ΕΡΙΕΤΤΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ-ΤΖΙΑΚΟΥΡΗ ν. Aναφορικά με την εταιρεία EFSTATHIOS CH. CONSTANTINIDES INVESTMENTS LIMITED, Αρ. Γεν. Αίτησης 321/14, 19/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A166 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Η. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Γεν. Αίτησης 321/14 Aναφορικά με την εταιρεία EFSTATHIOS CH. CONSTANTINIDES INVESTMENTS LIMITED, από τη Λεμεσό και Αναφορικά με τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ.113 ------------------------------------ Αίτηση (Petition) από: ΕΡΙΕΤΤΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ-ΤΖΙΑΚΟΥΡΗ, από τη Λευκωσία ---------------------------------- Αίτηση ημερ. 13.6.2014 και προσωρινό διάταγμα ημερ. 17.6.14 19.6.2015 Για Αιτητές: κ. Καριτζής (για ν' ακούσει απόφαση κα Αργυρού για γραφείο Πιριλλίδη) Για Καθ' ων η αίτηση: κ. Στ. Παύλου (για ν' ακούσει απόφαση κ. Σεβέρης) Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η 1. Η Αιτήτρια στις 13.6.2014 καταχώρησε αίτηση με την οποία ζητά, μεταξύ άλλων, διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύει στην εταιρεία να προσλάβει τον Άγγελο Τσολάκη ή και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο στη θέση του διοικητικού συμβούλου της εταιρείας, του διαχειριστή, ή και να τον προσλάβουν σε οποιαδήποτε θέση ως επίσης και διάταγμα με το οποίο να απαγορεύει τη σύγκλιση συνεδρίασης του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας ως επίσης και της γενικής συνέλευσης των μετόχων με θέμα το διορισμό του πιο πάνω προσώπου ή και οποιουδήποτε άλλου στη θέση του διοικητικού συμβούλου και/ή διαχειριστή της εταιρείας. 2. Στα πλαίσια της πιο πάνω αίτησης, καταχωρήθηκε από μέρους της Αιτήτριας, μονομερής αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων με την οποία ζητούσε, μεταξύ άλλων, διατάγματα τα οποία να απαγορεύουν στην εταιρεία να προσλάβει τον Άγγελο Τσολάκη ή και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο στη θέση του διοικητικού συμβούλου ή διαχειριστή της εταιρείας. Στις 17.6.2014 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού εξέδωσε διάταγμα, στα πλαίσια της πιο πάνω μονομερούς αίτησης, με το οποίο «. απαγορεύει στην εταιρεία Efstathios Ch. Constantinides Investments Limited με αριθμό εγγραφής ΗΕ8479 και/ή στο διοικητικό της συμβούλιο και/ή στους μετόχους της σε γενική συνέλευση και/ή σε οποιοδήποτε από τους μετόχους ή συμβούλους της πιο πάνω εταιρείας ξεχωριστά και/ή στους αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες αυτής, από του να διορίσουν τον Άγγελο Τσολάκη στη θέση του διοικητικού συμβούλου και/ή του διαχειριστή και/ή του διευθυντή (manager) και/ή του υπαλλήλου και/ή του αντιπροσώπου της εταιρείας, μέχρι την τελική εκδίκαση και/ή αποπεράτωση της με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αίτησης (υπομνήματος - petition) και/ή μέχρι η απόφαση του Δικαστηρίου καταστεί τελεσίδικη (περιλαμβανομένης της αποπεράτωσης τυχόν έφεσης που ήθελε καταχωρηθεί κατά της πρωτόδικης απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου) και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου». 3. Η αίτηση βασίζεται στον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ.113, άρθρο 202 και 211, στους περί Εταιρειών Κανονισμούς, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ.6, άρθρο 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 άρθρα 31 και 32, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39, Δ.48 θθ 1-4, 8 και 9, στις αρχές του κοινοδικαίου και της επιείκειας και στη διακριτική ευχέρεια, εγγενή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της κας Εριέττας Κωνσταντινίδη Τζιακουρή στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρονται τα ακόλουθα: (α) Η εταιρεία Efstathios Ch. Constantinides Investments Limited (από τώρα και στο εξής θα καλείται η εταιρεία) ενεγράφη στις 14.10.1976. Το δε εγγεγραμμένο γραφείο της βρίσκεται στη Λεμεσό. Οι μέτοχοι της πιο πάνω εταιρείας είναι τα ακόλουθα πρόσωπα: (
- i)Ο Ευστάθιος Χ. Κωνσταντινίδης, πατέρας της Αιτήτριας (από τώρα και στο εξής θα καλείται ο πατέρας) είναι μέτοχος σε ποσοστό 26,68% επί του συνόλου του μετοχικού κεφαλαίου, (
- ii)η Αιτήτρια είναι μέτοχος σε ποσοστό 24,44% επί του συνόλου του μετοχικού κεφαλαίου, (iii) η Παναγιώτα Κωνσταντινίδη (από τώρα και στο εξής θα καλείται η μητέρα) είναι μέτοχος σε ποσοστό 24,44% επί του συνόλου του μετοχικού κεφαλαίου και (
- iv)η Σύλβια Κωνσταντινίδη (από τώρα και στο εξής θα καλείται η αδελφή) είναι μέτοχος σε ποσοστό 24,44% επί του συνόλου του μετοχικού κεφαλαίου. Όλα τα πιο πάνω πρόσωπα είναι και διευθυντές της εταιρείας. Οι ιδρυτές της πιο πάνω εταιρείας είναι ο πατέρας και η μητέρα. (β) Οι σκοποί για τους οποίους συστάθηκε η εταιρεία είναι, μεταξύ άλλων, η διεξαγωγή δραστηριοτήτων και επιχείρηση γενικού εμπορίου. Στα πλαίσια των δραστηριοτήτων της η εταιρεία απέκτησε ακίνητη ιδιοκτησία μεγάλης αξίας. (γ) Περί τα τέλη του 2002 και αρχές του 2003 στα πλαίσια αναδιοργάνωσης, η εταιρεία μεταβίβασε τις δραστηριότητες της σε νεοσυσταθείσα εταιρεία με την επωνυμία Efstathios Ch. Constantinides Limited η οποία ενεγράφη στον έφορο εταιρειών στις 10.12.2002 (από τώρα και στο εξής θα καλείται η συνδεδεμένη εταιρεία). Μέτοχοι της συγκεκριμένης εταιρείας είναι: (
- i)η Αιτήτρια με ποσοστό 50,01% του συνόλου του μετοχικού κεφαλαίου, (
- ii)η αδελφή σε ποσοστό 24% του συνόλου του μετοχικού κεφαλαίου και (iii) οι Άγγελος Τσολάκης και Ευστάθιος Τσολάκης (από τώρα και στο εξής θα καλούνται οι αδελφότεκνοι) σε ποσοστό 13% και 12.99% αντίστοιχα του συνόλου του μετοχικού κεφαλαίου έκαστος. Διευθυντές της πιο πάνω εταιρείας είναι ο σύζυγος της Αιτήτριας Παναγιώτης Τζιακουρής, η Αιτήτρια και η αδελφή της. Η εταιρεία μεταβίβασε εξ' ολοκλήρου τις δραστηριότητες της στη συνδεδεμένη εταιρεία το 2003 έναντι ανταλλάγματος που ανήλθε στις Λ.Κ.814.680. Όλο το προσωπικό της εταιρείας εργοδοτήθηκε από τη συνδεδεμένη εταιρεία. Η εταιρεία διατήρησε την ιδιοκτησία των ακινήτων και η μόνη δραστηριότητα της καθώς και το μόνο εισόδημα είναι η είσπραξη ενοικίων από τη συνδεδεμένη εταιρεία για την ενοικίαση κτιριακού συγκροτήματος και από τρίτους για την ενοικίαση των άλλων ιδιόκτητων ακινήτων. Η εταιρεία δεν έχει εργοδοτήσει οποιοδήποτε υπάλληλο και όλες οι δραστηριότητες και εργασίες της τυγχάνουν διαχείρισης από το διοικητικό της συμβούλιο χωρίς μισθό τη δε λογιστική διαχείριση της εταιρείας εκτελεί το τμήμα λογιστηρίου της συνδεδεμένης εταιρείας χωρίς αμοιβή. Οι δε δύο εταιρείες έχουν την ίδια διεύθυνση εγγεγραμμένου γραφείου. (δ) Τα τελευταία χρόνια προέκυψαν οικογενειακές διαφορές και διαμάχες μεταξύ των μελών της οικογένειας που σχετίζονται τόσο με οικογενειακά θέματα όσο και με τη διαχείριση και διεύθυνση των δύο εταιρειών. Τα μέλη της οικογένειας έχουν διαχωριστεί σε δύο μέρη, από τη μια βρίσκονται η Αιτήτρια και ο σύζυγος της και από την άλλη ο πατέρας, η μητέρα, η αδελφή και οι αδελφότεκνοι. (ε) Η Αιτήτρια ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι ο πατέρας της μέχρι και την 31.12.2012, όταν και αποχώρησε από τη συνδεδεμένη εταιρεία, ήταν «ο ιθύνων νους και ο έχων το γενικό πρόσταγμα και των δύο εταιρειών» αγνοώντας και παρακάμπτοντας τις καταστατικές διαδικασίες. Αναφέρει ότι υπάρχουν βάσιμες υποψίες εναντίον του πατέρα της για ιδιοποίηση των προσωπικών της μερισμάτων που είχε να λαμβάνει από τις εταιρείες ως επίσης για κακοδιαχείριση όσον αφορά τη συνδεδεμένη εταιρεία. Η κακοδιαχείριση και οι ατασθαλίες στην εταιρεία συνεχίζονται μέχρι και σήμερα. Η Αιτήτρια έδωσε οδηγίες σε ελεγκτικό οίκο για έλεγχο των οικονομικών καταστάσεων των δύο εταιρειών. Το πόρισμα εκκρεμεί. (στ) Ο πατέρας της αρνείται παρά τις επανειλημμένες απαιτήσεις της, να υποβάλει στην εταιρεία όλα τα στοιχεία των ακίνητων ιδιοκτησιών καθώς και των διάφορων συμβολαίων που η εταιρεία έχει υπογράψει με ενοικιαστές. Η εταιρεία δεν έχει διεξάγει γενική συνέλευση ούτε και οποιαδήποτε συνεδρίαση για περίοδο πέραν των τριών ετών και παρά το γεγονός ότι ζήτησε από τον πατέρα της να την εφοδιάσει με βιβλίο πρακτικών των γενικών συνελεύσεων και/ή συνεδριάσεων του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, αυτός αρνείται. (ζ) Με επιστολή της ημερ. 6.6.2014 (Τεκ.5) ζήτησε όπως δοθούν οδηγίες στους ελεγκτές της εταιρείας να την εφοδιάσουν με οικονομικές καταστάσεις της τελευταίας για τα έτη 2011 και 2012. Η απάντηση που πήρε από τον πατέρα της ήταν ότι οι λογαριασμοί του 2011 ήταν έτοιμοι ενώ για το έτος 2012 δεν μπορούν να ολοκληρωθούν καθότι οι ελεγκτές ζήτησαν από την Αιτήτρια διευκρινίσεις, κάτι το οποίο, ως αναφέρει, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Εν πάση περιπτώσει οι οικονομικές καταστάσεις του 2011 δεν της στάληκαν. (η) Στις 12.6.2014 κατάγγειλε τον πατέρα της στην αστυνομία για τα αδικήματα της πλαστογραφίας τραπεζικών εγγράφων, αποφάσεων και πρακτικών συνεδριάσεων της εταιρείας, που χρησιμοποιήθηκαν για εξασφάλιση τραπεζικών διευκολύνσεων. Περαιτέρω, σύμφωνα με την ίδια, ο πατέρας της ο οποίος είναι εγγυητής σε δάνεια και/ή τραπεζικές διευκολύνσεις στις εταιρείες, την περίοδο Οκτωβρίου 2013 μέχρι Απρίλιο του 2014 προέβηκε σε αναληθείς και/ή ανακριβείς παραστάσεις προς την τράπεζα παρουσιάζοντας τις εταιρείες αναξιόχρεες και ότι αντιμετώπιζαν οικονομικά προβλήματα. Συνεπεία τούτου η τράπεζα παγοποίησε τους λογαριασμούς των εταιρειών με αποτέλεσμα τον επηρεασμό των δραστηριοτήτων των εταιρειών αφού αδυνατούσαν να εξοφλήσουν τρέχουσες υποχρεώσεις και να προβούν σε συναλλαγές. Η όλη πιο πάνω κατάσταση διήρκεσε μέχρι τον Απρίλη του 2014 και συνεπεία των πιο πάνω οι εταιρείες υπέστησαν ζημιές. (θ) Ο πατέρας, πριν αρκετά χρόνια, της παραχώρησε την κατοχή μιας κατοικίας, διατηρώντας την ιδιοκτησία. Σε μεταγενέστερο χρόνο, ο πατέρας της, μεταβίβασε το σπίτι στον Αντικαρκινικό Σύνδεσμο δυνάμει δωρεάς και ξαφνικά, σύμφωνα με την ίδια, βρέθηκε αντιμέτωπη με διαδικασίες έξωσης της. (ι) Στις 4.6.2014 στάλθηκε από τον πατέρα της, γραμματέα της εταιρείας, τόσο στην ίδια όσο και στους άλλους συμβούλους ειδοποίηση για σύγκληση συνεδρίασης του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας στις 11.6.2014 με συγκεκριμένη ημερήσια διάταξη (βλ. Τεκ.4). Η Αιτήτρια ζήτησε αναβολή της συνεδρίας λόγω κωλύματος (βλ. Τεκ.5). Ο πατέρας ενημέρωσε ότι η συνεδρία ορίστηκε στις 13.6.2014 με την ακόλουθη ημερήσια διάταξη: «
(1)Διορισμός πρόσθετου διοικητικού συμβούλου του Άγγελου Τσολάκη της εταιρείας Efstathios Ch. Constantinides Investments Ltd.
(2)Διορισμός Διαχειριστή της εταιρείας Efstathios Ch. Constantinides Investments Ltd.
(3)Συντήρηση κτιρίων.
(4)Διάφορα.» (κ) Κατά τη συνεδρίαση στις 13.6.2014 ο πατέρας της ανέφερε ότι ο λόγος για τον οποίο θα πρέπει να διοριστεί ως επιπλέον διοικητικός σύμβουλος στην εταιρεία ο εγγονός του Άγγελος Τσολάκης είναι για να του εξασφαλίσει εργασία, για να μην είναι άνεργος. Η Αιτήτρια διαφώνησε και κατόπιν έντονων συζητήσεων και διαφωνιών ο πατέρας αποχώρησε από τη συνεδρίαση και έτσι διακόπηκε χωρίς να ληφθεί οποιαδήποτε απόφαση. Στην εν λόγω συνεδρία τηρήθηκαν πρακτικά (βλ. Τεκ.1 της συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως ημερ. 17.6.2014). Η Αιτήτρια ισχυρίζεται επίσης ότι μόλις επιστρέψει ο πατέρας της από το εξωτερικό θα διευθετήσει τη σύγκλιση νέας συνεδρίασης του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας με θέμα το διορισμό του Άγγελου Τσολάκη. (λ) Το Σεπτέμβρη του 2014 ο πατέρας και η μητέρα της προχώρησαν στην υποβολή αίτησης και/ή στο άνοιγμα λογαριασμού στην τράπεζα Eurobank κατόπιν απόφασης του διοικητικού συμβουλίου ημερ. 25.9.2014 για την οποία ουδέποτε ειδοποιήθηκε. Ισχυρίζεται ότι τα δύο πιο πάνω πρόσωπα τα οποία έχουν δικαίωμα υπογραφής χρησιμοποίησαν τη σφραγίδα της εταιρείας χωρίς εξουσιοδότηση. (μ) Ο αδελφότεκνος της Αιτήτριας Άγγελος Τσολάκης, στο παρελθόν, εργαζόταν στη συνδεδεμένη εταιρεία ως υπεύθυνος πωλήσεων με ψηλές απολαβές. Τους τελευταίους λίγους μήνες πριν την καταχώριση της αίτησης, αποφάσισε να τερματίσει οικειοθελώς την εργοδότηση του λόγω αδυναμίας του να ανταποκριθεί στα καθήκοντα του και να ενσωματωθεί στον τρόπο λειτουργίας της συνδεδεμένης εταιρείας. Επέδειξε απρεπή διαγωγή κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του καθώς επίσης παράβηκε τους κανόνες εργοδότησης. Το Φεβρουάριο του 2014 καταχώρησε στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών αίτηση εναντίον της συνδεδεμένης εταιρείας (βλ. Τεκ.6) με την οποία επιζητεί, μεταξύ άλλων, αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση. Ο πατέρας, της απέστειλε επιστολή ημερ. 15.9.2013 (βλ. Τεκ.2 στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερ. 17.6.2014) με την οποία της αναφέρει ότι πληροφορήθηκε από τη μητέρα της, την απρεπή φράση που εκστόμισε ο εγγονός του και της απολογήθηκε για τα σημειώματα που της απέστειλε. (ν) Η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι τα υπόλοιπα μέλη του διοικητικού συμβουλίου τα οποία πλειοψηφούν συγκάλεσαν την εν λόγω συνεδρία με σκοπό να υλοποιήσουν τις αποφάσεις τους για διορισμό του Άγγελου Τσολάκη ως πρόσθετου διοικητικού συμβούλου στην εταιρεία καθώς και πιθανότατα ως διαχειριστή, για λόγους εκδικητικούς και με σκοπό ο Άγγελος Τσολάκης να συνεχίσει να λαμβάνει τις απολαβές που έπαιρνε όταν εργοδοτείτο στη συνδεδεμένη εταιρεία. Σκοπός τους είναι να την παρακάμψουν, ως η ίδια αναφέρει, για να μπορούν να υλοποιούν τους σχεδιασμούς τους. Τυχόν διορισμός του θα δημιουργήσει προβλήματα στην ήδη προβληματική διαχείριση και διεύθυνση της εταιρείας. Ισχυρίζεται ότι ο διορισμός διαχειριστή είναι παράνομος και αντικανονικός και σε πλήρη αντίθεση με τα συμφέροντα της εταιρείας. Περαιτέρω επισημαίνεται ότι δεν καθίσταται αδήρητη ανάγκη για διορισμό του Άγγελου Τσολάκη καθότι η διαχείριση της εταιρείας παρέχεται από την Αιτήτρια χωρίς αμοιβή. Το δε καταστατικό δεν προβλέπει το διορισμό διαχειριστή υπό τις περιστάσεις.
- Η Καθ' ης η αίτηση εταιρεία φέρει ένσταση στην οριστικοποίηση των εκδοθέντων διαταγμάτων και μεταξύ των αρκετών λόγων ένστασης, προβάλλει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και ειδικότερα ότι δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση, δεν υφίσταται ορατή πιθανότητα επιτυχίας και η Αιτήτρια δεν θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά. Περαιτέρω προβάλλονται ως λόγοι ένστασης, ότι δεν υφίσταται ο δικαιοδοτικός όρος του κατ' επείγοντως και κατ' επέκταση το Δικαστήριο θα πρέπει να προχωρήσει σε ακύρωση του διατάγματος, ότι η Αιτήτρια απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα, ότι προέβηκε σε λανθασμένο δικαστικό διάβημα και επίσης τα προσωρινά διατάγματα που εκδόθηκαν είναι ταυτόσημα με τα αιτούμενα διατάγματα στο πλαίσιο της κυρίως αίτησης.
- Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του κ. Ευστάθιου Κωνσταντινίδη, πατέρα της Αιτήτριας, ο οποίος αμφισβητεί τα ουσιώδη γεγονότα όπως αυτά τέθηκαν από την Αιτήτρια και μεταξύ άλλων αναφέρει τα ακόλουθα: (α) Η εταιρεία κατά το χρόνο ίδρυσης της ήταν μια μικρή επιχείρηση χωρίς κεφάλαια και χωρίς πελατολόγιο και μετά από χρόνια σκληρής δουλειάς απέκτησε ακίνητη ιδιοκτησία μεγάλης αξίας, εκατομμυρίων, τόσο στη Λεμεσό όσο και σε άλλες πόλεις της Κύπρου κατά τη διάρκεια των δεκαετιών 1980 και
- Περί τα τέλη του 2002 με αρχές του 2003 λόγω της πρόθεσης για πώληση των εργασιών της εταιρείας, όχι όμως των περιουσιακών της στοιχείων, κατέστη απαραίτητος ο διαχωρισμός των εργασιών της από τα περιουσιακά της στοιχεία και έτσι συστάθηκε η συνδεδεμένη εταιρεία. Μέτοχοι και διευθυντές τόσο της εταιρείας όσο και της συνδεδεμένης εταιρείας είναι τα πρόσωπα που αναφέρονται πιο πάνω. Κατά τη μεταβίβαση των εργασιών της εταιρείας στη συνδεδεμένη εταιρεία συμφωνήθηκε όπως η τελευταία καταβάλει στην εταιρεία το ποσό των Λ.Κ.814.680 ποσό το οποίο όμως ουδέποτε καταβλήθηκε εξ' ολοκλήρου στην εταιρεία. Στην ετήσια έκθεση της συνδεδεμένης εταιρείας (βλ. Τεκ.2) φαίνεται ότι οφειλόταν κατά το 2009 στην εταιρεία το πιο πάνω ποσό και κατά το 2010 το ποσό των €640.
- Οι εν λόγω εκθέσεις υπογράφηκαν τόσο από τον πατέρα όσο και από την Αιτήτρια. Η τελευταία με επιστολή της δικηγόρου της (βλ. Τεκ.4) ανέφερε ότι από λάθος καταβλήθηκε το ποσό των €1.273.269 αντί του ποσού των €814.680 και ζητούσε όπως της καταβληθεί το ποσό των €458.680 που καταβλήθηκε επιπλέον και στην περίπτωση που όφειλαν οποιαδήποτε ενοίκια να αποκοπεί από το πιο πάνω ποσό το δε υπόλοιπο να της καταβληθεί. (β) Μετά τη δημιουργία της συνδεδεμένης εταιρείας άρχισαν οι οικογενειακές διαμάχες και συγκρούσεις μεταξύ των θυγατέρων του. Υπήρξε διαφωνία μεταξύ του ιδίου και της Αιτήτριας σε θέματα διαχείρισης της εταιρείας αφού η Αιτήτρια επιθυμούσε να λειτουργεί και να διαχειρίζεται τα θέματα της εταιρείας ωσάν να ήταν η μόνη μέτοχος και διευθύντρια. Ακολούθως η Αιτήτρια εγκατέλειψε τη συνδεδεμένη εταιρεία και εργοδοτήθηκε στη Λαϊκή Τράπεζα και στο μεταξύ χώρισε με το σύζυγο της. Στη συνέχεια υπήρξαν συζητήσεις για επιστροφή της στην εταιρεία πλην όμως δεν υπήρξε συμφωνία μεταξύ τους αφού η Αιτήτρια επέμενε να κατέχει το 75% των μετοχών της συνδεδεμένης εταιρείας, κάτι το οποίο δεν αποδέκτηκε τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγος του διότι επιθυμούσαν να ήταν ακριβοδίκαιοι και με τα δύο τους παιδιά. Σε κάποιο χρονικό σημείο η Αιτήτρια εγκατέλειψε την εργασία της στη Λαϊκή Τράπεζα και ξανάσμιξε με το σύζυγο της. Επιθυμούσε να επιστρέψει στη συνδεδεμένη εταιρεία με το σύζυγο της για να εργαστεί. Έτσι ανέλαβε ξανά καθήκοντα στη συνδεδεμένη εταιρεία. Η δε Αιτήτρια, δήλωνε ότι μέλημα της ήταν να μεγαλώσει την εταιρεία και να εργάζονται σε αυτή όλα τα μέλη της οικογένειας συμπεριλαμβανομένων και των αδελφότεκνων της. (γ) Από την ημέρα της εκ νέου ανάληψης των καθηκόντων της στη συνδεδεμένη εταιρεία συνέχισε την αυταρχική και εγωιστική συμπεριφορά της αναφορικά με τη διαχείριση της συνδεδεμένης εταιρείας και εκδίωξε τόσο τον πατέρα της όσο και τον αδελφότεκνο της Άγγελο Τσολάκη. Ο πατέρας δεχόταν πόλεμο από την Αιτήτρια και το σύζυγο της και ο τελευταίος του ανέφερε ότι θα χαιρόταν πολύ να τον δει στη φυλακή καθότι έκλεβε. Η Αιτήτρια και ο σύζυγος της, του ζητούσαν το ποσό των €450.000 καθότι ισχυρίζονταν ότι αυτό ήταν το ποσό που έδωσε στην άλλη του θυγατέρα. Ο ίδιος όμως αρνήθηκε. Η Αιτήτρια διόρισε το σύζυγο της ως διευθυντή χωρίς να το γνωρίζει και έκτοτε απέκλεισαν τον πατέρα από τη διαχείριση της συνδεδεμένης εταιρείας. Την πλειοψηφία των μετοχών της συνδεδεμένης εταιρείας τον κατέχει η Αιτήτρια. Σύμφωνα με τα όσα ισχυρίζεται ο πατέρας ξεγελάστηκε τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγος του από την Αιτήτρια αφού δεν αντιλήφθηκαν τη σημασία με το να μεταβιβαζόταν μία ακόμη μετοχή στην Αιτήτρια η οποία επιδίωξη της είναι η απόκτηση του αποκλειστικού ελέγχου τόσο της εταιρείας όσο και της συνδεδεμένης εταιρείας και τον αποκλεισμό όλων των υπολοίπων. (δ) Αναφέρει ότι υπάρχει ανάγκη συντήρησης των κτιρίων της εταιρείας κάτι το οποίο διαφαίνεται και από την επιστολή που απέστειλε η δικηγόρος της Αιτήτριας (βλ. Τεκ.4). Ο πατέρας ισχυρίζεται ότι ο εγγονός του είναι πρόσωπο ικανό και κατάλληλο και πληρεί όλα τα προσόντα για τη θέση του διοικητικού συμβούλου ή διαχειριστή στην εταιρεία. Όταν εργαζόταν στη συνδεδεμένη εταιρεία εκτελούσε τα καθήκοντα του με ευσυνειδησία και ήταν αμέμπτου ηθικής και ουδέποτε επέδειξε πλημμέλεια κατά την άσκηση των καθηκόντων του. Σε μια περίπτωση τα πνεύματα οξύνθηκαν σε στιγμές έντονης συζήτησης μεταξύ του Άγγελου Τσολάκη και της Αιτήτριας και του συζύγου της πλην όμως αυτό οφειλόταν στη συμπεριφορά του τελευταίου. Ο διορισμός διαχειριστή για τις εργασίες της εταιρείας είναι καθ' όλα νόμιμος και προς το συμφέρον της εταιρείας και δεν αντιβαίνει σε οποιαδήποτε πρόνοια νόμου ή καταστατικού. (ε) Ο πατέρας αρνείται ότι υπήρξε οποιαδήποτε κακοδιαχείριση, οικειοποίηση μερισμάτων και οικονομικές ατασθαλίες από μέρους του. Έθετε πάντοτε το εταιρικό συμφέρον πάνω από το προσωπικό του συμφέρον. Η Αιτήτρια επωφελήθηκε από την περιουσία που δημιούργησε ο πατέρας της. Η Αιτήτρια δεν αγόρασε τις μετοχές στις εταιρείες αλλά παραχωρήθηκαν από τον πατέρα και τη μητέρα δυνάμει δωρεάς. Δηλώνει ότι η παράλειψη της, να αναφέρει το εν λόγω γεγονός στην αίτηση της όπως και άλλα δείχνει ότι δεν έχει οποιαδήποτε εκτίμηση. Τόσο ο πατέρας όσο και η σύζυγος του δέσμευσαν προσωπική τους περιουσία (γραμμάτια, χρήματα) ως εξασφαλίσεις για να υπάρχει η δυνατότητα παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων προς τη συνδεδεμένη εταιρεία (βλ. Τεκ. 5, 6, 7(α) και 7(β)). Ο πατέρας ισχυρίζεται ότι ουδέποτε παρουσίασε τόσο την εταιρεία όσο και τη συνδεδεμένη εταιρεία ως αναξιόχρεες και δεν είχε οποιοδήποτε συμφέρον να έπραττε κάτι τέτοιο. Οι δε λόγοι που οδήγησαν την τράπεζα στην απόφαση να παγοποιήσει λογαριασμούς της συνδεδεμένης εταιρείας ήταν η ασυμφωνία μεταξύ της Αιτήτριας, του συζύγου της και της άλλης θυγατέρας του ως προς την εξασφάλιση διευκολύνσεων προς τη συνδεδεμένη εταιρεία καθότι η Αιτήτρια και ο σύζυγος της αρνούνταν να δώσουν στην άλλη κόρη του τα λογιστικά βιβλία προς επιθεώρηση. Η Αιτήτρια πάντοτε υπέγραφε τους λογαριασμούς που ετοιμάζονταν από ελεγκτικό οίκο πλην όμως σε αυτό το στάδιο αμφισβητεί τις εν λόγω οικονομικές καταστάσεις. Το λογιστικό τμήμα της συνδεδεμένης εταιρείας, την οποία διαχειρίζεται η Αιτήτρια, ελέγχει τα λογιστικά της εταιρείας. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς της για τις οικονομικές καταστάσεις για το 2011 και 2012 ο πατέρας ισχυρίζεται ότι οι λογαριασμοί του 2011 είναι έτοιμοι σε αντίθεση με τους λογαριασμούς του 2012 καθότι η Αιτήτρια αρνείται να δώσει τις πληροφορίες που της ζήτησαν οι ελεγκτές με επιστολή τους ημερ. 13.5.2014 (βλ. Τεκ.10). (στ) Ο πατέρας αναφέρει ότι πράγματι η θυγατέρα του προέβηκε σε καταγγελία εναντίον του στην αστυνομία ισχυριζόμενη πλαστογραφία πλην όμως ο ίδιος αρνείται τον εν λόγω ισχυρισμό και περαιτέρω αναφέρει ότι πράγματι έθεσε υπογραφές σε συγκεκριμένο έγγραφο αφού προηγουμένως η Αιτήτρια συμφώνησε και συναίνεσε να υπογράψει για λογαριασμό της. (ζ) Σε σχέση με την εξοχική κατοικία η οποία δωρήθηκε στον Αντικαρκινικό Σύνδεσμο, ο πατέρας ισχυρίζεται ότι αυτή ανήκει στη σύζυγο του και όχι στον ίδιο (βλ. Τεκ.13) και ότι το μόνο που παραχωρήθηκε στην Αιτήτρια ήταν η άδεια να το επισκέπτεται κατά καιρούς με τον ίδιο τρόπο που δόθηκε άδεια και στην άλλη τους κόρη και στα εγγόνια τους. Η σύζυγος του ήταν αυτή που αποφάσισε να δωρίσει την εν λόγω κατοικία και δεν χρειαζόταν η οποιαδήποτε έγκριση οποιουδήποτε μέλους της οικογένειας. Η Αιτήτρια με επιστολή της δικηγόρου της ημερ. 27.5.2014 (βλ. Τεκ.14) πληροφορούσε τον Αντικαρκινικό Σύνδεσμο ότι δυνάμει συμφωνίας με τους γονείς της, η κατοικία θα μεταβιβαζόταν προς αυτή δυνάμει δωρεάς και ως νόμιμη κάτοχος απαγόρευε την είσοδο στην κατοικία χωρίς την άδεια της. Με επιστολή του δικηγόρου της μητέρας ημερ. 6.11.2013, την καλούσε να παραδώσει τα κλειδιά (βλ. Τεκ.15). (η) Ο λόγος που ορίστηκε η συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου στις 13.6.2014 ήταν διότι τη μεθεπόμενη μέρα ο πατέρας και η σύζυγος του θα αναχωρούσαν στο εξωτερικό για επαγγελματικούς λόγους. Ο δε λόγος που δεν κράτησε ο ίδιος τα πρακτικά ήταν διότι αδυνατούσε να γράψει αβάσιμους ισχυρισμούς και κατηγορίες εναντίον του εγγονού του και τότε ήταν η Αιτήτρια που άρχισε να καταγράφει και αυτή παρέλειψε να συμπληρώσει το τι λέχθηκε στην έντονη συζήτηση και διαφωνία. Η Αιτήτρια άρχισε να φωνάζει και να βρίζει τον πατέρα της και να προβαίνει σε άσεμνες αναφορές προς τον εγγονό του. Ενόψει των πιο πάνω φορτίστηκε συναισθηματικά, στεναχωρήθηκε και τελικά αποχώρησε. Πριν αποχωρήσει υπό καθεστώς συναισθηματικής φόρτισης έθεσε τη μονογραφή του στο πρακτικό αφού η θυγατέρα του ωρυόταν και τον πίεσε να μονογράψει. Ο πατέρας δεν ανέγνωσε το περιεχόμενο του εν λόγου εγγράφου.
- Όπως διαφαίνεται από την εκατέρωθεν προσκομισθείσα μαρτυρία, στις 12.3.2015 συγκλήθηκε συνεδρία του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας στα γραφεία της εταιρείας Πατρίκιος Παύλου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ. Στην εν λόγω συνεδρία παρόντες, μεταξύ άλλων, ήταν η Αιτήτρια, ο πατέρας της, η Παναγιώτα Κωνσταντινίδη ως επίσης και οι συνήγοροι τους. Λήφθηκαν αποφάσεις για διορισμό νομικών συμβούλων, διορισμός νέου γραμματέα, ορισμός διεύθυνσης εγγεγραμμένου γραφείου, παράδοση μητρώων, εγγράφων και λογιστικών βιβλίων, οικονομικές καταστάσεις της εταιρείες, συμφωνίες με τρίτους και επικύρωση ενεργειών προέδρου. Η μεν Αιτήτρια ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι οι πιο πάνω αποφάσεις ήταν παράνομες και αντικαταστατικές. Αναφέρει στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της ημερ. 18.3.2015 ότι στις 3.2.2015 καταχωρήθηκε αγωγή από μέρους της Αιτήτριας και της συνδεδεμένης εταιρείας και εναντίον της εταιρείας, του πατέρα, της μητέρας και της αδελφής της. Ο δικηγόρος της εταιρείας, της δήλωσε ότι η καταχώρηση της πιο πάνω αγωγής από μέρους της ήταν ο λόγος μεταφοράς του λογιστηρίου της εταιρείας. Περαιτέρω η Αιτήτρια αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι ο πατέρας και η μητέρα της, εν αγνοία της προχώρησαν σε άνοιγμα λογαριασμού σε τράπεζα κατόπιν απόφασης του διοικητικού συμβουλίου πλην όμως η ίδια ουδέποτε ειδοποιήθηκε να συμμετάσχει στην πιο πάνω συνεδρία. Η εταιρεία αρνείται τους ισχυρισμούς όπως αυτοί προβάλλονται από μέρους της Αιτήτριας και ισχυρίζονται ότι οι πιο πάνω αποφάσεις είναι νομότυπες και σύμφωνα με το καταστατικό και ότι το άνοιγμα του λογαριασμού ήταν αναγκαίο για προστασία των συμφερόντων της εταιρείας αφού το λογιστήριο των δύο εταιρειών ελέγχεται αποκλειστικά από την Αιτήτρια, όπως η ίδια παραδέχεται.
- Περαιτέρω επισημαίνω ότι έθεσα ενώπιον μου το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε και από τις δύο πλευρές με τις αρχικές αλλά και τις συμπληρωματικές τους ένορκες δηλώσεις.
- Οι συνήγοροι των διαδίκων περιορίστηκαν σε αγορεύσεις. Δεν αντεξετάστηκαν οι ενόρκως δηλούντες. Στο στάδιο των αγορεύσεων ο μεν συνήγορος της Αιτήτριας εισηγήθηκε ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για την οριστικοποίηση του διατάγματος που εκδόθηκε σε αντίθεση με το συνήγορο της Καθ' ης η αίτηση εταιρείας ο οποίος, μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι στην προκείμενη περίπτωση το εκδοθέν διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί για τους λόγους που εμφαίνονται στην ένσταση. Έχω θέσει ενώπιον μου όλα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους. 9.1 Κατά πόσο αποδείχθηκε κατ' επείγον ζήτημα Το άρθρο 9
(1)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, προβλέπει ότι, κάθε διάταγμα το οποίο το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει δύναται, όταν αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις, να εκδοθεί με αίτηση του ενός από τους διαδίκους χωρίς ειδοποίηση στον άλλο. Η κατάδειξη του στοιχείου του κατεπείγοντος αποτελεί δικαιοδοτικό όρο, προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου (βλ. Ιn re B.P. (Cyprus Ltd)
(1996)1(B) A.A.Δ.861). Όπως τονίστηκε και στη Louis Vuitton v. Δερμοσάκ κ.α.
(1992)1 Α.Α.Δ.1453, στη σελ.1462, η έκδοση προσωρινού διατάγματος ex-parte συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την απόδοση θεραπείας, χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί. Στην υπόθεση Aspis LIBERTY LIFE INSURANCE PUBLIC CO LTD v. Ελεονώρας άλλως Νόρας Σιακατίδου Πολ. Εφ. Αρ. 52/2010 αναφέρθηκαν τα εξής: «Ένα διάταγμα υπόκειται σε ακύρωση όταν το στοιχείο του κατεπείγοντος απουσιάζει, εφόσον κατά πάγια νομολογία απουσιάζει κατ' αναλογίαν το δικαιοδοτικό βάθρο και η εξουσία του Δικαστηρίου για την έκδοση του στην απουσία του αντιδίκου (Stavros Hotel Apartments Ltd (No.2)
(1994)1 A.A.Δ.836, 841, Βabel Boutique Ltd
(1995)1 A.A.Δ.947, 954, Ιερά Μητρόπολη Πάφου ν. Aristo Developers Ltd
(2011)1 A.A.Δ.1377 και Έλενα Αμβροσιάδου ν. Martin Coward, Έφεση αρ. 3/2011, ημερομηνίας 15.1.2013). Είναι πλέον παγιωμένο ότι μόνο εκεί όπου συντρέχουν λόγοι που εξ αντικειμένου καθιστούν τη γνωστοποίηση του αιτήματος στον αντίδικο αδύνατη μπορεί να δικαιολογηθεί παρέκβαση ώστε να χορηγηθεί θεραπεία χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά (Χατζηβασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd
(2004)1 A.A.Δ.203, σ.207). Έχει επικριθεί επανειλημμένως από το Εφετείο το οποίο είχε κατακρίνει την ευκολία με την οποία εκδίδονται διατάγματα επί μονομερούς αίτησης ως θέμα συνήθους τακτικής, χωρίς εκείνο τον ιδιαίτερο προβληματισμό που η φύση του θέματος απαιτεί για να καταδειχθεί αν πράγματι το ζήτημα είναι επείγον έτσι "που να παραγνωρίζεται θεμελιακή σημασία του κατεπείγοντος ως δικαιοδοτικού όρου, τακτική μάλιστα που απολήγει συχνά σε εξευτελισμό της διαδικασίας αφού με δεδομένη πλέον την έκδοση του διατάγματος ex parte η τελική κρίση παρατείνεται αδικαιολογήτως," (Αμβροσιάδου (ανωτέρω)). Το κατεπείγον ως δικαιοδοτικός όρος μπορεί να κρίνεται και στα πλαίσια της έφεσης κατά της απόφασης οριστικοποίησης του, εφόσον μάλιστα είχε εγερθεί και πρωτοδίκως και εγείρεται κατ' έφεση (Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ κ.α.
(1992)1 Α.Α.Δ.1453, 1462). Ένα Δικαστήριο όταν επιλαμβάνεται μονομερούς αίτησης και παραχωρεί το διάταγμα δύναται να επανεξετάσει μετά από καταχώριση σχετικής ένστασης όλα τα ζητήματα, συμπεριλαμβανομένου και του ζητήματος του χρόνου, ως στοιχείο που εμπίπτει στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του, ώστε να καταλήξει να επικυρώσει ή να ακυρώσει ένα διάταγμα υπό το φως του συνόλου των γεγονότων που έχουν τεθεί ενώπιον του και από τους δύο πλέον διαδίκους. Είναι σαφές ότι το είδος της θεραπείας που επιζητείται, η πολυπλοκότητα της υπόθεσης και τα επιμέρους στοιχεία που συνθέτουν τη διαφορά, λαμβάνονται υπόψη και επιδρούν αναλόγως στην απόφαση του Δικαστηρίου επί της καθυστέρησης (Seamark Consultancy Services (ανωτέρω) και Ιερά Μητρόπολη Πάφου (ανωτέρω)). Στην υπόθεση Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G. κ.α. ν. Adeona Holdings Limited Πολ. Εφ. Αρ. Ε6/2014 ημερ. 27.2.2015 αναφέρθηκαν τα εξής: «Υπάρχει όμως και μια άλλη διάσταση στο θέμα του κατεπείγοντος. Όπου εκδίδεται μονομερώς ένα διάταγμα και στη συνέχεια, αφού ακουστεί και ο εναγόμενος, τεθεί θέμα ότι το διάταγμα δεν θα έπρεπε να είχε εκδοθεί μονομερώς, το δικαστήριο θα πρέπει με φειδώ να προχωρεί σε ακύρωση του παρεμπίπτοντος διατάγματος, ιδιαίτερα όταν ο ενάγων δεν συνέβαλε και ούτε απέκρυψε οποιαδήποτε στοιχεία ώστε να θεωρηθεί ότι παραπλάνησε το δικαστήριο για να δεχθεί να εξετάσει την αίτηση στην απουσία της άλλης πλευράς. Όπως νομολογήθηκε πρόσφατα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Κούππα ν. Πουλλά Τσαδιώτη Λίμιτεδ κ.α., Πολ. Εφ. Αρ. 312/10, ημερ. 17.7.2014, όταν εγερθεί θέμα κατεπείγοντος μετά που ακουστεί ο εναγόμενος, το θέμα δεν "θα πρέπει να αφήνεται να καταστρατηγεί το ζητούμενο . και να αποπροσανατολίζει από τον στόχο, αλλά να εκλαμβάνεται εξ αρχής ως καθήκον του Δικαστηρίου να εξετάζει με προσοχή το υλικό που τίθεται ενώπιον του.". Σχετικές είναι επίσης και οι υποθέσεις Κασπαρή ν. Ανδρέου
(2004)1Β Α.Α.Δ.784 και Αποστόλου ν. Ιωάννου
(2012)1Α Α.Α.Δ.604, στις οποίες εκφράστηκαν επιφυλάξεις ως προς την προηγούμενη νομολογία επί του θέματος.» 9.2 Στην προκείμενη περίπτωση όπως διαφαίνεται από το σύνολο της μαρτυρίας που προσκομίστηκε, διαφαίνεται ότι οι σχέσεις μεταξύ της Αιτήτριας και των, πατέρα, μητέρας, αδελφής και αδελφότεκνου θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως κακές. Οι δε διαφορές και αντιπαραθέσεις μεταξύ τους άρχισαν χρόνια πριν και εξακολουθούν να υφίστανται μέχρι και σήμερα. Η Αιτήτρια πληροφορήθηκε στις 4.6.2014 από τον πατέρα της για συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας στις 11.6.2014 στην οποία θα συζητείτο, μεταξύ άλλων, ο διορισμός του Άγγελου Τσολάκη ως διοικητικού συμβούλου ως επίσης και ο διορισμός διαχειριστή της εταιρείας. Λίγες μέρες μετά και ειδικότερα στις 13.6.2014 καταχώρησε την αίτηση. Ο χρόνος που έχει διαρρεύσει δηλαδή από τις 4.6.2014 μέχρι τις 13.6.2014 δεν καταδεικνύει καθ' οιονδήποτε τρόπο αδικαιολόγητη καθυστέρηση από μέρους της Αιτήτριας και δεν θεωρώ ότι εξέλειπε ο δικαιοδοτικός όρος του κατ' επείγοντος από απόψεως του στοιχείου απόδειξης του κατ' επείγοντος.
- Ισχυρισμός ότι υπήρξε απόκρυψη και μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Καθ' ης η αίτηση εισηγήθηκε ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί καθότι η Αιτήτρια απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα τα οποία μπορούσαν να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου όταν μονομερώς εξέταζε την αίτηση. Η ύπαρξη του καθήκοντος για αποκάλυψη σε μονομερείς αιτήσεις και το βάρος τέτοιου καθήκοντος δεν αμφισβητείται. Πρόκειται για αρχή η οποία έχει αποκρυσταλλωθεί πριν 100 περίπου χρόνια. Θεμελιακή είναι η υπόθεση Rex v. Kensington Income Tax Commissioners [1917]1 K.B.
- O διάδικος που επιζητά μονομερή θεραπεία έχει υποχρέωση για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιαστικών γεγονότων που είναι εν γνώσει του ή που θα μπορούσε να αποκαλύψει με εύλογη έρευνα. Ως ουσιώδη γεγονότα θεωρούνται εκείνα τα στοιχεία και γεγονότα τα οποία μπορούν να βοηθήσουν το δικαστήριο για να καταλήξει σε ορθά συμπεράσματα ή, με άλλα λόγια ουσιώδες είναι εκείνο το γεγονός που μπορεί να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Εάν διαπιστωθεί παράβαση της υποχρέωσης αυτής το δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί την απόδοση θεραπείας, ανεξάρτητα από το εάν η παράβαση είναι αθώα ή σκόπιμη (βλ. υπόθεση Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G. κ.α. ν. Adeona Holdings Limited Πολ. Εφ. Αρ. Ε6/2014 ημερ. 27.2.15 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). Όπως διαφαίνεται από τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την ένσταση ο πατέρας της Αιτήτριας ισχυρίζεται ότι οι μετοχές στην εταιρεία δωρήθηκαν στην Αιτήτρια θυγατέρα του, γεγονός το οποίο η τελευταία παραλείπει να αναφέρει. Επίσης η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι η εταιρεία μεταβίβασε εξ' ολοκλήρου τις δραστηριότητες της στη συνδεδεμένη εταιρεία το 2003 για το αντάλλαγμα των Λ.Κ.814.
- Η Καθ' ης η αίτηση, σε σχέση με το πιο πάνω γεγονός, επισημαίνει ότι δεν εξοφλήθηκε το πιο πάνω ποσό, γεγονός το οποίο γνώριζε η Αιτήτρια και αυτό προκύπτει από την ετήσια έκθεση της συνδεδεμένης εταιρείας σύμφωνα με την οποία κατά το έτος 2009 οφειλόταν το πιο πάνω ποσό και κατά το 2010 οφειλόταν το ποσό των €640.
- Οι εν λόγω εκθέσεις υπογράφηκαν από την Αιτήτρια. Η Αιτήτρια στην ένορκη δήλωση της, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι παρά το γεγονός ότι ο πατέρας της παραχώρησε την κατοχή μιας κατοικίας πριν από αρκετά χρόνια, διατηρώντας όμως ο ίδιος την ιδιοκτησία, χωρίς να την ειδοποιήσει, το μεταβίβασε δυνάμει δωρεάς στον Αντικαρκινικό Σύνδεσμο. Όπως διαφαίνεται από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση αλλά και από τον τίτλο ιδιοκτησίας το εν λόγω ακίνητο δεν ανήκει στον πατέρα αλλά στη μητέρα. Πέραν δε τούτου, η Αιτήτρια όμως ισχυρίζεται ότι προέβαλε τον πιο πάνω ισχυρισμό για να καταδείξει τη συγκρουσιακή προσωπική σχέση που έχει με τον πατέρα της και ρητά αναφέρει ότι δεν συνδέεται άμεσα με τις εργασίες της εταιρείας. Η Αιτήτρια είναι μέτοχος της εταιρείας. Ο τρόπος απόκτησης των μετοχών από μέρους της και ο ισχυρισμός ότι δεν εξοφλήθηκε πλήρως το πιο πάνω αντάλλαγμα αλλά και τα άλλα γεγονότα δεν κρίνονται ως ουσιώδη τα οποία μπορούσαν να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Καθ' ης η αίτηση εισηγήθηκε ότι η Αιτήτρια απέκρυψε το γεγονός ότι ο πατέρας και η μητέρα της παραχώρησαν εξασφαλίσεις ώστε να παρέχονται τραπεζικές διευκολύνσεις της εταιρείας. Η Αιτήτρια στην ένορκη δήλωση της αναφέρει ότι ο πατέρας της είναι «εγγυητής σε δάνεια και/ή τραπεζικές διευκολύνσεις υπό μορφή δανείου, λογαριασμού παρατραβήγματος ή άλλων διευκολύνσεων από την Τράπεζα Κύπρου προς τις εταιρείες.». Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα αναφέρονται πιο πάνω, κρίνω ότι η Αιτήτρια δεν έχει αποκρύψει το πιο πάνω γεγονός, ως η σχετική εισήγηση. Προβλήθηκε ο ισχυρισμός από μέρους του συνηγόρου της Καθ' ης η αίτηση ότι γεγονότα που εξέθεσε η Αιτήτρια δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Με βάση τις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις προκύπτει ότι υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα. Το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν εξετάζει την αίτηση με γνώμονα την κατάληξη τελικών συμπερασμάτων. Το έργο αυτό θα πρέπει να διεξαχθεί στο στάδιο της ουσίας της υπόθεσης. Με βάση όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι η Αιτήτρια δεν απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα τα οποία μπορούσαν να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Η Αιτήτρια απεκάλυψε όλα τα ουσιαστικά γεγονότα. Συνακόλουθα η σχετική εισήγηση δεν με βρίσκει σύμφωνο και απορρίπτεται. 11.1 Η νομολογία σε σχέση με τα προσωρινά διατάγματα είναι πασίγνωστη και το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 έχει αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων (βλ. Odysseos v. Pieris Estates & others
(1982)1 C.L.R.557). Oι αρχές καθορίστηκαν ως ακολούθως: (α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Το ερώτημα τούτο απαντάται θετικά εάν αντικειμενικά από τα δικόγραφα προκύπτει η ύπαρξη καλής βάσης αγωγής. Δεν χρειάζεται η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις για την πιθανότητα ύπαρξής του (Τ.Α. Μicrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 A.A.Δ.1802). (β) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας (visible chance of success), δηλαδή πιθανότητας οι ενάγοντες να δικαιούνται σε θεραπεία. Εκείνο το οποίο απαιτείται να αποδειχθεί στο στάδιο της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος είναι κάτι περισσότερο από την απλή πιθανολόγηση, αλλά κάτι λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις (βλ. Louis Vuitton v. Δερμοσάκ κ.α.
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ.1453). (γ) Ότι, εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στους Ενάγοντες σε μεταγενέστερο στάδιο. Αν οι αποζημιώσεις, με το μέτρο που ανακτώνται σύμφωνα με το κοινοδίκαιο, θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία και ο/οι εναγόμενος/οι θα ήταν σε οικονομική θέση να τις καταβάλουν, το Δικαστήριο κανονικά θα αρνηθεί να χορηγήσει παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα όσο ισχυρή και αν φαίνεται η αξίωση του ενάγοντα. 11.2 Επιπρόσθετα σε κάθε περίπτωση εξετάζεται από το Δικαστήριο κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ή να διατηρηθεί ένα διάταγμα (βλ. Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd Πολ. Εφ. Αρ. 145/11 ημερ. 13.6.2013). 11.3 Το Δικαστήριο δεν εξετάζει στο στάδιο αυτό την αίτηση με γνώμονα την κατάληξη τελικών συμπερασμάτων δεδομένου ότι αυτό αποτελεί έργο του εκδικάζοντος την ουσία της υπόθεσης Δικαστηρίου (Jonidexo v. Adidas [1984] 1 Α.Α.Δ. 263 και Γρηγορίου v. Χριστοφόρου [1995] 1 Α.Α.Δ. 248, 269-70). Αναμφίβολα κάποια αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας σε σχέση με τη διαπίστωση της ικανοποίησης των κριτηρίων είναι αναγκαία όπως υπεδείχθη και στην υπόθεση Οδυσσέως (πιο πάνω) σελ. 569 χωρίς όμως να ισοδυναμεί αυτή η αξιολόγηση με τελεσίδικη κρίση. 12.1 Ισχυρισμός ότι υπήρξε λανθασμένο δικαστικό διάβημα από την Αιτήτρια Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Καθ' ης η αίτηση ισχυρίστηκε ότι η Αιτήτριας προέβη σε λανθασμένο δικαστικό διάβημα και ειδικότερα καταχώρησε αίτηση ενώ θα έπρεπε να είχε καταχωρήσει παράγωγη αγωγή. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η θέση του συνηγόρου της Αιτήτριας. 12.2 Η αίτηση βασίζεται και στα άρθρα 202 και 211 του περί Εταιρειών Νόμου. Το δε άρθρο 202 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113 προνοεί: «202.-
(1)Οποιοδήποτε μέλος εταιρείας που παραπονείται ότι οι υποθέσεις της εταιρείας διεξάγονται με τρόπο καταπιεστικό μέρους των μελών (περιλαμβανομένου του ιδίου),. δύναται να μεριμνήσει για την υποβολή αίτησης στο Δικαστήριο για διάταγμα σύμφωνα με το άρθρο αυτό.
(2)Αν σε τέτοια αίτηση το Δικαστήριο έχει τη γνώμη - (α) ότι οι υποθέσεις της εταιρείας διεξάγονται όπως προαναφέρθηκε και (β) ότι η εκκαθάριση της εταιρείας θα επηρέαζε δυσμενώς εκείνο το μέρος των μελών, αλλά διαφορετικά, τα γεγονότα θα δικαιολογούσαν την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης για το λόγο ότι ήταν δίκαιο και σύμφωνα με τους κανόνες της επιείκειας όπως η εταιρεία εκκαθαριστεί, το Δικαστήριο δύναται, για το σκοπό επίλυσης των θεμάτων αναφορικά με εκείνα που υποβλήθηκε παράπονο, να εκδώσει τέτοιο διάταγμα που θεωρεί σωστό, είτε για τη ρύθμιση της μελλοντικής διεξαγωγής των υποθέσεων της εταιρείας ή για την αγορά των μετοχών οποιωνδήποτε μελών της εταιρείας από άλλα μέλη της εταιρείας ή από την εταιρεία και, σε περίπτωση αγοράς από την εταιρεία, για την ανάλογη μείωση του κεφαλαίου της εταιρείας, ή διαφορετικά.» 12.3 Ο κανόνας του Κοινού Δικαίου, που τέθηκε στην υπόθεση Foss v. Harbottle [1843]67 E.R.189, λέγει ότι αν μία εταιρεία γίνεται θύμα αδικήματος, τότε, επειδή αποτελεί διαφορετική οντότητα από τους μετόχους της, εκ πρώτης όψης είναι η εταιρεία που θα πρέπει να εγείρει αγωγή (βλ. Mammous κ.α. v. Willstrop κ.α.
(2012)1Α Α.Α.Δ.90). Ο κανόνας στην Foss ανωτέρω, είναι ότι τα Δικαστήρια αρνούνται να ικανοποιήσουν αιτήματα μελών της μειοψηφίας των μετόχων τα οποία, μέλη, είναι δυσαρεστημένα με τη διαχείριση των υποθέσεων της εταιρείας από την πλειοψηφία ή από το Διοικητικό Συμβούλιο και ούτε επεμβαίνουν στη διεύθυνση της εταιρείας. Κατ' εξαίρεση, επιτρέπεται επέμβαση ύστερα από αίτημα μελών της μειοψηφίας των μετόχων όταν
(1)η πράξη (act or transaction) της εταιρείας είναι παράνομη ή έγινε καθ' υπέρβαση εξουσίας (ultra vires),
(2)η πράξη συνιστά δόλο (fraud) εναντίον της μειοψηφίας, οι δε αδικοπραγούντες διαθέτουν τον έλεγχο της εταιρείας,
(3)η πράξη μπορεί να τελεσθεί ή επικυρωθεί νόμιμα, μόνο με ειδική πλειοψηφία,
(4)η πράξη παραβιάζει τα προσωπικά δικαιώματα συγκεκριμένου μετόχου ή μετόχων, και,
(5)η πράξη παραβιάζει το καταστατικό της εταιρείας. (Βλ. Palmers Company Law, 24η έκδοση, παράγραφοι 65-04, σελ.980, Farrar's Company Law, Third Edition, 1991, σελ.442 επ., Charlesworth and Cain Company Law, Eleventh edition, 1977, σελ.376 επ., R. Pennington Company Law, Eighth edition, σελ.795 επ. και Θωμά Αίμ. κ.α. ν. Ι. Ηλιάδη
(2006)1 Α.Α.Δ.1263 και Χειμωνίδης ν. Investylia Public Co. Ltd
(2008)1B A.A.Δ.1117). Στη δε υπόθεση Πιρίλλης, ανωτέρω, σε σχέση με το πιο πάνω θέμα αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Οι περισσότερες υποθέσεις σχετίζονται με τη δυνατότητα ελέγχου ή την κατοχή άμεσα ή έμμεσα της πλειοψηφίας των μετοχών, αλλά μέσα από τις αποφάσεις θεωρείται ολοένα και πιο πολύ αποδεκτό ότι θα ήταν δίκαιο να επιτρέπεται η παράγωγη αγωγή και σε άλλες περιπτώσεις, όπου το γενικότερο συμφέρον της δικαιοσύνης το καθιστά επάναγκες, ακόμη και όπου οι αδικοπραγήσαντες διοικητικοί σύμβουλοι κατέχουν λιγότερο από το ήμισυ των μετοχών. Στον Palmer's 20η έκδ. σελ.502, αναγνωρίζεται η δυνατότητα ύπαρξης περιπτώσεων όπου αν και η αδικοπραξία μπορεί να μην θεωρείται δόλος ή να ενεργοποιείται η νομοθετικά κατοχυρωμένη προστασία της μειονότητας, εν τούτοις το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί και περαιτέρω εξαιρέσεις του κανόνα στην Foss v. Harbottle [1843]2 Hare 461, όπως λέχθηκε και από τον Jessel M.R. στην Russel v. Wakefield Waterworks Co. [1875] L.R.20 Eq.474. Στην Καναδική Glass v. Atkin [1967] 65 D.R.L. 2d 501, θεωρήθηκε ότι σε μια εταιρεία που τα μετοχικά συμφέροντα ήσαν ίσα κατά 50% σε κάθε κατηγορία μετόχων, οι ενάγοντες οι οποίοι κατείχαν το 50% μπορούσαν να εγείρουν παράγωγη αγωγή διότι ο εναγόμενος και η σύζυγος του, που μαζί κατείχαν το άλλο 50% μπορούσαν αποτελεσματικά να εμποδίσουν τη γενική συνέλευση από του να περάσει ψήφισμα προς έγερση αγωγής.» Το άρθρο 202 αναφέρεται στις περιπτώσεις όπου υπάρχει καταπίεση της μειοψηφίας από την εταιρεία η οποία ενεργεί μέσω της πλειοψηφίας (βλ. Πιρίλλης κ.α. ν. Κουή
(2004)1Α Α.Α.Δ.136) και η από το νόμο θεραπεία παρέχεται εφόσον διαπιστωθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις όπως αυτές τέθηκαν στην υπόθεση Pelmako Development Ltd
(1999)1B A.A.Δ.1369 και όπως αυτές παρατίθενται στην παράγραφο 13.1, κατωτέρω. Το δε άρθρο 211 του Κεφ.113 αναφέρεται στις περιπτώσεις που η εταιρεία δύναται να εκκαθαριστεί από το Δικαστήριο. Στο δε σύγγραμμα Palmer's Company Law (21η έκδ., σελ.511) αναφέρονται τ' ακόλουθα: «.the law now gives an oppressed minority shareholder a remedy alternative to a petition for compulsory winding up under the just and equitable clause (s.210).» 12.4 Όπως έχει ήδη προαναφερθεί, το Δικαστήριο στο στάδιο τούτο, δεν εξετάζει την αίτηση με γνώμονα την κατάληξη τελικών συμπερασμάτων επί του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης δεδομένου ότι αυτό αποτελεί έργο του εκδικάζοντος στην ουσία της υπόθεσης Δικαστηρίου. Στο στάδιο αυτό με βάση όλα τα πιο πάνω, δεν θεωρείται ότι η Αιτήτρια έλαβε λανθασμένο δικαστικό διάβημα ώστε να συμπαρασύρει σε ακύρωση το διάταγμα. Περαιτέρω, στην προκείμενη περίπτωση με βάση τα δικόγραφα κρίνω ότι ικανοποιείται η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση αφού υφίστανται σοβαρές ενδείξεις για την πιθανότητα ύπαρξης του (βλ. Τ.Α. Μicrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation, ανωτέρω). 13.1 Η προβλεπόμενη από το άρθρο 202 του νόμου θεραπεία παρέχεται εφόσον διαπιστωθεί ότι συντρέχουν οι πιο κάτω προϋποθέσεις οι οποίες, ακολουθούν μεταξύ τους σειρά λογικής αλληλουχίας ήτοι, (α) ότι η διαχείριση των υποθέσεων της εταιρείας γίνεται κατά τρόπο καταπιεστικό για κάποιο από τους μετόχους ή για μερίδα των μετόχων, (β) ότι το Δικαστήριο θα ήταν διατεθειμένο να εκδώσει διάταγμα διάλυσης της εταιρείας με βάση το άρθρο 211(στ) του νόμου, (γ) πλην όμως η έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος θα ήταν επιζήμια και θα επηρέαζε αδίκως τους ίδιους τους μετόχους που υφίστανται την καταπίεση (βλ. Pelmako Development Ltd
(1999)1B A.A.Δ.1369). Το άρθρο 202 του νόμου εκτός από κάποιες τυπικές και επουσιώδεις λεκτικές διαφορές αποτελεί αντιγραφή του άρθρου 210 του Αγγλικού Company's Act 1948. Αυτό σημαίνει πως μπορεί να αντληθεί καθοδήγηση επί του θέματος από την Αγγλική νομολογία (βλ. Pelmako Development Ltd, ανωτέρω). Το άρθρο 210 του Αγγλικού νόμου δεν παρέχει στο Δικαστήριο απεριόριστη δικαιοδοσία να επεμβαίνει στις υποθέσεις εταιρείας. Το Δικαστήριο δύναται να ασκήσει την αρμοδιότητα του, μόνο εάν οι απαιτήσεις του πιο πάνω άρθρου ικανοποιούνται (βλ. Palmer's Company Law, 21η έκδ., σελ.512). 13.2 Στην υπόθεση In Re Pelmako Development Ltd
(1991)1 A.A.Δ.246 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Στην υπόθεση Re Five Minute Car Wash Service Ltd [1966]1 All E.R.242 αναλύεται η έννοια του όρου «καταπίεση» στο πλαίσιο του άρθρου της αγγλικής νομοθεσίας που αντιστοιχεί με το άρθρο 202 του Κεφ.113, και εξηγείται ότι το παράπονο - (α) πρέπει να αφορά τα δικαιώματα των μελών της εταιρείας, (β) να σχετίζεται με τη διαχείριση της εταιρείας, και (γ) να καθιστά όχι μόνο δίκαιη και εύλογη τη διάλυσή της, αλλά και να συνιστά, λόγω του τρόπου διαχείρισης της εταιρείας, καταπίεση για εκείνους που επιδιώκουν τη διάλυση της εταιρείας. Τι συνιστά "καταπίεση" εξηγείται στην απόφαση της δικαστικής επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση Scottish Co-Operative Wholesale Society Ltd v. Meyer [1958]3 All E.R.66;
(1959)A.C.324. O όρος περιλαμβάνει συμπεριφορά η οποία ενέχει το στοιχείο της έλλειψης αξιοπιστίας (probity), ή δίκαιας μεταχείρισης (fair dealing) της μέλη της εταιρείας σε σχέση με τα δικαιώματα της ως μέτοχοι. Αντίθετα, ανεπάρκεια (inefficiency) ή αμέλεια στη διαχείριση των υποθέσεων της εταιρείας, δεν τεκμηριώνει καταπιεστική συμπεριφορά. Η σημασία του όρου "δίκαια και εύλογη" (just and equitable), έχει της εξηγηθεί σε της αποφάσεις. Εννοιολογικά, ο όρος "equitable" δεν έχει διάφορη σημασία από τον όρο "just". Στο αγγλικό της δίκαιο, ο όρος ενέχει ειδική έννοια (term of art), συνυφασμένη με της αρχές της επιείκειας (equity), της αυτές αναπτύχθηκαν και διαμορφώθηκαν στο αγγλικό δίκαιο. Η επιείκεια έχει ως λόγο το μετριασμό των επιπτώσεων εφαρμογής των αρχών του θετικού δικαίου όταν τούτο επιβάλλουν οι αρχές της δικαιοσύνης (equity). Οι αρχές της επιείκειας επενεργούν στο προσωπικό επίπεδο και αποβλέπουν στον περιορισμό κατάχρησης στην άσκηση δικαιωμάτων. .» 13.3 Στην υπόθεση Κaraoglanian & Sons Others v. Karaoglanian and Another
(1977)4 J.S.C.488 γίνεται εκτεταμένη ανάλυση της αγγλικής νομολογίας και των πράξεων που μπορεί να στοιχειοθετούν καταπίεση της μειοψηφίας. Ιδιαίτερης σημασίας είναι η απόφαση της δικαστικής επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην Ebrahimi v. Westbourne Galleries Ltd. [1972]2 Αll E.R.492, στην οποία επικεντρώθηκε η προσοχή του δικαστηρίου στις αρχές βάσει των οποίων μπορεί να διαταχθεί η διάλυση εταιρείας η οποία εδράζεται σε συνεταιρική βάση. Η πτώση του συνεταιρικού βαθμού μεταξύ των εταίρων παρέχει, εφόσο κρίνεται και εύλογο, έρεισμα για τη διάλυση της εταιρείας. Ο όρος «equitable», επισημαίνεται τις αρχές της επιείκειας και συναρτά την άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχει το καταστατικό της εταιρείας με το επίπεδο εκείνο της συμπεριφοράς που πρέπει να χαρακτηρίζει την καλόπιστη άσκηση δικαιωμάτων και εκπλήρωση υποχρεώσεων (βλ. In Re Pelmako Development Ltd
(1991)1 A.A.Δ.246). 13.4 Στο πιο πάνω σύγγραμμα η έννοια της καταπίεσης καθορίζεται ως ακολούθως: «'Οppressive' conduct, for the purpose of section 210, means that the company has exercised its authority 'in a manner burdensome, harsh and wrongful.' It must go beyond what is required to make out a case for a winding-up order and must indicate some lack of probity or fair dealing towards one or more members of the company. 'Oppression under section 210,' said Lord Keith in Scottish Co-operative Wholesale Society Ltd v. Meyer, 'might take various forms. The section introduces a wide power to the court to deal with a situation in an equitable manner.'» 13.5 Όπως διαφαίνεται από τις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις υπάρχουν αντίθετοι ισχυρισμοί σε σχέση με αρκετά θέματα. Προκύπτει από το σύνολο της μαρτυρίας ότι οι σχέσεις της Αιτήτριας με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας της δεν είναι καλές, γεγονός, το οποίο λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο. Το ερώτημα το οποίο θα πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας και ειδικότερα κατά πόσο η διαχείριση των υποθέσεων της εταιρείας γίνεται κατά τρόπο καταπιεστικό για την Αιτήτρια, κατά πόσο το Δικαστήριο θα ήταν διατεθειμένο να εκδώσει διάταγμα διάλυσης και κατά πόσο η έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος θα ήταν επιζήμια και θα επηρέαζε αδίκως το μέτοχο που υφίσταται την καταπίεση. 13.6 Όπως ήδη έχει αναφερθεί, το συγκρουσιακό καθεστώς μεταξύ της Αιτήτριας και των υπολοίπων μελών της οικογένειας, όπως εκτίθεται στις ένορκες δηλώσεις, υφίσταται εδώ και αρκετά χρόνια. Επίσης η εταιρεία συνεχίζει να λειτουργεί. Η Αιτήτρια κατέχει σε ποσοστό, το 24,44% του συνόλου των μετοχών της εταιρείας ενώ το υπόλοιπο ποσοστό κατέχεται από τον πατέρα, τη μητέρα και την αδελφή της, μητέρα του Άγγελου Τσολάκη. Διευθυντές της εταιρείας είναι και τα τέσσερα πιο πάνω πρόσωπα. Η Αιτήτρια είναι μειοψηφία στην εταιρεία. Τέλος του 2002, αρχές του 2003, ιδρύθηκε η συνδεδεμένη εταιρεία στην οποία την πλειοψηφία των μετοχών κατέχει η Αιτήτρια σε ποσοστό 50,01%. Κατά την πιο πάνω περίοδο, η εταιρεία μεταβίβασε έναντι ανταλλάγματος τις δραστηριότητες της στη συνδεδεμένη εταιρεία. Στις 31.12.2012 ο πατέρας, ο οποίος είχε το γενικό πρόσταγμα και ήταν ο ιθύνων νους των εταιρειών, αποχώρησε από τη συνδεδεμένη εταιρεία. Η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι υπάρχουν βάσιμες υποψίες εναντίον του πατέρα της για ιδιοποίηση των προσωπικών της μερισμάτων ως επίσης και κακοδιαχείριση των εταιρειών. Δεν καθορίζει γεγονότα τα οποία να συνιστούν τις πιο πάνω βάσιμες υποψίες. Πρόκειται για γενικό και αόριστο ισχυρισμό. Πέραν δε τούτου, δεν καθορίζεται ο χρόνος που της δημιουργήθηκε η υποψία αυτή. Οι δραστηριότητες και οι εργασίες της εταιρείας τυγχάνουν διαχείρισης από το διοικητικό συμβούλιο, τη δε λογιστική διαχείριση της εταιρείας εκτελεί το λογιστήριο της συνδεδεμένης εταιρείας. Δεν διέλαθε της προσοχής τα όσα ισχυρίζεται η Αιτήτρια στις ένορκες δηλώσεις της σε σχέση με γεγονότα που κατ' ισχυρισμό έγιναν και τα οποία λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο. Στις 4.6.2014 στάλθηκε από τον πατέρα ειδοποίηση για συνεδρία του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας σε σχέση με την πιο πάνω ημερήσια διάταξη στις 11.6.2014. Η Αιτήτρια ζήτησε αναβολή και έτσι η συνεδρία ορίστηκε στις 13.6.2014 με την ημερήσια διάταξη που αναφέρεται στην παρ. 3(ι). Μια μέρα πριν την προγραμματισμένη συνεδρία, η Αιτήτρια κατήγγειλε τον πατέρα της για πλαστογραφία και την επομένη καταχώρισε την παρούσα αίτηση. Η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι ο τυχόν διορισμός του Άγγελου Τσολάκη είναι παράνομος. Δεν έχει καταδειχθεί κάτι τέτοιο. Το καταστατικό της εταιρείας δεν απαγορεύει το διορισμό πέμπτου διοικητικού συμβούλου. Αντιθέτως ρητά προνοεί ότι ο αριθμός των διευθυντών δεν θα είναι μικρότερος των δύο και μεγαλύτερος των πέντε (βλ. Τεκ.2 στην ένορκη δήλωση Αιτήτριας, άρθρο 11). Όπως προκύπτει από τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα, οι διοικητικοί σύμβουλοι της εταιρείας ανέρχονται σε τέσσερεις. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η προβλεπόμενη από το άρθρο από το άρθρο 202 του νόμου θεραπεία παρέχεται εφόσον διαπιστωθεί ότι συντρέχουν οι πιο κάτω προϋποθέσεις οι οποίες, ακολουθούν μεταξύ τους σειρά λογικής αλληλουχίας ήτοι, (α) ότι η διαχείριση των υποθέσεων της εταιρείας γίνεται κατά τρόπο καταπιεστικό για κάποιο από τους μετόχους ή για μερίδα των μετόχων, (β) ότι το Δικαστήριο θα ήταν διατεθειμένο να εκδώσει διάταγμα διάλυσης της εταιρείας με βάση το άρθρο 211(στ) του νόμου, (γ) πλην όμως η έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος θα ήταν επιζήμια και θα επηρέαζε αδίκως τους ίδιους τους μετόχους που υφίστανται την καταπίεση (βλ. Pelmako Development Ltd
(1999)1B A.A.Δ.1369). Οι διαφορές που υφίστανται μεταξύ της οικογένειας, τα όσα διαδραματίσθηκαν ως ισχυρίζεται η Αιτήτρια όταν ο Άγγελος Τσολάκη εργοδοτείτο στη συνδεδεμένη εταιρεία, τα γεγονότα όπως εκτίθενται στις ένορκες δηλώσεις της Αιτήτριας, το γεγονός ότι η πλειοψηφία της εταιρείας, σύμφωνα με την Αιτήτρια, επιθυμεί να διορίσει ως διοικητικό σύμβουλο τον Άγγελο Τσολάκη δεν καταδεικνύουν στο στάδιο αυτό καταπίεση της Αιτήτριας. Πέραν δε τούτου το Δικαστήριο με βάση τα πιο πάνω γεγονότα δεν θα ήταν διατεθειμένο να εκδώσει διάταγμα διάλυσης της εταιρείας, γεγονός το οποίο απαιτείται για να τεθούν σε εφαρμογή οι μηχανισμοί του άρθρου 202 του περί Εταιρειών Νόμου. Επίσης δεν θεωρώ ότι τυχόν διορισμός του πιο πάνω προσώπου θα ήταν επιζήμιος και θα επηρέαζε αδίκως την Αιτήτρια. Συνακόλουθα δεν έχω ικανοποιηθεί ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. 14. Ισχυρισμός ότι δεν είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο Όπως έχει ήδη αναφερθεί και πιο πάνω, η πιο πάνω προϋπόθεση εξετάζεται κυρίως υπό το φως του ερωτήματος κατά πόσο η απονομή αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία κάτω από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης τελικά όταν ληφθούν υπόψη όλοι οι παράγοντες το Δικαστήριο θα αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο να εκδώσει ή να οριστικοποιήσει ένα διάταγμα. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλ. Παπαστρατής ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ.231 και Κυρίσαββα κ.α. ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ.1245). Η Αιτήτρια στις ένορκες της δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση της, μεταξύ άλλων, αναφέρει ότι ο Άγγελος Τσολάκης εργοδοτείτο στη συνδεδεμένη εταιρεία με ψηλές απολαβές και ότι με το διορισμό του στην εταιρεία θα λαμβάνει ψηλές απολαβές. Δεν καθορίζονται με οποιονδήποτε τρόπο οι ψηλές απολαβές που λάμβανε όταν εργοδοτείτο και αυτές που θα λαμβάνει στην περίπτωση που διοριστεί. Ανεξάρτητα όμως από τα πιο πάνω, στην προκείμενη περίπτωση με τον πιθανό διορισμό του Άγγελου Τσολάκη αλλά και του συνόλου των γεγονότων, δεν διαβλέπω ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Συνακόλουθα κρίνω ότι δεν πληρείται η προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όπως αναφέρεται στην παράγραφο 11.1(γ), ανωτέρω. 15. Ισχυρισμός για ταυτοσημία του διατάγματος με την κυρίως αίτηση Ένας από τους λόγους που επιζητείται η ακύρωση του διατάγματος από μέρους της εταιρείας είναι η ύπαρξη ταυτοσημίας μεταξύ του διατάγματος και των θεραπειών που ζητούνται στα πλαίσια της κυρίως αίτησης. Ανεξάρτητα από τα όσα εκτίθενται πιο πάνω, το Δικαστήριο θα εξετάσει και τον πιο πάνω λόγο ένστασης. Το ζήτημα παροχής ταυτόσημων θεραπειών με την αγωγή, δεν αποκλείεται (βλ. Parico Aluminium Designs v. Muskita Aluminium Co. Ltd κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ.2015 και Κουνούνα ν. F. & A Simonos Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ.1361). Το ζήτημα πάντοτε εξετάζεται ως προς τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και αποτελεί ζήτημα ειδικών περιστάσεων. Επίσης είναι ορθό ότι δεν χορηγείται ουσιαστική θεραπεία από το ενδιάμεσο αυτό στάδιο, και κάτω από τον μανδύα της αίτησης για προσωρινό μέτρο (Michael v. Brevinos
(1969)1 C.L.R.578). To ανεπιθύμητο όμως δεν εξισούται με απαγόρευση. Δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας αποκλεισμού της θεραπείας ενδιαμέσως, αν αυτή ορθά και δίκαια ζητείται, επειδή και η αγωγή ουσιαστικά επιδιώκει το ίδιο πράγμα. Κατ' αρχάς η ενδιάμεση θεραπεία παραμένει ενδιάμεση και αναθεωρήσιμη ανά πάσα στιγμή αν θεωρηθεί ότι οι περιστάσεις έχουν διαφοροποιηθεί προς τροποποίηση ή ακόμη και ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Πρόσθετα, ενώ το εκδοθέν διάταγμα παραχωρείται ως λύση επείγουσας και παρεμπίπτουσας μορφής, οι ίδιες οι θεραπείες που ζητούνται με το κλητήριο, εάν επιτύχουν, χορηγούνται τελεσίδικα και στο διηνεκές (Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd Πoλ. Έφ. Αρ.304/2008 ημερ. 21.10.2011). Εξαρτάται πάντοτε από την κρίση του Δικαστηρίου, αναλόγως των περιστάσεων (Parico Aluminium Designs v. Muskita Aluminium Co. Ltd κ.α.). Η έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος αντιστοίχου προς τη θεραπεία που ζητείται με την αγωγή δεν αποκλείεται (βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassler KG
(1984)1 CLR 263 και Κοσμά ν. Χατζηκυπρή κ.ά.
(2000)1 ΑΑΔ 169). Είναι καλά νομολογιακά καθιερωμένο ότι το Δικαστήριο δεν εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα αν η έκδοση τους επιφέρει ουσιαστικά και τον τερματισμό της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων ή του ενδιαφέροντος τους να συνεχίσουν με την ταχύτατη εκδίκαση της αγωγής (βλ. Άκης (Μεταφορές Δεμάτων Εξπρές) Λτδ ν. Koukkouris Trading Co Ltd
(1998)1 ΑΑΔ 149 και Goody's Evagorou Ltd v. Lani Restaurants Ltd
(1998)1 ΑΑΔ 1572). Τέτοια διατάγματα εκδίδονται μόνο σε πολύ καθαρές και ισχυρές περιπτώσεις όπου το νομικό δικαίωμα είναι σχεδόν αδιαμφισβήτητο, και το δικαίωμα σε τελεσίδικη θεραπεία είναι κρυστάλλινα καθαρό ενώ η υπεράσπιση που προβάλλεται κρίνεται ως παντελώς αβάσιμη. Στην υπόθεση Κοσμά ν. Χατζηκυπρή κ.ά. Πολ.Έφ. 10558/ημερ.22.2.2000, στις σελ. 176 και 177 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «...........Δεν αποκλείεται βέβαια η έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος αντίστοιχου προς την θεραπεία που ζητείται με την αγωγή (ίδε: Jonitexo Ltd v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassler KG
(1984)1 CLR 263 ). Όπως όμως δείχνει καθαρά η υπόθεση Michael v. Brevinos
(1969)1 CLR 578, εκτός ίσως σε ξεκάθαρες υποθέσεις, αυτό δεν μπορεί να γίνει με τρόπο που να ανατρέπει το status quo ante, και μάλιστα προς ουσιαστική ικανοποίηση της κυρίως θεραπείας που ζητείται με την αγωγή.» Στην υπόθεση Κατερίνα Τσιερκέζου ν. DRAGON TOURIST ENTERPRISES LTD Πολ. Έφ. 181/2007/ημερ. 19.6.09, αναφέρθηκε ότι η έκδοση διατάγματος με το οποίο εκδικάζεται η ουσία της αγωγής είναι άκρως ανεπιθύμητο και αντίθετο με την ανάγκη έκδοσης προσωρινού και μόνο μέτρου. Η έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, που είναι ταυτόσημα με τα αιτούμενα διατάγματα στο πλαίσιο της αγωγής, η δε έκδοση τους επιφέρει, ουσιαστικώς τον τερματισμό της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων ή του ενδιαφέροντος τους να συνεχίσουν με σπουδή στην εκδίκαση της υπόθεσης, συναρτάται άμεσα προς το ισοζύγιο της ευχέρειας και δεν πρέπει να παραχωρούνται (βλ. Αβερκίου ν. Θέο Κτηματική Λτδ κ.α. Πολ. Εφ. 85/10 ημερ. 31.1.13, Akis v. Kokkonis
(1998)1 A.A.Δ.149). Με την κυρίως αίτηση επιζητείται η έκδοση διαταγμάτων, μεταξύ άλλων, με τα οποία να απαγορεύεται στην εταιρεία να προσλάβει τον Άγγελο Τσολάκη ή και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο στη θέση του διοικητικού συμβούλου της εταιρείας, του διαχειριστή, ή και να τον προσλάβουν σε οποιαδήποτε θέση ως επίσης και διάταγμα με το οποίο να απαγορεύει τη σύγκλιση συνεδρίασης του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας ως επίσης και της γενικής συνέλευσης των μετόχων σε σχέση με θέμα που αφορά το διορισμό του πιο πάνω προσώπου ή και οποιουδήποτε άλλου στη θέση του διοικητικού συμβούλου και/ή διαχειριστή της εταιρείας. Το προσωρινό διάταγμα, όπως αυτό εκτίθεται στην παράγραφο 2 ανωτέρω, απαγορεύει στην εταιρεία και/ή στο διοικητικό συμβούλιο ή και στους μετόχους της να διορίσουν τον Άγγελο Τσολάκη στη θέση του διοικητικού συμβούλου και/ή διαχειριστή της εταιρείας. Διαφαίνεται ότι υπάρχει ταυτοσημία μεταξύ των θεραπειών που ζητούνται με την κυρίως αίτηση και του εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος. Από τις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις, υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα. Η προκείμενη περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πολύ καθαρή και ισχυρή όπου το νομικό δικαίωμα είναι σχεδόν αδιαμφισβήτητο και επίσης το δικαίωμα σε τελεσίδικη θεραπεία δεν είναι κρυστάλλινα καθαρό. Η δε υπεράσπιση που προβάλλεται δεν κρίνεται ως παντελώς αβάσιμη. Δεν πρόκειται, όπως έχει αναφερθεί και πιο πάνω, για ξεκάθαρη υπόθεση. Με την οριστικοποίηση του διατάγματος ουσιαστικά τερματίζεται η διαφορά μεταξύ των διαδίκων. Με βάση το ισοζύγιο της ευχέρειας θεωρώ ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις να ακυρωθεί το διάταγμα και γι' αυτό το λόγο. 16. Ανεξάρτητα από τα όσα εκτίθενται στην παράγραφο 15 ανωτέρω, το επόμενο ερώτημα αφορά το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να συνεχίσει η ισχύς του διατάγματος (Odysseos, ανωτέρω, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χατζηβασίλη
(1999)1 Α.Α.Δ.152). Θα πρέπει το Δικαστήριο να ζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας που θα προκληθεί στον εναγόμενο από το διάταγμα, εάν τελικά φανεί ότι δεν θα έπρεπε να είχε εκδοθεί και τον κίνδυνο ο ενάγοντας να απομείνει τελικά χωρίς θεραπεία εάν δεν συνεχίσει το διάταγμα. Η υποχρέωση του Δικαστηρίου είναι να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας (Baccardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 A.A.Δ.788, NWL Ltd v. Woods[1989]3 All E.R.614, 625 (H.L.)). Το επίδικο προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε επεμβαίνει δραστικά στη λειτουργία της Καθ' ης η αίτηση εταιρείας παρεμβαίνοντας στις εσωτερικές υποθέσεις της. Δεν έχω πεισθεί ότι συντρέχουν ισχυροί λόγοι που να δικαιολογούν την οριστικοποίηση του διατάγματος. Η απόρριψη της αίτησης και κατ' επέκταση ο τερματισμός του διατάγματος ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας. Λαμβάνοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, και με βάση το ισοζύγιο της ευχέρειας, κρίνω ορθό όπως τερματισθεί σήμερα η ισχύς του εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος. 17. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, και συνεκτιμώντας όλους τους παράγοντες, κρίνω ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις όπως το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε στις 17.6.2014 τερματισθεί αμέσως. Συνακόλουθα η ισχύς του πιο πάνω διατάγματος τερματίζεται σήμερα. Έχοντας υπόψη μου το αποτέλεσμα της αίτησης, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Καθ' ης η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος. (Υπ.) .............. Η. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΚ Subject: Civil/Other Action/Interim Αναφορά: Προσωρινό διάταγμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο