← Κύπρος

BUNKERNET LTD ν. PNO SHIPMANAGEMENT LTD κ.α., Αγωγή αρ.: 4911/11, 12/6/2015

BUNKERNET LTD ν. PNO SHIPMANAGEMENT LTD κ.α., Αγωγή αρ.: 4911/11, 12/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A156 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 4911/11 Αίτηση ημερ.: 6/4/2015 Μεταξύ: BUNKERNET LTD, εκ Λεμεσού Εναγόντων και PNO SHIPMANAGEMENT LTD, εκ Λεμεσού 2. Πανίκου Ονουφρίου, εκ Λεμεσού Εναγομένων -------------------------------------------------- 12/6/2015 Για τους Ενάγοντες/Αιτητές: κ. Α. Θεοφίλου (Για ν' ακούσει απόφαση η κα Α. Γεωργίου) Για τους Εναγόμενους 1 & 2/Καθ' ων η Αίτηση: κ. Χρ. Παύλου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στη διάρκεια που ο διευθυντής της Ενάγουσας (Μ.Ε.1) βρισκόταν στο εδώλιο του μάρτυρα και διάβαζε μεγαλόφωνα γραπτή δήλωση του (Τεκμήριο 1), η οποία κατατέθηκε ως μέρος της κύριας εξέτασης του, στο σημείο που θα αναφερόταν στην ημερομηνία έκδοσης και παράδοσης της επίδικης επιταγής, ηγέρθη ένσταση από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εναγόμενων, στην παρουσίαση του σχετικού αποσπάσματος της ως άνω γραπτής δήλωσης. Η θέση του κ. Παύλου ήταν ότι το μέρος αυτό της γραπτής δήλωσης του Μ.Ε.1 ήταν αντίθετο με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης της Ενάγουσας. Το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του, αποδεχόμενο την ένσταση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Εναγομένων, δεν επέτρεψε την εισαγωγή του ως άνω αποσπάσματος της γραπτής δήλωσης του Μ.Ε.1, στο μαρτυρικό υλικό. Κατόπιν αυτού, ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας αιτήθηκε αναβολή της συνέχισης της ακρόασης, με σκοπό να υποβάλει αίτηση τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης. Το Δικαστήριο αποδέχτηκε το αίτημα και ανέβαλε την ακρόαση της υπόθεσης. Ακολούθησε η καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης, με την οποία η Ενάγουσα επιδιώκει την τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης της, κατά τον ακόλουθο τρόπο: «1) Τροποποίηση των παραγράφων

(1),
(2)και
(3)της Έκθεσης Απαίτησης με τη διαγραφή και αντικατάσταση τους με τις ακόλουθες νέες παραγράφους 1 ως και 6: 1) Α) Κατά ή περί την 17/02/2011 οι Εναγόμενοι 1, έναντι καλού και νόμιμου ανταλλάγματος παρέδωσαν στην Ενάγουσα την επιταγή επί της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ (HELLENIC BANK) με αριθμό 92334754 για το ποσό των Δολαρίων Αμερικής $180.000,00, ήτοι $137.404,58, πληρωτέα την 1/6/2011, (στο εξής η επίδικη επιταγή). 2) Α) Ήδη περί την 15/12/2009 η Εναγόμενη 1 είχε παραδώσει σε διαταγή της Ενάγουσας άλλη επιταγή της με αριθμό 92334753 επί Ελληνικής Τράπεζας για ποσό $180.000 που ήταν πληρωτέα την 1/6/2010, σαν εγγύηση πληρωμής εκείνου του μέρους των οφειλόμενων ποσών από πωλήσεις καυσίμων που αναλογούσαν στους τόκους που αναφέρονται στα τιμολόγια πετρέλευσης, τα οποία παραδόθηκαν σε πλοία της Εναγόμενης 1 τα έτη 2008 και 2009, (μέχρι 15/12/2009). Β) Κατά την παράδοση της επιταγής με αριθμό 92334753 οι τόκοι ανέρχονταν σε $402.268,00 όμως συμφωνήθηκε πως αν οι τόκοι αυτοί πληρώνονταν πριν την ημερομηνία της επιταγής, (δηλαδή πριν την 1/6/2010), η Ενάγουσα θα αποδεχόταν πληρωμή του μισού ποσού, δηλαδή μόνο $201.134,
  1. Γ) Επειδή έγινε ακριβώς αυτό, η επιταγή αυτή με ημερομηνία πληρωμής 1/6/2010 ουδέποτε κατατέθηκε για είσπραξη και ουδέποτε πληρώθηκε, η επιταγή όμως συμφωνήθηκε και κρατήθηκε από την Ενάγουσα για εγγύηση κάλυψης των αναμενόμενων να προκύψουν νέων τόκων, επί νέων τιμολογίων και με συμφωνία πως θα αντικαθίστατο από άλλη πριν τη λήξη της. Δ) Η Ενάγουσα έστειλε στις 26/11/2010, email στους Εναγόμενους ζητώντας την έκδοση νέας επιταγής, επειδή η επιταγή εκείνη θα έληγε σαν επιταγή την 1/12/2010, σε απάντηση δε η Εναγόμενη 1 ειδοποίησε τέλος Νοεμβρίου πως θα εκδίδετο νέα επιταγή μόλις εσυμφωνούντο τα οφειλόμενα ποσά, σε διαπραγματεύσεις που ήδη άρχισαν αρχές Νοεμβρίου
  2. 3) Η Ενάγουσα συμφώνησε γραπτά στις 13/04/2010 με τους Εναγόμενους 1 & 2 και της 2 Παναμαϊκές εταιρείες πλοιοκτήτριες των πλοίων "BRAVO P" και "ALFA K" και οι 4 πιο πάνω αντισυμβαλλόμενοι της Ενάγουσας παραδέχτηκαν το ποσό της οφειλής τους στην Ενάγουσα από την πώληση και προμήθεια πετρελαιοειδών σε πλοία τους και αναλάμβαναν να προχωρήσουν άμεσα σε πληρωμή του μέχρι 30/5/
  3. Ταυτόχρονα οι Εναγόμενοι δέχονταν ότι οι τόκοι δεν περιλαμβάνονταν στα αποδεκτά ως οφειλόμενα ποσά αλλά θα προσδιορίζονταν επακριβώς όταν θα γινόταν η πληρωμή κάθε τιμολογίου η δε Ενάγουσα αποδέχθηκε όπως για τα τιμολόγια του επισυνημμένου στη συμφωνία 13/04/2010 εντύπου "Detailed Customer Aging" οι τόκοι να υπολογισθούν στο μισό, δηλαδή 1%μηνιαίως αντί 2% που αναγραφόταν στα τιμολόγια. 4) Α) Η Εναγόμενη 1 παρέδωσε στις 17/02/2011, στα πλαίσια υπογραφής νέας γραπτής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων που υπογράφτηκε 17/2/2011, την επίδικη επιταγή σε αντικατάσταση της προηγούμενης, για εξόφληση, μετά από σχετική έκπτωση, του μέρους του συμφωνηθέντος στη συμφωνία 17/02/2011 οφειλόμενου χρέους της Εναγόμενης 1 προς την Ενάγουσα που αντιστοιχούσε σε τόκους (Financial Charges) μέχρι 17/02/2011 επί των ποσών των τιμολογίων που αναφέρθηκαν στο «Παράρτημα Ένα» της συμφωνίας 17/02/
  4. Η Ενάγουσα επιφυλάσσεται να αναφερθεί, αν χρειαστεί, στο πλήρες περιεχόμενο της συμφωνίας 17/02/2011 κατά τη δικάσιμο. Β) Στη συμφωνία αυτή δεν περιλήφθηκαν οι τόκοι για την παρέλευση του "ALFA K" μέχρι 17/02/2011 επειδή πληρώνονταν με την επίδικη επιταγή, περιλήφθηκαν όμως οι τόκοι του "BRAVO P" μέχρι 17/02/2011 μειωμένοι κατά το ½, όπως συμφωνήθηκε με τους Εναγόμενους. Γ) Στη συμφωνία 17/02/2011 περιλαμβάνονταν οι τόκοι στα τιμολόγια του "ALFA K" μετά την 17/02/2011 όχι όμως και του "BRAVO P" που συμφωνήθηκε να μη χρεώνονται μετά την ημερομηνία αυτή. 5) Ο Εναγόμενος 2 υπέγραψε ως εγγυητής τη συμφωνία 17/02/2011 και έδωσε περαιτέρω, πιο πριν, κατά τη διαπραγμάτευση της Συμφωνίας, όταν συμφωνήθηκε να παραδοθεί η επίδικη επιταγή για εξόφληση των τόκων του πλοίου ALFA K μέχρι 17/02/2011, ρητή προσωπική εγγύηση για την πληρωμή και της επίδικης επιταγής. 2) Αναρίθμηση των παραγράφων 4 ως 6 της Ε/Α ως είχαν σε παραγράφους 6, 7 και 8 και διατήρηση του Αιτητικού ως έχει.» Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Μαρίας Σωκράτους, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Ενάγουσα, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Από παραδρομή, στην Έκθεση Απαίτησης της Ενάγουσας αναφέρεται λανθασμένα η ημερομηνία πληρωμής της επιταγής, ως η ημερομηνία παράδοσης της στην Ενάγουσα, αντί της ορθής ημερομηνίας που ήταν η 17/2/
  5. Σύμφωνα με τις εξηγήσεις που της έδωσαν οι δικηγόροι που χειρίζονται την υπόθεση, όταν έγινε αντιληπτό το ως άνω λάθος, κατά τη σύνταξη της Απάντησης στην Υπεράσπιση, από κακή νομική αντίληψη και ερμηνεία των δεδομένων, θεωρήθηκε ότι η διόρθωση του λάθους αυτού και η εισαγωγή νέου ισχυρισμού στην παράγραφο 3 της Απάντησης στην Υπεράσπιση, θα ήταν αρκετή και θα μπορούσε να αντικαταστήσει την ανάγκη τροποποίησης της παραγράφου 1 της Έκθεσης Απαίτησης, κάτι το οποίο όμως ήταν λάθος. Όπως την πληροφορούν οι δικηγόροι της Ενάγουσας που ήταν παρόντες κατά την ακροαματική διαδικασία, ενώ κατέθετε ο Μ.Ε.1, ο δικηγόρος των Εναγόμενων έφερε ένσταση στην εισαγωγή μαρτυρίας, σχετιζόμενης με την ημερομηνία έκδοσης της επίδικης επιταγής, υποστηρίζοντας ότι οι σχετικές αναφορές στο δικόγραφο της Απάντησης στην Υπεράσπιση δεν μπορούσαν να διορθώσουν την κατάσταση και ότι μόνο η τροποποίηση του δικογράφου θα μπορούσε να το κάνει. Ακολούθησε ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, η οποία βρήκε βάσιμη την ένσταση του συνηγόρου των Εναγόμενων. Στη διάρκεια της κατάθεσης του Μ.Ε.1, πριν τη διακοπή της ακρόασης, έγιναν άλλες δύο ενστάσεις από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εναγόμενων, σε θέματα που αφορούσαν τη δικογράφηση της αξίωσης της Ενάγουσας στην Έκθεση Απαίτησης, με αποτέλεσμα οι δικηγόροι της Ενάγουσας, που χειρίζονται την υπόθεση , να πιστεύουν ότι είναι αναγκαία η περαιτέρω τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης, έτσι ώστε να εξαλειφθεί, με την τροποποίηση, κάθε πιθανή αμφισβήτηση κατά πόσο οι θέσεις της Ενάγουσας, όπως περιέχονται στην γραπτή δήλωση του Μ.Ε.1, καλύπτονται από την Έκθεση Απαίτησης. Η αιτούμενη τροποποίηση δεν επηρεάζει τα συμφέροντα των Εναγόμενων, ούτε και πρόκειται να επιφέρει οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη βλάβη σ' αυτούς, η οποία δεν θα μπορούσε να αποτιμηθεί σε χρήμα. Επίσης, δεν πρόκειται να έχει επιπτώσεις στην ουσία της υπόθεσης, επειδή οι θέσεις της Ενάγουσας είναι ήδη αποτυπωμένες στην γραπτή δήλωση του Μ.Ε.1 και κατά συνέπεια είναι γνωστές στους Εναγόμενους. Οι Εναγόμενοι εναντιώθηκαν στην αιτούμενη θεραπεία. Με την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης τους, την οποία καταχώρησαν, προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους ένστασης: «1.Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.39, Θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για ένορκες δηλώσεις και/ή η ενόρκως δηλούσα δεν είχε ιδία γνώση όλων των γεγονότων και/ή αυτή δεν κατονομάζει ή κατονομάζει ικανοποιητικά την πηγή της γνώσης της και/ή η πηγή της γνώσης της είναι γενική και αόριστη και/ή δεν αποκαλύπτει όλα τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση.
  6. Η ένορκη δήλωση γίνεται από δικηγόρο και όχι από τους Αιτητές, χωρίς να δίνεται οποιαδήποτε εξήγηση γι' αυτό.
  7. Υπήρξε μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στη καταχώρηση της παρούσας Αίτησης.
  8. Με την Αίτηση επιχειρείται η αλλαγή της βάσης της αγωγής και/ή των γεγονότων που την περιβάλλουν.
  9. Η Αίτηση τροποποίησης είναι κακόπιστη.
  10. Η έγκριση της Αίτησης θα προκαλέσει μεγάλη αδικία σε βάρος των Εναγόμενων που δεν μπορεί να ικανοποιηθεί με έξοδα.» Η ένσταση των Εναγόμενων υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 2, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Ο ισχυρισμός για την έκδοση και παράδοση της επίδικης επιταγής στις 17/2/2011 ήταν σε γνώση της Ενάγουσας, τουλάχιστον από τις 29/11/2011 που καταχώρησε την Απάντηση της στην Υπεράσπιση των Εναγόμενων. Παρόλα αυτά ανέμενε την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης για να καταχωρήσει την υπό εξέταση αίτηση. Τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της κας Μαρίας Δημοσθένους, συγκεκριμένα ότι κατά τη σύνταξη της Έκθεσης Απαίτησης υπήρξε λάθος και/ή παραδρομή και ότι το λάθος έγινε αντιληπτό κατά τη σύνταξη της Απάντησης, αλλά από κακή νομική αντίληψη και ερμηνεία των δεδομένων οι δικηγόροι της Ενάγουσας θεώρησαν ότι μπορούσαν να διορθώσουν το λάθος με την Απάντηση τους, δεν δικαιολογούν καθ' οιονδήποτε τρόπο την τεράστια καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης, μάλιστα μετά την έναρξη της ακρόασης. Επιπλέον, η αίτηση είναι κακόπιστη για το λόγο ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στην Έκθεση Απαίτησης της Ενάγουσας αντικρούστηκαν με επιτυχία από την υπεράσπιση των Εναγόμενων, έτσι οι συνήγοροι της Ενάγουσας αποφάσισαν να εισάξουν με την αιτούμενη τροποποίηση νέους ισχυρισμούς για να στοιχειοθετήσουν την αβάσιμη απαίτηση της Ενάγουσας εναντίον των Εναγόμενων. Με την αιτούμενη τροποποίηση δεν επιχειρείται απλά να διευκρινιστεί και/ή να καταστεί πιο κατανοητή η απαίτηση της Ενάγουσας, αλλά να αλλάξει παντελώς η βάση της απαίτησης της και/ή τα γεγονότα που την περιβάλλουν. Ενδεχόμενη έγκριση της αίτησης θα προκαλέσει μεγάλη αδικία στους Εναγόμενους, που δεν μπορεί να καλυφθεί με έξοδα, για το λόγο ότι θα απαιτηθεί η καταχώρηση νέας, τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης, νέας τροποποιημένης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, νέας τροποποιημένης Απάντησης και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση, στη συνέχεια δε θα πρέπει να γίνει νέα αποκάλυψη, επιθεώρηση και ανταλλαγή επιπρόσθετων εγγράφων που θα σχετίζονται με τους νέους ισχυρισμούς που η Ενάγουσα επιχειρεί να εισάξει με την αίτηση της. Η τυχόν έγκριση της αίτησης θα έχει ως αποτέλεσμα τον πλήρη εκτροχιασμό της δίκης που έχει ήδη αρχίσει και θα προκαλέσει στους Εναγόμενους μεγάλη ταλαιπωρία και ανεπανόρθωτη ζημιά, που δεν μπορεί να καλυφθεί με έξοδα. Θα παραβιάσει, δε, τα συνταγματικά δικαιώματα των Εναγόμενων για εκδίκαση της υπόθεσης τους μέσα σε εύλογο χρόνο. Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.25 Θ.Θ. 1, 5, Δ.48 Θ.Θ. 1-4, 9 και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, η δυνατότητα τροποποίησης τέθηκε ως εξής από το Ανώτατο Δικαστήριο: «Αναμφισβήτητα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα.» Στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation Ltd
(1989)1 A.A.Δ. (Ε) 33, συνοψίζονται οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου κατά τον χειρισμό αιτήσεων τροποποίησης. Σύμφωνα με αυτές: «
  1. Η τροποποίηση επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας νοουμένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
  2. Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντίδικου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
  3. Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνην που μπορεί να θεραπευτεί με την έκδοση της κατάλληλος διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο Αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
  4. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντίδικου.» Θεωρώ ορθό να ξεκινήσω την ανάλυση με τους δύο πρώτους λόγους ένστασης, οι οποίοι αφορούν την ένορκη δήλωση η οποία υποστηρίζει την υπό εξέταση αίτηση. Σύμφωνα με τον λόγο ένστασης 1, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.39, Θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, για ένορκες δηλώσεις και/ή η ενόρκως δηλούσα δεν έχει ιδία γνώση όλων των γεγονότων και/ή αυτή δεν κατονομάζει ή κατονομάζει ικανοποιητικά την πηγή της γνώσης της και/ή η πηγή της γνώσης της είναι γενική και αόριστη και/ή δεν αποκαλύπτει όλα τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση. Η Δ.39, Θ.2 προνοεί ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις μια ένορκη δήλωση μπορεί να περιέχει δηλώσεις κατόπιν πληροφορίας και πίστης (εξ όσων κάλλιον πιστεύει και πληροφορείται), με τις πηγές και πού βασίζονται αυτές. Οι πρόνοιες του ως άνω Κανονισμού καθιστούν ξεκάθαρο ότι δεν είναι αναγκαίο ο ενόρκως δηλών να έχει ιδία γνώση των γεγονότων που παραθέτει στην ένορκη δήλωση του. Στις περιπτώσεις όμως που δεν έχει ιδία γνώση των γεγονότων θα πρέπει, απαραιτήτως, να αποκαλύπτει την πηγή της πληροφόρησης του. Στην ένορκη δήλωση της η κα Σωκράτους αναφέρει ότι γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης από τα όσα την πληροφορούν οι δικηγόροι του γραφείου τους που χειρίζονται την υπόθεση και από όσα την πληροφορεί η Ενάγουσα, η οποία την έχει εξουσιοδοτήσει να προβεί στην ένορκη δήλωση της. Μετά από μελέτη των όσων αναφέρονται πιο πάνω, είμαι ικανοποιημένος ότι η ενόρκως δηλούσα αποκαλύπτει με ικανοποιητική επάρκεια τα πρόσωπα από τα οποία έχει πληροφορηθεί τα γεγονότα, τα οποία παραθέτει στην ένορκη δήλωση της. Καθίσταται, λοιπόν, φανερό ότι υπάρχει πλήρης συμμόρφωση με τις πρόνοιες της Δ.39, Θ.
  5. Ο Εναγόμενος 2 στην ένορκη δήλωση του, που υποστηρίζει την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης, προβάλλει την θέση ότι η κα Σωκράτους δεν εξειδικεύει ποια συγκεκριμένα φυσικά πρόσωπα της έδωσαν τις πληροφορίες που αναφέρει στην ένορκη δήλωση της. Είμαι της άποψης ότι δεν απαιτείτο όπως η κα Σωκράτους κατονομάζει στην ένορκη δήλωση της τα πρόσωπα που της έδωσαν τις συγκεκριμένες πληροφορίες. Η αναφορά της στους δικηγόρους που χειρίζονται την υπόθεση ικανοποιεί, κατά την άποψη μου, τις πρόνοιες της Δ.39, Θ.
  6. Συνεπώς, δεν συμμερίζομαι τη θέση του κ. Ονουφρίου ότι η αποκάλυψη της πηγής της πληροφόρησης της κας Σωκράτους γίνεται με γενικό και αόριστο τρόπο. Προβάλλεται, επίσης, στο λόγο ένστασης 2 ότι η ένορκη δήλωση γίνεται από δικηγόρο και όχι από την ίδια την Αιτήτρια, χωρίς να δίνεται οποιαδήποτε επεξήγηση γι' αυτό. Όπως υποδεικνύει η νομολογία μας, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται, απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος (In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319). Όμως, προβάλλει ως αρχή της νομολογίας μας ότι απαιτείται η παροχή κάποιας επεξήγησης ως προς το γιατί ο ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, εκεί όπου δεν προκύπτει, υπό τις περιστάσεις, ένας εμφανής, καλός λόγος, όπως η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες, οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών. (Rybolovlev v. Rybolovleva
(2010)1 A.A.Δ. 82). Στην υπό εξέταση υπόθεση δεν αναφέρεται, κατά τρόπο συγκεκριμένο, γιατί προέβηκε η κα Σωκράτους στην ένορκο δήλωση και όχι κάποιο άλλο πρόσωπο εκ μέρους της Ενάγουσας. Αυτό, όμως, που προκύπτει ξεκάθαρα από τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της, είναι ότι γνώστες των γεγονότων αλλά και των περιστάσεων που περιβάλλουν το αίτημα τροποποίησης, είναι οι δικηγόροι του γραφείου που εκπροσωπεί την Ενάγουσα, ειδικά δε οι δικηγόροι που παρουσιάστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου στην ακρόαση της υπόθεσης της. Κατά συνέπεια, είμαι ικανοποιημένος ότι υπάρχει λόγος για τον οποίο η ένορκη δήλωση δεν γίνεται από την Ενάγουσα, αλλά από τους δικηγόρους της. Κατ' επέκταση, κρίνω ότι η υπό αναφορά ένορκη δήλωση της κας Σωκράτους βρίσκεται σε συμφωνία με τις ως άνω αναφερόμενες νομολογιακές αρχές. Έχοντας κατά νουν τα όσα αναφέρονται πιο πάνω, καταλήγω ότι οι λόγοι ένστασης 1 και 2 δεν μπορούν να πετύχουν. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, ένας από τους βασικούς λόγους ένστασης είναι ότι υπήρξε μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης. Στην πρόσφατη υπόθεση IKOS CIF LTD v. 1. MARTIN COWARD κ.ά., ECLI:CY:AD:2014:A205, Πολ. Εφέσεις αρ. 137/2013 και 138/2013, ημερομηνίας 20/3/2014, το ζήτημα της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης τέθηκε περιεκτικά ως ακολούθως: «Ειδικότερα ως προς το θέμα του παράγοντα χρόνου στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης, σταθερή γραμμή της Νομολογίας αναγνωρίζει ότι ο παράγοντας αυτός είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εξαρχής και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Όταν η καθυστέρηση οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή, η δικαιολόγηση της και η σημασία της ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως εάν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Όπως ήδη έχει καταγραφεί, τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, Astor Manufacturing & Exporting Co κ.ά. ν. A.G. Leventis κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, SABA & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426, Ιωάννης Νικολάου ν. Ζωής Μιλτιάδους κ.ά.,
(2007)1 Α.Α.Δ. 1005).» Στην πιο πάνω υπόθεση το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία απορρίφθηκαν δύο αιτήσεις τροποποίησης της οπισθογράφησης του κλητηρίου εντάλματος και της Έκθεσης Απαίτησης συνεπεία της καθυστέρησης στην υποβολή τους, η οποία θα είχε ως αποτέλεσμα, σε περίπτωση αποδοχής των αιτήσεων, την παράταση της ισχύος ενδιάμεσου διατάγματος που είχε εκδοθεί εναντίον του Εναγόμενου 1 - εφεσίβλητου τρία χρόνια προηγουμένως και, συνακόλουθα, τη συνέχιση επηρεασμού των δικαιωμάτων του. Αυτό το οποίο διαπιστώνω είναι ότι πράγματι, η υπό εξέταση αίτηση υπεβλήθη καθυστερημένα. Επισημαίνω ότι υπεβλήθη μετά την έναρξη της ακρόασης της αγωγής. Προβάλλεται ως δικαιολογία της καθυστέρησης, στην ένορκη δήλωσης της κας Σωκράτους ότι, όταν έγινε αντιληπτό ότι η ημερομηνία παράδοσης της επίδικης επιταγής στην Ενάγουσα, που αναφερόταν στην Έκθεση Απαίτησης, ήταν λανθασμένη, θεωρήθηκε από τους δικηγόρους της Ενάγουσας ότι η διόρθωση του λάθους αυτού και η εισαγωγή νέου ισχυρισμού, σε σχέση με την ημερομηνία παράδοσης της επιταγής, στο δικόγραφο της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση, το οποίο σημειώνω ότι καταχωρήθηκε την 29/11/2011, ήταν αρκετή και θα μπορούσε να αντικαταστήσει την ανάγκη τροποποίησης της παραγράφου 1 της Έκθεσης Απαίτησης, κάτι όμως που ήταν λάθος. Όσον αφορά τις υπόλοιπες αιτούμενες τροποποιήσεις, όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση της κας Σωκράτους, στη διάρκεια της κατάθεσης του Μ.Ε.1 έγιναν άλλες δύο ενστάσεις από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εναγόμενων σε θέματα που αφορούσαν τη δικογράφηση της αξίωσης στην Έκθεση Απαίτησης, με αποτέλεσμα οι δικηγόροι της Ενάγουσας να πιστεύουν ότι είναι αναγκαία η περαιτέρω τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης, έτσι ώστε να εξαλειφθεί κάθε πιθανή αμφισβήτηση κατά πόσο οι θέσεις της Ενάγουσας, όπως περιέχονται στη γραπτή δήλωση του Μ.Ε.1 (Τεκμήριο 1), καλύπτονται από την Έκθεση Απαίτησης, κατά τρόπο ώστε να περιοριστούν σχετικές ενστάσεις και να περισωθεί δικαστικός χρόνος και έξοδα. Από πλευράς του ο Εναγόμενος 2, στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης των Εναγόμενων, αντιτάσσει ότι, όπως τον συμβουλεύει ο δικηγόρος των Εναγόμενων, κάθε πολίτης και ειδικά ένας δικηγόρος, οφείλει να αντιλαμβάνεται, ερμηνεύει και εφαρμόζει τους νόμους, κανονισμούς και νομολογία σωστά, με όλο δε το σεβασμό προς τους δικηγόρους της Ενάγουσας, αυτοί δεν έχουν το δικαίωμα να επικαλούνται την όποια νομική αδυναμία τους για να δικαιολογήσουν την τεράστια καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Με όλο το σεβασμό προς τον Εναγόμενο 2, θα ήθελα να υποδείξω ότι το Δικαστήριο δεν θα μεταβληθεί σε κριτή της επάρκειας ή ικανότητας των δικηγόρων της Ενάγουσας. Ότι αξίζει να αναφέρω είναι ότι τα όσα προβάλλονται από την κα Σωκράτους συνιστούν, κατά την άποψη μου, επαρκή και ικανοποιητική επεξήγηση σε σχέση με τον λόγο που η υπό εξέταση αίτηση δεν υπεβλήθη νωρίτερα. Συνεπώς, δεν αποδέχομαι τη θέση των Εναγόμενων ότι η καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης παρέμεινε αδικαιολόγητη. Εν πάση περιπτώσει, αυτό το οποίο θα ήθελα να επισημάνω είναι ότι ο παράγοντας καθυστέρηση δεν είναι ο μοναδικός που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο. Υπενθυμίζω ότι, σύμφωνα με τη νομολογία μας, δεσπόζον κριτήριο είναι οι επιπτώσεις που θα έχει η αιτούμενη τροποποίηση στα δικαιώματα των Εναγόμενων, ιδιαίτερα δε το κατά πόσο θα προκαλέσει σ' αυτούς ανεπανόρθωτη βλάβη. Δεν με βρίσκει σύμφωνο ούτε ο λόγος ένστασης των Εναγόμενων ότι με την αιτούμενη τροποποίηση επιχειρείται η αλλαγή της βάσης της αγωγής. Αυτό το οποίο επιχειρείται, κατά την άποψη μου, είναι η τροποποίηση υφιστάμενων ισχυρισμών, όπως η ημερομηνία παράδοσης της επίδικης επιταγής στην Ενάγουσα. Επιχειρείται, ακόμα, η εισαγωγή νέων ισχυρισμών, όπως το ότι η επίδικη επιταγή αφορούσε εξόφληση του μέρους του συμφωνηθέντος στη συμφωνία ημερομηνίας 17/2/2011 οφειλόμενου χρέους της Εναγόμενης 1 προς την Ενάγουσα, που αντιστοιχούσε σε τόκους (financial charges) μέχρι 17/2/2011, επί των ποσών των τιμολογίων που αναφέρονται στο «Παράρτημα 1» της συμφωνίας ημερομηνίας 17/2/2011. Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί ουδόλως μεταβάλλουν τη βάση της αγωγής, που παραμένει η έκδοση και παράδοση της επίδικης επιταγής από τους Εναγόμενους στην Ενάγουσα. Στο σημείο αυτό παρενθετικά θα ήθελα να αναφέρω ότι, όπως υποδεικνύει η νομολογία μας, ακόμα και στις περιπτώσεις που επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής ή απαίτησης, η οποία θεωρείται πολύ πιο σοβαρή δικονομική ενέργεια από την εισαγωγή νέας βάσης υπεράσπισης, η αίτηση τροποποίησης δεν οδηγείται χωρίς άλλο σε απόρριψη, αλλά ο παράγοντας αυτός συνεκτιμάται με τα υπόλοιπα στοιχεία (Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704). Αναμφίβολα, η αιτούμενη τροποποίηση θα επιφέρει τον επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων. Όμως, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι θα προκαλέσει αδικία και τέτοια βλάβη στους Εναγόμενους, η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με την έκδοση κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Κανένας δυσμενής επηρεασμός θα επέλθει, κατά την άποψη μου, στα δικαιώματα των Εναγόμενων. Τα γεγονότα της υπό εξέταση υπόθεσης διαφέρουν, κατά την άποψη μου, των γεγονότων της υπόθεσης IKOS CIF LTD v. COWARD (ανωτέρω). Χωρίς να διαφεύγει της προσοχής μου ότι έχει ήδη ξεκινήσει η ακρόαση της υπόθεσης, εντούτοις αυτή βρίσκεται σε πολύ πρώιμο στάδιο. Επισημαίνω ότι η υπό εξέταση αίτηση έχει υποβληθεί πριν ακόμα συμπληρωθεί η κύρια εξέταση του Μ.Ε.1. Δεν παραγνωρίζω, ακόμα, ότι η αποδοχή της αιτούμενης τροποποίησης θα προκαλέσει κάποια καθυστέρηση στην ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας. Δεν θα συμφωνούσα, όμως, με τη θέση της ενόρκου δηλώσεως του Εναγόμενου 2 ότι θα έχει ως αποτέλεσμα τον πλήρη εκτροχιασμό της δίκης. Αναφορικά με την παρατήρηση της ενόρκου δηλώσεως του Εναγόμενου 2, ότι η αποδοχή της αιτούμενης θεραπείας θα έχει ως αποτέλεσμα την καταχώρηση νέων δικογράφων, θα ήθελα να βεβαιώσω την πλευρά των Εναγόμενων ότι το Δικαστήριο θα δώσει τις κατάλληλες οδηγίες για την όσο το δυνατόν συντομότερη καταχώρηση και ανταλλαγή των δικογράφων μεταξύ των διαδίκων. Παραπονείται, ακόμα, ο Εναγόμενος 2, ότι μετά την καταχώρηση των νέων δικογράφων, θα πρέπει να γίνει νέα αποκάλυψη, επιθεώρηση και ανταλλαγή επιπρόσθετων εγγράφων, που θα σχετίζονται με τους νέους ισχυρισμούς που επιχειρεί να εισάξει η Ενάγουσα. Αυτό το οποίο θα ήθελα να αναφέρω, σε απάντηση του ως άνω ισχυρισμού, είναι ότι, από μελέτη του φακέλου της υπόθεσης, έχω διαπιστώσει ότι έχουν αποκαλυφθεί τα έγγραφα των δύο πλευρών, μάλιστα δε κατεχωρήθη, μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου, συμπληρωματική ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων και από τις δύο πλευρές. Επιπρόσθετα, θα ήθελα να αναφέρω ότι δεν διευκρινίζεται ποια είναι τα έγγραφα που θα χρειαστεί να αποκαλύψει η Ενάγουσα βάσει των νέων ισχυρισμών της, που επιχειρεί να εισάξει στην Έκθεση Απαίτησης της. Συναφής, με τα όσα αναφέρονται πιο πάνω, είναι και ο ισχυρισμός της ενόρκου δηλώσεως του Εναγόμενου 2 ότι η αποδοχή της αίτησης θα παραβιάσει τα συνταγματικά δικαιώματα των Εναγόμενων για την εκδίκαση της υπόθεσής τους μέσα σε εύλογο χρόνο. Παρά το ότι στην ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης δεν υπάρχει ανάλογος λόγος ένστασης[1], αυτό το οποίο θα ήθελα να αναφέρω είναι ότι, όπως υποδεικνύει η νομολογία μας, το ενδιάμεσο αυτό στάδιο δεν προσφέρεται για εξέταση, προληπτικά ή προκαταρκτικά, ισχυρισμού περί παραβίασης συνταγματικών δικαιωμάτων των Εναγόμενων (Αναφορικά με την αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για ένταλμα της φύσης certiorari
(1998)1 Α.Α.Δ. 1718). Εν πάση περιπτώσει, θα ήθελα να αναφέρω ότι ο χρόνος που θα χρειαστεί για καταχώρηση και ανταλλαγή των τροποποιημένων δικογράφων μεταξύ των διαδίκων, δεν θεωρώ ότι θα παραβιάσει το δικαίωμα των Εναγόμενων για εκδίκαση της υπόθεσης τους μέσα σε εύλογο χρόνο. Οι Εναγόμενοι προβάλλουν επίσης στους λόγους ένστασης ότι η υπό εξέταση αίτηση είναι κακόπιστη. Όπως ειδικότερον αναφέρεται στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 2, η αίτηση είναι κακόπιστη για το λόγο ότι οι ισχυρισμοί που προέβαλε η Ενάγουσα με την αρχική Έκθεση Απαίτησής της, αντικρούστηκαν με επιτυχία από την Υπεράσπιση των Εναγόμενων και έτσι αποφάσισε να εισάξει με την τροποποίηση νέους ισχυρισμούς για να στοιχειοθετήσει την αβάσιμη απαίτηση της εναντίον των Εναγόμενων. Όπως είναι νομολογημένο, για να καταδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα (Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας
(2012)1 Α.Α.Δ. 745). Στην υπό εξέταση υπόθεση δεν έχω εντοπίσει οποιαδήποτε στοιχεία που να υποστηρίζουν τον ισχυρισμό των Εναγόμενων περί ύπαρξης κακοπιστίας. Αντίθετα, αυτό το οποίο συνάγεται από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου, είναι ότι ο μοναδικός σκοπός για τον οποίο υποβάλλεται η υπό εξέταση αίτηση είναι να υπάρξει ευθυγράμμιση και ταύτιση του μαρτυρικού υλικού, που προτίθεται να εισάξει η Ενάγουσα, με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της. Με βάση τα όσα αναφέρω πιο πάνω, καταλήγω ότι η αιτούμενη τροποποίηση θα πρέπει να επιτραπεί στην ολότητα της. Όλα τα έξοδα, τα οποία θα σπαταληθούν από την τροποποίηση (all costs thrown away), επιδικάζονται υπέρ των Εναγόμενων και εναντίον της Ενάγουσας/Αιτήτριας. Όσον αφορά τα έξοδα της αίτησης, έχοντας κατά νουν την καθυστέρηση στην υποβολή της, παρά το ότι η καθυστέρηση κρίθηκε δικαιολογημένη, έχω καταλήξει ότι και αυτά θα πρέπει να βαρύνουν την Ενάγουσα. Εκδίδεται διάταγμα ως η αίτηση. Η τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης της Ενάγουσας να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από σήμερα. Η Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των Εναγόμενων στην τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από της καταχώρησης και της παράδοσης στους Εναγόμενους ή στον δικηγόρο τους, αντιγράφου της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης. Η Απάντηση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση να καταχωρηθεί εντός 5 ημερών από της καταχώρησης και παράδοσης στην Ενάγουσα ή στους δικηγόρους της, αντιγράφου της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Όλα τα έξοδα τα οποία θα σπαταληθούν από την τροποποίηση (all costs thrown away), καθώς και τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Εναγόμενων/Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας/Αιτήτριας, θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. Η αγωγή ορίζεται για συνέχιση της ακρόασης στις 9/7/2015, η ώρα 9.30 π.μ. (Υπ.) ............... Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΘΘ/ΑΓ Subject: Civil / Other actions / Interim Αναφορά: Αίτηση τροποποίησης δικογράφων [1] Σοφοκλέους ν. Ταβελούδη κ.ά.
(2002)1 Α.Α.Δ. 92, 97: «Θα θέλαμε όμως με αυτή την ευκαιρία να θυμίσουμε τον επιτακτικό χαρακτήρα της νέας διάταξης αναφορικά με τον καθορισμό, στο σώμα της γραπτής ένστασης, των λόγων που την υποστηρίζουν και το συναφές καθήκον του συντάκτη της να τους εξειδικεύσει. Και θα προσθέταμε με την καθαρότητα, λιτότητα έκφρασης και περιεκτικότητα, που πρέπει να χαρακτηρίζουν τη νομική γραφή. Ας μη λησμονείται ότι ο συντάκτης της ένστασης δεν έχει μόνο καθήκον να πληροφορήσει τον αντίδικο του σε ποιους ακριβώς λόγους έγκειται η ένσταση του, αλλά και ανάλογη υποχρέωση απέναντι στο δικαστήριο.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.