότι η τροποποίηση δικογράφων μπορεί να επιτραπεί όταν αυτή είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων, εκτός από περιπτώσεις που η τροποποίηση μπορεί να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή όταν ο αιτητής κινείται με κακή πίστη (βλ. Ευριπίδου ν. Καννάουρου
(1985)1 Α.Α.Δ. 24, William Patric Jack v. Philiappa Estates Ltd
(1988)1 A.A.Δ. 607, Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation και άλλων
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 33, Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Αννα Latouf Agini v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ. 11, Federal Bank of Lebanon (S.A. L) v. Nίκου K. Σιακόλα
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. σελ 44.) Οι αρχές που διέπουν την τροποποίηση δικογράφων σύμφωνα με τις πρόνοιες της Διαταγής 25 συνοψίστηκαν στην υπόθεση Σ. Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation Ltd και άλλων (ανωτέρω) από τον Δικαστή Πική (όπως ήταν τότε) ως ακολούθως: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 στου Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευτεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Με την επίτευξη της τροποποίησης των δικογράφων αποφεύγεται η πολλαπλότητα διαδικασιών. Όπως τόνισε ο Δικαστής (όπως ήταν τότε) Σ. Νικήτας στην υπόθεση Π. Χρίστου ν. Α. Στυλιανού Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704 στην σελ 707: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για το προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής». Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. N.K. Σιακόλα (ανωτέρω) αναφέρθηκαν τα εξής: «Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσει στις κατάλληλες περιπτώσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν προκαλεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα». Ερχόμενη στην υπό εξέταση Αίτηση αναφορικά με το ζήτημα της καθυστέρησης και των συναφών λόγων ένστασης (λόγοι ένστασης 8 και 9),παρατηρώντας το περιεχόμενο του φακέλου φαίνεται ότι υπήρξε πράγματι καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης, αφού λογικά τα όσα οι ενάγοντες επιθυμούν να προσθέσουν, ήταν εις γνώση τους κατά τους ουσιώδεις για την παρούσα υπόθεση χρόνους. Αυτό συνάγεται από την ίδια την έκθεση απαίτησης η οποία καταχωρήθηκε στις 11.10.12 και περιλαμβάνει αξίωση εναντίων των εναγομένων 2,3 και 4 αλλά και την Υπεράσπιση η οποία καταχωρήθηκε στις 7.12.12 στην οποία προβάλλεται ο ισχυρισμός για έλλειψη αγώγιμου δικαιώματος εναντίον των εναγομένων 2 και 4. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν δίδεται καμία δικαιολογία ως προς το ζήτημα της καθυστέρησης όπως ορθά αναφέρει ο συνήγορος των Εναγομένων. Στην υπόθεση SABA & CO (T.M.R) v. T.M.P. Agents
(1994)1 AAΔ 426, κρίθηκε πως η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με την γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου ανωτέρω, λέχθηκε πως η σύγχρονη τάση είναι τα δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης. Η πιο πάνω αρχή όμως περιορίστηκε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560, όπου τονίστηκε ότι το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στην διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης. Στην παρούσα περίπτωση, είναι προφανές ότι η έκθεση απαίτησης ενώ στρέφεται εναντίον των εναγομένων 2,3 και 4 ως εγγυητές, γίνεται ισχυρισμός για αποστολή επιστολών στους ίδιους ως εγγυητές αλλά και η αξίωση των Εναγόντων αφορά σύμφωνα με το παρακλητικό και τους εναγομένους 2,3 και 4 και παρ όλο όπου έγινε αντιληπτή από το συνήγορο των Εναγόντων προ διετίας η ανάγκη για τροποποίηση δεν προέβηκε σε οποιοδήποτε διάβημα προς αυτή την κατεύθυνση αν και οι Εναγόμενες εγείρουν προδικαστική ένσταση περί τούτου στην υπεράσπιση τους. Μάλιστα ζητήθηκε να δοθεί χρόνος από το Δικαστήριο για να καταχωρηθεί η αίτηση τροποποίησης από πλευράς εναγόντων η οποία εν τέλει καταχωρήθηκε τέλος του 2014. Κρίνοντας λοιπόν το ζήτημα της καθυστέρησης η οποία είναι πραγματικό γεγονός και παρά το ότι τροποποίηση επιδιώκετε 2 και πλέον χρόνια μετά την καταχώρηση της έκθεσης υπεράσπισης, έχοντας υπόψη κυρίως ότι η ακρόαση της αγωγής δεν έχει αρχίσει, θεωρώ πως αν κατά τα άλλα η αίτηση ευσταθεί, η παρατηρούμενη καθυστέρηση δεν μπορεί να οδηγήσει από μόνη της σε απόρριψη της αίτησης έστω και αν αυτή οφείλεται σε αμέλεια. Δεν έχει καταδειχθεί ότι η αίτηση αλλά και η έκδοση διατάγματος για τροποποίηση, εφόσον κριθεί ότι είναι αναγκαία και δίκαιη και εξυπηρετεί το συμφέρον για απονομή της δικαιοσύνης, θα επηρεάσει την πορεία της υπόθεσης αλλά ούτε και έχει καταδειχτεί ότι οι εναγόμενες θα υποστούν οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη βλάβη όσον αφορά τα συμφέροντα τους στην υπόθεση εάν η αίτηση επιτραπεί ή ότι θα προκληθεί αδικία σε αυτές του είδους που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με την κατάλληλη διαταγή για τα έξοδα. Πέραν των πιο πάνω θεωρώ, αναφορικά με το πιο πάνω ζήτημα της καθυστέρησης και ειδικότερα την θέση ότι η αίτηση σκοπό έχει την δημιουργία καθυστέρησης στην διαδικασία , είναι και το ότι οι εναγόμενες πέραν των προβολής της προδικαστικής τους ένστασης δεν υπέβαλαν οποιοδήποτε αίτημα για εκδίκαση αυτής ή απόρριψη της Αγωγής ως μη αποκαλύπτουσα βάση Αγωγής, επομένως η έλλειψη λήψης διαβημάτων από μέρους των εναγομένων 2 και 4 και στην απουσία ένστασης στην παράταση του χρόνου που ζητούσαν οι Ενάγοντες για καταχώρηση της παρούσας Αίτησης, εμποδίζει τις εναγόμενες 2 και 4 να ισχυρίζονται την ύπαρξη καθυστέρησης λόγω της τροποποίησης ή την προσβολή των συνταγματικών τους δικαιωμάτων όπως ισχυρίζονται στην ένορκο δήλωση η οποία συνοδεύει την ένσταση. Οι εναγόμενες υποστηρίζουν ότι η αίτηση γίνεται κακόπιστα και μοναδικό σκοπό έχει την καθυστέρηση της διαδικασίας (λόγος έντασης 10). Το κατά πόσο η αίτηση για τροποποίηση γίνεται κακόπιστα είναι ζήτημα του οποίου η εξέταση ανάγεται στην διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου. Ο ισχυρισμός περί κακοπιστίας έγκειται στο ότι με την τροποποίηση επιδιώκεται η αναβίωση του κλητηρίου εντάλματος αναφορικά με την εναγόμενη 1 στην οποία δεν έχει ακόμα επιδοθεί και η έκδοση απόφασης εναντίον του εναγομένου 3 ο οποίος δεν καταχώρησε εμφάνιση. Θεωρώ όμως ότι τα πιο πάνω ζητήματα είναι άσχετα με την υπό κρίση Αίτηση εφόσον τυχόν έγκριση της Αίτησης δεν ανανεώνει ή αναβιώνει το κλητήριο αναφορικά με την εναγόμενη 1 εφόσον θα πρέπει να ληφθούν μέτρα για την ανανέωση του κλητηρίου και κατά δεύτερο η έκδοση απόφασης εναντίον του εναγομένου 3 με την υφιστάμενη έκθεση απαίτησης θα ήταν άνευ σημασίας εφόσον η τροποποίηση έχει διαπιστωθεί προ πολλού ότι ήταν επιβεβλημένη. Από τα γεγονότα της υπόθεσης κρίνω ότι δεν προκύπτει οτιδήποτε από το οποίο να συνάγεται η ύπαρξη κακοπιστίας και ειδικότερα για τους λόγους τους οποίους εγείρουν οι Εναγόμενες. Συνεπώς ο λόγος ένστασης 10 απορρίπτεται. Με τους λόγους ένστασης 5,6 και 7 των εναγομένων προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι με την αιτούμενη τροποποίηση θα εισαχθεί η βάση αγωγής εναντίον των εναγομένων 2 και 4 η οποία δεν υπάρχει στο υφιστάμενο δικόγραφο ενώ δεν δικαιολογείται επαρκώς το αίτημα για τροποποίηση στην ένορκο δήλωση η οποία συνοδεύει την Αίτηση. Σε σχέση με το θέμα αυτό θα πρέπει καταρχήν να επισημάνω ότι με την αιτούμενη τροποποίηση οι ενάγοντες επιζητούν την προσθήκη ισχυρισμών οι οποίοι αφορούν σε γεγονότα που να στηρίζουν την ήδη δικογραφημένη αξιώση των Εναγόντων εναντίον των εναγομένων 2, 4 αλλά και του εναγομένου 3, ο οποίος αν και του επιδόθηκε η Αίτηση δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο. Διαφωνώ με την θέση των εναγομένων 2 και 4 ότι επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής εφόσον το αγώγιμο δικαίωμα υπήρχε με την καταχώρηση της Αγωγής, αναφορά στους Εναγόμενους 2,3 και 4 ως εγγυητές γίνεται στο δικόγραφο αλλά εκ παραδρομής όπως ισχυρίζονται οι Ενάγοντες δεν έχουν περιληφθεί οι αναγκαίες λεπτομέρειες που αφορούν την υπογραφή των εναγομένων 2,3 και 4 ως εγγυητές. Θεωρώ ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις βρίσκονται εντός των πλαισίων της βάσης της υφιστάμενης Αγωγής και είναι σχετικές και συνδέονται με τους ήδη δικογραφημένους ισχυρισμούς των Εναγόντων. Αν και πιο πάνω αναφέρεται η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η τροποποίηση δεν αποτελεί την εισαγωγή νέας βάσης Αγωγής, όπως έχει νομολογηθεί, τυχόν διαπίστωση ότι με την επιδιωκόμενη τροποποίηση επιχειρείται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής δεν οδηγεί χωρίς άλλο σε απόρριψη της αίτησης (Βλέπε Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Στυλιανού Αζά και Saba & Co (T.M.P) v. T.M.P. Agents (πιο πάνω)). Σχετικά με το ζήτημα αυτό είναι τα όσα αναφέρονται στη σελίδα 627 του The Annual Practice 1958: «New Case.- The Court will not refuse to allow an amendment simply because it introduces a new case (Budding v. Murdoch, 1 Ch. D. 42; Hubbuck v. Helms, 56 L.J. Ch. P. 539) But it will do so where amendment would change the action into one of a substantially different character which would more conveniently be the subject of a fresh action (Raleigh v. Goschen, [1898] 1 Ch. p. 81; cf. Edevain v. Cohen, 41 Ch. D. p. 567, and Behn v. Bloom
(1911), 132 L.T.J. 87), or where the amendment will still leave the plaintiff with any title to sue at date of writ (Greed v. Greed, [1913] 1 Ir. R. 48); or where the cause of action sought to be introduced by the amendment did not exist at the date of the writ (Eshelby v. Federated European Bank, [1932] 1 K.B. 254; on appeal, ib. 429, C.A.); or where defendant's position would be prejudiced by allowance of the amendment (Hilton v. Sutton Steam Laundry, [1946] 1 K.B. 65, C.A.); or where a claim had been abandoned (Harries v. Ashford, [1950] 1 All E.R. 427).» Η υπό κρίση αίτηση δεν εμπίπτει σε καμιά από τις πιο πάνω περιπτώσεις εφόσον η αιτούμενη τροποποίηση δεν εισάγει νέα βάση Αγωγής αλλά ούτε αλλάζει τον χαρακτήρα της Αγωγής κατά τρόπο που θα ήταν ορθότερο να καταχωρηθεί νέα Αγωγή. Το τι επιδιώκεται ουσιαστικά με την αιτούμενη τροποποίηση είναι να διασαφηνιστούν τα επίδικα θέματα και αυτό με βάση το υφιστάμενο δικόγραφο το οποίο πράγματι στην όψη του φαίνεται ελλιπές και ατελές. Όπως υποδεικνύεται και στο The Annual Practice 1982 στη σελίδα 389, εκείνο που πρέπει να ενδιαφέρει πρωτίστως το Δικαστήριο στα πλαίσια μιας αίτησης τροποποίησης είναι η ουσία της, και αυτό προς το σκοπό εξυπηρέτησης των συμφερόντων της δικαιοσύνης στη βάση των συγκεκριμένων περιστατικών της κάθε υπόθεσης. Στη προκειμένη περίπτωση, κρίνεται αφενός ότι οι ζητούμενες τροποποιήσεις δεν είναι εκτεταμένες στο βαθμό που τίθεται από την πλευρά των Εναγομένων και αφετέρου ότι η φύση των τροποποιήσεων, η σχετικότητά τους και η διαπλοκή τους με τους ήδη δικογραφημένους ισχυρισμούς είναι τέτοια ώστε να καθίσταται ενδεδειγμένη η έγκριση της αίτησης και η εκδίκαση των θεμάτων αυτών με την αρχική απαίτηση. Εκείνο το οποίο έχει σημασία στα πλαίσια μιας τέτοιας αίτησης, και χωρίς βέβαια στο παρόν στάδιο να αποφασίζεται η ουσία του θέματος ή να αξιολογούνται οι θέσεις των διαδίκων, είναι το κατά πόσον οι προτεινόμενες τροποποιήσεις είναι σχετικές με τα επίδικα θέματα, που στην προκειμένη περίπτωση κρίνεται ότι αυτό ισχύει αφού ναι μεν με την αιτούμενη τροποποίηση επιδιώκεται η εισαγωγή ισχυρισμών που πλαισιώνουν την αξίωση των Εναγόντων εναντίον των Εναγομένων 2,3 και 4 ως εγγυητών, πλην όμως η αξίωση αυτή σχετίζεται με τις επίδικες σχέσεις των δύο μερών η ύπαρξη των οποίων δεν αμφισβητείται ειδικά και συγκεκριμένα όπως προκύπτει από το δικόγραφο της Υπεράσπισης. Συμφωνώ ότι η ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την Αίτηση δεν εκθέτει με λεπτομέρεια τους λόγους για τους οποίους επιδιώκεται η τροποποίηση όμως η φύση της αιτούμενης τροποποίησης σε συνάρτηση με την υφιστάμενη έκθεση απαίτησης θεωρώ ότι δεν απαιτείται περαιτέρω εξήγηση ή δικαιολογία από μέρους των Εναγόντων. Επομένως οι λόγοι ένστασης 5,6 και 7 απορρίπτονται. Ενόψη των πιο πάνω, κρίνεται ότι η όποια καθυστέρηση παρατηρείται στην καταχώρηση της αίτησης δεν είναι τέτοια ώστε να δικαιολογεί την απόρριψή της συνεκτιμώντας την εν λόγω καθυστέρηση με τους υπόλοιπους παράγοντες οι οποίοι αναφέρονται ανωτέρω. Κρίνεται περαιτέρω ότι η όποια καθυστέρηση θα σημειωθεί λόγω της τροποποίησης και της ανταλλαγής νέων δικογράφων και οποιασδήποτε περαιτέρω διαδικασίας ήθελε ακολουθήσει λόγω της έγκρισης της τροποποίησης, δεν μπορεί να ειδωθεί απομονωμένα αλλά στα πλαίσια της αναγκαιότητας επίλυσης των διαφορών των διαδίκων και την παρουσίαση όλων των επίδικων γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου αποφεύγοντας την πολλαπλότητα διαδικασιών. Τέλος, με την τροποποίηση οι εναγόμενες 2 και 4 δεν θα επηρεαστούν ανεπανόρθωτα ως προς την Υπεράσπιση τους η οποία αποτελείται από γενική άρνηση των ισχυρισμών των Εναγόντων πέραν της προδικαστικής ένστασης τους αλλά αντίθετα θα έχουν την ευκαιρία να καταχωρήσουν τροποποιημένη Υπεράσπιση τους. Συνεπακόλουθα η αίτηση εγκρίνεται. Τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης να καταχωρηθεί μέσα σε 15 ημέρες από την σύνταξη του Διατάγματος. Τροποποιημένη Υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός περαιτέρω 15 ημερών από την επίδοση της Τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης. Απάντηση στην τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης να καταχωρηθεί εντός περαιτέρω 10 ημερών από την επίδοση της Τροποποιημένης Έκθεσης Υπεράσπισης. Τα έξοδα της αίτησης και τα έξοδα που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης (thrown away expenses) όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων 2 και 4 οι οποίες εμφανιστήκαν στην διαδικασία και εναντίον των Εναγόντων τα οποία θα καταβληθούν στο τέλος της διαδικασίας στην πιο πάνω αγωγή. Αναφορικά με τον Εναγόμενο 3 καμία Διαταγή για έξοδα εφόσον δεν εμφανίστηκε στην διαδικασία. Η αγωγή ορίζεται για οδηγίες στις 30.9.2015 και ώρα 08:30. (Υπ.)............................ Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject:civil/other/interim/amendment4576-12 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο