← Κύπρος

GERALAD MARIE VAN CAMPENHOUDT ν. RANIA AGINI, Αγωγή αρ.: 605/15, 22/6/2015

GERALAD MARIE VAN CAMPENHOUDT ν. RANIA AGINI, Αγωγή αρ.: 605/15, 22/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:A170 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 605/15 Αίτηση ημερ.: 11/2/15 Μεταξύ: GERALAD MARIE VAN CAMPENHOUDT, από το Βέλγιο και τώρα μόνιμος κάτοικος Λεμεσού Ενάγοντα και RANIA AGINI, εκ Λεμεσού Εναγόμενης -------------------------------------------------- 22/6/2015 Για τον Ενάγοντα/Αιτητή: κα Αθ. Παπαδοπούλου (Για ν' ακούσει απόφαση η κα Ιωάννου) Για την Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση: κα Χριστοδούλου για Πανίκος Α. Λεωνίδου & Σία ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Ενάγοντας, με το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα του, αξιώνει εναντίον της Εναγόμενης, μεταξύ άλλων θεραπειών, την έκδοση διατάγματος με το οποίο να απαγορεύεται στην Εναγόμενη όπως εισέρχεται ή με οποιοδήποτε τρόπο επεμβαίνει στην κατοικία του, που βρίσκεται στην οδό Γαστριών 5Β, Π. Πολεμίδια, στη Λεμεσό, καθώς και την έκδοση διατάγματος, το οποίο να απαγορεύει στην Εναγόμενη από του να παρενοχλεί, παρεμβαίνει ή καθ' οιονδήποτε άλλο τρόπο επεμβαίνει και/ή διαταράσσει την ακεραιότητα, ειρήνη και ησυχία του. Με την υπό εξέταση αίτηση του, την οποία καταχώρησε αυθημερόν με την αγωγή του, εξασφάλισε μονομερώς προσωρινό διάταγμα το οποίο απαγορεύει στην Εναγόμενη από του να παρενοχλεί, παρεμβαίνει ή καθ' οιονδήποτε άλλο τρόπο επεμβαίνει ή/και διαταράσσει την ειρήνη και ησυχία του. Η αίτηση του υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του ιδίου στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρονται τα ακόλουθα: Η Εναγόμενη είναι η πρώην σύζυγος του. Ο γάμος τους λύθηκε με διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού, ημερομηνίας 25/6/

  1. Από το γάμο τους απέκτησαν μια ανήλικη θυγατέρα, η οποία διαμένει μαζί του, με βάση προσωρινό διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού, ημερομηνίας 30/7/
  2. Περί τον Ιούνιο του 2014, στα πλαίσια συνεννόησης και ρύθμισης των οικογενειακών τους ζητημάτων, εκδόθηκε εκ συμφώνου από το Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού, διάταγμα με το οποίο του παραχωρείτο η χρήση της οικογενειακής κατοικίας, η οποία βρίσκεται στην οδό Γαστριών 5Β, Π. Πολεμίδια, στη Λεμεσό. Η Εναγόμενη θέλησε να εγκατασταθεί σε άλλο τόπο διαμονής. Κατόπιν αυτού, από την 1/7/2014 διαμένει, μαζί με την ανήλικη θυγατέρα τους, στην ως άνω αναφερόμενη κατοικία. Ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού εκκρεμεί αίτηση για ρύθμιση των περιουσιακών και οικονομικών τους διαφορών. Η Εναγόμενη, τις τελευταίες μέρες, δημιουργεί επανειλημμένα έντονη οχληρία, δημιουργεί σκηνές έντονης φασαρίας και τον βρίζει ασύστολα, έξω από το σπίτι που διαμένει, προβαίνοντας επανειλημμένα σε απρεπείς χειρονομίες. Επιπλέον, η Εναγόμενη καλεί την Αστυνομία προφασιζόμενη ψευδώς κινδύνους για τη ζωή της ανήλικης. Πιο συγκεκριμένα, κατά την 26/12/2014 η Εναγόμενη, προφασιζόμενη και εκμεταλλευόμενη το ιδιοκτησιακό της δικαίωμα επί της ως άνω κατοικίας, κτυπούσε με μανία την εξωτερική πόρτα του σπιτιού, τον ύβριζε και τον αποκαλούσε αλκοολικό και άλλα, φώναζε έξαλλη, ενώ η μητέρα της, που τη συνόδευε, τον καταριόταν στα αραβικά. Η δικαιολογία την οποία η Εναγόμενη έδωσε στην Αστυνομία για την πρόκληση του ως άνω επεισοδίου ήταν ότι ήθελε να δει την ανήλικη, η οποία δεν επιθυμούσε, τη μέρα εκείνη, να επικοινωνήσει με τη μητέρα της. Ας σημειωθεί ότι κατ' εκείνη τη μέρα ολόκληρη η γειτονιά ξεσηκώθηκε και παρακολουθούσε το ως άνω καθ' όλα προσβλητικό περιστατικό, έξω από την ως άνω κατοικία, ωσάν να επρόκειτο για κινηματογραφική ταινία. Η Εναγόμενη επανέλαβε το ίδιο περιστατικό, με την ίδια ένταση και θράσος από την Τετάρτη, 21/1/2015, μέχρι και την 25/1/2015, εισερχόμενη και πάλι στο σπίτι, συγκεκριμένα στην πόρτα της εισόδου του σπιτιού, κτυπώντας και πάλι με μανία την πόρτα και το κουδούνι του σπιτιού, φωνάζοντας ότι θέλει να δει το παιδί της. Προέτρεψε αμέσως την κόρη του να βγει έξω, να μιλήσει στη μητέρα της, για να αποφύγουν τις ίδιες εξευτελιστικές καταστάσεις. Η ανήλικη, μετά τις έντονες συστάσεις και συμβουλές του, βγήκε τελικά στο μπαλκόνι που βλέπει προς την εξώπορτα και είπε στην Εναγόμενη ότι δεν επιθυμεί να την ακολουθήσει. Οι ως άνω περιγραφόμενες ενέργειες και συμπεριφορά της Εναγόμενης αποτελούν παρέμβαση στην προσωπική του ζωή και στη ζωή της ανηλίκου, αφού η ίδια η ανήλικη δήλωσε στην Εναγόμενη ότι, όταν θέλει να έχει επικοινωνία μαζί της, θα συνεννοείται μαζί της η ίδια. Παρά τις συνεχείς προτροπές του να σταματήσει την ως άνω προσβλητική συμπεριφορά εναντίον του, η Εναγόμενη συνεχίζει να τον απειλεί και να του δημιουργεί προβλήματα, να διαταράσσει την ειρήνη και ηρεμία του με σκοπό, όπως η ίδια η Εναγόμενη δήλωσε, να τον τρελάνει. Σε περίπτωση που το Δικαστήριο δεν εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα, θα είναι δύσκολο και/ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο και η ζημιά που θα υποστούν θα είναι ανεπανόρθωτη, εάν τυχόν συμβεί περαιτέρω κάτι χειρότερο εναντίον της ζωής του. Η Εναγόμενη εναντιώθηκε στην αιτούμενη θεραπεία. Με την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης της, την οποία καταχώρησε, προβάλλει τους ακόλουθους λόγους ένστασης: «
  3. Το εκδοθέν διάταγμα είναι γενικό, αόριστο και ασαφές και ως εκ τούτου θα πρέπει να απορριφθεί.
  4. Ο Ενάγοντας απέκρυψε από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα και/ή πληροφορίες (non disclosure) και δεν προέβηκε σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη (full and frank disclosure) τέτοιων γεγονότων παραβαίνοντας την υποχρέωση του να ενεργεί με βάση την αρχή της μέγιστης καλής πίστης (utmost good faith).
  5. Το παρόν Δικαστήριο δεν έχει την δικαιοδοσία να αποφασίσει για τα επίδικα ζητήματα για τα οποία αρμόδιο να αποφασίσει είναι το Οικογενειακό Δικαστήριο στα πλαίσια της αίτησης γονικής μέριμνας 87/2014 και/ή δεν είχε την καθ' ύλην αρμοδιότητα να εκδώσει το εκδοθέν διάταγμα.
  6. Ο Ενάγοντας δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και/ή κωλύεται από το να αιτείται την προς όφελος του άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και/ή να επικαλείται την ενεργοποίηση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου και/ή των φυσικών αρχών της επιείκειας για την έκδοση των Διαταγμάτων.
  7. Το πραγματικό υπόβαθρο που στηρίζει την Αίτηση και/ή το περιεχόμενο της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει αυτήν είναι ελλιπές και/ή ανεπαρκές και/ή δεν ανταποκρίνεται στα πραγματικά γεγονότα και δεν δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
  8. Ο Ενάγοντας δεν έχει στοιχειοθετήσει το κατ' επείγον του αιτήματος κατά παρέκκλιση του Άρθρου 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 για χορήγηση θεραπείας στην απουσία του αντιδίκου.
  9. Η Αίτηση και/ή νομική βάση αυτής πάσχει και/ή δεν στηρίζεται στη δέουσα νομική βάση για προώθηση της, καθ' ότι δεν στηρίζεται επί του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, αφ' ης στιγμής η κατ' ισχυρισμό βάση της αγωγής του Ενάγοντα στηρίζεται στην οχληρία.
  10. Ο Ενάγοντας δεν αποκαλύπτει τις συνέπειες ή/και τους κινδύνους από τη μη άμεση έκδοση του απαγορευτικού διατάγματος.
  11. Ο Ενάγοντας προσπαθεί να παρακάμψει την αρχή της φυσικής δικαιοσύνης με κατάχρηση της διαδικασίας χωρίς αποκάλυψη του κατεπείγοντος και της άμεσης εμφανούς ανεπανόρθωτης ζημιάς, χωρίς επίσης να αποκαλύπτει το ιδιοκτησιακό καθεστώς της Καθ' ης η Αίτηση επί της οικίας, η οποία είναι η συνιδιοκτήτρια κατά ½ μερίδιο.
  12. Η επίδικη κατοικία αποτελεί περιουσιακή διαφορά προς επίλυση στην Αίτηση Περιουσιακών Διαφορών 06/2014 στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού.
  13. Η επίδικη κατοικία αποτελεί την συζυγική οικία των διαδίκων και είναι αποτέλεσμα της συμβολής και συνεισφοράς και των δύο διαδίκων και έχουν ίσα δικαιώματα κατοχής, χρήσης και εκμετάλλευσης της.
  14. Το Διάταγμα ημ. 17/02/2015 είναι επείγον να ακυρωθεί και να παύσει να ισχύει διότι αποτρέπει την Εναγόμενη από του να απολαμβάνει την περιουσία στην οποία έχει τα ίδια δικαιώματα ως ο Ενάγοντας καθώς επίσης της αποστερεί το δικαίωμα να ασκεί την επικοινωνία που πρέπει να έχει με την ανήλικη θυγατέρα της βάση του διατάγματος Γονικής Μέριμνας 87/
  15. Ο Ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει την ύπαρξη πιθανότητας πρόκλησης σε αυτόν ανεπανόρθωτης ζημιάς στην περίπτωση που τα εκδοθέντα διατάγματα δεν θα εκδίδονταν.
  16. Δεν τηρούνται και/ή δεν έχουν ικανοποιηθεί οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από το άρθρο 32 του Ν. 14/60 για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Συγκεκριμένα δεν ικανοποιείται η τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν. 14/60 περί πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς, καθ' ότι δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία που να δεικνύει το ενδεχόμενο ο Ενάγοντας να υποστεί άμεση ή μελλοντική ζημιά η οποία είναι ανύπαρκτη υπό τις περιστάσεις, πόσο μάλλον δε, να υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά. Αντιστρόφως ανάλογα, τυχόν συνέχιση της ισχύος του διατάγματος ημερομηνίας 17/02/2015, προκαλεί ήδη και θα συνεχίσει να προκαλεί μεγάλη και/ή ανεπανόρθωτη ζημιά στην Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση η οποία δεν έχει καμία επικοινωνία με την ανήλικη θυγατέρα της τον τελευταίο χρόνο.
  17. Η παρούσα αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας αφού επιδιώκεται και σκοπείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος εναντίον της Εναγομένης με αντικείμενο την ίδια και/ή παρόμοια με αιτούμενη τελική θεραπεία της αγωγής.
  18. Η παρούσα αίτηση και το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα ουσιαστικά παραγνωρίζει πλήρως το Διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερομηνίας 03/07/2014, το οποίο είναι προγενέστερο του επίδικου διατάγματος και καταστρατηγεί και καταργεί το δικαίωμα επικοινωνίας της Εναγομένης.
  19. Το Δικαστήριο στηρίχτηκε σε λανθασμένα γεγονότα και/ή ανύπαρκτα γεγονότα για να εκδώσει το διάταγμα.
  20. Η αίτηση του Ενάγοντα είναι κακόπιστη και/ή καταχρηστική (oppressive and vexatious).» Η ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Εναγόμενης στην οποία, μεταξύ άλλων, παρατίθενται τα ακόλουθα: Ο Ενάγοντας καταχώρησε την υπό εξέταση αίτηση καταχρηστικά και εκδικητικά, με απώτερο σκοπό να την αποξενώσει πλήρως από τη θυγατέρα τους, αφού κάθε φορά που θα επιστρέφει τη θυγατέρα τους, στην κατοικία που διαμένει με τον Ενάγοντα, όπως προβλέπει το διάταγμα επικοινωνίας, ο ίδιος θα ισχυρίζεται ότι παραβιάζει το παρόν διάταγμα, το οποίο είναι γενικό και αόριστο και έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το διάταγμα επικοινωνίας. Περαιτέρω, από τη στιγμή που της ανήκει το ½ μερίδιο της ως άνω κατοικίας και, ενόψει του ότι μετά την έκδοση του διατάγματος για λύση του γάμου τους, το διάταγμα χρήσης στέγης έπαψε να ισχύει, έχει το δικαίωμα να εισέρχεται εντός της κατοικίας, ακόμα και να διαμένει σ' αυτήν, χωρίς να θεωρείται ότι παρενοχλεί τον Ενάγοντα. Το εκδοθέν διάταγμα της αποστερεί το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της στην ιδιοκτησία της. Αμέσως μετά την έκδοση του προσωρινού διατάγματος επικοινωνίας, ο Ενάγοντας, σκόπιμα και δόλια και με απώτερο σκοπό να την αποξενώσει από τη θυγατέρα τους, σε βάρος των καλώς νοούμενων συμφερόντων της, άρχισε επανειλημμένα να παραβιάζει το ως άνω διάταγμα, παρεμποδίζοντας την επικοινωνία της με την ανήλικη. Από την ημερομηνία έκδοσης του προσωρινού διατάγματος επικοινωνίας, ο Ενάγοντας προσπαθεί με κάθε τρόπο να παρεμποδίσει την ανήλικη από του να έχει ελεύθερη επικοινωνία μαζί της, με σκοπό να τις αποξενώσει και να τις απομακρύνει, αδιαφορώντας για τις συνέπειες σε βάρος της ψυχολογίας της ανήλικης. Την παραμονή των Χριστουγέννων μετέβηκε στην οικία που διαμένει ο Ενάγοντας, με σκοπό να δώσει το δώρο στη θυγατέρα τους. Ο Ενάγοντας αρνείτο να της ανοίξει την πόρτα και απαγόρευσε στην ανήλικη να βγει έξω από την οικία για να την δει. Παρέμεινε στο μέρος και κάθισε στο αυτοκίνητο της, έξω από το σπίτι, περιμένοντας να βγουν. Σε κάποια στιγμή ο Ενάγοντας βγήκε από το σπίτι και άρχισε να την βρίζει και να κτυπά βίαια στην οροφή του αυτοκινήτου της. Την επόμενη μέρα πήγε και πάλι στην κατοικία που διαμένει ο Ενάγοντας, με σκοπό να παραδώσει το δώρο στην κόρη τους, όμως επαναλήφθηκε το ίδιο περιστατικό. Την επόμενη μέρα, 26/12/2014, πήγε και πάλι στην ως άνω κατοικία, με σκοπό, αυτή τη φορά, να παραλάβει την κόρη τους, όπως είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους και μεταξύ των δικηγόρων τους, στις 18/12/
  21. Ο Ενάγοντας άρχισε να τη βρίζει και να κτυπά πάλι βίαια στο αυτοκίνητο της, ενώ η κόρη τους, ανήμπορη να αντιδράσει, παρακολουθούσε το περιστατικό από τη βεράντα της κατοικίας. Σε κανένα από τα περιστατικά που αναφέρει ο Ενάγοντας στην ένορκη δήλωση του, ξεσηκώθηκε η γειτονιά και παρακολουθούσε τα ισχυριζόμενα περιστατικά. Την 21/1/2015 μετέβηκε στην ως άνω κατοικία με σκοπό να δει την κόρη τους, που ήταν άρρωστη. Όταν κατέφθασε εκεί προσπάθησε να τηλεφωνήσει στην κόρη τους, η οποία δεν της απαντούσε. Τότε κατέβηκε από το αυτοκίνητο και κτύπησε το κουδούνι της κατοικίας, χωρίς ανταπόκριση. Επέμεινε, επειδή γνώριζε ότι η ανήλικη ήταν άρρωστη και έπρεπε να τη δει. Τότε βγήκε ο Ενάγοντας στο μπαλκόνι που βλέπει προς την εξώπορτα, τη ρώτησε τι θέλει και απαίτησε να φύγει από εκεί. Ουδέποτε παρενέβηκε στην προσωπική ζωή του Ενάγοντα, ούτε του δημιούργησε οχληρία, όσα δε ισχυρίζεται ο Ενάγοντας είναι αναληθή και παραπλανητικά. Ο ίδιος είναι που συμπεριφέρεται με τρόπο παράλογο, γίνεται βίαιος και επιθετικός, με αποτέλεσμα να ανησυχεί συνεχώς για τη σωματική ακεραιότητα της κόρης τους αλλά και την ψυχολογία της, αφού βλέπει τον πατέρα της συχνά μεθυσμένο, όμως λόγω του φόβου και του ψυχολογικού καταναγκασμού που της ασκεί, φοβάται να εκδηλωθεί και να εκφράσει τα πραγματικά συναισθήματά της. Τυχόν οριστικοποίηση του διατάγματος θα ισοδυναμούσε με παραβίαση του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος της ιδιωτικής της ζωής και της οικογένειάς της. Επιπλέον, υπάρχει ο κίνδυνος να επηρεαστούν τρίτα πρόσωπα, όπως η ανήλικη κόρη τους. Υπάρχει ακόμα σοβαρός κίνδυνος να έχουν σοβαρές και ανεπανόρθωτες επιπτώσεις στη ψυχοσωματική κατάσταση της ανήλικης, αφού έμμεσα η οριστικοποίηση τους θα ενίσχυε τη θέση του Ενάγοντα και θα απομακρύνει την ανήλικη από τη μητέρα της. Η αίτηση βασίζεται επί του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, άρθρα 4 και 9, επί του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 άρθρο 32, επί των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ. 1, 2, 7, 8, 9, 13 και επί της εν γένει πρακτικής και εξουσίας του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Cyprus Palestine Plantations Ltd v. Olivier and Co (Cyprus) Ltd, 16 CLR 122 αποφασίστηκε ότι το άρθρο 4 του Κεφ. 6 παρέχει δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να εκδίδει παρεμπίπτον διάταγμα όταν αυτό αφορά μόνο το αντικείμενο της αγωγής. Στην υπόθεση ABP Holdings Ltd και άλλοι ν. Κιταλίδης και άλλων (Αρ. 2)

(1994)1 Α.Α.Δ. 694, λέχθηκε ότι τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 κάνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν14/60 που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Το άρθρο 32 του Ν14/60 δίδει ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει οποιοδήποτε παρεμπίπτον, απαγορευτικό ή προστακτικό διάταγμα, όταν κριθεί δίκαιο ή πρόσφορο, χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Έχει επίσης νομολογηθεί ότι το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο για τα προσωρινά διατάγματα η δε δικονομία ρυθμίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6 και τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς. Στη διαδικασία του Προσωρινού Διατάγματος το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 (Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.ά.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015). Στην τελευταία πιο πάνω υπόθεση αναφέρθηκε ακόμα (σελ. 2036 - 2038) ότι εφόσον στη νομική βάση της αίτησης γίνεται αναφορά στο άρθρο 32 του Νόμου 14/60, το οποίο είναι αυτό που παρέχει την εξουσία στο Δικαστήριο για έκδοση προσωρινού διατάγματος, δεν απαιτείται να μνημονεύονται και τα άρθρα του κάθε Νόμου που δημιουργούν το αγώγιμο δικαίωμα. Οι αρχές οι οποίες διέπουν την έκδοση ενδιάμεσων παρεμπιπτόντων διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Οδυσσέως ν. Pieris Estates κ.α.,
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Με βάση την πιο πάνω νομολογία οι προϋποθέσεις έκδοσης ενδιάμεσου διατάγματος είναι οι ακόλουθες: α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως επιβάλλον οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση των δικογράφων. β) Πιθανότητα ότι ο Ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία. Επιβάλλεται στον Αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση αλλά σίγουρα κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η προϋπόθεση αυτή συσχετίζεται περισσότερο με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του Ενάγοντα (evidential strength of the case of the plaintiff). γ) Πρέπει να φανεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Περαιτέρω, μετά την ικανοποίηση των προαναφερθεισών προϋποθέσεων το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα ή να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας (Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χατζηβασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152). Με τον πρώτο λόγο ένστασης της, η Εναγόμενη παραπονείται ότι το εκδοθέν διάταγμα είναι γενικό, αόριστο και ασαφές και ως εκ τούτου θα πρέπει να απορριφθεί. Στην ένορκη της δήλωση, η οποία συνοδεύει την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης της, υποστηρίζει ότι το εκδοθέν διάταγμα δεν διευκρινίζει σε ποιες ενέργειες απαγορεύεται να προβαίνει, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να γνωρίζει επ' ακριβώς και με σαφήνεια ποιες ενέργειες ενδεχομένως να συνιστούν παρακοή του διατάγματος. Όπως είναι νομολογημένο, τα διατάγματα θα πρέπει να εξειδικεύονται με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια ώστε να μην αφήνεται αμφιβολία ως προς το ποιες πράξεις απαγορεύονται και υπό ποια ιδιότητα (Μιχαηλίδης ν. Poliakova (Aρ. 1)
(2011)1A A.A.Δ. 356, 365). Η πράξη ή παράλειψη του Καθ' ου η Αίτηση για την οποία εκ των υστέρων ζητείται η τιμωρία του, πρέπει να εμπίπτει εντός των ρητών και αναμφισβήτητων προδιαγραφών που το λεκτικό του διατάγματος καταγράφει (Iberian Trust Ltd v. Founders Trust and Investment Co Ltd
(1932)All E.R. 176 (Repr.) και P.A. Thomas & Co and Others v. Mould and Others
(1968)1 All E.R. 963). Στο σύγγραμμα του David Bean, "Injunctions", 10η έκδοση, σελ. 90, παρ. 5.40, κάτω από τον υπότιτλο "Form of Order", αναφέρονται τα ακόλουθα: "Since an injunction carries with it the sanction of committal for breach, it is particularly important that the order of the court should be stated with precision. As Lord Deas said in a Scottish case in 1874, cited by Lord Hope in Attorney-General v Punch Ltd
(2003)1 A.C. 1046, "if an injunction is to be granted at all, it must be in terms so plain that he who runs may read". Lord Upjohn in Redland Bricks Ltd v Morris
(1970)A.C. 652 at 666 said that "the court must be careful to see that the defendant knows exactly what he has to do, and this means not as a matter of law but as a matter of fact"." Στην υπόθεση Laurence David Ltd v. Ashton
(1991)1 All E.R. 385, αναφέρονται τα ακόλουθα: "I have always understood it to be a cardinal rule that any injunction must be capable of being framed with sufficient precision to enable a person injuncted to know what it is he is to be prevented from doing. After all, he is at risk of being committed for contempt if he breaks an order of the court." Έχει ήδη παρατεθεί, σε προγενέστερο σημείο της απόφασης μου, το λεκτικό του υπό εξέταση διατάγματος. Αυτό το οποίο διαπιστώνω είναι ότι στο λεκτικό του διατάγματος δεν καθορίζονται επ' ακριβώς οι συγκεκριμένες ενέργειες, στις οποίες η Εναγόμενη απαγορεύεται να προβαίνει. Απουσιάζει, κατά την άποψη μου, η σαφήνεια και η ακρίβεια με την οποία το υπό αναφορά διάταγμα θα έπρεπε να ήταν διατυπωμένο. Η αναφορά στο διάταγμα ότι απαγορεύεται στην Εναγόμενη από του να παρενοχλεί, παρεμβαίνει ή καθ' οιονδήποτε άλλο τρόπο επεμβαίνει ή και διαταράσσει την ειρήνη και ησυχία του Ενάγοντα δεν ικανοποιεί, κατά την άποψη μου, τη νομολογιακά καθιερωμένη αρχή ότι τα διατάγματα θα πρέπει να καθορίζουν επ' ακριβώς τις ενέργειες, οι οποίες απαγορεύονται να τελούνται. Δεν μπορεί να αφήνεται στην Εναγόμενη να καθορίσει ποιες είναι οι συγκεκριμένες ενέργειες οι οποίες της απαγορεύονται από το διάταγμα. Η ευπαίδευτη συνήγορος του Ενάγοντα, στη γραπτή αγόρευσή της, υποστηρίζει ότι το υπό αναφορά διάταγμα απευθύνεται στη συμπεριφορά και τις πράξεις της Εναγόμενης, με τις οποίες διαταράσσει την ηρεμία και ησυχία του Ενάγοντα, αφού επανειλημμένως πηγαίνει στην κατοικία που αυτός διαμένει και με τις πράξεις, τις φωνές, τις βρισιές, τις άσεμνες χειρονομίες και γενικότερα με τη συμπεριφορά της ενοχλεί και διαταράσσει την ηρεμία και ησυχία του. Αυτό το οποίο θα ήθελα να αναφέρω είναι ότι οι πράξεις στις οποίες κάμνει αναφορά η ευπαίδευτη συνήγορος του Ενάγοντα, δεν αναφέρονται στο λεκτικό της απαγόρευσης του υπό εξέταση διατάγματος. Όπως δε έχω ήδη αναφέρει, δεν θα μπορούσε να αφεθεί στην Εναγόμενη να κρίνει από μόνη της ποιες πράξεις υπονοεί το λεκτικό του διατάγματος, από την τέλεση των οποίων θα πρέπει να απέχει. Έχοντας κατά νουν τα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω καταλήγω, αποδεχόμενος το σχετικό λόγο ένστασης, ότι το υπό εξέταση διάταγμα είναι γενικό, αόριστο, χωρίς να καθορίζει τις επ' ακριβείς πράξεις, οι οποίες απαγορεύεται να τελούνται από την Εναγόμενη. Για το λόγο αυτό το διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου, θεωρώ ορθό να ασχοληθώ με τους υπόλοιπους λόγους ένστασης, κατά τρόπο ώστε να υπάρχει πλήρης ανάλυση των εκατέρωθεν προβαλλόμενων θέσεων. Η Εναγόμενη, στους λόγους ένστασης της, προβάλλει ότι δεν έχει στοιχειοθετηθεί το στοιχείο του κατ' επείγοντος, για χορήγηση θεραπείας στην απουσία του αντιδίκου. Έχοντας κατά νουν τη νομολογιακή αρχή ότι το επείγον για την παραχώρηση θεραπείας μονομερώς, αποτελεί δικαιοδοτικό όρο, θεωρώ επιβεβλημένο όπως το στοιχείο αυτό εξεταστεί πριν την εξέταση της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 32 (Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598, 604). Ο Ενάγοντας, στην ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση, αναφέρεται σε σειρά περιστατικών, στα οποία εμπλέκει την Εναγόμενη, τα οποία, κατά τον ισχυρισμό του, επεσυνέβησαν, το πρώτο στις 26/12/2014 και ακολούθως κατά το διάστημα 21/1/2015 - 25/1/
  1. Αναφέρεται, ακόμα, σε περιστατικά τα οποία επεσυνέβησαν στο σχολείο της ανήλικης κόρης του, όπου μετέβηκε η Εναγόμενη, το πρώτο στις 26/1/2015 και ακολούθως στις 4/2/2015 και 5/2/
  2. Στο σημείο αυτό υπενθυμίζω ότι τόσο η αγωγή του Ενάγοντα, όσο και η υπό εξέταση αίτηση, καταχωρήθηκαν στις 11/2/
  3. Είμαι της άποψης ότι, ακόμα και στην περίπτωση που δεν ληφθούν υπόψιν τα περιστατικά της 4/2/15 και 5/2/15, ο χρόνος των 17 συνολικά ημερών που διέρρευσε από την πρόκληση του τελευταίου επεισοδίου της 25/1/15 μέχρι την καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης, δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μακρύς, κατά τρόπο ώστε να αναιρέσει το στοιχείο του κατ' επείγοντος. Είμαι της άποψης ότι δεν υπήρξε καθυστέρηση ή ολιγωρία από πλευράς Ενάγοντα, να προσφύγει στο Δικαστήριο. Επιπρόσθετα, δεν θα μπορούσα να μην λάβω υπόψη μου τον χρόνο ο οποίος έχει απαιτηθεί για τη μελέτη και ετοιμασία της αγωγής και της υπό εξέταση αίτησης από τη δικηγόρο του Ενάγοντα, ειδικά δε της ενόρκου δηλώσεως η οποία την υποστηρίζει, η οποία επισημαίνω ότι χρειάστηκε να μεταφραστεί στα αγγλικά, γλώσσα την οποία αντιλαμβάνεται ο Ενάγοντας. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Ι) Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G.
(2)Commerzbank Aktiengesellschaft και Adeona Holdings Limited, Πολιτική Έφεση αρ. Ε6/2014, ημερομηνίας 27/2/2015, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Υπάρχει όμως και μια άλλη διάσταση στο θέμα του κατεπείγοντος. Όπου εκδίδεται μονομερώς ένα διάταγμα και στη συνέχεια, αφού ακουστεί και ο εναγόμενος, τεθεί θέμα ότι το διάταγμα δεν θα έπρεπε να είχε εκδοθεί μονομερώς, το δικαστήριο θα πρέπει με φειδώ να προχωρεί σε ακύρωση του παρεμπίπτοντος διατάγματος, ιδιαίτερα όταν ο ενάγων δεν συνέβαλε και ούτε απέκρυψε οποιαδήποτε στοιχεία ώστε να θεωρηθεί ότι παραπλάνησε το δικαστήριο για να δεχθεί να εξετάσει την αίτηση στην απουσία της άλλης πλευράς. Όπως νομολογήθηκε πρόσφατα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Κούππα ν. Πουλλά Τσαδιώτη Λίμιτεδ κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. 312/10, ημερ. 17.7.2014, όταν εγερθεί θέμα κατεπείγοντος μετά που ακουστεί ο εναγόμενος, το θέμα δεν «θα πρέπει να αφήνεται να καταστρατηγεί το ζητούμενο .. και να αποπροσανατολίζει από τον στόχο, αλλά να εκλαμβάνεται εξ αρχής ως καθήκον του Δικαστηρίου να εξετάζει με προσοχή το υλικό που τίθεται ενώπιον του ..». Σχετικές είναι επίσης και οι υποθέσεις Κασπαρή ν. Ανδρέου
(2004)1Β ΑΑΔ 784 και Αποστόλου ν. Ιωάννου
(2012)1Α ΑΑΔ 604, στις οποίες εκφράστηκαν επιφυλάξεις ως προς την προηγούμενη νομολογία επί του θέματος.» Έχοντας κατά νουν τα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω, είμαι ικανοποιημένος για τη συνδρομή του κατεπείγοντος στην παραχώρηση του αιτούμενου διατάγματος μονομερώς, με αποτέλεσμα ο σχετικός λόγος ένστασης να μην μπορεί να γίνει αποδεκτός. Με τους λόγους ένστασης 2 και 4 η Εναγόμενη υποστηρίζει ότι ο Ενάγοντας δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, ειδικότερον δε ότι απέκρυψε από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα και/ή πληροφορίες. Όπως είναι νομολογημένο, όταν ένας διάδικος επιζητεί την έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος, έχει την υποχρέωση να θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα εκείνα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία μπορούν να βοηθήσουν το Δικαστήριο να καταλήξει στα ορθά συμπεράσματα. Η υποχρέωση αυτή καθίσταται πιο επιτακτική σε μονομερείς αιτήσεις(ex parte applications), αφού το Δικαστήριο δεν έχει άλλη επιλογή παρά να βασιστεί στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων του Αιτητή. Έτσι, προκύπτει η ανάγκη της πλήρους αποκάλυψης γεγονότων (Τσιερκέζου ν. Dragon Tourist Enterprises Ltd
(2009)1 Α.Α.Δ. 734). Έχω μελετήσει με προσοχή τα όσα προβάλλει η Εναγόμενη, προς υποστήριξη του υπό εξέταση λόγου ένστασης, όμως δεν έχω αντιληφθεί ποια είναι τα γεγονότα, τα οποία έχει αποκρύψει ο Ενάγοντας. Όπως υποστηρίζει στην ένορκη δήλωση της, ο Ενάγοντας δεν προσήλθε με καθαρά χέρια ενώπιον του Δικαστηρίου, αφού γεγονότα που αναφέρονται μεν, δεν υπεδείχθη στο Δικαστήριο η σημασία τους, ενώ άλλα γεγονότα δεν έχουν αποκαλυφθεί και άλλα έχουν παραποιηθεί. Επιφυλάσσεται, δε, να αναφερθεί, κατά την ακροαματική διαδικασία, σε σειρά γεγονότων που κρίνονται ουσιώδη και δεν έχουν αποκαλυφθεί. Είμαι της άποψης ότι ο ισχυρισμός της Εναγόμενης για απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων παρέμεινε γενικός και αόριστος. Φυσικά, δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι στο λόγο ένστασης 9 αναφέρεται ότι ο Ενάγοντας δεν αποκαλύπτει το ιδιοκτησιακό καθεστώς της Εναγόμενης επί της κατοικίας στην οποία αυτός διαμένει. Όμως, θα ήθελα να υποδείξω ότι στην παρ. 13 της ενόρκου δηλώσεως του Ενάγοντα γίνεται αναφορά στο ιδιοκτησιακό δικαίωμα της Εναγόμενης επί της ως άνω κατοικίας. Έχοντας κατά νουν τα όσα αναφέρω πιο πάνω, καταλήγω ότι ούτε οι υπό εξέταση λόγοι ένστασης έχουν περιθώρια επιτυχίας. Θα προχωρήσω στην εξέταση των δύο πρώτων προϋποθέσεων του άρθρου 32. Εκ προοιμίου θα πρέπει να επισημανθεί ότι το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό, δεν θα εξετάσει σχολαστικά τη μαρτυρία, με στόχο τη διαπίστωση γεγονότων ή την εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων (Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Ο Ενάγοντας, με την υπό εξέταση αίτηση του, αξίωνε διάφορες θεραπείες, όπως την έκδοση διατάγματος με το οποίο να απαγορεύεται στην Εναγόμενη να επεμβαίνει στην κατοικία στην οποία διαμένει, καθώς επίσης και διάταγμα το οποίο να απαγορεύει στην Εναγόμενη από του να εισέρχεται στο σχολείο της ανήλικης κόρης τους και να την παρενοχλεί. Οι ως άνω θεραπείες εγκαταλείφθηκαν, παρέμεινε δε η αιτούμενη στην παράγραφο 2 της αιτήσεως θεραπεία, στη βάση της οποίας εξεδόθη το υπό κρίση προσωρινό διάταγμα. Από μελέτη της γενικής οπισθογράφησης της αγωγής αλλά και της ενόρκου δηλώσεως του Ενάγοντα, προκύπτει ότι προβάλλονται ισχυρισμοί για παράνομη είσοδο της Εναγόμενης σε χώρο έξω από την είσοδο της κατοικίας στην οποία διαμένει, επιπλέον δε, για δημόσια εξύβριση του από την Εναγόμενη. Αναμφίβολα, η δημόσια εξύβριση συγκαταλέγεται στο αστικό αδίκημα της δυσφήμισης. Τόσο η παράνομη επέμβαση, όσο και η δυσφήμιση είναι αναγνωρισμένα αγώγιμα δικαιώματα από τον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, Κεφ. 148 (άρθρο 17 και επόμενα). Η ευπαίδευτη συνήγορος του Ενάγοντα στην γραπτή της αγόρευση υποστηρίζει ότι οι αξιώσεις του Ενάγοντα, ως φαίνονται από την αγωγή του, έχουν ως βάση την επέμβαση, την παρενόχληση και διατάραξη της ησυχίας και ηρεμίας του. Αυτό το οποίο θα ήθελα να αναφέρω, σε σχέση με την ισχυριζόμενη παρενόχληση και διατάραξη της ηρεμίας του Ενάγοντα, είναι ότι δεν αποτελούν αναγνωρισμένα αγώγιμα δικαιώματα, είτε βάσει του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, είτε βάσει του κοινοδικαίου (1. Τhe Universal Advertising and Publishing Agency κ.ά. ν. Panayiotis A. Vouros
(1952)19 C.L.R. 87). Πέραν των πιο πάνω, δεν θα συμφωνούσα ούτε με τη θέση των ευπαίδευτων συνηγόρων της Εναγόμενης ότι η βάση της αγωγής του Ενάγοντα στηρίζεται στο αστικό αδίκημα της οχληρίας. Παραπέμπω στο άρθρο 46 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 καθώς και στο σύγγραμμα "Clerk & Lindsell on Torts" 16η έκδοση, παρ. 24-01 και επόμενα. Έχοντας κατά νουν τα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω, καταλήγω ότι ο Ενάγοντας έχει καταδείξει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Όσον αφορά την δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32, αυτό το οποίο διαπιστώνω είναι ότι ο Ενάγοντας στην ένορκη δήλωση του παραθέτει λεπτομέρειες των ισχυριζόμενων περιστατικών τα οποία επεσυνέβησαν στην είσοδο της κατοικίας του, στα οποία εμπλέκει την Εναγόμενη. Υπενθυμίζω ότι, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, σε σχέση με το περιστατικό της 26/12/2014, η Εναγόμενη κτυπούσε με μανία την εξωτερική πόρτα του σπιτιού, τον ύβριζε και τον αποκαλούσε «αλκοολικό», φώναζε έξαλλη, ενώ η μητέρα της που την συνόδευε τον καταριόταν στην Αραβική γλώσσα. Επιπλέον, όπως ισχυρίζεται, το ως άνω περιστατικό παρακολούθησε ολόκληρη η γειτονιά, ωσάν να επρόκειτο για κινηματογραφική ταινία. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφέρω ότι στην ένορκη δήλωση του αναφέρεται και σε περιστατικά παρενόχλησης από την Εναγόμενη της ανήλικης κόρης τους, τα οποία επεσυνέβησαν στο σχολείο που φοιτά η ανήλικη. Έχοντας όμως κατά νουν ότι έχει εγκαταλειφθεί η θεραπεία με την οποία αξιώνετο όπως απαγορευθεί στην Εναγόμενη να εισέρχεται στο σχολείο φοίτησης της ανήλικης, δεν θα με απασχολήσουν τα όσα ισχυρίζεται ο Ενάγοντας για ισχυριζόμενα περιστατικά που διαδραματίστηκαν στο σχολείο της ανήλικης. Στο άρθρο 17 του Κεφ. 148 καθορίζεται το αστικό αδίκημα της δυσφήμισης. Το εδάφιο 3 του άρθρου αυτού προνοεί επί λέξει τα ακόλουθα: «
(3)Χωρίς απόδειξη ειδικής ζημιάς δεν είναι δυνατή η έγερση αγωγής για δυσφήμηση η οποία ενεργήθηκε με χειρονομίες, με λόγια ή άλλους ήχους, με εξαίρεση την εκπομπή με ασύρματη τηλεγραφία, εκτός όταν οι χειρονομίες, τα λόγια ή άλλοι ήχοι- (α) Αποδίδουν έγκλημα που δύναται να επισύρει στον ενάγοντα σωματική ποινή ή φυλάκιση σε πρώτη καταδίκη· (β) σκοπεύουν στο να βλάψουν ή να επηρεάσουν με δυσμένεια την υπόληψη του ενάγοντα στο επάγγελμα, επιτήδευμα, εργασία, απασχόληση ή τη θέση του· (γ) αποδίδουν στον ενάγοντα μεταδοτική ή μολυσματική νόσο· (δ) αποδίδουν σε γυναίκα ή κορασίδα μοιχεία ή ασέλγεια.» Όπως προκύπτει από τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα, η εις βάρος του δυσφήμιση από την Εναγόμενη υπήρξε λεκτική. Εκτός από την ως άνω λεκτική δυσφήμιση, επισημαίνω ακόμα ότι στην παρ. 12 της ενόρκου δηλώσεως του κάμνει αναφορά και σε απρεπείς χειρονομίες της Εναγόμενης. Αναμφίβολα, τόσο η λεκτική δυσφήμιση, όσο και η δυσφήμιση με χειρονομίες εμπίπτουν στην επιφύλαξη του εδαφίου
(3)του άρθρου 17 του Κεφ. 148. Όπως δε ρητά προνοείται στο άρθρο αυτό, στις ως άνω περιπτώσεις δυσφήμισης δεν είναι δυνατή η έγερση αγωγής χωρίς απόδειξη ειδικής ζημιάς. Αυτό το οποίο έχω διαπιστώσει από μελέτη της ενόρκου δηλώσεως του Ενάγοντα είναι ότι σε κανένα σημείο της προβάλλεται ισχυρισμός ότι υπέστη οποιαδήποτε ζημιά από την ως άνω ισχυριζόμενη δυσφήμιση της Εναγόμενης. Ούτε στην οπισθογράφηση της Έκθεσης Απαίτησης ζητούνται αποζημιώσεις για ειδικές ζημιές που υπέστη. Επισημαίνω ότι το μόνο είδος αποζημιώσεων που αξιώνονται στην οπισθογράφηση της Έκθεσης Απαίτησης είναι παραδειγματικές ή τιμωρητικές για παρενόχληση, παρέμβαση, επέμβαση και διατάραξη της ακεραιότητας, ειρήνης και ησυχίας του Ενάγοντα. Έχοντας κατά νουν ότι δεν υπάρχει ισχυρισμός από τον Ενάγοντα ότι υπέστη οποιεσδήποτε ειδικές ζημιές συνεπεία της ως άνω συμπεριφοράς της Εναγόμενης, καθίσταται φανερό ότι η βάση της αγωγής που σχετίζεται με την ισχυριζόμενη δυσφήμιση δεν μπορεί να έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του Ενάγοντα για την επέμβαση της Εναγόμενης, όπως προκύπτει από τους ισχυρισμούς της ενόρκου δηλώσεως του, η Εναγόμενη σε καμία περίπτωση εισήλθε εντός της κατοικίας του. Τα ισχυριζόμενα περιστατικά έλαβαν χώρα μπροστά από την πόρτα της εισόδου του σπιτιού του. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα "Clerk & Lindsell on Torts", 16η έκδοση, παρ. 23-01 και επόμενα, ακόμα και η πιο ελαφριά παραβίαση του συνόρου είναι αρκετή για να στοιχειοθετηθεί η επέμβαση[1]. Όπως δε χαρακτηριστικά αναφέρεται στο ίδιο σύγγραμμα, με αναφορά στην υπόθεση Ellis v. Loftus Iron Co
(1874)L.R. 10: "If the defendant place a part of his foot on the plaintiff's land unlawfully, it is in law as much a trespass as if he had walked half a mile on it." Επιπρόσθετα, θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο Ενάγοντας, όπως υπήρξε αδιαμφισβήτητο, πέραν του ότι είναι συνιδιοκτήτης με την Εναγόμενη, έχει και την κατοχή της υπό αναφορά κατοικίας. Επισημαίνω ότι, όπως υποστηρίζει στην ένορκη δήλωση του, κατόπιν προσωρινής διευθέτησης στην οποία κατέληξε με την Εναγόμενη, διαμένει σ' αυτήν μαζί με την ανήλικη κόρη τους, ενώ η Εναγόμενη διαμένει σε άλλη κατοικία. Έχοντας κατά νουν τα όσα αναφέρονται πιο πάνω, καταλήγω ότι έχει καταδειχθεί ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας της αγωγής του Ενάγοντα σε σχέση με την ισχυριζόμενη παράνομη επέμβαση της Εναγόμενης. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να υπογραμμίσω ότι, όπως αναφέρεται και στην υπόθεση T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802, σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Η Εναγόμενη, από πλευράς της, στην ένορκη δήλωση της, προβάλλει τη δική της εκδοχή στα όσα της καταλογίζει ο Ενάγοντας, επιπλέον δε επιρρίπτει ευθύνες στον Ενάγοντα, για την πρόκληση των υπό αναφορά περιστατικών. Φυσικά, όπως είναι νομολογημένο, το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό, δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης, ούτε προβαίνει σε εξέταση των αμφισβητούμενων γεγονότων, για να καταλήξει σε τελικά ευρήματα (Hellenic Bank Public Company Limited v. Alpha Panareti Public Limited, Πολ. Έφεση αρ. 145/2011, ημερ. 13/6/2013 και Χαράλαμπου Ανδρέα Κούππα ν. 1. Πουλλάς Τσαδιώτης Λίμιτεδ κ.ά., Πολ. Έφεση 312/10, ημερ. 17/7/14). Έχοντας κατά νουν την ως άνω νομολογιακή αρχή, δεν προτίθεμαι να προβώ σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν εκδοχών. Θα προχωρήσω τώρα στην εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32. Όπως είναι νομολογημένο, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία (M & Ch Mitsingas Tr. Ltd. κ.ά. ν. Timberland Co
(1997)1 Α.Α.Δ. 1791). Είναι επίσης νομολογημένο ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231). Ο Ενάγοντας στην ένορκη δήλωση του ισχυρίζεται ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο δεν εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα θα είναι δύσκολο και/ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο και η ζημιά που θα υποστούν θα είναι ανεπανόρθωτη, αν τυχόν συμβεί περαιτέρω κάτι χειρότερο έναντι της ζωής τους. Κανένα μετέπειτα διάταγμα και/ή ρύθμιση, όπως ισχυρίζεται, θα μπορούσε να αποτρέψει τη ζημιά που θα δημιουργηθεί στη ψυχολογία, ιδιαίτερα της ανήλικης. Από τα όσα αναφέρονται πιο πάνω, καθίσταται φανερό ότι ο Ενάγοντας διασυνδέει την ανεπανόρθωτη βλάβη που δυνατό να υποστεί, με τον κίνδυνο να διαπράξει η Εναγόμενη κάτι χειρότερο εναντίον τους. Είμαι της άποψης ότι οι φόβοι του Ενάγοντα για τον κίνδυνο διάπραξης από την Εναγόμενη κάποιου σοβαρότερου περιστατικού εις βάρος του, παρέμειναν γενικοί και αόριστοι. Δεν αναφέρεται αν η Εναγόμενη έχει απειλήσει ότι θα προξενήσει κακό είτε στον ίδιο, είτε στη θυγατέρα τους ή κάποια ανεπανόρθωτη βλάβη, κατά τρόπο ώστε να διαφαίνεται ότι θα τεθεί σε κίνδυνο η σωματική τους ακεραιότητα. Φυσικά, δεν παραγνωρίζω ότι στην παράγραφο 20 της ενόρκου δηλώσεως του ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη συνεχίζει να τον απειλεί και να του δημιουργεί προβλήματα με σκοπό, όπως η ίδια η Εναγόμενη δηλώνει, να τον τρελάνει. Όμως, δεν παρατίθενται λεπτομέρειες των ισχυριζόμενων απειλών, με αποτέλεσμα αυτές να παραμείνουν κενού περιεχομένου. Η ευπαίδευτη συνήγορος του Ενάγοντα στην γραπτή της αγόρευση υποστηρίζει ότι ο Ενάγοντας είναι συνταξιούχος, αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας και όλη αυτή η αναστάτωση, η ένταση, το άγχος και ο εκνευρισμός που του προκαλεί η Εναγόμενη με τη συμπεριφορά της, επιδεινώνει την κατάσταση της υγείας του. Γι' αυτό υπάρχει άμεσα η ανάγκη, όπως υποστηρίζει, της διαφύλαξης της υγιούς διαβίωσης του ιδίου και της ανήλικης θυγατέρας του. Αυτό το οποίο θα ήθελα να αναφέρω είναι ότι οι ως άνω ισχυρισμοί δεν περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντα, ούτε έχει προσαχθεί οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, προς υποστήριξή τους. Κατά συνέπεια, δεν θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψιν από το Δικαστήριο. Τα ίδια θα πρέπει να λεχθούν και σε σχέση με τη θέση της γραπτής αγόρευσης της κας Σπύρου, ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψιν την ψυχολογική κατάσταση της ανήλικης, η οποία γίνεται μάρτυρας όλων των περιστατικών που δημιουργούνται από την Εναγόμενη, με αποτέλεσμα να έχει αναστατωθεί και στεναχωρηθεί σε μεγάλο βαθμό. Δεν υπάρχει, ενώπιον του Δικαστηρίου, οποιαδήποτε μαρτυρία από ειδικό σε σχέση με την ψυχολογική κατάσταση της ανήλικης, ειδικά δε το ότι έχει επηρεαστεί δυσμενώς συνεπεία των ως άνω περιστατικών. Έχοντας κατά νουν τα όσα αναφέρονται πιο πάνω, καταλήγω ότι δεν έχει καταδειχθεί ο κίνδυνος πρόκλησης ανεπανόρθωτης βλάβης, με αποτέλεσμα να μην ικανοποιείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32. Η Εναγόμενη στους λόγους ένστασης της υποστηρίζει ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να αποφασίσει για τα επίδικα θέματα, για τα οποία αρμόδιο να αποφασίσει είναι το Οικογενειακό Δικαστήριο. Δεν θα συμφωνούσα με τη θέση της Εναγόμενης ότι το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας προς εκδίκαση της αγωγής του Ενάγοντα. Σύμφωνα με το άρθρο 11
(2)(ε) του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου (23/90), όπως έχει τροποποιηθεί, τα Οικογενειακά Δικαστήρια έχουν εξουσία να επιλαμβάνονται υποθέσεων που αφορούν, μεταξύ άλλων, θέματα περιουσιακών σχέσεων των συζύγων, θέματα γονικής μέριμνας ή οποιαδήποτε άλλη «γαμική ή οικογενειακή διαφορά» (Κωνσταντίνου ν. Κωνσταντίνου
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 1192). Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου 23/90: «'περιουσιακές σχέσεις' σημαίνει τις σχέσεις που αφορούν κινητή και ακίνητη ιδιοκτησία που αποκτήθηκε πριν από το γάμο με την προοπτική του γάμου ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου από οποιοδήποτε από τους συζύγους σύμφωνα με τις διατάξεις των περί Ρυθμίσεων των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμων του 1991 έως 1999.» Το άρθρο 14
(1)και
(2)του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμου (232/1991), όπως έχει τροποποιηθεί, προνοεί τα ακόλουθα: «14
(1)Σε περίπτωση που ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί, ή σε περίπτωση διάστασης των συζύγων και η περιουσία του ενός συζύγου έχει αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να εγείρει αγωγή στο Δικαστήριο και να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.
(2)Η συνεισφορά του ενός συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του άλλου τεκμαίρεται ότι ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη συνεισφορά.» Στην υπό εξέταση υπόθεση, οι αξιώσεις που εγείρει ο Ενάγοντας αναμφίβολα δεν αφορούν θέματα «περιουσιακών σχέσεων» των συζύγων ή οποιαδήποτε άλλη «γαμική ή οικογενειακή διαφορά», εντός της εννοίας του ως άνω άρθρου του Νόμου 23/
  1. Το γεγονός ότι η Εναγόμενη έχει προσφύγει στο Οικογενειακό Δικαστήριο αξιώνοντας από αυτό τη ρύθμιση των οικονομικών τους διαφορών και τον καθορισμό μεριδίων επί της υπό αναφορά κατοικίας, δεν μεταβάλλει την κατάσταση. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ακόμα ότι ο γάμος των διαδίκων έχει λυθεί με απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου, ημερομηνίας 25/6/
  2. Αβάσιμος κρίνεται και ο ισχυρισμός της Εναγόμενης ότι το υπό εξέταση διάταγμα καταστρατηγεί το δικαίωμα επικοινωνίας της με την ανήλικη κόρη της, βάσει του διατάγματος επικοινωνίας του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερομηνίας 3/7/2014 το οποίο, κατά τον ισχυρισμό της, το παρόν διάταγμα παραγνωρίζει πλήρως. Δεν έχω αντιληφθεί τον τρόπο με τον οποίο το υπό εξέταση διάταγμα επηρεάζει το δικαίωμα επικοινωνίας της με την ανήλικη κόρη της. Όσον αφορά τη θέση της Εναγόμενης ότι το υπό εξέταση διάταγμα την αποτρέπει από του να απολαμβάνει την περιουσία της, στην οποία έχει, όπως ισχυρίζεται, τα ίδια δικαιώματα με τον Ενάγοντα, αυτό το οποίο θα ήθελα να επαναλάβω είναι ότι η υπό αναφορά κατοικία βρίσκεται στην κατοχή του Ενάγοντα κατόπιν διευθέτησης στην οποία κατέληξε με την Εναγόμενη. Επιπλέον, θα ήθελα να υπογραμμίσω ότι το Αιτητικό Α της υπό εξέταση αίτησης, με το οποίο ζητείτο η έκδοση προσωρινού διατάγματος το οποίο να απαγορεύει στην Εναγόμενη να εισέρχεται στην υπό αναφορά κατοικία, έχει εγκαταλειφθεί. Η Εναγόμενη προβάλλει, ακόμα, στους λόγους ένστασης της, ότι η υπό εξέταση αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας, αφού με αυτήν επιδιώκεται η έκδοση προσωρινού διατάγματος με αντικείμενο την ίδια και/ή παρόμοια θεραπεία που ζητείται με την αγωγή του Ενάγοντα. Αυτό το οποίο διαπιστώνω είναι ότι πράγματι, με το εκδοθέν διάταγμα έχει παραχωρηθεί η ίδια θεραπεία, η οποία περιλαμβάνεται και στο αιτητικό της οπισθογράφησης του κλητηρίου εντάλματος. Το γεγονός όμως ότι έχει παραχωρηθεί θεραπεία η οποία ζητείται και στην αγωγή του Ενάγοντα δεν θα αποτελούσε, κατά την άποψη μου, εμπόδιο για οριστικοποίηση του εκδοθέντος διατάγματος. Επισημαίνω ότι στην οπισθογράφηση του κλητηρίου εντάλματος αξιώνονται και άλλες θεραπείες, όπως η έκδοση διατάγματος για άρση της ισχυριζόμενης παράνομης επέμβασης καθώς και η επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων εναντίον της Εναγόμενης. Επιπρόσθετα, όπως καταδεικνύει η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, «δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας αποκλεισμού της θεραπείας ενδιαμέσως, αν αυτή ορθά και δικαίως ζητείται, επειδή και η αγωγή ουσιαστικά επιδιώκει το ίδιο πράγμα. Κατ' αρχάς η ενδιάμεση θεραπεία παραμένει ενδιάμεση, αναθεωρήσιμη ανά πάσα στιγμή θεωρηθεί ότι οι περιστάσεις έχουν διαφοροποιηθεί προς τροποποίηση ή ακόμη και ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Πρόσθετα, ενώ το εκδοθέν διάταγμα παραχωρείται ως λύση επείγουσας και παρεμπίπτουσας μορφής, οι ίδιες οι θεραπείες που ζητούνται με το κλητήριο, εάν επιτύχουν, χορηγούνται τελεσίδικα και στο διηνεκές» (Avila Management Services Ltd κ.α. v. Frantisek Stepanek κ.α.
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1403 και Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1848). Υποστηρίζεται ακόμα, από την Εναγόμενη, ότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό εξέταση αίτηση δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψιν για το λόγο ότι ο Αιτητής υπέγραψε ένορκη δήλωση σε γλώσσα μη κατανοητή για τον ίδιο, ήτοι τα ελληνικά, χωρίς να αντιλαμβάνεται το τι περιέχει το έγγραφο, το οποίο υπέγραψε. Παρά το ότι τα όσα αναφέρονται αμέσως πιο πάνω δεν είναι διατυπωμένα στους λόγους ένστασης, με την απαιτούμενη σαφήνεια, όπως επιτάσσει η νομολογία μας[2], εντούτοις έχουν εξεταστεί από το Δικαστήριο και δεν φαίνεται να έχουν περιθώριο επιτυχίας. Η ένορκη δήλωση, την οποία υπέγραψε ο Ενάγοντας, είναι συνταγμένη στην αγγλική γλώσσα την οποία, όπως ο Ενάγοντας βεβαιώνει στην υπό αναφορά ένορκη δήλωση, γνωρίζει πλήρως. Η υπό αναφορά ένορκη δήλωση του Ενάγοντα επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α στην ένορκη δήλωση του μεταφραστή, Λοϊζου Περεντού, ο οποίος μετέφρασε, όπως αναφέρει, στα αγγλικά, το ελληνικό κείμενο της ένορκης δήλωσης, το οποίο επισυνάπτει στην ένορκη δήλωση του ως Τεκμήριο Β. Από τα όσα αναφέρω αμέσως πιο πάνω, καθίσταται φανερό ότι ο ισχυρισμός της Εναγόμενης ότι ο Ενάγοντας υπέγραψε ένορκη δήλωση σε γλώσσα μη κατανοητή γι' αυτόν, είναι παντελώς αβάσιμος. Η υπό εξέταση υπόθεση διαφοροποιείται από τα γεγονότα της υπόθεσης Αναφορικά με την Αίτηση του Saab Abbas Nazar
(2003)1B A.A.Δ. 772, στην οποία επαναβεβαιώθηκε η αρχή ότι η ένορκη δήλωση συνιστά μαρτυρία και συνεπώς θα πρέπει να είναι συνταγμένη σε γλώσσα κατανοητή στον ενόρκως δηλούντα. Για τους λόγους που έχω επεξηγήσει λεπτομερώς πιο πάνω, καταλήγω ότι η υπό εξέταση αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. Όσον αφορά τα έξοδα, δεν βλέπω οποιοδήποτε λόγο για απόκλιση από το γενικό κανόνα ότι επιδικάζονται υπέρ του επιτυχόντα διάδικου. Η αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον του Ενάγοντα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. Το διάταγμα ημερομηνίας 17/2/15, ακυρώνεται. (Υπ.) ........... Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΘΘ/ΑΓ Subject: Civil / Other actions / Interim Αναφορά: Παρεμπίπτον διάταγμα - λεκτικό διατάγματος [1] "The slightest crossing of the boundary is sufficient." [2] Σοφοκλέους ν. Ταβελούδη κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 92, Yugos Finance BV κ.α. ν. Halebay Holdings Ltd, Πολ. Έφεση αρ. 180/2009, ημερομηνίας 8/3/2013. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.